Παρασκευή, 30 Ιανουαρίου 2009

Μπανάνα Γιοσιμότο – Ατάκες

Εύχομαι να υπήρχε κάποιος, σαν Θεός ή κάποιος άλλος, που να είχε την ευθύνη για το τι συμβαίνει σ’ αυτό τον κόσμο... Αλλά, δεν υπάρχει ανώτερη δύναμη, έτσι πρέπει να τα κάνουμε όλα μόνοι.

- Θα ήταν σαν να πέθαινες.
- Μα για τι πράγμα μιλάς;
-Αν έχανες τις αναμνήσεις σου.

Οι αναμνήσεις είναι σαν ενέργεια, κι αν δεν αποφορτιστούν, θα μείνουν να σε στοιχειώνουν.

Εκείνος κι εγώ ταιριάζαμε τόσο πολύ, σαν το στριφογύρισμα του συμβόλου Γιν/Γιανγκ. – η σκληρή ελαστικότητά του και η ελαστική σκληρότητά μου.

Θα βγω με τον Ακίρα και θα ξεχάσω, για λίγο, τη θλίψη που συνοδεύει τη ζωή. Θα υποκριθώ για μια στιγμή ότι η λύπη μου ίσως κάποια μέρα εξαφανιστεί.

Για κάποιο λόγο ποτέ δεν μπορούσα να νιώσω άνετα. Ήμουνα λυπημένη όλη την ώρα, πάντα αφηρημένη και σκεφτόμουνα κάποιο άλλο μέρος, κάπου μακριά.

Είναι ευλογία να έχεις μια φλόγα στην ψυχή, κάτι άγριο.

Πολλές φορές όταν οι σχέσεις είναι υπερβολικά τέλειες, το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να βάλεις ένα τέλος σ’ αυτές.

Κανείς δεν μπορεί να επιβιώσει απ’ την παιδική του ηλικία χωρίς πληγές.

Για πρώτη φορά μπόρεσα να βγω απ’ τη φανταστική μου θέση στο κέντρο του σύμπαντος και να δω τον εαυτό μου σαν μέρος ενός κόσμου μεγαλύτερου.

Το ποτάμι έχει τη δύναμη να καθοδηγεί τη μοίρα. Νομίζω ότι η φύση, τα κτήρια, και οι οροσειρές έχουν κάποια επίδραση στις ζωές μας. Όλα διασταυρώνονται και συνδέονται μεταξύ τους. Ανάμεσα σ’ αυτή τη μάζα δυνάμεων επιβίωσα, και θα συνεχίσω να ζω, όχι από δική μου επιλογή.

Βιαστικές μεταφράσεις από τα αγγλικά από τη συλλογή διηγημάτων Lizard. Παρουσίαση του βιβλίου μπορείτε να βρείτε εδώ...

Πέμπτη, 29 Ιανουαρίου 2009

Ερωτοδίνη - Τέλος

Επιτέλους, τέλειωσα με τη συγγραφή του βιβλίου. Δυστυχώς, τέλειωσα... Χαρά και λύπη μαζί. Είναι σαν ν' αφήνω πίσω κάποιους φίλους μου παλιούς κι αγαπημένους και τώρα ζω στο κενό, προτού βγω και πάλι στο φως για ν' αναζητήσω κάποιους άφθαρτους και νέους. Ακολουθεί η τελευταία παράγραφος του κειμένου, από ένα κεφάλαιο που φέρει τον τίτλο "Αρχή Εποχής"

Ο χρόνος θα περάσει γρήγορα κι αργά, όπως πάντα, και θ’ αφήσει πίσω του αχνάρια. Κάποια θα είναι της ζωής και κάποια άλλα της απώλειας. Τελικά, ίσως να μην είναι τα διαφορετικά μονοπάτια που ακολουθούμε στη ζωή εκείνα που μας σημαδεύουν, αλλά οι διαφορετικές οπτικές μας γωνίες. Μάθε να βλέπεις, θα έπρεπε να ήταν τα πρώτα λόγια που θ’ ακούγαμε πηγαίνοντας στο σχολείο. Μάθε να ακούς, τα δεύτερα. Εκείνος που μαθαίνει από παιδί να βλέπει και ν’ ακούει αληθινά αποκλείεται να χάσει ποτέ το δρόμο του. Αφού θα τον έχει καλά σημαδεμένο, χαραγμένο μέσα του, με δυο αισθήσεις. Άλλοι λένε πώς ένα ταξίδι είναι η ζωή και άλλοι πώς είναι κύκλος. Έχουν όλοι δίκιο, μα και άδικο. Μια αλήθεια είναι απλά η ζωή, και σαν τέτοια πρέπει να την παίρνουμε, για να μη βουλιάζουμε στις εναλλακτικές της ψευδαισθήσεις. Αλλά, είναι και βεγγαλικό, και σαν τέτοιο πρέπει να φτάνουμε να το χαρούμε σε όλα τα χρώματά του, προτού σβήσει στον ουρανό. να το αφήσουμε να χαράξει την ομορφιά του μέσα μας και να τη μεταμορφώσει σ’ αγάπη. Κι αυτή την αγάπη να τη μοιραστούμε, σαν νέκταρ που ποτέ δεν τελειώνει, με τους γύρω μας. Η κάθε εποχή έχει το τέλος της, κι η κάθε εποχή την αρχή της. Στο χέρι μας είναι, τελικά, να βάψουμε την καθεμιά, με όποια χρώματα της ταιριάζουν. Να τη ζωγραφίσουμε σαν τον κόσμο των ονείρων μας, ή να τη χαράξουμε σαν τους εφιάλτες, που μας κατατρέχουν.

Η εικόνα είναι κλεμμένη από δω


Τετάρτη, 28 Ιανουαρίου 2009

Στη φυλακή για ένα γκράφιτι

Η Νήσος των Αγ(ρ)ίων έγραψε και πάλι. Ποια είν' αυτή; Μα το κέντρο του κόσμου φυσικά, η Κύπρος μας, όπου ζωγράφος συνελήφθηκε για το απόλυτο έγκλημα: Ζωγράφισε μια νεράιδα σε τοίχο εγκατελημμένου κτηρίου.
Αντιγράφω την είδηση από τον Πολίτη:

Τον Μάρτιο προγραμματίζει να φιλοτεχνήσει το μεγαλύτερο γκράφιτι του κόσμου, στο Μόλο της Λεμεσού. Μέχρι τότε όμως, έχει να αντιμετωπίσει την κυπριακή δικαιοσύνη, καθώς η Αστυνομία, αντιμετωπίζοντάς τον σαν βάνδαλο, του πέρασε χειροπέδες και του απηύθυνε κατηγορίες για ένα γκράφιτι που δημιούργησε στον τοίχο ενός παλιού κτηρίου, στην παλιά Λευκωσία.
Η περιπέτεια του 26χρονου Αχιλλέα Μιχαηλίδη (γνωστού και ως «Paparazzi» σε όσους ασχολούνται με το είδος - www.paparazziart.com), ξεκίνησε ένα απόγευμα, πριν από δέκα περίπου μέρες. Περνώντας έξω από το τέρμα της Ονασαγόρου, πρόσεξε ένα παλιό κατάστημα της Λαϊκής Τράπεζας, άδειο σήμερα, στους τοίχους του οποίου ήταν γραμμένα διάφορα συνθήματα, ποδοσφαιρικού, αναρχικού περιεχομένου κ.ά.. Χωρίς δεύτερη σκέψη, κατευθύνθηκε προς το αυτοκίνητό του, εκεί κοντά, πήρε κάποια σπρέι που είχε κρατημένα και ξεκίνησε να ζωγραφίζει στον τοίχο μια νεράιδα. «Σκέφτηκα να κάνω κάτι όμορφο που θα ταίριαζε αισθητικά στην πόλη. Η περιοχή είναι λίγο διαφορετική από την υπόλοιπη πόλη, τουριστική και συγκεντρώνει πάρα πολλούς νέους», σχολιάζει ο ίδιος για το έργο του, το οποίο αυθόρμητα βάφτισε «Χορεύοντας με τις νεράιδες».

Η συνέχεια στην εφημερίδα

Τρίτη, 27 Ιανουαρίου 2009

Κυκλοφορούν οι νέες "Ρωγμές"

Στο τεύχος 12 των «ρωγμών», φιλοξενείται αφιέρωμα στο λόγο , το έργο, τη ζωή του ποιητή που "Είναι χρεωμένος τόσες σκληρότητες" αλλά έφυγε. Του ποιητή που έγραφε: «Τα βράδια έριχνα όλες μου τις σκέψεις απ' το παράθυρο μήπως και βρουν το δρόμο οι χαμένοι ταξιδιώτες"
Σε μια εποχή σαν την δική μας, που ο άνθρωπος εξοβελίζεται από την ίδια του τη ζωή, που απαρνιέται κάθε ουσιαστική του ανάγκη προκειμένου να εξυπηρετήσει κάθε «εκ των έξω» επιβαλλόμενη ευχαρίστηση, σε μια εποχή που ο άνθρωπος μοιάζει αποπροσανατολισμένος και εξοστρακισμένος από την πιο δική του ζωή, τα λόγια του Τάσου Λειβαδίτη σημαίνουν τόσο επίκαιρα όσο ποτέ: «Οι άνθρωποι βιάζονται: έγνοιες, βιοτικές συνθήκες, όνειρα, συμβιβασμοί – που καιρός να γνωρίσουν τη ζωή τους».
Στο συνεχιζόμενο άρθρο για τις γυναίκες καλλιτέχνιδες στην ιστορία της Τέχνης, στο παρόν τεύχος διερευνάται η γυναικεία παρουσία στην περίοδο της Αναγέννησης.
Μια τολμηρή κριτική διάνοια, σε κάθε θέμα που διαπραγματεύτηκε και συνέβαλε συνέβαλε στη διαμόρφωση της πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής σκέψης τριών γενεών αναλύεται, ο Ιρλανδός Τζόρτζ Μπέρναντ Σο.
Ακόμα φιλοξενούνται δύο μικρά αφιερώματα για τον ποιητή της μοναξιάς Ράινερ-Μαρία Ρίλκε και για τον επαναστάτη ποιητή Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι.
Ειδικό αφιέρωμα ξεκινάει, για την έννοια αυτού που ονομάζουμε «Κακό» και την ποιητική του «Κακού».
Επίσης, μ’ ένα μικρό αφιέρωμα στο «Ριζίτικο τραγούδι», καθρεφτίζεται η φιλοσοφία και το περιεχόμενο του ποιητικού είδους, που δημιούργησε διαχρονικά ο Κρητικός λαός.
Στις σελίδες ποίησης – λογοτεχνίας, πολλά χέρια δίνουν το αίμα τους, να προχωρήσει τούτος ο κόσμος.

υ.γ. Σ' αυτό το τεύχος φιλοξενείται μια απ' τις Εγκληματικά Ασύστολες ιστορίες μου με τίτλο "Λύτρωση"

Κυριακή, 25 Ιανουαρίου 2009

Ερωτική Ψύχωση

Εγκληματικά Ασύστολα θα κινηθούμε κι αυτή την Κυριακή.

Όχι, δε θα την αφήσει να του φύγει. Δε θα την αφήσει να τον εγκαταλείψει. Ποτέ! Είναι η γυναίκα της ζωής του. Η μοναδική. Ένα θείο δώρο που δε χορταίνει να απολαμβάνει, που τον κάνει να νιώθει όμορφα, που τον ανυψώνει, που του δίνει στα μάτια του κόσμου ανυπολόγιστη αξία. Σαν κι εκείνη καμιά άλλη δεν τον καταλαβαίνει, καμιά δεν τον νιώθει, καμιά δεν τον κάνει να ονειρεύεται. Κι όμως την ξέρει από πάντα.
Μεγάλωσαν μαζί με την Τερέζα, την όμορφή του. Έπαιξαν τα ίδια ανούσια, αλλά πολύ συναρπαστικά παιχνίδια, κάθισαν στα ίδια θρανία της πλήξης, είδε ο ένας τον άλλο να μεταμορφώνεται μαγικά στο πέρασμα του χρόνου, μοιράστηκαν για χρόνια πολλά κοινά μυστικά. Κάτι σαν δίδυμοι, Διόσκουροι, ήταν άλλοτε, στις εποχές των πιο γλυκών του αναμνήσεων. Και είναι ακόμη. Ή μάλλον νομίζει πως είναι, αφού τώρα πια για τίποτα δεν είναι σίγουρος.
Άλλαξε η Τερέζα μου. Άλλαξε! σκέφτεται μ’ ένα παράπονο πικρό ο Γιάννης, κι αναπολεί μ’ ένα φύσημα πόνου στην καρδιά, τις παλιές καλές μέρες, τότε που ήταν μικροί, τότε που η καλή του δεν έφευγε στιγμή απ’ το πλευρό του. Τώρα, νιώθει προδομένος και μόνος -με παράτησε- και παίρνει να φτιάχνει στο θολωμένο απ’ τον αιώνιο έρωτα μυαλό του, διάφορα σενάρια εκδίκησης, αν και στ’ αλήθεια δεν έκανε ποτέ κάτι για να τον βλάψει. Το μόνο κρίμα της, η μοναδική της αμαρτία είναι ότι απλά αποφάσισε να ακολουθήσει το δικό της δρόμο στη ζωή.
Γελά τώρα. Είναι ευτυχισμένη, αναλογίζεται με παράπονο πικρό, κι έμενα μ’ έχει πια ολότελα ξεχάσει. Τα έχει διαγράψει όλα, η άκαρδη. Όλα όσα ζήσαμε, όλα όσα κάναμε και μοιραστήκαμε.
Μα, είναι τυφλή; Στ’ αλήθεια τυφλή; Δεν βλέπει, δεν καταλαβαίνει, πόσο πολύ την αγαπάει; Δεν αντιλαμβάνεται πόσα σημαίνει για κείνον; Αν της μιλήσει, ίσως... Αλλά, όχι. Δεν μπορεί να το κάνει αυτό. Ξέρει πολύ καλά ποια θα είναι η άμεση αντίδρασή της. Θα τον αποπάρει. Θα του κόψει μεμιάς το βήχα και θα τον κοιτάξει έντονα, μ’ εκείνο το πολύ λυπημένο της το βλέμμα, που τόσο μισεί. Τα απεχθάνεται τα μάτια της. Τα λατρεύει τα μάτια της. Μια ολόκληρη ζωή τα κουβαλεί μέσα του, σα δίδυμους ήλιους που του φωτίζουν το δρόμο. Λατρεύει και τα χαμόγελά της. Τα χαμόγελα των αναμνήσεών του, δηλαδή, αφού τώρα πια όταν είναι μαζί δε χαμογελά, παρά μόνο πικρά δακρύζει.
Πάει καιρός πολύς που έπαψε να του μιλά και ας τη βλέπει, σιγοσβήνοντας από τον πόθο, κάθε μέρα. Σίγουρα βρήκε κάποιον. Σίγουρα βρήκε κάποιον άλλο. Γιατί; Γιατί είναι έτσι; Πώς μπορεί να σκέφτεται μόνο τον εαυτό της; Γιατί δε νοιάζεται λίγο και για κείνον;
Να ’την! Να ’την που προβάλλει στη χωματένια αυλή. Δείχνει χαρούμενη σα φρέσκια αμαρτία. Το πρόσωπό της λάμπει. Μιμείται λες το φως του ήλιου. Νιώθει το πυρωμένο βλέμμα του απάνω της, τον βλέπει που παραφυλά και τα χαρακτηριστικά της σκληραίνουν, τα μάτια της συννεφιάζουν. Προσπαθεί να μην του δώσει καμία σημασία, θέλει να του δείξει με τον πιο εκκωφαντικό τρόπο πώς δεν τον έχει συγχωρέσει γι’ αυτό που έκανε τις προάλλες. Αλλά, τι έκανε κι αυτός ο κακομοίρης; Τίποτα το τραγικό. Απλά την ακολούθησε για να δει που θα πάει – η τρέλα του έρωτα τον οδηγούσε. Κι εκείνη τον είδε. Και του έβαλε τις φωνές. Και τον έβρισε. Τον έβρισε άγρια. Ασύστολα. Και μετά του γρατσούνισε με τα νύχια και του μάτωσε τα μάγουλα. Η ζωή είναι δική μου, παλιομαλάκα, του πέταξε με περισσή οργή, όπως στέκονταν εκεί, στη μέση του δρόμου. Παλιομαλάκα! Ναι, έτσι τον αποκάλεσε. Και του άξιζε. Απλά εκείνος δεν το ήξερε. Τίποτα δεν ήξερε εκείνος. Τίποτα πέρα από την ψύχωσή του. Την αγαπούσε, κι αυτό του έφτανε. Την αγαπούσε, κι η αγάπη του αυτή δικαιολογούσε τα πάντα.
Και τώρα; Τώρα που τη βλέπει να περνά σαν οργισμένο αερικό από μπροστά του και να τον αγνοεί επιδεικτικά, νιώθει κάτι μέσα του άξαφνα να σπάει και να γίνεται χίλια αόρατα, μα οδυνηρά, κομμάτια. Μια οργή ακατάληπτη αρχίζει να πυρπολεί όλο του το είναι. Δε θα σε αφήσω να μου φύγεις, ψιθυρίζει μέσα από τα δόντια του. Τη θέλει τόσο. Τον σκοτώνει τόσο. Το ξέρει, το νιώθει μέσα του βαθιά, ότι θα φθάσει στ’ άκρα για το χατίρι της, κι ότι ο δρόμος που θα πάρει θα ’ναι επικίνδυνος, δίχως επιστροφή, αλλά δεν τον νοιάζει.
Μια σκέψη άνομη τριβελίζει το μυαλό του, σαν πληγή, σαν προσδοκία. Μια σκέψη βάφει με μπογιά μαύρη, σκοτεινή, τον κόσμο του και το γεμίζει ελπίδα. Ξέρει τι να κάνει! Ξέρει τι πρέπει να κάνει για να την κερδίσει ξανά. Για να γίνει και πάλι δική του. Δική του; Μα, ποτέ δεν ήταν στ’ αλήθεια δική του, σε κανέναν δεν ανήκε. Πάντα ανεξάρτητη, ελεύθερη, κι απόλυτο αφεντικό του εαυτού της ήταν η Τερέζα, κι ας μην το κατάλαβε ποτέ αυτός.
Βάζει το νου του να δουλέψει. Καταστρώνει ένα σχέδιο. Ένα σχέδιο σατανικό.

