Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2008

Ο Φαφλατάς

Ένα ακόμη από τα εγκληματικά ασύστολα διηγήματά μου,
γι' αυτό το όμορφο βράδυ (για μένα, δηλαδή) Κυριακής

Πριν πολλά, πάρα πολλά χρόνια, όταν βρισκόμουνα ακόμη στα σύνορα της νιότης με τη μέση ηλικία, η οργή αποτελούσε τον ένα και μοναδικό κανόνα στην καθημερινότητά μου. Ήμουνα μόνιμα κατσούφης και θυμωμένος, τα έβαζα με όλους και με όλα, και οι λίγοι φίλοι που ακόμη με ανέχονταν προσπαθούσαν να με βάλουν σε μια τάξη, αλλά μάταια. Πώς να το πετύχαιναν αυτό άλλωστε; Αφού, όπως και να το κάνουμε, είχα πάντα ή σχεδόν πάντα δίκιο στις κρίσεις μου για τους ανθρώπους, κι εκείνοι που συνήθως έβαζα στο στόχαστρό μου δεν ήταν παρά οι κοκόροι, οι ξερόλες κι οι φαφλατάδες – όλοι όσοι δηλαδή μου έμοιαζαν!
Τη θυμάμαι, λες και ήταν χθες, εκείνη τη βραδιά που συναντήθηκα μ’ εκείνους τους φίλους και δυο-τρεις άλλες άγνωστες σε μένα φάτσες, σε μια απ’ τις πολλές δήθεν παρακμιακές ταβέρνες, που διαθέτει η πόλη μας. Ανάμεσα στους τελευταίους ήταν και ένας απ’ αυτούς τους ανθρώπους που οι μόνες φορές που σταματούν να μιλούν για τους εαυτούληδές τους είναι όταν μιλούν οι άλλοι γι’ αυτούς. Μια αηδία.
Μας πήρε, λοιπόν, μονότερμα. Μας μίλησε για τις αμέτρητες γυναίκες του, για τις απίστευτες περιπέτειες που έζησε, για τα ατέλειωτα μεθύσια και την αναμφισβήτητη μαγκιά του. Ήμασταν μια αντροπαρέα οκτώ ατόμων, αλλά η μοναδική φωνή που ακουγόταν ήταν η δικιά του. Στην αρχή είπα να το παίξω εκκωφαντικά αδιάφορος, αλλά μετά από αρκετή ώρα θέλοντας και μη -κι αφού, φαινομενικά, δεν είχα άλλη επιλογή- άρχισα να δίνω μια κάποια σημασία στα λόγια του και να τον παρατηρώ με το ειδικό μου βλέμμα, εκείνο που σφάζει. Τι ψεύτης! Τι φαφλατάς! Μας φλόμωσε στη μαλακία... σκεφτόμουνα καθώς εκείνος συνέχιζε το κρεσέντο του. Τα μάτια του πρόδιδαν, φώναζαν τη ψευτιά και το φόβο του, το φόβο μην αμφισβητήσει κανείς τα λεγόμενά του.
Πήρα να τον καρφώνω όλο και πιο έντονα με το βλέμμα, θέλοντας να του προκαλώ συνέχεια αμηχανία, και κάθε τόσο τα κατάφερνα, αφού που και που έχανε τα λόγια του, για λίγο κόμπιαζε, αλλά δεν του έπαιρνε και πολύ προτού να ξαναπιάσει όπως-όπως το νήμα της αφήγησης, εξασκημένος καθώς ήταν, προφανώς, στο ρόλο που του έλαχε να παίξει.
Ο αφόρητα πληκτικός μονόλογός του κράτησε, λες, για μια αιωνιότητα και διακοπτόταν μονάχα που και που από κάποιες ηλίθιες ερωτήσεις, αλλά και πανηλιθίες προπόσεις του στιλ Γεια σου, μάγκα μου ξερόλα... Ξερόλα αποκαλούσα από μέσα μου τον τυπάρα, που δεν έπαψε ούτε στιγμή σαν παραπονιάρικο γατί να... κελαηδεί.
Η ώρα περνούσε, αργά ή γρήγορα, το κρασί έρεε, και όσο το θείο ποτό χυνόταν μέσα μου, τόσο πιο πολύ εκνευριζόμουν με το ανεκδιήγητο εκείνο τομάρι, που ήταν δεν ήταν σαράντα χρόνων και είχε το θράσος να υποστηρίζει ότι τα είχε ζήσει πια όλα και έτσι δε φοβόταν τίποτα, ούτε και το θάνατο. Για κάτσε καλά, σκέφτηκα όταν άκουσα αυτή την τελευταία δήλωση και χαμογέλασα έκδηλα ειρωνικά. Εκείνος έπιασε την κίνησή μου στον αέρα, χαμήλωσε για λίγο το βλέμμα, για να το ξανασηκώσει αμέσως και ν’ αρχίσει να μιλά για το σεξ, ο πρωταθλητής. Τι είχαμε, τι χάσαμε!
Όπως λένε κάποιοι, κι εγώ διαφωνώ μαζί τους, όλα τα καλά πράγματα κάποτε φθάνουν στο τέλος τους, έτσι δεν άργησε να ’ρθει και το τέλος εκείνης της βραδιάς. Όλοι, καθώς πληρώναμε τον καθόλου παρακμιακό λογαριασμό, έμοιαζαν ολόκληροι να έχουν λουστεί στο φως της μεθυσμένης ευτυχίας. Για συμπαράσταση, δοξάστε με τον φιλάνθρωπο, υποδυόμουνα κι εγώ το μεθυσμένο, αφού τρία καραφάκια κρασί ούτε για ξέπλυμα των δοντιών δε με έφταναν τότε.
Αποχαιρετιστήκαμε -δίχως δάκρυα στα μάτια, οϊμέ- έξω απ’ την παρακμιακή πόρτα της ταβέρνας, δίνοντας μια αόριστη υπόσχεση να βρεθούμε – σε περίπτωση που θα χανόμασταν δηλαδή. Κίνησα πρώτος για το σπίτι μου, που δεν ήταν μακριά, με τα πόδια, περπατώντας πότε αργά πότε γρήγορα, κάθε τόσο παραπατώντας, συνεχίζοντας την παράσταση. Σαν έκοψα όμως τη στροφή άρχισα σχεδόν να τρέχω, αφού είχε καρφωθεί στο μυαλό μου μια σατανική ιδέα.
Μόλις έφτασα στο σπίτι -ζούσα στο δεύτερο όροφο ενός μικρού αρχοντικού στην παλιά πόλη- ανέβηκα δυο-δυο τα σκαλιά, μπήκα σα σίφουνας μέσα, άρπαξα το περίστροφο που είχα κρυμμένο στο πρώτο συρτάρι του γραφείου, κατέβηκα τρέχοντας κάτω, καβάλησα τη μηχανή μου και πήρα πάλι το δρόμο προς την ταβέρνα. Δε μου πήρε και πολλή ώρα να εντοπίσω το αμάξι του κύριου ξερόλα καθώς απομακρυνόταν. Το δόλιο το αυτοκίνητο, παρόλη τη μαγκιά του κατόχου του, κυλούσε αργά σαν αμαρτία.
Τον ακολούθησα από κάποια απόσταση, όπως στις παλιές αμερικάνικες ταινίες, χωρίς να περάσω ωστόσο δυο και τρεις φορές μπροστά απ’ το ίδιο σκηνικό. Σιγά-σιγά αφήσαμε τα χλωμά φώτα της πόλης με κατεύθυνση κάποιο απόμακρο, όπως νόμιζα, προάστιο. Χρόνο στη διάθεσή μου είχα απεριόριστο, κι έτσι γι’ αυτόν δε με έσκιαζε σκοτούρα καμιά – για κάτι άλλο ανησυχούσα, αν θα μ’ έφτανε η βενζίνη. Ωστόσο, εκείνη η καριόλα που θέλουν να αποκαλούν Θεά Τύχη ήταν με το μέρος μου, κι έτσι σύντομα τον είδα με μεγάλη, το λέω, ανακούφιση να στρίβει σ’ ένα σκοτεινό χωματόδρομο και να κατευθύνεται προς ένα πολυκαιρισμένο ξύλινο σπίτι στη μέση του πουθενά, το οποίο μετά βίας διακρινόταν κάτω από το ξεψυχισμένο φως του φεγγαριού.
Έσβησα τη μηχανή και την άφησα να με κουβαλήσει έως εκεί που μπορούσε, την ακούμπησα με στοργή σχεδόν στο έδαφος και άρχισα να κινούμαι με αργά προσεκτικά βήματα προς το στόχο μου.
Τον είδα ν’ ανοίγει την εξώπορτα και να μπαίνει παραπατώντας και τρεκλίζοντας στο σπίτι, και την επόμενη στιγμή -δεν ξέρω γιατί, αλλά- έκπληκτος αντιλήφθηκα μια λάμπα να ανάβει και να ρίχνει φως στη μπαζωμένη αυλή. Σκυφτός-σκυφτός, σχεδόν μπουσουλώντας, πήρα να πλησιάζω όλο και πιο πολύ. Τότε, εντελώς ξαφνικά, ένιωσα μια σκιά να κόβει φέτες το φως και έκανα μια αχρείαστη, όπως αποδείχτηκε, βουτιά στα ξερά χόρτα – ο καταδρομέας! Το κοκόρι είχε απλά βγει έξω για να καθίσει στη βεράντα. Αναστέναξα σιωπηλά και συνέχισα την ύπουλη, μυστική μου πορεία, μέχρι που σε μια ανύποπτη για κείνον στιγμή βρέθηκα μπροστά του, κρατώντας στα χέρια μου το αγαπημένο μου περίστροφο. Πιστέψτε με, σκότωσα πολλούς ανθρώπους στη ζωή μου, αλλά σε κανενός άλλου το πρόσωπο δεν αντίκρισα εκείνο τον αμίλητο τρόμο, που είδα να ζωγραφίζεται από τη μια στιγμή στην άλλη στο δικό του. Πατώντας με ψυχρή ηρεμία τη σκανδάλη, άκουσα μια σπαρακτική κραυγή αγωνίας να του ξεσκίζει τα σωθικά, βγαίνοντας λες από τα βάθη των αιώνων, και είδα τον άγγελο του θανάτου -ναι, αυτόν που δε φοβόταν- να τον παίρνει αμέσως σχεδόν ευσπλαχνικά στην τρυφερή του αγκάλη. Λες και δεν ήμουν στ’ αλήθεια εκεί, σαν να παρακολουθούσα ολόκληρη τη σκηνή απ’ έξω και δεν είχα καμία απολύτως συμμετοχή στο δράμα, ένιωσα στη στιγμή να σχηματίζεται στα χείλη μου ένα σατανικό χαμόγελο.
Δίχως να βιάζομαι καθόλου έμεινα να τον παρατηρώ για ώρα και λίγο πριν το χάραμα πήρα και πάλι το δρόμο της επιστροφής για το φτωχικό μου. Ήταν μια από τις λίγες νύχτες της ζωής μου, που δεν είχα μεθύσει, και δε μετάνιωνα καθόλου γι’ αυτό, αφού είχα ζήσει μία από τις πιο συγκλονιστικές εμπειρίες που θα μπορούσε ποτέ να ζήσει άνθρωπος.
Το ξημέρωμα με βρήκε πάνω απ’ τη μονάκριβη μου γραφομηχανή, δίπλα από ένα υπέροχο μπουκάλι Τζέιμσον, να γράφω αυτή την ιστορία.
Το απόγευμα της ίδιας μέρας ένας από τους κοινούς γνωστούς με ενημέρωσε ότι κάποιος είχε βρει τον ξερόλα νεκρό στη βεράντα του σπιτιού του. Είχε πεθάνει, λέει, από ανακοπή καρδίας. Α, ναι, ξέχασα να σας πω ότι το περίστροφο ήταν άδειο!


Σάββατο, 29 Νοεμβρίου 2008

Φεστιβάλ Κουλτουρομαγειρέματα. Εδώ, θα εκτεθώ...

