Πέμπτη, 26 Φεβρουαρίου 2009

Τρεις φωνές και μια ιστορία παλιά

Ένα απόσπασμα από το χθες και το αύριο σας δίνω σήμερα. Βλέπετε, το επόμενο βιβλίο που θα γράψω θα είναι το προ-προηγούμενό μου, το Μίρα..., αφού όπως πληροφορήθηκα το συμβόλαιο έπαψε να ισχύει κι έτσι η ιστορία μου ανήκει και πάλι. Γραμμένο πριν πολλά χρόνια αυτό το κείμενο είναι ένα από τα αγαπημένα μου κι έτσι είπα να του δώσω νέα ζωή ξαναφτιάχνοντάς το από την αρχή. Η βουτιά στα βαθιά αρχίζει, μάλλον, από Δευτέρας.
Στο κείμενο που ακολουθεί "ακούγονται" οι φωνές των τριών βασικών πρωταγωνιστών: του Δημήτρη, της Χριστίνας και της Μίρας, τα λόγια των οποίων χωρίζουν μοναχά κάποια αποσιωπητικά:

Ο άνθρωπος είναι φτιαγμένος για το καλύτερο και το χειρότερο. Μπορεί να κάνει θαύματα και καταστροφές, να μεγαλουργεί και να διαλύει, να γεννά και να σκοτώνει. Ο άνθρωπος είναι παντοδύναμος, μέσα στην άγνοιά του. Κι εγώ έτσι ένιωσα σα σε κατάκτησα Μίρα. παντοδύναμος! Παντοδύναμος επειδή πίστεψα πως για πρώτη φορά βρήκα στη ζωή μου ό,τι ζητούσα, ό,τι ποθούσα. Ήσουνα μια αστραπή και σαν τέτοια έριξες στο σκοτάδι της αντίληψής μου ένα εκτυφλωτικό φως που ήταν όμως διαβατικό. Μου πρόσφερες φως κι έφυγες, σ’ έδιωξα, μ’ εγκατέλειψες, σ’ έστειλα αλλού. Όλα, όλα μέσα από σένα τα έμαθα, όλα μέσα από σένα τα κατάλαβα, και μετά σκότωσα τη μάνα και την αδελφή και τη σύντροφο που υπήρξες για μένα. Ποιος να καταλάβει; Ποιος να καταλάβει πόσο απόλυτα σε είχα αγαπήσει; Ποιος να καταλάβει πόσο απόλυτα σε είχα νιώσει; Όσο ήμουνα μαζί σου ήθελα να πεθάνω, να πεθάνω από ευτυχία! Τι άλλο να ζητήσει κανείς; Κοιμήθηκα μαζί σου και ξύπνησα κάποιος άλλος: πιο σοφός, πιο μεγάλος, πιο μικρός. Το κορμί σου υπήρξε θεία αποκάλυψη για μένα, η ψυχή σου ζωοδότρα πηγή, τα λόγια σου, ένα ποτάμι από της αγάπης και του πόνου το χρυσό, έρεαν ορμητικά στη διψασμένη μου ύπαρξη ξυπνώντας την απ’ τον προαιώνιο λήθαργο. Είναι, λένε κάποιοι, αμαρτία ν’ αγαπάς το σώμα! Τι ξέρουν αυτοί; Αμαρτία να αγαπάς το ναό που κλείνει μέσα την ψυχή σου; που κλείνει μέσα την ψυχή της αγαπημένης; Άνθρωποι μικροί, πλούσιοι μέσα στην άγνοια τους που… Προσπαθούν να βλέπουν την αγάπη μέσα από κανόνες. Κι όταν τους λες ότι η αγάπη δε χωράει μέσα σε κανόνες και πλαίσια, σε βλέπουν σαν τρελή. Λες και η καρδιά είναι ένα πουλί που θέλει να μένει κλεισμένη στο κλουβί και δεν ονειρεύεται, δεν σκιρτάει, δεν επιθυμεί. Είπα στους φίλους το μυστικό μου: τους είπα πόσο αγάπησα, πόσο αγαπώ το Δημήτρη, και έμειναν να με κοιτάνε λες και τους μιλούσε κάποια τρελή. Και μετά αρχίσαν τις αναλύσεις: είναι που μπήκε φυλακή, είναι που σου λείπει, είναι που δε λες να καταλάβεις ότι έχει κάνει έγκλημα, είναι… Ο κακός σας ο καιρός είναι! Δε θα μου πείτε εμένα ποιο να αγαπώ. Δε θα μου πείτε τι να κάνω. Δε θα μου πείτε τι να νιώσω. Μια φορά είπα να ακολουθήσω τη λογική και όχι την καρδιά μου κι ακόμη το πληρώνω. Ε, όχι βρε, χεσμένες έχω τις συμβουλές και τη φιλία σας. Στο κάτω κάτω της γραφής τι να κάνω τη φιλία σας αν δε με δέχεστε όπως είμαι; Έχω ανοικτούς λογαριασμούς με τη ζωή, κι αυτή τη φορά είμαι αποφασισμένη να αγωνιστώ. Δε θα αφήσω να με πάρει πάλι από κάτω η δόλια. Ίσως ο αγώνας μου να αποδειχτεί μάταιος, αλλά θα είναι ο δικός μου αγώνας. ίσως να πέσω, να ματώσω, να πονέσω, αλλά επιτέλους θα κάνω αυτό που πιστεύω. Βαρέθηκα. Τα βαρέθηκα όλα, σας βαρέθηκα όλους. Ο Δημήτρης υπήρξε ο πιο αληθινός. έκανε αυτό που του’ λεγε η καρδιά του, κι ας σκότωσε. Ποτέ δε θα τον δω σα φονιά. Δεν ξέρω τι ήταν εκείνο που τον οδήγησε στη μοιραία πράξη, αλλά ξέρω ότι γι’ αυτή την πράξη πόνεσε πολύ. ξέρω ότι δε θα συγχωρέσει ποτέ τον εαυτό του, και ξέρω, ότι εγώ ετούτη την ώρα που τον έχουν εγκαταλείψει όλοι, πρέπει να σταθώ στο πλευρό του. Πρέπει να του χαρίσω τη φιλία μου και την αγάπη μου. Και θα του πω την αλήθεια. Θα του πω πόσο τον αγάπησα. Θα του πω πως η ψυχή μου φτερουγίζει όταν τον σκέφτομαι. Θα του πω ότι θα είμαι πάντα εδώ για κείνον. Όχι, εγώ δε θα τον προδώσω άθλιοί μας φίλοι. Εκείνο που δε θα του πω ποτέ είναι πόσες φορές ονειρεύτηκα ότι βρισκόμουνα στην αγκαλιά του, ότι με γέμιζε με φιλιά, ότι αφηνόμουν στα χάδια του, ότι… Μαζί του ένιωσα για πρώτη φορά πως έκανα έρωτα με κάποιο που με αγαπά. Ήταν ζεστά τα φιλιά του, απαλά τα χάδια του, αρμονικό το δέσιμο των κορμιών. Η ένωσή μας ήταν σα μια ιεροτελεστία, σαν απότιση φόρου τιμής στον έκπτωτο θεό του έρωτα. Με μάγεψε με την καυτή του ανάσα, με τα παθιασμένα του λόγια, με τη φλόγα που έβλεπα να καίει στα μάτια αντανάκλαση της φωτιάς που έκαιγε τα σωθικά. Πως να περιγράψω εκείνο το υπέροχο συναίσθημα; Πως να μιλήσω για πράγματα που οι λέξεις είναι πολύ φτωχές για να περιγράψουν; Με μέθυσε με τον έρωτά του. Κι ενώ λίγες μέρες πριν δεν ήταν παρά ένας άγνωστος, ένα απρόσωπο πρόσωπο, σιγά σιγά αλλά πολύ γρήγορα κατάφερε να με παρασύρει, και του παραδόθηκα. Άφησα τις άμυνές μου να γκρεμιστούν χωρίς δεύτερη σκέψη. Λες και όλα τα άσχημα που πέρασα στη ζωή μου τα πέρασα απλά και μόνο για να μπορέσω μια μέρα να βρεθώ σε τούτο το νησί, σε τούτη την πόλη, σ’ αυτό το κρεβάτι μαζί του. “Είναι η μοίρα, Μίρα” μου λέει και χαμογελά. Και χαμογελώ κι εγώ μαζί του. Ναι, έχω μάθει και πάλι να χαμογελώ. χαμογελώ κάθε πρωί όταν ξυπνώ και τον βλέπω δίπλα μου, χαμογελώ όταν δεν είναι μαζί μου και τον σκέφτομαι, χαμογελώ όταν συμπεριφέρεται σα να είναι μωρό παιδί, και σα με φροντίζει σα να ’μαι εγώ μωρό παιδί. Και έτσι νιώθω όταν κρύβομαι στην αγκαλιά του: ένα παιδί που βρήκε το σπίτι του, ένα σπουργιτάκι που βρήκε τη φωλιά του. Όχι πως ξαφνικά η ζωή μου έχει γίνει ρόδινη. κάθε άλλο. απλά, τώρα πια δεν περιμένω κάθε στιγμή να συμβεί το χειρότερο. Τα προβλήματα πίσω στην πατρίδα δεν έχουν τελειωμό, αλλά ο Δημήτρης καταφέρνει και με κάνει να τα ξεχνάω. προσπαθεί να με πείσει ότι τα πράγματα θα αλλάξουν, ότι η ζωή θα γίνει λίγο πιο λαμπερή. “Always look at the bright side of life” μου τραγουδά, και το τραγούδι του μου δίνει δύναμη. Κι ο έρωτάς του μου δίνει λαχτάρα, λαχτάρα για ζωή. Όσα κι αν μου δίνει όμως η αγάπη του, όσο κι αν ρουφάω λαίμαργα τους χυμούς της χαράς που μου προσφέρει, είναι στιγμές που ξυπνά πάλι και μέσα μου ο φόβος. ο φόβος ότι η κακοτυχία θα μου κτυπήσει και πάλι την πόρτα. Αγαπώ και φοβάμαι...


Τετάρτη, 25 Φεβρουαρίου 2009

Ερωτοδίνη (Απόσπασμα IV)

Ένα εκτενές απόσπασμα από το νέο μου βιβλίο έχω για σας σήμερα. Και πάλι δεν αποκαλύπτει κάποιο απ' τα μεγάλα μυστικά της ιστορίας, αλλά όσοι έχουν διαβάσει τις "Γυναίκες της Συγνώμης" θ' αναγνωρίσουν σ' αυτό κάποια πρόσωπα:

...Μαρμάρωσε ο Δημήτρης, μαρμάρωσε κι η Χριστίνα. Στην αρχή έμειναν για μια στιγμή σιωπηλοί να κοιτούν τη Ράνια και μετά αντάλλαξαν μια ματιά που έσταζε απορίες και αναγνώριση. Εντάξει, τους είπε η Όλγα ότι η ίδια η μάνα της ήταν, αλλά αυτό πια! Λίγο έλειψε να δακρύσει ο Δημήτρης, αφού το κορίτσι που στεκόταν μπροστά του ήταν μια φωτοκόπια, μια πιο νεανική εκδοχή της Μίρας. Το ίδιο πρόσωπο, τα ίδια μάτια, τα ίδια μαλλιά, σχεδόν το ίδιο ύψος, κι ας ήτανε σχεδόν δέκα χρόνια μεγαλύτερη η μάνα της όταν τη γνώρισε. Η Χριστίνα, που λίγες μόνο φορές είδε τη γυναίκα, που την έμαθε καλά μέσα από τις αφηγήσεις του άντρα της και τις φωτογραφίες, κι αυτή το ίδιο σκεφτόταν. Και κάτι ακόμη: θα έχουμε άσχημα ξεμπερδέματα με δαύτηνε. Αλλά, δεν το σκέφτηκε με φθόνο, με κακία, αλλά με τρυφερότητα, καθώς το κορίτσι ήταν πανέμορφο, αλλά είχε κι εκείνο το κάτι στο βλέμμα. εκείνο το κάτι το τρομακτικό, που θα προσέλκυε κάθε αρσενικό, και που θα τον λύγιζε. Ήταν δώδεκα και έμοιαζε είκοσι. Πολύ πιο ώριμη για την ηλικία της, πολύ πιο έμπειρη στη ζωή απ’ τα παιδιά πίσω στην Ελλάδα. Όταν θα την άκουγαν σιγά-σιγά ν’ αρχίζει να τους μιλά, να τους ανοίγεται, θα καταλάβαιναν με μια κάποια ανακούφιση, κι ένα μικρό φόβο, ότι δεν λάθεψαν στις εκτιμήσεις τους. Η Ράνια ήταν μια νέα αποφασισμένη γυναίκα, κι ας ήταν ακόμη παιδί.
Σήκωσε το χέρι η Όλγα κι ένεψε σιωπηλά στη Ράνια να πλησιάσει. Την ακολούθησε σιωπηλά η μεγαλύτερη ξαδέλφη της, η Ντάζια. Πήγε να κάνει τις συστάσεις η πρώτη, μα δεν πρόλαβε, καθώς εκείνη τον Δημήτρη τον αναγνώρισε αμέσως, κι ας μην τον είδε ποτέ. Στάθηκε μπροστά του σοβαρή-σοβαρή, ακίνητη, παρατηρώντας τον με μάτια διεισδυτικά, από εκείνα που θα έκαναν τον καθένα να λυγίσει. Χα, σκέφτηκε εκείνος, χα. πάντα του άρεσαν οι κονταρομαχίες με τα βλέμματα – έτσι, ήταν εξάλλου που γνώρισε τη μάνα της. Κράτησε, λοιπόν, τα μάτια του σταθερά, ακίνητα, καρφωμένα στα δικά της. Άργησε. άργησε πολύ η μικρή, αλλά στο τέλος υποχώρησε, παραδέχτηκε την ήττα της δίχως να την ομολογήσει. Λες κι ήταν ένα παιχνίδι. Λες και τον μετρούσε για δει ποιος είναι.
Αναστέναξε με ανακούφιση η Όλγα, που ίσως να περίμενε μια μπόρα, που ποτέ δεν έφτασε κι έκανε, τελικά, τις συστάσεις. Παρά την παράσταση που έδωσε έμοιαζε να τα έχει λίγο χαμένα η Ράνια, καθώς αυτοί οι άγνωστοι σύντομα θα γίνονταν η οικογένειά της. Έδειχναν πολύ συμπαθητικοί άνθρωποι, γεμάτοι καλοσύνη, αλλά την ίδια ώρα τρομακτικοί, αφού της ήταν απόλυτα, ή σχεδόν απόλυτα ξένοι. Τον ένα τον ήξερε πολύ καλά, κι ας μην είχε ο ίδιος ιδέα. Πήγε να της πει κάτι η Νάζια στη γλώσσα τους, αλλά τη διέκοψε, σχεδόν απότομα, επιτακτικά.
«Αφού αυτή θα είναι η γλώσσα μου από δω κι εμπρός, ας μιλάμε ελληνικά.» Δεν κόμπιασε καθόλου προφέροντας αυτές τις λέξεις, λες και τα ελληνικά ήταν η πρώτη της γλώσσα. Μετέφρασε στη θεία της τι είπε κι εκείνη σήκωσε αδιάφορα, μα και με κάποια δόση περηφάνιας τους ώμους. Ας μιλούσαν σε ό,τι γλώσσα θέλανε, φτάνει να πήγαιναν όλα καλά.
Με πολλές επισκέψεις στο σπίτι της Όλγας, αμήχανες συζητήσεις, λίγες εξόδους και πολλές σιωπές κύλησαν οι επόμενες μέρες. Η Ράνια έμοιαζε μέρα με τη μέρα να τους συμπαθεί πιο πολύ, αλλά και πάλι ήταν διστακτική απέναντί τους. Σαν να ήθελε να πει κάτι, σε κάτι ν’ αντιδράσει, αλλά απλά δεν μπορούσε να το κάνει. Δεν της έβγαιναν τα λόγια. Ίσως και να μην έφτασε η κατάλληλη ώρα για να ειπωθούνε. Όταν τον γνωρίσω πιο καλά, τότε θα του μιλήσω, σκεφτότανε για τον Δημήτρη και ολιγωρούσε.
Τελικά, το γρηγορόσημο δεν θα αποδεικνυόταν τόσο... γρήγορο όσο το ελληνικό αντίστοιχό του, κι έτσι οι τέσσερις επισκέπτες, κι η αυριανή αδελφούλα της, η Μίρα, θα παρέμεναν στο Βελιγράδι για δυο σχεδόν μήνες, που φάνηκαν σαν ευλογία σ’ εκείνη. Καλύτερα έτσι, σκεφτότανε. Καλύτερα, επειδή θα είχε το χρόνο να συνηθίσει στην ιδέα, κι έτσι η μετάβαση από μια χώρα κι ένα πολιτισμό, σε μιαν άλλη κι ένα διαφορετικό, θα γίνονταν πιο ομαλά.
Ήταν στις δεκατέσσερις του Αυγούστου, παραμονή της Παναγίας, όταν πήρε την απόφασή της, εκείνη που κατ’ επανάληψη ανέβαλλε. Καθώς περπατούσαν όλοι μαζί, μια συντροφιά, οι ξένοι -μα, τώρα γνωστοί- επισκέπτες κι η οικογένειά της, απολαμβάνοντας μια ασυνήθιστα δροσερή νύχτα, ξάφνου η Ράνια κοντοστάθηκε και τους είπε:
«Θέλω να μιλήσω με τον Δημήτρη. Μόνη.» Απ’ την πρώτη στιγμή με το μικρό του όνομα τον αποκαλούσε. Και τον έλεγε Δημήτρη, όχι Ντμίτρι, όπως η θεία κι οι εξαδέλφες της. Δεν έφεραν αντίρρηση. Εξάλλου ποτέ δεν μίλησαν μόνοι οι δυο τους και ήξεραν ότι κάποτε έπρεπε να γίνει κι αυτό. Μονάχα ο Νικόλας κατάλαβε τι επρόκειτο να συμβεί. Έσκυψε στ’ αυτί της Νάζιας και της ψιθύρισε.
«Τα ξέρει όλα. Κάπως τα έμαθε. Είμαι σίγουρος. Τώρα θα θέλει ν’ αναμετρηθεί μαζί του, αλλά δεν θα τον κατηγορήσει. Ξέρει τα τι και τα γιατί, αλλά θέλει ν’ ακούσει κι απ’ τον ίδιο πώς έγινε.»
«Μα, πώς στην ευχή...» έκανε να ρωτήσει εκείνη, αλλά μόλις την άγγιξε απαλά στον ώμο σιώπησε κι εκείνος συνέχισε.
«Μόλις τον αντίκρισε εκείνη την πρώτη μέρα είδα τα μάτια της για μια στιγμή να φωτίζει η οργή, αλλά την έκρυψε γρήγορα, τη μεταμόρφωσε σε περιέργεια. Δεν ήταν σίγουρη πώς ένιωθε εκείνη την ώρα. Κι αποφάσισε να τον γνωρίσει καλά πριν να τον κατηγορήσει για κάτι. Μοιάζει να είναι πιο ώριμη απ’ τις περισσότερες γυναίκες που γνώρισα – και γνώρισα πολλές,» κατέληξε.
Κούνησε το κεφάλι σαν να συμφωνούσε εκείνη και πήραν και πάλι να περπατάνε, ακολουθώντας την υπόλοιπη συντροφιά.
Ο Δημήτρης κι η Ράνια έμειναν πίσω. Κάθισαν σ’ ένα παγκάκι κι έμειναν για καμπόση ώρα σιωπηλοί παρατηρώντας τους περαστικούς. Όταν τελικά άνοιξε το στόμα της για να μιλήσει, ο Δημήτρης ένιωσε σαν Γαλάτης, που του έπεσε ο ουρανός στο κεφάλι.
«Ξέρω τι έκανες!» του είπε με φωνή σταθερή, που δεν σήκωνε αντίρρηση. Κι εκείνος δεν έφερε καμία. Απλά έσκυψε, έκρυψε το κεφάλι μέσα στα χέρια του και άρχισε να κλαίει. Δεν τον ένοιαζε καθόλου το ότι υπήρχε κόσμος τριγύρω, δεν έδινε μία για τα περίεργα βλέμματα, για τις ματιές των άλλων. Το μόνο που ήξερε ότι έπρεπε να κλάψει, για μια στερνή φορά ν’ αδειάσει και να ζητήσει τη συγχώρεση από το μόνο πλάσμα, που θα μπορούσε να του τη δώσει. Όταν καταλάγιασαν οι λυγμοί, όταν τα μάτια στράγγιξαν κι οι ανάσες πήραν και πάλι τους κανονικούς της ρυθμούς, σήκωσε το βλέμμα για να διαβάσει το κατηγορώ που περίμενε στο βλέμμα της Ράνιας. Αλλά, το μόνο που αντίκρισε εκεί ήταν η θλίψη κι η συμπόνια. Δεν τον κατηγορεί, λοιπόν; Δεν τον κατηγορεί για... Ή μήπως;
«Δεν σε μισώ, Δημήτρη. Σε συγχώρεσα από τη στιγμή που έμαθα την αλήθεια. Απλά θέλω να ξέρω το γιατί;»
«Επειδή μού το ζήτησε!» Τόσο πολύ την αγαπούσε, λοιπόν; απόρησε εκείνη. Αλλά ναι, αφού το έλεγε καθαρά στα ημερολόγιά της. σ’ εκείνα που φρόντισε να καταχωνιάσει στα βάθη μιας παλιάς ντουλάπας η θεία της και που δεν δυσκολεύτηκε ν’ ανακαλύψει εκείνη.
«Σε πιστεύω. Τα ξέρω όλα. Ξέρω όλα όσα ζήσατε. Το ότι ήρθατε εδώ για να με βρείτε τότε που όλοι με πίστευαν νεκρή. Το πώς πέθανε η μάνα μου. Το μόνο που ήθελα να μάθω ήταν γιατί τη σκότωσες.»
«Δεν ήταν ακριβώς έτσι...» άφησε ένα δάκρυ καυτό να χαράξει και πάλι το μάγουλό του εκείνος, αλλά εκείνη βιάστηκε να το σβήσει με το χέρι της.
«Ώρες-ώρες σκέφτομαι ότι ήταν τρελή η μάνα μου, ότι ο πόλεμος κι ο θάνατος της πήραν τα μυαλά. Αλλά, ύστερα, όταν θυμάμαι όσα γράφει στα τετράδιά της...»
«Μα, ποια τετράδια;» βιάστηκε να την διακόψει εκείνος. «Αφού όλα τα γραπτά της τα έχω εγώ – ή μάλλον τώρα, αυτός. τα έδωσα στον Νικόλα, που θα γράψει, λέει την ιστορία μας...»
«Έχεις εκείνα που μετέφρασε για σένα, όχι τα πρωτότυπα. Εκείνα έχω εγώ. Η θεία μου δεν το ξέρει. Δεν είναι αρκετά δυνατή για ν’ αντέξει να τα διαβάσει, γι’ αυτό τα έκρυψε.»
«Ενώ εσύ...»
«Εγώ γεννήθηκα ορφανή. Κι όσο κι αν μεγάλωσα με τη θεία, πάντα σαν τέτοια, σαν θεία την έβλεπα. δεν γνώρισα ποτέ πατέρα και μητέρα. Κι ευτυχώς που μ’ έστειλαν σε σχολείο που δεν πήγαιναν άλλα παιδιά από τη γειτονιά μου, γιατί τότε θα ήμουν για όλους το ορφανό. θα στιγματιζόμουνα, κι ας είναι γεμάτη μ’ ορφανά αυτή η χώρα.»
«Αν...»
«Ναι, το ξέρω, αν δεν σου το ζητούσε δεν θα το έκανες ποτέ. Αλλά, το είχε ήδη πάρει απόφαση. Θα του ζητήσω να με σκοτώσει, έγραφε, κι αν δεν το κάνει θα σκοτωθώ από μόνη μου. Με κοιτάς με έκπληξη. Μάλλον δεν το ήξερες αυτό. Ξεροκέφαλη, μάλλον, θα ήταν η μάνα μου, σαν και μένα. Το λέει συχνά η θεία αυτό.»
«Τι άλλο γράφει;»
«Ότι είσαι ο μοναδικός άντρας που αγάπησε, ότι μόνο εσένα εμπιστευόταν τυφλά, ότι την έκανες να νιώθει ζωντανή. Σε παρακαλώ μόνο, πες μου πώς, και τίποτ’ άλλο δεν θα σε ρωτήσω. Πρέπει να μάθω.»
«Θυμάσαι το κάστρο...»
«...στην ακροθαλασσιά; Ναι. Το αγαπημένο της μέρος, έγραφε.»
«Εκεί. Πήγαμε ένα χάραμα, μόλις επιστρέψαμε στην Κρήτη,» προσπάθησε πάλι χωρίς επιτυχία να πνίξει ένα λυγμό, κι εκείνη έπιασε τ’ αριστερό του χέρι με ζέση στο δικό της, του έδωσε κουράγιο. Συνέχισε. «Πήγαμε εκεί. Με αγκάλιασε. Μου γύρισε την πλάτη, όπως στεκόμασταν πάνω στα τείχη, άνοιξε τα χέρια σαν φτερούγες και μου είπε: Σπρώξε με. Κι εγώ το έκανα. Δεν μπορούσα να της αρνηθώ τη στερνή εκείνη χάρη που μου ζητούσε. Έτσι κι αλλιώς...»
«...αργά ή γρήγορα θ’ αυτοκτονούσε. Σ’ ευχαριστώ πολύ,» ψιθύρισε εκείνη πικρά και τον αγκάλιασε. Επιφυλακτικά, μα τον αγκάλιασε. Την έσφιξε κι εκείνος στη δική του αγκαλιά και για λίγο έσβησαν οι ήχοι της πόλης, χάθηκαν στη χοάνη του χρόνου οι φωνές των άλλων ανθρώπων. Σιγά-σιγά ένιωσε να σχηματίζεται στο πρόσωπό του ένα χαμόγελο. Έτσι ήταν γραφτό να γίνουν όλα, λοιπόν; Το κορίτσι λες κι ένιωσε την αλλαγή μέσα του, σήκωσε το βλέμμα της και τον κοίταξε έντονα, όπως πάντα.
«Θα προσπαθήσω να είμαι καλή, Δημήτρη. Δεν πιστεύω ότι θα μπορέσω ποτέ να σε δω σαν πατέρα, αλλά...»
«Μα, δεν σου το ζητώ αυτό. Τίποτα δεν σου ζητώ. Μπορώ να είμαι ειλικρινής μαζί σου;»
«Ναι,» απάντησε μονολεκτικά εκείνη.
«Το μόνο που θέλω για σένα είναι να είσαι ευτυχισμένη. Τα πράγματα εκεί που θα πάμε είναι αλλιώς, αλλά και ίδια. Η ζωή σου θα είναι λίγο πιο εύκολη, αλλά μέχρι να προσαρμοστείς...»
«Μην ανησυχείς. Θα τα καταφέρω.»
«Δεν έχω καμιά αμφιβολία γι’ αυτό. Όπως λέει κι η Όλγα, ίδια η μάνα σου είσαι, θα μπορούσες να τα καταφέρεις παντού, αλλά... άσε. Άσε, δεν θα σου πω τίποτ’ άλλο. Όταν φτάσουμε εκεί βλέπουμε και κάνουμε.»
«Είναι που είμαι λυπημένη;» Ένευσε καταφατικά.
«Είναι και αυτό. Καλά. Θα σου πω τι σκέφτομαι. Δεν ξέρω αν θα με καταλάβεις...»
«Τα ελληνικά μου είναι πολύ καλά, ευχαριστώ,» απάντησε εκείνη πεισμωμένη.
«Είναι που κρύβεις πολλή οργή μέσα σου. Πρέπει να ηρεμήσεις λίγο, να χαρείς τη ζωή τώρα που είσαι μικρή.»
«Ποτέ δεν ήμουνα μικρή. Μεγάλη γεννήθηκα. Κάνω δουλειές από τότε που... από τότε που... περπατώ!»
«Ε, έλα τώρα, δεν μπορεί, κάπως θα υπερβάλλεις,» γέλασ’ ο Δημήτρης.
«Καθόλου. Ποιος νομίζεις ότι έκανε τις δουλειές στο σπίτι τόσα χρόνια; Εγώ κι η Ντάζια. Πρώτα μάθαμε να τις κάνουμε αυτές και μετά αρχίσαμε να μαθαίνουμε γράμματα. Ο μισθός της θείας και του Ντούσαν μόλις που έφταναν για να ζήσουμε. Όταν πέθανε κι αυτός...»
«Μα, είπα στη θεία σου να τη βοηθήσω, αλλά εκείνη...»
«Όχι. Ποτέ. Θα τα καταφέρει. Κι αν με αφήσετε να κάνω κι εγώ καμιά δουλειά εκεί που θα πάμε...»
«Είσαι δώδεκα χρονών, Ράνια;»
Και τι μ’ αυτό; Ήθελε να ρωτήσει, μα συγκρατήθηκε, δεν το έκανε. Μάλλον στη χώρα του τα πράγματα θα είναι αλλιώς. Αλλά, σκέφτεται, αλλά κι εδώ είναι αλλιώς. Δεν ζούνε όλοι μες στη φτώχεια. Δεν δουλεύουνε όλοι απ’ το πρωί ως το βράδυ για να τα φέρουν βόλτα. Πάντως... Πάντως, πρέπει να κάνει κάτι για να βοηθήσει τη θεία της.

Η φωτογραφία κλεμμένη από εδώ


Σάββατο, 21 Φεβρουαρίου 2009

Φωτο-Σάββατο στην Κύπρο

Αντανακλάσεις στη λίμνη
Φοινικιά και τζαμί
Ξύλινο γεφύρι στο Τρόοδος
Ανεμόμυλος στο κέντρο της Παλιάς Λευκωσίας
Καλοκαιρινό ηλιοβασίλεμα στο χωριό

Παρασκευή, 20 Φεβρουαρίου 2009

Λύτρωση

Μια ακόμη Εγκληματικά Ασύστολη ιστορία έχω για σας σήμερα.