Άλλαξε! Άλλαξε βαθμιαία, αλλά πολύ, τον τελευταίο καιρό ο Γιάννης. Σιγά-σιγά άρχισε να γίνεται λίγο πιο καλός, λίγο πιο ανεκτικός, λίγο πιο χαμογελαστός και ανοικτόκαρδος. Κι η Τερέζα ευγνωμονεί την τύχη της γι’ αυτό, αφού την είχε κουράσει πολύ με τα καμώματά του τους προηγούμενους μήνες. Την είχε εκνευρίσει πολύ. Γι’ αυτό και έκανε καιρό να του μιλήσει. Για να τον πληγώσει, έστω λίγο, και να τον κάνει να αντιληφθεί το λάθος του. Για να καταλάβει ότι τη ζωή της την ορίζει η ίδια και πως δεν του πέφτει κανένας λόγος στις επιλογές της. Ναι, τον αγαπά -πώς θα μπορούσε να μην τον αγαπά, άλλωστε- αλλά, μέχρι εκεί. Τίποτα περισσότερο. Απ’ ό,τι φαίνεται το έμαθε το μάθημά του. Γι’ αυτό άλλαξε. Γι’ αυτό σταμάτησε να την ενοχλεί. Επειδή δεν ήθελε να τη χάσει ολότελα. Ποιος ξέρει; Ίσως να μπορέσουν και πάλι να γίνουν όπως παλιά, οι καλύτεροι φίλοι, δύο άτομα που μοιράζονται όλες τους τις λαχτάρες, όλα τα ένοχα μικρά μυστικά, που δεν έχουν τίποτα να κρύψουν ο ένας απ’ τον άλλο.
Είναι χαρούμενη, ευτυχισμένη, τώρα η Τερέζα. Επιτέλους, σκέφτεται, αγαπώ και αγαπιέμαι διπλά. Ναι, αγαπιέται διπλά. Από τον Γιάννη, αλλά -και κυρίως- κι από τον ερωτικό της σύντροφο, τον γλυκό της τον Μιχάλη. Τους θέλει να είναι φίλοι. Τους θέλει να γίνουν φίλοι οι δύο άντρες της ζωής της. Ωστόσο, κάτι προς το παρόν της λέει, να κρατήσει μια πισινή. Κάτι την αποτρέπει να μιλήσει σ’ εκείνον για το μεγάλο της ζωής της έρωτα. Όχι ακόμη, σκέφτεται. Δεν είναι έτοιμος να δεχτεί κάτι τέτοιο!
Ο Γιάννης τη διαβάζει, πολύ καλά, σαν ένα βιβλίο που έγραψε λες ο ίδιος. Μαντεύει την κάθε της σκέψη, προφητεύει την κάθε της κίνηση και χαμογελά. Από μέσα του, κρυφά και υποχθόνια, χαμογελά. Όλα πηγαίνουν καλά. Σύμφωνα με το σχέδιο που έχει βάλει σ’ εφαρμογή κι ακολουθεί πιστά. Άρχισε και πάλι να τον εμπιστεύεται. Άρχισε και πάλι λίγο να τον αγαπά. Τίποτα και κανείς πια δε θα σταθεί εμπόδιο στον καλά χαραγμένο δρόμο του, θα γίνει δικιά του ξανά, όπως ήταν πάντα, αλλά αυτή τη φορά ολοκληρωτικά. Κλείνει τα μάτια και φέρνει στη σκέψη του, μ’ ένα ρίγος συγκίνησης, το αρμονικό σχήμα του κορμιού της. Το βλέπει εκεί γυμνό, αμόλυντο, αφημένο με πίστη στην αγκαλιά του. Το βλέπει να γίνεται ένα με το δικό του για πρώτη φορά, να γίνεται δικό του παντοτινά. Την ύπαρξή του πλημμυρίζει τώρα μια απερίγραπτη, μοναδική, αίσθηση ευδαιμονίας. Έτσι είναι, άραγε, η ευτυχία; ρωτά το μέσα του απορημένος, αλλά φυσικά δεν περιμένει να πάρει καμία απάντηση. Έτσι κι αλλιώς σύντομα θα ξέρει.
Την ακολουθεί προσεκτικά, από απόσταση. Την παρακολουθεί στενά κάθε βράδυ. Μαθαίνει σιγά-σιγά όλα τα στέκια της, ποιες είναι οι φίλες της, βλέπει εκείνον τον άθλιο, τον εραστή της. Αλλά, δεν οργίζεται καθόλου. Παραμένει ήρεμος και συνεσταλμένος και περιμένει την ευκαιρία που, δεν μπορεί, κάποια στιγμή σίγουρα θα του δοθεί, χρυσή ανταμοιβή για την υπομονή του.

Κάθεται έξω απ’ το παράθυρο του υπνοδωματίου της και την κρυφακούει καθώς μιλά μ’ εκείνον στο τηλέφωνο. Γλυκόλογα, γέλια και χαζοχαρούμενες υποσχέσεις. Και το ραντεβού! Θα τα πούμε απόψε, αγάπη μου... Απόψε, λοιπόν!

Τους περιμένει. Για ώρες. Δίχως να βιάζεται. Χωρίς να βαρυγκωμεί. Τους περιμένει να φύγουν απ’ το μπαράκι και, προσεκτικά όπως πάντα, τους ακολουθεί. Πηγαίνουν στο σπίτι του. Μια παλιά, σχεδόν αρχοντική, τετραώροφη πολυκατοικία. Βλέπει ν’ ανάβει το φως στο ρετιρέ. Λεφτάς ο τύπος, σκέφτεται και χαμογελά ειρωνικά στο είδωλό του στο καθρεφτάκι του αυτοκινήτου. Περιμένει. Ο χρόνος κυλά αργόσυρτα και η πόλη βυθίζεται όλο και πιο βαθιά στη σιγή. Περιμένει. Βαριέται. Θέλει να φύγει. Δεν το κουνάει ρούπι. Περιμένει. Τους βλέπει, επιτέλους, να βγαίνουν απ’ την είσοδο αγκαλιασμένοι -τα πιτσουνάκια μου- να μπαίνουν στο αυτοκίνητό του και να φεύγουν. Περιμένει. Παίρνει να γλυκοχαράζει και βλέπει μια ροζ απόχρωση ν’ απλώνει τα πλοκάμια της στον ελαφρά συννεφιασμένο ουρανό. Το κρύο γίνεται πια αφόρητο. Νυστάζει. Περιμένει. Τον βλέπει να καταφθάνει και να σταθμεύει το αυτοκίνητό του. Τώρα πια δεν περιμένει. Βάζει μπρος το δικό του κι αρχίζει να το οδηγεί αργά πολύ προς το μέρος του. Καθώς τον βλέπει να διασταυρώνει το δρόμο πατάει τέρμα το γκάζι.

Την κρατά σφικτά, τρυφερά, με στοργή στην αγκαλιά του και την παρηγορεί. Την παρηγορεί με την αγάπη που ξεχειλίζει απ’ την καρδιά του για κείνη. Μόλις έχασε τον άνθρωπό της. Τον χρειάζεται τώρα πολύ. Δεν έχει άλλον κανένα στον κόσμο. Είναι, επιτέλους, δικιά του. Όχι απόλυτα, όχι ακόμη, αλλά δικιά του. Η Τερέζα. Ο μεγάλος του έρωτας. Η ετεροθαλής αδελφή του.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ


Σάββατο, 24 Ιανουαρίου 2009

Φωτο-Σάββατο

Ναοί στο σούρουπο
Βιβλιόφιλη γάτα
Όλες οι γλάστρες
Βασικό, Γουάτσον...
κι οι δράκοι στο Τσέτι Λουάνγκ

Απ' την Τσιανγκ Μάι μου σήμερα οι εικόνες

Πέμπτη, 22 Ιανουαρίου 2009

Ξημέρωσε Άδη

Κάτι αλλιώς κι αλλιώτικο σήμερα:
Νυχτοπατώντας έφυγε
αφήνοντας πίσω του ανάσες αγάπης
θραύσματα πόνου ελπίδες επιστροφής.
Σκοτάδι πικρό
κόλαση άδειας φαντασίας
πλαισιωμένη από
αιμάτινο κάδρο δακρύων.
Φτερούγες ραγίζουν κάποτε τη σιωπή
σκιρτώντας αναμνήσεις κόκκινης καρδιάς
μονάχης
κλωτσοσκούφι στις ορμές του χρόνου.
Πτώση στο πηγάδι των αναίτιων πόθων
κραυγή Βοήθεια στους νεκρούς
τα παλιά να γίνονται θηλιά και
να την πνίγουν.
Πόνος αβάσταχτος θρήνος του μεσημεριού
ζωή του μη παρέκει ο
αυγερινός κλείνοντας πονηρά το
μάτι του στη θλίψη
ξημέρωσε Άδη.

Τετάρτη, 21 Ιανουαρίου 2009

Μόνος Δημιουργείς

Πόσο γρήγορα περνάει ο καιρός, σκεφτόμουνα χθες το βράδυ, κι αυτό σκέφτομαι ακόμη. Πόσο γρήγορα περνά, πόσο όλα τ’ αλλάζει αφήνοντάς τα όμως τα ίδια. Όταν ήρθα εδώ είχα μπροστά μου τρεις μήνες, τώρα έχω τρεις βδομάδες. Από τότε: Α) Ξέσπασε μία ακόμη «επανάσταση» στην Μπανγκόκ και ανατράπηκε μία ακόμη κυβέρνηση. Β) Έγινε μία δολοφονία στην Αθήνα και «κάηκε» η πόλη. Γ) Άλλαξε ο χρόνος (στα χαρτιά) Δ) Έγινε μία ακόμη σφαγή στην Παλαιστίνη, και Ε) Ορκίστηκε ο νέος πλανητάρχης. Και τι άλλαξε; Για μας τους γκρινιάρηδες προνομιούχους, τους τυχερούς μέσα στη γενική κακοτυχία, τίποτα. «Η γη γυρίζει και μας συγυρίζει,» λέει μια απ’ τις ηρωίδες στην «Ερωτοδίνη» μου. Ε, λοιπόν, αυτό ακριβώς κάνει. Μας φωνάζει ξανά και ξανά ότι το μόνο βέβαιο πράγμα στη ζωή είναι η αβεβαιότητα και γελά τρανταχτά όταν μας ακούει να κάνουμε σχέδια. «Ζήστε το τώρα,» μοιάζει να μας φωνάζει, αλλά μάταια, αφού εμείς ξεχάσαμε πια για τα καλά πώς ν’ ακούμε.
Όσο για μένα, προσωπικά, είναι η πρώτη φορά που ζω για να γράφω, κι αυτό με γεμίζει, κι αυτό με αδειάζει. Κι είναι η πρώτη φορά που δεν χάρηκα όσο θα ήθελα την πόλη μου, την Τσιανγκ Μάι, μα αυτό δεν με ταράζει. Εξάλλου την ξέρω από καιρό, την ένιωθα από πάντα, καθώς την περπάτησα σε χαρές και σε λύπες, με ήλιο και βροχή. Όταν φύγω θα μου λείψει, αυτό είναι σίγουρο αλλά, σαν να είναι πρόωρος αυτός ο απολογισμός. Άλλα ξεκίνησα να πω και τελικά άλλα είπα. Να, σαν τη ζωή είναι κι ετούτο το γραπτό, ακολουθεί τους δικούς του δρόμους, και στο τέλος-τέλος ίσως να μην έχει και λόγο ύπαρξης. Ένα πράγμα ήθελα μονάχα να γράψω, αυτό που αντιλήφθηκα τον τελευταίο ενάμισι χρόνο: Μόνος δημιουργείς! Όλα τ’ άλλα είναι τερτίπια των καιρών και της τύχης.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Τρίτη, 20 Ιανουαρίου 2009

Ένα κείμενο για τις "Γυναίκες της συγνώμης"

Από την κυπριακή εφημερίδα Αλήθεια:

Ένας δικός μας γράφει ένα σπουδαίο βιβλίο. Είναι ο πρώτος; Όχι βέβαια. Ούτε θα είναι ο τελευταίος. Το σημειώνω, όμως, ως δείγμα γραφής, κυριολεκτικά και μεταφορικά, μιας γενιάς νέων παιδιών που βρίσκουν στο γράψιμο τη δυνατότητα εξιλέωσης. Ή και τιμωρίας. Ή και αυτοτιμωρίας. Εδώ λοιπόν, στις Γυναίκες της Συγνώμης, ο Λάκης Φουρουκλάς αρπάζει το νήμα μιας πικρής ιστορίας, χτυπάει κατάστηθα τους χαρακτήρες του, αποτυπώνει, θα έλεγα με μαεστρία, τις ανθρώπινες συμπεριφορές αλλά, κυρίως, τον έρωτα ο οποίος, από την εποχή του Αδάμ και της Εύας, μπορεί να οδηγήσει στην απόλυτη ευτυχία ή στην απόλυτη δυστυχία. Και θα μου πεις, και τι θα πει ευτυχία και τι θα πει δυστυχία; Έλα ντε. Μακάρι να ήξερα.
Μήπως, όμως, ξέρει ο συγγραφέας; Ναι. Όχι. Και ναι και όχι. Μέσα από τη σπαρακτική διήγησή του η οποία, ας εξηγηθούμε ευθύς εξ αρχής, δεν υστερεί σε χιούμορ, στυφό εννοείται όπως το κυδώνι, προσπαθεί να φωτίσει τους δρόμους της καρδιάς. Τουλάχιστον να ρίξει στο βάθος των σκοταδιών τους το φως ενός προβολέα, ενός φανού θυέλλης, μιας αγάπης που αντιμετωπίζει γενναία τους δαίμονές της. Ο τρόπος που γράφει ο Φουρουκλάς είναι περίτεχνος. Δεν περιορίζεται στην επιφάνεια, αλλά βουτάει στο βυθό. Δεν κάνει διαρκώς βουτιές στο βυθό, αλλά τις ντύνει με πρωταγωνιστικούς ρόλους. Κάτω από άλλες συνθήκες, ο έρωτας δύο ανθρώπων που ενώθηκαν κάτω από τα βαριά σύννεφα προσωπικών τραγωδιών, θα περνούσε απαρατήρητος. Αλλά, ο Φουρουκλάς προσθέτει στη συντροφιά του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας του, δηλαδή του Δημήτρη και της Χριστίνας του, πρόσωπα που καθιστούν την ανάγνωση πιο ενδιαφέρουσα. Πρόσωπα, στην προμετωπίδα των οποίων φιγουράρει ο Καπετάνιος, ένας αλητάμπουρας της ζωής που, εντούτοις, ψημένος στο καμίνι της περιπέτειας, αμετανόητος εραστής του εφήμερου, αποδεικνύεται, καθώς προχωρεί η δράση, ότι είναι ο σοφότερος όλων. Ότι κατέχει τα τερτίπια της ζωής, και δεν είναι διατεθειμένος να μείνει αμέτοχος. Ότι, επιπλέον, έχοντας δαμάσει κύματα και κύματα, στη στεριά και στη θάλασσα, θα κάνει ό,τι περνά από το τσακισμένο του χέρι, ώστε να γλυτώσει το Δημήτρη και τη Χριστίνα από τον πνιγμό, παρόλο που, μερικές φορές, τον τραβάει ο οργανισμός τους.
Οι Γυναίκες της Συγνώμης διαβάζονται απνευστί. Ο Λάκης Φουρουκλάς μεταφέρει στο χαρτί συμπλέγματα, μικρά και μεγάλα, αγάπες που αντέχουν στο χρόνο ή σμπαραλιάζονται στην πρώτη οργή του ανέμου, έρωτες που αφορούν την καρδιά ή τα γεννητικά όργανα, συγκρούσεις που, έστω και υπαινιχτικά, ξεγυμνώνουν την ανθρώπινη φύση. Η οποία, εν κατακλείδι, στο όνομα ενός Δημήτρη ή μιας Χριστίνας δέχεται και να γελοιοποιηθεί, και να ταπεινωθεί, και να εξευτελιστεί με την ελπίδα, αληθινή ή φρούδα, πως, στην τελευταία σελίδα ο έρωτας θα εκτιναχθεί από το βυθό σαν άλογο της θάλασσας. Είτε γιατί τα αισθήματα είναι πανίσχυρα, είτε γιατί οι δοκιμές που μεσολάβησαν ήταν μπαγιάτικες, είτε γιατί κάποιος θυμόσοφος Καπετάνιος θέτει σε λειτουργία την γεννήτρια του μυαλού, αποφασισμένος να κρατήσει άσβεστη τη φλόγα των όρκων. Σ’ αγαπώ, και δεν μπορώ να ζήσω δίχως εσένα. Μα κι εγώ το ίδιο, αγαπημένε μου. Αλλά, με βούλα και υπογραφή, οι περισσότεροι όρκοι διαλύονται όπως τα παυσίπονα στο νερό.
"Υπάρχουν γυναίκες που, όταν αγαπούν, ξέρουν να υπομένουν και να συγχωρούν. Ακόμα κι αν το παρελθόν έρχεται αδυσώπητο να ορθώσει εμπόδια και να μην αφήσει τις παλιές πληγές να κλείσουν. Ο Δημήτρης, μετά από μία τραγική περιπέτεια που άλλαξε τη ζωή του, βρίσκει τη Χριστίνα να τον περιμένει να κάνουν μια καινούργια αρχή. Τίποτα δεν θα είναι εύκολο σε αυτή τη σχέση, αφού ο έρωτας θα πρέπει να έρθει αντιμέτωπος με τις σκιές του παρελθόντος και να βγει νικητής. Δίπλα τους θα βρεθεί ο Καπετάνιος που, με την πείρα της δικής του πολυτάραχης ζωής, θα είναι ο φάρος που θα τους δείξει το δρόμο, όταν θα νιώσουν πως χάνονται πια μέσα στη φουρτουνιασμένη θάλασσα του κοινού τους ταξιδιού. Μα κάποιοι άνθρωποι είναι γραφτό να είναι μαζί, ακόμα κι αν όλα δείχνουν το αντίθετο. Και είναι η ζωή αυτή που ξέρει πότε είναι ο κατάλληλος καιρός για δυο ανθρώπους να βρεθούν μαζί και να χαρούν το υπέροχο ταξίδι της αγάπης."
Αυτά αναφέρονται στο οπισθόφυλλο του βιβλίου το οποίο συστήνω ανεπιφύλακτα, τόσο για τη λογοτεχνική του διάσταση, όσο και για το ψιθύρισμα του σαρκασμού που ακούγεται σαν θρόισμα.
*Ο Λάκης Φουρουκλάς γεννήθηκε στη Ζιμπάμπουε το 1970, από Κύπριους γονείς, μεγάλωσε στην Κύπρο, έζησε στην Αθήνα και την Τσιανγκ Μάι της Ταϊλάνδης, ενώ σήμερα ζει σε ένα ημιορεινό χωριό της Κύπρου. Το βιβλίο κυκλοφορεί από την Εμπειρία Εκδοτική.

Του Ανδρέα Κούνιου

Δευτέρα, 19 Ιανουαρίου 2009

Ερωτοδίνη (Απόσπασμα ΙΙΙ)

Ένα απόσπασμα από το βιβλίο που γράφω τώρα. Φοβάμαι ότι ούτε κι αυτό είναι ακριβώς αντιπροσωπευτικό, αφού η ιστορία κρύβει πολλές εκπλήξεις, αλλά σκέφτηκα να σας δώσω μία ακόμη "γεύση".

