Τετάρτη, 29 Αυγούστου 2007

The Cold Moon

Ο Jeffery Deaver (φώτο) αν και μπεστ-σελερίστας είναι ένας από τους αγαπημένους μου συγγραφείς. Το πιο γνωστό του βιβλίο στον ελλαδικό χώρο, απλά και μόνο έγινε ταινία, είναι το Bone Collector, αλλά δε θα λέγαμε ότι είναι και το καλύτερό του. Εξάλλου όλα τα βιβλία του καλά είναι.
Αν θα έπρεπε να τον κατατάξουμε σε κάποια κατηγορία συγγραφέων θα λέγαμε ότι είναι ένας "διασκεδαστής", κατά το αμερικάνικο "entertainer", αφού τα μυθιστορήματά του πάντα διαβάζονται γρήγορα και ευχάριστα.
Ο Ντίβερ είναι ένας μετρ των εκπλήξεων, που αρέσκεται επίσης συχνά-πυκνά να κάνει μια επίδειξη γνώσεων, χωρίς να γίνεται ποτέ βαρετός.

Ένα δείγμα του ταλέντου και των γνώσεών του μας χαρίζει και στο The Cold Moon, όπου οι αγαπημένοι ήρωες-δημιουργήματά του, Λίνκολν Ράιμ και Αμέλια Σακς (Ντέντζελ Ουάσιγκτον και Αντζελίνα Τζολί στην κινηματογραφική εκδοχή του "Συλλέκτη Οστών"), έρχονται αντιμέτωποι μ' ένα δαιμόνιο εγκληματία που μοιάζει να προβλέπει την κάθε τους κίνηση, καταφέρνοντας να προηγείται πάντα των διωκτών ένα βήμα. Οι Ράιμ και Σακς πέφτουν ξανά και ξανά στις παγίδες του, και αν δεν είχαν την έκτακτη βοήθεια μιας κινησιολόγου (και μελλοντικής ηρωίδας του συγγραφέα), στο τέλος της ημέρας θα θρηνούσαν περισσότερα θύματα.

Το The Cold Moon είναι ένα καλογραμμένο θρίλερ, που ίσως να μην κόβει την ανάσα, αλλά σίγουρα χαρίζει στον αναγνώστη μερικές ώρες χαλαρωτικής απόλαυσης.

Περισσότερα για το συγγραφέα και το έργο του μπορείτε να βρείτε στην προσωπική του ιστοσελίδα...

Δευτέρα, 27 Αυγούστου 2007

Οι Σελίδες μου: Σώτη Τριανταφύλλου

Το ξέρω πως είναι τουλάχιστον κουφό, ένας "εκδιδόμενος" συγγραφέας να φτιάχνει μια ιστοσελίδα για κάποια "συνάδελφο", αλλά εντάξει, ποτέ δε φημιζόμουν κιόλας και για τη διαύγεια του μυαλού μου. Ακολουθεί η πρώτη σελίδα:

Κάποτε σε μια μεγάλη πόλη γεννήθηκε ένα κορίτσι που το έλεγαν Σώτη. Όταν μεγάλωσε και πάλι Σώτη το έλεγαν. Μα, σαν έγινε λίγο γνωστό απέκτησε κι επίθετο. Αλλά, οι φίλοι της την ήξεραν σαν Σώτη.
Η Σώτη, λοιπόν, όταν ήταν μικρή έκανε πολύ μεγάλα όνειρα. Τεράστια όνειρα. Ήθελε κάποια μέρα να γίνει εκστατικά ευτυχισμένη. Μέχρι να συμβεί αυτό όμως, θα περνούσε πολύς καιρός. Έτσι, άκουε πολλή πολλή μουσική, διάβαζε πολλά πολλά βιβλία και παρέα με τον πιο καλό της φίλο έκανε πολλά πολλά και μακρινά ταξίδια με τη φαντασία της.
Όταν μεγάλωσε λίγο πήρε σβάρνα τις πόλεις του κόσμου για να μάθει γράμματα και να ρουφήξει τη ζωή. Αλλά, όσο κι αν τριγυρνούσε δω και κει, και πάλι δεν ένιωθε ικανοποιημένη. Πάντα κάτι της έλειπε ή μάλλον πάντα έψαχνε για να ’βρει κάτι άλλο. Τι ήθελε να βρει; Μα τη μαγική συνταγή. Εκείνη που θα της επέτρεπε να κάνει πάντα (ή, καλά, σχεδόν πάντα) αυτό που ήθελε. Πήγε, λοιπόν, στο Παρίσι και μετά στη Νέα Υόρκη, πήρε το τρένο για το Στίλγουελ και έζησε ευτυχισμένες μέρες στο Άλφαμπετ Σίτυ. Γνώρισε τους «αγγέλους της κόλασης» και την κόλαση των αγγέλων, παρέα με φίλους που έπιναν πολύ, γελούσαν πολύ, αγαπούσαν πολύ, ε, και που κάθε τόσο έβαζαν πολύ νερό στο κρασί τους. Κι ακολούθησε τον ήλιο οδηγώντας ένα «χοτ ροντ» για το Λος Άντζελες. Εκεί γνώρισε τον Καίσαρα κι έπαιξε και κιθάρα. Ίσως τότε να ήταν εκστατικά ευτυχισμένη ίσως και όχι.
Συνέχισε να ταξιδεύει. Να ταξιδεύει στο χώρο στ’ αλήθεια, και στο χρόνο μες στο μυαλό της. Στο μυαλό της που ήταν γεμάτο ιστορίες. Ιστορίες χαράς και λύπης, ζωής και θανάτου. Φανταστικές κι αληθινές ιστορίες. Ιστορίες που έπρεπε να γράψει και που μιλούσαν για το «Αύριο» που είναι «μια άλλη χώρα», για ένα «Υπόγειο ουρανό», για το πως περνά κανείς «Σάββατο βράδυ, στην άκρη της πόλης». Μετά βούτηξε στην ιστορία κι έφτιαξε ένα «Εργοστάσιο μολυβιών», καβάλησε το κίτρινο υποβρύχιο των Μπιτλς και ταξίδεψε παρέα με την «Μαριόν στ’ ασημένια νησιά και στα κόκκινα δάση», λίγο προτού γνωρίσει τη Μόλλυ Γιάρροου, η ιστορία της οποίας της θύμιζε «Άλμπατρος».
Έγινε, τότε, εκστατικά ευτυχισμένη; Ίσως όχι, ίσως και να μην της πήγαινε τελικά. Ωστόσο, εξακολούθησε να φεύγει. Να φεύγει και να μαθαίνει και να λέει ιστορίες. Ιστορίες πολλές, μα που σχεδόν όλες μιλούσαν για ένα κορίτσι που το έλεγαν Σώτη. Για ένα κορίτσι που το λένε Σώτη. Που είναι «ένα καλό παιδί που κλαίει και γελάει πολύ»...
Περισσότερα στην ιστοσελίδα...