Στις 29 και 30 του Νοέμβρη η Νεολαία Οικολόγων, με τη στήριξη του Οργανισμού Νεολαίας Κύπρου, οργανώνει φεστιβάλ με θέμα το διαπολιτισμικό διάλογο μέσα από διάφορα στοιχεία κουλτούρας από διάφορες χώρες, στο κέντρο της Λευκωσίας μπροστά από την εκκλησία της Φανερωμένης. Το φεστιβάλ στηρίζουν επίσης η Πρεσβεία της Τσεχίας, η Πρεσβεία της Αυστρίας η Πρεσβεία τη Ολλανδίας καθώς επίσης και με την παρουσία του το Europe Direct Λευκωσίας.

Το φεστιβάλ ξεκινά στις 29 του Νοέμβρη στις 19:00, με την προβολή 3 ντοκιμαντέρ – Where shall I go του Κρίστοφερ Μαλαπίταν, το Μelilla Migartion του FYEG και το Bom dia Alegria της Ελίνας Αντωνίου- στο καφενείο Καλά Καθούμενα.

Στις 30 του Νοέμβρη από τις 14:00- 19:00 το απόγευμα, μπροστά από την εκκλησία της Φανερωμένης, νέοι θα παρουσιάσουν με διαδραστικό τρόπο, στοιχεία από διάφορες χώρες, όπου όλοι οι καλεσμένοι θα έχουν την ευκαιρία να βιώσουν εμπειρικά, στοιχεία από διάφορες κουλτούρες.

Το φεστιβάλ θα περιλαμβάνει Κυπριακή μουσική, Χορό της κοιλιάς, Κρουστά με αφρικάνικους ρυθμούς, Ζογκλέρ, Αφρικάνικους χορούς, Κουρδικούς χορούς και μουσική από λατινική Αμερική, καθώς και έκθεση φωτογραφίας του Λάκη Φουρουκλά. Θα γίνουν εργαστήρια ζογκλέρ, κρουστών, χορού της κοιλιάς καθώς επίσης και εργαστήρια για τη διαφορετικότητα ενώ θα υπάρχει παιδική γωνιά με κατασκευές από 5 διαφορετικές χώρες Θα προβληθούν παιδικές ταινίες από την Τσεχία, ντοκιμαντέρ σχετικά με τη διαφορετικότητα ενώ θα υπάρχουν εργαστήρια για παραδοσιακά φαγητά από διάφορες χώρες καθώς επίσης και διάφορες συνταγές.

υ.γ. Χε χε. Τα κατάφερα και πάλι. Η πρώτη έκθεση φωτογραφίας μου και δεν θα είμαι εκεί. Κύπριοι κοντοχωριανοί, να πάτε και για μένα:)

Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου 2008

Υστερόγραφο...

στην προηγούμενη ανάρτηση. Διαβάζω στο ίντερνετ τις κυπριακές και τις αθηναϊκές εφημερίδες και αναρωτιέμαι στ' αλήθεια τι ξέρουν οι δημοσιογράφοι ή οι γραφειοκράτες για την Ταϊλάνδη. Λίγο έλειψε να με πείσουν ότι ενώ πίνω μπύρες η ζωή μου κινδυνεύει.
Ήρεμα, παιδιά. Ήρεμα. Ακόμη και στην Μπανγκόκ η κατάσταση είναι τόσο ήσυχη που κανείς δεν διατρέχει κίνδυνο. Όσο για την Τσιανγκ Μάι, σαν να είναι σε άλλο πλανήτη. Ελπίζω να μην σκέφτηκε κανείς να με δηλώσει στο υπουργείο εξωτερικών σαν "εγκλωβισμένο" γιατί θα σταματήσω ν' απαντώ το τηλέφωνο. Εγκλωβισμένοι είναι εκείνοι που θέλουν να επιστρέψουν. Εγώ θέλω να μείνω εδώ. Ως τον Φεβράρη κι ακόμη πάρα πέρα... Ουφ!

Ανταπόκριση από την... εμπόλεμη ζώνη της Ταϊλάνδης

Εξακολουθώ να παίρνω μηνύματα "αγωνίας" για την παρουσία μου εδώ στην Ταϊλάνδη και δεν ξέρω πια τι να απαντήσω. Θα σας πω μόνο ότι η Τσιανγκ Μάι είναι εκατοντάδες χιλιόμετρα από την Μπανγκόκ και ότι η ζωή εδώ κυλά κανονικά, όπως πάντοτε. Οι μόνοι χώροι όπου υπάρχουν προβλήματα είναι τα δύο αεροδρόμια της πρωτεύουσας της χώρας και τα κυβερνητικά κτήρια, πάλι εκεί, που τελούν υπό κατάληψη.
Φόβοι για πραξικόπημα υπάρχουν, μερικοί το προτείνουν μάλιστα για να βγει η χώρα απο το αδιέξοδο, αλλά κι αν γίνει, πολύ πιθανόν να είναι αναίμακτο, όπως ακριβώς και το προηγούμενο, αφού οι στρατιωτικοί (που στη συγκεκριμένη περίπτωση ενεργούν μάλλον μεσολαβητικά), δε θα κάνουν τίποτα χωρίς να πάρουν το πράσινο φως από τον λαοφιλή βασιλιά της χώρας.
Ποιο είναι το πρόβλημα; Γιατί όλες αυτές οι διαδηλώσεις; Επειδή τη χώρα φέρονται να κυβερνούν μέλη της ίδιας διεφθαρμένης ελίτ, που ανατράπηκε πριν δύο χρόνια. Σημερινός πρωθυπουργός είναι ο κουνιάδος του ανατρεπόντος Τάκσιν Σιναουάτρα (τον οποίο είδαμε για δυο χρόνια ιδιοκτήτη της Μάντσεστερ Σίτι στην Αγγλία) και τα πράγματα δεν μοιάζουν να πηγαίνουν και πολύ καλά υπό την ηγεσία του. Το κόμμα του είναι πολύ δημοφιλές στην επαρχία, αλλά στις μεγάλες αστικές περιοχές, αντιμετωπίζεται περίπου σαν "κατάρα".
Τι ζητούν οι διαδηλωτές; Παραίτηση της κυβέρνησης και -ακούστε αυτό- αλλαγή του συντάγματος ώστε κάποιοι βουλευτές να μην εκλέγονται, αλλά να διορίζονται!
Πώς βγαίνει κανείς από μια τέτοια πολιτική κρίση; Ούτε οι ειδικοί δεν ξέρουν. Γι' αυτό κι ο απλός λαός εδώ στην Ταϊλάνδη προσεύχεται για την μακροημέρευση του βασιλιά, που θεωρείται ο μοναδικός συνδετικός κρίκος ανάμεσα στις διάφορες τάσεις. Όλοι δηλώνουν σίγουροι ότι μονάχα αυτός μπορεί να αποτρέψει το ενδεχόμενο εμφυλίου πολέμου.
Κλείνοντας θα ήθελα να κάνω ένα σχόλιο για το πόσο γαλήνια είναι η ζωή στην Τσιανγκ Μάι: Χθες στην μπυραρία ήταν όλοι τόσο συνταραγμένοι από τις πολιτικές εξελίξεις στην Μπανγκόκ, που δεν είχαν άλλο θέμα συζήτησης από: την Chonlada και τη γρίππη της, το ότι ένας οδηγός τουκ-τουκ μεθυσμένος οδήγησε το όχημά του μέσα σ' ένα κανάλι και τη θερμοκρασία που άρχισε να πέφτει καθώς μπαίνουμε σ' ένα από τους πιο κρύους μήνες του χρόνου.
Ύστερα απ' όλ' αυτά: Chok Tee (στην υγειά μας)

Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2008

Βρε, μπελά που βρήκαμε...

νυχτιάτικα. Άκουσαν, λέει, στην Κύπρο ότι έγινε πραξικόπημα στην Ταϊλάνδη και οι πολίτες πρέπει να ενημερώσουν το Υπουργείο Εξωτερικών αν έχουν κάποιο δικό τους στη χώρα. Τι πραξικόπημα, ρε παιδιά; Όχι πως θα το παίρναμε χαμπάρι εδώ στην Τσιανγκ Μάι, αλλά ούτε τα μεγάλα τηλεοπτικά δίχτυα που παρακολουθώ τώρα μεταδίδουν κάτι. Εκτός κι αν κάποιος φωστήρας στην Κύπρο βάφτισε την κατάληψη του αεροδρομίου στην Μπανγκόκ, πραξικόπημα. Πάντως, αν έγινε αυτό θα το αντιληφθώ αύριο όταν θα δω τους δύο φαντάρους να πίνουν χυμό στην πλατεία Τα Πάε. Ακριβώς όπως και την προηγούμενη φορά. Θα είναι ευκαιρία να βγάλω και φωτογραφίες. Χμμ! Τώρα που το σκέφτομαι μακάρι να γίνει πραξικόπημα αμέσως. Βαρέθηκα ν' ακούω ρέγγε απ' τη μπυραρία παραδίπλα...

