Τρίτη, 26 Μαΐου 2009

Κατά λάθος δολοφόνος

Και τώρα; Και τώρα τι θα κάνει; Αχ, η μοίρα, η κακιά η μοίρα, πώς του την έφερε έτσι; Και γιατί; Γιατί δεν του έδειξε τον πρέποντα σεβασμό; Τόσα χρόνια. Τόσα χρόνια ζει, τόσα χρόνια υπάρχει σε τούτη την πόλη, κι όμως ποτέ του δεν έβλαψε κανένα, ποτέ δεν έβαλε στο μυαλό του σκέψη κακιά. Κι όμως τώρα -ώ, τώρα- να που έγινε φονιάς. Δεν φταίει, αλλά και τι μ’ αυτό; Σκότωσε κάποιον και πρέπει να πληρώσει το τίμημα το βαρύ – σίγουρα βαρύ θα ’ναι, μα δεν έχει ιδέα τι.
Βρίσκεται στο δρόμο ετούτη την ώρα, λίγο προτού να ξημερώσει, έχει το πρόσωπο κρυμμένο πίσω απ’ τις παλάμες του και μοιάζει να κλαίει. Μάλλον θα κλαίει, κι ας μην διακρίνονται δάκρυα στα χρονοφαγωμένα του μάγουλα. Πολύ έζησες, πολύ, ψιθυρίζει στον εαυτό του, λες και οι λέξεις αυτές θα απαλύνουν τον πόνο του, λες και θα του χαρίσουν την εξιλέωση. Αλλά, καμιά παρηγοριά.
Ο άνεμος του φθινοπώρου φυσάει κρύος και απαλός προσπαθώντας να ξυπνήσει μέσα του, έστω φευγαλέα, τη χαρά της ζωής. Τα φύλλα, ξερά και πολύχρωμα, στήνουν γύρω του τρελό χορό, κι ένα ψιλόβροχο αρχίζει να πέφτει άηχα, ξεπλένοντάς του το γερασμένο κορμί. Τίποτα, ωστόσο, πέρα από τη θλίψη δεν μοιάζει να αγγίζει την ύπαρξή του.
Γιατί; Γιατί; Γιατί; Μαστιγώνει συνεχώς τον εαυτό του αλύπητα μ’ ετούτο το μονολεκτικό ερώτημα, αλλά απάντηση δεν περιμένει. Τίποτα, απολύτως τίποτα, δεν μπορεί να εξηγήσει αυτό που συνέβηκε, αφού όλες… αφού όλες οι πιθανότητες ήταν εναντίον. Αφού… αφού…
Αχχχ! Για όλα θα φταίει τελικά το πεπρωμένο για το οποίο τόσο συχνά μιλάνε οι άνθρωποι. Ναι, αυτό θα φταίει! Πώς άλλως βρέθηκε εκεί, εκείνη ακριβώς την ώρα, ετούτος ο άντρας, αν δεν του ήτανε γραφτό να πεθάνει; Ήρθε η ώρα του. Και τώρα… Και τώρα τι θα γίνω εγώ, αναρωτιέται. Μάλλον η ζωή του κι η καριέρα του θα φτάσουν στο τέλος τους. Κανείς δεν θέλει να βλέπει καθημερινά μπροστά του ένα δολοφόνο. Ή θέλει; Ίσως και να θέλει. Πολύ παράξενοι είναι οι άνθρωποι και παράλογη φαντάζει στα μάτια του πολλές φορές η λογική τους. Λες; Λες να του δώσουν τη συγχώρεση που τόσο έχει ανάγκη; Λες να του επιτρέψουν να συνεχίσει να ζει και να χαρίζει την ομορφιά και τις συγκινήσεις του στους κάτοικους αυτής της πόλης; Ω, ναι, μακάρι να γίνει αυτό. Αν γινόταν θα ήταν τέλεια. Όσο τέλεια, δηλαδή, μπορεί να μοιάζουν τα πράγματα μετά από ένα φόνο. Αλλά… Μην έχεις ψευδαισθήσεις βρε, κακίζει τον εαυτό του, το μέλλον σου είναι προκαθορισμένο και διόλου φωτεινό.
Νιώθει κάτι μέσα του να ραγίζει. Ολόκληρος νιώθει να ραγίζει. Θέλει να εκραγεί. Απλά να εκραγεί και να πάψει να υπάρχει. Μα δεν πιστεύει στα θαύματα και στις εύκολες λύσεις.