from: nikolasfevgatos@fatnail.com
to: ariadniclueless@fatnail.com

Καλημέρα, Αριάδνη.
Τι κάνεις, καλή μου; Όλα καλά; Το νησί; Είναι ακόμη εκεί και παραδέρνει στη μέση του πελάγου; Οι πολιτικοί μας, εξακολουθούν να έχουν τα ίδια χάλια; Εσύ, χαμογελάς πλατιά, όπως τότε πού πίναμε μαζί κρασί; Εξακολουθείς να είσαι Ρομαντική Πουτάνα, όπως αποκαλούσες τον εαυτό σου;
Εγώ, καλά είμαι. Πιο καλά και πιο χάλια από ποτέ. Πιο καλά γι’ αυτά που καθημερινά ζω, γι’ αυτά που μαθαίνω. πιο χάλια επειδή για πρώτη φορά στη ζωή μου έχω αμφιβολίες για τις δυνάμεις μου, δεν έχω την αυτοπεποίθηση που απαιτούν οι περιστάσεις, αλλά ούτε και το καθαρό μυαλό για ν’ αντεπεξέλθω σ’ αυτές.
Ναι, είναι που είμαι ερωτευμένος, τόσο πολύ, τόσο απόλυτα. αλλά, δεν είναι μόνο αυτό. Είναι και το ότι η ιστορία που ανέλαβα να πω είναι τόσο μεγάλη, τόσο πολύπλοκη και αληθινή, που μοιάζει ψεύτικη, κι έτσι κάπου νιώθω ανίκανος να την καταγράψω, χωρίς να της κλέψω κάτι, δίχως να την κάνω λίγο πιο φτωχή. Και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο σου γράφω. Για να γίνεις η αναγνώστριά μου, όπως παλιά, για να μου πεις τι πιστεύεις για όλ’ αυτά που περιγράφω, για να μου επισημάνεις τα σωστά και τα λάθη μου. Είσαι έξω από ετούτο το χορό, γι’ αυτό και εμπιστεύομαι την κρίση σου. Θυμάσαι που κάποτε σου είχα πει ότι στέρεψα, ότι δεν θα ξανάγραφα ποτέ. Να πού τώρα έχω τόσες πολλές ιστορίες να πω, που με αρκούν για δυο ζωές.
Αυτή τη στιγμή βρίσκομαι σ’ ένα δωμάτιο ξενοδοχείου στο Βελιγράδι. Δίπλα μου, στο κρεβάτι, κοιμάται ατάραχη η Νάζια, της ψυχής μου η γυναίκα. Νιώθω τόσο τυχερός, που τη γνώρισα. Νιώθω κι άτυχος, επειδή έπρεπε να χάσω τη Μάγια για να γνωρίσω αυτή. Έτσι είν’ η ζωή. γι’ αλλού κινούμε, αλλού μας πάει. Αλλά, δεν πειράζει, ξέρει καλύτερα αυτή.
Αλήθεια, η Μάγια τι κάνει; Ελπίζω να είναι καλά, ελπίζω να συνεχίζει να χαμογελά αμόλυντα, όπως άλλοτε. Είναι τυχερή που σε έχει δίπλα της, όπως κι εσύ που έχεις κοντά σου εκείνη. Οι δυο όψεις του ίδιου νομίσματος είσαστε, ξέρεις. Μαζί, ενωμένες, δημιουργείτε την τέλεια γυναίκα – αν υπάρχει, τελικά, αυτό που αποκαλούμε τέλειο. Ωστόσο, δεν αντέχω θα το πω, νομίζω ότι κάτι μού κρύβετε. Πολλές σιωπές πλανιόνται κάποτε στον αέρα όταν μιλάμε στο τηλέφωνο, ενώ άλλοτε ακούγονται παράταιρα γέλια. Ποιο είναι το μυστικό; Θέλω να μάθω. Βρήκε κάποιον άλλο η Μάγια; Αν είναι αυτό, να της πεις ότι χαίρομαι, στ’ αλήθεια, για κείνη. Χαίρομαι για τη χαρά της.
Όσο για μένα, τι να σου πω; Νιώθω κλέφτης. κλέφτης ξένων ζωών. Κι ας μου τις χαρίζουν αμάσητες, στο πιάτο. Όσο κλέφτης νιώθω, όμως, είμαι και άλλο τόσο τυχερός, καθώς οι άνθρωποι που γνώρισα, οι τωρινοί μου φίλοι, αγαπιούνται αληθινά, κι όχι μέσα απ’ τις οθόνες των κινητών τους. Ξέρεις τι σκέφτομαι τώρα και πικρά χαμογελώ; Ότι μια σειρά από Αν είν’ η ζωή μου. Αν δεν γνώριζα τη Μάγια... Αν δεν την ερωτευόμουν τόσο... Αν δεν απογοητεύουν τόσο... Αν δεν έφευγα απ’ την Κύπρο... Αν... Αν... Αν...
Όλα αυτά τα Αν μου χάραξαν πορεία. Δίχως τον πόνο δεν υπάρχει η λύτρωση, αν δεν πέσεις δεν θα σηκωθείς, μέσα από την απελπισία γεννιέται η ελπίδα, και άλλες ατάκες. Ναι, ξέρω, χαμογελάς ειρωνικά τώρα. Μπορώ να δω το πρόσωπό σου μπροστά απ’ την οθόνη του υπολογιστή. Αλήθεια, πώς ένιωσες όταν πήρες από μένα, τον μονόχνοτο, μήνυμα στο κινητό; Πόσο θα ήθελα να σε έβλεπα εκείνη ακριβώς τη στιγμή! Σίγουρα δεν θα πίστευες στα μάτια σου. Ο Νικόλας πήρε κινητό; Αποκλείεται! Η αλήθεια είναι πώς δεν είναι δικό μου, είναι της Νάζια, αλλά -ποιος ξέρει;- ίσως και να πάρω καθώς. αλλάζω, ψυχή μου, σιγά-σιγά, όπως μπορώ, αλλά αλλάζω. Είναι που θέλω να πάψω να είμαι τόσο αντικοινωνικός, ή μάλλον μοναχικός πια, είναι που μέρα με τη μέρα μαθαίνω τη ζωή ξανά, είναι και που ανησυχώ για τη Νάζια, καθώς δουλεύει νύχτα και δεν μπορώ να κάθομαι κάθε βράδυ στο μπαράκι και να την περιμένω να σχολάσει.
Πάει αυτός, τον χάσαμε, θα σκέφτεσαι, ε; Όχι, δεν με χάσατε. Απλά είναι που πήρα ν’ ανακαλύπτω τον εαυτό μου ξανά και δεν θέλω πια να κρατώ τίποτα μέσα μου. Όσο κι αν εξακολουθώ να είμαι γαλήνια ανήσυχος, όπως άλλοτε, τώρα θέλω να λέω αυτό που νιώθω, όταν το νιώθω, όπως μου έρχεται, ακόμη κι αν κάνω λάθος, επειδή η ζωή πολλές φορές αποδεικνύεται πολύ μικρή και δεν θέλω ν’ αφήσω πίσω μου αξόφλητους λογαριασμούς. Θέλω να σταματήσω πλέον -κι η αλήθεια είναι ότι σταμάτησα ήδη- να γράφω ανεπίδοτες επιστολές. Ένα σωρό έχω μαζεμένες, σε φακέλους σφραγισμένους, στο γραφείο μου στο χωριό. Γράμματα που έγραψα σε σένα, στη Μάγια, στη Μαρία που τόσο νωρίς μας έφυγε, στην Ελένη, στη... στην... στη... Της ζωής μου οι μεγάλες οι στιγμές και τα μαγικά ονόματα.
Το μόνο πράγμα που θέλω να κάνω τώρα, Αριάδνη, είναι ν’ αρπάξω τη ζωή απ’ τα κέρατα, όπως λέει κι ο Γιώργος. Θέλω να ζήσω έντονα, δίχως να παραμελώ τους γύρω μου, όπως έκανα πάντα, όσο δύσκολο κι αν είναι αυτό.
Θυμάσαι; Θυμάσαι τότε που καθόμασταν και μιλούσαμε σε μιαν αυλή φθινοπωρινή; Θυμάσαι τι μου είπες; Το μόνο που ζητώ είναι κάποιον που να με ανέχεται. Αυτά ήταν τα λόγια σου. Κι εγώ, αυτό ακριβώς ζητούσα, και το βρήκα απροσδόκητα στο πρόσωπο αυτής της γυναίκας, αυτής της μικρής, που είναι δέκα χρόνια πιο νέα από μένα, και είκοσι χρόνια πιο έμπειρη. Τι κι αν ήταν πόρνη; Δεν το θέλησε, οι συνθήκες της το επέβαλαν. Αλλά και δική της να ήταν η επιλογή, δεν θα την αγαπούσα λιγότερο. Όχι, μόνο επειδή με ανέχεται, αλλά κι επειδή με δέχεται. για την έμπυρη νιότη της και την καθαρότητα των ματιών της. για τον τρόπο που ζει την καθημέρα. Σαν ρυάκι είναι που κυλάει ατάραχο ανάμεσα σε παραμυθένιες κοιλάδες και σαν λάβα που πυρπολεί το μέσα μου.
Ό,τι έχω να πω γι’ αυτή και για τους νέους μου φίλους θα το βρεις στο χειρόγραφο που εσωκλείω. Είναι ημιτελές και θαρρώ πολύ θα με βασανίσει ακόμη. Τώρα κοιμάμαι όποτε μπορώ, όσο μπορώ, και γράφω όταν μου το επιτρέπει ο χρόνος. Εξάλλου ετούτη η ιστορία δεν έχει τελειώσει ακόμη. Ήρθαμε εδώ για να ζήσουμε μαζί και να γράψουμε τα τελευταία κεφάλαια. Ίσως και για να συμπληρώσουμε κάποιες μικρές λεπτομέρειες, που χάθηκαν στ’ αχνάρια του χρόνου.
Θα περιμένω με αγωνία την απάντησή σου. Ανυπομονώ ν’ ακούσω τα σχόλια και τις παρατηρήσεις σου -κι ας περιέχουν και μια δόση ειρωνείας- αλλά και να μάθω τα νέα σας. Όσο για τ’ άλλα που σε ρωτώ στην αρχή, άστα να πάνε. τα νέα για το νησί εννοώ. Θέλοντας και μη όλα τα μαθαίνω, τα πιο σημαντικά δηλαδή, απ’ τις εφημερίδες. Ειδήσεις στην τηλεόραση δεν παρακολουθώ πια καθόλου. Προτιμώ να πεθάνω σ’ ένα δυστύχημα ή απ’ το πολλή πιοτό, παρά από οργή και αηδία.
Σε λίγο ξημερώνει, κι εγώ όλη νύχτα δεν έκλεισα μάτι, καθώς πάσχιζα να βάλω σε τάξη τις σκέψεις και τις πράξεις άλλων ανθρώπων, να συνθέσω της ζωής τους το παζλ, δίχως να αδικήσω όλ’ αυτά που πέρασαν και που περνούν ακόμη.
Θα πάω τώρα να ξαπλώσω για λίγο δίπλα στη Νάντια, να κλέψω λίγο απ’ το φως που πήρε να λούζει το πρόσωπό της καθώς ο ήλιος ανατέλλει ξανά. Δεν θα κοιμηθώ. Είμαι σε υπερένταση, μα δεν προλαβαίνω κιόλας. Σήμερα θα γίνουν πολλά. Σήμερα θα δω και θα μάθω πολλά. Ελπίζω ν’ αντέξω το βάρος. Όχι, ψέματα λέω, δεν ανησυχώ καθόλου. θα το αντέξω. Σίγουρα θα το αντέξω, αφού έχω στο πλάι μου αυτή τη γυναίκα.
Να μου προσέχετε.

Σας φιλώ,

Ο Νικόλας σας

Η εικόνα είναι κλεμμένη από εδώ


Κυριακή, 18 Ιανουαρίου 2009

Η Τελευταία Πράξη

Ας ξαλαφρώσουμε λίγο απ' τη μαυρίλα των ημερών με μια Εγκληματικά Ασύστολη ιστορία.

Η ιδέα και μόνο ότι ακόμη υπάρχει, ότι συνεχίζει να είναι ζωντανός και ελεύθερος, τον κάνει να χάνει την ηρεμία και τον ύπνο του, να γίνεται στ’ αλήθεια κουρέλι απ’ τα νεύρα. Από τον καιρό που μπήκε στο επάγγελμα μονάχα αυτός του ξέφυγε. Αυτός μόνο εξακολουθεί να του ξεφεύγει. Σιγά-σιγά, με πρόγραμμα, μεθοδικά, κατάφερε και ξεφορτώθηκε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο όλα τα βρωμερά κατακάθια που του έκαναν τη ζωή δύσκολη και δικαίωσε τη φήμη που από πάντοτε λες τον ακολουθούσε, σαν του πιο δυνατού, σαν του καλύτερου και του πιο αδίστακτου λαγωνικού. Αυτός! Αυτός είναι το κρίμα του. Το μόνο τρωτό σημείο στο νοητό χάρτη της παντοδυναμίας του. Πρέπει να τον βγάλω απ’ τη μέση και πρέπει να το κάνω σύντομα. Αυτή είναι τώρα πια η μία και μοναδική, η μόνιμη επωδός του.
Ή αυτός ή εγώ! σκέφτεται και ώρα με την ώρα, ημέρα με την ημέρα, παίρνει να καταστρώνει στο πολύστροφο μυαλό του το τέλειο σχέδιο. Ένα σχέδιο που στην τελική ευθεία γνωρίζει πολύ καλά πώς δε χρειάζεται, αλλά που τουλάχιστον του γαληνεύει το μέσα του, του οριοθετεί τους στόχους.
Αρχίζει να τον παρακολουθεί στενά, αλλά διακριτικά, από απόσταση, σε διαφορετικές ώρες και μέρες της βδομάδας. Θέλει να μάθει την κάθε του κίνηση, να την ξεσηκώσει, να τη χαρτογραφήσει. Θέλει να ξέρει τι ώρα πηγαίνει στη δουλειά και πότε φεύγει. Έχει φίλους; Ποιοι είναι αυτοί; Γκόμενα; Τον ανέχεται καμία; Ποιες είναι οι αδυναμίες του; Πότε είναι πιο ευάλωτος; Μόνο όταν τα μάθει όλ’ αυτά και τότε μόνο θα κάνει την κίνησή του, τη μοιραία, στη σκακιέρα.
Ωστόσο, αυτή είναι μια χρονοβόρα και ψυχοφθόρα διαδικασία. Μια διαδικασία επώδυνη, που του κλέβει στάλα στάλα της άλλοτε συναρπαστικής του καθημερινότητας όλες τις μικρές χαρές, που τον κάνει σκληρό, λιγομίλητο κι απόμακρο και που δημιουργεί προβλήματα στην ερωτική του ζωή.
Μέχρι να τον καθαρίσω δε θα ησυχάσω, αποφασίζει. Πώς να ησυχάσει άλλωστε; Αν είχε να κάνει μ’ ένα οποιοδήποτε άλλο ανθρωπάκι δε θα το σκεφτόταν δεύτερη φορά το θέμα. Απλά θα πήγαινε και θα τον σκότωνε. Ετούτος, όμως, ο αντίπαλος δεν είναι όποιος κι όποιος. Είναι σκληρό καρύδι κι επικίνδυνος. Και ξύπνιος πολύ. Αυτά του τα προσόντα, τ’ αναγνωρίζει, τα φοβάται και τα σέβεται. Τον σέβεται. Επειδή απ’ όλο το συρφετό που τον περιτριγυρίζει μονάχα αυτός δε μασάει. Ποιος ξέρει, ίσως και να του λείψει ο βρομιάρης όταν πάει στα θυμαράκια, αφού οι άλλοι, αυτοί που θα ζήσουν, μπροστά του μοιάζουν σαν άκακα μαθητούδια.
Πέρασαν μέρες πολλές, άγρυπνες και πικρόγλυκα οδυνηρές, κι εξακολουθεί ν’ αποτελεί την απόμακρη κι αόρατη σκιά του εχθρού του. Τον μελετά ακόμη, τον μαθαίνει, όλο και πιο πολύ. Δε θα είναι εύκολο θήραμα αυτός. Καθόλου εύκολο δε θα είναι. Οι κινήσεις του όλες μοιάζουν αυθόρμητες, αλλά είναι μετρημένες, υπολογισμένες στην εντέλεια. Δε δείχνει να φοβάται τίποτα και κανένα. Με την ίδια άνεση, ψεύτικη ή αληθινή, κινείται σε όλους τους χώρους, αλλά μοιάζει να βρίσκεται πάντα σ’ επιφυλακή. Αν ήταν γυναίκα θα τον ερωτευόμουν, σκέφτεται ο κυνηγός σαρκαστικά και παίρνει να γελά παρέα με τον εαυτό του. Αλλά δεν είναι γυναίκα. Γι’ αυτό και θα πεθάνει.
Είναι νύχτα βαθιά, σκοτεινή, ντυμένη στα γκρίζα σύννεφα, χειμωνιάτικη. Τον ακολουθεί από μακριά πολύ με το αυτοκίνητο – μια ζωή το κάνει αυτό, τελειοποίησε την τέχνη της παρακολούθησης. Απόψε θα γραφτεί η τελευταία πράξη του προσωπικού του δράματος, στο μυαλό του δεν υπάρχει καμία αμφιβολία. Τον βλέπει να σταθμεύει το αμάξι του σ’ ένα απόμερο και ερειπωμένο σοκάκι και να βγαίνει έξω ρίχνοντας φευγαλέες ματιές δεξιά κι αριστερά. Όχι, δεν τον έχει εντοπίσει, αυτό είναι αδύνατον. Απλά είναι -όπως πάντα- σε εγρήγορση, παίρνει όλες τις αναγκαίες προφυλάξεις, αφού προφανώς δε θέλει να δει κανείς που θα πάει. Ωστόσο αυτός, ο διώκτης του, τον ξέρει. Τον ξέρει πια πολύ καλά, καλύτερα κι απ’ τον εαυτό του τον ίδιο. Στο μπουρδέλο! σκέφτεται και χαμογελά. Εκεί πάει. Στο μπουρδέλο. Εκεί που θα είναι πιο ευάλωτος και πιο αδύναμος, από κάθε άλλη φορά. Εκεί που όλες του οι άμυνες θα πέσουν απερίσκεπτα, αμαχητί.
Τον παρατηρεί με ένταση και μια υποψία αγωνίας καθώς μπαίνει βιαστικά σ’ ένα παλιό διώροφο. Αφήνει να περάσουν λίγα λεπτά και ακολουθεί τ’ αχνάρια του. Ανοίγει την πόρτα σ’ ένα υποφωτισμένο διάδρομο. Στο βάθος ακούει φωνές γυναικών και να παίζει κάποια μουσική που δεν αναγνωρίζει. Πλησιάζει αργά, αθόρυβα προς το μέρος τους, νιώθοντας ένα κόμπο στο στομάχι και έχοντας όλες του τις αισθήσεις σ’ επιφυλακή. Ρίχνει μέσα μια φευγαλέα προσεκτική ματιά. Δεν είναι εκεί. Μονάχα μερικά κορίτσια κάθονται ημίγυμνα στους καναπέδες και συζητάνε. Θα είναι επάνω. Πρέπει να πάρει μια κοπέλα. Δεν γίνεται αλλιώς. Κάνει νόημα με το κεφάλι σ’ εκείνη που είναι πιο κοντά του. Σηκώνεται και τον ακολουθεί. Είναι στην πρίζα, αλλά το ξέρει – το ξέρει ότι όλα θα πάνε στο τέλος καλά.
Όλες οι πόρτες είναι ανοικτές, εκτός από μία. Η τύχη του χαμογελά. Της χαμογελά με σιωπηλές ευχαριστίες κι αυτός. Συνεχίζει να περπατά, με βήματα επίτηδες αργά, με τη γυναίκα που τον συνοδεύει μέχρι το δωμάτιό της. Εκεί της λέει να γδυθεί και να τον περιμένει καθώς ξαφνικά ένιωσε την ανάγκη για ένα ποτό και θα πήγαινε κάτω για να το πάρει.
Τα επόμενα λίγα δευτερόλεπτα που ακολουθούν, καθώς κατευθύνεται προς το μέρος που κρύβεται, ερωτικά αγκομαχώντας, ο εχθρός του, τού φαίνονται αιώνες. Κάνει ένα βήμα. Κι άλλο ένα. Κι ένα ακόμη. Εντελώς αθόρυβα. Με την ψυχή στο στόμα και κρύο ιδρώτα να του λούζει το πρόσωπο και την πλάτη. Φτάνει εκεί. Στην πόρτα. Δε θα είναι κλειδωμένη. Ξέρει τα κατατόπια καλά. Το ξέρει κι αυτό. Στήνει αυτί απ’ έξω. Ακούει τους λάγνα αναμενόμενους ήχους. Ήρθε η ώρα της αλήθειας! σκέφτεται και κάνει το σταυρό του. Βγάζει με χέρι που κολλά το περίστροφο απ’ την τσέπη. Γυρίζει το πόμολο αργά, σαν αμαρτία, με κομμένη την ανάσα, αλλά την πόρτα την ανοίγει απότομα, μεμιάς, θέλοντας να πιάσει τον εχθρό εξ’ απροόπτου, κάνοντας παράλληλα μια θεαματική, σχεδόν κινηματογραφική είσοδο.

Θα πεθάνεις βρωμόμπα- προλαβαίνει να πει, προτού η σφαίρα τού τρυπήσει την καρδιά, πιτσιλίζοντας την πόρτα και τους τοίχους με σάρκα και αίμα και ξεσηκώνοντας το κτήριο όλο με της αγωνίας και του φόβου τις σπαρακτικές κραυγές.


Παρασκευή, 16 Ιανουαρίου 2009

Σκοτεινές Πορείες Βροχής


Κυκλοφορεί
από τις εκδόσεις Ενδυμίων

Κεντρική διάθεση

Βιβλιοπωλείο Νικολετάκης
Σοφούλη 3 Πεύκη

Βιβλιοθήκη του Ναυτίλου
Χαρ. Τρικούπη 48
Αθήνα



ΣΟΝΕΤΟ ΘΑΝΑΤΟΥ

Θάνατος το σκοτάδι σου
κι οι αμαρτίες σου θάνατος κι αυτές
ξεροπήγαδο χτισμένο μ’ αίμα
δάκρυα στεγνά στον πάτο


Αδιάκοπες ώρες σιωπής
κι οι απουσίες αχνές στο φέγγος
μια ανεμώνη στα σπάργανα της γης
που προσπαθεί να πάρει ανάσες


Έτσι στα άδυτα φτάνεις κουρασμένος
κι όλο τα χέρια σου ματώνεις στις σιωπές
κόσμου νεκρού , χρόνου Αορίστου


Κι οι δυο ψυχές , δική σου και δική μου
πάνω σε μαρμάρινο κρεβάτι νεκρές
τον έρωτά τους ζωντανεύουν

Ανακαλύψτε τη Μαρία Νικολάου και την ποίησή της στα μπλογκς που διατηρεί:

http://darkrain67.blogspot.com/
http://nestofpoetry.blogspot.com/
http://easthaiku.blogspot.com/
http://koxyliamelana.blogspot.com/

Πέμπτη, 15 Ιανουαρίου 2009

Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας Κύπρου

... κι οι απορίες ενός ηλίθιου κύπριου συγγραφέα.
Πρώτα η αναδημοσίευση της είδησης από τον Πολίτη:

Τις εκδόσεις που ξεχωρίσαν μέσα στο 2007 βράβευσαν οι Πολιτιστικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού.