Περπατά σκυφτός, λυπημένος, βιαστικός, με τα χέρια βαθιά χωμένα στις τσέπες του ασήκωτου παλτού του, καθώς τη χειμωνιάτικη ετούτη νύχτα ο αέρας λυσσομανά παγώνοντάς του τα κόκαλα, καθώς το χιόνι μεταμορφώνεται από όμορφες νιφάδες σε μια κρύα κι επικίνδυνη μάζα για τους διαβάτες. Όχι πως δίνει και μεγάλη σημασία στις καιρικές συνθήκες, αλλά δεν μπορεί και να τις αγνοήσει κιόλας, βυθισμένος καθώς είναι στις σκέψεις του. Πρέπει να το ξεφορτωθεί, σκέφτεται, πρέπει να ξεφορτωθεί αμέσως το αντικείμενο που μεταφέρει, προτού συμβεί κάτι κακό.
Ναι, το κέρδισε στα χαρτιά, αλλά ήξερε από την πρώτη στιγμή πως δεν έπρεπε να το πάρει στα χέρια του, ότι δεν έπρεπε να το κρατήσει. Καλύτερα θα ήταν αν το πουλούσε αμέσως κι ας έπαιρνε λιγότερα λεφτά απ’ όσο στ’ αλήθεια άξιζε. Δεν το έπραξε όμως, και να τώρα που το νιώθει να ασκεί μια παράξενη επιρροή πάνω του, που του δίνει μια απροσδιόριστη δύναμη και μια πεποίθηση ότι μπορεί να κάνει τα πάντα, να που κάνει κατάληψη στην ψυχή και το μυαλό του και δεν μπορεί να βρει αναπαμό.
Είναι λίγο μετά τα μεσάνυχτα και το χιόνι αρχίζει να πέφτει όλο και πιο πυκνό απ’ τον ουρανό, οι νιφάδες πιάνουν έναν άγριο χορό κάτω απ’ τα χλωμά φώτα της πόλης. Οι διαβάτες πια στους δρόμους είναι λιγοστοί, κι αυτοί πολύ βιαστικοί, καθώς σπεύδουν για τα σπίτια τους ή για κάποιο άλλο μέρος ζεστό και φιλόξενο. Αυτός δε βιάζεται να πάει πουθενά, απλά βιάζεται. Λες και τρέχει να ξεφύγει απ’ τον εαυτό του, απ’ τις σκέψεις του, από το μέλλον πως δίχως καμία απολύτως αμφιβολία τον περιμένει. Όχι, δεν μπορείς να το κάνεις αυτό ξανά, λέει στον εαυτό του, Αποκλείεται! προσπαθεί να τον πείσει. Κι όμως, βαθιά μέσα του το ξέρει, το ξέρει καλά πως δε θα μπορέσει ούτε κι ετούτη τη φορά να ξεφύγει από τη μοίρα του, μια μοίρα που μισεί, που απεχθάνεται όσο τίποτ’ άλλο στον κόσμο, μια μοίρα που είναι όμως το μόνο που έχει, που του δίνει ζωή και που του την κλέβει στάλα στάλα, στιγμή τη στιγμή.
Φτάνει στην παλιά τοξωτή γέφυρα, το πιο αγαπημένο του σημείο στην πόλη. Στέκεται κι αφουγκράζεται με βεβιασμένη προσοχή το σκοτεινό ποτάμι, που βρυχάται με οργή κάτω από τα πόδια του, καθώς το χιόνι του μαστιγώνει αλύπητα το πρόσωπο, του χαράζει την ψυχή. Τα φώτα τρεμοπαίζουν γύρω του θαμπά, μέσα του σκοτεινιάζει. Κοιτά κάτω, προς το ποτάμι, αλλά δε βλέπει τίποτα, μαύρα όπως είναι τα νερά, αδυνατούν να κάνουν την αισθητή την παρουσία τους μέσα στο λευκό τοπίο. Πέταξέ το. Πέταξέ το τώρα, να το πάρει το ποτάμι, να λυτρωθείς, προστάζει τον εαυτό του. Μα, γιατί; Αφού είναι δικό μου, το κέρδισα! απορεί και αντιδρά εκείνος.
Πολέμα με τους δαίμονές του, πολεμά σκληρά και για ώρα πολλή, αλλά χάνει. Ας είναι! ψιθυρίζει παραιτημένος, ρίχνει μια τελευταία ματιά στο αόρατο ποτάμι κι αρχίζει και πάλι να περπατά. Ηττήθηκα! μονολογεί, καθώς διασχίζει το κρύο. Ηττήθηκα, αλλά αυτή τη φορά θα είναι όλα αλλιώς. Περιπλανιέται δίχως προορισμό στις κακόφημες συνοικίες της πόλης. Αυτό που κέρδισε, το δώρο, το δίλημμα και η πληγή που του χαρίστηκε, χωμένο βαθιά μέσα στη δεξιά του τσέπη. Δεν μπορεί, αργά ή γρήγορα θα γυρίσει ο άνεμος, θ’ αλλάξει πορεία ο τροχός της τύχης, θα δοθεί και σ’ αυτόν η ευκαιρία να σωθεί, να σβήσει τη φωτιά που του καίει το μυαλό και τα σωθικά, να βγει και πάλι στο φως. Αυτό σκέφτεται.
Τρεις το πρωί κι ακόμη τίποτα, καμία ευκαιρία να χορτάσει το μέσα του, πουθενά η προσωρινή σωτηρία. Πουθενά! Αλλά... Αλλά, να, από κάπου ακούει φωνές. Μια γυναίκα είναι που φωνάζει, που εκλιπαρεί, που ζητάει βοήθεια. Περπατά αργά, ψύχραιμα, με περισσή προσοχή προς το μέρος απ’ όπου άκουσε να ξεπηδά η κραυγή του τρόμου. Σε λίγο βλέπει έναν άντρα βαρύ ντυμένο μ’ ένα σκοτεινό παλτό, με κασκόλ στο λαιμό κι ένα στρογγυλό καπέλο στο γκρίζο του κεφάλι, να κτυπά άγρια μια γυναίκα, να προσπαθεί να της σκίσει τα ρούχα και να τη ρίχνει κάτω για να τη βιάσει.
Καθώς κοιτάει αυτή την αποτρόπαιη σκηνή στο προσωπικό του παίρνει να ζωγραφίζεται ένα σατανικό χαμόγελο. Ναι, αυτή τη φορά θα είναι όλα αλλιώς! σκέφτεται σιωπηλά και με βαθιά ικανοποίηση καθώς αρχίζει να πλησιάζει αθόρυβα προς το σκηνικό εκείνο του παραλόγου.
Μια στιγμή μόλις μετά καρφώνει με δύναμη πολλή, σχεδόν οργισμένη, το στιλέτο στο σβέρκο του επίδοξου βιαστή κι απομακρύνεται, με ανάλαφρο βήμα, με βήμα λες κάποιου εξωτικού πουλιού, που χαίρεται τη ζωή σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της. Επιτέλους, ξεφορτώθηκε το άδωρό του δώρο, ικανοποίησε και τη φλεγόμενη δίψα του, και το έκανε για το καλό. Όχι, δεν έχει καμία απολύτως τύψη για το φονικό, σε αντίθεση με τα άλλα θύματά του, ετούτο -το χτήνος- άξιζε να πεθάνει.
Φτάνει στο σπίτι του χαρούμενος, ξεπαγιασμένος, αλλά και λίγο πολύ ζαλισμένος -αφού απόλαυσε τα κρασάκια του σ’ ένα ταβερνάκι που ξενυχτούσε- λίγο προτού να ξημερώσει το φως μίας ακόμη κρύας ημέρας. Βγάζει σχεδόν τελετουργικά τα ρούχα, το καπέλο και τα γάντια του και ξαπλώνει στο κρεβάτι, για να βυθιστεί σύντομα μ’ ένα μισό χαμόγελο σ’ ένα βαθύ ύπνο δίχως όνειρα.
Είναι λίγο πριν το μεσημέρι όταν τον ξυπνούν κάποιες φωνές που φτάνουν στ’ αυτιά του απ’ έξω καθώς και κάποια βίαια δυνατά κτυπήματα στην πόρτα. Πάει, έτσι όπως είναι, ημίγυμνος, μισοκοιμισμένος για ν’ ανοίξει. Βρήκαν τον πατέρα σου νεκρό, μ’ ένα χρυσό στιλέτο καρφωμένο στο σβέρκο, του ανακοινώνει με μια πνοή η γειτόνισσα, με το που ανοίγει την πόρτα, και λιποθυμά. Με τα πολλά πολλά καταφέρνει να τη συνεφέρει. Τη συνοδεύει μέχρι τα σκαλιά του σπιτιού της, την ευχαριστεί που του μετέφερε τα θλιβερά μαντάτα και για τη συμπάθειά της, κι επιστρέφει πίσω στην κάμαρά του. Διπλοκλειδώνει την πόρτα, σφαλίζει εντελώς τα παντζούρια και ξαπλώνει. Φέρνει στο μυαλό του όσα συνέβησαν το προηγούμενο βράδυ. Όλες οι εικόνες επιστρέφουν στα μέσα του μάτια καθάριες, κρυστάλλινες, διάφανες. Βρε τη μπαμπέσα τη ζωή! ψιθυρίζει και χαμογελά. Και κοιμάται και πάλι.

Δημοσιεύτηκε στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού "Ρωγμές"


Πέμπτη, 19 Φεβρουαρίου 2009

Η περιπέτεια ενός ταξιδιού ή το ταξίδι μιας περιπέτειας - Μέρος Β'

Με μια μικρή έκπληξη ξεκίνησε η πτήση καθώς οι αεροσυνοδοί μας παρέδωσαν από ένα τσαντάκι που περιείχε κάλτσες, μια μικρή οδοντόβουρτσα και οδοντόκρεμα, τα ακουστικά και μια μάσκα ύπνου. Αυτή η τελευταία ειδικά με χαροποίησε αφού ίσως να τη χρησιμοποιούσα ύστερα από είκοσι τέσσερις ώρες που θα πήγαινα για ύπνο (σιγά μην κοιμόμουνα καθισμένος καθώς ήμουν εκεί).
Απογειώνεται, λοιπόν, το αεροπλάνο και όλα πάνε πρίμα. Σε λίγο αρχίζουν να μας σερβίρουν δείπνο (κοτόπουλο ή ψάρι; Ψάρι) και ακολουθεί ο αναγκαίος καφές που... ήταν τσάι! Το θέμα είναι, αγαπητοί, ότι πρώτα πέρασε η μία αεροσυνοδός και πρόσφερε τσάι και σύντομα θα την ακολουθούσε εκείνη με τον καφέ. Έλα, όμως, που η δεύτερη συγχύστηκε και πήρε στα χέρια της την ίδια κούζα με την πρώτη, με αποτέλεσμα όλοι να πάρουνε από ένα πλαστικό φλιτζάνι με εύγευστο πικρό τσάι. «Ε, όχι!» είπα από μέσα μου δήθεν απελπισμένος και άρχισα να γελάω. «Καλά, να αντέξω χωρίς αλκοόλ, αλλά χωρίς καφεΐνη...» Ωστόσο, δεν είπα τίποτα. Απλά άραξα και πήρα να παρακολουθώ τις ταινίες. Πρώτα ήταν ένα ηλίθιο High School Musical και ύστερα η αποτυχημένη μεταφορά στο σινεμά των X-Files. Για επιδόρπιο μια ασπρόμαυρη αιγυπτιακή ταινία της δεκαετίας του 60, που μπορώ να πω ότι με εξέπληξε. Κι αυτό γιατί ήταν πολύ πιο τολμηρή απ’ αυτές που γυρίζουν σήμερα στη χώρα.
Λίγο πριν το χάραμα πήρα να καταβροχθίζω το πρώτο πρόγευμα της ημέρας. Καθώς ο ήλιος ανέτελλε το αεροπλάνο πήρε να κατεβαίνει προς το Κάιρο.
Εκεί μας υποδέχθηκε μία επιτροπή στολών η οποία αφού έλεγξε τα διαβατήριά μας και τις κάρτες επιβίβασης για την επόμενη πτήση μας στοίβαξε μέσα σε μια αίθουσα, κρατώντας, ωστόσο, τα πιο πάνω. Δεν ξέρω γιατί. Ίσως για λόγους ασφαλείας, καθώς είναι σε όλους γνωστό ότι οι κύπριοι, οι κινέζοι κι οι αφρικανοί, είναι γεννημένοι τρομοκράτες.
Εκεί μέσα, μαζί με το φίλο που ανέφερα και πιο πάνω, πιάσαμε την κουβέντα με ένα κύπριο της Νοτίου Αφρικής (ευγενικότατο, παλιάς κοπής) και δύο κοπέλια. Μετά από την πρώτη ώρα αναμονής αρχίσαμε να βάζουμε στοιχήματα για το πότε τελικά θα μας πήγαιναν στο ξενοδοχείο. Εγώ το καταδιασκέδαζα, αφού αρχικά σκεφτόμουν να τη βγάλω στο αεροδρόμιο, αλλά οι υπόλοιποι (ακόμη κι οι κινέζοι) μετά από τις δύο ώρες άρχισαν να βράζουν μέσα στα ζουμιά τους. Τελικά, μετά από τρεις ώρες και δύο ελέγχους αποσκευών, μας οδήγησαν έξω, όπου θα μας περίμενε ένα λεωφορείο για να μας πάει στο ξενοδοχείο. Αν το είδατε εσείς, το είδαμε κι εμείς. Άλλη μισή ώρα χαμένη.
Μ’ αυτά κι αυτά φτάνουμε τελικά στο ξενοδοχείο, όπου η πλάκα συνεχίζεται, καθώς οι υπάλληλοι εκεί υποστηρίζουν ότι δεν μπορούν να μας δώσουν μονόκλινα δωμάτια. Προκαλείται και πάλι κάποια αναταραχή, ενώ εγώ ακόμη συνεχίζω να γελώ. Τελικά, τους έβαλαν όλους ανά ζευγάρια (μεταξύ τους ήταν και δύο κινέζοι που μάλλον θα το γλέντησαν καθώς πήραν δωμάτιο με διπλό κρεβάτι) και μείναμε εγώ, ο φίλος και τα δύο κοπέλια. Και δεν δεχόμασταν με τίποτα να μοιραστούμε ο ένας το δωμάτιο με τον άλλο. Τι να κάνουν, λοιπόν; Μας έδωσαν από ένα μονόκλινο και μας ξαπόστειλαν για το δεύτερο πρόγευμα της ημέρας. Πλούσιος ο μπουφές, καλά φάγαμε, όμορφα τα είπαμε, και λίγο πριν κινήσουμε για τα δωμάτιά μας αποφασίσαμε να πιούμε κι ένα τελευταίο καφέ. Καθώς ήταν με «αυτοεξυπηρέτηση» πήρα το φλιτζάνι μου και πήγα να το γεμίσω. Ωστόσο, η κούζα ήταν άφαντη. Τι να κάνω κι εγώ, το ανέφερα στο γκαρσόνι, κι εκείνο μου είπε να πάω να καθίσω και I will bring your coffee, sir. Σερ; Ακούς εκεί, σερ. Τέλος πάντων. Μια στιγμή μετά έρχεται και μου σερβίρει το... τσάι μου. Τότε μ’ έπιασε το νευρικό το γέλιο και δεν έλεγε να σταματήσει με τίποτα.
Στο δωμάτιο. Μεγάλο. Διπλό κρεβάτι. Μεγάλο μπάνιο. Τηλεόραση και γραφείο και... καφές. Χιπ χιπ χουρέι. Ένα ντουσάκι, μετά ο καφές, κι ύστερα γραμμή στον... υπολογιστή. Σιγά να μην ξάπλωνα. Ανάβω, λοιπόν, το μωρό μου, παίρνει μπρος, βρίσκω δυο τρία ελεύθερα δίχτυα και προσπαθώ να ενωθώ, αλλά δεν. Απαιτούσε προπληρωμένο χρόνο το σύστημα, φίλοι μου. Πού; Στο Novotel των πέντε αστέρων. Σ’ ένα από τα ξενοδοχεία καμάρια της Αιγύπτου. Αν δεν έφτανα εκεί από την Ταϊλάνδη, αλλά από κάπου αλλού ίσως ν’ άναβαν τα λαμπάκια μου, αλλά είπαμε, Βούδας ο δικός σας. Απλά χαμογέλασα και άραξα στο κρεβάτι. Όχι για να κοιμηθώ -ήμαρτον- αλλά για να δω τηλεόραση. Τελικά παρακολούθησα απανωτά τέσσερα ντοκιμαντέρ στον πλανήτη των ζώων και στις μιάμιση κατέβηκα κάτω για το γεύμα, αφού όπως μας είπαν στις δυόμισι θα έπρεπε να είμαστε έτοιμοι για τσεκ άουτ, αφού το λεωφορείο θα περνούσε για να μας πάρει στο αεροδρόμιο γύρω στις τρεις. Φάγαμε, λοιπόν, χορτάσαμε, κι επιστρέψαμε στα δωμάτιά μας για να πάρουμε τις αποσκευές.
Και τότε τα γλέντια άρχισαν και πάλι, καθώς χρειαστήκαμε σχεδόν μισή ώρα για να κάνουμε τσεκ άουτ από τα δωρεάν δωμάτια. Στο μεταξύ προλάβαμε κι αντιληφθήκαμε ότι κανείς απ’ τους συνταξιδιώτες μας δεν βρίσκονταν στο χώρο. Αυτό μας ξένισε λίγο, μέχρι που μάθαμε ότι σε όλους είπαν να είναι έτοιμοι για να πάρουν το λεωφορείο των δύο, εκτός από εμάς που μας... χάρισαν μία ακόμη ώρα. Μέχρι να συμβούν όλ’ αυτά πήγε τρεις και βγήκαμε έξω για να περιμένουμε το μεταφορικό μας μέσο, που δεν θα αργούσε να φανεί. Έλα, όμως, που άργησε. Η πτήση μας ήταν στις τέσσερις κι αυτό ήρθε να μας μαζέψει στις τρεισήμισι, για να φύγει τελικά δέκα λεπτά αργότερα. Πέντε λεπτά μετά ήμασταν στο αεροδρόμιο. Τιιιιιιιιιιιι; Σας ακούω ν’ αναρωτιέστε. Ακριβώς αυτό που είπα. Η απόσταση από το αεροδρόμιο μέχρι το ξενοδοχείο ήταν πέντε μόλις λεπτά και υπήρχε «γραμμή» κάθε μια ώρα. Κι όμως, το λεωφορείο ήρθε με μισή ώρα καθυστέρηση. Πώς τα κατάφεραν έτσι; Έλα ντε. Ας είναι. Πίσω στην ιστορία. Πρώτη φορά πέρασα με διαδικασίες εξπρές από τόσους ελέγχους. Μέσα σε δέκα λεπτά πήραμε τα διαβατήρια και τις κάρτες επιβίβασης πίσω, περάσαμε από δύο ελέγχους αποσκευών και ένα διαβατηρίου και βρεθήκαμε μέσα στο λεωφορείο.
Μπαίνοντας στο αεροπλάνο δύο μόλις λεπτά πριν από την προγραμματισμένη αναχώρησή του, περίμενα ν’ ακούσω τα συνήθη ειρωνικά χειροκροτήματα ή έστω λίγα σφυρίγματα βρε αδελφέ, αλλά τίποτα. Άκρα του τάφου σιωπή. Αράξαμε, λοιπόν, στις θέσεις μας, αφήνοντας ένα αναστεναγμό ανακούφισης να μας ξεφύγει απ’ τα στήθια αφού αν χάναμε την πτήση θα έπρεπε να παραμείνουμε στο Κάιρο για τρεις ακόμη μέρες. Και τότε ακριβώς ήταν που ο πιλότος ανακοίνωσε ότι η πτήση θα είχε 45 λεπτά καθυστέρηση. Και τότε ακριβώς ήταν που οι τέσσερίς μας πήραμε και πάλι να γελάμε.
Εγώ καθόμουνα δίπλα από μια μεγαλοκυρά κυπριά της Αιγύπτου, που ήρεμη και χαμογελαστή πήρε να μου μιλάει, να μου λέει τα δικά της, να ρωτά για μας. «Για την καθυστέρηση δεν σε ρωτώ, αφού πάντα έτσι συμβαίνει εδώ,» μου είπε.
Δεν πρόλαβαν να περάσουν δέκα λεπτά και μια νέα ανακοίνωση έφερε τα χαρμόσυνα νέα: η καθυστέρηση τελικά θα ήταν μόλις 25 λεπτά. Τότε, ένας αεροσυνοδός, που καθόταν μπροστά μας στράφηκε και είπε κάτι στην κυρία, κι αυτή έσπευσε να μου το μεταβιβάσει. «25 λεπτά ήταν από την αρχή η καθυστέρηση, αλλά είπε κατά λάθος 45.» «Και στις δυο γλώσσες;» ρώτησα απορημένος εγώ. «Και στις δυο,» αποκρίθηκε εκείνη προσπαθώντας να με γελάσει.
Τελικά απογειωθήκαμε, ο πιλότος πάτησε γκάζι και φτάσαμε στον προορισμό μας, τη Λάρνακα δηλαδή, στην καθορισμένη ώρα. Παραδόξως οι αποσκευές μας βγήκαν γρήγορα και σύντομα πήραμε το δρόμο για την έξοδο. Κι εκεί παραδόξως οι τελωνειακοί αποφάσισαν να κάνουν πώς δουλεύουν. Έτσι σταμάτησαν κάποιους για έλεγχο αποσκευών. Και ποιος ήταν μπροστά μου, λέτε; Μα, ο τύπος με τα μπουκάλια το ουίσκι φυσικά. Ακολουθεί διάλογος:

Τελωνειακός: Πόθθεν ερκούμαστεν;
Τύπος: Βασικά είμαι που την Πάφο, αλλά μηνίσκω στη Λεμεσό.
Τελωνειακός: Εν τζιαι ρώτησά σε πόθθεν είσαι, αλλά πόθθεν έρκεσαι.
Τύπος: Α, καλάν. Που το Κάιρον.
Τελωνειακός: Εφέραμεν τίποτε;
Τύπος: Μα ήντα μπου ννα φέρουμε;
Τελωνειακός: Ξέρω γω; Τσιάρα έφερες;
Τύπος: Έφερα.
Τελωνειακός: Μιαν κούτα δικαιούσαι, φίλε μου.
Πάνω από το κεφάλι του τύπου εμφανίζεται ένα φωτοστέφανο καθώς απαντάει χαμηλόφωνα: Εν το ήξερα!
Κι ο τελωνειακός, που προφανώς θεώρησε ότι έκανε τη δουλειά του τού είπε:
Άτε, φίλε μου, πέρνα, μα άλλη φορά να φέρνεις μόνο τζιείνα που επιτρέπεται.

Πήρα εγώ σειρά. Με ρώτησε αν φέρνω τίποτα. Του είπα, μόνο βιβλία και μ’ έστειλε στο καλό.
Home, sweet home:)

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Τετάρτη, 18 Φεβρουαρίου 2009

Η περιπέτεια ενός ταξιδιού ή το ταξίδι μιας περιπέτειας - Μέρος Α'

Πάει ήδη μια βδομάδα από τότε που κίνησα απ’ την αγαπημένη μου Τσιανγκ Μάι για να επιστρέψω στην Κύπρο και νιώθω λες κι από τότε έχουν περάσει χρόνια.
Ήτανε, λοιπόν, ημέρα ή μάλλον βράδυ Τετάρτης, 11 του μήνα, όταν το μεγάλο ταξίδι της επιστροφής άρχιζε. Άφησα το δωμάτιό μου στις εφτά το βράδυ και πήρα ένα τουκ τουκ με προορισμό το αεροδρόμιο. Κάτι μου έλεγε ότι η πτήση μου για την Μπανγκόκ θα είχε καθυστέρηση και δεν έπεσα έξω. Μιάμιση ολόκληρη ώρα θα αργούσε η πτήση, κι αν ήμουνα στη δύση θ’ άρχιζα αμέσως να βράζω μες στα ζουμιά μου, αφού μ’ αυτά τα δεδομένα θα έχανα σίγουρα τις επόμενες πτήσεις, για Κάιρο και Λάρνακα αντίστοιχα. Αλλά, ευτυχώς, δεν ήμουνα στη δύση, δεν ήμουνα καν σε μια από τις πόλεις-κατάρες -για μένα- της ανατολής, ήμουνα στην Τσιανγκ Μάι. Και στην Τσιανγκ Μάι με τίποτα δεν θα μπορούσα να νευριάσω. Να εκνευριστώ, ναι, να νευριάσω, όχι. Πήγα, λοιπόν, στο γραφείο κρατήσεων της Air Asia, τους είπα το και το, κι αμέσως προσφέρθηκαν να μου αλλάξουν πτήση, να με βάλουν στην επόμενη (που θα έφευγε πριν από την προηγούμενη –και- δική μου) και να φροντίσουν να βγουν και οι αποσκευές μου πρώτες ώστε να προλάβω. Κι όλ’ αυτά από την πιο φτηνή εταιρεία της χώρας, από την οποία αγόρασα το εισιτήριο για 25 μόλις ευρώ. Δέχτηκα με κάποιες επιφυλάξεις, αφού δεν ένιωθα και τόσο σίγουρος ότι τα πράγματα θα πήγαιναν καλά, και προτιμούσα απλά να εξαργυρώσω το εισιτήριό μου (που δεν μπορούσα) και να πετάξω με την Thai που πετούσε πιο νωρίς.
Ευτυχώς, οι φόβοι μου διαψεύσθηκαν πανηγυρικά, καθώς η πτήση που με έβαλαν, αν και ήταν προγραμματισμένη για τις 10.20 το βράδυ, αναχώρησε τελικά είκοσι λεπτά νωρίτερα, αφού το αεροπλάνο είχε ήδη γεμίσει. Έτσι, μια ώρα αργότερα προσγειώθηκα στο αεροδρόμιο της Μπανγκόκ, όπου με περίμενε μία ακόμη έκπληξη. Οι άνθρωποι της εταιρίας αντιλαμβανόμενοι το μέγεθος του προβλήματος, έστειλαν το σακίδιό μου με πτήση άλλης αεροπορικής εταιρίας, που προηγήθηκε, κι έτσι όταν έφτασα εκεί το βρήκα να με περιμένει. Και πήρα να τρέχω, να τρέχω, να τρέχω. Για ν’ ανέβω δύο ορόφους φορτωμένος με το σακίδιο, μια τσάντα με βιβλία και δύο υπολογιστές. Για να κάνω τσεκ ιν. Για να κανονίσω την επιστροφή του φόρου για το νέο μωρό (Acer Netbook). Για να περάσω από τον έλεγχο διαβατηρίων και να ρίξω μια πρώτη και τελευταία ματιά στο βιβλιοπωλείο του αεροδρομίου προτού φύγω. Η τύχη μου χαμογέλασε πλατιά, αφού όχι μόνο τα κατάφερα στο τσακ, αλλά αν και πήγα τελευταίος εκεί βρήκα θέση παράθυρο δίπλα στην έξοδο κινδύνου – ακριβώς όπως την προτιμώ αφού προσφέρει... άπλα.
Ωστόσο, λίγο πριν μπούμε στο αεροπλάνο πήρα την πρώτη γεύση από... Κύπρο. Ευτυχώς δεν πρόλαβα να πάρω και ανάποδες. Ένας μεσήλικας ξερόλας συμπατριώτης μου, προσπαθούσε να περάσει στο αεροπλάνο με το έτσι θέλω μια βαλίτσα γιομάτη... ουίσκι, αν και σαφώς απαγορεύεται απ’ τον κανονισμό. Κι επειδή δεν του το επέτρεψαν πήρε να βρίζει θεούς και δαίμονες, να... να... να... «Ωχ, αρχίσαμε!» σκέφτηκα, αλλά σιγά-σιγά τον ηρέμησαν και τον έπεισαν να δώσει την πολύτιμη βαλίτσα του για να την ανεβάσουν στις αποσκευές. Απ’ ό,τι έμαθα μετά το πουλάκι μου ήτανε μεθυσμένο. Ευτυχώς (ή μάλλον δυστυχώς, αλλά καλύτερα να μην το συζητάμε) στην πτήση για το Κάιρο δεν υπήρχε η πιθανότητα να του σερβίρουν αλκοόλ, έτσι –ίσως- αν κατάφερνε να κοιμηθεί όλα θα πήγαιναν καλά.Μ’ αυτά κι αυτά ανεβήκαμε στο αεροπλάνο. Προτού καλά-καλά προλάβω να καθίσω είδα να μπαίνει ένας γνωστός απ’ την παλιά μου γειτονιά στο κέντρο της Λευκωσίας, με τον οποίο τα είπαμε για λίγο πριν αρχίσει το μακρινό, των δέκα ωρών, ταξίδι...

Η συνέχεια αύριο

Τρίτη, 17 Φεβρουαρίου 2009

Παράξενος χειμώνας

Παραφράζοντας το γνωστό τραγούδι θα έλεγα... Παράξενος χειμώνας βγαίνει, παράξενη εποχή. Και όντως ήταν παράξενος αυτός ο χειμώνας αφού σχεδόν καθόλου δεν τον έζησα. Νόμιζα κιόλας ότι δεν θα προλάβαινα καν να πάρω μία γεύση του. Αλλά, να που έπεσα έξω. Να, που επέστρεψα σε μια παράξενα χειμωνιάτικη Κύπρο, όπου ο καιρός κάνει ό,τι του κατέβει. Τι εννοώ; Να, σε μισή ώρα μπορεί να μας πάει από ήλιο σε βροχή, κι από βροχή σε δυνατούς βοριάδες. Αλλά, τουλάχιστον βρέχει. Και λίγο χιονίζει. Βγαίνοντας απ’ την πόρτα μου και κάνοντας λίγα βήματα αντικρίζω τα λευκοντυμένα βουνά του Τροόδους και ευφραίνεται η ψυχή μου. Δεν είναι όπως παλιά φυσικά, τότε που έριχνε δυο-τρία μέτρα χιόνι, αλλά από το τίποτα καλό είναι και το λίγο.
Κατά τα άλλα, η επάνοδος στο νησί ήταν περιπετειώδης (λεπτομέρειες μάλλον αύριο), αλλά είχε και την πλάκα της. Είδα τους φίλους, τα είπαμε, τα ήπιαμε, τα ψευτοφιλοσοφήσαμε, κι ύστερα από ένα τετραήμερο ξεκούρασης ήρθα στο χωριό. Ήμουνα σχεδόν για πέντε μέρες χωρίς ίντερνετ (με εξαίρεση λίγα λεπτά κάθε νύχτα στη μπυραρία), αλλά εντάξει δεν παραπονιέμαι γι’ αυτό. Μια κάποια αποτοξίνωση τη χρειαζόμουνα. Φυσικά τώρα... τρέχω. Αλλά, θα φτάσω - δεν έχω καμία απολύτως αμφιβολία.
Από αύριο, κρύου και ύπνου επιτρέποντος θ’ αρχίσω τις αλλαγές και τις διορθώσεις στην Ερωτοδίνη, ύστερα θα ρίξω μια τελευταία ματιά στη Μήδεια και μετά βλέποντας και κάνοντας. Ιδέες υπάρχουν πολλές και χρόνος, προς το παρόν, απεριόριστος.
Καλώς σας βρήκα και πάλι!