Παίρνει να ξημερώνει. Πόση ώρα πέρασε απ’ τη στιγμή που έγινε το κακό; Όχι πολλή. Ίσως λίγα λεπτά μόνο. Στ’ αυτιά του φτάνουν οι φωνές των ανθρώπων και οι σειρήνες απ’ τα περιπολικά. Σε λίγο θα φτάσει και το ασθενοφόρο για να πάρει τον νεκρό, το θύμα του. Τετέλεσται, θέλει να πει μα δεν του βγαίνουν οι λέξεις.
Γύρω του αρχίζει σιγά-σιγά να μαζεύεται κόσμος. Κοιτούν τη σκηνή με φανερή περιέργεια ετούτοι οι θανατολάγνοι, που όλως παραδόξως φοβούνται όλοι τους πολύ το θάνατο. Τους ακούει να ψιθυρίζουν μεταξύ τους, βλέπει μερικούς να κάνουν το σταυρό τους και κάποιους άλλους να προσπαθούν μετά βίας να συγκρατήσουν τα γέλια τους. Μα πού βρίσκουν το αστείο τέλος πάντων; Θέλει να τους βάλει τις φωνές, να τους βρίσει, μα δεν έχει φωνή. Έτσι συνεχίζει να κρύβει το πρόσωπό του πίσω από παλάμες κρύες και να θρηνεί μοναχός την πτώση του.
Νιώθει κάποιους να στέκονται από πάνω του και χέρια-μέγγενες να γραπώνουν το κορμί του. Ωραία ήταν, αντίο, ψιθυρίζει άηχα, αποχαιρετώντας μ’ αυτό τον τρόπο τη λίγο πληκτική αλλοτινή του ζωή. Ο δρόμος του πια θ’ ακολουθήσει μια πορεία διαφορετική.
Αλλά… Αλλά, δεν γίνεται αυτό που περιμένει. Μα γιατί; Γιατί; Πώς μπορούν να του δείξουν επιείκεια μετά από αυτό που έκανε; Πώς μπορούν να τον αφήσουν ατιμώρητο για το έγκλημά του. Δεν φταίει... Τι να φταίει;… Η κακιά η ώρα... Ποιος να το ’λεγε;… Εγώ το έλεγα αλλά κανείς δεν μ’ άκουγε… Σιγά τώρα… Λόγια παράξενα, λέξεις ακατάληπτες, μα που βγάζουν νόημα, φτάνουν στ’ αυτιά του από παντού -διάσπαρτες σαν κύματα- και του γεμίζουν το είναι με ελπίδες χαράς, ζωής προσδοκίες. Με συγχωρούν, λοιπόν, σκέφτεται με θαυμασμό και απορία, με συγχωρούν! Θέλει ν’ ανοίξει τις αγκάλες του πλατιά, ν’ αγκαλιάσει όλους τους ανθρώπους με αγάπη, μέσα τους να κλείσει όλο τον κόσμο, αλλά δεν μπορεί. Έτσι αρκείται στο να τους ευχαριστεί σιωπηλά για την κατανόησή τους, να υπόσχεται ότι θα συνεχίσει να τους δίνει την σιωπηλή του ομορφιά, που τώρα πια είναι σίγουρος ότι τους αξίζει.
Ένα ζευγάρι μάτια τον καρφώνει διερευνητικά, ένα σκληρό χέρι διατρέχει το δεξί δικό του κι ύστερα το κορμί του ολόκληρο, αναζητώντας λες τις πληγές του. Σε λίγο διατάζει τέσσερις άντρες να το σηκώσουν και να το κουβαλήσουν σ’ εκείνο το ημιφορτηγό, που περιμένει στην άκρη του δρόμου, με προσοχή περίσσια. Θα το μεταφέρει στο εργαστήριό του και θα το φροντίσει. Θα το κάνει σαν καινούριο ετούτο το άγαλμα-δολοφόνο, το ένα και μοναδικό στην ιστορία της πόλης του.