Η Μαίρη

Μία ακόμη αναμετάδοση από τις Εγκληματικά Ασύστολες ιστορίες μου

Ως πότε; Ως πότε θα συνέχιζε να ζει κάθε φορά την ίδια μέρα; Ως πότε θα συνέχιζε να βιώνει ξανά και ξανά τις ίδιες απογοητεύσεις. Ως πότε θα συνέχιζε να είναι αλύτρωτη, μοναχή, σαν έρημη χώρα, δίχως έναν άντρα στη ζωή της; Και για πόσο; Για πόσο ακόμη θα ανεχόταν εκείνο το μαλακισμένο να της μιλά απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ μέχρι το άλλο πρωί για τις κατακτήσεις του, να της κλέβει τον ένα μετά τον άλλο τους λιγοστούς, άλλωστε, υποψήφιους εραστές μέσα απ’ τα χέρια της;
Έφτασε πια στο αμήν η Μαίρη και για όλα φταίει η ίδια -όχι απόλυτα, αλλά φταίει- και το ξέρει πολύ καλά αυτό. Φταίει επειδή δεν ξέρει να φλερτάρει, επειδή όταν βρει μια δυσκολία αμέσως κάνει πίσω, επειδή δεν ξέρει να χρησιμοποιεί ψεύτικα μεγάλα λόγια και γλυκά, επειδή δεν μπορεί να μιλά όπως το μαλακισμένο που λέγαμε πιο πάνω, την Καίτη, την αδελφή της, που αλλάζει τους άντρες σαν των κραγιόν τα χρώματα, αφού θέλει ποικιλία και την παίρνει.
Τη ζηλεύει πολύ τη σκύλα -ναι, έτσι την αποκαλεί στα κρυφά κι από μέσα της- τη ζηλεύει και την απεχθάνεται, περισσότερο από κάθε άλλο άνθρωπο. Είναι μια γυναίκα ψυχρή, χωρίς καρδιά, δίχως τσίπα, κάποια που νοιάζεται μονάχα για κάτι εξαιρετικό, τον εαυτούλη της. Να, αυτές τις μέρες τα έχει με δύο άντρες και ποιος ξέρει με πόσους άλλους παίζει – για να μη βαριέται, λέει. Το μόνο που ο δεύτερος, προτού τον κλέψει κι αυτόν, ήταν της Μαίρης. Το μόνο που ο δεύτερος δεν ήταν της Μαίρης. Όχι στ’ αλήθεια. Ήθελε να ήταν δικός της, το ήθελε πολύ, αλλά ο άθλιος εαυτός της δεν την άφησε να τον προσεγγίσει όπως έπρεπε, να του τα ρίξει, με αποτέλεσμα -μάλλον γρήγορα παρά αργά- να πέσει κι αυτός στα δόντια της οχιάς, στα δίχτυα της αράχνης, να φυλακιστεί στη λάγνα σαγήνη του πορνιδίου.
Φτάνει πια, φωνάζει το μέσα της. Όχι άλλος πόνος, όχι άλλο δάκρυ, όχι άλλα βράδια μοναχικά σε ανέραστα σεντόνια. Τέρμα οι δικαιολογίες...
Πρέπει ν’ αλλάξει, εδώ και τώρα, και ν’ αλλάξει ριζικά, προτού να είναι ανεπίτρεπτα αργά. Αν δεν το κάνει η ζωή της θα συνεχίσει να παραδέρνει στις ίδιες αδιέξοδες τροχιές, κι αυτό καθόλου δεν το θέλει. Πώς, όμως; Πώς ν’ αλλάξει; Δεν ξέρει τον τρόπο. Ό,τι και να κάνει, ό,τι και να σκεφτεί, ό,τι και να πει, όσο κι αν προσπαθήσει, νιώθει πάντοτε να βρίσκεται στη σκιά της μεγάλης αδελφής, ένα αποπαίδι. Μία φορά... μία μονάχα φορά έκανε έρωτα στα είκοσι δύο χρόνια της ζωής της, κι εκείνη ήταν άχρωμη, άοσμη, λειψή. Λίγο χάρηκε τη θεία επαφή, μια και ποτέ δεν ολοκληρώθηκε, αλλά ακόμη θυμάται, ακόμη νιώθει το ρίγος που διαπέρασε τότε το είναι της όλο, που έσεισε το αλάτρευτο κορμί της συθέμελα.
Είναι τρελό! Είναι τρελό, σκέφτεται, το πως της λείπει τόσο πολύ, τόσο οδυνηρά, κάτι που ουσιαστικά ποτέ δε γνώρισε. Αλλά, κι εδώ φυσικά, βάζει το χεράκι της, στρίβοντας το μαχαίρι στην πληγή, η αγαπητή της αδελφούλα, που δε χάνει καμία ευκαιρία για να της μιλήσει λεπτομερώς για τις συνευρέσεις της, να της αφηγηθεί ξεδιάντροπα το καθετί. Είναι χυδαία, την απορρίπτει μέσα της με μια δόση πικρόχολης ζήλιας κι απ’ έξω της μ’ ένα μορφασμό. Είναι χυδαία, αλλά τουλάχιστον εκείνη ζει σε κάθε έκφανσή της τη ζωή, την απολαμβάνει – σε αντίθεση με την ίδια που επιβιώνει με την προσδοκία της.
Δακρύζει πάλι. Κλαίει πολύ. Με αναφιλητά αθόρυβα, καταπιεσμένα. Ποτίζει με πίκρα χρόνων και φρέσκια οφθαλμαλμύρα το μαξιλάρι της. Ως εδώ, Καίτη. Φτάνει. Αρκετά! απευθύνεται νοητικά στην αδελφή της. Δε σε αντέχω πια. Δεν αντέχω πια να με σκοτώνεις απαλά με λόγια ψεύτικα τρυφερά και με χαμόγελο. Δεν αντέχω να βλέπω πια εκείνα τα μεγάλα σου τα δόλια μάτια. Είσαι το κρίμα μου. Η κατάρα μου. Έτσι τη νιώθει, έτσι την σκέφτεται την αδελφή της, σα μια κατάρα ή ένα δαίμονα και, δυστυχώς ή ευτυχώς, έτσι όπως τα φέρνει συνήθως η βλαμμένη η τύχη, ο μόνος τρόπος για να ξεφύγει, για να ξεγλιστρήσει απ’ τα πλοκάμια της και να λυτρωθεί απ’ αυτή, είναι να πάρει στα χέρια της τον απεχθή ρόλο του εξορκιστή. Κι αυτό πρέπει να το κάνει σύντομα, αν θέλει να προλάβει να ζήσει και να χαρεί το μετά.
Κάθεται στο σαλόνι μόνη, μοναχή και κουρασμένη και την περιμένει. Είναι Σάββατο βράδυ και θα επιστρέψει, ως συνήθως, αργά. Αν επιστρέψει, δηλαδή. Πίνει λίγο κρασί κόκκινο, βαρελίσιο, που της βάφει πιο βαθιά κόκκινη τη γλώσσα, κι αφήνει το χρόνο να κυλήσει αβίαστα, ακολουθώντας τους δρόμους της σιωπής. Το καφέ των ματιών της έχει πια στεγνώσει και το πρόσωπό της μοιάζει άχρωμο, παγωμένο, ντυμένο λες με τη μάσκα του θανάτου.
Κάποτε ακούει τα κλειδιά της Καίτης στην πόρτα κι αναπηδάει ξαφνιασμένη. Κοιτάει το ρολόι στον τοίχο. Νωρίς γύρισε! Τη βλέπει να μπαίνει στο σπίτι αργόσυρτα, φτωχή από ζωντάνια και δυνάμεις, καταπονημένη. Κάτι δεν πάει καλά. Δεν είναι όπως συνήθως. Σε τίποτα δε θυμίζει τον εαυτό της. Δε χαμογελά αυτάρεσκα με μάτια που λάμπουν. Μάλλον λυπημένη, χαμένη σ’ ένα ολότελα δικό της κόσμο, μοιάζει.
Τη ρωτάει τι συμβαίνει, πιότερο από περιέργεια παρά από γνήσιο ενδιαφέρον. Ο Νίκος με παράτησε, απαντάει εκείνη και δε δείχνει ικανή να πιστέψει τα λόγια που μόλις βγήκαν απ’ τα χείλη της.
Την παράτησε; Μα, την Καίτη δεν την παρατάει ποτέ, κανείς. Αυτή τους παρατάει. Πάει, χάλασε ο κόσμος. Ή μάλλον καταρρίφθηκε ένας ακόμη μύθος!
Τον μαλάκα! Τον μαλάκα! φωνάζει κι οδύρεται, τον βρίζει και πέφτει άτσαλα, σαν ένα κούτσουρο βαρύ όπως το παρελθόν, στον καναπέ. Οι λυγμοί της φαντάζουν σα μια μικρή παραφωνία στη σιγαλιά της νύχτας.
Όσο για τη Μαίρη, αυτή θέλει να χαμογελάσει, να χαμογελάσει πλατιά, ευτυχισμένα, να ξεσπάσει σε γέλια άγρια λυτρωτικά μετά από πολλή καιρό, αλλά δεν το κάνει. Την παίρνει τρυφερά, σχεδόν μητρικά, στην αγκαλιά της. Της χαϊδεύει φευγαλέα τα αφόρητα μαλακά μαύρα ίσια της μαλλιά. Προσπαθεί δίχως λόγια αχρείαστα να την παρηγορήσει. Κι εκείνη, μετά από λίγο ανασηκώνεται, σκουπίζει στο μανίκι της τα δάκρυα, της μιλάει: Βάλε και σε μένα λίγο κρασάκι για να πιω, αδελφούλα, την παρακαλεί.
Της χαμογελά η Μαίρη. Της χαμογελά άδολα, γνωστικά, ζεστά, με μάτια που ξάφνου λούζονται στο φως. Σηκώνεται, πηγαίνει στην κουζίνα και δύο μόλις λεπτά αργότερα επιστρέφει μ’ ένα ποτήρι κρασί. Της το δίνει λέγοντας πώς ό,τι είναι θα περάσει. Στα σίγουρα θα περάσει, προσθέτει από μέσα της.
Εκείνο το ποτό, το θεϊκό γλυκόπιοτο κρασί, ήταν το τελευταίο που ήπιε στη ζωή της, η Καίτη. Τη βρήκανε νεκρή το άλλο κιόλας πρωί στο δωμάτιό της. Σύμφωνα με τον ιατροδικαστή, που πραγματοποίησε την ίδια εκείνη μέρα τη νεκροψία, ο θάνατός της προήλθε από δηλητηρίαση, αφού στον οργανισμό της ανιχνεύθηκε μεγάλη ποσότητα στρυχνίνης. Δίπλα στο κρεβάτι της, στο κομοδίνο, βρήκαν ένα σημείωμα που έλεγε ότι αποφάσισε να βάλει τέλος στη ζωή της επειδή την παράτησε ο άντρας που αγαπούσε. Όλα τα διαθέσιμα στοιχεία έδειχναν ότι όντως επρόκειτο για αυτοκτονία και η αστυνομία αποφάσισε να μη διερευνήσει περισσότερο την υπόθεση.
Έκλαψε πολύ. Έκλαψε πολύ και πικρά για το χαμό της αδελφής της, η Μαίρη. Ναι, τις χώριζαν πολλά, ναι, τη ζήλευε, αλλά βαθιά μέσα της την αγαπούσε ακόμη, την αγαπούσε την ηλίθια, κι ας της έκανε την καρδιά μαύρη όσο ζούσε, κι ας την πλήγωνε βαθιά, κι ας της έκλεβε τη μία μετά την άλλη όλες τις χαρές της.
Όταν, ωστόσο, οι νεκροί φεύγουν, οι ζωντανοί μένουν και η ζωή με τον ένα ή τον άλλο τρόπο συνεχίζεται. Ο χρόνος, ο γητευτής, κι η απουσία της Καίτης την άλλαξαν πολύ, την έκαναν πιο δυνατή, πιο αποφασισμένη να διεκδικήσει τα δικαιώματά της στη χαρά και την ευτυχία – ένα νέο άνθρωπο. Βρήκε, λοιπόν, το κουράγιο και κυνήγησε σα θήραμα τον Νίκο της και τούτη τη φορά τον κατέκτησε. Κι αυτός έγινε ο εραστής που πάντα αναζητούσε. Έμαθε επιτέλους να μιλά σωστά, κοινωνικά, και να φλερτάρει. Κι απέκτησε μια πρωτόγνωρη αυτοπεποίθηση, αφού αντιλήφθηκε -κάλλιο αργά, παρά ποτέ- πόσο όμορφη είναι. Λυτρώθηκε!
Τώρα, τη σκέφτεται συχνά την αδελφή της, όπου κι αν αρμενίζει εκείνη, με λίγη πίκρα κι ένα μικρό παράπονο – επειδή όσο ήταν εκείνη ζωντανή δεν άφηνε την ίδια να ζήσει. Κι ακόμη θυμάται. Θυμάται τις τελευταίες της στιγμές. Θυμάται το στερνό της το βλέμμα, το γιομάτο απορία και ψήγματα τρόμου, προτού ξεψυχήσει. Τη σκότωσε την Καίτη, τη σκότωσε, αλλά δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Τη σκότωσε για να ζήσει. Για να συνεχίσει να ζει. Εκείνη έβαλε τη στρυχνίνη στο ποτήρι με το κρασί που της πρόσφερε, εκείνη τη βοήθησε να ξαπλώσει στο κρεβάτι για τον τελευταίο της ύπνο, εκείνη ανέσυρε μέσα από τα συρτάρια της απύθμενης μνήμης της ένα σημείωμα αυτοκτονίας, που η αδελφή της κάποια μέρα της ομολόγησε πώς είχε γράψει παλιά, το οποίο έψαξε και βρήκε σ’ ένα τετράδιο ξεχασμένο.
Ναι, τη σκότωσε. Αλλά, δεν το μετάνιωσε. Καθόλου. Ούτε στιγμή. Κι ας το ξέρει πως είναι βαρύ το τίμημα που η ψυχή της θα κληθεί να πληρώσει. Ας ζήσω τον παράδεισο εδώ, κι ας πάω στην κόλαση μετά, σκέφτεται -μ’ ένα χαμόγελο μυστικό κι ένα δάκρυ- καθώς κλείνει στην αγκαλιά της τον αγαπημένο, καθώς του χαϊδεύει το γυμνό κορμί κι εκείνος την αρπάζει με λαχτάρα και πόθο μεγάλο και τη φέρνει από πάνω του. Καθώς γίνονται για μία ακόμη φορά ένα.