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Σάββατο, 14 Φεβρουαρίου 2009

Τα Αιωνόβια Δένδρα της Κύπρου

Ενώστε τη φωνή σας μαζί μας για να σώσουμε τα Αιωνόβια Δέντρα της Κύπρου

http://www.aiwnobia.org/

Η διαφύλαξη του φυσικού περιβάλλοντος και ιδιαίτερα των Αιωνόβιων
Δένδρων κατέστησε επιτακτική την δημιουργία της ΟΠΑΔΕ (Ομάδα
Προστασίας Αιωνόβιων Δένδρων). Σκοπός της ΟΠΑΔΕ είναι η προστασία, η
καταγραφή και η ανάδειξη των εναπομείναντων Αιωνόβιων Δένδρων της
Κύπρου. Οι παρεμβάσεις μας στα ΜΜΕ αποσκοπούν τόσο στην
ευαισθητοποίηση του κόσμου, όσο και στην άσκηση πιέσεων προς τις
αρμόδιες υπηρεσίες του κράτους, για την καλύτερη δυνατή διαφύλαξη της
περιβαλλοντικής μας κληρονομιάς. Παράλληλα πραγματοποιούνται συνεχείς
επισκέψεις και γίνονται μετρήσεις στα Αιωνόβια δένδρα, καταγράφονται
ιστορικές πληροφορίες ενώ δρομολογούνται ειδικές εκδόσεις,
φωτογραφικές εκθέσεις κ.α.

Μια αξιόλογη προσπάθεια από τον καλό μου φίλο Μιχάλη Ονησιφόρου

Παρασκευή, 13 Φεβρουαρίου 2009

Του Αγίου Βαλεντίνου

Μια πολύ επίκαιρη ιστορία...

Η χθεσινή ημέρα ήταν στ’ αλήθεια η καλύτερή του. Η ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου. Εδώ και χρόνια ήταν η καλύτερή του. Εδώ και εφτά χρόνια για να είμαστε ακριβείς. Όχι, δεν ήταν ερωτευμένος, όχι αυτός, προς θεού, απλά είχε κάνει κατάληψη στην ψυχή του ένα πάθος, που έπαιρνε σάρκα και οστά τη συγκεκριμένη ημέρα. Να, αγαπούσε την αγάπη, ακριβώς όπως κι εκείνος ο διάσημος αλήτης του ντάρμα, ο Τζακ Κέρουακ.
Κάθε φορά, λοιπόν, που ήταν η γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου, έπαιρνε άδεια απ’ τη δουλειά για να ικανοποιήσει το πάθος του, που δεν ήταν άλλο από το να χαρίσει ένα δώρο ακριβό και στη φύση του μοναδικό, σ’ ένα ερωτευμένο άγνωστό του ζευγάρι. Έτσι, έβγαινε κάθε φορά απ’ το πρωί, με το πρώτο σχεδόν φως της μέρας, έξω στους δρόμους της απρόσωπης πόλης στην αναζήτησή του. Τριγυρνούσε σε καφετέριες και σε πλατείες, σε μαγαζιά και σε σταθμούς του Μετρό, σε σχολές και σε τράπεζες, ακόμη και σε δημόσιες υπηρεσίες και νοσοκομεία, και παρατηρούσε από κοντά τους ανθρώπους, τους παραμόνευε, τους παρακολουθούσε, προσπαθώντας να βρει το ιδανικό ζευγάρι, εκείνο που θα ευεργετούσε. Όχι, δεν του έκανε ένα οποιοδήποτε ζευγάρι. Το δώρο του ήταν ακριβό. Δε θα το έδινε σ’ όποιον κι όποιον. Δε θα το χάριζε εύκολα και προτού το σκεφτεί καλά κι ακριβοδίκαια.
Τα προηγούμενα χρόνια στάθηκε πολύ τυχερός, αφού βρήκε πολύ εύκολα αυτούς που αναζητούσε. Αλλά ετούτη τη φορά όλα έμοιαζαν διαφορετικά. Λες κι ο κόσμος είχε αλλάξει ριζικά μέσα σε δώδεκα μόλις μήνες. Κατήφεια, οργή, βιασύνη, άγχος, πρόσωπα μοναχικά, ψυχρά κι αδιαπέραστα, αντίκριζε όπου κι αν έστρεφε το βλέμμα. Μα, που πήγε η αγάπη; αναρωτιόταν. Που πήγε; Κοιτούσε παντού, κοιτούσε με πόνο ψυχής και βαθιά αγωνία, αλλά δεν την έβλεπε πουθενά.
Ο χρόνος πήρε να περνά απελπιστικά γρήγορα. Η λιόλουστη χειμωνιάτικη μέρα άρχισε να μικραίνει και στο διάβα του χρόνου να χάνεται. Οι πιθανότητες να πετύχει το στόχο του έμοιαζαν στιγμή τη στιγμή να μειώνονται, να λιγοστεύουν. Λίγο έλειψε να τον πιάσει κι αυτόν, που ξεκίνησε την ημέρα του μ’ ένα πλατύ χαμόγελο, η κατάθλιψη. Αλλά, συγκράτησε τον εαυτό του, του επιβλήθηκε, κατάφερε να του δώσει κουράγιο. Περίμενε να βραδιάσει, κι όλα θ’ αλλάξουν προς το καλύτερο, τον έπεισε. Κι είχε δίκιο. Απόλυτο!
Σαν πήρε να νυχτώνει είδε την πολύβουη βρωμονεφόσκεπη πόλη σιγά σιγά ν’ αλλάζει πρόσωπο. να φοράει ένα πιο ζεστό, πιο τρυφερό, πιο όμορφο και φωτεινό. Όταν τα πρώτα ερωτευμένα ζευγαράκια άρχισαν να κάνουν δειλά-δειλά την εμφάνισή τους, ένιωσε μια έντονη αίσθηση ευδαιμονίας να χρωματίζει τον αέρα, να του αλλάζει την πνοή. Κι έτσι, πήρε τα πάνω του. Ευτυχώς! ψιθύρισε στον εαυτό του. Ευτυχώς θα μπορούσε να δώσει και φέτος σε κάποιους εκλεκτούς το ακριβό του δώρο.
Πήρε να περπατά νωχελικά αργά, επιφανειακά άσκοπα, αλλά σχεδόν επιτηδευμένα, στους άτσαλα και δίχως αρμονία υπερφωτισμένους δρόμους της πόλης. Που και που καθόταν σε κάποιο παγκάκι για να χαζέψει δήθεν αδιάφορα τους περαστικούς, στεκόταν μπροστά από καμιά βιτρίνα ή και έμπαινε σ’ ένα οποιοδήποτε μπαράκι για ένα ποτό. Το κυνήγι είχε αρχίσει και τώρα πια δε βιαζόταν. Ήταν σίγουρος πώς όλα θα πήγαιναν καλά, όπως πάντα, ότι ο χρόνος ήταν με το μέρος του. Θα τους βρω! Θα τους βρω σύντομα τους αιώνια ερωτευμένους μου, ψιθύριζε στον εαυτό του και χαμογελούσε με ικανοποίηση.
Ξόδεψε δυο ή τρεις ή τέσσερις ώρες έτσι -ποιος τις μετράει;- αλλά στο τέλος εντόπισε το στόχο του, ή μάλλον τους στόχους του, το ιδανικό ζευγάρι. Ήταν δυο νέοι φτωχοί που κάθονταν σ’ ένα παγκάκι και γιόρταζαν με τα λιτά τους μέσα την επέτειο. Εκείνη ήταν μικροκαμωμένη, με σγουρά μαλλιά και λεπτό πρόσωπο και με μάτια μεγάλα καστανά, που ακτινοβολούσαν. Εκείνος έμοιαζε αρκετά μεγαλύτερος, κοντοκουρεμένους και με κοιλίτσα και με μάτια μαύρα, αδιαπέραστα, ωστόσο στη θέα της τρυφερά. Εξωτερικά έμοιαζαν αταίριαστοι, από μέσα τους όμως ήταν ένα. Με την πρώτη ματιά κατάλαβε ότι αυτοί δεν είχαν τίποτ’ άλλο να μοιραστούν στον κόσμο ετούτο, παρά την αγάπη τους. Ήταν ερωτευμένοι κι αυτό τους έφτανε, τίποτ’ άλλο δε ζητούσαν. Ήταν ερωτευμένοι κι αυτό του έφτανε. Αυτοί ήταν οι τυχεροί. Αυτούς έψαχνε όλη μέρα. Ήταν οι εκλεχτοί. Γι’ αυτούς θα γινόταν ο μέγας ευεργέτης.
Στάθηκε για ώρα πολλή μισοκρυμμένος σε μια σκοτεινή γωνιά και τους περίμενε. Κάποτε, μάλλον αργά παρά νωρίς, τους είδε να σηκώνονται αγκαλιασμένοι, σιωπηλοί, και να φεύγουν. Πήρε να τους ακολουθεί αθέατος, από απόσταση. Η βόλτα ήταν μακρινή και τους οδήγησε σ’ ένα κάπως απομονωμένο και παράταιρα ήσυχο μικρό πάρκο, που έμοιαζε απόλυτα εγκαταλειμμένο, εκείνο το κρύο και σκοτεινό χειμωνιάτικο βράδυ. Κρύφτηκε πίσω από κάποια δέντρα που μύριζαν καυσαέριο, περιμένοντας να δει που ακριβώς θα πήγαιναν. Εκείνοι, ανυποψίαστοι για την παρουσία του, κάθισαν και πάλι σ’ ένα μοναχικό και λίγο νοτισμένο παγκάκι και αφέθηκαν με όλο τους το είναι στου έρωτα τα μοναδικά τα χάδια. Σε λίγο, κι αφού το βλέμμα του λούστηκε φως στη θέα του πάθους τους, άρχισε σιγά-σιγά κι εντελώς αθόρυβα να τους πλησιάζει από πίσω. Πολύ σύντομα ήταν τόσο κοντά που μπορούσε ν’ ακούσει καθαρά τις κοφτές και καυτές τους ανάσες να ξεφεύγουν σαν τραγούδι ψιθυριστό και σα θρίαμβος απ’ τα νεανικά τους στήθια. Τότε ήταν που έβαλε το χέρι απαλά, σχεδόν τελετουργικά, στην τσέπη, έβγαλε το περίστροφο και τους πυροβόλησε σχεδόν εξ επαφής. Έπεσαν νεκροί, με τα πρόσωπα ακόμη ενωμένα ακόμη με πάθος, ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Εκείνος παρέμεινε να τους παρατηρεί για μια στιγμή μ’ ένα τρυφερό χαμόγελο στα χείλη και μια αδιόρατη τρέλα στο βλέμμα. Ένιωθε το μέσα του να γεμίζει τώρα με μια ισοπεδωτική ικανοποίηση. Τα κατάφερε και φέτος. Έδωσε κι ετούτη τη φορά το μονάκριβό του δώρο σε δύο ανθρώπους. Τους χάρισε την αιώνια, την δίχως ψέματα και ψεγάδια, την απόλυτη αγάπη. Τους έντυσε με το πέπλο της αθανασίας.
Ναι, η χθεσινή μέρα ήταν η καλύτερή του.

Τετάρτη, 11 Φεβρουαρίου 2009

Σαν Αποχαιρετισμός

Και να που οι τρεις μήνες κύλησαν σαν νερό και χάθηκαν σαν τίποτα, στο πουθενά, όπως όλα. Λες και ήταν μόλις χθες που έφτασα εδώ. Λες και το ξεμπλοκάρισμά μου και η συγγραφή της «Ερωτοδίνης» και η επανασυγγραφή της «Απολογίας της Μήδειας» δεν κράτησαν παρά δυο μόλις στιγμές, που τέλειωσαν πριν μία.
Σχεδόν θολές, σαν όνειρο, είναι τώρα οι αναμνήσεις από την Τσιανγκ Μάι. Νιώθω σάμπως για δώδεκα βδομάδες απλά καθόμουνα πάνω σ’ ένα σύννεφο και παρακολουθούσα το χρόνο να περνά. Κι όμως, κάθε άλλο παρά σπαταλημένος ήταν ο χρόνος αυτός. Έγραψα πολύ, διάβασα πολύ, γνώρισα νέους ανθρώπους, έμαθα καινούρια κόλπα, έπεσα λίγο, σηκώθηκα πολύ, εκνευρίστηκα και χαμογέλασα, μίλησα λίγο, άκουσα πολύ.
Στην τελική χαρές μονάχα έζησα εδώ, πολλές μικρές-μικρές χαρές (και μία θλίψη, που μου ήρθε από μακριά), και τώρα ετοιμάζομαι για την επιστροφή σ’ ένα τόπο που απ’ της καρδιάς μου τα βάθη αγαπώ, σε μια ζωή που ποτέ δεν μπόρεσα να συνηθίσω. Το μόνο που εύχομαι, καθώς ετοιμάζω για άλλη μία φορά τις αποσκευές μου, είναι να μπορέσω να κρατήσω την ορμή. Την ορμή που μ’ έσπρωξε σε πέντε βδομάδες να γράψω ένα βιβλίο, σε πέντε μέρες να ξαναγράψω ένα μονόλογο.
Θυμάμαι ακόμη, αν και αμυδρά, εκείνη τη μέρα που τέλειωσα την «Ερωτοδίνη». Ανταλλάζαμε απ’ το πρωί μηνύματα με τη θαλασσιά Μαρίνα και της έλεγα «σε τρεις μέρες τελειώνω το βιβλίο.» Κι εκείνη απορούσε: «Μα πώς μπορείς να ξέρεις;» Ήξερα, επειδή, έως εκείνη την ώρα, δούλευα σχεδόν με πρόγραμμα, έγραφα κατά μέσο όρο δυο χιλιάδες λέξεις καθημερινά. Εκείνο που δεν ήξερα ήταν ότι εκείνη την ημέρα θα είχα, αυτό που λένε, ρέντα και μέχρι το βράδυ θα έγραφα πεντέμισι χιλιάδες λέξεις, οδηγώντας έτσι, αβίαστα και με χαρά μεγάλη την ιστορία στο τέλος της. Κι ύστερα θα ένιωθα πολύ-πολύ ανακουφισμένος. Και μετά θ’ ακολουθούσε η αναπόφευκτη πτώση, αφού θα έχανα πια οριστικά κάποια απ’ τα φιλαράκια μου -της ζωής και της φαντασίας- με τα οποία ταξίδευα εδώ και εννιά χρόνια.
Αλλά κι εκείνη η πτώση δεν θα κρατούσε για πολύ καθώς, λίγες μέρες μετά θα ξανάπιανα στα χέρια μου την αγαπημένη Μήδεια, την ιστορία της οποίας θα αφηγούμουν και πάλι αιρετικά, κάνοντάς την ωστόσο λίγο πιο πλούσια, λίγο πιο ζωντανή.
Σαν τέλεψα και μ’ αυτή ήμουνα σίγουρος ότι τώρα πια θα ένιωθα απόλυτα άδειος, πώς δεν θα μπορούσα να καταπιαστώ με τίποτ’ άλλο, αλλά η μοίρα τα θέλησε αλλιώς, έτσι σύντομα θα πιάσω ξανά στα χέρια μου μια ιστορία παλιά κι αγαπημένη – μια ιστορία που ήταν αιχμάλωτη για καιρό πολύ κι ασφυκτιούσε, και θα της χαρίσω την ελευθερία της, θα τη βοηθήσω ν’ αναπνεύσει και πάλι, θα προσπαθήσω μέσα απ’ αυτή να δείξω την ομορφιά που κρύβεται πίσω απ’ τον πόνο, τη δύναμη πίσω απ’ τη θλίψη, τη ζωή πίσω απ’ το θάνατο. Χθες το βράδυ έμαθα τα νέα, κι ένιωσα μεγαλύτερη χαρά απ’ αυτή που με πλημμύρισε όταν τέλειωσα την «Ερωτοδίνη». Επιτέλους, σκέφτηκα. Επιτέλους, θα κλείσω όλους τους παλιούς λογαριασμούς.
Τελικά, παρόλες τις δυσκολίες που υπήρχαν και εξακολουθούν να υφίστανται, όλα πήγαν καλά. Η προηγούμενη χρονιά τέλειωσε όμορφα, η νέα άρχισε υπέροχα. Κι είμαι σίγουρος ότι τα καλύτερα έπονται.
Μ’ αυτές τις σκέψεις, αγαπημένη μου... Τσιανγκ Μάι, σ’ αποχαιρετώ! Κάποια μέρα, σίγουρα, τα μονοπάτια μας θα συναντηθούνε και πάλι.

