Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2007

Η Κ.

Τη γνώρισα πριν από πολλά χρόνια, πριν από μια ζωή, και από την αρχή ήξερα πως αυτή ήταν η Μία, η μοναδική.
Και δεν έκανα λάθος.
Η Κ. είναι κοντά μου από τότε. Με συντροφεύει, πηγαίνει παντού μαζί μου, με ενθαρρύνει, με παρηγορεί.
Χωρίς αυτήν οι μέρες μου θα ήταν αλλιώτικες, δίχως χρώματα κι αρώματα, άγευστες και μονότονες.
Εκείνη τους δίνει ζωή, σ’ εκείνη χρωστώ τα πάντα.
Αν κάποιος μου έλεγε ότι κάποτε θα ερχότανε μια μέρα που θα χωρίζαμε, θα τον έβγαζα τρελό, θα τον καταδίκαζα στο πυρ της επίγειας κόλασης.
Όχι, εγώ ποτέ δε θα παρατούσα την Κ., την αγάπη μου, αλλά ούτε κι εκείνη θα με παρατούσε ποτέ. Πάντα θα ήταν εκεί για μένα και πάντα θα ήμουν εκεί για κείνη.
Ήταν η έμπνευσή μου.
Ναι, αυτό υποστήριζα, κι ας ήξερα καλύτερα.
Ήξερα καλύτερα αφού τίποτα δεν κρατά στη ζωή μου για πάντα: συνήθειες αλλάζουν, σπίτια αλλάζω, άνθρωποι πάνε κι έρχονται.
Τίποτα! Τίποτα δεν κρατά.
Και να που τώρα έφτασε η μέρα ν’ αποχαιρετήσω την Κ. μου.
Το μόνο που δε θα τρέξουν δάκρια απ’ τα μάτια,
δε θα ακουστεί κανένας σπαραγμός.
Όσα ζήσαμε μαζί ήταν υπέροχα αλλά είναι καιρός πια να πάμε γι’ άλλα.
Πάντα θα κρατώ στην ψυχή μου μια ξεχωριστή γωνιά για την παλιά αγαπημένη.
Πάντα θα τη θυμάμαι με γλυκιά νοσταλγία.
Και πάντα θα την αγαπώ, της το είπα αυτό:
«Κ. καρδούλα μου, πάντα θα σε σκέφτομαι και θα σε αγαπώ.
Πάντα θα είσαι η Μία, η μοναδική για μένα.
Πάντα θα είσαι η... Καφεΐνη μου».

Πάει μια βδομάδα που έκοψα τον καφέ και δυσλειτουργώ. Λες και το μυαλό δεν μπορεί να πάρει μπρος δίχως μια γερή δόση καφεΐνης. Τα στερητικά σύνδρομα καραδοκούν.

Σάββατο, 29 Σεπτεμβρίου 2007

Η Θαλασσινή

Στεκόταν στην παλιά αποβάθρα
και κοιτούσε προς του ήλιου την ανατολή.
Το πρωινό αγιάζι της χάιδευε το πρόσωπο
τα κύματα που έσπαζαν μελωδικά κάτω
από τα πόδια της τής ξυπνούσαν τις αισθήσεις.
Στη ζωή της όλη ίσως να μην αγάπησε
τίποτ’ άλλο περισσότερο απ’ τη θάλασσα,
“μάνα” την αποκαλούσε.
Την κοιτούσε για ώρες μέρες χρόνια
και σκεφτόταν ότι θα έπρεπε να
γεννηθεί ψάρι για να είναι συνέχεια μέσα της
πουλί για να την κοιτά από ψηλά.
Ρομαντική; Ναι, ήταν! Σε μια εποχή
που οι λέξεις είχαν χάσει τη σημασία τους
που οι άνθρωποι έχασαν τα χρώματα
εκείνη επέμενε να κοιτά το απέραντο γαλάζιο
να πιάνει τους αλμυρούς σφιγμούς του
να κλείνει τα μάτια και να ταξιδεύει
να διασχίζει θάλασσες ονείρων
ουρανούς αισθημάτων
ανάσες ελευθερίας!

Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2007

Σκισμένο Ψαθάκι ΙΙ

Απόσπασμα από το βιβλίο της Αλκυόνης Παπαδάκη

(Από το ημερολόγιο της Ρόζυ)