Τρίτη, 25 Νοεμβρίου 2008

Τα Ημερολόγια της Τσιανγκ Μάι update

Όλο λέω ν’ αρχίσω να γράφω «εκείνο» το βιβλίο, αλλά όλο κάτι συμβαίνει και δεν τα καταφέρνω. Αλλά, δεν ανησυχώ. Παίρνω σημειώσεις, διαβάζω και ξαναδιαβάζω κάτι γράμματα παλιά -ακόμη και ηλεκτρονικές συνομιλίες- και προετοιμάζομαι. Σιγά-σιγά η ιστορία παίρνει να πλάθεται μέσα μου, ν’ αλλάζει μορφές, να επεκτείνεται στο χώρο και στο χρόνο. Όλα θα πάνε καλά, το ξέρω. Όπως πολύ καλά ξέρω ότι το μέσα μου ανικανοποίητο δε θα γαληνέψει μέχρι να γράψω την πρώτη γραμμή.
Στα της Τσιανγκ Μάι τώρα. Κάποιοι εξακολουθούν να με ρωτάνε γιατί επέλεξα αυτή την πόλη για να ζω τη μισή ζωή μου. Κι εγώ επιμένω: επειδή είναι η πόλη μου. Κάθε μέρα την περπατώ, κάθε μέρα την αφουγκράζομαι, νιώθω τους παλμούς της. Με μεταμορφώνει αυτή η πόλη, σαν γυναίκα αγαπημένη, με κάνει καλύτερο άνθρωπο, με γαληνεύει, μου ανοίγει τα μάτια στις πιο απλές αλήθειες που μάλλον ξεχνώ όταν είμαι στη Δύση. Έρχομαι εδώ για τους αργούς ρυθμούς ζωής, για τα πλατιά χαμόγελα, για τη φύση, για τους φιλόξενους ανθρώπους που -αν και με μισθό δύο ευρώ την ημέρα- προσφέρονται να μοιραστούν μαζί σου το φαΐ τους!
Όλα καλά και άγια, λοιπόν; Φυσικά όχι. Απλά εδώ είναι πολύ καλύτερα από αλλού. Τόσο καλύτερα που οι μοναδικές φορές που εκνευρίζομαι είναι όταν οι ξένοι κοιτούν αφ’ υψηλού τους ντόπιους, όταν τους ειρωνεύονται και με σπαθί το χρήμα προσπαθούν να τους εξευτελίσουν. Ευτυχώς η συντριπτική πλειοψηφία των «ντόπιων» ξένων δεν είναι έτσι, οπότε οι παρεκτροπές είναι ελάχιστες.
Φυσικά σε πόλεις όπως η Μπανγκόκ, το Πουκέτ κι η εκτρωματική Πατάγια, τα πράγματα δεν είναι έτσι αλλά, όπως ανέφερα και σε προηγούμενες αναρτήσεις, προσωπικά θεωρώ την Τσιανγκ Μάι σαν την πρωτεύουσα της πραγματικής Ταϊλάνδης...

update: Οι διαδηλώσεις και οι φασαρίες της Μπανγκόκ καθόλου δεν αγγίζουν την Τσιανγκ Μάι. Λες και είμαστε σε μια άλλη χώρα

Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2008

Το Ορφανό

Μία ακόμη ιστορία από την (ανέκδοτη) συλλογή διηγημάτων "Εγκληματικά Ασύστολα". Μιλάει για ένα φοβισμένο παιδί...

Φοβάμαι. Φοβάμαι πολύ. Όχι πάρα πολύ, αλλά φοβάμαι. Πώς το λένε οι μεγάλοι; Α! Είμαι τρομαγμένος. Τρο-μα-γμέ-νος! Επειδή έμεινα μόνος. Επειδή στον κόσμο δεν έχω κανένα. Και τώρα δεν ξέρω τι να κάνω. Πώς να το αντέξω αυτό, ε; Πώς;
Δε μου αρέσει καθόλου η ζωή εδώ στο ορφανοτροφείο. Ίδρυμα, άκουσα να το λένε. Ίσως επειδή εδώ όλοι, όλοι σας λέω, είναι τρελοί. Τρελοί για δέσιμο. Ψέματα λέω. Δεν είναι όλοι τρελοί. Μόνο τα αφεντικά, οι υπεύθυνοι, μόνο αυτοί τα έχουν χαμένα και δεν ξέρουν που παν τα τέσσερά τους (δεν ξέρω ακριβώς τι σημαίνει αυτό, αλλά άκουσα κάποιον να το λέει και μου άρεσε). Εμείς, οι υπόλοιποι, τα ορφανά, τα ’χουμε τετρακόσια και βάλε. Είμαστε ξύπνια πολύ και φοβόμαστε, όλα τα παιδιά. φοβόμαστε την κλεισούρα, τη λύπη, τη μοναξιά. Τις νύχτες κλαίμε σιωπηλά κάτω από λευκά παγωμένα σεντόνια και μαύρες κουβέρτες που μυρίζουν ναφθαλίνη.
Δε μου αρέσει ο κόσμος. Κάποτε μου άρεσε, όχι πια. Ο κόσμος είναι κακός πολύ. Ο κόσμος μ’ έκλεισε εδώ μέσα. Πάντα να χαμογελάς και να σκέφτεσαι θετικά και όλα θα πάνε καλά, μου έλεγε η μάνα μου. Μα, πώς να χαμογελάσω τώρα; Πώς; Σε ποιον; Και πώς να σκεφτώ θετικά όταν ζω αρνητικά; Αφού τους έχασα όλους. Εκείνη δεν είναι πια εδώ, ούτε ο πατέρας μου, ούτε καν ο πατριός μου. Ω, τι κόσμος -τι άδικος κόσμος- είν’ αυτός!
Πονώ, πολύ. Και είμαι πληγωμένος, βαθιά. Τα άλλα παιδιά δε με κάνουν παρέα. Με βλέπουν έτσι λυπημένο και δε με πλησιάζουν. Μόνο οι κυρίες που μας φροντίζουν μου μιλάνε, αλλά ούτε κι αυτές -εκτός από μία- με συμπαθούν. Το ξέρω. Το ξέρω ότι δεν τους αρέσω. Μα, γιατί; Γιατί δε με συμπαθούν; Αφού δεν τους έκανα κανένα κακό.
Βαριέμαι. Βαριέμαι πολύ τη ζωή μου εδώ. Κάθε μέρα κάθομαι μόνος σε μια άκρη της αυλής και σκέφτομαι τα περασμένα. Τα σκέφτομαι και λίγο χαμογελώ για τις όμορφες στιγμές, λίγο για τις άσκημες λυπάμαι. Είμαι δέκα χρονών, προχθές ήταν τα γενέθλιά μου, και νιώθω ήδη γερασμένος. Γνώρισα πολύ νωρίς το θάνατο.
Κι όμως, η οικογένειά μου ήταν κάποτε ευτυχισμένη. Η μαμά μου ειδικά, αυτή ήταν πολύ-πολύ ευτυχισμένη. Έλεγε, θυμάμαι, πώς ήμουν η αγάπη και το καμάρι της και χαμογελούσε πλατιά, σαν εκείνη την τηλεοπτική διαφήμιση για το υγρό των πιάτων. Και τον μπαμπά μου τον αγαπούσε πολύ. Ήταν ο άντρας της ζωής της, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Αλλά, να, αφού τον αγαπούσε τόόόόσο πολύ, γιατί βιάστηκε να παντρευτεί ξανά μετά το θάνατό του; Αυτό ποτέ δεν το κατάλαβα, κι ας προσπάθησε να μου εξηγήσει. Χρειάζεσαι κάποιον πατέρα, μου είπε, αλλά εγώ δεν την πίστεψα. Εκείνη ήταν που χρειαζόταν έναν άντρα, εγώ δε χρειαζόμουν τίποτα και κανένα. Ούτε και τώρα χρειάζομαι. Πρέπει να μάθεις να επιβιώνεις, γιε μου, μου έλεγε ο μπαμπάς, κι εγώ έμαθα. Έμαθα πολύ καλά. Καλύτερα απ’ τον καθένα.
Θυμάμαι... Θυμάμαι ακόμη την ημέρα που πέθανε. Ατύχημα στη θάλασσα. Η βάρκα του εξεράγηκε. Έτσι είπε η αστυνομία: εξεράγηκε. Κάτι άλλο πρόσθεσαν για κάποιο τσιγάρο αναμμένο ίσως και για βενζίνη που μάλλον χύθηκε κατά λάθος στο κατάστρωμα, αλλά δεν πολυκατάλαβα. Τότε ήμουν μόνο έξη χρονών. Δεν ήξερα στ’ αλήθεια τι ήταν ο θάνατος. Δεν έκλαψα για τον μπαμπά. Νόμιζα πώς έφυγε για ταξίδι κι ότι κάποια μέρα θα επέστρεφε με μια βαλίτσα γεμάτη δώρα. Εξάλλου κι η μαμά όλο αυτό έλεγε: Έφυγε ο μπαμπάς σου. Έφυγε... Αυτή έκλαιγε. Λίγο όμως. Δεν ήθελε να μ’ αναστατώσει.
Δεν ξέρω γιατί, αλλά από την ημέρα που πέθανε ο μπαμπάς, η ζωή μου πήρε να γίνεται καλύτερη, πιο χαρούμενη. Η μαμά άρχισε να μη μου χαλάει χατίρι, κι όλο αγκαλιές και φιλιά ήτανε. Με παραχάιδευε. Μόνο που κάθε τόσο δάκρυζε κι εγώ τη λυπόμουν, πολύ. Αλλά, δεν μπορούσα να κάνω και τίποτα για να τη βοηθήσω αφού ήμουν ένα μικρό παιδί, κι η ζωή ολόκληρη ήταν μπροστά μου και έμοιαζε πολύ φωτεινή.
Περάσαμε πολλούς μήνες έτσι, ευτυχισμένοι και δακρυσμένοι, εγώ κι η καλή μου η μαμά. Μακάρι να ήταν περισσότεροι. Πήγαινα στο σχολείο, μάθαινα τα γράμματά μου και μετά έπαιζα με τους φίλους μου -τότε είχα- εγώ. Πήγαινε στη δουλειά και μετά στα μαγαζιά και μου αγόραζε πράγματα, παιχνίδια πολλά, και φαγητά όμορφα η μαμά. Αλλά αυτό δεν κράτησε, όπως ήθελα, για πάντα. Κάποια νύχτα γιορτινή -μη με ρωτάτε, δε θυμάμαι τώρα τι γιορτάζαμε- άκουσα κάποιον να μας χτυπάει, τοκ-τοκ, την πόρτα και είδα ότι το πρόσωπο της μαμάς αμέσως έλαμψε. -Έτσι δεν το λένε; Έλαμψε! Φωτίστηκε!- Έτρεξε ν’ ανοίξει. Στην πόρτα στεκόταν ένας κύριος ψηλός, καλοντυμένος, τον οποίο η μαμά αγκάλιασε και φίλησε, σματς, στο μάγουλο – για να μη με αναστατώσει κι άλλο, φαίνεται. Ο κύριος αυτός θα γινόταν κάποια μέρα, πολύ σύντομα μάλιστα, ο πατριός μου. Μάλιστα!
Στην αρχή τον συμπάθησα. Ήταν πολύ καλός μαζί μου τις πρώτες μέρες. Όλο μου έφερνε δώρα, καθόταν μαζί μου κι έπαιζε, με πήγαινε βόλτες στα σινεμά, μου έδινε χαρτζιλίκι, με είχε στα όπα-όπα. Ωστόσο, μόλις πέτυχε το στόχο του και παντρεύτηκε τη μαμά, άλλαξε. Ξαφνικά, έπαψε να μου δίνει σημασία και να με προσέχει. Όταν ήταν στο σπίτι τα μόνα πράγματα που είχε στο μυαλό του ήταν να πίνει συνέχεια μπύρες και ουίσκι και να κλείνεται στην κρεβατοκάμαρα και να ξεφυσάει με τη μαμά. Τι ψεύτικος, τι κακός άνθρωπος!
Σιγά-σιγά άρχισα να γίνομαι δυστυχισμένος, αφού κανείς δε με αγαπούσε πια. κανένας, απολύτως, δε με ήθελε. Έτσι, γύριζα όλο και περισσότερο στη γειτονιά και έπαιζα με τ’ άλλα παιδιά, ή κλεινόμουν μοναχός μέσα στην αποθηκούλα, όπου φύλαγε τα εργαλεία και τα χημικά του ο μπαμπάς. Όχι αυτός, όχι ο πατριός-μπαμπάς, ο άλλος, που πέθανε. Είχε και πολλά βιβλία εκεί μέσα. Βιβλία για τα ζώα, τα λουλούδια και τα φυτά, για τα λιπάσματα και τα δηλητήρια. Επιμορφώνομαι, μου έλεγε όταν τον ρωτούσα τι έκανε μ’ όλα αυτά τα τεφτέρια. Από την οροφή κρέμονταν παλιά μηχανήματα, μεγάλες μηχανές, και σκουριασμένα πανάρχαια εργαλεία. Η καμαρούλα εκείνη είχε γίνει το καταφύγιό μου. Και τη χρειαζόμουνα όλο και πιο συχνά αφού δε μου άρεσε να μένω για πολύ στο σπίτι μας, αφού ένιωθα ξένος, ανεπιθύμητος (ωραία ακούγεται αυτή η λέξη!).
Όσες φορές προσπάθησα να μιλήσω στη μαμά για τον άντρα της, για να τον καταγγείλω, για να της παραπονεθώ, αυτή πάντα με μάλωνε, με αποκαλούσε κακομαθημένο και άχρηστο. Ω, όχι. Όχι άχρηστο. Ποια είν’ η λέξη; Α... Αχάριστο. Μάλιστα! Ήμουν αχάριστος επειδή, Ο Ν. μας φροντίζει. Μας αγαπά. Κι εσύ δεν τον εκτιμάς καθόλου. Μα, πώς να τον εκτιμήσω; Αφού δε μου έδινε καμία σημασία. Λες και δεν υπήρχα. Όταν πήγαινα να του μιλήσω, όλο έχω δουλειά, μου έλεγε. Δουλειά! Χα. Εδώ γελάμε. Όλη νύχτα καθότανε με τα σώβρακα μπροστά απ’ την τηλεόραση και έπινε ουίσκι. Σοβαρή δουλειά, στ’ αλήθεια!
Ευτυχώς, όμως, ο θεός, ο καλός θεούλης, ήταν με το μέρος μου, κι έτσι ο Ν. σύντομα μας εγκατέλειψε. Όχι μονάχα εμάς, αλλά και τον κόσμο αυτό το μάταιο (έτσι δε λένε οι πιστοί;). Πέθανε, λοιπόν, κι αυτός. Από ατύχημα. Μέσα στην αποθηκούλα. Έπεσε πάνω του η γερασμένη μηχανή ενός μικρού τρακτέρ και τον καταπλάκωσε. Ε, όπως καλά καταλαβαίνετε χάρηκα, χάρηκα πολύ όταν το έμαθα επιστρέφοντας από το σχολείο. Χάρηκα, αλλά δεν το έδειξα. Στην κηδεία του πονούσα πολύ, μ’ έπιασε σφίξιμο -ή κόψιμο, τέλος πάντων- στην προσπάθειά μου να μην κλάψω απ’ τα γέλια. Λυπόμουν τη μαμά, γι’ αυτό συγκρατήθηκα. Είχε μείνει χήρα δυο φορές μέσα σε τρία χρόνια. Πολύ άτυχη γυναίκα!
Μετά απ’ αυτό πίστεψα ότι θα γινόμασταν και πάλι ευτυχισμένοι, όπως παλιά. Κούνια που με παρακούναγε. Έπεσα έξω. Η μαμά μου ήταν πια πολύ θλιμμένη, πολύ αδύναμη, πολύ χαμένη για να μ’ αγαπήσει όπως άλλοτε. Άρχισε σιγά-σιγά να χάνει κάπου τα λογικά της, να καταρρέει. Έχω γίνει ψυχικό ράκος. Δεν μπορώ άλλο. Δεν αντέχω... την κρυφάκουσα πολλές φορές να παραπονιέται δακρυσμένη στο τηλέφωνο. Δεν ξέρω τι της απάντησε εκείνο, αλλά εγώ ακόμη απορώ: Μα, γιατί; Γιατί δεν μπορούσε άλλο; Γιατί δεν άντεχε; Αφού είχε έμενα. Με είχε. Δε με είχε;
Ω, ναι, με είχε, αλλά όπως ανακάλυψα σύντομα μάλλον δεν ενδιαφερόταν και πολύ για να με κρατήσει. Άρχισε να αλλάζει, καθημερινά, όλο και πιο πολύ, προς το χειρότερο. Πήρε να αυτο... αυτο... αυτοκαταστρέφεται. Αυτό έκανε: αυτο... Ε, αυτό. Μετά από λίγο καιρό δε νοιαζόταν για τίποτα και για κανένα, παρά μόνο για το ουίσκι της -το ουίσκι Του- και τα χάπια. Όλη μέρα ήταν μεθυσμένη. Όλη νύχτα ήταν μαστουρωμένη ή εξοργισμένη. Με κτυπούσε. Με κτυπούσε άγρια. Εσύ φταις για όλα, μπάσταρδο, μου φώναζε και με κοπανούσε. Πονούσα. Πονούσα, αλλά δεν έκλαιγα. Τίποτα πια δεν μπορούσε να με αγγίξει, να με πληγώσει, κανένα συναίσθημα δεν ένιωθα. Ούτε αγάπη, μήτε μίσος. Σε έξη μήνες είχε πεθάνει κι αυτή. Υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ και ηρεμιστικών χαπιών.
Στην κηδεία της, που είχαν κανονίσει κάποιοι μακρινοί και άγνωστοι συγγενείς, ήμουν σα φυτό. Δεν έβλεπα και δεν άκουγα τίποτα. Δεν έκλαιγα, δε γελούσα, δε φώναζα. Τίποτα! Έτσι ήμουνα και τις επόμενες ημέρες όταν διάφοροι άνθρωποι, κάποιοι γνωστοί και άλλοι πολλοί ουρανοκατέβατοι, μπαινόβγαιναν στο σπίτι κάνοντας πράγματα που δεν μπορούσα να καταλάβω, λέγοντάς μου χαμηλόφωνα, και με αγάπη υποθέτω, λίγες λέξεις παρηγοριάς δίχως κανένα νόημα. Τελικά, μου ανακοίνωσαν ότι θα με έκλειναν στο ορφανοτροφείο, αφού κανένας απ’ τους συγγενείς δεν ήταν πρόθυμος ν’ αναλάβει τη φροντίδα μου.
Πάει μια βδομάδα τώρα που είμαι εδώ. Κοιμάμαι λίγο κι ανήσυχα -βλέπω εφιάλτες και παράξενα όνειρα- και σκέφτομαι πολύ. Σκέφτομαι όλα όσα έγιναν μέχρι να καταλήξω στο ορφανοτροφείο. Στο ί-δρυ-μα. Σκέφτομαι πώς θα είναι η ζωή μου στη συνέχεια. Θα είναι ωραία ή βαρετή;
Βαρετή; Όχι! Σίγουρα όχι! Τι σκέφτομαι το κουτό! Ωραία θα ’ναι. Από μένα εξαρτάται. Θα είναι υ-πέ-ρο-χη. Σιγά-σιγά θα κάνω νέους φίλους, καλούς. Σύντομα θα με αγαπήσουν όλοι. Θα με βοηθήσει κι η κυρία. Εκείνη η όμορφη κυρία που συμπαθώ πολύ, αφού μοιάζει με τη μαμά. Είμαι σίγουρος πώς θα με φροντίσει αυτή, ότι θα με αγαπήσει πολύ. Ακριβώς όπως και η μαμά μου. Ή, καλύτερα, ακόμη περισσότερο, πολύ περισσότερο. Στο κάτω κάτω η μαμά δε με αγάπησε αρκετά, όχι όσο έπρεπε, όχι όσο μου άξιζε. Αν το έκανε δε θα τη σκότωνα. Δε θα σκότωνα ούτ’ αυτή, ούτε τον μπαμπά, αλλά ούτε και τον κύριο ουίσκι. Και δε θα κατέληγα στο ορφανοτροφείο. Ποτέ! Αλλά...