Κυριακή, 26 Αυγούστου 2007

Οι Σελίδες μου: Μαρία Πολυδούρη

Όπως λέει η Λιλή Ζωγράφου: «Πολλές φορές αναρωτήθηκα κι ανησύχησα, μπορώ να πω, για την τόση μου αγάπη στη Μαρία Πολυδούρη. Μια αγάπη που μ’ έσπρωχνε σ’ έρευνες, τρεξίματα, αναζητήσεις προσώπων και πραγμάτων, που θα με βοηθούσαν να την εξηγήσω, να την αναγνωρίσω ολότελα και να την καταχτήσω».
Τα ίδια και χειρότερα έπαθα κι εγώ. Γνώρισα την Πολυδούρη μέσω του Καρυωτάκη, και στο τέλος βρέθηκα περισσότερο δεμένος με κείνην. Κι όσο περισσότερο τη γνώριζα, τόσο πιο πολύ παθιαζόμουνα μαζί της. Στο τέλος τέλος ένιωσα να έχω κάποια «υποχρέωση» απέναντί της. Ήθελα να της ξεπληρώσω ένα χρέος. Ήθελα να την ευχαριστήσω που μας χάρισε μέσα από την ποίηση, το ημερολόγιο και τη ζωή της, την ίδια της την ψυχή, που δεν ήταν τίποτ’ άλλο παρά η ψυχή ενός αληθινά ελεύθερου ανθρώπου.
Η Μαρία υπήρξε η πιο γυναίκα απ’ τις γυναίκες, η πιο επαναστάτρια απ’ τις επαναστάτριες, μια αερινή φευγάτη ύπαρξη που πέρασε απ’ τον κόσμο αυτό μονάχα διαβατικά, για να μας δείξει την ομορφιά, το αληθινό πάθος, και να φύγει. Ήταν μια από τις μοναδικές εκείνες υπάρξεις-ξωτικά που ζουν για να πεθάνουν, και ζουν στ’ αλήθεια όσο κανείς άλλος. Μια γυναίκα-χαστούκι στους ανθρώπους της συνήθειας, τους μικρούς, τους τιποτένιους, που δεν σταματούν ούτε για μια στιγμή για να θαυμάσουν την ομορφιά που υπάρχει γύρω τους, την ομορφιά που κρύβουν μέσα τους, αλλά που είναι πολύ βιαστικοί για να την προσέξουν.
Ο Ρεμπό τον 19ο αιώνα έγραφε για τους άνθρωπους-καρέκλες. Η Πολυδούρη στις πρώτες δεκαετίες του 20ου τους κατακεραυνώνει. Κι οι δυο τους κάηκαν απ’ την ίδια τους τη φλόγα! Γεννήθηκαν πολύ νωρίς για την εποχή τους, κι ειδικά η Μαρία, που σε μια ανδροκρατούμενη κοινωνία ήταν μια γυναίκα-σύμβολο, μια γυναίκα ελεύθερη, μια γυναίκα από το αύριο.
Υπήρξε μια μοιραία της γενιάς της. Κι όσοι τη γνώρισαν έχουν να λένε ότι έπαθαν... πολυδουρίτιδα! Μια γυναίκα που γοήτευε όλους όσοι την πλησίαζαν, μια γυναίκα όλο ψυχή.
Αλλά όσα και να πούμε θα ’ναι λίγα. Ας αφήσουμε λοιπόν την ίδια να μιλήσει. Εμείς δεν έχουμε παρά να σας ευχηθούμε να έχετε ένα καλό ταξίδι στο ποιητικό ετούτο σύμπαν.

Περισσότερα στην ιστοσελίδα...

Παρασκευή, 24 Αυγούστου 2007

Οι Σελίδες μου: Μυρτιώτισσα


"Σ’ αγαπώ. δεν μπορώ τίποτ’ άλλο να πω πιο βαθύ, πιο απλό, πιο μεγάλο!"Μ υ ρ τ ι ώ τ ι σ σ α

