Παρασκευή, 21 Αυγούστου 2009

Η θυσία

Ακολουθεί η δεύτερη γραφή της ιστορίας "Η θυσία", την πρωτότυπη μορφή της οποίας μπορείτε να διαβάσετε δίπλα, στη στήλη με τα διηγήματά:

Του αρέσουν πολύ τα ταξίδια με τη μοτοσικλέτα, περισσότερο απ’ το καθετί. Αν δεν ήταν κι αυτά σίγουρα θα τρελαινόμουν, σκέφτεται, καθώς στέκεται στην κορυφή ενός βουνού και αγναντεύει με βλέμμα ανήσυχο και γαλήνιο ταυτόχρονα την πεδιάδα που απλώνεται σαν καρτ ποστάλ κάτω απ’ τα πόδια του, καθώς θαυμάζει με μάτια υγρά, βουρκωμένα, το ξεβαμμένο λες στο χρόνο γαλάζιο μιας απόμακρης θάλασσας στο βάθος του ορίζοντα. Ναι, αυτά τα ταξίδια εδώ και χρόνια πολλά ήταν η ζωή του, από τότε που συνέβηκε το μοιραίο, από τότε που… Τώρα πια όμως κι αυτά θα λάβουν τέλος, ένα τέλος οριστικό και αμετάκλητο…

«Είσαι σίγουρος ότι δεν υπάρχει άλλη λύση».
«Ναι, ρε συ. Το έψαξα. Τόσο καιρό το ψάχνω, αλλά τίποτα. Μόνο λόγια. Μόνο υποσχέσεις…».
«Καλά. Δε μου λες και κάτι καινούριο, αλλά έλπιζα…»
«Εγώ δεν ελπίζω τίποτα πια».
«Έλα τώρα, όλο και κάτι μπορεί να γίνει. Θα βοηθήσω κι εγώ όσο μπορώ».
«Σ’ ευχαριστώ, Μελίνα, σ’ ευχαριστώ καλή μου, αλλά ούτε κι εσύ μπορείς να κάνεις κάτι αυτή τη φορά. Τα λεφτά που απαιτούνται είναι πολλά. Δεν έχουμε και κάνα σπίτι να βάλουμε υποθήκη βλέπεις. Όπου φτωχός κι η μοίρα του, που λένε».
Χαμογελά. Πικρά. Κι εκείνη απλά κάθεται εκεί και τον κοιτάει. Δεν ξέρει με τι λόγια, με ποιο τρόπο θα μπορούσε να απαλύνει τον πόνο, πώς να σηκώσει το βάρος απ’ τους ώμους του. Είναι δυνατός, πάντα ήταν, αλλά απ’ ό,τι φαίνεται αυτό το τελευταίο χτύπημα της μοίρας του έκοψε τα πόδια, τον έκανε να χάσει οριστικά πια τη θέλησή του για ζωή. Αν… Αν του έλεγε τότε πόσο τον αγαπούσε; Αν δεν τον άφηνε να της φύγει; Αν… Θα ήταν αλλιώς τότε τα πράγματα; Μάλλον όχι. Ίσως να τον έσωζε την πρώτη φορά, αφού η ιστορία θα γραφόταν σίγουρα αλλιώς, αλλά αυτή τη δεύτερη... Τώρα θέλει να τον αγκαλιάσει, να τον φιλήσει γλυκά στο στόμα, όπως πάντα ονειρευόταν, όμως γι’ αυτό είναι πια αργά. Βρήκε κάποιον άλλον άντρα, τον αγάπησε, τον παντρεύτηκε, έχει και δύο μικρά παιδιά μαζί του, δεν μπορεί, δε θα μπορούσε ποτέ να τον απατήσει. Έτσι κι αλλιώς το σεξ τίποτα δε θ’ άλλαζε, θα ξεδιψούσε μοναχά τους δικούς της πόθους, αλλά σ’ εκείνον δε θα προσέφερε ποτέ αυτό που ζητούσε. Τελικά…
«Πάμε να πιούμε. Κερνάω εγώ», του λέει χαμογελώντας λυπημένα.
«Πάμε», απαντάει εκείνος.
Είναι καλοκαίρι. Η νύχτα υγρή και ζεστή, αλλά πού και πού ένα αεράκι φυσάει τη δροσιά του, χαρίζοντάς τους το δικό του χάδι. Κάθονται στην ταρατσούλα ενός παλιού μπαρ και παρατηρούν σχεδόν αμίλητοι τον κόσμο να περνάει κάτω απ’ τα πόδια τους και τους άλλους θαμώνες. Κι όμως, η ζωή συνεχίζεται, σκέφτεται εκείνος, και δεν προλαβαίνει να συγκρατήσει το δάκρυ προτού γλιστρήσει απ’ τα μάτια του. Το σκουπίζει αβίαστα. Φέρνει τα δάχτυλα στο στόμα και το γεύεται. Αυτή είναι η γεύση του θανάτου, αναρωτιέται. Νιώθει ένα χέρι να παίρνει απαλά το δικό του, ακούει τη φωνή της να του ψιθυρίζει στ’ αυτί, εγώ είμαι εδώ, και τα δάκρυα τρέχουν και πάλι. Λύγισε. Λύγισε πια για τα καλά.
Η Μελίνα του, η μελένια του, αφουγκράζεται τις μέσα του κραυγές, τις νιώθει να της διαπερνούν σώμα και ψυχή, να την κατακλύζουν και θυμάται. Θυμάται τότε που ήταν παιδιά. Τότε που τον πρωτογνώρισε. Η ευαισθησία του, εκείνο ήταν εκείνο το κάτι που την έκανε να τον προσέξει, κι η αγάπη του για τους άλλους. Ήτανε σκληρός στο σώμα, αλλά στα λόγια, στην πράξη όχι. Ποτέ του δε χαλούσε χατίρι σε κανένα. Ποτέ δεν μπλέχτηκε σε καυγάδες. Ποτέ δεν είπε λόγο κακό για κανένα. Με άγιο έμοιαζε. Μ’ ένα άγιο έφηβο, μα ποτέ οργισμένο. Μ’ ένα άγιο…
«Γιατί με κοιτάς έτσι;»
«Θυμόμουνα τα παλιά. Τότε που γνωριστήκαμε. Ο ίδιος είσαι, όπως και τότε. Εσύ δεν έχεις αλλάξει καθόλου».
«Άλλαξα, Μελίνα. Πώς δεν άλλαξα! Όλοι αλλάξαμε. Γίναμε λίγο πιο σοφοί, κάναμε περισσότερα λάθη, πάθαμε, αλλά δεν είμαι και τόσο σίγουρος ότι μάθαμε».
«Για την ψυχή σου μιλώ».
«Μαύρη είναι τώρα, ενώ τότε…»
«Η ίδια είναι, μοναχά ρούχα άλλαξε. Και τότε ήσουνα πρόθυμος να κάνεις θυσίες για τους άλλους, το ίδιο και τώρα. Εσένα η ζωή δε σ’ έκανε σκληρό, κυνικό σαν κι εμάς».
«Η ζωή με σκότωσε…»
«Κι όμως είσαι ακόμη εδώ!»
«Όχι για πολύ…»
Είδε τα μάτια της να βουρκώνουν κι αμέσως μετάνιωσε για τις τρεις αυτές λέξεις. Γιατί; Γιατί της το έκανε αυτό; Γιατί της φόρτωνε τον πόνο του;
«Συγγνώμη. Δεν ήθελα…»
Έβαλε το δείχτη του δεξιού της χεριού στα χείλη του, δεν τον άφησε να συνεχίσει. Δεν έπρεπε να απολογείται για τίποτα, δεν έκανε κάτι κακό. Άφησε τα δάκρυά της να κυλούν ελεύθερα στα μάγουλα, να της ποτίζουν με αλμύρα το μπλουζάκι, και κρύφτηκε στην αγκαλιά του. Έμεινε για λίγη ώρα εκεί ακούγοντας τους χτύπους της καρδιάς του να τυμπανίζουν μέσα της.
«Είσαι τρελή, το ξέρεις;» τη ρώτησε με το που σήκωσε το κεφάλι της.
«Όχι όσο θα ήθελα», απάντησε κοιτώντας τον βαθιά στα μάτια. «Όχι όσο θα ήθελα. Και τώρα μετανιώνω…»
«Για τι;»
«Για όλ’ αυτά που δεν έκανα!»
«Μα νόμιζα ότι ήσουν ευτυχισμένη».
«Είμαι. Αλλά όπως σου είπα και πιο πριν, όχι όσο θα ήθελα. Αν ήμουνα πιο τρελή, σε εισαγωγικά, θα ήμουνα και πιο ευτυχισμένη. Αλλά…»
«Ο Κώστας;»
«Μια χαρά είναι ο Κώστας. Καλός άνθρωπος, καλός σύζυγος, καλός πατέρας. Αλλά… Αλλά… Κάτι του λείπει, ή ίσως και κάτι να λείπει σε μένα. Κάτι που δεν μπορώ να ορίσω. Ίσως να φταίει το ότι είναι άνθρωπος της συνήθειας. Ίσως να φταίει και το ότι εγώ δεν έζησα αρκετά προτού τρέξω να παντρευτώ και ν’ αποκτήσω οικογένεια».
«Μετάνιωσες;»
«Και ναι και όχι. Από τη μια είμαι μ’ αυτό τον υπέροχο άνθρωπο, με τον οποίο έχω αποκτήσει δυο πανέμορφα παιδιά, αλλά από την άλλη…»
«Ίσως θα μπορούσαν να περιμένουν;»
«Ναι!»
«Είναι παράξενη η ζωή, Μελίνα, ποτέ δεν ξέρεις τι θα σου ξημερώσει. Ίσως, στην τελική, το σωστό και το λάθος να μην υπάρχουν. Ίσως τα πράγματα να είναι όπως είναι, απλά επειδή έτσι πρέπει να είναι».
«Εσύ δε μετανιώνεις για κάτι;»
«Περισσότερο γι’ αυτά που μου πήρε η ζωή και γι’ αυτό που δε θα προλάβει να μου πάρει, παρά γι’ αυτά που δεν έζησα ή που δεν έκανα».
Τον κοιτάει για λίγο αμίλητη. Παρατηρεί το ραγισμένο καστανό των ματιών του. Βλέπει τη φλόγα να καίει ακόμη μέσα εκεί, αλλά πιο αδύναμη παρά ποτέ. Μοιάζει έτοιμη από στιγμή σε στιγμή να σβήσει. Θα της φύγει, της το λέει, τον πιστεύει, θα της φύγει κι ας μην ήτανε δικός της ποτέ. Πώς θα είναι η ζωή μετά από αυτόν; Πώς; Η εικόνα του και μόνο κάποτε την έκανε να χαμογελά, η απουσία του πόσα δάκρυα θα της χαρίσει; Μείνε, θέλει να του φωνάξει. Μείνε. Αλλά, ο χρόνος κυλά αμείλικτος και ξέρει ότι δε θα την ακούσει. Πρέπει να φύγει. Πρέπει. Αλλά, γιατί διάολε, γιατί;