«Όταν συμβεί να με κλωτσήσει κανένα βρωμοπόδαρο και με ρίξει στο πηγάδι, λέω:
Ψυχραιμία, Ρόζυ. Πιάσαμε πάτο. Πιο κάτω από δω δεν έχει. Τώρα;.. Τι κάνουμε;.. Και ξαφνικά, λες και γίνεται μια έκρηξη μέσα μου. Έρχεται η γεύση της ζωής και με λιγώνει. Έρχεται η μυρουδιά της και μου σπάει τα ρουθούνια. Τίποτα δεν μπορεί να με κρατήσει. Και να ’μαι πάλι εντός ολίγου να τινάζω τα μαλλιά μου στον ήλιο και να σκορπώ τις καλημέρες μου στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα.
Είναι περίεργο, αλλά μέσα εκεί, στην μπόχα της απόγνωσης, στον πάτο της κόλασης, ένιωσα τη μεγαλύτερη δίψα, το μεγαλύτερο πόθο για τη ζωή. Κι ήταν αυτό τελικά που μ’ έσωσε και με σώνει.
Ο αγαπημένος μου Λεό δε σώθηκε. Δε σώθηκε, γιατί δεν είδε ποτέ. Δεν άγγιξε. Δε γεύτηκε. Εκεί, στα κατακάθια του πηγαδιού, προσπάθησε να χρωματίσει τη λάσπη με νερομπογιές. Προσπάθησε να φανταστεί τον ήλιο μέσα στα σκοτάδια. Να μυρίσει την άνοιξη, βουτώντας τη μύτη του στα βαλτονέρια. Δεν έσφιξε ποτέ στην αγκαλιά του τα στάχυα του καλοκαιριού. Δεν άφησε την ψυχή του να παλαβώσει από το χρώμα που παίρνει το φεγγάρι, όταν έχει ξεχαστεί στον ουρανό και το ’χει βρει το ξημέρωμα να κρέμεται σ’ ένα κλαδί αγριοσυκιάς.
Τίποτα δεν ένιωσε απ’ αυτά ο αγαπημένος μου Λεό. Και χάθηκε.
Ξέχασε τη ζωή του, που ήταν μούσκεμα στο δάκρυ, απλωμένη στα σκοινιά. Την τσίμπησαν λαίμαργα τα πουλιά. Τράβηξαν τα κομμάτια της τα μυρμήγκια στις φωλιές τους. Την αποτέλειωσαν οι ακρίδες με τα σουβλερά τους πόδια.
Όταν ήμουν μικρή, του πήγαινα κομμάτια από εφημερίδες και μου ’φτιαχνε καραβάκια.
- Μπορούμε να ταξιδέψουμε μ’ αυτά; τον ρωτούσα.
- Αμέ! Πως δεν μπορούμε!
- Πού θα πάμε;
- Μακριά... Πολύ μακριά... Θα ταξιδέψουμε στα όνειρα.
- Εγώ θέλω να πάω στον Ινδικό Ωκεανό.
- Όπου θέλεις. Σε λίγο σαλπάρουμε. Είσ’ έτοιμη;
Όταν μεγάλωσα και κάναμε παρέα σαν δυο καλοί φίλοι, κάθε φορά που μ’ έβλεπε, μου φώναζε από μακριά, γεμάτος αγωνία:
«Ρόζυ! Είσαι καλά; Ανησυχούσα για σένα».
Ανησυχούσε για μένα! Κι αυτός ας ήτανε μια ξέμπαρκη σκιά, που την είχαν κουρελιάσει οι κωλοσύριγγες.
Πώς τον αγαπούσα το Λεό μου!
Δεν κατάφερα ποτέ να του μάθω πόσο όμορφος είναι ο κόσμος. Δεν μπόρεσα να του δείξω δυο χρυσόμυγες την ώρα που κάνουν έρωτα στον αέρα.
Δεν μπόρεσα να του χαρίσω ένα ουράνιο τόξο, την ώρα που βάφει τους πόθους της βερυκοκιάς...»

Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2007

Σκισμένο Ψαθάκι

Απόσπασμα από το ομότιτλο βιβλίο της Αλκυόνης Παπαδάκη

(Από το ημερολόγιο της Ρόζυ)

«Βαρέθηκα ν’ ανάβω φωτιές για να ζεσταθούν οι άλλοι και στο τέλος να ξεπαγιάζω εγώ.
Να μοιράζομαι στην καρέκλα μου με τον κάθε κουρασμένο και στο τέλος να στρογγυλοκάθεται αυτός κι εγώ να κουλουριάζομαι στο πάτωμα.
Να σκουπίζω με τα χείλια μου τα δάκρυα των άλλων και τα δικά μου να ξεραίνονται στα μάγουλά μου και να κάνουν κρούστα.
Κουράστηκε η ράχη μου να κουβαλά πληγωμένους. Στέγνωσε το στόμα μου να τους φωνάζω. Μη σωριάζεστε, ρε ξεφτίλες. Σταθείτε στα πόδια σας. Μπόρα είναι. Βγάλτε τις τσίμπλες από τα μάτια σας. Ξημερώνει.
Βαρέθηκα να φτιάχνομαι με τα λάθη μου.
Να φυτεύω βολβούς πάνω σε σωρούς από σκατά.
Να βγάζω αθώους τους ένοχους και να κάθομαι για πάρτη τους στο σκαμνί.
Να μουλιάζω στη βροχή γιατί άνοιξα την ομπρέλα μου να μπουν από κάτω δυο τρεις μουρόχαβλοι που μου φάνηκαν κρυουλιάρηδες.