Σάββατο, 23 Μαΐου 2009

Οφθαλμόν αντί οφθαλμού

Είναι ξαπλωμένος στο κρεβάτι του, έχει κλειστά τα μάτια και χαμογελά στο σκοτάδι. Πικρά! Χαμογελά με παράπονο και μια παράξενη γαλήνη για της ζωής το αχ, για τους τροχούς της τύχης, που μοιάζουν να ορίζουν την πορεία μας απ’ την πρώτη ανάσα μας μέχρι και την τελευταία.
«Ποτέ δεν το περίμενα ότι θα έβρισκα μ’ αυτό τον τρόπο τον προορισμό μου, τον σκοπό στη ζωή, αλλά να που…»
Σκέφτεται αυτά που συνέβησαν, μελετά σιωπηλά τα γεγονότα που τον έφεραν μέχρι εκεί, αναλογίζεται το απρόοπτο, που τον έσωσε και τον καταδίκασε. Ένας άνθρωπος του πόνου ήταν πάντα, του πόνου, της αλήθειας και της δικαιοσύνης. Και ήταν ένας άνθρωπος σκληρός, μα καλόκαρδος, καλόκαρδος όσο δεν έπαιρνε. Τα λάθη του πολλά, τα σωστά του περισσότερα. Αλλά, ακόμη κι αυτά τα πρώτα σαν σωστά τα βλέπει τώρα πια, καθώς η οργή μέσα του καταλάγιασε, καθώς το άδικο αυτού του κόσμου πλέον δεν τον αγγίζει.
Όλα άρχισαν χρόνια πριν, όλα άρχισαν πριν μερικές βδομάδες. Όλα άρχισαν και τέλειωσαν χθες και θα ξαναρχίσουν και θα τελειώσουν αύριο. Ο χρόνος έχει χάσει τη σημασία του ή μάλλον οι λέξεις δεν μπορούν να την αποδώσουν. Η στιγμή, μόνο ετούτη η στιγμή μετράει – η ώρα του απολογισμού.
Μετανιώνει για κάτι; Ίσως θα έπρεπε, αλλά όχι, δεν μετανιώνει. Όλα έγιναν όπως έπρεπε να γίνουν, όπως ήταν γραμμένα σε κάποια βιβλία άγραφα. Δεν μπορούσαν να γίνουν αλλιώς. Σκέφτεται. Σκέφτεται κάθε μέρα και όλη νύχτα, κάθε ώρα και ανά πάσα στιγμή αυτό που έκανε, πονάει πολύ, αλλά δεν μετανοεί. Κι ας πληρώνει τώρα ακριβά το τίμημα. Κι ας το πληρώσει και μετά, αν υπάρχει επόμενη ζωή, μια κόλαση ή ένας παράδεισος. Είναι έτοιμος. Είναι έτοιμος να σταθεί με πείσμα κι ηρεμία μπρος στον ύστατο κριτή και να του πει: είμαι ένοχος, έκανα το σωστό.
«Κατάντησες βλάσφημος», κακίζει τρυφερά τον εαυτό του κι ας γνωρίζει πολύ καλά ότι αυτό δεν είναι αλήθεια. Ή ίσως και να είναι, αφού παρέβηκε τους νόμους, εκείνους των πιστεύω του, για να εφαρμόσει κάποιον άλλο νόμο, γραμμένο από τον ίδιο, αλλά σε μια πολύ πιο εκδικητική μορφή του θεό. Εφάρμοσε το οφθαλμόν αντί οφθαλμού, και θυσιάζοντας της ψυχής του τη σωτηρία απένειμε σκληρή δικαιοσύνη. Κι αυτό για ένα κορίτσι που καλά-καλά δεν ήξερε, για μια γυναίκα που δεν πρόλαβε να γνωρίσει. Τριγυρνά στις σκέψεις του, κάνει κατάληψη στα όνειρά του, εκείνη η μικρή. Εκείνη η μικρή που έγινε γυναίκα με τη βία, που