Εικόνες από το χθες παρελαύνουν μέσα του, κάνουν στην ψυχή του κατάληψη και του κλείνουν ερμητικά τα μάτια σ’ ετούτο τον κόσμο τον απτό, τον σκληρό, του θυμίζουν χαμόγελα πλατιά και παλιά, εμπειρίες υπέροχα μοναδικές. Ναι, ήταν τυχερός, όμορφη πολύ υπήρξε η ζωή του, όχι σαν παραμύθι, αλλά όμορφη. Έζησε πολλά, πολλά έκανε, πήγε σε πολλά μέρη και γνώρισε ανθρώπους πολλούς. Ανάμεσά τους ήταν κι Εκείνη. Εκείνη! Ο μεγάλος του έρωτας, ο ονειρικός, που του χάρισε στιγμές ευτυχίας αφάνταστης, ο οποίος όμως δεν κράτησε για πολύ – ήταν μια νύχτα της Άνοιξης, μια από τις πιο όμορφες, που μύριζαν νέα ζωή, όταν ένας μεθυσμένος οδηγός τον παρέσυρε βιαστικά στο διάβα του, στέλνοντας Εκείνη στον άλλο κόσμο, κι αυτόν στης ψυχής τα τάρταρα. Ωστόσο, επιβίωσε…