Οι πιο πάνω στίχοι και μόνο ίσως να είναι αρκετοί για να δώσουν στην κυρία Θεώνη Δρακοπούλου-Παππά, άλλως Μυρτιώτισσα, μια περίοπτη θέση στην ιστορία της σύγχρονης ελληνικής ποίησης.
Τι μας έκανε να ασχοληθούμε μαζί της; Ας πούμε ότι όλα ήταν θέμα τύχης. Τη γνωρίσαμε μέσα από τους πιο πάνω στίχους, αλλά κι από την αγάπη της και τη φροντίδα της για την άλλη ιέρεια της ελληνικής αισθαντικής ποίησης, τη Μαρία Πολυδούρη. Στα τελευταία της μεγάλης ποιήτριας, η Μυρτιώτισσα στάθηκε δίπλα της σα φίλη και αδελφή, κι η περιέργεια μάς ώθησε να μάθουμε περισσότερα γι’ αυτή την κυρία. Αρχίσαμε να ψάχνουμε στο διαδίχτυο, σε βιβλιοπωλεία και βιβλιοθήκες, αλλά στάθηκε αδύνατο να εντοπίσουμε περισσότερα από κάποια σκόρπια ποιήματά της. Έτσι, όταν τελικά η τύχη αποφάσισε να μας χαμογελάσει φέρνοντας στο δρόμο μας μια συγκεντρωτική έκδοση των γραφτών της, έκδοση του 1965, αποφασίσαμε να κάνουμε κάτι για την καλή ποιήτρια, ώστε το όνομά της να μην περιέλθει στη λήθη. Η σελίδα αυτή είναι το αποτέλεσμα και σας το παραδίδουμε, στ’ αλήθεια, με ανακούφιση: Ανακούφιση, επειδή οι νύχτιες αγρύπνιας που χρειάστηκαν για να δημιουργηθεί παίρνουν τέλος, αλλά κυρίως γιατί δίνουμε την ευκαιρία στους νεώτερους αναγνώστες να γνωρίσουν το έργο της.
Οι προσπάθειές μας όμως δεν τελειώνουν εδώ. Σε λίγους μήνες θα σας παρουσιάσουμε ένα - όσο το δυνατό πιο - πλήρες δοκίμιο για το έργο της, καθώς και ό,τι άλλο την αφορά πέσει στα χέρια μας. Γιατί οι μεγάλες ποιητικές φωνές δεν πρέπει ποτέ να ξεχνιούνται, να πεθαίνουν! Πάντα έχουν κάτι να μας χαρίσουν: πόνο, χαρά, συγκίνηση. Εμείς; Εμείς, δεν έχουμε παρά να αφουγκραστούμε το τραγούδι τους, την ξεχωριστή τους ανάσα, ό,τι το πιο καλό κι ανθρώπινο απομένει σ’ αυτή τη γη.

Περισσότερα στην ιστοσελίδα...

Πέμπτη, 23 Αυγούστου 2007

Οι Σελίδες μου: Λιλή Ζωγράφου

Η Λιλή Ζωγράφου με τον Τσιτσάνη


«Αχ, μωρέ Λιλή, που πήγες και μας πέθανες...». Και τώρα, τι θα κάνουμε; Ποιος θα τους τα λέει χύμα; Ποιος θ’ αναστατώνει τις κυράτσες και τους βολεμένους; Μεγάλη ζημιά μας έκανες μωρέ Λιλή... Αρχόντισσα κυρά... Μάνα... Αδελφή... και Φως!
Τι πρόλογο να γράψω; Τι να πω; Το ξέρω! κάπου θα ’σαι τώρα, θα με βλέπεις και θα γελάς, θα με κοροϊδεύεις: «Τι κάθεσαι κι ασχολείσαι μαζί μου ρε κουτό!» θα σκέφτεσαι... «και χάνεις και τον ύπνο σου για μένα. Εγώ καλά πέρασα, εσύ δες τι θα κάνεις...».
Καλά πέρασες μωρέ Λιλή. Ήρθες, μας είδες, χαιρέτησες, έφυγες. Και τώρα, σαν κι εκείνη την Ισαβέλα θαρρώ, θα μας παρακολουθάς, από κάπου, αόρατη όλους εμάς που σ’ αγαπήσαμε και θα διασκεδάζεις: «Ωχού, τους την έφερα πάλι».
Λοιπόν, κυρά, αυτό το τελευταίο κόλπο, το μεγάλο σου, δε θα περάσει έτσι! Τι πα να πει, έφυγες; Για που; Αφού εσύ, εδώ ανήκεις, σε μας. Κι ας φωνάζεις πως είσαι λεύτερη. Ε, όχι, δεν είσαι. Υπάρχουν ακόμη τόσοι κανόνες να σπάσεις, τόσοι θεσμοί να γκρεμίσεις, τόσες αλήθειες να πεις, τόσες ψευτιές να ισοπεδώσεις.
Ακούς, Λιλή, δεν ξόφλησες ακόμη το χρέος. Έχεις να ρίξεις ακόμη πολλές γροθιές με την κοινωνία, πολλά βασιλόπουλα να σκοτώσεις, πολλές γυναίκες ν’ αναστήσεις, πολλές σταχτοπούτες να θάψεις.
Είναι και τα ορφανά που άφησες πίσω σου. Τον γάτο σου τον Πόπη –ζει ακόμη αυτή η ψυχή;-, χιλιάδες άντρες-γυναίκες-παιδιά, τη δικιά σου Μήδεια, εκείνη την αγαπημένη σου Ελένη, την Ερατώ, το καημένο εκείνο πλάσμα τον Αρίστο, τον... την... Ω! Αμέτρητα είναι τα παιδιά σου...
Δεν ξέρω τι άλλο να σου πω, τα λόγια δε βγαίνουν. Έτσι, θα πάρω απόψε, φίλη μου, το καράβι για το Ηράκλειο, την πόλη την αγαπημένη. Θα βρω κάποιους φίλους γκαρδιακούς, για λίγο να τα πούμε, να πιούμε στην υγειά σου μια ρακή, τα ωραία που περάσαμε μαζί να θυμηθούμε.
Και καθόλου να μην ανησυχείς. παλαιοπώλες αναμνήσεων δε θα γενούμε. Γιατί, κυρά καλή, μες στην ψυχή μας είσαι ζωντανή κι όσα ήσουνα εσύ και κείνα ζούνε!
Αλήθεια, Λιλή, τραγουδάτε τα ρεμπέτικά σας ακόμη πέρα κει με τον Τσιτσάνη;...