Τρίτη, 10 Φεβρουαρίου 2009

Σ' αγαπώ απελπισμένα ΙΙ

Ένα ακόμη απόσπασμα από την πρώτη εκδοχή της νουβέλας "Σ' Αγαπώ Απελπισμένα"

Μόνο όταν κάναμε έρωτα ένιωθα ότι ζω πραγματικά, έπαιρνα ζωή απ’ τη ζωή του, φλόγα απ’ τη φλόγα του και απελευθερωνόμουν, έσβηνα το παρόν και το παρελθόν, απλά ήμουνα εγώ, και ήμουνα ευτυχισμένη. Τι όμορφο, τι θεϊκό πράγμα είναι το να σβήνει κανείς μέσα στον άλλο, να παίρνει φως απ’ το φως του, ανάσα απ’ την ανάσα του! Θύμησες, γλυκιές μου αναμνήσεις. Αλλά, μη νομίζει κανείς ότι ήταν όλα πάντα μέλι γάλα μεταξύ μας. Είχαμε και τους καυγάδες μας, καυγάδες μυθικούς - μα, κάπως ψεύτικούς θαρρώ - για πράγματα σημαντικά κι ασήμαντα, για τον τρόπο που έβλεπε ο καθένας μας απ’ τη δικιά του σκοπιά τη ζωή. Εκείνος πάντα αισιόδοξος, γαλήνιος, επέμενε με πάθος ότι η ζωή είναι ωραία, ένα ποίημα. Εγώ, αντίθετα δεν την έβλεπα με ρόδινα χρώματα. Οργιζόμουνα για χίλια δυο πράγματα, ήμουνα απαισιόδοξη. ‘Για δες που μας πάνε ρε οι άνθρωποι,’ κραύγαζα κάθε φορά που γινόταν λόγος για την παγκοσμιοποίηση, έβγαζα παθιασμένους λόγους για τη φτώχεια που επικρατεί αλλού… Εκείνος; Εκείνος με κοιτούσε μ’ ένα λιγάκι συγκαταβατικό χαμόγελο και μου έλεγε: ‘Εύκολο είναι να διαμαρτύρονται οι βολεμένοι, με τα κινητά τους τηλέφωνα, τους υπολογιστές, τα αυτοκίνητά τους και τις καταθέσεις στην τράπεζα, ειδικά όταν έχουν μπροστά τους ένα πιάτο γεμάτο φαϊ, ποτό, και οργίζονται μ’ αυτά που βλέπουν στη μικρή οθόνη…’ Ω, πόσο σε μισούσα - πόσο τον μισούσα - εκείνες τις στιγμές. Με κτυπούσε εκεί που πονούσα, αλλά πονούσα στ’ αλήθεια; δεν ξέρω. Του άρεσε να μιλά συνέχεια για τους επαγγελματίες επαναστάτες του σήμερα, τους βολεμένους του αύριο. Μου άνοιγε τα μάτια, αλλά με εξόργιζε. Τον αγαπούσα με πάθος, αλλά έτρεμα στην ιδέα ότι μπορούσε κάθε στιγμή, με τα πιο απλά του λόγια να με πληγώσει, και μάλιστα χωρίς να το θέλει. Τρελό, δεν είναι; Δεν μπορώ να πω με σιγούρια αν μαζί του πέρασα πιότερο καλές ή άσκημες στιγμές, εκείνο που ξέρω είναι ότι οι καλύτερες μου αναμνήσεις είναι απ’ την εποχή που ήμασταν ένα. Την εποχή εκείνη που μου χάριζε απλόχερα την αγάπη του, χωρίς να ζητά τίποτα από μένα, την εποχή που είχα δίπλα μου κάποιο στον οποίο δεν υπήρχε ανάγκη να μιλήσω για να με καταλάβει, που μπορούσε να με παρηγορήσει δίχως λόγια, να ζεστάνει την ψυχή μόνο και μόνο με την παρουσία του. Δεν ξέρω πόσοι και πόσες έχουν ζήσει κάτι τέτοιο, αλλά λέω με το χέρι στην καρδιά ότι, αν μπορούσα να γυρίσω το χρόνο πίσω, δε θα έκανα τα ίδια λάθη, δε θα τον έδιωχνα, δε θα τον έχανα. Τις στιγμές που ζήσαμε μαζί δεν τις αλλάζω με τίποτα, αλλά μετανοιώνω για τις στιγμές που έχασα τόσο καιρό μακριά του.


Δευτέρα, 9 Φεβρουαρίου 2009

Για τον καλύτερό μας -όπως λένε- φίλο


1η εßδοµάδα.
Σήµερα είµαι ηλικίας µιας εßδοµάδας.
Τι χαρά να είµαι µέρος αυτού του Κόσµου!
1 µηνός. Η µαµά µου µε φροντίζει πάρα πολύ καλά. Είναι µια εξαιρετική µητέρα.
2 µηνών. Σήµερα µε χώρισαν από τη µητέρα µας. Ήταν πολύ ανήσυχη και µε τα µάτια της µε χαιρετούσε.Ελπίζω η νέα «ανθρώπινη»οικογένειά µου να µε φροντίζειτο ίδιο καλά µε τη µαµά µου.
4 µηνών. Έχω µεγαλώσει πολύ γρήγορα, τα πάντα τραßάνε τηνπροσοχή µου. Υπάρχουν µερικά παιδιά στο σπίτι που µου είναι σαν «µικρά αδερφάκια». Παίζουµε πολύ, τραßάνε την ουρά µου κι εγώτους δίνω µικρές ψεύτικες δαγκωνιές για πλάκα.

Η συνέχεια αυτής της συγκλονιστικής -με τον τρόπο της- ιστορίας στην Κόκκινη Κίσσα

Κυριακή, 8 Φεβρουαρίου 2009

Η Ζωή

Η καθιερωμένη Εγκληματικά Ασύστολη ιστορία της Κυριακής.
Δεν είναι κακός άνθρωπος. Κάθε άλλο. Είναι καλός. Καλόψυχος. Παιδί-μάλαμα, που λένε. Ούτε και βίαιος είναι. Όχι στ’ αλήθεια. Ή, ίσως και να είναι λίγο, αλλά μόνο στα λόγια – σ’ αυτά μονάχα. Δε θέλει να κάνει ποτέ κακό σε κανένα, κανένα δε μισά, δε θέλει κανένα να πληγώσει, αλλά να, που και που δεν μπορεί να ελέγξει τον εαυτό του. Κάτι μέσα του θολώνει ξαφνικά, το μυαλό του αρχίζει να παίρνει ανάποδες στροφές και τότε κανείς και τίποτα δεν μπορεί να τον κάνει καλά, να τον συγκρατήσει, να τον προφυλάξει από τις μελλοντικές του κακές αναμνήσεις. Ωστόσο δεν καταφεύγει στη βία. Ποτέ! Φωνάζει μόνο, φωνάζει άγρια, και εκτονώνεται. Κανονικά, έτσι θ’ αντιδρούσε και τούτη τη φορά, αλλά αντέδρασε κάπως αλλιώς. Κάπως τραγικά αλλιώς. Κι έχει ήδη πικρά μετανιώσει. Το μόνο που είναι πια πολύ αργά για μετάνοιες. Ενοχές; Όχι, δεν έχει. Ίσως να χρησιμοποίησε το λάθος τρόπο, τα χειρότερα δυνατά μέσα, αλλά βαθιά μέσα του το ξέρει, το νιώθει ότι έκανε αυτό ακριβώς που έπρεπε να κάνει -το σωστό- απέδωσε δικαιοσύνη. Αυτό έκανε. Δεν έχει ενοχές, αλλά να, νιώθει άσχημα, αφού μπορεί να προβλέψει μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια τις συνέπειες της πράξης του. Το ξέρει ότι έσπειρε θύελλες και θα οργώσει δυστυχία. Θα κάνει δυστυχισμένη Εκείνη. Τη μοναδική, την υπέροχη εκείνη γυναίκα που τον δέχτηκε όπως ακριβώς ήταν, με όλα τα ελαττώματά του, που τον αγάπησε γι’ αυτό το λίγο που ήταν. Τη γυναίκα με την οποία, όπως είχε ορκιστεί, σκόπευε να ξοδέψει, της ζωής του το περίσσεμα. Κάθεται κατάχαμα, ακουμπώντας τη δυστυχία του κορμιού και της ψυχής του στον τοίχο, και τα βάζει με τον εαυτό του, το άθλιο ετούτο υποκείμενο. Βλάκα, του λέει, βλάκα. Γιατί δε συγκρατήθηκες; Τι σ’ έπιασε; Γιατί το έκανες αυτό; Γιατί τώρα; Μα, το αυτομαστίγωμα δεν του προσφέρει καμιά παρηγοριά. Κρύβει το κεφάλι μέσα στα χέρια, τραβάει με οργή τα μαλλιά του, θα τη χάσω, σκέφτεται και το μέσα του εκκωφαντικά ραγίζει. Θα τη χάσω προτού καν γνωρίσω το κορμί της. Προτού το διαβώ πόντο-πόντο και γευτώ την κάθε πτυχή του. Θα τη χάσω προτού τη χαρώ. Τραγικά παραληρεί. Ωστόσο, αν το θελήσει, μπορεί να σώσει τον εαυτό του. Κανένας απολύτως -ή σχεδόν κανένας, τέλος πάντων- δεν ξέρει τι έκανε. Μπορεί εύκολα να κουκουλώσει με κάποιο τρόπο το κρίμα του, να το χώσει κάτω από ’να αδιάφανο χαλί. Μπορεί να το κάνει αυτό, μα δεν μπορεί. Όχι αυτός. Αυτός είναι τίμιος. Ένας τίμιος εγκληματίας. Ένας εγκληματίας που πονεί. Πολύ! Κλείνει σφικτά τα μάτια που δακρύζουν και φέρνει στο μυαλό του τη μορφή της αγαπημένης γυναίκας. Αυτής που θα γινόταν δική του για πάντα, αυτής που δε θα γινόταν δικιά του ποτέ. Τη ζωγραφίζει μ’ ένα παντελόνι τζιν κι ένα μαύρο μακό μπλουζάκι. Χαϊδεύει νοητά τα κοντοκουρεμένα ξανθά της μαλλιά και κολυμπάει με της μνήμης τις απλωτές μες στις πράσινες θάλασσες των ματιών της. Τη σκέφτεται με ένταση, χαμογελάει πικρά και τη λυπάται. Τη λυπάται για την κακή της τύχη. Για τη θλίψη που θα της κτυπήσει την πόρτα. Για το φαρμάκι που πολύ σύντομα θα την κεράσει. Αλλά, δε φταίει άλλος κανείς, από τον άκαρδο εκείνο άρχοντα, το δόλιο το χρόνο. Αυτός φταίει για όλα. Μια ώρα πάνω, μια ώρα κάτω, ίσως να ήταν αρκετή για να εμποδίσει το μοιραίο από το να συμβεί. Αλλά, δεν. Ξαφνικά, αρχίζει να γελά. Να γελά δυνατά, νευρικά, σχεδόν υστερικά, και να χλευάζει τον εαυτό του. Θυμήθηκε! Θυμήθηκε τα κούφια -όπως νόμιζε τότε- λόγια μιας γριάς μάντισσας, και πήρε να γελά. Εσύ θα σκοτώσεις άνθρωπο, του είχε πει πολύ σοβαρά. Κι εκείνος την κορόιδεψε. Κι εκείνος την έβρισε. Κι εκείνος τη δικαίωσε. Η αλήθεια, η ψεύτικη αλήθεια, είναι πώς ποτέ δεν πίστευε τον εαυτό του ικανό να κάνει τέτοιο, να φτάσει στο σημείο να σκοτώσει. Ένιωθε πολλές φορές την οργή να φουντώνει σαν πύρινη λαίλαπα μέσα του, μα πάντα κατάφερνε και τη συγκρατούσε. Ένιωθε το μίσος να θεριεύει στην ψυχή του, αλλά πάντα το δάμαζε. Πάντα, μέχρι τώρα. Μα δε φταίω εγώ, προσπαθεί με μια μάταιη απελπισία να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα. Δε φταίω εγώ. Ετούτη η σκύλα, η Ζωή, φταίει. Ετούτη φταίει. Τι σου ζήτησα μωρή; ρωτάει φωναχτά τη νεκρή που κείτεται δίπλα του ζαρωμένη, και λες και περιμένει κάποια, μια οποιαδήποτε απάντηση. Τι σου ζήτησα; την ξαναρωτάει επιτακτικά, αλλά εκείνη επιμένοντας να παραμένει αλλοκοσμικά ασάλευτη, δεν του απαντάει. Τι της ζήτησε; Να κρατήσει τους τύπους. Αυτό μονάχα. Γιατί έχουμε ένα πρόσωπο στην κοινωνία. Για κανένα άλλο λόγο. Να κρατήσει τους τύπους μέχρι να χωρίσουνε. Εκείνη, η άθλια η ψεύτρα, του υποσχέθηκε πώς θα το κάνει. Και την πίστεψε. Την πίστεψε, μα τον πρόδωσε. Τον πρόδωσε ασύστολα, εγκληματικά, αφού δεν πάει και πολλή ώρα από τη στιγμή που επέστρεψε ξαφνικά στο σπίτι για να τη βρει στο κρεβάτι μ’ ένα γείτονα. Εκείνο τον πέταξε έξω -έτσι ακριβώς όπως ήταν, γυμνό- με τις κλωτσιές στο δρόμο, κι εκείνη τη στραγγάλισε. Έτσι απλά. Τη στραγγάλισε. Κι ύστερα κάθισε χάμω, ακούμπησε στον τοίχο και βυθίστηκε στις σκέψεις και τα γιατί του. Κι ύστερα θύμωσε, κι ύστερα γαλήνεψε, κι ύστερα γέλασε και τέλος θρήνησε για το μέλλον που τόσο πολύ λαχταρούσε, μα που θα ’χανε. Έκλαψε πικρά για τις συγκινήσεις που δε θα ζούσε. Και τώρα... Τώρα βαδίζει με αργά, αλλά αποφασιστικά βήματα, προς το αστυνομικό τμήμα, έχοντας ψηλά το κεφάλι, με μια ιερόσυλη, θα έλεγε κανείς, περηφάνια. Θα πάει να παραδοθεί στην αστυνομία και θα πει την αλήθεια. Σκότωσα τη γυναίκα μου, τη σκύλα, τη Ζωή. Αυτό θα τους πει. Και θα πληρώσει αγόγγυστα το ακριβό το τίμημα για την κακιά την ώρα, που κάποτε του είπανε πως ήτανε να ’ρθει, μα που αυτός ποτέ δεν την περίμενε.