«Μην το κάνεις, και στο υπόσχομαι, θα βρω εγώ τη λύση».
«Δε με παίρνει ο χρόνος, Μελίνα».
«Πόσο καιρό έχεις;»
«Το πολύ ένα μήνα, μετά δε γίνεται τίποτα. Θα είναι πια πολύ αργά».
«Ένα μήνα;»
Παρέμεινε να τον κοιτάει με απορία. Ένα μήνα; Πώς να βρει τόσα λεφτά σ’ ένα μήνα; Ίσως αν… Αλλά όχι. Όχι! Αυτό δεν είναι σωστό. Αλλά, πώς άλλως; Είναι μεγάλη ανάγκη. Θα τα ζητήσει απ’ τον Κώστα. Σίγουρα δε θα της πει όχι. Αν της πει όμως; Αν της πει; Τότε… Ω, δε θέλει να σκέφτεται το τότε. Φοβάται. Τώρα φοβάται όχι μόνο για κείνον, αλλά και γι’ αυτή την ίδια. Θα τον σκοτώσω αν μ’ αρνηθεί, σκέφτεται, θα τον σκοτώσω. Ναι, μέχρι και στο φόνο θα έφτανα για σένα φίλε μου. Αγάπη μου. Φίλε μου…
«Θα ζητήσω τα λεφτά απ’ τον Κώστα. Δε νομίζω να μου αρνηθεί».
«Δε θέλω να φορτώνομαι στους άλλους, Μελίνα. Γιατί να τον φέρεις σε δύσκολη θέση; Και γιατί να μπεις σε τέτοια θέση εσύ; Δικό μου είναι το πρόβλημα. Δε θέλησα να σε συναντήσω για να μου το λύσεις, αλλά απλά για να πω ό,τι έχω πω, για να εξηγήσω τα γιατί μου προτού…»
«Σκάσε, βλάκα. Να σε βοηθήσω θέλω, όχι να σε ακούσω. Τις δικαιολογίες σου τις ξέρω και είναι, δυστυχώς, σοβαρές, απλά δεν μπορώ να σε αφήσω να κάνεις αυτό που σκέφτεσαι. Δε θα συγχωρούσα τον εαυτό μου μετά».
«Έκανα λάθος που σε κάλεσα, καλή μου. Δεν έπρεπε. Τώρα το βλέπω. Είναι που είσαι η καλύτερή μου φίλη, πάντα ήσουνα. Περίμενα να με καταλάβεις».
«Μα σε κατάλαβα. Σε καταλαβαίνω. Απλά σου λέω ότι το πρόβλημά σου θα μπορούσε ίσως να λυθεί διαφορετικά. Δεν υπάρχει λόγος να φτάσεις στα άκρα».
«Λόγος υπάρχει. Αν υπάρχει ωστόσο μια εναλλακτική επιλογή ευχαρίστως να την επιλέξω αυτή. Ξέρεις ποιο είναι το αστείο της υπόθεσης;»
«Το αστείο; Ποιο αστείο;» Παρέμεινε για μια στιγμή να τον κοιτά απορημένη, κι είδε για μια στιγμή να εμφανίζεται στα χείλη του ένα αχνό, φευγαλέο χαμόγελο.
«Ότι είτε έτσι είτε αλλιώς εσύ είσαι αυτή που θα σώσει την κατάσταση. Αν δε με έπειθες τότε να…»
«Μη μου το θυμίζεις. Μη! Με κάνεις να νιώθω χειρότερα τώρα. Αν ήξερα…»
«Κανείς δεν ήξερε. Να όμως που τόσα χρόνια μετά μπορεί να οδηγήσει σε κάτι καλό».
«Καλό το αποκαλείς αυτό που σκέφτεσαι να κάνεις».
«Ναι, καλό. Και μην ξεχνάς ότι σκέφτομαι να το κάνω, δεν το έκανα ακόμη. Θα ήθελα να μου υποσχεθείς κάτι όμως».
«Τι;»
«Υποσχέσου μου πρώτα».
«Μα πώς να σου υποσχεθώ αν δεν ξέρω τι είναι αυτό που ζητάς;»
«Υποσχέσου…»
«Όχι!»
«Υποσχέσου, Μελίνα μου. Υποσχέσου. Σε παρακαλώ…» Οι λέξεις του μοιάζουν να στάζουν ικεσία κι αυτή δεν μπορεί πια να του κάνει τη δύσκολη. Έτσι κι αλλιώς στο τέλος θα έβρισκε τρόπο να την πείσει.
«Καλά. Υπόσχομαι. Τι, όμως;»
«Ότι αν τελικά δε βρεθεί άλλη λύση, αν δε βρεθούν τα χρήματα, θα βάλεις αμέσως, με το που θα μάθεις τα νέα, μπροστά τις διαδικασίες. Αλλιώς θα πάνε όλα χαμένα…»
Την παγίδεψε! Την παγίδεψε ο μπαγάσας, την παγίδεψε. Και τώρα τι; Και τώρα πώς; Πώς να πάρει το λόγο της πίσω; Δεν μπορεί να το κάνει αυτό. Δεν μπορεί. Αδύνατον. Θέλει να του βάλει τις φωνές, να τον βρίσει, να σηκωθεί απ’ την καρέκλα και με οργή και δύναμη πολλή να τον χτυπήσει. Αλλά, δε θα το κάνει. Τον αγαπάει τόσο. Και τον ξέρει τόσο καλά. Δεν υπάρχει λόγος να του εναντιώνεται. Ο Κώστας, μόνο αυτός μπορεί να σώσει την κατάσταση. Μα τώρα, ας του πει αυτό που θέλει ν’ ακούσει.
«Μου την έφερες, αλλά θα κάνω ό,τι μπορώ. Στο υπόσχομαι. Θέλω κι εγώ να μου υποσχεθείς όμως ότι δε θα κάνεις κάτι βιαστικά. Περίμενε, αν μπορείς, μέχρι την τελευταία στιγμή. Ίσως γίνω η από μηχανής θεά σου…» Του χαμογέλασε λυπημένα.
«Μα είσαι ήδη η θεά μου, ή η μάγισσα με τα δώρα. Το φωτεινό αστέρι μου…»
«Πάψε. Μη μιλάς άλλο…»
«Ό,τι θέλει η κυρία», της είπε εκείνος πειραχτικά, για να σκάσουν και οι δύο μεμιάς στα γέλια, ανασηκώνοντας για μια στιγμή το σκοτεινό πέπλο της θλίψης τους.
Πέρασε η ώρα. Πέρασε βαρύθυμα και γοργά. Πήραν το δρόμο για το σταθμό του μετρό. Για να πάρει εκείνη το δρόμο για το σπίτι της, για την οικογένειά της, κι εκείνος, ποιος ξέρει για πού. Πάντως στο σπίτι δε θέλει να πάει. Νιώθει να πνίγεται εκεί, λες και είναι μικρό και αποπνιχτικό σαν μπουντρούμι. Μάλλον θα πάρει τους δρόμους. Κι όπου τον βγάλει.
«Τι σκέφτεσαι;» τον βγάζει εκείνη απ’ το μέσα του.
«Ω, τίποτα. Απλά, το που θα πάω μετά».
«Πού;»
«Δεν ξέρω. Θα πάρω το δρόμο και…»
«Γιατί δεν πας…»
«Όχι, δεν μπορώ να πάω στο σπίτι. Είναι…»
«Καλά. Κατάλαβα. Όπου σε βγάλει λοιπόν».
«Τον Κώστα δεν τον πειράζει που ήρθες νυχτιάτικα να με συναντήσεις;»
«Όχι. Με εμπιστεύεται. Και σ’ εμπιστεύεται και σένα. Μού το είπε από την πρώτη στιγμή που σε γνώρισε. Είναι καθαρό το βλέμμα σου, είπε. Αν το έβλεπε τώρα…»
«Και τώρα στο βάθος καθαρό είναι, Μελίνα. Απλά το περίβλημά του είναι κάπως υγρό, λίγο θολό».
«Η ομίχλη της ζωής;»
«Ποιητικό!»
Τον κρατάει απ’ το χέρι καθώς περπατάνε με το ίδια αργόσυρτα βήματα για το σταθμό. Γύρω τους ακούγονται χαρούμενες φωνές, μουσικές, ψίθυροι, ενώ ένα χλωμό φεγγάρι προσπαθεί απεγνωσμένα να προβάλει ανάμεσα απ’ τα κτήρια που όλο και πληθαίνουν. Το χέρι του είναι ιδρωμένο, αλλά το άγγιγμα του απαλό, εφαρμόζει λες τέλεια στην παλάμη της. Του ρίχνει κλεφτές ματιές. Τα μακριά μαύρα κυματιστά μαλλιά του, το μουσάκι του που πήρε να μεγαλώνει, τα μάτια που μοιάζουν να κοιτάνε στο πουθενά. Είναι δικός μου, σκέφτεται, αλλά δεν είναι, και το ξέρει. Δε μοιάζει πια να ανήκει εκεί, δε φαίνεται να περπατά σ’ αυτό τον κόσμο. Εκείνος σταματά απότομα να περπατά, φρενάροντας κι αυτή και τις σκέψεις της, και της δείχνει κάτι.
«Για δες», της λέει μ’ ένα βλέμμα ξάφνου φωτεινό, θαυμαστικό. Ένα ζευγάρι γερόντων κάθεται εκεί, ανάμεσα στο πλήθος των νέων, κι ο άντρας αγκαλιάζει τη γυναίκα προστατευτικά καθώς απολαμβάνουν το παγωτό τους. «Θα το πίστευες αν σου έλεγα ότι έτσι ακριβώς με φανταζόμουνα να είμαι κάποια μέρα; Να γεράσω δηλαδή μ’ αυτήν που αγαπώ και να κάνω ό,τι ακριβώς κάνουν τώρα αυτοί οι δύο!»
Δάκρυσε η Μελίνα και τα μελένια μάτια της πήραν φωτιά. Τόση αγάπη! Γυρνά προς το μέρος του και τον αγκαλιάζει σφικτά, αποφασιστικά. Τον κλείνει στην αγκαλιά της, χάνεται στη δική του και από μέσα της παρακαλεί η γη να σταματήσει στη στιγμή να γυρίζει. Αλλά, η προσευχή της δεν εισακούεται. Το πάντα της δεν παίρνει σάρκα και οστά. Σε λίγο βρίσκεται σ’ ένα βαγόνι με προορισμό τις γλυκές της συνήθειες. Όσο για κείνον, καβαλά τη μοτοσικλέτα του και χάνεται μέσα στη βουή των δρόμων. Αποφάσισε που θέλει να πάει. Στην ακροθαλασσιά. Να ξοδέψει όλη τη νύχτα συντροφιά με τον ήχο και την ηχώ τον κυμάτων. Ν’ αντικρίσει τον ήλιο να βγαίνει πυρακτωμένος μέσα από τη θάλασσα, σα φλεγόμενη ελπίδα.

Συνέχισε να ζει όπως-όπως, κάπως λειψά, λίγο φτωχικά, κατά βάθος λυπημένα. Κι ύστερα έμαθε και πάλι να χαμογελά απ’ την αρχή – αλλά όχι πλατιά όπως παλιά, μισά, σαν της ζήσης του το ημιτελές. Μέχρι που σα δώρο θεού, σαν ένα πραγματικό θαύμα, έκανε την εμφάνισή της στη ζωή του η Μάγια. Η Μάγια! Αυτός της χάρισε το όνομά της, αφού πίστευε ότι της ταίριαζε, μαγική καθώς ήταν κι η ίδια. Εκείνη τον έφερε πίσω στο φως πεισματικά, με χαμόγελα και φωνές πολλές και με το έτσι θέλω, αλλά δίχως καθόλου να προσπαθήσει. Πώς να προσπαθούσε άλλωστε; Αφού δεν ήταν παρά ένα νεογέννητο παιδί – η μικρή του αδελφή. Από την ημέρα που γεννήθηκε, ένιωσε να ξαναγεννιέται και κείνος. Κι από τότε, από την πρώτη κιόλας στιγμή της δόθηκε, αφοσιώθηκε σ’ αυτή με την ψυχή του όλη. Έγινε της για πολύ καιρό θεοσκότεινης ζωής του ο φάρος. Λες και στο λευκό απαλό της προσωπάκι, λες και πίσω απ’ τα γέλια και τα παιδικά της δάκρυα αναγνώρισε κάποια άλλη, εκείνη που έφυγε. Και τα χρόνια πέρασαν…