Κι όμως! Όσες φορές είπα «από Δευτέρα, Ρόζυ, αλλάζεις ταχτική», γέλασε κάθε πικραμένος.
Δε βαριέσαι.
Εκείνοι που πίστεψαν πως το «δις εξαμαρτάνειν κλπ.», είναι, το λιγότερο, ξενέρωτοι. Γιατί δεν μπόρεσαν να καταλάβουν τη γλύκα που έχεις το «δις». Κι ακόμη περισσότερη το «τρις».
Το κακό είναι πως όλ’ αυτά γίνονται, επειδή στο βάθος είμαι δειλή. Τα κάνω για να πιστέψω, έστω και για λίγο, πως είμαι κι εγώ εδώ. Πως παίζω κι εγώ σ’ αυτό το ντέρμπυ.
Πάντως, όπως και να ’χει το ζήτημα, ένα πράγμα ξέρω καλά. Πως γουστάρω πολύ.
Γουστάρω τη φάση και περισσότερο την αντίφαση.
Γουστάρω την τρέλα μου και περισσότερο την τρέλα των άλλων.
Γουστάρω να μυρίζομαι την ανθρωπίλα.
Γουστάρω τ’ αγόρια που έχουν κορδέλες στα μαλλιά και στα μάτια ένα ματσάκι μενεξέδες.
Γουστάρω τα κορίτσια που τραγουδούν στις ακρογιαλιές μ’ ένα θαλασσοπούλι ανάμεσα στα φρύδια.

Μπορεί να είμαι μια δειλή, μια φευγάτη, μια επικίνδυνη Ρόζυ. Αλλά χαίρομαι αφάνταστα που κάποιος μ’ έσπειρε σ’ αυτή τη γη.

Στο Ημίφως

Δευτέρα, 24 Σεπτεμβρίου 2007

Rien ne va plus

Της Μαργαρίτας Καραπάνου

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΑΛΚΗ ΕΓΙΝΕ ΚΑΙ ΔΙΚΟ ΜΟΥ.
Έχει νυχτώσει. Ανάβουμε το φως, καπνίζουμε σιωπηλά ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Ο γάτος ο Καίσαρας παίρνει φόρα, πηδάει στις πολυθρόνες και στον καναπέ, τις γδέρνει με τα νύχια του, ο Άλκης γελάει.
-Μ’ αρέσουν αυτές οι νυχιές που αφήνει ο Καίσαρας πάνω στα έπιπλα. Καμιά φορά, όταν κοιμάται κρυμμένος κάτω απ’ το κρεβάτι, κοιτάζω αυτά τα σημάδια, και σκέφτομαι πως ο Καίσαρας τα κάνει επίτηδες, για να τον σκέφτομαι κι όταν δεν τον βλέπω. Είναι πολύ περήφανος για τα νύχια του και με λατρεύει. Με τις νυχιές του, θέλει να μου κάνει μια επίδειξη δυνάμεως, που να είναι συγχρόνως και μια πράξη αγάπης.
-Άλκη, οι άνθρωποι είναι μίζεροι και τσιγγούνηδες με τα αισθήματά τους. Θέλουν να παίρνουν αγάπη, αλλά χωρίς τίποτα να ταράζει τη ζωή τους, το πρόγραμμά τους, τα καθαρά τους έπιπλα. Ξέρεις πολλούς ανθρώπους που θ’ αφήνανε το γάτο τους να γδέρνει τις πολυθρόνες τους;
-Μένουνε τότε μόνο με τις πολυθρόνες. Γιατί κι οι άνθρωποι που μας αγαπούν μας γδέρνουνε, σαν τον Καίσαρα. Πρέπει ν’ αφήνουμε στον άλλο την ελευθερία να μας δείχνει την αγάπη του όπως θέλει, όπως ξέρει, όπως μπορεί, αρκεί να μη μας καταστρέφει. Κι ο έρωτας τι είναι; Νυχιές αγάπης είναι, σημάδια, ίχνη που αφήνει ο άλλος μέσα σου.
Εγώ, αυτό που φοβάμαι πάνω απ’ όλα είναι η ησυχία, η σιωπή. Θέλω ανεξίτηλα σημάδια, ζωή. Για σένα, τι είναι ο έρωτας;
-Για μένα, ο έρωτας είναι λευκή μαγεία.

Ο Καίσαρας ξύπνησε, βγήκε κάτω απ’ το κρεβάτι, πήδηξε στα γόνατα του Άλκη, άρχισε να βυθίζει τα νύχια του μέσα στο πουλόβερ του γουργουρίζοντας.
Κοιταζόμασταν κι οι τρεις μας, μέσα σε μια απόλυτη αρμονία, σαν ένα ον.

Η Μαργαρίτα Καραπάνου είναι, κατά την ταπεινή μου άποψη, μια από τις καλύτερες ελληνίδες συγγραφείς όλων των εποχών και αξίζει της προσοχής μας.