Στο τομέα της ποίηση, το βραβείο απονεμήθηκε ομόφωνα στον Λεύκιο Ζαφειρίου για το έργο "Η Θλίψη του Απογεύματος" (εκδόσεις Μεταίχμιο). Το έργο, βρίσκεται, σύμφωνα με το σκεπτικό βράβευσης, "σε ανοιχτό διάλογο με την ελληνική και την παγκόσμια λογοτεχνία, με το χώρο και το χρόνο, με την ιστορία και τα σύγχρονα προβλήματα, συναιρώντας το τοπικό και το οικουμενικό, την πολιτισμική ιδιαιτερότητα και την οικουμενική συνείδηση", ενώ ο Ζαφειρίου, "ορμώμενος από έναν πολιτισμό που έρχεται από μεγάλα βάθη, διακρίνεται από μια συνείδηση εντοπιότητας εσωτερικευμένη, απαλλαγμένη από ιστορικισμούς, η οποία δεν έχει ανάγκη να διαλαλεί την ταυτότητά της". Το βραβείο Μυθιστορήματος μοιράστηκαν ο Μάριος Μιχαηλίδης, για το έργο "Ο Οστεοφύλαξ" (εκδόσεις Μεταίχμιο) και ο Αιμίλιος Σολωμού, για το έργο "Ένα τσεκούρι στα χέρια σου" (εκδόσεις Άνευ). "Ο Οστεοφύλαξ", που σύμφωνα με την επιτροπή αποτελεί "συμβολή στη νεοελληνική λογοτεχνία", χαρακτηρίστηκε ως έργο που αξιοποιεί "τη γλώσσα της εξουσίας, παρωδώντας και κρίνοντας ταυτόχρονα τα κέντρα λήψης αποφάσεων και τις κατεστημένες ιδεοληψίες, την κενότητα ενός κόσμου που διεκδικεί πράγματα άνευ σημασίας, την εύπλαστη ανθρώπινη ηθική". Αντίστοιχα, το έργο του Σολωμού "επιτυγχάνει την απόδοση του διχασμού του "εγώ" του σύγχρονου ανθρώπου και πραγματεύεται τα όρια της ανθρώπινης ύπαρξης", ενώ καταφέρνει να ξεφύγει "από τα όρια της κυπριακής λογοτεχνίας και διαλέγεται με την ευρωπαϊκή λογοτεχνική παράδοση". Στον τομέα του διηγήματος, το βραβείο απέσπασε το έργο "Βήματα στο Θολό Τοπίο" του Πανίκου Παιονίδη, μια συλλογή διηγημάτων με θέμα τη μνήμη. "Ακριβολογία, σαφήνεια και αίσθηση του περιττού διαπερνούν τη γραφή και θετικά κατευθύνουν πέρα από συναισθηματισμούς το λυρισμό του συγγραφέα". Το Βραβείο Μελέτης για τη Λογοτεχνία, την Ιστορία και τον Πολιτισμό της Κύπρου από μη Κύπριο συγγραφέα δόθηκε στο Θεοδόση Πυλαρινό για το έργο "Μεθιστορία: Μύθος και ιστορία στην ποίηση του Κυριάκου Χαραλαμπίδη" (εκδόσεις Ηρόδοτος), που "με την επιστημονική εγκυρότητά της καθίσταται χρήσιμη για το μελετητή κι έτσι συμβάλλει στην ανάδειξη της κυπριακής λογοτεχνίας στο ευρύτερο ελληνικό κοινό". Το έργο "Το Θέατρο στην Κύπρο (1960-1974)" (εκδόσεις Καστανιώτη) της Άντρης Χ. Κωνσταντίνου βραβεύτηκε στον τομέα μελέτης για τη Λογοτεχνία και τις Τέχνες ως μια "άρτια και συστηματική δουλειά, που έρχεται να καλύψει ένα μεγάλο κενό στη βιβλιογραφία, και που καταπιάνεται επιτυχώς και μέσα από το προσωπικό στίγμα, με μια περίοδο της κυπριακής θεατρικής καλλιτεχνικής δραστηριότητας η οποία δεν έχει ερευνηθεί ως τώρα τόσο συστηματικά και ολοκληρωμένα"
Στις κατηγορίες Δοκίμιο για τη Λογοτεχνία και την Αισθητική, Χρονικό - Μαρτυρία, και Νέου Λογοτέχνη, ύστερα από κατά πλειοψηφία εισήγηση της Επιτροπής, δεν δόθηκε βραβείο.

Τη Συμβουλευτική Επιτροπή Γραμμάτων αποτέλεσαν οι: Ερατοσθένης Καψωμένος (Πρόεδρος), Γιάννης Ιωάννου, Μαρία Καρσερά, Γιώργος Φράγκος, Γιώργος Μύαρης.

Παιδική / Νεανική Λογοτεχνία
Τόσο στην κατηγορία της Παιδικής Λογοτεχνίας, όσο και στην κατηγορία της Νεανικής Λογοτεχνίας, κανένα από τα έργα δεν βραβεύτηκαν ύστερα από κατά πλειοψηφία απόφαση της Συμβουλευτικής Επιτροπής, την οποία αποτέλεσαν οι: Μάνος Κοντολέων (Πρόεδρος), Μαρία Πυλιώτου, Κώστας Κατσώνης, Κίκα Πουλχερίου, Ευρυδίκη Περικλέους - Παπαδοπούλου.
Εικονογράφηση
Ομόφωνα και εξ ημισείας, το βραβείο Εικονογράφησης δόθηκε στην Ελένη Λάμπρου, για την εικονογράφηση του έργου της Μαρίνας Χριστοφίδη "Το νησί που όλοι ήθελαν", και στην Άννα Φωτιάδου, για την εικονογράφηση του έργου της Μελίσσα Έκκερς "Κροκόδειλος" (Πολιτιστικός Σύλλογος Πάνθεον). Η εικονογράφηση της Ελένης Λάμπρου "συμπληρώνει και επαυξάνει το κείμενο χωρίς να κουράζει" ενώ ξεχώρισε για την "υπεύθυνη έρευνα από πλευράς εικονογράφου και το αισθητικό αποτέλεσμα". Παράλληλα, η "αξιόλογη και τολμηρή εικονογράφηση" της Άννα Φωτιάδου κάνει "μια μοντέρνα και πρωτοποριακή εικονογραφική πρόταση".

Τη Συμβουλευτική Επιτροπή Κρατικών Βραβείων Εικονογράφησης αποτέλεσαν οι: Μάνος Κοντολέων (Πρόεδρος), Τερέζα Λαμπριανού, Γιώργος Κούμουρος, Παναγιώτα Σιακαλλή, Ρέα Αφαντίτου.

INFO
Η Τελετή Απονομής των Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας και των Κρατικών Βραβείων Παιδικής / Νεανικής Λογοτεχνίας και Εικονογράφησης θα πραγματοποιηθεί στις 17 Φεβρουαρίου στις 19:30 στο Κινηματοθέατρο Παλλάς. Τα βραβεία θα απονείμει ο υπουργός Παιδείας και Πολιτισμού κ. Ανδρέας Δημητρίου.

Οι απορίες του ηλίθιου: α) Πού ξανακούστηκε στα χρονικά της παγκόσμιας πολιτιστικής κοινότητας να υποβάλλουν οι ίδιοι οι συγγραφείς τα έργα τους για βράβευση; β) Ποιος ο λόγος να θεσπίζεις βραβεία αν δεν πρόκειται να τα δώσεις; γ) Γιατί επιχορηγούνται οι εκδότες για να εκδίδουν κυπριακά βιβλία, αλλά ζητούν πληρωμή κι από τους συγγραφείς; δ) Πώς γίνεται εκδοτικοί οίκοι να παίρνουν επιχορήγηση, χωρίς να τηρούν τα κριτήρια που το ίδιο το υπουργείο έθεσε; (Εκτός κι αν ένα γραφείο και μια γραμματέας φτάνουν για όλα). ε) Θα δεήσει κανείς να τιμήσει τους κύπριους συγγραφείς που προσφέρουν πολλά με το έργο τους στον ευρύτερο ελλαδικό χώρο, αλλά διαθέτουν την αξιοπρέπεια να μη ζητάνε τίποτα; ζ) Πόσο ηλίθιος πρέπει να είναι κανείς για να κάνει τέτοιες ερωτήσεις;

Τετάρτη, 14 Ιανουαρίου 2009

Σ' αγαπώ απελπισμένα

Για κάποιο λόγο που δεν θέλω ν' αναφέρω θυμήθηκα αυτή την ανέκδοτη νουβέλα και είπα ν' αναρτήσω ένα κεφάλαιο. Ίσως και να το έχω ανεβάσει ξανά, αλλά δεν έχει σημασία.

Εκείνο που από την αρχή πιότερο την εξέπληξε ήταν η ηρεμία του, που έμοιαζε ν’ αγγίζει τα όρια της αναισθησίας. Αλλά, όχι, δεν ήταν αναίσθητος, κι αυτό το είχε ήδη αποδείξει, γαλήνιος ήταν. Και η γαλήνη που διέτρεχε την ύπαρξή του όλη ήταν τόσο απτή, τόσο εκκωφαντική, που θα μπορούσε να σου σπάσει τα νεύρα. Α, ήταν και φευγάτος πολύ. Φευγάτος, μα εξολοκλήρου εκεί. Όλος ένα μυστήριο.
Περπατούσανε για ώρα σιωπηλοί. Δε τη ρωτούσε τίποτα, δεν έψαχνε να βρει καμία απάντηση στα ερωτηματικά που μέχρι τώρα όφειλαν να καρπίσουν μέσα του. Μάλλον δεν ενδιαφερόταν καθόλου να μάθει πώς βρέθηκε ένα βράδυ Σαββάτου-ξημέρωμα Κυριακής σ’ ένα πάρκο, μόνη και δακρυσμένη. Ή τουλάχιστον έτσι εκείνη πίστευε τότε, αφού όπως θα της ομολογούσε αργότερα, απλά την άφηνε να επιλέξει κατά πόσο ήθελε να του μιλήσει ή όχι. Δεν ήθελε να βιάσει τις απαντήσεις της. Έτσι κι αλλιώς το λόγο τον είχε μαντέψει, οπότε δεν παρέμεναν παρά μονάχα οι λεπτομέρειες. Λεπτομέρειες που δεν του έκανε το χατίρι ή την τιμή να του της πει, αφού λόγω της τότε φτωχής της πίστης στους ανθρώπους, δε θα μπορούσε να μιλήσει ποτέ σε κάποιον άγνωστο γι’ αυτά που τυραννάνε το μέσα της – όχι πως μπορεί τώρα, αλλά αυτή είναι μια άλλη πονεμένη ιστορία.
Συνέχισαν, λοιπόν, σχεδόν αμίλητοι να διασχίζουν μαζί και μόνοι, βήμα το βήμα, τη δίχως συγκεκριμένο προορισμό διαδρομή τους, κλέβοντας φευγαλέες ματιές και σιωπές, και νοτισμένες ανάσες ο ένας απ’ τον άλλο.
Δεν ξέρει, δε θυμάται ακριβώς πόσο κράτησε εκείνη η βόλτα. όπως δεν ήξερε τότε πόσα πολλά θα σήμαινε για κείνη κάποια μέρα. αφού κάποτε, στο άμεσο μέλλον μάλιστα, θα της άνοιγε τις πύλες σε μια νέα ζωή. σε μια ζωή γιομάτη τρυφερότητα και αλήθεια, συγκρούσεις και φιλιώματα, έρωτα και αποστροφή.
Τώρα, κλείνει τα μάτια της σφικτά και τους ζωγραφίζει με μαεστρία πολλή στον καμβά του αναπόφευκτου χθες. Τους ζωγραφίζει να περπατάνε, γνωστοί και ξένοι μαζί, στους δρόμους της παλιάς πόλης. αφουγκράζεται τους ήχους της μέρας που ξυπνά, της νύχτας που ξεψυχά και το μέσα της γεμίζει ολόκληρο με τα χρώματα της ρόδινης αυγής και της ζεστής απρόσμενής του παρουσίας.
Όχι, δεν ήταν εκείνη η πιο ευτυχισμένη νύχτα-μέρα της ζωή της, αλλά να, ίσως να ήτανε τελικά η πιο σημαντική. Ήταν η αρχή. Η αρχή που θα την ακολουθούσαν πολλά τέλη. Η αρχή για τα πάντα και για το τίποτα. το τίποτα που τώρα ζει.
Όταν βρίσκομαι μακριά, είμαι πιο πολύ κοντά σου από ποτέ, της είπε κάποια φορά προσπαθώντας να δικαιολογήσει τις τάσεις φυγής του, την ανάγκη του για συνεχή ταξίδια. Αν δε μου λείπεις δε θα μπορώ να σ’ αγαπώ όπως σου πρέπει, σαν το ιδανικό μου. Κι αυτή τώρα έτσι ακριβώς νιώθει, πιο πολύ κοντά του παρά ποτέ, έτσι όπως συνοδεύει αμετάκλητα τον ύπνο και τον ξύπνιο της, έτσι όπως αναδύεται γαλήνιος, οργισμένος, πεισματάρης και τρυφερός μέσα από τις αναμνήσεις της.
Μετανιώνει. μετανιώνει πικρά που τον έδιωξε, που της έφυγε, αλλά μάλλον έτσι έπρεπε να γίνει. Αλλά, έπρεπε; Δεν είναι καθόλου σίγουρη γι’ αυτό, κι ας επιμένει εκείνος μέσα από τα γράμματά του ότι όλα γίνονται για κάποιο λόγο, και πώς είναι καλύτερος ο πόνος του χωρισμού από τον καθημερινό θάνατο της ζωής, και άλλες ατάκες.
Πολλές φορές το κεφάλι της παίρνει να θολώνει και συλλαμβάνει τον εαυτό της κάπου να τον μισεί, να τον απεχθάνεται, αλλά αμέσως μετά καθαρίζει ο νοητός της ουρανός, η ηρεμία -έστω κι απρόσκλητη- επανέρχεται, και τότε τον αγαπά και πάλι. Τον αγαπά με πάθος νωχελικό επειδή τη βοήθησε να βρει το δρόμο το δικό της, κι ύστερα χάθηκε -κι ας είναι εκεί έξω-, έσβησε σαν περαστική σκιά απ’ τη ζωή της.
Τώρα, βάζει συχνά σκληρά ερωτήματα στον εαυτό της, τον καταταλαιπωρεί. Τι θα έκανε αν δεν τον γνώριζε; Στ’ αλήθεια, τι; Ποια θα ήταν; Πού θα πήγαινε; Αυτές οι απορίες βαραίνουν τις σκέψεις της και οι απαντήσεις, που γνωρίζει πια πολύ καλά, τη σκοτώνουν απαλά. Τη λύτρωσε η αγάπη του. Τη λύτρωσε! Την έσωσε από εκείνη την ίδια και τα λάθος πάθη της. Την έσωσε από έναν εαυτό που δεν ήταν δικός της. Κι ευχαριστεί τους άγνωστους θεούς της τύχης γι’ αυτό, και τους κακίζει – για το δώρο που της έκαναν, για κείνο που της πήραν.
Είναι στ’ αλήθεια παράξενο πολύ που κάποια σαν κι εκείνη -κάποια που βγάζει τα προς την επιβίωση με την τέχνη του λόγου- δεν μπορεί να εκφράσει καθαρά στο χαρτί και στο πρώτο πρόσωπο, που δεν μπορεί να βάλει σε μια σειρά τις λέξεις, που θα περιγράψουν όσο καλύτερα γίνεται το πως ακριβώς νιώθει. Ίσως να φταίει το ότι όλα τα λόγια της ήταν για κείνον. Αλλά κι ίσως, στο βάθος-βάθος, να μην ξέρει πράγματι τι νιώθει αυτή την ώρα, κι έτσι να μην μπορεί να το περιγράψει.
Ωστόσο, είναι σίγουρη για ένα πράγμα: πώς τώρα νιώθει φτωχή, φτωχή και πλούσια πολύ. Φτωχή στο καθημέρα της νέας της ζωής, πλούσια σε αναμνήσεις από την παλιά.
Την έχει πια ολότελα τυλίξει μέσα του ένα πέπλο μελαγχολίας και δεν ξέρει κατά πόσο η ηθελημένη μοναξιά θα μπορούσε να γίνει το γιατρικό της. Αλλά, κι αν δε γίνει, το γεγονός παραμένει: δε θέλει να είναι με κανέναν άλλο εκτός από τον εαυτό της. Έχει βαρεθεί -τους σιχάθηκε- τους ανθρώπους που έχουν αυτιά μα δεν ακούνε, που κοιτάνε μα δε βλέπουν. Τους έχει βαρεθεί και την έχουν βαρεθεί κι εκείνη, αφού κανείς δεν αντέχει πια να βρίσκεται κοντά σε τούτη τη μεγάλη μελαγχολική. Κανείς δεν μπορεί να τη νιώσει, να την καταλάβει. Κι η αλήθεια είναι ότι λυπάται. Λυπάται βαθιά, αλλά όχι και τόσο πειστικά, που δεν μπόρεσε να φορέσει για κείνους και πάλι το ψεύτικο, χαμογελαστό της προσωπείο. Λυπάται που δε βρίσκει πια τη χαρά, όπως παλιά, στα μικρά και τ’ ασήμαντα, και τα εφήμερα. Λυπάται που τώρα μισεί να δίνει φιλιά στον αέρα και ν’ ανταλλάζει μικρά κομπλιμέντα λουσμένα στο ψέμα, στα πλαίσια κάποιων κανόνων ζωής, που καθόλου δεν την εκφράζουν.
Ξεχειλίζει από οργή. Μιαν οργή που ώρα την ώρα της κλέβει τις στιγμές, τις ανάσες, που την κατασπαράζει. Μιαν οργή που ίσως κάποια μέρα κατασταλάξει, που ίσως ξεφτίσει στο πέρασμα του χρόνου και μετουσιωθεί σε γαλήνη. Αλλά αυτό, μάλλον, δεν πρόκειται να συμβεί σύντομα. Εκτός κι αν επιστρέψει εκείνος κοντά της, εκτός κι αν συναντήσει ξανά κάποιον σαν κι εκείνον, ένα ακριβές αντίγραφό του, κάποιον που θα τη γνωρίσει χωρίς να τη ρωτήσει.


Τρίτη, 13 Ιανουαρίου 2009

Ερωτοδίνη (Απόσπασμα ΙΙ)


Ένα ακόμη απόσπασμα από το βιβλίο που γράφω τώρα.