«Δεν είναι ότι δε θέλω να βοηθήσω, Μελίνα, θέλω και το ξέρεις, το πρόβλημα είναι ότι το ποσό που μου ζητάς είναι πολύ μεγάλο. Δεν έχουμε μόνο λεφτά, χρωστάμε κιόλας. Και όπως είναι σήμερα τα πράγματα δεν κάνει να παίρνουμε τέτοια ρίσκα».
«Αλλά…» Τι να του πει τώρα; Έχει δίκιο και το ξέρει. Και στο κάτω-κάτω της γραφής γιατί να ξηλωθεί εκείνος για το φίλο της. Αλλά…
«Τι αλλά; Πες μου τι σκέφτεσαι».
«Ε, να, ξέρεις ποιο είναι το τίμημα εδώ. Και ξέρεις ότι αν δεν ήσουν εσύ η τελευταία λύση δε θα σου ζητούσα βοήθεια. Είναι κρίμα να πάει χαμένη μια ζωή για τα άτιμα τα λεφτά. Αυτό ήθελα να πω».
«Τη ζωή τη δική μας την σκέφτηκες; Τις ζωές των παιδιών μας; Πες και βρήκα τα λεφτά. Πες και του τα δώσαμε. Λες να μπορέσει μετά να μας εξοφλήσει; Δεν είναι ότι δεν τον εμπιστεύομαι, απλά είναι τόσο μεγάλο το ποσό που απλά δε θα μπορέσει ποτέ να το επιστρέψει όσο κι αν προσπαθήσει. Είναι σαν να υποθηκεύουμε το μέλλον των παιδιών μας, το καταλαβαίνεις αυτό;»
Το καταλαβαίνει, πώς δεν το καταλαβαίνει. Αλλά υποσχέθηκε να κάνει ό,τι μπορεί και το κάνει. Ωστόσο ο χρόνος περνά αμείλικτα, παίρνοντας μαζί του τις όποιες λύσεις. Λες να προσπαθήσει να πάρει δάνειο απ’ τη δουλειά; Θα της το δώσουν όμως; Ίσως και ναι. Πάνε τόσα χρόνια που δουλεύει εκεί, έχει καλό μισθό, τους πήγε πολλούς πελάτες, ανάμεσά τους και κείνον. Ναι, αυτό θα κάνει.
«Συγγνώμη, Κώστα. Συγγνώμη που σε αναστάτωσα. Μιλάς σωστά. Θα προσπαθήσω να βρω κάποιο άλλο τρόπο να τον βοηθήσω».
«Το κράτος; Κάποια οργάνωση; Η εκκλησία; Δεν μπορεί να βάλει το χεράκι του κάποιος απ’ τους φορείς, ή όπως αλλιώς τους λένε τέλος πάντων;»
«Προσπάθησαν και προσπαθούν να βρουν βοήθεια εδώ και μήνες, αλλά μάταια. Ο ένας τον στέλνει στον άλλο και πάει λέγοντας. Και τώρα έφτασαν στο αμήν. Αν δε βρεθεί κάτι πολύ σύντομα…»
Ένιωσε ένα κόμπο στο λαιμό και δάκρυα να πλημμυρίζουν τα μάτια της. Καθόλου δεν προσπάθησε να τα κρύψει. Τα άφησε να κυλούν έτσι γοργά, άηχα, οδυνηρά. Ο Κώστας έσπευσε να την αγκαλιάσει, να την καθησυχάσει, να την πείσει με λόγια που και στα δικά του αυτιά ακούγονταν ψεύτικα ότι όλα θα πάνε στο τέλος καλά. Στο τέλος, Κώστα, θέλει να τον ρωτήσει. Στο τέλος; Τελικά στο τέλος, είτε έτσι είτε αλλιώς, το μόνο που είναι σίγουρο είναι το τέλος.
«Γιατί κλαις, μαμά;» Μια φωνούλα παιδική τη βγάζει απ’ τις σκέψεις, σκοτώνει με τρεις λέξεις προτού καλά-καλά γεννηθεί την οργή της. Σκουπίζει τα μάτια της και συνέρχεται λες αυτόματα. Ξεφεύγει απ’ την αγκαλιά του άντρα της και πηγαίνει σχεδόν τρέχοντας και σηκώνει στην αγκαλιά της την κόρη της, την ανεβάζει ψηλά και με μάτια υγρά της λέει ότι κλαίει από χαρά, απ’ τη χαρά της που τη βλέπει. Κι η μικρή παίρνει να γελά. Κι η θλίψη κρύβεται βιαστικά σ’ ένα ντουλάπι του μυαλού. Θα έρθει να την επισκεφθεί ξανά αργά το βράδυ, όταν θα ξαπλώνει άγρυπνη στο συζυγικό κρεβάτι, όταν θα έχει πια το χρόνο να σκεφθεί ελεύθερα όλ’ αυτά που την απασχολούν, να καταστρώσει τα σχέδια και να πάρει τις αποφάσεις της.

Η μικρή άρχισε αμετάκλητα να μεγαλώνει. Πήρε να περπατά, να μιλά, συνεχώς να ρωτά, χαριτωμένα να απαιτεί και πολλές φορές απ’ τη χαρά της να χορεύει. Κι ύστερα πήγε και σχολείο, όπως όλα τα παιδιά. Αλλά για κείνον τίποτα δεν άλλαξε. Πάντα θα ήταν η μικρή, πάντα θα ήταν η αγαπημένη του, όσος καιρός κι αν περνούσε, όσο κι αν η ζωή τον άλλαζε. Και δε θα ξεχνούσε ούτε και για μια στιγμή την υπόσχεση που της είχε δώσει στα πέντε της χρόνια, μια νύχτα καλοκαιρινή που εκείνη ψήνονταν στον πυρετό: θα θυσίαζα τα πάντα για σένα, της είπε, ακόμη και τη ζωή μου την ίδια. Κι εκείνη μέσα στον πόνο και το οδυνηρό παραμιλητό της, απλά αρκέστηκε να ψιθυρίσει αδύναμα το όνομά του, Φώτη, προτού παραδοθεί και πάλι ολοκληρωτικά στη δίνη της αρρώστιας. Και τώρα… Και τώρα είναι δώδεκα χρονών η Μάγια του και πεθαίνει. Εκείνη δώδεκα χρονών και πεθαίνει, αυτός τριάντα χρονών και ζει. Και θα ζει. Άδικη ζωή, άδικη. Ωστόσο, δε θα την αφήσει να περάσει το δικό της αυτή τη φορά, θα της τη φέρει πισώπλατα, ακριβώς όπως του την έφερε κι εκείνη, θα επιβάλει το δικό του δίκαιο νόμο. Εσύ έζησες πολλά Φώτη, ψιθυρίζει στον εαυτό του, λες και μιλά σε κάποιο ξένο. Εσύ έζησες πολλά, του ξαναλέει λες και προσπαθεί να τον πείσει, κι ας μην πολυπιστεύει ούτε κι ο ίδιος τα λόγια του. Εσύ έζησες πολλά, πεισμώνει, τώρα είναι η σειρά της…