Σάββατο, 22 Σεπτεμβρίου 2007

Εξωτικό Μύρο

Του Μποντλέρ

Τα μάτια ως κλείνω σε ζεστή φθινοπωριού βραδιά,
μυρίζοντας του ολόθερμου του στήθους σου τα μύρα,
βλέπω να ξετυλίγεται φαιδρή μια ακρογιαλιά,
που ενός ήλιου μονότονου τηνε θαμπώνει πύρα.

Ένα νωχελικό νησί που η γης του εκείνη βγάζει
κάτι δεντριά παράξενα μ’ ολόγλυκους καρπούς,
γυναίκες που τ’ αθώο τους το βλέμμα σε ξαφνιάζει,
κι άντρες με σώματα λεπτά, μα ωστόσο δυνατούς.

Το μύρο σου σε κλίματα με φέρνει μαγεμένα,
σ’ ένα γεμάτο από πανιά κι απ’ άρμενα λιμάνι,
που ακόμη είν’ απ’ τα κύματα του πέλαου κουρασμένα,

και της χλωρής ταμαρινιάς το ξωτικό λουλούδι,
που τα ρουθούνια ο μόσχος του ν’ αδροφουσκώνει κάνει,
μέσα μου με των ναυτικών σμίγεται το τραγούδι.

Παρασκευή, 21 Σεπτεμβρίου 2007

Η μοναξιά είναι από χώμα

...Όλα μας τα βάσανα απ’ την αλαζονεία μας είναι.
Χωρίς να το θες, άθελά σου, μου κέντριζες την αλαζονεία μου και με φούντωνες. Είναι του έρωτα κι αυτό. Η αλαζονεία είναι ο κύκλος της κόλασης. Καταβροχθίζει τον εαυτό της και αυξάνει. Στεφάνι φλόγινο, καλτσοδέτα που σφίγγει και σφίγγει το λαιμό.
Ο έρωτας έχυνε πετρέλαιο στη φωτιά μου, πυράκτωνε τον εγωισμό μου και πέταγε δράκοντες που κατασπάραζαν τις σάρκες τους.
Να ξεχάσω λοιπόν το εγώ μου για να λυτρωθώ. Το ξέρω.
Πώς το ξεχνάς όμως το εγώ σου όταν κρυώνεις, όταν λιμοκτονείς, όταν διψάς, όταν έχεις φαγούρα, όταν έχεις πονόδοντο; Πόση άγρια άσκηση χρειάζεται και που σε βγάζει;
Κι εσύ άθελά σου με κατέστρεφες.
Άθελά σου!
Μαρτυρικότερο εμπόδιο απ’ αυτό το «άθελά σου» δε βρίσκεται. Ανέλπιδη περίπτωση, αμετακίνητη, βουνό. Έστεκε εκεί και με πλάκωνε, με παρέλυε. Σε προτιμούσα δόλια παρά έτσι. Αν καταλάβαινες τι μου έκανες, ακόμη κι επίτηδες να το έκανες, κάτι θα μπορούσε να γίνει. Να συζητήσουμε, να τσακωθούμε, να σκοτωθούμε. Θα τα βρίσκαμε ίσως. Χίλιες φορές προτιμώ τον έξυπνο κακό παρά τον χαζό καλό...

Ένα μικρό απόσπασμα από ένα από τα αγαπημένα μου βιβλία της Μάρως Βαμβουνάκη. Θαυμάζω την ικανότητά της να γράφει ξανά και ξανά για τα ίδια πράγματα δίχως να γίνεται ποτέ πληκτική.

Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2007

Ο τρελλός

Ένας τρελλός καθότανε
στην είσοδο απόψε και μιλούσε,
μιλούσε βιαστικά κι' όταν απόσταινε
κάποτε, σκεφτικά χαμογελούσε.
Μιλούσε για τη γνώση, την ονόμαζε
την πρώτη αδυναμία των ανθρώπων.
"Μα θα μιλήσω απόψε κι' ας με δέσουνε,
ξέρω τα μυστικά των άγιων τόπων!
Ξέρω όλο μυστικά και γύρω μου άφοβα
θα τα βροντοφωνήσω πάλι.
Α, ήμουν τρελλός τόσον καιρό που σώπαινα
κι' αυτά μούχουν βαρύνει το κεφάλι.
Φίλε μου νάσαι απλώς πολυλογάς
χωρίς ουσία, θάσαι βάρος.
Φρόντιζε νάσαι ο επικίνδυνος
και μόνος σου να παίρνης θάρρος.
Νάχης καρδιά κι' όλο να ευφραίνεται
μ' αίσθημα και φιλοτιμία,
είνε... να καρτεράς το θάνατο
και νάρθη μια λιποθυμία!!!
Είδες ο φουκαράς ο τζίτζικας
ψόφησε εχτές από ειλικρίνεια.
Τάλεγε αληθινά κ' επίμονα
και μεις τα παίρναμε για γκρίνια.
Στο τέλος έσκασε από ευγένεια
κ' επίσημα κυλίστηκε στο χώμα...
Α φαύλοι, δε θα μου το κλείσετε
ποτέ τ' αχρείο μου το στόμα!"
Και τάλεγε τόσο ήρεμα
τόσο γλυκά η ματιά του εφωτοβόλει,
γελούσε ξαφνικά κ' έτσι χαρούμενα
σα νάταν η καρδιά του περιβόλι!
Ο Τρελλός είναι ένα από τα πλέον ατελή, αλλά και πλέον αγαπημένα μου τραγούδια της Πολυδούρη. Ειδικά οι στίχοι που μιλάνε για το φουκαρά τον τζίτζικα που ψόφησε από ειλικρίνεια για μένα τα λένε όλα. Σαν και κείνον τον τζίτζικα δεν πέθανε άλλωστε και η ποιήτρια; Όχι από ειλικρίνεια βέβαια, αλλά από πλήξη!