Σάββατο, 7 Φεβρουαρίου 2009

Φωτο-Σάββατο στη Ζιμπάμπουε

Στη Λίμνη Κιβού
Ο περιπατητής
Ματωμένο ηλιοβασίλεμα
Αρχαίες τοιχογραφίες των Άνθρωπων των Θάμνων
Εκκλησιά στο κέντρο της Χαράρε
Στην πλατεία Ανεξαρτησίας στη Χαράρε

Παρασκευή, 6 Φεβρουαρίου 2009

Με χιούμορ κι επί τόπου

Για ένα χαμογελαστό απόγευμα Παρασκευής

Ο μόνος τρόπος για να ξεφορτωθείτε ένα πειρασμό είναι να υποκύψετε σ’ αυτόν.

Όσκαρ Ουάιλντ

Δυο πράγματα δεν έχουν τέλος: Το σύμπαν και η ανθρώπινη βλακεία, αν και δεν είμαι σίγουρος για το πρώτο.

Άλμπερτ Άινσταϊν

Η φιλία είναι σαν το χρήμα, εύκολα βρίσκεται, δύσκολα κρατά.

Σάμουελ Μπάτλερ

Αγάπη: Η προσωρινή παράνοια που γιατρεύεται με το γάμο!

Άμπρος Μπίερς

Αν κάποιος κλέψει τη γυναίκα σου δεν υπάρχει καλύτερη εκδίκηση από το… να τον αφήσεις να την κρατήσει.

Σάσια Γκίλτρι

Ευτυχία: Να ’σαι με την τέλεια γυναίκα.
Δυστυχία: Τέτοια γυναίκα δεν υπάρχει!

Άσημος

Η πραγματικότητα είναι μια παραίσθηση που οφείλεται στην έλλειψη αλκοόλ.

Όσκαρ Ουάιλντ

Τα καλύτερα πράγματα στον κόσμο είναι ανήθικα, παράνομα ή βαριά φορολογημένα.

Όσκαρ Ουάιλντ

Μάθαινε από τα λάθη των άλλων… δε θα ζήσεις αρκετά για να τα κάνεις όλα.

Ανώνυμος

Ποτέ μην αναβάλλεις για αύριο, ό,τι μπορείς να κάνεις μεθαύριο!

Μαρκ Τουέιν

Διγαμία σημαίνει να έχεις μια γυναίκα περισσότερη. Μονογαμία το ίδιο.

Όσκαρ Ουάιλντ

Η συμβουλή μου είναι παντρέψου: Αν βρεις μια καλή σύζυγο θα ’σαι ευτυχισμένος. Αν όχι, θα γίνεις φιλόσοφος.

Σωκράτης

Ένας άντρας δεν είναι ολοκληρωμένος μέχρι να παντρευτεί. Τότε είναι τελειωμένος!

Τσα Τσα Γκαμπόρ

- Θέλω να σου χαρίσω τον εαυτό μου.
- Συγνώμη, δε δέχομαι φτηνά δώρα.

Ανώνυμος

- Αν σ’ έβλεπα γυμνή θα πέθαινα ευτυχισμένος.
- Αν σ’ έβλεπα γυμνό θα πέθαινα απ’ τα γέλια.

Ανώνυμος

Πρώτα ο θεός έφτιαξε τους ηλίθιους. Εκείνο το έκανε για εξάσκηση. Μετά έφτιαξε τα σχολικά συμβούλια!

Μαρκ Τουέιν

Οι κύκνοι τραγουδούν πριν πεθάνουν, και δε θάταν άσχημο πράγμα αν ορισμένα άτομα πέθαιναν πριν να τραγουδήσουν.

Κόλριτζ

Δεν είσαι ποτέ πολύ μεγάλος για να μάθεις κάτι βλακώδες.

Ανώνυμος

Η πλειοψηφία των συζύγων μου θυμίζει ουραγκοτάγκο που προσπαθεί να παίξει βιολί.

Μπαλζάκ

Για να έχετε καλή φήμη, να δίνετε δημόσια και να κλέβετε κρυφά.

Χένρι Σο

Μπορείς να πάρεις περισσότερα με μια καλή κουβέντα κι ένα όπλο, παρά με μια καλή κουβέντα μονάχα.

Αλ Καπόνε

Τα μυστικά της ζωής είναι η ειλικρίνεια και η τιμιότητα. Αν μπορέσεις να τα πλαστογραφήσεις αυτά θα πιάσεις την καλή.

Γκρούτσο Μαρξ


Πέμπτη, 5 Φεβρουαρίου 2009

Τα Ναι σου και τα Όχι μου

Ένα κείμενο παλιό και πάλι, που μία όχι ασήμαντη αφορμή με έκανε σήμερα να θυμηθώ.

Είδα μια φωτογραφία παλιά που βγάλαμε μαζί
Και θυμήθηκα.
Θυμήθηκα μια νύχτα αθόρυβη σε κήπο ανοιξιάτικο
Και μας
Να καθόμαστε αγκαλιά σ’ ένα παγκάκι ξύλινο
Στο πέρασμα του χρόνου φθαρμένο.
Θυμήθηκα του κορμιού σου το ρίγος
Των ματιών σου τη φλόγα που φώναζε Ναι,
Το Όχι το δικό μου.
«Σε ποθώ μα δε σε θέλω!» σου είπα,
Και με κοίταξες απορημένη.
«Είσαι παράξενος άνθρωπος,» δήλωσες
Προτού κρυφτείς και πάλι στης αγκαλιάς μου την ασφάλεια.
Παράξενος άνθρωπος!
Ναι, ήμουν,
Στα μάτια τα δικά σου
Αφού ποτέ σου δεν κατάλαβες...
Δεν κατάλαβες ότι τότε ήσουν τα πάντα για μένα...
Ήσουν τα πάντα για μένα,
Γι’ αυτό απομακρυνόμουν.
Έφευγα μα ήμουν πάντα εκεί,
Βλέποντας κι αποφεύγοντας το βούρκο στο οποίο κολυμπούσες,
Δίνοντάς σου ένα χέρι βοήθειας κάθε φορά που το ’χες ανάγκη,
Και λέγοντας ξανά και ξανά Όχι,
Σ’ αυτά που επιθυμούσες.
Ήμασταν τόσο ίδιοι, καλή μου, τόσο διαφορετικοί.
Εγώ αγαπούσα τη ζωή,
Εσύ αγαπούσες να τη βλέπεις να φεύγει...


Τετάρτη, 4 Φεβρουαρίου 2009

Για την Αγάπη

Σήμερα είπα να το κάνω της Αγάπης το μπλογκ, έτσι ανεβάζω καμπόσες ατάκες από μια συλλογή που κυκλοφόρησε στην Κύπρο πριν καμιά δεκαριά χρόνια.
Η αγάπη είναι η ομορφιά της ψυχής.

Αυγουστίνος

Δεν είσαι συ ποτιστικό
νερό, που τ’ αγοράζουν
για να ποτίσουν τις σπορές
πλούσιο καρπό να δώσουν.
Σα μια αγιάτρευτη πληγή
σε νιώθω εντός μου, αγάπη
που μελωδικά αιμορραγείς…

Κορνάτο Νάλε Ρόξλο

Η αγάπη είναι τα πάντα. Είναι το κλειδί της ζωής, και οι επιρροές της είναι αυτές που κάνουν τον κόσμο να γυρίζει.

Ραλφ Ουάλντο Έμερσον

Όταν κανείς αγαπά μια γυναίκα, είναι γι’ αυτόν η καλύτερη πάνω στη γη.

Λέων Τολστόι

Μια και τον αγαπώ πρέπει να θυσιάσω τα πάντα για να του το αποδείξω.

Ντοστογιέφσκι

Θρησκεία της ανθρωπότητας είναι η αγάπη.

Αθηναγόρας

Είναι αδύνατον ν’ αγαπάς και νάσαι σοφός.

Φράνσις Μπέικον

Θες ν’ αγαπήθείς; - Τότε μην αφήσεις την καρδιά σου να παρεκκλίνει από το μονοπάτι της! Παρέμεινε αυτός που είσαι τώρα. Μην είσαι τίποτα που δεν είσαι.

Έντγκαρ Άλαν Πόε

Όταν κανείς δε σ’ αγαπά είναι περιττό να ζεις σ’ αυτόν τον κόσμο.

Μαξίμ Γκόρκι

Με την αγάπη μου βρίσκομαι ήδη δίπλα σου. Η αγάπη μου φτερουγίζει κι έρχεται σε σένα πριν να φτάσει το σώμα μου. Όταν είμαι μακριά σου μοιάζω με πουλί ταριχευμένο. Εσύ κρατάς στα χέρια σου τα σπλάχνα την καρδιά και τις σκέψεις μου.

Λεονόρα Κάρινγκτον

Κάθε μέρα σε αγαπώ περισσότερο. Σήμερα περισσότερο από χθες, λιγότερο από αύριο.

Ρόζεμουντ Γκέραρντ

Ο χειρότερος πόνος είναι ν’ αγαπάς μάταια.

Αβραάμ Κρόλεϊ

Πως σε λαχτάρησε η χαρά μου
κι η θλίψη μου, κι η μοναξιά μου…

Σιγή του ονείρου βασιλεύει
καθώς η Αγάπη με χαϊδεύει…

Μαρία Φάλαγγα

Δεν είναι να υπάρχεις. Δεν είναι ν’ αγαπάς. Είναι να υπάρχεις και να αγαπάς!

Ανώνυμος

Είμαι μέσα στην αγάπη και η αγάπη μέσα σε μένα.

Μάικλ Ντρέιτον

Το μίσος παραλύει τη ζωή. - Η αγάπη την απελευθερώνει. Το μίσος προκαλεί σύγχυση στη ζωή. - Η αγάπη φέρνει αρμονία. Το μίσος ρίχνει σκοτάδι στη ζωή. - Η αγάπη φως!

Μάρτιν Λούθερ Κινγκ

Μια καρδιά που αγαπά είναι η πιο αληθινή σοφία.

Τσαρλς Ντίκενς

Το ν’ αγαπάς κάποιον είναι σα να βλέπεις το πρόσωπο του θεού.

Β. Ουγκό

Η αγάπη είναι ανώτερη από τη ζωή. Η αγάπη είναι το στεφάνι της ζωής.

Ντοστογιέφκσι

Τρίτη, 3 Φεβρουαρίου 2009

Στην Κύπρο τα Αιωνόβια Δέντρα γοργοπεθαίνουν...

...Και όχι μόνο αυτά. Η είδηση απ' το χθεσινό φύλλο της κυπριακής εφημερίδας Πολίτης:

Σβήνουν ελέω των φθορών που επιφέρει ο χρόνος και της ανθρώπινης αδιαφορίας τέσσερα αιωνόβια δέντρα στις κοινότητες Αυδήμου και Κισσούσα, της επαρχίας Λεμεσού


Πολίτες με περιβαλλοντική συνείδηση καταβάλλουν προσπάθειες για την προστασία αιωνόβιων δέντρων και την κήρυξή τους σε μνημεία της φύσης. Απηύθυναν ήδη εκκλήσεις προς το Τμήμα Δασών, χωρίς όμως μέχρι στιγμής χειροπιαστά αποτελέσματα.
Πρόσφατα, ο βουλευτής του Κινήματος Οικολόγων Περιβαλλοντιστών Γιώργος Περδίκης, κοινοποίησε επιστολή στο Τμήμα Δασών για να γίνει γνωστή η τύχη των αιωνόβιων δεντρών.
Στο επίκεντρο των προσπαθειών βρίσκεται ένας τρέμιθος - γίγαντας στην Κισσούσα των Κρασοχωριών, με ηλικία που ξεπερνά τα 600 έτη και ο οποίος βρίσκεται στην είσοδο του χωριού, πλάι από την εκκλησία των Αγίων Σέργιου και Βάκχου. Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος του, αρκεί να αναφέρουμε ότι η περίμετρος του φτάνει τα 4.32 μέτρα, το ύψος του ξεπερνά τα δέκα μέτρα και αποτελεί σημείο αναφοράς, αντιληπτό ακόμη και από το google earth.
Όπως υποδεικνύει ο Μιχάλης Ονησιφόρου, το αιωνόβιο δέντρο χρίζει άμεσης φροντίδας για να μην καταρρεύσει. Όσες προσπάθειες όμως έχει καταβάλλει μέχρι στιγμής η κοινοτάρχης του χωριού Μαρούλα Σολομωνίδου, δεν απέδωσαν αποτέλεσμα.

Άλλα τρία στην Αυδήμου

Στην Αυδήμου ακόμη τρία αιωνόβια δέντρα περιμένουν προστασία από το κράτος. Πρόκειται για μια τεράστια ελιά, με περίμετρο 8.70 μέτρα και ακόμη δύο δέντρα γίγαντες που ανήκουν στο είδος prosopis chilensis και τα οποία εισήχθησαν στην Κύπρο από τους Άγγλους, πριν 80 περίπου χρόνια. Πρόκειται για ένα θηλυκό και για ένα αρσενικό δέντρο, τα οποία βρίσκονται το ένα δίπλα στο άλλο και έχουν περίμετρο που ξεπερνά τα τρία μέτρα. Είναι ένα είδος που σπάνια συναντάται στην Κύπρο και φύεται κυρίως στη Χιλή. Τα δέντρα κινδυνεύουν να καταρρεύσουν, ενώ ήδη σε σημεία που έχουν γίνει επεμβάσεις εκκρίνουν υγρά και έχουν πάρει επικίνδυνη κλίση.

Η απάντηση

Στην απαντητική του επιστολή, το Τμήμα Δασών αναφέρει προς τον Γιώργο Περδίκη ότι είναι εις γνώσιν του η ύπαρξη των τεσσάρων δέντρων και πως για τα δύο από αυτά ήδη έχουν σταλεί επιστολές στο Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως για την προώθηση της έκδοσης διατάγματος προστασίας. Πρόκειται για τον "τρέμιθο" στην Κισσούσα και την ελιά στην Αυδήμου. Στη διαδικασία όμως αυτή παρατηρείται μεγάλη κωλυσιεργία, αφού η μεν πρόταση για τον τρέμιθο εκκρεμεί εδώ και τρία χρόνια, ενώ για την ελιά της Αυδήμου μόλις πρόσφατα έχει κατατεθεί.
Όσον αφορά τα άλλά δύο δέντρα, το μέλλον δεν προδιαγράφεται ευοίωνο, αφού στο παρελθόν το Τμήμα Δασών έχει απορρίψει εισήγηση πολίτη για την κήρυξή τους σε διατηρητέα, με τη δικαιολογία ότι πρόκειται για ξενικά είδη και θεωρείται ότι πληρούν τα κριτήρια για να κηρυχθούν διατηρητέα. Όμως, όπως διευκρινίζει, επειδή δεν παύουν να είναι αξιόλογα, θα εξεταστεί η δυνατότητα συντήρησής τους, την οποία, όπως παραδέχεται το Τμήμα Δασών, χρειάζονται επειγόντως.