Περισσότερα στην ιστοσελίδα...

Τετάρτη, 22 Αυγούστου 2007

Οι Σελίδες μου: Γαλάτεια Καζαντζάκη

«...Οι εκάστοτε θεοί δε γκρεμίζονται
για νάρθουν άλλοι καλύτεροι,
αλλά γιατί πια αυτοί πάληωσαν, τρίφτηκαν,
απόμειναν στημένες λεμονόκουπες.
Μ’ ένα λόγο δε θαυματουργούν πια.»


Προκλητική, πεισματάρα, επαναστάτρια, ελεύθερη, γυναίκα, Γαλάτεια!

Η Γαλάτεια Καζαντζάκη αποτελεί μια ξεχωριστή περίπτωση στα ελληνικά γράμματα. Είναι μια συγγραφέας, μια γυναίκα, που τόλμησε να πει και να κάνει πολλά σε καιρούς δύσκολους, ανάμεσα σε ανθρώπους συντηρητικούς. Με δυο λέξεις θα μπορούσαμε να τη χαρακτηρίσουμε σαν την Απόλυτη Γυναίκα. Μια γυναίκα που κατάφερε να επιβάλει τους δικούς της κανόνες μέσα σ’ ένα αντροκρατούμενο κόσμο, μέσα σε μια τυφλή κοινωνία. Μια γυναίκα που πολεμήθηκε πολύ, και που παρεξηγήθηκε πολύ, ακόμη κι από τις γυναίκες. Κι αυτό, επειδή τόλμησε να απομυθοποιήσει το Νίκο Καζαντζάκη, αλλά και να προκαλέσει τα ήθη της εποχής.

Ο απλός άνθρωπος, αυτός είναι ο ήρωας των έργων της Γαλάτειας, και όπως η ίδια υποστηρίζει: «Ο τεχνίτης, πρέπει να λέει με το έργο του κάθε στιγμή στο λαό του: Είμαι δικός σου. Σάρκα από τη σάρκα σου. Κι αν υπάρχει κάτι που με κάνει διαφορετικό είναι γιατί μπορώ να σου δώσω την αιωνιότητα. Να τραγουδήσω τις χαρές σου. Να φτερώσω τις ελπίδες σου. Να πω σ’ όλο τον κόσμο το μόχτο και τον αγώνα της ζωής σου». Η συγγραφέας μιλά στο λαό, γράφει για το λαό. Με τη γραφίδα της προσπαθεί να εξυψώσει τις γυναίκες, αλλά και να τιμήσει τους καλούς άντρες. Μπαίνει στο πετσί των ηρώων της, νιώθει τους πόνους και τις ανασφάλειές τους, τους δίνει κουράγιο, τους δικαιώνει, τους παρηγορεί. Τα λόγια της, απλά κι ανθρώπινα, αναβλύζουν μέσα από μια ζεστή ψυχή.

Περισσότερα στην ιστοσελίδα...