Τετάρτη, 19 Σεπτεμβρίου 2007

Τα τερτίπια της (συγ)γραφής

Πολλοί πιστεύουν πως το να είναι κανείς συγγραφέας είναι κάτι το απλό, το εύκολο. Αλλά η πραγματικότητα αποδεικνύει το αντίθετο. Η συγγραφή είναι ταξίδι και χαρά, αλλά είναι και πόνος, είναι και άγρυπνα βράδια, είναι και άγχος, είναι και οδυνηρή υπερένταση.
Μερικές φορές το κείμενο σου βγαίνει εύκολα και το χαίρεσαι – όπως ακριβώς συνέβηκε με τη Δεύτερη Ζωή που ανέβασα ολόκληρη στα Διηγήματά μου – χωρίς, όμως, αυτό να σημαίνει πως δε σε κουράζει, πως δε σε καταβάλλει. Αλλά είναι κάποιες φορές που το κείμενο αρνείται πεισματικά να πάρει μορφή στο χαρτί, που η έμπνευση σ’ εγκαταλείπει, κι ας νιώθεις το μέσα σου να πλημμυρίζει από λόγια και εικόνες.
Η συγγραφή είναι ακριβώς όπως κι η ζωή, ίσως λίγο πιο μοναχική. Έχει τα πάνω και τα κάτω της, τις χαρές και τις λύπες της. Και σ’ ακολουθεί παντού: στα μπαράκια, στους δρόμους, στον ύπνο σου. Γράφοντας ένα βιβλίο νιώθεις πως ζεις έντονα την κάθε μέρα με κάποιους καλούς σου φίλους. Όταν το τελειώνεις, ωστόσο, τα συναισθήματα αλλάζουν – θέλοντας και μη βουλιάζεις σε μια αδικαιολόγητη θλίψη. Λες κι έχασες τους φίλους σου, λες κι εκείνοι φεύγοντας πήραν ένα κομμάτι σου μαζί τους.
Κάποιοι λεν πως η συγγραφή είναι παιχνίδι, κάποιοι υποστηρίζουν πως είναι αγώνας. Εγώ λέω πως τα πάντα είναι η συγγραφή, όλα και τίποτα...

Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2007

Διαγωνισμός χωρίς... κριτές!

Πρώτα η ανακοίνωση:

Η Ένωση Λογοτεχνών Κύπρου και η Ένωση Τουρκοκυπρίων Συγγραφέων και Καλλιτεχνών προκηρύσσουν το Β΄ Δικοινοτικό Λογοτεχνικό Διαγωνισμό (ποίησης και διηγήματος) για νέους λογοτέχνες.
Δικαίωμα συμμετοχής έχουν νέοι έως 35 ετών και γλώσσες συμμετοχής είναι η ελληνική και η τουρκική.
Η έκταση του διηγήματος δεν πρέπει να υπερβαίνει τις 5 δακτυλογραφημένες σελίδες (1250 λέξεις), ενώ τα ποιήματα να μην υπερβαίνουν συνολικά τους 120 στίχους.
Τα έργα θα κριθούν από κριτικές επιτροπές που θα καθοριστούν αργότερα.
Τελευταία ημέρα υποβολής είναι η 30η Μαρτίου 2008.
Θα δοθούν:
Α΄ Βραβείο Ποίησης και Διηγήματος σε κάθε γλώσσα αξίας 300 ευρώ.
Β΄ Βραβείο Ποίησης και Διηγήματος σε κάθε γλώσσα αξίας 200 ευρώ.
Θα απονεμηθούν επίσης έπαινοι σε τρία έργα.
Τα βραβεία θα επιδοθούν σε ειδική τελετή σε χρόνο που θα καθοριστεί αργότερα και τα βραβευμένα έργα θα μεταφραστούν και θα δημοσιευτούν σε λογοτεχνικά έντυπα στις δύο κοινότητες.
Τα έργα να αποσταλούν, για την Ελληνική στη διεύθυνση: 62 Κερύνειας, 2114 Λευκωσία. Στο φάκελο να αναγράφεται η ένδειξη «Λογοτεχνικός Διαγωνισμός». Σε ξεχωριστό κλειστό φάκελο να αναγράφονται το πραγματικό όνομα, η ηλικία, η διεύθυνση και το τηλέφωνο του διαγωνιζομένου.
Πληροφορίες στην ιστοσελίδα της ΕΛΚ: www.writersunion.org.cy και στα τηλ. (+357)99523932 και (+357)99624696.