«Δώσε μου λίγο ακόμη χρόνο, Φώτη, και θα δεις. Θα δεις που θα τα καταφέρω. Θα τα καταφέρουμε. Είναι πολύ μεγάλο το ποσό που χρειάζεσαι κι όπως καταλαβαίνεις…»
Μιλάνε στο τηλέφωνο. Τον πήρε για να του πει τα ευχάριστα νέα. Συζήτησε με το αφεντικό της και μάλλον θα της εγκρίνουν το δάνειο που ζήτησε. Και μόλις γίνει αυτό θα του μεταβιβάσει αμέσως το ποσό. Κι όλα θα πάρουν το δρόμο τους.
«Σε μεγάλους μπελάδες σε έβαλα Μελίνα. Δεν έπρεπε να το κάνω. Κι εσύ δεν έπρεπε… Δεν έπρεπε…» Κομπιάζει. Οι λέξεις προσπαθούν μα δεν μπορούν να βγουν απ’ τα χείλη του. Δείχνει, όπως πάντα τον τελευταίο καιρό, έτοιμος να κλάψει. Ακούει την ανάσα του στο ακουστικό, την ακούει βαριά και της πλακώνει το στήθος. Αλλά, δεν του μιλά. Τον αφήνει να ηρεμήσει, να ’ρθει στα συγκαλά του. Προσπαθεί να μιλήσει και πάλι. Και προσπαθεί μάταια. «Δεν έπρεπε…» ψιθυρίζει και μένει ξανά σιωπηλός. Μα από μέσα του βράζει. Είναι οργισμένος πολύ με τις μοίρες, θέλει να τα βάλει με τους θεούς και τους δαίμονες που τον έφεραν ως εδώ, να ξεσπάσει, να βρίσει, να χτυπήσει, να χτυπηθεί. Ωστόσο, καταπίνει την οργή του. Σκέφτεται τα πυρετικά μάτια της Μάγιας του, τα φωτεινά της Μελίνας που πάντοτε τον τύλιγαν με τόση ζεστασιά και λίγο γαληνεύει. «Είσαι ο άγγελός μου», της ψιθυρίζει τελικά. «Είσαι ο άγγελός μου», της λέει, κι από τα βάθη της ψυχής του το εννοεί.
«Κι εσύ ο δικός μου, Φώτη. Κι εσύ ο δικός μου. Κι ας μην το κατάλαβες ποτέ. Πάντα σε αγαπούσα, αλλά όχι πάντα φιλικά», απαντά εκείνη σαν μέσα σ’ ένα όνειρο, για να συνέλθει αμέσως και ν’ αφήσει ένα εκκωφαντικό, ωχ όχι, να ξεφύγει απ’ τα στήθια της. Ξεχάστηκε! Και καθώς ξεχάστηκε του είπε εκείνο που δεν τόλμησε, τουλάχιστον στον ίδιο, να παραδεχτεί ποτέ. Και τώρα. Τώρα τους πνίγουν οι σιωπές. Εκείνος κοιτάει αμήχανα τα χέρια του, εκείνη τον απέναντι τοίχο με το στερεότυπο καδραρισμένο λευκό οικοτοπίο κάποιου νησιού. Τους χωρίζουν τα χιλιόμετρα, τα σύρματα, τα γεγονότα. Τους ενώνουν η κοινή ζωή τους του χθες και τα κενά του χρόνου.
«Από πότε;» Μίλησε πρώτος εκείνος.
«Όπως σου είπα: από πάντα. Κι εσύ τίποτα δεν κατάλαβες…»
«Γιατί μήπως κατάλαβες εσύ;»
«Τότε…»
«Για τα γέλια είμαστε, Μελίνα, και για τα κλάματα. Όλα θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά. Αλλά εμείς οι βλάκες κοιτούσαμε δίχως να βλέπουμε. Κι έπρεπε να… Ω, διάολε, θέλω να χτυπήσω κάποιον, να σπάσω κάτι. Είμαι τόσο οργισμένος, ψυχή μου. Τόσο οργισμένος…»
«Σε καταλαβαίνω. Κι εγώ οργισμένη είμαι, αλλά όχι με τους άλλους. Με μένα την ίδια. Αν ήξερα… Ωστόσο τώρα είναι αργά. Μακάρι να ήτανε τα πράγματα αλλιώς, αλλά δεν είναι. Κάποια απ’ αυτά δεν μπορούμε να τα αλλάξουμε. Ας αλλάξουμε λοιπόν αυτά που μπορούμε. Τουλάχιστον…» Άφησε την πρότασή της στη μέση, αλλά εκείνος δεν την άφησε να πέσει κάτω. Την άρπαξε στον αέρα και της την επέστρεψε.
«Τουλάχιστον τι;»
«Τουλάχιστον τώρα ξέρουμε. Θα μας μείνει όμως αιώνιος βραχνάς, το πώς θα ήταν αν… Αλήθεια, πώς θα ήταν; Δε σε ρωτώ, απλά αναρωτιέμαι».
«Ποιος μπορεί να πει; Κανείς! Κανείς δεν ξέρει. Έχω δει όλα τα δεδομένα στη ζωή μου να ανατρέπονται, όλες τις σιγουριές να συντρίβονται, τα όμορφα όλα να χάνονται. Δεν μπορώ να σου πω πώς θα ήταν, Μελίνα. Θα προσπαθούσα όμως, κι αυτό μπορώ να στο πω με σιγουριά, να κάνω το καλύτερο, να σου χαρίσω όλη την αγάπη που σου αξίζει».
«Γιατί δεν τόλμησα τότε;»
«Για τον ίδιο λόγο που δεν τόλμησα ούτε κι εγώ. Φοβήθηκες. Κι οι δυο φοβηθήκαμε. Φοβηθήκαμε ότι το όνειρο θα έβγαινε αληθινό και δε θα ξέραμε τι να κάνουμε μετά».
«Ξέρεις, όταν σε σκεφτόμουνα τότε, ή όταν ήμουνα κοντά σου μα δεν με παρατηρούσες, πού και πού έκλεινα τα μάτια και προσπαθούσα να σε φανταστώ σαν τον πατέρα των παιδιών μου. Ποτέ δεν τα κατάφερα. Ήσουνα πολύ ελεύθερος εσύ, έδειχνες ατίθασος πολύ, δεν μπορούσα να σε φανταστώ οικογενειάρχη».
«Έτσι ήμουνα. Κι ίσως να είμαι τουλάχιστον λίγο έτσι ακόμη. Αλλά ο ερχομός της Μάγιας στη ζωή μου με άλλαξε, μ’ έκανε ν’ αγαπήσω όλα τα παιδιά στο πρόσωπό της και πήρα κι εγώ κάθε τόσο να σκέφτομαι ότι θα μπορούσα κάποια μέρα να γίνω πατέρας. Ο χρόνος, βλέπεις…»
«Ο χρόνος! Μπορεί να μη γιατρεύει τις πληγές, αλλά τουλάχιστον τις βγάζει στο φως, σου επιτρέπει να τις δεις καθαρά, να τις ξύσεις απαλύνοντας τον πόνο».
«Έτσι είναι. Ποιος να μου το έλεγε ότι κάποια μέρα θα είχα αυτή τη συζήτηση μαζί σου. Το υποψιαζόμουνα, αλλά ανίδεος ήμουν, όπως κι εσύ».
«Όπως κι εγώ. Ίσως ν’ ακουστεί παράδοξο κάτω από τις παρούσες συνθήκες αυτό που θα σου πω, Φώτη, αλλά θα στο πω: χαίρομαι. Χαίρομαι που βγήκε το μυστικό στη φόρα. Έφυγε ένα βάρος από πάνω μου».
«Σε καταλαβαίνω. Κάπως έτσι νιώθω κι εγώ. Αν δεν ήταν αυτή η καταραμένη η μοίρα…»
«Μη λες τίποτ’ άλλο. Ας τ’ αφήσουμε εδώ. Θα κάνω ό,τι μπορώ για να πάρω τα λεφτά στα χέρια μου σύντομα και όταν περάσει η μπόρα είμαι σίγουρη ότι θα έχουμε όλο το χρόνο στη διάθεσή μας να μιλήσουμε».
«Αν περάσει η μπόρα. Αν…»
«Θα περάσει, αγάπη μου. Θα περάσει…»
«Μακάρι».

Βγάζει μια φωτογραφία της μικρής απ’ την τσέπη του και την κοιτάει για ώρα πολλή έντονα, επίμονα, με ένα βλέμμα που στάζει οδύνη και αγάπη απέραντη. Θα μπορούσες να είσαι κόρη μου, ψιθυρίζει στο μοναχικό άνεμο του βουνού, που τώρα μοιάζει βουβός, ξεψυχισμένος, συνένοχος στη θλίψη του. Ναι, θα μπορούσε να είναι κόρη του, κόρη τους, αλλά δεν είναι. Αδελφούλα του είναι, το πιο γλυκό ατύχημα, όπως έλεγαν οι γονιοί τους, και εδώ και καιρό κόβει βόλτες στο κατώφλι του θανάτου. Χαϊδεύει με δάχτυλα που τρέμουν απ’ το παράπονο και τη συγκίνηση το προσωπάκι που του χαμογελά απ’ τη φωτογραφία, φιλά με τρυφερότητα περισσή το αποτυπωμένο στο χαρτί μέτωπο, ανασαίνει πάνω σ’ αυτό την αγάπη του, το αποχαιρετά, αποχαιρετά εκείνη: αντίο, Μαγιούλα μου. Αντίο και σ’ ευχαριστώ απ’ της ψυχής μου τα βάθη που υπάρχεις. Στην τσέπη του πουκαμίσου του, στο μέρος της καρδιάς, τοποθετεί προσεκτικά εκείνο το πλάνο, το αλάνθαστο ντοκουμέντο μιας αλλοτινής ευτυχισμένης ζωής, και σηκώνει αποφασιστικά το βλέμμα για ν’ αντικρίσει τον ήλιο, που ετοιμάζεται να βασιλέψει πάνω από ένα θλιμμένο για τον ίδιο, αλλά ελπιδοφόρο για την αδελφή του τοπίο. Τι όμορφο, σκέφτεται καθώς το κοιτά με θαυμασμό. Τι όμορφο, σκέφτεται και χαμογελά. Όπως κι εκείνη. Εκείνη. Η Μελίνα. Πρέπει να την πάρει τηλέφωνο. Θέλει ν’ ακούσει τη φωνή της για τελευταία φορά. Όχι, δε θα της πει την αλήθεια. Όχι. Απλά θα της μιλήσει και θα την ακούσει. Βγάζει το κινητό απ’ την τσέπη και για μια στιγμή μένει ακίνητος, σα μαρμαρωμένος. Δεν πιάνει σήμα. Αλλά πώς να πιάσει κιόλας στην ερημιά που βρίσκεται; Ένα χαμόγελο πικρό, σαν γκριμάτσα, του παραμορφώνει το πρόσωπο. Ακόμη και τώρα, ψιθυρίζει, μη μπορώντας κι ο ίδιος να το πιστέψει. Ακόμη και τώρα, οι μοίρες γελάνε στην πλάτη του…