Παρασκευή, 21 Νοεμβρίου 2008

Γράμμα από την Τσιανγκ Μάι


«Τίποτα δεν έχει αλλάξει, και τίποτα δεν είναι όπως παλιά...» εδώ στην Τσιανγκ Μάι.
Από την πρώτη στιγμή που πάτησα το πόδι μου στην πόλη ένιωσα λίγο ελαφρύτερος -λες κι έφυγε από πάνω μου ένα περιττό βάρος- και πολύ πλουσιότερος σε ζωή. Αν και κουρασμένος απ’ το μακρινό ταξίδι και την αϋπνία δεν σκέφτηκα ούτε στιγμή πώς έπρεπε να ξεκουραστώ. Αντίθετα, πήρα αμέσως τους δρόμους. Πρώτα για τα αναγκαία ψώνια για το «σπίτι», κι ύστερα για να νιώσω για πρώτη φορά από τον περασμένο Ιούνιο τους παλμούς της πόλης.
Άλλαξε η Τσιανγκ Μάι μου, άλλαξε, μα παρέμεινε η ίδια. Τι εννοώ; Να, είναι πιο ήσυχη από ποτέ. Από την 1η Νοεμβρίου πατροπαράδοτα αρχίζει η τουριστική περίοδος, αλλά οι ξένοι που είδα και βλέπω να τριγυρνούν είναι λιγοστοί. Το τσουνάμι, το πραξικόπημα, οι «φασαρίες» στην Μπανγκόκ, αλλά και η οικονομική κρίση, μοιάζουν να έχουν καταφέρει καίριο πλήγμα στον τουρισμό της χώρας. Ίσως οι παραλίες του νότου να ξεχειλίζουν από κόσμο, αλλά αυτές δεν τις θεωρώ μέρος της πραγματικής Ταϊλάνδης.
Όπως και να ’χει, πίσω στα της Τσιανγκ Μάι και στο τι δεν έχει αλλάξει. Οι ρυθμοί παραμένουν το ίδιο νωχελικοί, ο κόσμος χαμογελαστός κι ευγενικός και η φύση ολοζώντανη και χρωματιστή. Ο Πινγκ κυλάει γαλήνιος δίνοντας ζωή στις παραποτάμιες περιοχές. Το Ντόι Σουτέπ, αν και μικρό βουνό, στέκει μαγευτικό πάνω από την πόλη, τυλιγμένο πού και πού σε ένα πέπλο ομίχλης και τα κανάλια που περιτριγυρίζουν τα αρχαία τείχη δροσίζουν την πόλη. Η πλατεία Τα Πάε είναι ακόμη στολισμένη με τα χάρτινα φανάρια, απομεινάρια της Γιορτής των Φώτων και οι νυχτερινές αγορές γεμίζουν τον αέρα με χρώματα και μυρωδιές.
Το τελευταίο τριήμερο είχα την ευκαιρία να δω πολλούς φίλους από τα παλιά. Τα είπαμε, τα ήπιαμε, θυμηθήκαμε και τώρα νιώθω και πάλι «κάτοικος». Πλην «κάτοικος» περαστικός. Το πιο σημαντικό είναι ότι τα κέφια είναι ανεβασμένα, και όταν συμβαίνει αυτό όλα τα πράγματα αρχίζουν να πηγαίνουν προς το καλύτερο.
Θα σας γράψω νεώτερα όταν προκύψουν, αλλά θα συνεχίσω να σας βομβαρδίζω με φωτογραφίες. Η σημερινή: αντανακλάσεις στον τοίχο ενός ναού.

υ.γ. Τσιανγκ Μάι σημαίνει Νέα Πόλη, κι έτσι δεν μπορεί κανείς να μιλά γι’ αυτήν αρχίζοντας με το... ΤΟ! Είδα να γίνεται πολλές φορές αυτό το λάθος, ακόμη και από επαγγελματίες δημοσιογράφους, γι’ αυτό και είπα να το επισημάνω. Εξάλλου, όποιος έρθει στην πόλη και τη ζήσει για λίγο θα φτάσει αβίαστα στο συμπέρασμα ότι είναι Γυναίκα...

Πέμπτη, 20 Νοεμβρίου 2008

Οι πρώτες φωτογραφίες...

Μια ποδηλάτισσα στην Πλατεία Τα Πάε
Τα χάρτινα φανάρια

και ένα άγαλμα του Βούδα στην Τσιανγκ Μάι της Ταϊλάνδης.
Εκτός απροόπτου το πρώτο κείμενο αύριο.



Ποιητική Εκδήλωση στη Λευκωσία

ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ
Εις μνήμη Θανάση Κωσταβάρα και Ιάσονα Δεπούντη

Παρασκευή 21 Νοεμβρίου 2008
και ώρα 7.00 μ.μ.

Αίθουσα Εκδηλώσεων
Μουσικής Ακαδημίας ARTE.
Λεωνίδου 34-36, Λευκωσία.

Διαβάζουν ποιήματά τους οι:

Βάκης Λοϊζίδης
Κώστας Κρεμμύδας
Μιχάλης Παπαντωνόπουλος
Πάμπος Κουζάλης
Χριστόδουλος Καλλίνος

Συντονίζει η Αγγελική Ασπρογέρακα Γρίβα

υ.γ. Ο Μιχάλης Παπαντωνόπουλος είναι φίλος από τα παλιά, έτσι αν βρεθείτε στην εκδήλωση πείτε του ένα «γεια» από μένα.