Τώρα, για να δικαιολογήσουμε τον τίτλο του κειμένου, πρέπει να σημειώσουμε ότι η προκήρυξη ενός διαγωνισμού χωρίς την ταυτόχρονη δημοσίευση των ονομάτων της επιτροπής αποτελεί... κυπριακή πρωτοτυπία. Όσο για το άγνωστο του χρόνου και του τόπου της απονομής, θα το αφήσουμε ασχολίαστο. Δεν είναι άλλωστε τους ύφους και του ήθους μας να μιλάμε για δουλειές του... ποδαριού!
Πάντως μέχρι τώρα τρέφαμε μια κάποια ψευδαίσθηση ότι κάτι τέτοια «απερίγραπτα» τα κάνει μόνο το Υπουργείο Παιδείας της Κύπρου. Ναι, εκείνο το ίδιο που χρίζει υποψήφιους για τα κρατικά βραβεία λογοτεχνίας όσους... αυτοπροταθούν (σοβαρά μιλάω), με αποτέλεσμα επιτυχημένοι συγγραφείς σαν το φίλο Όμηρο Αβραμίδη, που έχει πουλήσει εκατοντάδες χιλιάδες αντίτυπα, να μην κινδυνεύουν ποτέ να βραβευτούν...

Παρασκευή, 14 Σεπτεμβρίου 2007

Πάρε κόσμε

Μόλις είδα ότι το βιβλίο μου ο εκδοτικός οίκος το κάνει δώρο και πολύ το χάρηκα. Όπως είχα αναφέρει και σε προηγούμενο σημείωμα, το συγκεκριμένο δεν το θεωρώ "παιδί μου", αφού κατέληξε σε κάτι διαφορετικό απ' αυτό που αρχικά ήταν. Άντε με το καλό να τελειώνουν τ' αντίτυπα, ώστε ν' αποκτήσω και πάλι τα δικαιώματα, για να το ανεβάσω στο δίκτυο στην πρωτότυπή του και πολύ ανώτερη μορφή...

Τρίτη, 11 Σεπτεμβρίου 2007

Η ζωή μετά το διάβολο

Το Μαγικό Κουτί σας προσκαλεί στην πρώτη του εκδήλωση για το πρώτο βιβλίο-Μαγικό Κουτί με τίτλο Η ζωή μετά το διάβολο της Μαρίας Λεκάκη. Η συγγραφέας θα μας ξεναγήσει στην Κόλαση, με τις εικόνες, τα λόγια και τις μουσικές της. Δε θα είναι όμως το ταξίδι πολύ τρομακτικό. Όλα αυτά θα συμβούν στον Ιανό (Σταδίου 24) την Παρασκευή 21 Σεπτεμβρίου 2007 στις οκτώ.

υ.γ. Το πιο πάνω το πήρα στο ηλεκτρονικό μου ταχυδρομείο και είπα να σας το μεταβιβάσω

Δευτέρα, 10 Σεπτεμβρίου 2007

Τα γιατί αυτού του μπλογκ...

Ένας φίλος παλιός με τον οποίο χαθήκαμε για χρόνια, για να ξαναβρεθούμε τώρα - εντελώς τυχαία - μέσω αυτού του μπλογκ, με ρωτούσε χθες γιατί δεν ανεβάζω εδώ τα κείμενά μου. Ε, λοιπόν, η απάντηση είναι απλή: Επειδή τα ανεβάζω αλλού, στα Διηγήματα τα οποία δεν προτίθεμαι να παρατήσω μετά από τις προσπάθειες τόσων μηνών.
Ένα άλλο ερώτημα είναι γιατί δεν προβάλλω τα βιβλία που εξέδωσα. Κι εδώ απλή είναι η απάντηση: Εκείνο που έβγαλα στην Ελλάδα από τη "Διόπτρα" - Μίρα, το λουλούδι του πολέμου - στ' αλήθεια πάτωσε, πράγμα που καθόλου δε με χαλά. Έλα, όμως, που επίσης τώρα πια δε μου αρέσει καθόλου ο τρόπος "συρραφής" του - γιατί περί συρραφής πρόκειται - και προτιμώ το πρωτότυπο, που αν και δύσκολο στην ανάγνωση διαθέτει... ψυχή!
Όσο για κείνα που έβγαλα στην Κύπρο τώρα πια πωλούνται μόνο σε ένα μπαράκι στη Λευκωσία. Κάτι είναι κι αυτό.
Αν επισκεφθείτε τα "Διηγήματα" σας προτείνω να διαβάσετε τη "Δεύτερη Ζωή", που αποτελεί συνέχεια της "Μίρας", καθώς και τη νουβέλα σε συνέχειες με τίτλο "Πωλείται Γυ(μ)νή, που γράφω και ανεβάζω αυτές τις μέρες.
Αυτά για την ώρα, και ελπίζω να μη χρειαστεί να επανέλθω...