Ο Μιχάλης Ονησιφόρου είναι φίλος από τα παλιά και έχει αναλάβει μια μοναχική εκστρατεία για διάσωση όχι μόνο των αιωνόβιων δέντρων, αλλά των δέντρων και της φύσης γενικά. Για να μάθετε τι πράγματα και θαύματα συμβαίνουν στο όνομα της ανάπτυξης στη Νήσο των Αγ(ρ)ίων, επισκεφτείτε την ιστοσελίδα του...
Το σκίτσο είναι του Στάθη από την Ελευθεροτυπία

Δευτέρα, 2 Φεβρουαρίου 2009

Της ψυχής μονόλογος

Δεν θυμάμαι αν τον έχω ανέβασει εδώ ξανά αυτόν τον γραμμένο πριν από εφτά χρόνια μικρό μονόλογο, αλλά όταν τον βρήκα τυχαία στ' αρχείο μου πριν λίγο, δεν αντιστάθηκα καθόλου στον πειρασμό να τον αναρτήσω.
Κάθομαι εδώ μοναχός
με φίλο και παρηγοριά μου το ποτό
και κοιτώ ένα νυχτερινό ουρανό
χωρίς αστέρια.
Μαζί με σένα απ’ τη ζωή μου
χάθηκαν κι αυτά
όπως και κάθε τι το όμορφο
αφού ο ομορφιά συνδέθηκε στην ψυχή μου
με την παρουσία σου
μια ψυχή που έχει μείνει λειψή.
Νόμιζα ότι αυτή τη φορά δε
θα με άγγιζε ο πόνος
αλλά έπεσα τόσο έξω.
Τώρα παραδέρνω σα βαρκούλα
σε φουρτουνιασμένη θάλασσα.
Εσύ ήσουν και είσαι το λιμάνι μου
το μόνο που δεν είσαι πια εδώ
και νιώθω να γίνομαι θλιβερός ναυαγός
στ’ αχνάρια της θύμησής σου.
Προσπαθώ να αδειάσω το κεφάλι μου
από κάθε σκέψη αλλά
εσύ τριγυρίζεις κει μέσα σαν ένας στρόβιλος
στρόβιλος που παρασύρει τα πάντα
στο πέρασμά του και μ’ αφήνει κουρέλι.
Κι εγώ, ο πάντα χαμογελαστός
και αισιόδοξος, έχω τώρα αφεθεί
σε μια ανείπωτη θλίψη.
Νιώθω σαν ένας ζωντανός νεκρός
που ψάχνει ένα ψίχουλο ζωής
για να τολμήσει να δει ξανά
τον κόσμο αυτό κατάμματα.
Για μια ακόμη φορά δεν ζω
απλά επιβιώνω περιμένοντας εκείνη την ώρα
αν είναι να ’ρθει
που θα ’μαστε και πάλι μαζί
δυο ψυχές σε ένα ονειρόκοσμο.
Δεν ξέρω τι έφταιξε
δεν ξέρω αν έφταιξα σε κάτι
αλλά, εκείνο που ξέρω είναι ότι
είσαι η ψυχούλα μου και χωρίς
εσένα τα χρώματα χάνονται οι μουσικές
σταματούν και τα λόγια χάνουν
το νόημά τους.
Ετούτος ο πόνος που μου κεντά τώρα
τις αισθήσεις το δάκρυ που δε λέει
να τρέξει αλλά που κάποτε θα γίνει χείμμαρος
και θα με πνίξει, να, ετούτα δω μου λένε
ότι είμαι άνθρωπος και αγαπώ
και σαν άνθρωπος πονώ
μου λένε να μην το βάλω κάτω
να χαμογελάσω και πάλι…
Τα χαμόγελά μου όμως ήταν όλα για σένα
ήσουνα ο λόγος που υπήρχα
που ανέπνεα που δημιουργούσα.
Τώρα ο κόσμος σα να ’χει πια σταματήσει
για με να γυρίζει κι η έμπνευση χάθηκε.
Δε θέλω να γράφω αν δεν είσαι η μούσα μου
δε θέλω να ακούω μουσικές αν δεν τις ακούς μαζί μου
δε θέλω να χαμογελώ αν δεν είναι για σένα
δε θέλω να ονειρεύομαι αν δεν είμαι δίπλα σου
δε θέλω να αντικρύζω την ομορφιά μονάχος μου
δε θέλω…
Εκείνο που θέλω είναι να γίνουμε και πάλι ένα
όπως πάντοτε ήμασταν χωρίς
καν να γνωριζόμαστε
θέλω να πραγματοποιήσουμε μαζί τα όνειρά μας
να γίνουμε ο ένας το δεύτερο φτερό του αλλουνού
και να πετάξουμε στους ουρανούς της
ομορφιάς που μόνο εμείς ξέρουμε
να δούμε τον ήλιο κατάμματα και αψηφόντας
κάθε εμπόδιο να ανυψωθούμε πέρα
από το νοητό τούτο κόσμο που μόνο
σαν Ανόητος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί
να χαραξούμε το σημάδι μας στην άμμο
του χρόνου να ζήσουμε την κάθε μέρα
σαν να ’ναι η τελευταία.
Δεν έχω ιδέα τι πρόκειται να συμβεί
στο μέλλον, εκείνο που ξέρω όμως είναι
ότι στο μέλλον που αρχίζει τούτη δα τη στιγμή
θέλω να ’μαι μαζί σου για να
μοιραστούμε κάθε λύπη και χαρά
για να ανακαλύψουμε την απόλυτη ουσία
της κοινής μας ψυχής…
Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Κυριακή, 1 Φεβρουαρίου 2009

Το Τέλος

Η καθιερωμένη της Κυριακής Εγκληματικά Ασύστολη ιστορία:

Κάθεται δίπλα του -ήσυχα, σιωπηλά- στο κρεβάτι και τον κοιτά, λίγο τρυφερά λίγο σκεφτικά, πολύ λυπημένα, καθώς κοιμάται, τον άντρα της. Αυτόν, δηλαδή, που ήταν ο άντρας της για τα τελευταία τρία όμορφα και άσχημα χρόνια. Όταν τον πρωτογνώρισε η Αλεξία ένιωσε για κάποιο αδιευκρίνιστο λόγο σίγουρη ότι ο Πέτρος ήταν, ή τουλάχιστον θα γινόταν, ο άντρας της ζωής της, ότι μ’ αυτόν θα έφτιαχνε κάποτε, πολύ σύντομα, μια μεγάλη οικογένεια, πώς μαζί του θα ξόδευε πολλά χρόνια υπέροχα και θα γερνούσε. Ο χρόνος, ωστόσο, ο μέγας κατεργάρης, ήρθε για να της διαλύσει τ’ όνειρο, για να την ξυπνήσει στη σκληρή πραγματικότητα, να τη λυτρώσει απ’ τις μάταιες ψευδαισθήσεις. Πώς γελάστηκε έτσι; Πώς πιάστηκε τόσο κορόιδο; Πώς και δεν μπόρεσε να τον διαβάσει από την αρχή, να καταλάβει ποιος πραγματικά είναι;
Ήσουν ηλίθια, μικρή! κακίζει τον σπαραγμένο της εαυτό και χαμογελά πλατιά ειρωνικά για να ρίξει λίγο φως στο δόλια θλίψη της. Και τώρα τι; Τι θα κάνει; Ξέρει... Ξέρει πολύ καλά τι πρέπει να κάνει. Τώρα όλα θα τελειώσουν. Κάλλιο αργά παρά αργότερα, όλα πρέπει να τελειώσουν. Πριν λίγο έκαναν έρωτα -αν μπορούσε ν’ αποκαλέσει κανείς έρωτα αυτό που συνέβηκε- πριν λίγο τα κορμιά τους ενώθηκαν βίαια για στερνή φορά. Το τέλος, το οριστικό, απέχει πια μια μονάχα ανάσα.
Κι όμως, κάπου βαθιά μέσα της τον αγαπά ακόμη τον Πέτρο, αυτό τον άντρα που της πλήγωσε τόσο πολύ το νιο σώμα, που της χαράκωσε τόσο βαθιά την ευαίσθητη ψυχή. Τον αγαπά για όλα εκείνα που της χάρισε τις πρώτες μέρες του έρωτά τους, του χρωστά το ξύπνημα του κορμιού της, την εισαγωγή του σ’ ένα νέο υπέροχο κόσμο, γιομάτο αισθήσεις και παραβατικότητα. Τον αγαπά, αλλά πρέπει να τον αποχωριστεί. Τον αγαπά αλλά δεν πρέπει να τον ξαναδεί. Δεν αντέχει πια άλλο πόνο, δεν αντέχει άλλο δάκρυ κι αγωνία, δεν αντέχει μέσα στην τραχιά του αγκαλιά άλλη μοναξιά.
Θα μου λείψεις, αγάπη μου! του ψιθυρίζει απαλά και απλώνει με μια ανήσυχη κίνηση το αριστερό της χέρι για να του χαϊδέψει τα μαλλιά. Θα μου λείψεις, αλλά πρέπει να φύγω...
Θυμάται για λίγο τα παλιά, τότε που τον γνώρισε. Θυμάται πόσο καλός ήταν με τα λόγια ο Πέτρος, πώς την έριξε μόνο μιλώντας, πώς την ανέβασε ξανά και ξανά στους εφτά ουρανούς μέσα από λέξεις κάλπικες, μα τόσο ωραίες, που της χάιδευαν τ’ αυτιά, που της έκλειναν τα μάτια. Θυμάται ακόμη την πρώτη εκείνη φορά που τα κορμιά τους πήραν να γνωρίζουν το ένα το άλλο στο κρεβάτι, την αψεγάδιαστη γλύκα του έρωτά τους. Θυμάται όλες εκείνες τις μικρές και μεγάλες στιγμές που χρωμάτιζαν άλλοτε την κοινή τους ζωή.
Γιατί τ’ άφησες όλ’ αυτά να χαθούν; τον ρωτά δειλά, σιωπηλά. Τι σ’ έκανε ν’ αλλάξεις τόσο και να μου κάνεις τη ζωή μαρτύριο; Μα, άλλαξε στ’ αλήθεια; Για τούτο δα δεν είναι καθόλου σίγουρη. Μάλλον πάντοτε έτσι ήταν, ένα άθλιο κάθαρμα, ένα τομάρι, ο αγαπημένος της, απλά αυτή δεν το έβλεπε. Ήταν ένα κάθαρμα που κάθε τόσο την χτυπούσε άγρια, που συχνά πυκνά την έπαιρνε με τη βία, που την απειλούσε κάθε ώρα και στιγμή, κάθε που την έβλεπε, πώς αν τολμούσε να τον παρατήσει θα τη σκότωνε – έτσι απλά, θα τη σκότωνε. Ναι, ήταν ικανός να το κάνει, δεν είχε καμία αμφιβολία γι’ αυτό η Αλεξία, έτσι δεν τον εγκατέλειψε, έμεινε μαζί του πονώντας, έμεινε μαζί του όσο μπορούσε, σαν ένα άψυχο αντικείμενο, σαν κάποιο ανθρώπινο κουρέλι. Αλλά... Αλλά, τώρα πια έφτασε στα όριά της και τα ξεπέρασε. Ράγισε. Έπρεπε να βάλει ένα τέλος, σε όλα, εδώ και τώρα – προτού δειλιάσει, προτού αλλάξει για μια ακόμη φορά γνώμη και μείνει κλεισμένη, φυλακισμένη, στα κάτεργα που της έκτισε κάποια μέρα απόμακρη και θολή, σαν ανάμνηση σκουριασμένη, ο έρωτας.
Αχ, ρε Πέτρο. Αχ... Αναστενάζει βαθιά, με παραίτηση. Την πήρε πια την απόφασή της, αυτή τη φορά δε θα κάνει πίσω. Δεν μπορεί να κάνει πίσω. Πρέπει να ζήσω, σκέφτεται. Τον παρατηρεί φευγαλέα. Τα μαύρα του μαλλιά, τα καλοξυρισμένα μάγουλα, τα κλειστά του μάτια που τον ταξιδεύουν σε κάποιους μακρινούς κόσμους ονειρικούς ή και στο πουθενά. Αφουγκράζεται την ανάσα του. Σκύβει και τον φιλά ανάλαφρα στο μέτωπο. Σηκώνεται απ’ το κρεβάτι και ντύνεται με μια νωχελική αποφασιστικότητα. Μαζεύει όπως όπως τα πράγματά της και τα χώνει σε μια μεγάλη τσάντα. Κοιτάζεται στον καθρέφτη. Μια ανομολόγητη πίκρα σκιάζει τα μάτια και τα χείλη της, το πρόσωπό της μοιάζει σχεδόν άχρωμο, παγωμένο. Ωστόσο είναι όμορφη. Ναι, είναι όμορφη και νέα πολύ. Μπορεί να σβήσει με μια μονοκοντυλιά το παρελθόν, μπορεί να αγκαλιάσει και πάλι τη ζωή, να γνωρίσει ίσως την ευτυχία. Προσπαθεί να χαμογελάσει μια σταλιά, να δώσει στον εαυτό της κουράγιο, αλλά αυτό δε συμβαίνει. Σφίγγει τα δόντια. Σφίγγει τις γροθιές. Επιβάλλεται στον εαυτό της. Πλησιάζει ξανά στο κρεβάτι κι αρχίζει να ψάχνει τα ρούχα του που είναι πεταμένα στο πάτωμα. Βγάζει από τη θήκη το υπηρεσιακό του ρεβόλβερ και το οπλίζει απαλά, όσο πιο αθόρυβα μπορεί. Κοντοστέκεται αναποφάσιστη, σκεφτική, αλλά όχι για πολύ. Ακουμπά απαλά το όπλο στον κρόταφό του και τον πυροβολεί. Ο ήχος, τα αίματα, την τρομάζουν, την πανικοβάλλουν για μια στιγμή, αλλά σύντομα συνέρχεται. Το τέλος! μονολογεί ανακουφισμένα και παίρνει να γελά, σχεδόν υστερικά. Και μετά, τον κοιτά για τελευταία φορά. Αν δεν ήταν το αίμα και το σπλάτερ σκηνικό θα νόμιζε κανείς πώς κοιμάται. Μα, όντως κοιμάται, για πάντα. Κρύβει το όπλο στην τσάντα και βγαίνει με βήματα αποφασιστικά έξω στο φως, στη ζωή, στον ήλιο που για τόσο καιρό λαχταρούσε, αλλά δεν μπορούσε ν’ αγκαλιάσει. Υπέροχη μέρα. Υπέροχη. Όλη η φύση μοιάζει να γιορτάζει. Στ’ αυτιά της φτάνει η ηχώ των λουσμένων στο ασήμι κυμάτων και το τραγούδι των γλάρων.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