Τετάρτη, 19 Νοεμβρίου 2008

Στο αεροδρόμιο

Στο αεροδρόμιο, μία ακόμη φορά. Με προορισμό την Τσιανγκ Μάι, για μια ακόμη φορά. Ήδη νιώθω διαφορετικά, νιώθω ξαλαφρωμένος. Κι αυτό μου συμβαίνει κάθε φορά που βρίσκομαι σε κάποιο των φυλών σταυροδρόμι. Μου αρέσει το πόσο αλλιώτικοι είμαστε και πόσο ίδιοι μοιάζουμε εδώ (όπως και παντού), εμείς οι άνθρωποι. Είτε ερχόμαστε είτε φεύγουμε για μια στιγμή τα μονοπάτια μας συναντιούνται. Κλέβουμε λίγες ματιές, μιαν ανάσα ο ένας από τον άλλο και συνεχίζουμε το δρόμο μας, όποιος κι αν είναι αυτός. Χαρά, κατήφεια, προσδοκία και ματαίωση συνυπάρχουν αρμονικά σ’ αυτό το χώρο. Και ήχοι ανόμοιοι, που μοιάζουν σαν φυσήματα του ανέμου. Προσπαθώ να μαντέψω τις σκέψεις των ανθρώπων που αντικρίζω, να φτιάξω με τα από μέσα μου μάτια και να δω τις προσωπικές τους ιστορίες. Δύσκολη η εισβολή στο μυαλό τους, έως αδύνατη, έτσι αφήνομαι στη φαντασία. Κρύβομαι στη σιωπή που εμπεριέχει όλος αυτός ο θόρυβος, μέχρι που...
Ένα κοριτσάκι με ξανθά τρελούτσικα μαλλιά με πλησιάζει και μ’ ένα παιχνιδιάρικο χαμόγελο με ρωτά:
«Έχει κι εσένα καθυστέρηση η πτήση σου;»
«Δεν ξέρω!» της απαντώ.
«Μα πώς γίνεται να μην ξέρεις;» επιμένει.
«Επειδή δεν ξέρω τίποτα...» ομολογώ.
Τρέχει προς τη μαμά της, με δείχνει και της λέει:
«Εκείνος εκεί δεν ξέρει τίποτα!»
Η μαμά με κοιτάει, χαμογελά και ξανασκύβει στο περιοδικό της.
Ο χρόνος για το ταξίδι προς το όνειρο όλο και λιγοστεύει...

Γραμμένο προχθές, Δευτέρα, στο αεροδρόμιο της Λάρνακας. Τώρα, εβρισκόμενος στην Τσιανγκ Μάι για μια μέρα, το μόνο που κάνω είναι να προσπαθώ να ξαναπιάσω τους ρυθμούς της πόλης. Στη φωτογραφία, τα φωταγωγημένα τείχη της Πύλης Τα Πάε, στη διάρκεια της Γιορτής των Φώτων το 2004.

Κυριακή, 16 Νοεμβρίου 2008

Ένα όνειρο

Για χρόνια πολλά έβλεπα ένα όνειρο σε παραλλαγές, αλλά το ίδιο πάντα. Ήμουνα, λέει, κάπου και περπατούσα νιώθοντας να κουβαλώ βάρος μεγάλο στις πλάτες. Μα σαν κοιτούσα πίσω μου, σαν με ψαχούλευα, τίποτα δεν έβρισκα. Συνέχιζα, λοιπόν, να περπατώ με τ’ αόρατο βαρίδι να μου κλέβει ανάσες και στιγμές, να με καθυστερεί, να με καταβάλλει. Μέχρι που έφτανα μπροστά σ’ ένα τοίχο, ο οποίος ολάκερος έμοιαζε με καθρέφτη. Κι εκεί μπορούσα επιτέλους να δω το βάρος που έφερα: ήμουν εγώ! Εγώ ήμουν ο σταυρός μου, εγώ με τυραννούσα. Το είδα αμέτρητες φορές αυτό το όνειρο, αλλά όταν αποκοιμιόμουνα πάντα το ξεχνούσα, κι έτσι ξανά και ξανά μου προκαλούσε την ίδια έκπληξη.
«Ξεφορτώσου τον εαυτό σου!» σαν να με πρόσταζε μια αόρατη δύναμη. «Ξεφορτώσου τον εαυτό σου!» Κι εγώ ξυπνούσα, με απορία ρωτώντας τον κανένα: «Μα ποιον εαυτό;»

Το τελευταίο κείμενο (απόσπασμα από ένα βιβλίο που δεν γράφτηκε ποτέ) πριν την αυριανή αναχώρηση για την Τσιανγκ Μάι. Εκτός απροόπτου θα τα πούμε από την αγαπημένη πόλη την Τετάρτη.
Η φωτογραφία από εδώ

Σάββατο, 15 Νοεμβρίου 2008

Η Επιθυμία

Εξακολουθώ να μην μπορώ να γράψω τίποτα αυτές τις μέρες, ακόμη και για κείνα που ζω. Αλλά για να μη σας αφήσω παραπονεμένους/νες ορίστε μία ακόμη ιστορία από τη συλλογή Εγκληματικά Ασύστολα, που είχα αναρτήσει για πρώτη φορά πριν καμιά δεκαριά μήνες στα διηγήματά μου. Μιλά για το μέχρι που μπορεί να οδηγήσει τον άνθρωπο η αληθινή αγάπη. Καλή ανάγνωση.

Κάθεται δίπλα από το κρεβάτι της αγαπημένης ήσυχος, σιωπηλός, κι ακούει την ανάσα της καθώς εκείνη κοιμάται. Αργή, σχεδόν άηχη, ξεψυχισμένη, μοιάζει να βγαίνει απ’ το μαραζωμένο της κορμί. Είναι άρρωστη, άρρωστη βαριά κι αγιάτρευτα, η καλή του. Όλο και πιο πολύ, με κάθε αναπνοή, όλο και πιο γρήγορα, με κάθε δικό του δάκρυ, πλησιάζει προς το θάνατο. Την κοιτά με μάτια εύθραυστα, κλαμένα, παρακολουθεί με πόνο ψυχής τη γαληνεμένη της μορφή να χάνει σιγά-σιγά κάθε ίχνος ζωής, και δεν ξέρει τι να κάνει, πώς να αντιδράσει, τι να σκεφτεί. Δεν το περίμενε αυτό. Ποτέ! Δεν περίμενε ότι η γυναίκα του, της ζωής του όλης η γλυκιά σύντροφος, θα πέθαινε πριν από κείνον. Δεν το περίμενε, γι’ αυτό και τώρα νιώθει τόσο χαμένος, τόσο χαμένος στο μέσα του, στις έγνοιες για το άχρωμο αύριο που θα ξημερώσει.
Αχ ρε Γιάννα μου. Αχ... Γιατί μου το κάνεις αυτό, ψυχή μου; τη ρωτά σιωπηλά, αλλά εκείνη δε βγαίνει απ’ το ναρκωμένο της λήθαργο για να του απαντήσει. Τι να του πει άλλωστε; Σάμπως και θέλει η ίδια να πεθάνει; Αλλά, τι να κάνει; Ετούτη η μάχη, η στερνή, η πιο δύσκολη είναι πέρα απ’ τις δυνάμεις της. Όχι πώς δεν πολέμησε. Φυσικά και πολέμησε. Πολέμησε σκληρά και πολύ και για πολλή καιρό με την αρρώστια, όμως το έχασε το παιχνίδι. Κι από τότε πήρε να συμβιβάζεται με την ιδέα του επερχόμενου θανάτου, να τη συνηθίζει, άρχισε να παρακαλεί να ’ρθει ο μαύρος άγγελος μια στιγμή νωρίτερα για να την πάρει στη στοργική του αγκάλη, να τη λυτρώσει απ’ τον καθημερινό πόνο, τα βάσανα του σώματος και της ψυχής της. Ναι, πεθαίνει, αλλά μέσα της είναι καλά. Σε αντίθεση μ’ εκείνον, με τον άντρα της, που μοιάζει να τα ’χει ολότελα χαμένα. Τον αγαπά τόσο, τον λυπάται τόσο. Θα της λείψει άραγε εκεί που θα πάει; Θα έχει κάποια ανάμνηση από τη ζωή της μαζί του όλα αυτά τα χρόνια, τα τριάντα και βάλε που μοιράστηκαν οι δυο τους; Τριάντα χρόνια πόνου, χαράς, λύπης και ευτυχίας. Τριάντα χρόνια που σύντομα θα γίνονταν ανάμνηση. Μια γλυκιά ανάμνηση, αλλά...
Κλείνει τα μάτια, τα κλείνει πεισματικά, αλλά δεν κοιμάται ο Παναγιώτης. Δεν κοιμάται, αλλά θυμάται. Φέρνει στο νου του εικόνες από τη μακρινή εκείνη εποχή που ήταν ακόμη νέοι. Θυμάται τα σφριγηλά τους κορμιά να πάλλονται ξανά και ξανά στους βίαια νωχελικούς ρυθμούς του έρωτα. Θυμάται το πρώτο φτωχικό τους σπιτάκι. Τους δύσκολους αγώνες για να τα φέρουν βόλτα. Τη μεγάλη ευλογία: τη γέννηση των παιδιών τους. Το πολύ που έζησαν. Το λίγο και το πολύ που λαχτάρησαν. Όλα! Όλα περνούν μπροστά από τα μέσα του μάτια και στριφογυρίζουν στο μυαλό του σαν πλάνα από μια παλιά σαρακοφαγωμένη ταινία, σαν ένα παιδικό καρουσέλ δίχως χρώματα, αλλά με μουσική υπόκρουση τους ήχους της γλυκερής νοσταλγίας.
Ξαφνικά, ανοίγει τα μάτια και την βλέπει να τον κοιτάει. Να τον κοιτάει ικετευτικά, διαπεραστικά, μ’ ένα ίχνος παράπονου στο βλέμμα. Τα μάτια μοιάζουν να στάζουν μια επιθυμία, μια επιθυμία ανείπωτα οδυνηρή, τη στερνή της, εκείνη που ο ίδιος φοβάται, τρέμει στην ιδέα και μόνο, να πραγματοποιήσει, μα που η ίδια όσο οτιδήποτε στον κόσμο πιότερο λαχταρεί.
Δεν μπορώ, Γιάννα μου. Δεν μπορώ... της λέει με μάτια ρυάκια που ξεχειλίζουν και νοτίζουν μ’ αλμύρα τα σεντόνια και το μαξιλάρι της, απλά δεν μπορώ. Τον κοιτάει με οίκτο τρυφερό, ωστόσο τα σινιάλα των ματιών της ξεχειλίζουν από αποφασιστικότητα, μια αποφασιστικότητα που δεν μπορεί να αγνοήσει. Πρέπει να το κάνεις, μοιάζει τον εκλιπαρεί επιτακτικά, πρέπει να το κάνεις, για μένα!
Τίποτα δεν πρέπει, καλή μου, σκέφτεται, αλλά δεν της το λέει. Δεν τολμά να της το πει. Μεγάλη είναι η χάρη που του ζήτησε, σουβλιά στο στήθος του η τελευταία της επιθυμία. Θα έπρεπε να την παρακούσει. Θα έπρεπε για πρώτη και στερνή φορά να της πει Όχι. Έλα όμως που τη βλέπει τόσο να υποφέρει, που του ραγίζει η καρδιά.
Σηκώνεται απ’ τη σκληρή πλαστική καρέκλα, περπατά πάνω κάτω μέσα στο άχρωμο μικροσκοπικό δωμάτιο του νοσοκομείου, πηγαίνει και κάθεται και πάλι, αυτή τη φορά στο κρεβάτι, στο προσκεφάλι της. Τής χαϊδεύει απαλά τα γκρίζα μαλλιά, που άλλοτε ήταν μαύρα σαν του κορακιού, παρατηρεί το ρυτιδωμένο πρόσωπο, που ώρα την ώρα, όλο και πιο πολύ, παίρνει ν’ αποκτά το χρώμα του θανάτου, κοιτάει βαθιά στο ραγισμένα απέραντο μπλε των ματιών της και για μια ακόμη φορά βουρκώνει.
Δε θέλω να σε χάσω. Είσαι η ζωή μου. Μόνο εσένα έχω, της λέει. Κι εκείνη; Εκείνη που τώρα πια δεν έχει τη δύναμη καν να μιλήσει, κάνει μια απέλπιδα απόπειρα ν’ απλώσει τα χέρια της, να τον αγκαλιάσει. Μα, ούτε κι αυτό, δυστυχώς δεν το μπορεί. Αυτή και μόνο, η τόσο μικρή προσπάθεια την καταβάλλει. Αφήνεται απογοητευμένη, παραιτημένη, να πέσει και πάλι στο λευκό των ξεπλυμένων σεντονιών της και με το βλέμμα τού λέει όλ’ αυτά που θέλει να του πει, τα τελευταία, τα αμίλητά της λόγια. Τον παρακαλεί με όλη την ξεψυχισμένη δύναμή της, του επιβάλλει με σιωπηλή πειθώ την επιθυμία της. Δεν αντέχει πια, δεν μπορεί να φυτοζωεί. Όχι άλλο. Πρέπει να πεθάνει. Τώρα! Πρέπει τα βάσανά της να πάρουν ένα τέλος.
Σκύβει θλιμμένα ο Παναγιώτης. Φιλάει στοργικά το μέτωπο και τα στεγνά της χείλη. Της χτενίζει με τα ροζιασμένα γέρικά του δάχτυλα τα μαλλιά, για να ’ναι όμορφη – όπως ήταν πάντα. Της χαμογελάει με χείλη που ψιθυρίζουν αγάπη και φωνάζουν έρωτα, κι εκείνη αδύναμα του χαμογελάει τη δική της αφοσίωση. Παίρνει στα χέρια του ένα μαξιλάρι. Τα μάτια της ξαφνικά χρωματίζονται με μια απόκοσμη λάμψη. Επιτέλους, σκέφτεται, κι αφήνει ένα αναστεναγμό ανακούφισης να της ξεφύγει απ’ τα στήθια. Επιτέλους! Χαμηλώνει το μαξιλάρι στο πρόσωπό της και πιέζει με δύναμη.