γνώρισε τη σκοτεινή πλευρά της ζωής, πριν προλάβει να δει τα χρώματά της. Αλλά, τουλάχιστον, τώρα εκείνη είναι καλά. Τώρα άρχισε να ζει. Η νέα ζωή είναι το δώρο που της χάρισε, η κατάληξή του το τίμημα που έπρεπε να πληρώσει. Ένα πάρε-δώσε από όπου κανείς δεν βγήκε απόλυτα κερδισμένος, αφού οι πληγές είναι ακόμη νωπές, και για να γιατρευτούνε θα πρέπει να περάσουν ακόμη χρόνια πολλά, να χυθεί απ’ τις ψυχές τους κι άλλο αίμα.
«Αχ, κορίτσι μου», σκέφτεται κι αναστενάζει βαθιά, «σε έσωσα για να με σώσεις!» Ναι, αυτή είναι η αλήθεια. Η δικιά του απόλυτη αλήθεια. Το έγκλημά του, το φονικό, στάθηκε η σωτηρία του. Γαλήνεψε τους μέσα του δαίμονες, δάμασε την οργή του, τον έκανε ένα καλύτερο άνθρωπο, κι ας ήτανε η καλοσύνη κάτι που δεν του έλειψε ποτέ.
Η Κατερίνα. Το Κατερινάκι του. Η μαύρη νεράιδά του! Ήρθε κοντά του κτυπημένη άγρια απ’ τους ανθρώπους και τη μοίρα, λυγισμένη, καταματωμένη, κι αυτός ανέλαβε να την αναστήσει, να της δείξει το άλλο πρόσωπο του φεγγαριού, να την κάνει να πιστέψει στον εαυτό της και να τη βοηθήσει ν’ αγαπήσει τον κόσμο αυτό, το μόνο απτό μα τόσο ψεύτικο. Και τα κατάφερε. Κι ύστερα ήρθαν οι ανθρώπινα κτήνη να τη διεκδικήσουν ξανά. Ο πατριός της, ο βιαστής και δυνάστης της, ήρθε να τη ματώσει και πάλι. Κι αυτός τον σκότωσε. Σήκωσε μια μεγάλη πέτρα, τον κτύπησε με οργίλη δύναμη στο κεφάλι και απλά τον σκότωσε. Κι ύστερα έστειλε τη μικρή στο καλό. Της έδωσε την ευχή του και της είπε απλά να φύγει, αφού δεν ήθελε να μοιραστεί μαζί της το κρίμα του.
Από τότε βρίσκεται στη φυλακή. Από τότε βρήκε το σκοπό του στη ζωή. Άρχισε σιγά-σιγά να μεταμορφώνεται σε πατέρα για παιδιά ορφανά και παραστρατημένα, αδελφό για της κοινωνίας τους απόκληρους, εξομολογητή για όλους. Έως εκείνη τη στιγμή τα ράσα έκαναν τον παπά, αλλά τώρα πια ο παπάς κάνει τα ράσα. Ωστόσο ακόμη μισεί, μισεί εκείνους που μισούν, μα προσπαθεί όπως μπορεί να τους φέρει στον καλό το δρόμο. Η αγάπη, αυτή πιστεύει ότι είναι το μόνο γιατρικό σε όλα τα δεινά αυτού του κόσμου. Η αγάπη, αυτή λέει μπορεί να μας σώσει, ακόμη κι από τον εαυτό μας. Ο νόμος της αγάπης πρέπει να μας ορίζει, διακηρύττει με φωνή που βγαίνει σαν τραγούδι και σαν ύμνος απ’ τα χείλη του ξανά και ξανά αλλά, κάπου μέσα του βαθιά ακόμη πιστεύει πώς ο νόμος της εκδίκησης, κάποιες φορές, είναι ο μοναδικός που μπορεί να αποδώσει δικαιοσύνη. Μάχαιραν έδωκας, μάχαιραν θα λάβεις!