Έκαναν επιτέλους έρωτα. Και την εξέπληξε ευχάριστα. παρά τα χρονάκια του, όπως εκείνος επιμένει να λέει. Εντάξει, δεν ήταν και Αντρέας κιόλας, αλλά ήταν φλογερός, διέθετε μια τρυφεράδα κάπου στα βάθη του χρόνου ξεχασμένη. Ναι, με τον ένα πηδιότανε, με τον άλλο έκανε έρωτα. Διαφορά μεγάλη. Τώρα κάθεται μόνη, μα χαρούμενη πολύ, στο λουσμένο με τα αδύναμα φώτα του δρόμου σαλόνι της και αναλογίζεται αυτά που πέρασαν, αυτά που πρόκειται να ’ρθουν. Το νερό μπήκε αβίαστα στ’ αυλάκι που του χάραξε και πήρε αρμονικά να κυλά. Όλα πάνε σύμφωνα με το σχέδιο. Χαμογελά στον εαυτό της και, θα τα έχεις όλα, μοιάζει να του λέει. Θα τα έχει όλα. Έναν άντρα που θα την αγαπά και θα τη φροντίζει, όπως της πρέπει, αλλά θα πάρει και την εκδίκησή της απ’ τον άλλο. Φτάνει να είναι προσεκτική πολύ. Φτάνει μη διακρίνει κανείς τι κρύβεται πίσω απ’ το τοίχος των ματιών της. Είναι ξύπνιος ο Αντώνης, προσέχει πολλά, λίγα λέει. Φοβάται μήπως διαβάσει ανάμεσα απ’ τις λέξεις της, μήπως και αφουγκραστεί τις οδυνηρές αλήθειες, που κρύβουν οι σιωπές της. Αλλά, όχι. Όλα θα πάνε καλά. Με τη βοήθεια της Δανάης, φυσικά, που θέλοντας και μη -μάλλον θέλοντας, αφού δεν ξέρει τι μέλλει γενέσθαι- έγινε και πάλι η κολλητή, η αυτοκόλλητή της. Ξέρει αυτή τα κουμπιά των ανθρώπων, περηφανεύεται η Βασιλική. τα ξέρει και τα πατά και τα γυρίζει, όπως και όποτε πρέπει. Θυμάται κι αυτή απόψε τα παλιά, τα θυμάται δίχως τύψεις, χωρίς ενοχές. Θυμάται τον πρώτο της άντρα, εκείνον που παντρεύτηκε μόνο και μόνο για να θάψει δυο χρόνια μετά. εκείνον που τύλιξε στα δίχτυά της σαν επιδέξια αράχνη, εκείνον που ξεζούμισε σαν φρούτο, για να τον πετάξει στα σκουπίδια μετά. Όλα της τα έδωσε. Όλα. Ακόμη κι εκείνο που έλεγε ότι δεν θα μπορούσε να της χαρίσει ποτέ. ασφάλεια. Δούλευε μέρα και νύχτα για να την κάνει ευτυχισμένη, για να πραγματοποιήσει τα όνειρά της. Αλλά κάποτε στέρεψε, κάποτε τη βαρέθηκε, κι αντί να τη φτύσει αυτός, τον έφτυσε εκείνη, λέγοντάς του ότι δεν είναι άντρας, ότι είναι παλικαράκι της οκάς. Τον έβριζε άσκημα, τον υποτιμούσε μπροστά στους άλλους, σε κάθε ευκαιρία. Τον έφερε στα άκρα και την κτύπησε. Τον έφερε στα άκρα και τον σκότωσε, δίχως ν’ αφήσει ίχνη. Και μετά μεταμορφώθηκε σε μια οχιά πενθούσα, σε μια γυναίκα-θρήνο. Σαν πέρασε λίγο ο καιρός μετακόμισε, και με τα λεφτά που της άφησε εκείνος, απέκτησε και πάλι ζωή. μια ζωή δίχως έγνοιες, για πάντα εξασφαλισμένη. Για τα επόμενα λίγα χρόνια απλά έπαιζε με τους άντρες. Έφτιαχνε σχέσεις εφήμερες κι αποκτούσε εραστές της μιας χρήσης, που σαν προφυλακτικά μετά, πετούσε επιδεικτικά στα σκουπίδια. Μέχρι που γνώρισε τον Αντρέα. Αυτός είναι ο άντρας μου, αποφάσισε. Και τον έκανε δικό της. Αλλά, όχι απόλυτα. Κι αυτό ποτέ δεν του το συγχώρεσε. Κι αυτό είναι που σήμερα την εξαγριώνει πιο πολύ. Πώς μπόρεσε; Πώς μπόρεσε αυτό το ανθρωπάκι να της αντισταθεί; Πώς τόλμησε να την εγκαταλείψει; Αυτήν δεν την παράτησε ποτέ, κανένας. της είναι αδιανόητο ν’ αφήσει την προδοσία του ατιμώρητη. Λυπάμαι, Αντρέα, ψιθυρίζει στις σκιές και στο ημίφως. λυπάμαι, αλλά γι’ αυτό που μου έκανες πρέπει να πληρώσεις. Όχι, η ετυμηγορία της είναι απόλυτη. Κανένα ελαφρυντικό δεν του βρίσκει. Τι κι αν το παιδί του πεθαίνει. τι την νοιάζει αυτή; Μια σκύλα είν’ η ζωή, σαν και μένα, σκέφτεται φωναχτά κι αρχίζει να γελά δυνατά, ασυγκράτητα. Πολύ μεγάλο θ’ αποδειχτεί το νέο κόλπο της, το πιο μεγάλο. Με λίγες κινήσεις προσεκτικές θα τ’ ανατρέψει όλα. Κι αν τα πράγματα πάνε σύμφωνα με το σχέδιο -που δεν μπορεί, θα πάνε- απ’ τα συντρίμμια της νέας ζωής που θα προκύψει μόνο αυτή θα βγει αλώβητη. αλώβητη κι ευτυχισμένη. Πολύ κοντά είναι το αύριο και για πρώτη φορά το ατενίζει με τόση αισιοδοξία. Είσαι παντοδύναμη, είσαι θεά, συγχαίρει τον εαυτό της και το δωμάτιο ζωγραφίζει η ευδαιμονία.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Κυριακή, 11 Ιανουαρίου 2009

Εμμονές

Για τούτο το απόγευμα της Κυριακής σας δίνω μία ακόμη από τις... διεστραμμένες και Εγκληματικά Ασύστολες ιστορίες μου.

Του έχει γίνει έμμονη, παράφορη ιδέα. Δεν εγκαταλείπει ποτέ, ούτε ώρα και στιγμή, τις σκέψεις και τα όνειρά του. Είναι ο βραχνάς του – ο μόνιμός του, ο γλυκός βραχνάς. Είναι αυτή! Αυτή που πάντα μέσα του ζωγράφιζε. Αυτή που πάντα κυνηγούσε. Πρέπει να την αποκτήσει, να την κερδίσει, να καταβάλει τις άμυνές της και να την κάνει δική του για πάντα. Πρέπει να της δείξει ποιος είναι στ’ αλήθεια το αφεντικό, να της επιβάλει τη θέλησή του, να την κάνει να καταλάβει πόσα ο ίδιος αξίζει.
Το πάθος και ο πόθος του γι’ αυτή μοιάζουν να τον έχουν καταλάβει πλήρως, να τον τρελαίνουν. Όχι μόνο αυτόν, αλλά και τους φίλους του αφού, που και που, αμίλητα τον παρατηρούν να προσεγγίζει επικίνδυνα τα όρια της παράκρουσης. Συμφώνησαν, πρόθυμα πολύ είν’ η αλήθεια, να πάνε μαζί του για διακοπές, να τον ακολουθήσουν στο τρελό του ταξίδι, για ν’ απολαύσουν τη μαγεία της φύσης, αλλά και για να ζήσουν κάποιου είδους περιπέτεια. Όμως, αν ήξεραν απ’ την αρχή τι τους περίμενε, μάλλον θα έκαναν δεύτερες σκέψεις. Θα απέρριπταν την πρότασή του και θα κινούσανε γι’ αλλού χαρούμενοι και με μικρά πηδηματάκια.
Δε με νιώθετε. Δε με καταλαβαίνετε! τους κατηγορεί ξανά και ξανά αυτός. Κι εκείνοι σκύβουν τα κεφάλια λυπημένα καθώς, το ξέρουν δα πολύ καλά, πώς δεν υπάρχει τίποτα για να νιώσουν, τίποτα να καταλάβουν, όλα είναι ξεκάθαρα, ο καλός τους φίλους άρχισε να χάνει τα λογικά του. Τι να του πουν και τι να κάνουν; Πώς να τον βγάλουν από τη θολούρα των ψευδαισθήσεών του;
Πολλές φορές, αργά πολύ το βράδυ, κάθεται στις όχθες του ποταμού μοναχός, λες παραπεταμένος, και κλαίει. Μια αγωνία και μια δίψα, μια λαχτάρα κι ένας φόβος του καίνε τα σωθικά, του κλέβουν τις ανάσες και κάθε μικρή χαρά. Τη θέλω! λέει από μέσα του και ραγίζει. Τη θέλω, ψιθυρίζει στον άνεμο, που συνεχίζει παγερά αδιάφορα την καλά γραμμένη στα παλιά κιτάπια του χρόνου πορεία του.
Τη θέλει, κι ας μην την ξέρει! Η αλήθεια είναι ότι την είδε πολλές φορές, αλλά μόνο από μακριά. Δεν της μίλησε. Δεν την αγκάλιασε. Δεν ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο μαζί της. Αλλά, είναι τόσο όμορφη. Απίστευτα όμορφη. Αυτοκρατορικά ωραία. Βγαλμένη λες από κάποιο παλιό μύθο ή ένα ινδικό παραμύθι. Την ακολουθεί συχνά πυκνά, κάθε που την εντοπίζει. Την παρακολουθεί από απόσταση. Θέλει να μάθει όσα περισσότερα μπορεί γι’ αυτήν. που ζει, πως ζει, αν έχει οικογένεια. Πάντως γκόμενο έχει. Αυτό το ξέρει στα σίγουρα αφού τους πήρε το μάτι του τις προάλλες να τσιλημπουρδίζουν. Ήθελε όσο τίποτα στον κόσμο να τους πλησιάσει την ώρα εκείνη κρυφά, να κτυπήσει αλύπητα και να σκοτώσει τον άθλιο εραστή και με το έτσι θέλω να την κάνει δική του. Ωστόσο, δεν έκανε τίποτα, ούτε καν κινήθηκε, ήταν άοπλος, φοβόταν. Την άφησε μία ακόμη φορά να ξεγλιστρήσει σαν αερικό απ’ το οπτικό του πεδίο και να χαθεί.
Όσο περνά ο καιρός το δράμα του μεγαλώνει κι η ψυχολογική του κατάσταση όλο και χειροτερεύει. Δε μιλά πια σε κανένα και για τίποτα, με το ζόρι απαντά στις ερωτήσεις των φίλων του που πολύ ανησυχούν, τρώει λίγο, πίνει πολύ, σπάνια κοιμάται. Τα γένια πήραν να θεριεύουν στο χλωμό του πρόσωπο, το δέρμα του άρχισε να παίρνει ένα όλο και πιο κόκκινο της φωτιάς χρώμα, καθώς κάθε μέρα-όλη μέρα, με ήλιο και βροχή, περιπλανιέται σαν επαίτης της ζωής εδώ κι εκεί, αναζητώντας την και προκαλώντας την νοητικά σ’ ένα παιχνίδι ισχύος. Θα γίνεις δικιά μου! της φωνάζει άηχα, σιωπηλά. Θα γίνεις δικιά μου, όποιο κι αν είναι το τίμημα, όσο κι αν χρειαστεί να περιμένω.
Όσο για εκείνη μοιάζει να επιδίδεται σ’ ένα παιχνίδι εντυπώσεων, να υιοθετεί μια στάση αλαζονικής ανωτερότητας. Δείχνει να αγνοεί εντελώς την ύπαρξή του, αν και δεν είναι τόσο σίγουρος γι’ αυτό, αφού κάθε τόσο τη συλλαμβάνει να κοιτά με το διαπεραστικό της βλέμμα προς το μέρος που κρύβεται, λες και δε βλέπει αλλά διαισθάνεται την παρουσία του εκεί.
Υπομονή κι επιμονή! Αυτό είναι το μάντρα του. Αν επιμείνει και υπομείνει, δεν μπορεί, θα το κερδίσει το παιχνίδι.
Οι μέρες του καλοκαιριού σιγά σιγά θα σβήσουν και θα καταφθάσει σιγοπατώντας στο ξεραμένο χορτάρι το φθινόπωρο. Οι φίλοι του θα φύγουν -δεν μπορούν πια να τον περιμένουν, αλλά ούτε και καμία διάθεση έχουν να ανεχτούν άλλο τα σκέρτσα του- και θα τον αφήσουν μόνο. Η μοναξιά αυτή, ωστόσο, κάθε άλλο παρά τον ενοχλεί – ίσα ίσα που του φουντώνει ακόμη περισσότερο την επιθυμία, του υποδαυλίζει τη φωτιά του πόθου, τον φιλοδωρεί με πείσμα.
Είναι μια βροχερή και άναστρη νύχτα, προς τα τέλη του Σεπτέμβρη, όταν επιτέλους η τύχη αποφασίζει να του χαμογελάσει, δίνοντάς του την ευκαιρία που για τόσο πολύ καιρό και τόσο απεγνωσμένα αποζητούσε. Τη βλέπει να τριγυρνά μοναχή κι αγέρωχη στο δάσος, τυλιγμένη μέσα σ’ ένα λεπτό σύννεφο ψυχρής ομίχλης, πιο μεγαλοπρεπή και μαγευτική από κάθε άλλο πλάσμα που πάτησε ποτέ το πόδι του στον πανέμορφο ετούτο πλανήτη. Αρχίζει να την πλησιάζει αργά, αθόρυβα, σιγοπατώντας, προσπαθώντας ν’ αποσιωπήσει κι αυτόν ακόμη τον ήχο της ανάσας του. Απόψε θα σε κατακτήσω, καλή μου. Απόψε θα γίνεις δικιά μου! της ψιθυρίζει με τη φωνή της ψυχής του. Τα μάτια του λάμπουν από χαρά, από άκρατη και σιωπηλή ικανοποίηση. Οι κόρες τους μπάλες φλόγινες φωτίζουν τη μέσα του πλάση. Επιτέλους!
Πόσο όμορφη είσαι! Σαν οπτασία. Σαν όνειρο. Πόσο όμορφη...
Καθώς σηκώνει με αποφασιστικότητα το ντουφέκι κι ετοιμάζεται να την πυροβολήσει, ακούει με κάποια δυσπιστία στην αρχή και έκδηλο φόβο στη συνέχεια, τον καλπασμό κάποιου άγνωστου κι ακόμη αόρατου ζώου να τον πλησιάζει με φοβερή ταχύτητα. Προτού καν προλάβει να συνέλθει από την έκπληξη και να εντοπίσει την κατεύθυνση απ’ όπου τον προσεγγίζει ο πιθανός θανάσιμος εχθρός, νιώθει τα δόντια ενός άγριου και αιμοβόρου ζώου να χώνονται με πείνα, δύναμη κι οργή στα πόδια, κι αμέσως μετά στα χέρια και το κορμί του, να τον κατασπαράζουν. Ξαπλωμένος, ξεψυχισμένος, λουσμένος στο αίμα, καθώς βρίσκεται στη νοτισμένη γη, νιώθει να τον πλημμυρίζει ένα παράπονο πικρό, αφού δεν πρόλαβε να δει τι του επιτέθηκε, ποιος τον σκότωσε. Η τελευταία εικόνα που αντικρίζουν τα θολά από δάκρια και πόνο μάτια του, λίγο πριν αφήσει την πιο αδύναμη, τη στερνή του την πνοή, είναι αυτή της τίγρης, να τον κοιτά από κοντινή απόσταση, κάπως λυπημένα, λίγο θριαμβευτικά, σχεδόν ανθρώπινα, λες με συμπόνια, αλλά και με μια δόση περηφάνιας. Περηφάνιας; Κατάλαβε. Τώρα, κατάλαβε! Της χαρίζει ένα χαμόγελο απ’ το περίσσεμα των δυνάμεών του και ξεψυχά.Ο γκόμενος, ήταν οι λέξεις που δεν πρόλαβαν να γλιστρήσουν έξω απ’ τα χείλη του.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ


Σάββατο, 10 Ιανουαρίου 2009

Φωτο-Σάββατο

Αποβάθρα το δειλινό
Γαλάζιος μυστικισμός


Ασχολίαστη:)


Αυθόρμητη Σύνθεση


Αλλόκοτος ουρανός
Πέντε μόλις από τις αγαπημένες μου φωτογραφίες, που αναδεικνύουν της Κύπρου την ομορφιά





Παρασκευή, 9 Ιανουαρίου 2009

Ερωτοδίνη (Απόσπασμα)

Αποφάσισα ότι ο πιο πάνω θα είναι τελικά ο τίτλος του βιβλίου που γράφω τώρα, αφού μιλά καλύτερα για το περιεχόμενό του από το "Δυο φωνές και μια σιωπή." Πιο κάτω μπορείτε να διαβάσετε ένα από από τα νέα κεφάλαια.

«Τον συνάντησες, λοιπόν, ξανά!» Δεν ρωτάει, το λέει με θαυμασμό η Δανάη. «Και;»
«Και, τι; Όλα πήγαν μια χαρά. Εντάξει, δεν πηδηχτήκαμε κιόλας, αλλά όσο ντεμοντέ κι αν ακούγεται αυτό στις μέρες, κι αυτό το πρώτο φιλί αξίζει κάτι.»
«Σε ζηλεύω.»
«Έλα, τώρα. Θα βρεις σίγουρα κι εσύ κάποιον. Πάντα βρίσκεις.»
«Α, δεν είναι γι’ αυτό που σε ζηλεύω. Πώς θα βρω κάποιον θα τον βρω. το θέμα είναι να μη πάω απ’ το κακό στο χειρότερο. Εσένα σε ζηλεύω, επειδή πήγες στο καλύτερο.»
Δεν απάντησε η Βασιλική. Τι να της πει, άλλωστε; Είναι διάχυτη ακόμη η αμηχανία ανάμεσά τους. Δεν πάνε παρά λίγες μέρες από τότε που εκείνη άρχισε ν’ απαντά σιγά-σιγά στα τηλεφωνήματά της, πέρασε μόλις μια βδομάδα απ’ την πρώτη φορά που συναντήθηκαν ξανά. Τώρα την θέλει εκεί. να της μιλά, να την ακούει, να γίνει η καλύτερή της φίλη, όπως ήταν παλιά – κι η μοναδική. Την θέλει, όχι επειδή την θέλει, αλλά γιατί τη χρειάζεται. για να φέρει σε πέρας το σχέδιό της. Την κοιτά και χαμογελά με ζεστασιά. όχι προσποιητή, αλλά αληθινή. Όπως χαμογελά η μάνα στο άτακτο παιδί της, ο αξιωματικός στο άβουλο πιόνι του. Ω, ναι, πήρε τα πάνω της πια. Σχεδίασε με κάθε λεπτομέρεια, με στρατηγική αξεπέραστη, την πορεία που θ’ ακολουθήσει από δω και πέρα η ζωή της. Όλα θα γίνουν, όπως τα θέλει. ο Αντρέας πολύ θα πονέσει και πάλι, ο Αντώνης θα παραδοθεί. Κι όλ’ αυτά με τη βοήθεια της ανίδεης φίλης της.
«Μου έλειψες, ξέρεις,» της λέει. Της χαρίζει ψίχουλα αγάπης, ώστε όταν έρθει η προκαθορισμένη ώρα, να πάρει ό,τι χρειάζεται απ’ αυτήν.
«Κι εμένα μου έλειψες, βλαμμένο,» απάντησε χαμογελώντας μ’ ένα μικρό παράπονο εκείνη.
Δεν μίλησαν ακόμη για το καυγά τους, για εκείνη την κωμωδία που στάθηκε η αφορμή ν’ απομακρυνθούν τόσο η μια από την άλλη. Είπαν ν’ αφήσουν το χθες στο σεντούκι του και να δουν τι μπορούν στ’ αλήθεια να κάνουν για το σήμερα και το αύριό τους, αλλά...
«Συγνώμη, που ήμουν τόσο σκύλα,» απολογήθηκε ξάφνου η Δανάη.
«Μα, τι λες; Αφού εγώ έφταιγα για όλα,» απάντησε μελιστάλαχτα εκείνη. «Μου πήρε χρόνο να το καταλάβω, αλλά τελικά το κατάλαβα. Γι’ αυτό, άλλωστε, άρχισα να σε παίρνω από πίσω. Ήθελα για πρώτη φορά στη ζωή μου ν’ απολογηθώ για κάτι και να το εννοώ.»
Χάρηκε γι’ αυτό που άκουσε η γυναίκα. χάρηκε, αλλά προσπάθησε να μην το δείξει. Αλλαγμένη πολύ, αλλά και ίδια όπως παλιά, της φαίνεται η φίλη της. Μοιάζει και λειτουργεί γαλήνια, αλλά τα μάτια της δεν ξαποστάζουν στιγμή. σαν να έχει δύο εαυτούς: ένα ήρεμο, κατασταλαγμένο, κι ένα δεύτερο, ανήσυχο και σε υπερδιέγερση. Αλλά, ας είναι. Φτάνει που τώρα είναι εκεί. Φτάνει που είναι μαζί. Επιτέλους, έχει κάποιον με τον οποίο μπορεί να μιλά ξανά. Δύσκολες πολύ, αφόρητες, ήταν οι μέρες που πέρασε μέσα στην πλήρη απομόνωσή της. Όχι πώς κλεινόταν πεισματικά στο μέσα της, όχι αυτή. αλλά να, όσο κι αν προσπαθούσε να πιάσει τη ζωή απ’ τα κέρατα τόσο της ξέφευγε εκείνη. Της έβγαζε λες τη γλώσσα και κινούσε γι’ αλλού. Ενώ τώρα...
«Έλα απόψε. Να βγούμε μαζί. Να σε πάω να τον γνωρίσεις. Να μου πεις την άποψή σου. Ποιος ξέρει; Ίσως γνωρίσεις κι εσύ κάποιον εκεί...»
«Ω, σ’ ευχαριστώ για την πρόσκληση, καλή μου, αλλά θαρρώ δεν μπορώ να το κάνω αυτό. Δεν θέλω να είμαι μες στα πόδια σου.»
«Δεν θα είσαι. Εξάλλου, δεν μου το ζήτησες, εγώ σου είπα να ’ρθεις. Καιρός είναι ν’ αρχίσεις κι εσύ να βγαίνεις έξω, να βλέπεις κόσμο, να χαίρεσαι λίγο, να χαμογελάς.»
«Μα, βγαίνω έξω, αλλά...»
«Απόψε όλα θα είναι διαφορετικά. Έλα και θα το δεις. Στο υπόσχομαι.»
Την κοιτά απορημένη εκείνη. Δεν απαντά. Δεν ξέρει τι να απαντήσει. Εντάξει, ίσως κάπου ν’ άλλαξε η Βασιλική, αλλά αυτό πια είν’ απ’ τ’ ανήκουστα. Τόσο καιρό πού ήταν με τον Αντρέα, ποτέ δεν την κάλεσε να πάνε κάπου όλοι μαζί, τώρα τι...
«Μην το σκέφτεσαι, καλέ, απλά πες μου ότι θα έρθεις. Απλά πες μου, Ναι.»
«Ναι!» ψιθύρισε η καημένη η κοπέλα, που δίχως να το καταλάβει, με μια και μόνο λέξη, πήρε τη θέση που της ανήκε στη σκακιέρα του μέλλοντος της φίλης της.
«Τι να φορέσω; Δεν έχω ιδέα πώς ντύνονται εκεί.»
«Μην ανησυχείς καθόλου. Θα σου δανείσω κάποια δικά μου ρούχα. Θα τα φροντίσω όλα εγώ. Μια κούκλα θα σε κάνω. Όχι πώς δεν είσαι τώρα, αλλά απόψε θέλω να λάμπεις.»
Εγώ, να λάμπω; Απόρησε εκείνη από μέσα της. Αλλά, γιατί όχι; Γιατί να μην ζήσει κι αυτή για μια βραδιά, αυτό που αποκαλούνε Μεγάλη Ζωή; Αφού, έτσι κι αλλιώς, όλα ο αγαπητικός της φιλενάδας θα τα πληρώσει, οπότε ούτε γάτα ούτε ζημιά.
«Σ’ ευχαριστώ,» είπε με μάτια που έσταζαν ευγνωμοσύνη. «Σ’ ευχαριστώ πολύ. Αυτό, να πω το κρίμα μου, ποτέ δεν το περίμενα από σένα.»
«Μην είσαι κουτό. Ας θες πες ότι είναι μια αποζημίωση για όλα τα δεινά που τράβηξες για μένα. Δέξου ετούτη την πρόσκληση σαν δώρο, αλλά και σαν απολογία. Ποτέ δεν ήθελα να σε πληγώσω, Δανάη,» κατέληξε, κι ένας λυγμός φάνηκε για μια στιγμή να της κόβει την ανάσα, να χαράζει στα μάτια της πληγές και να δακρύζει.
Σηκώνεται απ’ την πολυθρόνα βιαστικά η φίλη της, τρέχει κοντά της, την αγκαλιάζει, της ψιθυρίζει ευχαριστίες και συμπόνια. Είμαι πολύ καλή θεατρίνα τελικά, σκέφτεται εκείνη. αποδίδει τα εύσημα στον εαυτό της. Απόψε θα δώσει την πιο μεγάλη της παράσταση, την πιο σημαντική, μπροστά σε δυο θεατές μονάχα. Απόψε θ’ αντικρίσουν μια Βασιλική βγαλμένη από άλλη ιστορία: γιομάτη ζεστασιά, αγάπη, κέφι και ζωή, μια γυναίκα-καλοσύνη.
Καταπίνει δίχως δυσκολία τα τελευταία της δάκρυα, τιθασεύει τους λυγμούς. Σηκώνει το βλέμμα και κοιτά με μια αγάπη δίχως όρια εκείνα της φίλης της.
«Ας αρχίσουμε να ετοιμαζόμαστε,» της λέει. «Η νύχτα απόψε μας ανήκει.» Της αρέσει να χρησιμοποιεί τον πληθυντικό. μεταμορφώνει τους άλλους μεμιάς σε συνένοχούς της.