Πέμπτη, 13 Νοεμβρίου 2008

Τρία πλάνα...

Ακολουθώντας το πέτρινο μονοπάτι
και ξεφεύγοντας λιγάκι απ' αυτό συναντάς
ένα νησάκι, απέναντι ακριβώς από τα πλατάνια
που ζώνουν τα Λουτρά της Αφροδίτης στην επαρχία Πάφου στην Κύπρο
Επιτέλους επιστροφή στο σπίτι έπειτα από ένα όμορφο εξουθενωτικό διήμερο. Περισσότερα για το χθες και το σήμερα αύριο, μαζί με τις απαντήσεις στα σχόλιά σας για την Καλή Πεθερά.
Βράδυ καλό



Τρίτη, 11 Νοεμβρίου 2008

Η Καλή Πεθερά

Την πιο κάτω ιστορία την είχα ανεβάσει στο μπλογκ με τα διηγήματά μου, το οποίο έχει βγει στη σύνταξη. Σήμερα είπα να την ανεβάσω κι εδώ ώστε να σας δοθεί η ευκαιρία να γνωρίσετε τον άλλο, τον σκοτεινό μου εαυτό. Καλή ανάγνωση...

Μου τόλεγε η καλή μου η πεθερά, αλλά εγώ ο βλάκας που να την ακούσω. Μην την παντρευτείς, παιδάκι μου, μου έλεγε. Μην την παντρευτείς. Αυτή είναι τρελή και θα σε τρελάνει και σένα. Κανείς δε γλίτωσε ποτέ απ’ τα νύχια της... Στ’ αλήθεια τότε πίστευα πώς με αντιπαθούσε η άγια εκείνη γυναίκα, πώς δεν ήθελε την αφεντιά μου για γαμπρό της και γι’ αυτό μου τα τσαμπουνούσε αυτά, για να ακυρώσει το γάμο μου με την κόρη της. Μα, έπεσα τόσο έξω, απόλυτα. Και τώρα, καθώς φέρνω στο νου μου τα παλιά, σκέφτομαι ξανά και ξανά πόσο στ’ αλήθεια πρέπει να μ’ αγαπούσε η καλή μου -ελαφρύ ας είναι το χώμα που τη σκεπάζει- για να προσπαθήσει να με προστατεύσει απ’ το βλαστάρι της.
Αλλά πλατειάζω. Το θέμα, το μόνο θέμα, είναι ότι είχε δίκιο. Απόλυτο δίκιο. Η Χριστιάνα ήταν τρελή, για δέσιμο, απλά εγώ ο ηλίθια στραβωμένος απ’ τη γλύκα του έρωτα, δεν είχα μάτια για να το δω. Με είχε αποπλανήσει, απόλυτα. Με είχε κάνει ένα ψυχαναγκαστικό δούλο του σπαρταριστού της κορμιού, ένα πιόνι στα ευχάριστα άνομα παιχνίδια της λαγνείας της, τα οποία εγώ αντιμετώπιζα σαν τις αντανακλάσεις μιας όλο πάθος αγάπης που δεν ήταν εκεί. Όχι, ποτέ της δε μ’ αγάπησε, τώρα το ξέρω, παρ’ όλα όσα ζήσαμε μαζί, παρ’ όλα όσα μοιραστήκαμε, παρά το ότι η μοίρα, η μεγάλη εκείνη μπαγαπόντισσα, μας ευλόγησε με δύο υπέροχα παιδιά.
Ό,τι και να συνέβαινε, ό,τι κι αν έχει συμβεί, η Χριστιάνα ήταν πάντοτε η Χριστιάνα. Και είναι ακόμη. Ακόμη και τώρα που φτάσαμε στο μέχρι εδώ και μη παρέκει. Όλα όσα έγιναν, όλα όσα θα γίνουν, είμαι σίγουρος ότι τα προέβλεψε, πώς αποτελούν μέρος του σατανικού της σχεδίου. Όλα τα προετοίμαζε από καιρό, με κάθε λεπτομέρεια, θέλοντας να μου δώσει ύστερα από τόσους αιώνες μίσους και μίζερης ζωής τη χαριστική βολή, να με τιμωρήσει επειδή δεν ήμουν τελικά αυτός που ήθελε, επειδή δεν έγινα αυτός που υπολόγιζε. Λες και ήταν εκείνη το όνειρο που μου υποσχέθηκε.
Πέρασα δύσκολα χρόνια μαζί της. Πιο δύσκολα απ’ ό,τι θα μπορούσε να φανταστεί κανείς. Οι μοναδικές χαρές που μου χάρισε ήταν οι κορούλες μας, δύο άγγελοι με μια μέγαιρα για μάνα. Είναι και κάποιες στιγμές παθιασμένου έρωτα που αναπολώ με κάποια νοσταλγία. Αλλά, από κει και μετά, τίποτα. Απολύτως τίποτα. Η υπόλοιπη ζωή μου μαζί της ήταν ένα δράμα. Ένα δράμα κακογραμμένο και σ’ επανάληψη.
Με απατούσε. Κατ’ επανάληψη. Τη συγχωρούσα. Κατ’ επανάληψη. Με κτυπούσε και μ’ έβριζε. Κατ’ επανάληψη. Την ηρεμούσα. Κατ’ επανάληψη. Αυτοκτονούσε. Κατ’ επανάληψη. Αποτύγχανε. Κατ’ επανάληψη.
Πάντα έτσι ήταν αυτή, παιδάκι μου, που νάχει την κατάρα μου, μονολογούσε η δόλια η μάνα της. Μας έφερνε τους γκόμενους στο σπίτι απ’ τα δεκατρία της και δε σήκωνε κουβέντα. Και στα δεκαπέντε προσπάθησε ν’ αυτοκτονήσει, το βούρλο, μετά από μια ερωτική απογοήτευση. Κατέβασε μια φούχτα ασπιρίνες, αλλά δε στάθηκαν αρκετές για να ξεκάνουν ετούτη την του διαόλου κάλτσα. Δεν ξέρω τι να σου πω, παιδάκι μου. Ίσως να ήταν της μοίρας σου γραφτό να δυστυχήσεις...
Ναι, έτσι ήταν. Της μοίρας μου γραφτό! Δέκα ολόκληρα κι οδυνηρά χρόνια ζήσαμε μαζί και στη διάρκειά τους δε θυμάμαι καν πόσες φορές προσπάθησε ν’ αυτοκτονήσει και με πόσους διαφορετικούς τρόπους. Τι χάπια υπνωτικά πήρε, τι βουτιές απ’ το μπαλκόνι έκανε, τι πτώσεις μπροστά από αυτοκίνητα, τι τις φλέβες της έκοψε... Η αλήθεια είναι ότι όντως προσπαθούσε πολύ να κόψει το νήμα της ζωής της, αλλά στο τέλος τέλος πάντα κάτι γινόταν και δεν τα κατάφερνε. Και για να σας πω το κρίμα μου, πρώτη φορά το εξομολογιέμαι αυτό, δεν είμαι και τόσο σίγουρος πώς ήθελε στ’ αλήθεια να τα καταφέρει. Μάλλον για επίδειξη το έκανε, για να φωνάξει την τρέλα της, για να πει σε όλο τον κόσμο πόσο υπέφερε, πόσο πονεμένη ήταν, για να το παίξει μοιραία γυναίκα. Εντάξει, δεν είμαι κι ο πιο έξυπνος άνθρωπος στον κόσμο, αλλά ετούτο το ξέρω στα σίγουρα: όταν κάποιος θέλει ν’ αυτοκτονήσει, απλά το κάνει. Έτσι δεν είναι;
Όπως και νάχει, έκανα υπομονή, για χάρη των παιδιών μας. Άντεχα την τρέλα της. Προσπαθούσα, όπως μπορούσα, με τα λειψά μου μέσα, να τη βοηθήσω, να την κάνω να έρθει στα συγκαλά της. Μα, που τέτοια τύχη. Δεν έπαιρνε από λόγια και παροτρύνσεις αυτή. Άσ’ την τρελή στην τρέλα της! με συμβούλευε η καλή μου η πεθερά, αλλά δεν την άκουγα. Την αγαπούσα ακόμη τη σιχαμένη. Όσα κι αν μου έκανε, όσα και αν υπέφερα εξ’ αιτίας της, και ήταν πολλά, ακόμη την αγαπούσα. Που θα πάει, θα της περάσει, σκεφτόμουνα, ηθελημένα κοροϊδεύοντας τον εαυτό μου.
Ωστόσο, δεν της πέρασε. Κι έτσι -κάλλιο αργά παρά ποτέ, θα έλεγε η ίδια- πέτυχε το στόχο της. Έκανε το κόλπο γκρόσο της, μου κατάφερε το τελειωτικό κτύπημα.
Ήταν γύρω στις έντεκα χθες το βράδυ όταν καθόμουνα στο σαλόνι με μια μπύρα συντροφιά και παρακολουθούσα με αγωνία τον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Το παιχνίδι ήταν συναρπαστικό, αλλά στα ίσα του, στο μηδέν-μηδέν, μέχρι το τελευταίο σχεδόν λεπτό, όταν η ομάδα μου κέρδισε πέναλτι. Πάνω που ο παικταράς μου ήταν έτοιμος να το εκτελέσει, κόπηκε το ρεύμα. Ε, όπως ορθώς μαντέψατε, διαολίστηκα. Άρχισα να βρίζω τη ΔΕΗ, θεούς και δαιμόνους, την κυβέρνηση, τη μαύρη μου την τύχη, και τα λοιπά τραγικά, μέχρι που αντιλήφθηκα ότι τα διπλανά διαμερίσματα είχαν φως και μόνο το δικό μας ήταν τυλιγμένο στο σκοτάδι. Πηγαίνω, λοιπόν, να ελέγξω μήπως έπεσε το αυτόματο και τι βλέπω λέτε; Τη Χριστιάνα ξαπλωμένη στο πάτωμα μ’ ένα κατσαβίδι στο χέρι, μπροστά από μια μαυρισμένη πρίζα. Προσπάθησε ν’ αυτοκτονήσει με ηλεκτροπληξία το βλαμμένο, αλλά για μία ακόμη φορά δεν τα κατάφερε. Ε, κι εγώ άνθρωπος είμαι, ηλίθιος αλλά άνθρωπος, τι κάνω, πήρα ανάποδες. Νιώθοντας να ξεχειλίζει από μέσα μου η οργή όλων αυτών των χρόνων, τη βούτηξα βίαια από χάμω κι άρχισα να την χτυπώ με δύναμη στον τοίχο. Μετά την έριξα και πάλι στο πάτωμα και την στραγγάλισα. Την σκότωσα για να ησυχάσω επιτέλους απ’ αυτήν, για να νιώσω κι εγώ ο δόλιος μιαν ώρα χαράς, για να λυτρωθώ απ’ την κατάρα της ύπαρξής της που με κατέτρεχε. Τι άλλο να έκανα, κυρ αστυνόμε; Τι άλλο; Τόσα χρόνια την ανέχτηκα, τόσα χρόνια υπέφερα για κείνη, τόσα παραστρατήματα της συγχώρεσα, ακόμη και τη ζωή μου της χάρισα, αλλά να χάσω τον τελικό; Να χάσω τον τελικό εξ’ αιτίας της; Αυτή ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Πάρτε με, κυρ αστυνόμε! Βάλτε με στη φυλακή. Χειρότερη απ’ τη ζωή μου μαζί της αποκλείεται να είναι. Και αυτό που θα σας πω, γράψτε το στα κιτάπια: δεν μετανιώνω γι’ αυτό που έκανα. Καθόλου δε μετανιώνω. Τουλάχιστον δε θα μεγαλώσουν τα αγγελούδια, τα κοριτσάκια μου, έχοντας σαν ζωντανό παράδειγμα εκείνη τη μουρλή. Το ξέρω, βαρύ είναι το τίμημα, μα εδώ που μ’ έχει φέρει εκείνη η συφοριασμένη, είμαι περισσότερος από πρόθυμος να το πληρώσω.
Αχ, γιατί να μη σε άκουγα τότε, καλή μου πεθερούλα, γιατί να μη σε πίστευα!


Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2008

Τα "φώτα" στη Γιορτή των Φώτων

Φανάρι προσευχή και αφιέρωμα σ' αυτούς που λείπουν
Της παρέλασης βασίλισσα μία

Τα φανάρια που στολίζουν την πλατεία Τα Πάε


Τα παιδιά που παρελαύνουν παραδοσιακά



Και η δεύτερη βασίλισσα
Σε ολόκληρη την Ταϊλάνδη γιορτάζουν αυτές τις ημέρες την παραδοσιακή Γιορτή των Φώτων (Λόι Κρατόγκ), η οποία σημάνει το τέλος της περιόδου των βροχών και την αρχή της ξηρής. Η γιορτή αυτή λαμβάνει χώραν πάντα στο τριήμερο της Πανσέληνου του Νοεμβρίου. Οι με διαφορά καλύτεροι εορτασμοί γίνονται στην Τσιανγκ Μάι, από όπου και οι φωτογραφίες. Είχα την τύχη να είμαι εκεί τα τελευταία τέσσερα χρόνια, αλλά φέτος τους χάνω αφού θα φτάσω στην πόλη με καθυστέρηση μιας βδομάδας. Δεν πειράζει. Μάλλον θα προλάβω τα Ανθεστήρια του Φεβρουαρίου, τα οποία ποτέ πριν δεν είχα τη χαρά να δω.




Κυριακή, 9 Νοεμβρίου 2008

Φωτο-καλημέρα

Γαζέλες στη Χαράρε της Ζιμπάμπουε
Δειλινό στο Μαπούτο της Μοζαμβίκης


Σε πλατεία της Χαράρε

Πριν πέσει ο ήλιος στο Μαπούτο




Μια χορτασμένη λιονταρίνα στη Σουαζιλάνδη




Σάββατο, 8 Νοεμβρίου 2008

Το ψεύτικο χαμόγελο

Ξεθαμμένο κι αυτό απ’ τα συρτάρια του χρόνου

Φόρεσε το ψεύτικο χαμόγελό της και κίνησε για την πόλη.
Σάββατο βράδυ κι οι σκιές πληθύνανε.
Βρήκε τις φίλες, έφαγαν, μίλησαν, πήγαν στους φίλους.
Το πρόγραμμα περιελάμβανε ποτό και χορό
Μέχρι τελικής πτώσης – όπως πάντα.
Τα είπαν, τα ήπιαν και χόρεψαν με τα ξέκωλά τους
Πάνω στα φθαρμένα τραπέζια ενώ οι
Ματάκηδες κρατούσαν τσίλιες.
Και σαν όλα τέλειωσαν πήρε ο καθείς το δρόμο του.
Άλλοι προς τα κρεβάτια του έρωτα
Άλλοι προς τα δωμάτια της συνήθειας
Κι άλλοι προς εξόντωση κάθε πετούμενου στον ουρανό.
Εκείνη τράβηξε προς την κάμαρα της μοναξιάς
Έβγαλε τη μάσκα χαμογέλιου και
Βούλιαξε στο κρεβάτι των δακρύων.
Βαρύ πράμα η μοναξιά και θάνατος η συνήθεια,
Κι αυτή μάταια περιμένει το καλύτερο αύριο που
Μάλλον ποτέ δε θα ’ρθει.
Είναι Σάββατο βράδυ και πάλι και οι σκιές
Παίρνουν αβίαστα να πληθαίνουν.
Σε λίγο θα φορέσει το ψεύτικο χαμόγελό της
Και θα κινήσει για την πόλη.

Πέμπτη, 6 Νοεμβρίου 2008

Αναμνήσεις ΙΙ

Αυτό το «αχαρακτήριστο» κείμενο γράφτηκε τον Οκτώβριο του 1995 στην Ελούντα (είδες τα σημειωματάρια;). Το αποκαλώ «αχαρακτήριστο» αφού δεν μπορώ να το περιγράψω αλλιώς.

Κάθομαι στο πάρκο σχεδιάζοντας τις αναμνήσεις του αύριο.
Ο ήλιος, πήρε κι αυτός αναβολή, αλλά το σκοτάδι που απλώνεται τριγύρω είναι διάφανο.
Η καμπάνα κτυπά για τις ώρες που πέρασαν και γι’ αυτούς που δεν ήρθαν.
Τα παιδιά, στην παιδική χαρά γιορτάζουν το σήμερα, το αυριανό χθες.
Ο σκύλος κυνηγά το λουρί του που συνοδεύει μια γυναίκα προς την έξοδο.
Η εφημερίδα παρατημένη στο παγκάκι φωνάζει ότι κάποτε υπήρξε.
Τα κοράκια ψάχνουν το νωπό νόστιμο κρέας σε πεδία μαχών, που ακόμη δεν στήθηκαν.
Τα γεράκια ετοιμάζονται να τα στήσουν.
Το κοριτσάκι με την κούκλα διαβάζει για χιλιοστή φορά το γράμμα χωρίς αποστολέα.
Κι εγώ, κάθομαι ακόμη στο πάρκο και σχεδιάζω τις αναμνήσεις του αύριο.
Η εικόνα παρμένη από εδώ...

Τετάρτη, 5 Νοεμβρίου 2008

Αναμνήσεις Ι

Ξεφυλλίζοντας τα τετράδια του χθες μου βρίσκω αποκόμματα μιας ζωής ξεχασμένης. Και με μεγάλη έκπληξη ανακαλύπτω πόσο λίγο άλλαξα στο πέρασμα του χρόνου. Ωρίμασα λίγο, έγινα λίγο πιο σκληρός, αλλά κατά βάθος έμεινα ο ίδιος «παρανοϊκός» (όπως έλεγα) που πάντα ήμουνα. Πάντα για τις ψυχές και τις φυγές έγραφα, πάντα για τα ταξίδια, και πάντα -μα πάντα- αμπελοφιλοσοφούσα. Ιδού ένα δείγμα από το άδοξο παρελθόν μου (από το 1995 νομίζω):

Ψάχνεις τη χαμένη ευκαιρία χωρίς να σκέφτεσαι ότι
Αφού είναι χαμένη είναι αδύνατον να βρεθεί.
Κάνεις μεγάλα σχέδια για το μέλλον ενώ δεν ξέρεις καν
Αν αύριο θα ξημερώσει και για σένα.
Προδίδεις όλα στα όποια κάποτε πίστευες
Για να πας μπροστά με την όπισθεν.
Καταδίδεις τον εαυτό σου στην Αστυνομία του Νου
Που ονομάζουν «πρέπει».
Τρέχεις σαν τρελός να προλάβεις τα πάντα και
Χάνεις τη ζωή την οποία ήδη προσπέρασες.
Αγωνίζεσαι για το καλύτερο αύριο που
Μεθαύριο θα είναι χθες.
Κάνεις πολυεθνικά όνειρα σε ασπρόμαυρο φόντο ενώ
Ζεις μέσα σε ιριδίζοντα χρώματα που δεν βλέπεις.
Παραδίδεσαι σε πάθη που δεν είναι δικά σου και τα οποία
Ποτέ δε θα νιώσεις στ’ αλήθεια.
Παραδέχεσαι τα λάθη σου κι ας είναι
Λάθη υιοθετημένα.
Τι θα έλεγες -έτσι γι’ αλλαγή- ν’ αρχίσεις να ζεις;

Τρίτη, 4 Νοεμβρίου 2008

Εικόνες από το... μέλλον!

Νυχτερινά συντριβάνια

Νυχτερινή αγορά
Οι δράκοι του Τσέτι Λουάνγκ



Συντριβάνι κι ηλιοβασίλεμα



Τείχη και συντριβάνια
Σε δυο βδομάδες θα βρίσκομαι στην αγαπημένη μου Τσιανγκ Μάι




Δευτέρα, 3 Νοεμβρίου 2008

Ήθελα να σου γράψω ένα γράμμα...

Ήθελα να σου γράψω ένα γράμμα
-όπως έκανα παλιά-
και να σ’ ευχαριστήσω δημόσια για
όλα τα χαστούκια που μου έδωσες
και για τα άλλα που στο μέλλον
θα ευχόμουν να μου δώσεις.
Ήθελα να σου γράψω ένα γράμμα
για να σου πω
-γραπτή παραδοχή-
ότι τώρα πια κάθομαι και οδυνηρά θρηνώ
για όλους εκείνους τους μεγάλους έρωτες
που άφησα μέσα μου να σβήσουν.
Ήθελα να σου γράψω ένα γράμμα
για να θυμηθώ και να σου θυμίσω
όλα όσα ζήσαμε μαζί
κι όσα θελήσαμε να ζήσουμε
μα, υπεύθυνοι της καταδίκης μας,
δεν καταφέραμε ποτέ να πλησιάσουμε.
Ήθελα να σου γράψω ένα γράμμα
απολογισμό του χάους της ύπαρξής μας
γιομάτο μ’ αλήθειες μεγάλες και πικρές
εικόνες όμορφες και στην ανάμνηση οδυνηρές
της κοινής μας πορείας ταφόπλακα
και αναγέννηση.
Ήθελα να σου γράψω ένα γράμμα
-όλα να τα θυμηθώ και να τα ομολογήσω-
όχι ζητώντας τη συγχώρεση
ούτε ψάχνοντας τη λύτρωση
απλά γυρεύοντας το δρόμο εκείνο τον άγνωστο που
αμετάκλητα βγάζει προς το φως.
Ήθελα να σου γράψω ένα γράμμα...

Κυριακή, 2 Νοεμβρίου 2008

Του κόσμου τα γκράφιτι ΙΙΙ

Στη Λευκωσία
Λεπτομέρεια από τοιχογραφία, επίσης στη Λευκωσία


Είναι "καλύτερος" ή "καλύτερα, στην Τσιανγκ Μάι της Ταϊλάνδης


Ζωγραφισμένο γήπεδο στην Έννα της Σικελίας



Στο χωριό Κατύδατα στην Κύπρο




Σάββατο, 1 Νοεμβρίου 2008

Του κόσμου τα γκράφιτι ΙΙ

Στο Σαντιάγο της Κούβας
Όχι γκράφιτι, αλλά ζωγραφιά σε κορμό δέντρου στη Ρόδο.


Κάθε άλλο παρά γκράφιτι στη Λευκωσία


Ο τρόμος κρύβεται κάτω από μία γέφυρα. Στη Λευκωσία και πάλι.


Ο περήφανος Τσε σε τοιχογραφία στην Μπαρακόα της Κούβας