Σάββατο, 8 Σεπτεμβρίου 2007

Φωτογραφία στην τσέπη ή Αντιπολεμικό

Είναι βαριά τραυματισμένος, ξαπλωμένος στη λάσπη και περιμένει από στιγμή σε στιγμή την ψυχή του ν’ αφήσει το σώμα και να τον ταξιδέψει προς τ’ άγνωστο.
Στο χέρι του κρατά μια πρόσφατη φωτογραφία και την κοιτά με ραγισμένο βλέμμα, μάτια που δακρύζουν και θολώνουν απ’ τον πόνο και τις αναμνήσεις.
Σύντομο πολύ αποδεικνύεται το πέρασμά του απ’ αυτή τη γη, μικρή η ζωή του σαν ένας λυγμός, ένα χαμόγελο κι ένα δάκρυ. Τίποτα δεν πρόλαβε να ζήσει, σκέφτεται, απολύτως τίποτα. Αλλά, όχι, όχι, ας μην παραπονιέται, κάτι έζησε. Πρόλαβε και γνώρισε τον έρωτα και την αγάπη, έγινε και πατέρας. Ένας πατέρας που λίγες ανάσες μετά θ’ αφήσει το παιδί του ορφανό.
Κοιτά τη φωτογραφία. Κοιτά την όμορφη αγαπημένη του και το νιογέννητο κορίτσι. Βρέχει τα πρόσωπά τους με τα δάκρυά του. Άδικη η ζωή, άδικη πολύ, δεν θα τον αφήσει να ζήσει. Αλλά, τι φταίει η ζωή; Οι άνθρωποι φταίνε. Οι άνθρωποι που πάντα ψάχνουν να ’βρουν μιαν αιτία για να πολεμήσουν. Οι άνθρωποι που πάνε σε τόπους μακρινούς για να σκοτώσουν άλλους ανθρώπους, για ένα δήθεν καλύτερο μέλλον, για λίγα δολάρια ακόμη.
Ο πόνος στο στήθος γίνεται αβάστακτος. Το αίμα ζεστό ρέει ασταμάτητα. Το μόνο που επιθυμεί πριν να αφήσει την τελευταία του πνοή είναι να κρατήσει για μια ακόμη φορά στην αγκαλιά του την αγαπημένη, για πρώτη φορά το παιδί του που ποτέ δεν είδε, ποτέ δεν άγγιξε.
Αχ και να μπορούσε να γυρίσει το χρόνο πίσω! Αχ και να μπορούσε σαν από θαύμα να διορθώσει όλα του τα λάθη! Αχ και να μη γινόταν ποτέ πληρωμένος δολοφόνος, στην υπηρεσία της πατρίδας, της όποιας πατρίδας!
Ο ουρανός βουρκώνει, τα δάκρυά του δροσερά για μια στιγμή του αναζωογονούν τις αισθήσεις, τον κάνουν ακόμη και να χαμογελάσει, καθώς γύρω του μαίνεται η μάχη. Κοιτά για άλλη μια φορά τη φωτογραφία με τρυφερότητα. Χαϊδεύει με το δάχτυλο το προσωπάκι της κόρης του. Νιώθει τα μάτια του να σκοτεινιάζουν. Καθώς ξεψυχά η τελευταία εικόνα που χαράζει το μυαλό του είναι εκείνη του παιδιού του. Του παιδιού που δε θα γνωρίσει ποτέ του πατέρα.Αλλά, όπως και να ’χει διάολε, κατάφερε κι αυτός κάτι στη μίζερη μικρή ζωή του: να κάνει μια γυναίκα χήρα, ένα παιδί ορφανό, μια πατρίδα περήφανη...

υ.γ. ένα μάλλον μέτριο κείμενο που ανέβασα για πρώτη φορά, πριν αρκετούς μήνες, στα Διηγήματά μου. Το ανεβάζω και εδώ μπας και νομίσει κανείς ότι είμαι καλός συγγραφέας και χάσω τη φήμη του μέτριου που πάντα με ακολουθεί...