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Τρίτη, 19 Μαΐου 2009

Τα χρυσά κλουβιά του μέλλοντος

Ώρες –ώρες νιώθω ότι είναι ο φόβος
Που ορίζει την κάθε μας κίνηση.
Αυτός αποφασίζει για όλα.
Μας δείχνει ή μας κρύβει το δρόμο
Μας κλέβει στιγμές απ’ τη ζωή.
Τι κι αν;
Ρωτάμε ξανά και ξανά και
Αρνιόμαστε πεισματικά να πάρουμε ρίσκα
Αφού το άγνωστο πολύ μας τρομάζει.
Ωστόσο σ’ αυτό το άγνωστο ίσως να κρύβεται
-όχι ίσως, εκείνη είναι κρυμμένη-
Όλης της πλάσης η ουσία.
Μια ουσία που αδυνατούμε να συλλάβουμε
Θεόκλειστοι καθώς είμαστε μέσα στα χρυσά
Κλουβιά του ασφαλούς μας μέλλοντος.
Ένα βήμα, μία λέξη, μια αγκαλιά,
Αυτή είναι συνήθως η απόσταση που μας χωρίζει
Απ’ το αλλιώτικο, απ’ το καλύτερο που πάντα ζητούμε
(ένα βήμα που δεν κάνουμε, μια λέξη που δεν λέμε, μια αγκαλιά που δεν χαρίζουμε)
Μα που δεν μπορούμε να πλησιάσουμε
Αφού μας είναι αδύνατον να κόψουμε τα
Δεσμά της συνήθειας που μας καθηλώνουν.
Τι κι αν;
Επιμένουμε να ρωτάμε
Καθώς η ζωή
-σαν τον χρόνο-
Συνεχίζει να κυλά και να χάνεται.

Δευτέρα, 18 Μαΐου 2009

Κρισναμούρτι – Γράμματα σε μια νεαρή φίλη

Το να είσαι τίποτα σημαίνει ότι είσαι ελεύθερος από την ιδέα του να είσαι κάτι.

Είμαστε, οι περισσότεροι τουλάχιστον, πλάσματα της διάθεσης ή μιας ποικιλίας από διαθέσεις.

Να αντιλαμβάνεσαι χωρίς να βάζεις ταμπέλες.

Κατανοώ σημαίνει δεν καταδικάζω.

Η ελευθερία έρχεται όταν ο νους είναι μόνος.

Μην εξαρτιέσαι από κανέναν κι από τίποτα. Από εμπειρία ή ανάμνηση. Η εξάρτηση από το παρελθόν, όσο ευχάριστη κι αν είναι, το μόνο που κάνει είναι να κομματιάζει το παρόν.

Η ζωή και ο θάνατος είναι μια κίνηση, όχι δύο ξεχωριστές καταστάσεις. Το να ζεις σημαίνει να πεθαίνεις, να πεθαίνεις ως προς το καθετί και να ξαναγεννιέσαι κάθε μέρα.

Ο καιρός αντιπροσωπεύει τις διαθέσεις των ανθρώπων: πάνω κάτω, σκοτάδι και παροδικό φως. Είναι, ξέρεις, παράξενο πόσο πολύ θέλουμε ελευθερία, ενώ κάνουμε τα πάντα για να σκλαβώνουμε τους εαυτούς μας.

Η επιθυμία για ασφάλεια είναι αποτέλεσμα του φόβου.

Η ζωή είναι σαν μια κόψη ξυραφιού και πρέπει να περπατήσει κανείς πάνω σ’ αυτό το μονοπάτι με εξαιρετική προσοχή και ευέλικτη σοφία.

Η αγάπη είναι επικίνδυνο πράγμα. Φέρνει τη μόνη επανάσταση που δίνει απόλυτη ευτυχία.

Αγαπάμε βάζοντας όρους, κάνοντας την αγάπη ένα εμπορεύσιμο πράγμα.

Εκείνο που έχει σημασία είναι τι έχεις μέσα στην καρδιά σου.

Ν’ αγαπάς σημαίνει να έχεις επίγνωση της αιωνιότητας.

Οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν χάσει το αίσθημα της έκπληξης. Θεωρούν τα πάντα δεδομένα κι αυτή η αίσθηση της ασφάλειας καταστρέφει την ελευθερία και τις εκπλήξεις της αβεβαιότητας.

Χρειάζεται μεγάλη νοημοσύνη σ’ έναν άντρα και μια γυναίκα για να ξεχάσουν τους εαυτούς τους και να ζήσουν μαζί, χωρίς να παραδοθεί ο ένας στον άλλο.

Η ζωή είναι ένα τεράστιο ποτάμι που κυλάει.