Επιτέλους εγκρίθηκε το δάνειο. Εγκρίθηκε. Έχει την επιταγή στα χέρια της. Θέλει να πετάξει απ’ τη χαρά της, στ’ αλήθεια να πετάξει. Τώρα όλα θα πάνε καλά. Όλα! Πρέπει να πει τα νέα στον Φώτη, τώρα αμέσως. Πρέπει να τρέξει να τον συναντήσει και να του δώσει τα λεφτά. Τον παίρνει τηλέφωνο. Δε χτυπά. Τον ξαναπαίρνει. Τον ίδιο. Πού να είναι άραγε, αναρωτιέται. Α, ναι, στο νοσοκομείο. Στο νοσοκομείο. Θα έχει το κινητό του κλειστό. Αναστενάζει με ανακούφιση. Θα πάρει άδεια το απόγευμα και θα σπεύσει να τον συναντήσει εκεί. Ω, νιώθει τόσο χαρούμενη τώρα. Είναι τόσο ευτυχισμένη που θέλει ν’ αγκαλιάσει τον κόσμο όλο.
Σκέφτεται. Τον σκέφτεται. Σκέφτεται τους δυο τους μαζί. Ελκυστική η εικόνα, αλλά… Αλλά δεν έχει σκοπό να διαλύσει την οικογένειά της. Τον αγαπούσε, τον αγαπά και θα τον αγαπά, αλλά μέχρι εκεί. Ο Κώστας… Ο Κώστας είναι ο άντρας της. Τα παιδιά της είναι και δικά του παιδιά. Δε λέει…
Ω, δεν αντέχει πια εκεί, νιώθει να πνίγεται. Πρέπει να φύγει αμέσως, να πάει στο νοσοκομείο και να τον συναντήσει στη στιγμή. Πετάγεται απ’ τη θέση της, σαν ελατήριο, και φεύγει τρέχοντας σχεδόν απ’ το γραφείο δίχως να πει τίποτα σε κανένα. Είναι ώρα αιχμής, δε θα πάρει το αμάξι της, καλύτερα με το μετρό. Κατεβαίνει δυο-δυο τα σκαλιά στο σταθμό του Συντάγματος και διασχίζει σα σίφουνας το χώρο. Δεν προσέχει τον κόσμο γύρω της, δε δίνει σημασία καμιά στα επιτιμητικά βλέμματα. Βιάζεται, και σ’ όποιον αρέσει.
Βγαίνει έξω σ’ έναν ήλιο εκκωφαντικό και μια ζέστη αφόρητη. Έχει πολύ περπάτημα ακόμη. Τα βήματά της γοργά, τη φέρνουν όλο και πιο κοντά σ’ εκείνον, στης αδελφής του τη σωτηρία.
Φτάνει επιτέλους στον προορισμό της. Την κατευθύνουν στο δωμάτιο που ψάχνει, όπου μπαίνει σιγοπατώντας. Δεν υπάρχει λόγος για βιασύνη πια. Κοιτάει γύρω της. Η μικρή, ένας άγγελος που κοιμάται αδύναμα στο κρεβάτι, η μάνα της κι ο πατέρας. Ο Φώτης πουθενά. Τους πλησιάζει.
«Γεια σας, η Μελίνα είμαι, αν με θυμάστε».
«Σε θυμόμαστε, κόρη μου. Σε θυμόμαστε», της απαντά ψιθυριστά η γυναίκα.
«Ο Φώτης;»
«Δεν ξέρουμε που είναι. Έχουμε να τον δούμε από χθες το βράδυ».
Δεν ξέρει τι άλλο να τους πει και τι να τους ρωτήσει. Έτσι, τους παραδίδει απλά το φάκελο με την επιταγή και κάνει να φύγει.
«Τι είν’ αυτό, Μελίνα μου», τη ρωτάει η μάνα.
«Τα λεφτά για την εγχείρηση της μικρής», απαντά μ’ ένα μικρό χαμόγελο, τους γυρνά αβίαστα την πλάτη και παίρνει γρήγορα να απομακρύνεται. Επιφωνήματα χαράς μεγάλης ακολουθούν για λίγη ώρα το κάθε της βήμα.

Φοράει το κράνος, καβαλά τη μοτοσικλέτα του, την ξεκινά και παίρνει να κατεβαίνει το βουνό σαν οργισμένος βοριάς, με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Σε μια στροφή του δρόμου, όπως ακριβώς το είχε σχεδιάσει, χάνει τον έλεγχό της κι εκτοξεύεται απ’ τη σέλα, για να καταλήξει μια στιγμή μόλις μετά νεκρός σ’ ένα γκρεμό. Στα χείλη του μοιάζει να έχει πάρει μορφή ένα αχνό χαμόγελο. Λες και δεν έχει ήδη αφήσει πίσω του το μάταιο ετούτο κόσμο. Λες και έχει ακόμη τις αισθήσεις του κι αναλογίζεται με ικανοποίηση ότι: όλα πήγαν καλά. εγώ πεθαίνω, αλλά η Μάγια θα ζήσει! Ναι, η Μάγια θα ζήσει, αφού τα λεφτά που θα εισπράξουν οι γονείς του από την ασφάλεια ζωής που του έκανε χρόνια πριν η Μελίνα, θα είναι αρκετά για να τη μεταφέρουν στο εξωτερικό και να κάνει την εγχείρηση που έχει ανάγκη. Αρκετά για ν’ αναρρώσει, ώστε να μπορέσει στη συνέχεια να ζήσει κι αυτή κάποιες ονειρικές στιγμές, μερικές μεγάλες συγκινήσεις. Έκανε εκείνο που έπρεπε, το καθήκον του. Κράτησε την υπόσχεσή του. Χρειάστηκε να πληρώσει ένα τίμημα ακριβό για να πετύχει το στόχο του, αλλά τι μ’ αυτό! Η θυσία του δε θα πάει χαμένη.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Κυριακή, 9 Αυγούστου 2009