Παρασκευή, 7 Σεπτεμβρίου 2007

Φύκια... για μεταξωτές κορδέλες

Ναι, αυτό ακριβώς προσπαθούν να μας πουλήσουν τα αμερικανάκια με τα βιβλία του Κρίστοφερ Παολίνι, τον οποίο έσπευσαν να χαρακτηρίσουν μεγάλο συγγραφέα, διάδοχο του Τόλκιν, και άλλα τραγικά. Απ’ ό,τι φαίνεται δεν τάχουν τετρακόσια οι πέρα του ατλαντικού άσπονδοι φίλοι μας.
Εντάξει, το ομολογώ, τα βιβλία του Παολίνι είναι μεγάλα, αλλά μόνο σα μέγεθος, κανονικά τούβλα. Χίλιες σελίδες μετρά στη χαρτόδετη έκδοσή του το “Eldest”, αλλά χίλιες σελίδες... τίποτα. Ένα φλύαρο βιβλίο όπου σχεδόν τίποτα δε συμβαίνει και που θα μπορούσε να κατά τα τέσσερα πέμπτα μικρότερο. Γιατί άλλο είναι να σου αρέσει ο Τόλκιν και άλλο το να είσαι αυτός.
Βασικά αυτό που κάνει ο Παολίνι είναι να κατακλέβει διάφορους μύθους που ξεπήδησαν από τον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών και κάποιες γοτθικές ιστορίες και να τους μαγειρεύει ανεπιτυχώς, μέχρι να φτάσει στο τελικό αποτέλεσμα. Έτσι, στο Eldest βλέπουμε φτηνά κολπάκια μαγείας, απ’ αυτά που μαθαίνουν οι πρωτοετείς στο Χάρι Πότερ, κάποιες τελετές των ξωτικών που ξεπηδούν κατ’ ευθείαν από τα βιβλία του Τόλκιν, κι ακόμη έναν αδιέξοδο έρωτα ανάμεσα στον ήρωα του Παολίνι και μια γυναίκα-ξωτικό, που παραπέμπει στην ιστορία του Άρχοντα. Για να μην πούμε για τα ονόματα των πρωταγωνιστών που κι αυτά ακόμη είναι «δανεικά» από το «Μύθο του Ακέφαλου Καβαλάρη», του Ίρβινγκ Ουάσινγκτον.
Τι απομένει; Μοναχά κάποιες στιγμές μάχης και ένας από μηχανής θεός που έρχεται να σώσει τους αθώους χωρικούς από τον άρχοντα του κακού.
Το τελικό συμπέρασμα φθάνει αβίαστα: Όποιος διάβασε τα βιβλία του Τόλκιν, δεν έχει κανένα απολύτως λόγο να διαβάσει αυτά του Παολίνι (προηγήθηκε το Εραγκόν και θα ακολουθήσει ένα ακόμη, που θα συμπληρώσει την τριλογία της Κληρονομιάς). Εντάξει, είναι καλογραμμένα, αλλά – το ξαναλέω – πολύ φλύαρα και δεν έρχονται να προσθέσουν τίποτα το καινούριο στην εν λόγω φιλολογία. Το ότι ο συγγραφέας τους είναι πολύ νέος, δεν είναι αρκετή δικαιολογία για το μέγεθος της φούσκας.

Πέμπτη, 6 Σεπτεμβρίου 2007

Δευτέρα, 3 Σεπτεμβρίου 2007

Ana Menendez: Loving Che

Το Loving Che της Άνα Μενέντεζ είναι ουσιαστικά ένα βιβλίο χωρίς λόγο ύπαρξης. Η εν λόγω κουβανή συγγραφέας που έζησε όλη τη ζωή της στις ΗΠΑ, εκμεταλλεύεται το μύθο του μεγάλου επαναστάστη απλά και μόνο για να γράψει ένα μπεστ σέλερ. Καλά, καλά, και για να μας περιγράψει την Αβάνα, λες και δεν το έκαναν κι άλλοι πιο πριν και καλύτερα από την ίδια.
Αν ψάχνετε ένα βιβλίο με λογοτεχνικές αρετές τότε ετούτο εδώ δε θα σας αρέσει. Αν θέλετε να μάθετε κάτι για την Κούβα, οι πληροφορίες που χωράνε στο κείμενο είναι λιγοστές. Κι αν ζητάτε το φάντασμα του Τσε, αυτό ακριβώς θα βρείτε: το φάντασμα. Τίποτα περισσότερο.
Το "Αγαπώντας τον Τσε" είναι μια επίπεδη ιστορία που μιλά σε πρώτο πρόσωπο για τις προσπάθειες μια κουβανής μετανάστριας στις ΗΠΑ να ανακαλύψει ποιος είναι ο πατέρας της, προσπάθειες που την οδηγούν στην Κούβα. Εκεί, ακολουθώντας τα αόρατα νήματα μιας ανείπωτης ιστορίας, φτάνει στο συμπέρασμα - που παλιά ήταν απλά μια υποψία - ότι ο πατέρας της ήταν όντως ο διάσημος επαναστάτης.
Το εκτενές αυτό διήγημα διαβάζεται γρήγορα και ευχάριστα, αλλά μόνο αυτό. Τίποτα περισσότερο δεν έχει να προσφέρει στον αναγνώστη.
Αν θέλετε να μάθετε περισσότερα για την Κούβα και ειδικά για την Αβάνα, διαβάστε τα βιβλία του Πέδρο Χουάν Γκουτιέρεζ που κυκλοφορούν σε εξαιρετικές μεταφράσεις από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.