Κρισναμούρτι – Γράμματα σε μια νεαρή φίλη. Μετάφραση: Νίκος Πιλάβιος. Εκδόσεις Καστανιώτη.

Παρασκευή, 15 Μαΐου 2009

Laki's Thailand

Εδώ μέσα γίναμε του... σλάιτ σώου!

Όπως και να'χει, το πιο πάνω το έφτιαξε η φίλη Άνα με φωτογραφίες που έβγαλα στο Πάι της Ταϊλάνδης και την ευχαριστώ πολύ

Δευτέρα, 11 Μαΐου 2009

Στα Ουράνια

Ένα σλάιτ σώου με φωτογραφίες που έβγαλα από την αυλή μου.

υ.γ. Από αύριο, σιγά-σιγά, θ' αρχίσω και πάλι να επισκέπτομαι τα όμορφά σας "σπιτικά"

Κυριακή, 10 Μαΐου 2009

‘Ερμαν Έσσε – Σκέψεις

...Εκείνοι ακριβώς που τρέμουν μπροστά στο καθετί που τους φαίνεται σαν μια τραγωδία καταστρέφονται από εκείνα τα πράγματα που δεν τράβηξαν ποτέ την προσοχή τους.

Αυτά που πραγματικά μας ανήκουν είναι εκείνα που δεν βλέπουμε και μόλις γνωρίζουμε.

Κανένας δεν ονειρεύεται τα πράγματα που δεν τον απασχολούν.

Ο νους μας είναι ικανός να πάει πέρα από τη διαχωριστική γραμμή που του έχουμε θέσει.

Η πραγματικότητα είναι η λάμψη της αστραπής που τρέμει φυλακισμένη σε κάθε πέτρα.

Εκτιμώ πολύ περισσότερο αυτόν που είναι έτοιμος να δοθεί ολόκληρος στα πιο αφελή ιδανικά στον κόσμο από αυτόν που μπορεί να μιλάει ευφυώς για σκοπούς και ιδανικά αλλά είναι ανίκανος να κάνει την παραμικρή θυσία για οποιοδήποτε απ’ αυτά τα ιδανικά.

Είναι εύκολο να υποτιμάει κανείς τον πόνο των άλλων. Είναι ακόμη πιο εύκολο το να υπερεκτιμάει την ευτυχία των άλλων.

Η αρχή όλης της τέχνης είναι η αγάπη. Η αξία και το πεδίο δράσης κάθε τέχνης αποφασίζεται από το πόση ικανότητα έχει ο καλλιτέχνης γι’ αγάπη.

Το ν’ αγκαλιάσει κανείς μια γυναίκα ή το να γράψει ένα ποίημα είναι ένα και το αυτό.

Το όνειρο είναι ένα άνοιγμα από το οποίο μπορείτε να δείτε μέσα στην ψυχή σας, και ό,τι περιέχει η ψυχή σας είναι ο κόσμος, τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο.

Μετάφραση: Νανά Ησαϊα. Εκδόσεις Νεφέλη 1997

Σάββατο, 9 Μαΐου 2009

Στα όρια της σιωπής

Πόσα πρόσωπα να έχει τάχατες η θλίψη;
Πόσες αλήθειες μπορούν να κρυφτούν στα στεγανά της σιωπής;
Πόσο μπορεί ο πόνος του ενός να μοιάζει με του άλλου;
Από τι τρέχουμε πάντα για να κρυφτούμε;
Και τι να προλάβουμε;
Πώς μπορεί να το δικό σου σωστό να μην είναι και δικό μου;
Γιατί έχουμε πάντα έτοιμες τις απαντήσεις
στις ερωτήσεις που κανείς ποτέ δεν μας έθεσε;
Είναι το σκοτάδι που φοβόμαστε πιότερο ή το φως;
(το φως που αναδεικνύει τους φόβους μας)
Πότε ήταν η τελευταία φορά που τολμήσαμε να
κοιτάξουμε τον εαυτό μας κατάματα;
Και πότε για στερνή φορά ομολογήσαμε κάποιο λάθος;
Οδηγηθήκαμε ποτέ στα όρια της σιωπής
ή
πάντοτε μέσα σε λέξεις περιττές αναζητούσαμε
τη χαμένη ουσία μας;