Η εικόνα κλέμμενη από εδώ


Πέμπτη, 8 Ιανουαρίου 2009

Η απολογία της Μήδειας

Δεν ξέρω για ποιο λόγο, αλλά πίστευα ότι είχα ανεβάσει εδώ αυτό το κείμενο, κάτι όμως το οποίο δεν έκανα. Από τη στιγμή, όμως, που κυκλοφορεί σε διάφορα φόρουμ και συζητιέται (χωρίς να ξέρω τι λένε, μια και δεν είμαι μέλος) θεώρησα ότι έφτασε η στιγμή να σας "χαρίσω" τη δική μου εκδοχή του μύθου της Μήδειας, που γράφτηκε αρχικά υπό τη μορφή θεατρικού μονόλογου πριν καμιά δεκαριά χρόνια. Δεν είναι ακόμη στην τελική της μορφή, αλλά αυτό δεν έχει σημασία, καθώς αυτή είναι με τον τρόπο της ανατρεπτική - ακόμη και βλάσφημη θα μπορούσε να την αποκαλέσει κανείς. Περιμένω μ' ενδιαφέρον τις αντιδράσεις και τις επισημάνσεις σας. Ίσως με βοηθήσουν να αποδώσω καλύτερα στην τελική γραφή του κειμένου.

Μερικοί άνθρωποι γεννιούνται μονάχα για να υποφέρουν. Ένας απ’ αυτούς τους ανθρώπους θα μπορούσε να πει κανείς ότι είμαι κι εγώ, η Μήδεια, αλλά θα απείχε πολύ απ’ την αλήθεια. Όσοι από σας, περιμένουν να διαβάσουν εδώ, πως μια γυναίκα απολογείται, πως ταπεινώνεται, μάλλον θ’ απογοητευθούν. Όσο τραγική φιγούρα κι αν φαντάζω στα μάτια σας, τόσο τραγική φιγούρα δεν είμαι - ο Προμηθέας μάλιστα, αυτός υπήρξε τραγικός, ο πιο τραγικός. Όχι, λοιπόν, εγώ δεν γράφω για να απολογηθώ, απλά θέλω να πω την αλήθεια, εκείνη που δεν κατέγραψαν, αλλά μονάχα διαστρέβλωσαν οι αρχαίοι τραγωδοί, κάνοντάς με την πιο μισητή γυναίκα στον κόσμο. Τον κόσμο, ξέρετε, το δημιούργησαν οι γυναίκες. Οι άντρες, απλά αρκέστηκαν στο να γράψουν την ιστορία του καταπώς τους άρεσε, και να τα χάλια μας. Πω πω, σάς έχω ταράξει λίγο, ε; Μη βιάζεστε, αυτό έχω μόνο να σας πω. Πολλά θα διαβάσετε ακόμη. Πολλά και τρελά, θα έλεγαν κάποιοι. Αλλά, τα όρια της λογικής με την τρέλα είναι πολύ λεπτά, δυσδιάκριτα, όπως και κείνα μεταξύ της αλήθειας και του ψέματος. Γι’ αυτό άλλωστε, για αιώνες τώρα σάς δίδασκαν τη λάθος ιστορία. Πάντως, σάς προειδοποιώ, όσο κρατά η απολογία μου, ίσως μερικές φορές να σας προκαλέσω οργή και αγανάκτηση, ίσως κάποιες άλλες να σας κάνω να γελάσετε, πολλές φορές θα σας αναγκάσω να σκεφθείτε πως είμαι βλάσφημη. Ακούω ήδη να τρίζουν τα κόκαλα των προγόνων σας.

Αλλά, ας μην προστρέχω. Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Λίγο πολύ η ιστορία μου στη χώρα της Κολχίδος είναι γνωστή, και δίχως πολλές παραποιήσεις από τα χέρια και τη φαντασία των διαφόρων ανιστόρητων ιστορικών, αν και η αντιμετώπιση που είχα από τους διάφορους γραφιάδες, μάλλον με αδικεί. Ήμουνα όντως η ιέρεια της τρομερής Θεάς Εκάτης και γι’ αυτό πανίσχυρη. Μόνο εγώ, ανάμεσα σε όλες τις θνητές, μπορούσα να μιλήσω μαζί της, να της ζητήσω κάτι, να κατευνάσω το θυμό της, και γι’ αυτό οι άνθρωποι με σέβονταν, με αγαπούσαν, με μισούσαν, πολλοί μάλιστα με φοβούνταν. Κανείς δεν τολμούσε να με πλησιάσει δίχως δεύτερη σκέψη, αφού ήμουν ένας ζωντανός μύθος, η πιο τρομερή μάγισσα που υπήρχε τότε στον γνωστό κόσμο. Στο γνωστό τους κόσμο, θα έπρεπε να πω, αφού κάπου πολύ μακριά, στη χώρα της Αιγύπτου, η μαγεία ανθούσε. Ήμουν όμορφη, όμορφη πολύ, ένας πειρασμός γλυκός, αλλά πολύ επικίνδυνος για τα λάγνα βλέμματα και τα ανείπωτα όνειρα των αντρών, αλλά και των γυναικών. Ο μύθος με θέλει να είμαι αμόλυντη, όμως ο μύθος δεν είναι παρά ένας μύθος, το λέει κι η λέξη. Κάθε άλλο παρά αμόλυντη ήμουνα. Δε θυμάμαι καν πόσοι άντρες και γυναίκες γεύτηκαν τις χάρες μου και μου χάρισαν τις δικές τους. Όποιον ήθελα τον αποκτούσα, κανείς δεν μπορούσε να με αρνηθεί. Γεύονταν μαζί μου τις ηδονές και μετά ξεχνούσαν, τίποτα πιο εύκολο για μένα απ’ το να τους χαρίζω τη λήθη…

Χρόνια πολλά υπηρέτησα πιστά την τριπλή Θεά, για χρόνια πολλά γευόμουνα αμέτρητα κορμιά, την ομορφιά και τους παλμούς της φύσης. Α, ναι, είναι και το Χρυσόμαλλο Δέρας… Τέρας, μάλλον. Εγώ το δημιούργησα, ξέρετε, οι υπόλοιποι φρόντισαν να διαδοθεί ο μύθος που μέχρι σήμερα παραμένει ζωντανός, αν και ψεύτικος, όπως πολλά σημεία αυτής της ιστορίας άλλωστε. Βλέπετε, την ιστορία, όπως είπα και πιο πάνω, τη γράφουν οι άντρες, κι αυτοί φροντίζουν με κάθε ευκαιρία να μειώνουν τις γυναίκες σαν χαρακτήρες και να τις ανυψώνουν σαν στοιχεία ομορφιάς, σαν αντικείμενα, σαν διακοσμητικά. Δέστε τι έκαναν με την κακόμοιρη την Ελένη. Αγάπησε η καημένη έναν άντρα κι έφυγε μαζί του. Κι οι άλλοι δήθεν οργάνωσαν ολόκληρο Τρωικό Πόλεμο για να την πάρουν πίσω. Ποια; Την Ελένη. Ποιοι; Εκείνοι, που πιότερο προτιμούσαν να συνευρίσκονται μεταξύ τους, παρά με γυναίκες. Κι ο παππούλης ο Όμηρος σαν κάθε συνεπές σερνικό ανέλαβε να γράψει τη λάθος ιστορία, που μιλούσε για ένα φουστάνι, κι όχι για εμπορικά συμφέροντα και επίδειξη ισχύος. Αλλά, ας αφήσουμε την Ελένη στο μνήμα που της έχουν τόσο περίτεχνα φτιάξει. Πίσω στο Χρυσόμαλλο Δέρας. Ένα δέρμα χωρίς καμιά απολύτως αξία, αλλά ένα σύμβολο για την Κολχίδα. Ο κάθε άρχοντας όφειλε τότε να κυβερνά το λαό του λέγοντάς του παραμύθια, το ίδιο έκανε κι ο πατέρας μου ο Αιήτης. Άρχοντας με τα όλα του, κτυπούσε τα ρέστα του στη μυθοπλασία, αν και νοημοσύνη δε διέθετε και πολλή. Το ίδιο θαρρώ συμβαίνει και σήμερα με τους κυβερνώντες, έτσι; Ο πατέρας μου, που λέτε, ανέθεσε σε μένα και σ’ ένα δήθεν τρομερό φίδι φύλακα να φυλάμε το Δέρας. Ε, καλά, αυτό δα δεν ήταν και τόσο δύσκολο. Απλά διαδώσαμε το μύθο του φοβερού φύλακα και της Παρθένας Κόρης που συνομιλεί με την Εκάτη και ξοφλήσαμε. Είχαμε να κάνουμε με κουτορνίθια και όλοι χάψανε το παραμύθι. Εγώ, λοιπόν, έκανα ό,τι ήθελα ευτυχισμένη μέσα στο μύθο που με περιέβαλλε και ο πατέρας μου, διοικούσε το λαό του χωρίς κανένα απολύτως πρόβλημα. Απλά, που και που, για να σπάει η μονοτονία οργάνωνα καμιά θυσία προς τιμήν της θεάς, αφού την προηγούμενη μέρα τρομοκρατούσα τον κόσμο με κάποια δήθεν τρομερά φαινόμενα. Αυτή ήταν άλλωστε και η μοναδική ουσιαστική μου διασκέδαση αν εξαιρέσει κανείς τις ερωτικές συνευρέσεις…

Όλα κυλούσαν ωραία κι ήρεμα για πολλά χρόνια. Με φοβόντουσαν και με λάτρευαν σα θεά, και στον τόπο επικρατούσε η ευημερία που φυσικά οφειλόταν στην εύνοια της Εκάτης, αν και μεταξύ μας περισσότερο είχε να κάνει με την εύφορη γη και την τυραννία του Αιήτη. Κάποια μέρα ο πατέρας μου με κάλεσε στο παλάτι και μου ανακοίνωσε ότι την επομένη θα έπρεπε να επισκεφθώ μια γριά μάγισσα, που ζούσε σε μια σπηλιά στους πρόποδες του Καυκάσου. Όπως και έγινε. Ένας βουνίσιος ήρθε στο παλάτι και ανέλαβε να με οδηγήσει στον προορισμό μου, όπου φτάσαμε το επόμενο πρωί, αφού περάσαμε το βράδυ σ’ ένα χωριατόσπιτο. Η γριά μάγισσα μόλις με είδε, αν και δε με ήξερε, με αναγνώρισε και μου είπε: “Τι να πω σε σένα κόρη μου που είσαι η πρώτη απ’ όλες μας;” Μιλήσαμε πολύ με τη γριούλα, της αποκάλυψα κάποια από τα μυστικά μου, και κείνη μου χάρισε συμβουλές. Την αποχαιρέτησα μ’ ένα χαμόγελο στα χείλη…

Όταν έφτασα στο παλάτι του Αιήτη, εκείνος με ρώτησε ποια ήταν η προφητεία της γριάς. Του είπα πως προφήτεψε ότι θα ζούσα πολλά χρόνια και θα γερνούσα στο πλάι του. Τι να έλεγα στο γέροντα; ότι δεν υπήρχε προφητεία; ή ότι η κόρη του γνώριζε περισσότερα από τη γριά μάντισσα; Ε, ό,τι δεν είπε η γριά, ό,τι δεν μπορούσα να σκεφτώ εγώ, το είπε ένα κακόμοιρο γεροντάκι που ζητούσε την προσοχή των αντρών, υποβιβάζοντας τις γυναίκες. “Θα γίνεις η πιο αποκρουστική γυναίκα στη γη…”, μάντεψε στα καλά καθούμενα ο παππούς, και κάπως έτσι άρχισε να γράφεται στα χαρτιά η μοίρα μου. Αλλά το χαρτί δεν είναι ζωή! Ή είναι;

Λίγο καιρό μετά την επίσκεψη στη γριά, κι αφού βαρέθηκα να κάνω συνέχεια τα ίδια και τα ίδια, άρχισε να με πλακώνει η πλήξη. Βλέπετε, δεν είχε μείνει και κάνας άντρας της προκοπής στην Κολχίδα. Όλες οι μέρες μου φάνταζαν οι ίδιες, οι νύχτες μονότονες μέχρι σκασμού. Παρακαλούσα λοιπόν κι εγώ την Εκάτη, να κάνει να συμβεί κάτι συναρπαστικό στη ζωή μου. Ε, καθώς ήμασταν φίλες κολλητές για τόσα χρόνια, είπε να μη μου χαλάσει το χατίρι. Κι έτσι έστειλε στη ζωή μου τον Ιάσονα, ένα πανέμορφο άντρα, που τράβηξε μεμιάς την προσοχή μου. Δεν έμοιαζε καθόλου με κανέναν από τους άντρες που είχα γνωρίσει μέχρι τότε. Το αγαλματένιο του κορμί, η αυτοπεποίθησή του, τα μάτια του που έλαμπαν σαν ήλιοι έτοιμοι να σε κάψουν, άναψαν μέσα μου τον πόθο. “Αυτόν τον άντρα θα τον ακολουθούσα ως το τέλος του κόσμου”, σκέφτηκα απ’ τις πρώτες στιγμές που βρέθηκα αντίκρυ του. Η διαφορά μου τότε από τις άλλες γυναίκες - αλλά και σήμερα θαρρώ - είναι ότι όλες ζητούσαν κάτι, ενώ εγώ ζητούσα κάτι παραπάνω. Θα το έβρισκα στο πρόσωπο, στα λόγια, στο κορμί του Ιάσονα; Ήμουνα σίγουρη πως ναι, γνώριζα απ’ την πρώτη στιγμή πως το τίμημα θα ήταν ακριβό κι όμως έκανα μακροβούτι στη φωτιά. Αλλά ας μη βιαζόμαστε…

Ο Ιάσονας, το αγαπημένο αυτό παιδί και εραστής, δε δυσκολεύτηκε να εντυπωσιάσει τους πάντες στην Κολχίδα με την τόλμη και τις γνώσεις του. Απ’ την πρώτη κιόλας στιγμή δήλωσε στον Αιήτη ότι πήγε εκεί για να πάρει το Χρυσόμαλλο Δέρας, διηγήθηκε με τη βοήθεια ενός γέρο τροβαδούρου, του Ορφέα, τις περιπέτειές του, περιέγραψε πως κατάφερε να διασχίσει τις Συμπληγάδες - πιστέψτε με κάτι πανεύκολο για ναυτικούς που διαθέτουν έστω κοινή νοημοσύνη -, και δεν παρέλειψε να αναφέρει ότι όλ’ αυτά τα έκανε στην προσπάθειά του να ανακτήσει το χαμένο του βασίλειο. Ο Ορφέας με το τραγούδι του σαγήνεψε τους πάντες, αλλά εμένα τα μάτια μου ήταν καρφωμένα στον όμορφο ξένο. Στα μάτια του διέκρινα κάτι τρομακτικό, τον έρωτά μου για κείνον που γεννήθηκε απ’ τη μια στιγμή στην άλλη, αλλά και τη γνώση, τη γνώση ότι θα έκανα τα πάντα για να τον αποκτήσω, θα θυσίαζα τα πάντα στο βωμό του έρωτα, θα έχανα την κάθε εξουσία, θα διέλυα όλους τους μύθους. Πολλοί στο μέλλον σκέφτηκαν πως έκανα ό,τι έκανα από απερισκεψία - γυναικεία αδυναμία, λένε, αλλά δε θα μπορούσαν να πέφτουν περισσότερο έξω. Αγάπησα φίλοι μου, αγάπησα, και όποια γυναίκα αγαπά και δεν ακολουθεί την καρδιά της δεν είναι γυναίκα, είναι μόνο μια εν αναμονή νεκρή. Τόσο απλά είναι τα πράγματα, κι όποιος δεν το βλέπει, είναι εκ γενετής τυφλός στα θαύματα της ζωής, ανίκανος να χαρεί τις ομορφιές της, ανήμπορος μπροστά στη δημιουργία της…

Ο Αιήτης είπε στον Ιάσονα ότι για να πάρει το Χρυσόμαλλο Δέρας θα έπρεπε να περάσει κάποιες σκληρές δοκιμασίες. “Κανένα πρόβλημα,” του απάντησε εκείνος, χαμογελώντας. Όλα θα συνέβαιναν την επόμενη μέρα. Τη νύχτα όμως συνάντησα τον Ιάσονα να τριγυρνά στο αγαπημένο μου δάσος, του εξομολογήθηκα τον έρωτά μου, και του είπα πως θα τον βοηθούσα φτάνει να μου υποσχόταν ότι φεύγοντας θα με έπαιρνε μαζί του, όπως και έγινε. Την επομένη πέρασε χωρίς καμιά δυσκολία όλες τις δοκιμασίες και το βράδυ, με τη βοήθειά μου, έκλεψε το πανάσχημο Δέρας. Ήταν όλα ένα παιχνίδι. Ο πατέρας μου θα έχανε το λάβαρο της ισχύος του, κι εγώ θα αποκτούσα τη συναρπαστική ζωή που πάντα ονειρευόμουν στην αγκαλιά του θεϊκού μες στην ομορφιά του Ιάσονα. Καθώς ετοιμαζόμασταν να μπαρκάρουμε με την Αργώ έφτασ’ ο Άψυρτος, ο ετεροθαλής μου αδερφός - ένα παράπτωμα της φύσης -, με οδηγίες από τον πατέρα μου να εμποδίσει τον απόπλου. Ένα χαζό παιδί, αυτό ήταν. Κρατούσε το σπαθί σα ξυλαράκι κι έτρεχε, μπέρδεψε τα πόδια του, έπεσε, το σπαθί διαπέρασε το στήθος του. Οι στρατιώτες που έστειλε ο Αιήτης μαρμαρωμένοι από το συμβάν μάς παρατηρούσαν να φεύγουμε, ανίκανοι να κάνουν κάτι…

Τώρα, θα σκέφτεστε, πλήγωσες τον πατέρα σου, στάθηκες η αιτία να πεθάνει ο αδελφός σου, δε νιώθεις τύψεις; Να σας πω την αλήθεια, όχι. Λυπάμαι για τη λύπη που πότισα τον πατέρα μου, αλλά δεν μπορώ να λυπηθώ, πόσο μάλλον να νιώσω τύψεις για το θάνατο κάποιου που με ήθελε νεκρή. Αυτό άλλωστε το λέει κι ο μύθος που διαβάσατε, το πόσο πολύ δηλαδή με μισούσε ο Άψυρτος…

Η Αργώ… Η Αργώ ήταν ένα καλοτάξιδο καράβι, αλλά δεν ένιωθα καλά μια γυναίκα ανάμεσα σε τόσους άντρες. Ήμουνα ερωτευμένη κι είχα μάτια μόνον για κείνον, τον ένα, το μοναδικό. Εκείνον που τα κρύα βράδια του ταξιδιού με έκλεινε στη ζεστή αγκαλιά του, με φιλούσε στα μαλλιά, με χάιδευε με την ανάσα του. Έρωτα; όχι δεν κάναμε έρωτα όσο κρατούσε αυτό το ταξίδι. Ήταν αδύνατο. Αλλά η φλόγα μέσα μου φούντωνε όλο και πιο πολύ, μια φωτιά μου έκαιγε τα σωθικά, μου πυρπολούσε την ψυχή, αλλά δεν μπορούσα να την αφήσω ελεύθερη, έμενε ανέκφραστη. Είχα κι ένα μύθο να διατηρήσω, αυτόν της Αμόλυντου Παρθένας, κι ας είχε πολλάκις λατρευτεί σα ναός το κορμί μου. Όσο ο πόθος φούντωνε τόσο πιο δύσκολο γινόταν για μένα το ταξίδι. Κοιμόμουνα κι ονειρευόμουν το κορμί του, ήμουν ξύπνια έκλεινα τα μάτια και το έβλεπα. Μοναδική παρηγοριά τα τραγούδια του Ορφέα. Σαν τα άκουα ξεχνιόμουνα για λίγο, έκαιγε λιγότερο οδυνηρά η φλόγα. Ταξίδευα με τη γλυκιά φωνή σε μέρη ανονείρευτα, έλουζα το κορμί στα γαλανά νερά της λήθης, που φευ δεν κρατούσε για πολύ. Έμαθα πολλά απ’ το γέρο Ορφέα, μα ένα μόνο μου χαράχτηκε στη μνήμη. Μια ιστορία που μιλούσε για κάποιο νησί όπου ζούσαν μοναχά γυναίκες, που το μόνο που ζήτησαν ποτέ ήταν ένα σερνικό για να μπει στα χωράφια των κορμιών τους και να τα καλλιεργήσει…

Κάποτε, μετά από πολύ καιρό, δέσαμε σ’ ένα από τα πιο φιλόξενα λιμάνια, στο νησί των Φαιάκων, όπου είχε ήδη φθάσει η φήμη του γενναίου Ιάσονα και του μεγάλου του άθλου. Όλοι ήθελαν να του σφίξουν το χέρι, να τον θαυμάσουν, ν’ ακούσουν απ’ τα χείλια του, πως απ’ όλους τους θνητούς αυτός έγινε ο αγαπημένος των θεών κι απόκτησε το Δέρας. Όλοι θαύμαζαν την ομορφιά μου δίπλα του, τη μεγαλοπρέπειά μου, αλλά μιλούσαν για μένα στα κρυφά, με μισόλογα. Είχε βλέπετε και μένα, η φήμη μου, της μεγάλης μάγισσας, προηγηθεί και κάπου με φοβόντουσαν. Κανείς δε διανοήθηκε να συνδέσει την επιτυχία του Ιάσονα με τη δική μου παρουσία. Έτσι δε γίνεται πάντα; Οι γυναίκες δημιουργούν, κι οι άντρες περηφανεύονται γι’ αυτά που δεν τους ανήκουν.

Ένας άλλος αγαπημένος των θεών, ο δίκαιος βασιλιάς Αλκίνοος, ο αφέντης της αρχοντικής Κέρκυρας, μας υποδέχθηκε με τιμές στο παλάτι του. Φημισμένος για τη φιλοξενία του έκανε τα πάντα για να μας κάνει να νιώσουμε την ευδαιμονία που επικρατούσε στη χώρα του, κι η γυναίκα του η Αρήτη, στάθηκε η σωτήρας μας. Οι Κόλχες που μας ακολουθούσαν όλο αυτό τον καιρό, έφθασαν λίγο μετά από εμάς στο λιμάνι. Ζητούσαν να με πάρουν μαζί τους. Με τη μεσολάβηση της Αρήτης, το ίδιο εκείνο βράδυ παντρεύτηκα τον Ιάσονα, και σε μια μεγαλοπρεπή κάμαρα - κι όχι μέσα σε μια σπηλιά, όπως επιμένει ο γέρο παραμυθάς-, πάνω σ’ ένα χρυσοστόλιστο κρεβάτι, του χάρισα τη φτιαγμένη από βότανα παρθενία μου. Καημένο μου παιδί, άντρα μου, πίστευες ότι ήσουν ο πρώτος, έτσι; Πάντα αυτό θέλετε να πιστεύετε εσείς οι άντρες, πως είστε οι πρώτοι και ακαταμάχητοι… Ας είναι. Μετά που χορτάσαμε από πιοτό και έρωτα, ο μέγας ήρως αποκοιμήθηκε, κι εγώ μη έχοντας τι άλλο να κάνω αποφάσισα να… ναι, αυτό είναι ειπωμένο σωστά… αποφάσισα να διαβάσω το μέλλον μου. Δέκα χρόνια, τόσο θα κρατούσε η ζωή μου με τον Ιάσονα. Δέκα χρόνια ευτυχίας δεν είναι και μικρό πράμα, σκέφτηκα. Η ευτυχία θα κρατούσε βέβαια λιγότερο, αλλά εγώ ήμουνα αποφασισμένη να τη ρουφήξω ως την τελευταία της στάλα. Δε με έκανε ο έρωτας τυφλή, είχα επίγνωση, γνώριζα ότι όλα γεννιούνται και πεθαίνουν, κι ήθελα όσο μπορούσα πιο πολύ να ζήσω τα όμορφα. Και πιστέψτε με, είναι μεγάλη ομορφιά η αγκαλιά του αντρός και όλα τα δώρα που έχει να σου προσφέρει…

Η Τριπλή Θεά ήταν μαζί μου, συνέχεια, στο μυαλό μου, αλλά και στο χώρο. Με ακολουθούσε παντού, επικροτούσε τις πράξεις μου, γι’ αυτό και δεν έχασα ούτε στιγμή τα χαρίσματά μου, τα οποία ήταν δήθεν άμεσα συνδεδεμένα με την παρθενία μου. Σε κείνους τους παγανιστικούς χρόνους, γέρο τραγωδέ, όλα επιτρέπονταν… Ρώτα και τους νεαρούς σου συντρόφους… Αλλά, ας αφήσω τον πλαστογράφο στην όμορφη σαρκοφάγο του. Η μέρα που ξημέρωσε ήταν η πιο γιορτινή της ζωής μου. Ο Αλκίνοος οργάνωσε για μας μια μεγαλόπρεπη γιορτή, κι ο Ορφέας έγραψε και τραγούδησε τα πιο όμορφα τραγούδια του, ενώ οι γυναίκες του νησιού, ω, οι γυναίκες, ύμνησαν με μια φωνή τον έρωτά μας. Δύσκολο, δύσκολο πολύ είναι για μένα να σας περιγράψω εκείνη τη μέρα… Κλείστε τα μάτια κι αφήστε τη φαντασία σας να καλπάσει… Βλέπετε; Ακούτε; Γυναίκες με αγαλματένια σώματα, ελάχιστα κρυμμένα κάτω από ένα λευκό διάφανο πανί, ψάλλουν τους ύμνους τους έχοντας το φλογισμένο βλέμμα τους στον ουρανό… Μια ευτυχισμένη μέθη πλημμυρίζει το χώρο… Ο χρόνος σταματά για να κρατήσει ζεστά μέσα του τη μαγική στιγμή… Οι θεές της ομορφιάς ευλογούν με χαμόγελα το συμπόσιο ετούτο της ζωής… Ω, τα θυμάμαι όλ’ αυτά και χαμογελώ, και δακρύζω. Ζήσατε ποτέ εσείς αυτή την ευτυχία; Αν όχι, τότε δεν αγαπήσατε σωστά, δοθήκατε λάθος. Μα τη θεά, αλήθεια σας λέω… Διάβηκα πολλούς αιώνες για να σας φέρω αυτό το μήνυμα… Εκείνη η μέρα χαράχτηκε σαν μια δεύτερη ψυχή μέσα μου… Δε με άφησε ποτέ, δε μ’ αφήνει ποτέ… Κάθε φορά που κάτι κακό συναντούσα στο δρόμο μου, που ένιωθα τη ζωή να με παίρνει από κάτω, επέστρεφα με τη σκέψη σε κείνη τη μέρα, την ξαναζούσα κι αυτή μου έδινε κουράγιο για να συνεχίσω… Βλέπετε, δεν είμαι εκείνη η αναίσθητη σκύλα που θέλουν να παρουσιάζουν οι γέρο παράλυτοι, που μέσα στη αδυναμία τους να τα βάλουν μαζί μου στα ίσια, με σκοτώνουν με τα λόγια. Είμαι γυναίκα, πηγή και θάλασσα, μάνα και παιδί, κι έχω τις αδυναμίες μου. Κανείς δεν είναι άτρωτος, κανείς υπεράνω, απλά εγώ είχα περισσότερα όπλα αντίστασης, περισσότερη δύναμη απ’ τους συγκαιρινούς μου γι’ αυτό μισήθηκα τόσο, κι όχι γιατί σκότωσα τα παιδιά μου. Κι αν με κατηγοράτε γι’ αυτό το τελευταίο, θυμηθείτε ότι κάποιος πολέμαρχος θυσίασε την κόρη του για να φυσήξει ο άνεμος και να κινήσει να πάει να σκοτώσει… Αλλά, κι αυτός από άλλη ιστορία είναι βγαλμένος. Απλά, σας λέω, μη με σκέφτεστε με μίσος, μη με κρίνετε με προκατάληψη, όχι προτού διαβάσετε ολόκληρη την ιστορία μου. Ας ξαναπιάσω, όμως, το νήμα…

Λίγες μέρες μετά τον περίφημό μας γάμο, σαλπάραμε για την Ιωλκό, τη γη που δικαιωματικά ανήκε στον Ιάσονα, την οποία όμως είχε σφετεριστεί ο ετεροθαλής αδελφός του πατέρα του, ο Πελίας. Ο τελευταίος του είχε υποσχεθεί ότι θα του επέστρεφε το θρόνο μόνο αν του παράδιδε το Χρυσόμαλλο Δέρας. Γι’ αυτό το λόγο έγινε, λέει, όλη η εκστρατεία. Αλλά ο Πελίας δεν κράτησε το λόγο του, κι εγώ, που με το που πάτησα το πόδι μου στην Ιωλκό, έγινα ο φόβος και τρόμος των κατοίκων, το αντικείμενο ενός άνευ λόγου μίσους, ανέλαβα να πάρω εκδίκηση για τα δεινά του καλού μου. Έτσι, προτού περάσει καιρός, ο άθλιος σφετεριστής έπεφτε νεκρός απ’ τα χέρια των ίδιων του των θυγατέρων, που τον σκότωσαν ακολουθώντας άθελά τους ένα σατανικό σχέδιο που τους είχα υποβάλει. Αλλά, ο Ιάσονας δεν έμελλε να γίνει βασιλιάς. Ο Άκαστος, ο γιος του Πελία, ανέλαβε την εξουσία κι αμέσως μας εξόρισε. Φύγαμε για την Κόρινθο…

Η Κόρινθος! Μια από τις πιο όμορφες, τις πιο ζωντανές πόλεις της εποχής εκείνης, ένα σταυροδρόμι των λαών όπου συνυπήρχαν αρμονικά το εμπόριο κι οι τέχνες, ο αθλητισμός και το πνεύμα. Μια πόλη διαμάντι, όπου έζησα μερικά από τα πιο όμορφα χρόνια της ζωής μου. Εκεί δεν ένιωθα σαν ξένη, παρά σαν ένα μικρό μέρος ενός τεράστιου μωσαϊκού, όπου όλοι χωρούσαν, όσο διαφορετικοί κι αν ήταν αυτοί. Ο Ιάσονας αμέσως μετά την άφιξή μας έγινε σύμβουλος του βασιλιά της Κορίνθου, Κρέοντα, σε θέματα ναυτιλίας…

Δυστυχώς κάποτε η ευτυχία μου έφτασε στο τέλος της. Όπως όλα τα καλά πράγματα στη ζωή, θα σκέφτεστε εσείς. Δε συμφωνώ. Έγινα δυστυχισμένη όταν κάποια μέρα ξαφνικά αντιλήφθηκα ότι δεν ήμουν πια ο εαυτός μου. Δεν ήμουν πια η Μήδεια. Είχα γίνει κι εγώ, η αλλοτινή τρελή κι επαναστάτρια, μια απλή γυναικούλα. Ζούσα στη σκιά του Ιάσονα, που όλο και πιο συχνά, όλο και πιο πολύ έλειπε απ’ το σπίτι. Εγώ που κάποτε μιλούσα τη γλώσσα των πουλιών, που διάβαζα τη φύση σαν ανοικτό βιβλίο, που ένιωθα τους παλμούς της γης, έγινα μια μαλθακή, ένα τίποτα. Χρειαζόμουνα τον άντρα μου, αλλά εκείνος όλο και απομακρυνόταν. Κάποιες νύχτες ξεδιψούσα τους πόθους μου με κάποιον απ’ τους δούλους, αλλά όσο κι αν το κορμί χόρταινε η ψυχή άδειαζε. Τον αγαπούσα τον Ιάσονα, κι ας ήξερα ότι κάθε μέρα κούρσευε άλλων γυναικών τα κορμιά. Όταν έφτασα στο ως εδώ και μη παρέκει, το πήρα απόφαση, κι έμεινα έγκυος. Ήξερα ότι μόνο ένα παιδί θα μπορούσε να τον φέρει πίσω κοντά μου. Όπως και έγινε. Όσο μεγάλωνε η κοιλιά, τόσο μεγάλωνε, κι άναβε, η αγάπη του για μένα. Με φλογισμένο το βλέμμα μου ορκιζότανε αιώνια αγάπη, έλεγε πως θα έμενε για πάντα μαζί μου, αλλά εγώ που γνώριζα μονολογούσα: Θα με αφήσεις Ιάσονα, θα με προδώσεις. Στη ζωή μου, όχι, σπάραζ’ εκείνος. Λόγια. Το παιδί έγινε η άμυνά μου, “τουλάχιστον όταν φύγει, θα έχω ένα ενθύμιο απ’ την αγάπη του”, σκεφτόμουνα. Και τι ενθύμιο…

Ο Μέρμερος, τους πρώτους μήνες μετά τη γέννησή του, έγινε αντικείμενο λατρείας για τον Ιάσονα. Τον κρατούσε για ώρες στα χέρια του, του έλεγε ιστορίες, τον κανάκευε… Τότε ήμουν και πάλι ευτυχισμένη, αλλά εκείνος, κυκλοθυμικός σαν άνεμος των μεγάλων θαλασσών, δεν άργησε να χάσει το ενδιαφέρον του για το παιδί. Χαρίστηκε και πάλι στις εταίρες, που προφανώς είχαν γίνει από καιρό πια το στεριανό λιμάνι του. Εγώ, βούλιαξα και πάλι στη μοναξιά και την απελπισία, αν κι αυτή τη φορά δεν ήταν και τόσο οδυνηρή αφού είχα ένα όμορφο μουτράκι να με αποσπά με τα γελάκια του, να μου θυμίζει το θαύμα της ζωής με τα δάκρυά του. Ωστόσο το άδειο κρεβάτι, παρέμενε άδειο, το κορμί αλάτρευτο - και ήταν όμορφο πολύ το σώμα μου, σμιλεμένο με τέχνη -, μέχρι που, σε μια από τις αραιές μέσα στο χρόνο συνευρέσεις μας, ο σπόρος του κάρπισε μέσα μου και πάλι, κι άρχισαν ξανά οι τρυφερότητες, τα χάδια, οι όρκοι, σε σημείο που με όργισε. “Μη λες μεγάλα λόγια άντρα, γιατί σαν ξεχαστούν θα γνωρίσεις την οργή μου”, του είπα. Γέλασε, του φάνηκε αστείο. Εκείνος ήταν ο μεγάλος και τρομερός Ιάσονας, και δε φοβόταν κανένα, νόμιζε πως είναι άτρωτος. Δεν ήξερε το αιώνιο παιδί ότι εκείνα που πιο πολύ μας πονάνε είν’ αυτά που δε μας αγγίζουν…

Και γεννήθηκε ο Φέρητας. Ο μέγας Ιάσων μες στην τρελή χαρά, που λένε. Του έδωσα δυο γιους κι ήταν περήφανος για το σπόρο του. Ξεχνούσε πως ο σπόρος χρειάζεται την κατάλληλη γη για να καρπίσει. Η χαρά δεν κράτησε και πολύ, αλλά είχα τα παιδιά μου μαζί και δεν παραπονιόμουνα. Είναι που άλλαζα και τους εραστές σα φύλλα τσαγιού, μόλις έχαναν τη γεύση της. Κανείς δεν ήταν σαν και κείνον, κι ας το ’ξερα πως οι μέρες μας λιγόστευαν, πως σε λίγο καιρό θα έπαυε πια έστω και λίγο να μου ανήκει. Δεν ήξερα πως, δεν ήξερα ποια θα τον έπαιρνε οριστικά από κοντά μου, απλά ήμουνα σίγουρη πως θα συνέβαινε, οι χρησμοί μου ποτέ δεν έπεφταν έξω. Οι πειρασμοί τότε ήταν πολλοί, και οι παντρεμένοι, -άντρες και γυναίκες-, περισσότερο ελεύθεροι απ’ ό,τι θα μπορούσε να φανταστεί κανείς, οπόταν… το κέρατο έπεφτε σύννεφο…

Όσο το νήμα του χρόνου λιγόστευε, τόσο και θυμόμουνα τον παλιό μου εαυτό, το ποια ήμουνα, την τέχνη μου που είχα για τόσα χρόνια παραμελήσει. Τους τελευταίους μήνες κάθε που γιόμιζε το φεγγάρι περπατούσα έξω απ’ την πόλη, κοιτούσα το λαμπερό πρόσωπο της Εκάτης και την εκλιπαρούσα να δώσει ένα σημάδι, να μου πει αν είναι ακόμη κοντά μου. Κι εκείνη δεν αρνιόταν το κάλεσμά μου, διάφοροι παράξενοι ήχοι έφταναν στ’ αυτιά μου από παντού, άκουγα ψίθυρους στο νυχτερινό αεράκι, ένιωθα μια ευδαιμονία να μου τυλίγει το κορμί, να με γκαστρώνει με την αλλοτινή μαγεία. Ήξερα ότι εφόσον η θεά είναι κοντά μου δεν υπάρχει τίποτα, κανείς, που να μπορεί να μου κάνει κακό. Κι όσο κι αν το δικό μου πεπρωμένο ήταν φυγείν αδύνατον, τόσο σίγουρη ήμουνα ότι θα έπαιρνα την εκδίκησή μου…

Χαμογελώ και πονώ, παράξενο δεν είναι. Τον αγάπησα τόσο πολύ τον Ιάσονα, μέχρι την τελευταία στιγμή έλπιζα ότι το γραφτό θα ξεγραφόταν και θα μέναμε μαζί, αλλά μάταια. Κάντε λίγο ακόμα υπομονή, και θα μάθετε, επιτέλους, το αληθινό τέλος της δικής μου ιστορίας. Θα σας σοκάρει ίσως λίγο η σκληρότητά μου, αλλά στο τέλος τέλος πιστεύω πως θα με νιώσετε, θα με νιώσετε σα μάνες, σαν κόρες, σαν αδερφές. Όσο για τους άντρες, όσοι δε σκέφτονται με το κάτω κεφάλι θα με καταλάβουν…

Ξέρετε, αλήθεια, τι φοβερό συναίσθημα είναι η άγνοια; Το να περιμένεις κάτι να σου συμβεί και να μην ξέρεις πότε κι από που θα σου ’ρθει; Έζησα για πολύ καιρό αγνοώντας μιαν αλήθεια, κάτι που ήξεραν όλοι για τη ζωή μου, εκτός από εμένα. Ο Ιάσονας όταν χανόταν απ’ το σπίτι δεν πήγαινε στις εταίρες, όχι τον τελευταίο καιρό, καθόλου. Είχε επίσημη αγαπημένη, και σαν σπουδαίος που ήταν δε θα δεχόταν δίπλα του όποια κι όποια, έτσι αυτή δε θα μπορούσε να είναι άλλη από την κόρη του Κρέοντα, μια όμορφη νέα, το στολίδι της Κορίνθου, όπως έλεγαν, αλλά όχι περισσότερο όμορφη από μένα, που όσο κι αν πέρασαν τα χρόνια διατήρησα το διάφανο παιδικό μου πρόσωπο, τα απαλά χαρακτηριστικά, τα θαλασσιά τα μάτια που κάποτε κολυμπούσε μέσα εκεί η εικόνα του. Το ανακάλυψα τυχαία, ανακρίνοντας ένα τρομαγμένο γεροντάκι στην αγορά. Ένιωσα τον κόσμο να χάνεται κάτω από τα πόδια μου εκείνη τη στιγμή, όχι επειδή δεν το περίμενα, αλλά για τη διπλή του προδοσία. Πρόδωσε τους όρκους που μου χάρισε όταν γέννησα τους γιους του, τους όρκους στο βωμό της Εκάτης όπου μου υποσχέθηκε αιώνια αγάπη, αλλά και, το χειρότερο, μου απέδειξε πόσο τιποτένιο ανθρωπάκι στ’ αλήθεια υπήρξε, αφού ποτέ του δεν πολέμησε για κάτι. Προτιμούσε πάντα να τα βρίσκει όλα έτοιμα και καταπώς του άρεσαν: ισχύ μέσω των ικανοτήτων μου, φήμη μέσω του χρυσόμαλλου τροπαίου που χάρη σε μένα απέκτησε, μετά, παιδιά για να ριζώσει η σπορά του στη γη κατακλέβοντας τα σπλάχνα μου και, τελικά, παρθένα νύφη και κληρονομημένο βασίλειο σε ανάμνηση εκείνου που έχασε. Αυτός ήταν λοιπόν ο Ιάσονας, ο μεγάλος μου έρωτας, η αυταπάτη μου. Κάποιος που γινόταν άντρας μέσα από τη γυναίκα και περιέφερε τον ανδρισμό του στα καπηλειά και στα ιερά πορνεία. Όλα αυτά τα σκέφτηκα σε μια στιγμή, μέσα σε μια έκλαμψη, κι ορκίστηκα σιωπηλά: όχι, δε θα σου περάσει αυτή τη φορά Ιάσονα, όχι δε θα σε αφήσω να πεις κι άλλα ψέματα, να σπάσεις κι άλλους όρκους, να ραγίσεις κι άλλες καρδιές…

Περπάτησα για ώρες πολλές στην πόλη, δίχως να βλέπω που πηγαίνω, χωρίς προορισμό. Οι άνθρωποι που όλοι φαίνονταν να γνωρίζουν το κακό που με βρήκε, δε μ’ ενόχλησαν καθόλου, δε μου μίλησαν, δε θέλησαν να μου ειπούν τα λόγια της παρηγοριάς. Βλέπετε, ήξεραν πόσο πολύ τον αγαπούσα, τα δουλικά φρόντιζαν να ενημερώνουν όλο τον κόσμο για την αφέντρα τους που ήταν άρρωστη από έρωτα, κι όλοι φαίνονταν να με νιώθουν σιωπηλά. Βλέμματα οίκτου και χαμηλωμένα κεφάλια με συνόδευαν στην άσκοπη περιπλάνησή μου. Όσο περνούσε η ώρα όμως, η οργή αντί να καταλαγιάζει θέριευε. Πόσο τον μισούσα, πόσο τον αγαπούσα! Όχι, δεν τον ήθελα νεκρό, ο θάνατος θαρρώ δεν είναι τιμωρία. Τον ήθελα να καταλάβει τα λάθη του και να πονέσει, να περάσει ολόκληρή του τη ζωή μες στον πόνο και πάλι να μη βρίσκει την εξιλέωση. Αυτό ήθελα… αλλά μετά…

Πως μπορεί κανείς να αγαπά και να βλέπει τον αγαπημένο του μέσα στον πόνο. Ήξερα ότι αν του έκανα κακό θα πονούσα κι εγώ. Κι έπρεπε, πάση θυσία, να αποφύγω να ποτίσω το κορμί και την ψυχή μου κι άλλο πόνο. Είχα ήδη ραγίσει. Η ομορφιά μου που τόσα χρόνια είχα κρατήσει ανέπαφη, ένιωθα τώρα να γλιστρά από το πρόσωπό μου και να χάνεται, γινόμουν και πάλι ένα τόσο δα πλασματάκι και ήθελα να κρυφτώ στη μήτρα της γης, να χαθώ κάπου μακριά απ’ τον κόσμο, κάπου ζεστά. Αλλά, όσο κι αν ήθελα να χαθώ, άλλο τόσο ήθελα να τον συγχωρέσω. Μου χάρισε αμέτρητες χαρές κι άλλες τόσες λύπες. Η λογική μου μου έλεγε κτύπα, η καρδιά χάιδεψε. Την οργή διαδεχόταν η θλίψη, τη θλίψη η αβεβαιότητα… Τι θα χάσω αν στερηθώ την πηγή της χαράς και του σπαραγμού μου; αναρωτιόμουνα…

Έχετε ζήσει κι εσείς, είμαι σίγουρη, παρόμοιες καταστάσεις. Τι θα με συμβουλεύατε να κάνω; Υπομονή; Ε, λοιπόν, κι εγώ υπομονή αποφάσισα να κάνω, αν και ο θυμός μέσα μου έβραζε σα λάδι σε καζάνι στο ’ργαστήρι του Ήφαιστου, και με την παραμικρή αφορμή θα ξεχυνόταν σαν λάβα και θα παρέσυρε τα πάντα στο διάβα του…

Γύρισα στο σπίτι όταν είχε πια για τα καλά νυχτώσει. Τα παιδιά μου κοιμόνταν αμέριμνα, δεν μπορούσαν να ξέρουν τι φουρτούνες ταράζανε την ψυχή της μάνας τους. Κάθισα κάτω απ’ την αγαπημένη μου κληματαριά για ώρα πολλή Το πρόσωπο της Εκάτης, δίσκος φωτεινός, διασπούσε τα σύννεφα κι έριχνε αχτίδες φωτός στη γη κι ελπίδας στη ζωή μου. Αγαπημένη μου θεά, κατεύθυνε τα βήματά μου, μη με αφήσεις να χαθώ… να, αυτά την παρακαλούσα. Ποτέ δεν ένιωσα τόσο έντονη την παρουσία της δίπλα μου όσο εκείνες τις στιγμές, σαν να ξαναδενόταν το λυμένο νήμα, λες κι άναβε πάλι η φλόγα που για χρόνια και χρόνια έκαιγε μέσα μου στην Κολχίδα, προτού έρθει ο Ιάσονας και η οικογένεια για να τη σβήσουν…

Για τα λάθη μου κλαίω, τα ωραία μου λάθη. Κλαίω, αλλά δε μετανιώνω, αυτό ποτέ… Στο κλουβί, μέσα εκεί έζησα, τυφλή η άμοιρη. Και τυφλή όπως ήμουν έφερα στον κόσμο αυτό τον υποκριτή δύο παιδιά, δύο παιδιά που θα αναγκάζονταν να ζήσουν μες στο ψέμα, να το υιοθετήσουν, να δημιουργήσουν και να καταστρέψουν, χωρίς να μάθουν ποτέ την αλήθεια. Την αλήθεια ότι η μεγαλύτερη αμαρτία είναι η απώλεια του εαυτού. Ναι, ξέρω, βλάσφημα ακούγονται αυτά στ’ αυτιά σας, αλλά κι εσείς αγαπητοί μου, δεν κάνετε τον κόπο να δείτε τα πράγματα κι από την άλλη τους όψη. Αν το κάνατε τα μισά σωστά σας θα αποδεικνύονταν λάθη, και τα περισσότερα λάθη σας σωστά. Θα ανοίγατε τα φτερά της φαντασίας σας και θα πετούσατε, θα βλέπατε επιτέλους ότι οι μεγαλύτεροι δικτάτορες της ζωής σας είστε οι ίδιοι εσείς. Διέσχισα αιώνες πίκρας, έτη χαράς για να ’ρθω να σας πω αυτά τα λόγια. Αν θέλετε κρατήστε κάτι απ’ αυτά, αν προτιμάτε ξεχάστε τα όλα.

Εκείνο το βράδυ, λοιπόν, μέσα μου δινόταν μια μεγάλη μάχη. Δύσκολο, δύσκολο πολύ ήταν να αποφασίσω τι να κάνω. Και τη λύση τη ζητούσα με το βλέμμα στο φεγγάρι. Έτσι με βρήκε ο Ιάσονας εκείνο το βράδυ. Με πλησίασε από πίσω χωρίς να τον καταλάβω, με αγκάλιασε και με έριξε στο πάτωμα, έχοντας προφανώς κέφια για ερωτικά παιχνίδια, αλλά του έκοψα την όρεξη με βρισιές. Α, τάμαθες βλέπω! λέει ο άλλος χαμογελώντας. Εκείνο το χαμόγελο, αλλά κι όσα μου είπε μετά, έδωσαν τη χαριστική βολή. Το έκανε για το καλό μας έλεγε, για να φροντίζει εμένα και τα παιδιά, για να μη στερηθούμε, λέει, τίποτα. Κάλλιο νάταν με μια γυναίκα της αγοράς παρά με μια βασιλοπούλα. Τότε θα τον δικαιολογούσα, τότε θα τον συγχωρούσα. Αλλά να μου λέει ότι με παρατάει για το καλό μου, όχι, αυτό δεν το δέχομαι. Μου απέδειξε πόσο αχρείος ήταν. Και τον έδιωξα με τις κλωτσιές. Είχα γίνει κουρέλι, μα ήμουν πιο δυνατή παρά ποτέ. Σερνόμουνα και βροντούσα. Το κορμί μου ένας ναός που γκρεμίστηκε κι αναστηλώθηκε σε μια νύχτα. Όχι, καμιά πια συγχώρεση. Θα τον κτυπούσα. Θα τον κτυπούσα ύπουλα, δίχως οίκτο. Θα εκδικιόμουνα για όλες τις γυναίκες που προδόθηκαν, για όλα τα κορμιά που λεηλατήθηκαν, για τις θηλυκές ψυχές που σπάραξε ο πόνος. Προτού ξημερώσει η επόμενη μέρα είχα καταστρώσει το σχέδιο μου, ένα σχέδιο που θα έσπερνε τον πανικό σ’ όλη την πόλη, και θα έκανε όλους να μιλούν στο μέλλον, για τη χειρότερη των γυναικών, χάρη πάντα, βέβαια, στις παραφράσεις της ιστορίας. Ο θάνατος φυσικά δύο ατόμων δεν είναι και μικρό κρίμα, αλλά, απλά αναρωτιέμαι γιατί κανείς δεν τάβαλε μαζί μου, όταν για χάρη του Ιάσονα οδήγησα στο θάνατο τον Πελία. Τερτίπια των παραμυθάδων;…

Την επόμενη μέρα, πρωί πρωί, προτού ο ήλιος χαράξει πάνω απ’ τα κοντινά βουνά, με επισκέφθηκε ο Κρέοντας, ναι, εκείνος ο δήθεν δίκαιος και φιλόξενος άρχοντας, και μου ανακοίνωσε ότι εγώ και τα παιδιά μου είμαστε εξόριστοι και πρέπει να φύγουμε αμέσως. Παράξενη αίσθηση της δικαιοσύνης δεν είχε; Τον παρακάλεσα να μας δώσει μια μέρα για να ετοιμαστούμε. Με μισή καρδιά δέχτηκε. Ήταν το μοιραίο του λάθος. Έβαλα όλη τη γυναικεία πονηριά κι όλο το μίσος μου να δουλέψει σε εντατικούς ρυθμούς και προτού καλά καλά βραδιάσει θα έπαιρνα την εκδίκησή μου. Έστειλα στη νέα νύφη του Ιάσονα με τα παιδιά μου ένα χρυσό διάδημα, κι ένα υπέροχο κομμάτι ύφασμα ποτισμένα με τα πιο δυνατά δηλητήρια. Προτού περάσει ώρα πολλή αφότου τα φόρεσε, τα δήθεν μαγικά μου άρχισαν να ενεργούν. Φωτιές αρχίσανε να της καίνε το κορμί και το κεφάλι, κι όλα αυτά μπροστά στα έκπληκτα μάτια του Ιάσονα, που παγωμένος δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Μονάχα ο Κρέοντας προσπάθησε να σώσει την κόρη του, αλλά το αποτέλεσμα γνωστό, πέθαναν κι οι δυο μέσα σε φρικτούς πόνους. Την κόρη ουσιαστικά την έσωσα από μια φριχτή ζωή δίπλα σ’ ένα ψεύτη άντρα, τον πατέρα τον τιμώρησα για τη ψεύτικη ζήση του, που περιέφερε δω και κει τόσα χρόνια, αποκαλώντας εαυτόν δίκαιο. Όσο για τον Ιάσονα… αυτός ήταν από εκείνη τη στιγμή ζωντανός-νεκρός. Η πιο μεγάλη κατάρα έπεσε πάνω του. Έχασε την όμορφη κόρη και το βασίλειο που ονειρευόταν, έχασε εμένα και τα παιδιά του. Όχι, δε θα τον δεχόμουνα πίσω ακόμη κι αν έπεφτε στα γόνατα και με παρακαλούσε. Η αγάπη και ο οίκτος δεν μπορούν να συνυπάρξουν…

Σας προκαλώ ακόμη φρίκη; Ακόμη και τώρα που μάθατε όλη σχεδόν την αληθινή μου ιστορία; Κάντε, σας παρακαλώ, λίγο υπομονή ακόμη, η αφήγηση πλησιάζει στο τέλος της, κι αυτό δε θα θέλατε να το χάσετε ε;…

Λοιπόν, μετά από τα φονικά, η μοναδική μου έγνοια ήταν τα παιδιά μου. Τα παιδιά που έκανα μέσα στην αθωότητά τους συνεργούς σ’ ένα έγκλημα, κι αυτό είναι το μεγαλύτερο κρίμα μου. Γιατί να συνεχίσουν να ζούνε σε τέτοιο κόσμο; Τι καλό θα δούνε; Αφού, στο τέλος τέλος, θα φροντίσουν οι άλλοι να σβήσουν ό,τι αγαθό και όμορφο κρύβουν μέσα τους. Σάμπως και θα υπάρξει ποτέ δικαιοσύνη σ’ αυτόν τον κόσμο όπου η μόνη αλήθεια είναι η μισή αλήθεια, κι όπου τιμιότητα θεωρείται το ψέμα. Λάθος, μέγα λάθος έκανα που τα έφερα σ’ αυτό τον κόσμο. Τα παιδιά μου, τα λουλούδια μου έπρεπε να ανθίσουν μες στην αγάπη… Αυτά σκεφτόμουνα για ώρες και ώρες. Ήξερα πως, και για κείνα και για μένα, δεν υπήρχε σωτηρία πουθενά. Και ξαφνικά, μια αστραπή φώτισε το νου μου, θυμήθηκα ένα τραγούδι που κάποτε μας απήγγειλε με πάθος πολύ ο Ορφέας, τότε που ο Ιάσονας κυνηγούσε την περιπέτεια κι όχι τις εταίρες. Το τραγούδι εκείνο μιλούσε για κάποιο νησί…

Το ίδιο βράδυ σαλπάραμε με τα παιδιά μου για ένα θρυλικό μέρος, για κάπου που όπως λέγαν ζούσαν μονάχα γυναίκες. Γυναίκες που καρτερούσαν για χρόνια και χρόνια να πάει κάποιος άντρας κοντά τους, να τις αγαπήσει και να καρπίσει και πάλι το νησί. Το φοινικικό καράβι που μας μετέφερε μας άφησε στα ανοικτά πάνω σε μια μικρή σχεδία, γιατί οι ναυτικοί φοβόνταν τους θρύλους που έζωναν εκείνο το μαγεμένο μέρος. Δε μείναμε για πολύ ώρα στη θάλασσα, γυναίκες όμορφες σαν ξωτικά, μαγικές σα σειρήνες μας περισυνέλεξαν, μας έντυσαν με χάδια μες στις ζεστές αγκαλιές τους. Στα μέρη εκείνα του μύθου μεγάλωσαν οι γιοι μου, κι ευλογημένοι καθώς ήταν απ’ την Εκάτη είχαν την ομορφιά των θεών, κι αγαπήθηκαν από πολλές γυναίκες, ρίχνοντας το σπόρο για την καινούρια μέρα…

Όσο για τον Ιάσονα, έμαθα χρόνια μετά ότι μουρλάθηκε ο καημένος. Έχασε τα πάντα και μη έχοντας κανέναν να τον θαυμάζει έπεσε σε μια δίχως τελειωμό θλίψη. Τα απογιόματα μάλιστα σύχναζε στην κρήνη, εκεί στην αγορά, μαζί με τους γέρους της Κορίνθου, και τους έλεγε μια λυπητερή ιστορία. Μιλούσε για κάποιον ατρόμητο και πανούργο πολεμιστή και θαλασσοπόρο, που έφτασε να κατακτήσει τα πάντα με τη μαγκιά του, μέχρι που τον πρόδωσε η δόλια η γυναίκα, παίρνοντάς του ό,τι αγαπούσε, σκοτώνοντάς του τους γιους, τους οποίους έθαψε με τα ίδια του τα χέρια. Ανάμεσα στους ακροατές του κάποια μέρα βρισκόταν κι ένας σκυθρωπός νεαρός. Θα γινόταν μέγας συγγραφέας κάποια μέρα, λεγόταν…

Να, λοιπόν, που σιγά σιγά φτάσαμε στο τέλος αυτής της ιστορίας. Δεν το περιμένατε έτσι, ε; Τι να γίνει; Ο καθένας συνήθως λέει ό,τι θέλει, και στο τέλος τέλος η αλήθεια φαντάζει απίστευτη σα ψέμα. Ξέρετε ποιο είναι το ωραίο της υπόθεσης, όμως; Οι δημοσιογράφοι στην τηλεόραση δε θα μπορούν πια να μιλάνε για σύγχρονες Μήδειες, ενώ οι ψυχολόγοι χάνουν ένα αγαπημένο τους ήρωα. Σαν πρόσεχαν…
Όσο για μένα, θαρρώ πως έφτασε πια η ώρα να κρυφτώ και πάλι στους μυστικούς μου παραδείσους. Σας ευχαριστώ που διαβάσατε την ιστορία μου, σας λατρεύω αν τη νιώσατε κιόλας. Ξέρετε τι έμαθα ταξιδεύοντας μέσα στο χρόνο, δαμάζοντας τους αιώνες; Πως οι μόνες αλήθειες που ζουν για πάντα είναι εκείνες της καρδιάς. Ακούστε την καρδιά, μιλά με τα όνειρά σας, ίσως κάποια μέρα να σας οδηγήσει στον προσωπικό σας παράδεισο, αν της παραμείνετε πιστοί. Μα, τα λόγια εδώ τελειώνουν, να που προβάλλει ολόγιομο το φεγγάρι, η Εκάτη με καλεί. Εσείς, εσείς, ζήστε, χαρείτε. Κι αν κάποτε με θυμηθείτε ψάξτε με στον ουρανό, ανάμεσα στ’ αστέρια, λίγο δεξιά και πάνω απ’ το πρόσωπο της Τριπλής Θεάς, ή, ακόμη, αφουγκραστείτε τα σπλάχνα της γης, κει μέσα γεννιέμαι, γεννώ και πεθαίνω…

Η φωτογραφία κλεμμένη από εδώ