Για τα μάτια της μόνο

Τα φώτα άλλοτε χαμηλά κι άλλοτε εκτυφλωτικά, η μουσική τη μια στιγμή απαλή την άλλη δυνατή, εκκωφαντική, ο χορός, οι φιγούρες, οι κινήσεις οι νωχελικές και άγριες, τα πεινασμένα κορμιά και οι ξελιγωμένες αισθήσεις.
Κάθεται σ’ ένα ξύλινο σκαμπό, μπροστά από ένα ψηλό τραπέζι και πίνει σιγά-σιγά κάποιο κοκτέιλ στο χρώμα του καρπουζιού. Δείχνει σκληρή και λυπημένη. Λες και δε θέλει να είναι εκεί, λες και δεν έχει άλλη επιλογή από το να είναι εκεί. Τα μαλλιά της πλούσια ξανθιά, είναι πιασμένα σε μια μακριά κοτσίδα, σα να θέλει μ’ αυτό τον τρόπο να δείξει ότι δε δίνει μία γι’ αυτά που συμβαίνουν γύρω της. «Ήρθα εδώ να πιω, να δω και να φύγω», μοιάζει να υποδεικνύει η στάση της.
Να δει. Αυτό ακριβώς κάνει. Βλέπει. Τίποτ’ άλλο. Ακόμη και στον συνοδό της δε μοιάζει να δίνει καμία σημασία. Εκείνος πού και πού σκύβει στ’ αυτί της, της λέει κάτι, αλλά εκείνη καθόλου δεν αντιδρά. Απλά με τα δυο τεράστια πράσινά της μάτια, κοιτάει ανέκφραστα μπροστά. Κάθε τόσο οι βλεφαρίδες πεταρίζουν, μια σκιά χαράς περνάει βιαστικά απ’ το βλέμμα της προτού την κάνει γι’ αλλού.
Παράξενη που είναι η ζωή! Τόσο παράξενη. Να, είναι όμορφη, είναι ξύπνια, είναι πλούσια, θα μπορούσε να έχει όποιο άντρα της έκανε κέφι, αλλά… Αλλά, τους βαρέθηκε όλους. Όλοι οι ίδιοι της φαίνονται, ο ένας αντίγραφο του άλλου. Κανένας δεν της προκαλεί πια το ενδιαφέρον, κανείς δεν μπορεί να της προκαλέσει την έκπληξη. Προβλέψιμοι και βαρετοί. Όπως και τούτος δω που κάθεται δίπλα της και κορδώνεται σαν κοκόρι επιδεικνύοντας τα μπράτσα του. Όλο σκύβει και της ψιθυρίζει στ’ αυτί λόγια γλυκά και χιλιοειπωμένα, της κάνει κομπλιμέντα αβέρτα μήπως και την καταφέρει. Πού να ’ξερε!
Δεν πίνει όπως παλιά και τώρα νιώθει ότι θέλει να πεθάνει από την πλήξη. Να σηκωθεί άραγε να φύγει και να πάει κάπου αλλού; Μα όχι, την προσκάλεσε στα γενέθλιά της η καλύτερή της φίλη, δεν μπορεί να της κάνει χαλάστρα, την αγαπάει. Θα υπομείνει λοιπόν. Θα υπομείνει μέχρι…
Ξάφνου χαμογελά. Κοιτάει μια κίνηση στην πίστα και χαμογελά πλατιά. Η προσοχή της όλη στρέφεται εκεί. Αφήνει τον ηλίθιο δίπλα της να λέει τα δικά του, κι αυτή χάνεται στους ρυθμούς ενός κορμιού, που ακολουθώντας λες όχι τον ήχο, αλλά την ηχώ της μουσικής στροβιλίζεται στου χώρου το αποπνικτικό κενό. «Φανταστικό», σκέφτεται, «φανταστικό. Δε δίνει μία. Θέλει απλά να χορεύει και τίποτ’ άλλο». Και τίποτ’ άλλο; Όχι ακριβώς. Η αλήθεια είναι ότι χορεύει για κείνην, για τα μάτια της μόνο. Την πρόσεξε από την πρώτη στιγμή. Είδε το φευγάτο της βλέμμα, την αφηρημάδα και τη σκληρότητα που ανέδιδε όλο της σώμα, την ανάγκη της για κάτι το διαφορετικό. Πώς να την πλησιάσει όμως; Πώς; Ο τύπος δίπλα της δεν έμοιαζε από εκείνους που σήκωναν κουβέντα από κανένα, έδειχνε να τη θεωρεί τρόπαιό του. Αν και μάλλον δεν ήτανε μαζί της, απλά έτυχε να κάθεται δίπλα της. Τότε σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να κάνει εκείνο που κάνει καλύτερα από καθετί άλλο, να χορέψει, κι αν η τύχη έβαζε λίγο το χεράκι της…
Το έβαλε το χεράκι της η τύχη, οι κινήσεις τράβηξαν τη ματιά, τα βλέμματα σε κάποια ανύποπτη στιγμή συναντήθηκαν και τα είπαν όλα ή σχεδόν όλα. Τα υπόλοιπα τα είπαν οι ανάμεσά τους σιωπές. Ο κόσμος, οι καπνοί, οι μουσικές και οι φωνές, όλα έσβησαν. Δυο ζευγάρια μάτια γέμιζαν πια το χώρο, σε αποχρώσεις πράσινες και μελένιες.
Σηκώθηκε απότομα απ’ τη θέση της, είπε κάτι στ’ αυτί της φίλης της, αποχαιρέτισε τον επίδοξο εραστή και κατευθύνθηκε προς την έξοδο. Περνώντας σιγά-σιγά ανάμεσα στο πλήθος που χόρευε, πέρασε δίπλα από το αντικείμενο του πόθου της για να του ψιθυρίσει «έλα», προτού χαθούν τα βήματά της πίσω από τα ιδρωμένα κορμιά των νέων, που έκρυβαν τη θέα προς την έξοδο. Δεν πρόλαβε καλά-καλά να πατήσει το πόδι της έξω, στο φρέσκο και δροσερό αέρα της ολόφωτης εκείνης καλοκαιρινής νύχτας, όταν ένιωσε ένα χέρι να την αγγίζει απαλά στον ώμο. Γύρισε. Κοίταξε βαθιά στα μάτια που είχε αντίκρυ της ψάχνοντας την απάντηση σ’ ένα ερώτημα που ποτέ δεν έθεσε.
«Σε θέλω!» είπε.
«Πάμε», απάντησε εκείνη, της έπιασε το χέρι απαλά και πήραν να περπατάνε σιγαλά μαζί στα μονοπάτια της επερχόμενης αυγής.


Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Πέμπτη, 6 Αυγούστου 2009

Η καλή μάνα

Πώς μπόρεσαν και της το έκαναν αυτό; Την ατίμωσαν! Ατίμωσαν το όνομά της. Την έκαναν να ντρέπεται να παρουσιαστεί στην κοινωνία. Μα πάνω απ’ όλα αμάρτησαν. Αμάρτησαν ενώπιον θεού και ανθρώπων, πρόδωσαν τα πιστεύω που τους κληρονόμησε για το χρήμα. Και τώρα; Τι να κάνει; Πώς να ξεπλύνει τα κρίματά τους, το δικό της κρίμα; Γιατί ναι, το κρίμα είναι και δικό της, η μισή αμαρτία ανήκει σ’ αυτή, αφού τις γέννησε, αφού έφερε στον κόσμο αυτές τις οχιές που ονομάζει κόρες.
«Ω, θεέ μου, γιατί μου το έκανες αυτό;» μοιάζει να ρωτά, μα απάντηση δεν περιμένει, αφού είναι άγνωστες, όπως λένε κι οι γραφές, οι βουλές του Κυρίου. Ωστόσο, δεν της άξιζε. Δεν της άξιζε μια τέτοια τύχη. Αυτή σ’ ολόκληρή της τη ζωή δεν πλήγωσε κανένα, κακή κουβέντα δεν άκουσε κανείς να βγαίνει απ’ τα χείλη της. Πάντα ήταν φτωχή και πάντα έδινε, ό,τι μπορούσε. Σκεφτότανε πώς ήταν τυχερή, είχε να φάει και που να κοιμηθεί, κι ένιωθε την ανάγκη να βοηθήσει και τους γύρω της.
Όλοι την αγαπούσαν, τη θεωρούσαν αγία γυναίκα, έναν άγγελο με σάρκα και οστά, που απλά έτυχε να λάβει ανθρώπινη μορφή, κι όλοι τη σέβονταν, ακόμη περισσότερο κι απ’ τον παπά, επειδή αν και αμόρφωτη ήξερε πάντα ποιος ήταν ο δρόμος ο σωστός, κι αυτόν δίχως δισταγμό και αμετάκλητα ακολουθούσε. «Ω, μακάρι να ήμασταν σαν κι αυτήν…» έλεγαν οι συγχωριανές, κι ας ήξεραν ότι δε θα μπορούσαν ποτέ τους να της μοιάσουν. Το κουτσομπολιό, οι ζήλιες, οι μικρότητες και η κακία, δε θα τις άφηναν. Αλλά τώρα…
Τώρα, αν και κανείς άλλος πέρα από τους άμεσα εμπλεκομένους δεν ξέρει τι συνέβηκε, η καλή αυτή γυναίκα πήρε όλο και πιο πολύ να μαραζώνει, να σβήνει. Αδικία μεγάλη ήταν αυτή που έκαναν οι κόρες της και παρακαλεί: «Μακάρι, θεέ μου, να πέσει φωτιά και να τις κάψει». Τις καταριέται. Αυτή που στη ζωή της όλη δεν καταράστηκε ποτέ τίποτα και κανένα, που ούτε καν κάποτε έμαθε τι πάει να πει οργή, τώρα καταριέται τα ίδια της τα παιδιά. Θέλει να καούν στην κόλαση. Θέλει να υποφέρουν. Έτσι τις μεγάλωσε αυτή; Έτσι; Αυτή δεν ήταν που τους έμαθε ποιο ήταν το σωστό και ποιο το λάθος; Αυτή δεν ήταν που τους έλεγε πώς πρώτα πρέπει να μάθουν ν’ ακούνε και μετά να μιλούν; Αυτή δεν ήταν που τους έλεγε πάντα για την ιερότητα της οικογένειας; Τα ξέχασαν όλα; Ή, απλά την έχουν γραμμένη στα παλιά τους τα παπούτσια οι παραδόπιστες;
Γονατίζει μπροστά από την εικόνα ενός οργισμένου Χριστού μέρα νύχτα και προσεύχεται και ζητά τη συμβουλή του. «Τι να κάνω; Πες μου τι!» Αφουγκράζεται την ηχώ της σιωπής και νιώθει τους ψηλούς τοίχους του παλιού της του σπιτιού να την πνίγουν. Τα δάκρυα της τρέχουν καυτά, βουβά, μετανοεί αυτή για των άλλων τις αμαρτίες.
Κι ύστερα ξημερώνει ξανά. Και μετά νυχτώνει και πάλι. Και νιώθει τη ζωή να ξεγλιστρά απ’ το γέρικο κορμί της και να χάνεται. «Δεν πρέπει να τους κάνω το χατίρι», σκέφτεται. «Δεν πρέπει να πεθάνω, αφού μαζί μου θα πεθάνουν κι οι ενοχές τους – αν έχουν ενοχές βέβαια τα βρωμοθήλυκα».
Νιώθει τόσο μόνη. Ο άντρας της πέθανε. Οι γονείς και τ’ αδέλφια της το ίδιο. Δεν έχει πια σε ποιον να στραφεί για να ζητήσει κάποια συμβουλή, που να ψάξει να βρει έναν ώμο ν’ ακουμπήσει. Σκέφτεται. Σκέφτεται τον οργισμένο Χριστό που πέταξε τους έμπορους με τις κλωτσιές έξω απ’ το ναό. Σκέφτεται. Σκέφτεται την Παλαιά Διαθήκη και τον εκδικητή θεό. Σκέφτεται. Κι αποφασίζει. Άλλος τρόπος δεν υπάρχει. Πρέπει για μια ακόμη φορά να ντυθεί με το μανδύα της καλής μητέρας, αυτόν που ποτέ δεν έβγαλε, και να κάνει το σωστό, αυτό που απαιτούν η πίστη της κι οι περιστάσεις.
Πλησιάζουν Χριστούγεννα. Το κρύο είναι τσουχτερό, κι η βροχή εδώ και μέρες πέφτει ασταμάτητα χαρίζοντας ζωή στων ανάξιων αμαρτωλών τη γη. Εποχή γιορτινής ευδαιμονίας, ημέρες κάθαρσης. Θα μπορέσει επιτέλους να βάλει τα πράγματα στη θέση τους, να κάνει αυτό που έπρεπε να κάνει εδώ και καιρό.
Είναι μεσάνυχτα. Στριφογυρνά στο κρεβάτι, μα δεν μπορεί να κοιμηθεί. Όχι πως την ενοχλεί ιδιαίτερα αυτό, αλλά να, δεν περνά η ώρα. Κι όσο δεν περνά η ώρα τόσο πιο πολύ την τυραννάνε οι σκέψεις της. Πού και πού μοιάζει να κλαίει κι ύστερα φαίνεται να χαμογελά. Τα μάτια της γυαλίζουν στο σκοτάδι απάνθρωπα, τρομακτικά, λες και την έχει καταλάβει μια ιερή τρέλα. «Πότε θα ξημερώσει;» αναρωτιέται. Πότε θα ξημερώσει πια;
Ακούει την καμπάνα να χτυπά. Πετάγεται απ’ το στρώμα. Επιτέλους Χριστούγεννα. Πλένει το γερασμένο της πρόσωπο με το παγωμένο νερό της βρύσης, πλέκει τα χιονισμένα της μαλλιά περίτεχνα πλεξούδες, φοράει το καλύτερο μαύρο φουστάνι της κι ένα βαρύ γκρίζο παλτό, παίρνει την αρχαία της τσάντα και βγαίνει στο πρωινό αγιάζι.
Όταν φτάνει στην εκκλησιά είναι σχεδόν άδεια. Δυο-τρεις μόνο άλλες γριές πρόλαβαν και πήγαν εκεί πριν απ’ εκείνη. Τις καλημερίζει ζεστά και στέκεται αγέρωχη σε μία γωνία έχοντας αντίκρυ της την είσοδο. Θέλει να τις δει να έρχονται. Το λαδί των ματιών της μοιάζει απαλό, σχεδόν νοσταλγικό. Το βλέμμα της φαίνεται να τριγυρίζει στο χώρο, μια πιότερο να εξερευνά το μέσα της. Τα λόγια του παπά, οι ύμνοι των ψαλτών, δεν φτάνουν στ’ αυτιά της. «Εγώ τα έχω βρει με το θεό!» μάλλον θα σκέφτεται.
Να τες! Να τες τις δυο τους που μπαίνουν στην εκκλησιά μαζί, ταυτόχρονα. Συνένοχες στο έγκλημα, συνένοχες και στο κοινωνικό γεγονός της πίστης. Κοινωνικό γεγονός, ναι, αυτό ακριβώς είναι για κείνες η λειτουργία. Δεν πιστεύουν. Αν πίστευαν δεν θα έκαναν αυτό που έκαναν. Ωστόσο, τις κοιτάει με βλέμμα τρυφερό και λίγο λυπημένο αντί με οργή. Τις λυπάται, επειδή πούλησαν την ψυχή τους στο διάβολο.
Ο χρόνος τώρα περνά όλο και πιο γρήγορα, ξεγλιστρά λες απ’ τις χαραμάδες της γιορτής της ζωής που είναι τα Χριστούγεννα και χάνεται. Η λειτουργία τελειώνει. Βγαίνει έξω, όπως πάντα αβίαστα, και παίρνει να εύχεται Χρόνια Πολλά σε όλους τους συγχωριανούς, να μιλά λίγο μαζί τους να τους χαρίζει μια στάλα απ’ της ψυχή της το περίσσεμα. «Σας αγαπάω. Όλους σας αγαπάω», σα να θέλει να τους πει, μα κάτι την εμποδίζει.
Σιγά-σιγά κινά για το φτωχικό της σπιτικό, να φτιάξει τη σούπα. Δε θα αργήσουν να την ακολουθήσουν κι οι κόρες της, πιστές στην παράδοση της μέρας.
Όταν τις βλέπει να μπαίνουν στην κουζίνα της τις καλωσορίζει μ’ ένα πλατύ χαμόγελο και τις προσκαλεί να καθίσουν στο τραπέζι. Τα πιάτα με την αχνιστή πεντανόστιμη σούπα είναι ήδη εκεί και τις περιμένουν. Κάνει την προσευχή της. Ευχαριστεί ψιθυριστά σχεδόν το θεό, που κι αυτά τα Χριστούγεννα βρέθηκαν όλες τους εκεί και με υγεία.
Τρώνε σιωπηλά. Εκείνες σχεδόν με βουλιμία κι αυτή σιγά-σιγά, κουταλιά την κουταλιά, σαν σε ιεροτελεστία. «Το τέλος πλησιάζει», σκέφτεται. Κι έχει δίκιο. Σε λίγο η μια μετά την άλλη οι κόρες της πέφτουν αναίσθητες, σύντομα θα είναι νεκρές. Το δηλητήριο έκανε καλά τη δουλειά του. Όταν είναι πια σίγουρη ότι έχουν αφήσει το μάταιο ετούτο κόσμο, τους κλείνει τα μάτια απαλά, τις φιλά στο μέτωπο, στα μαλλιά. «Έκανα το σωστό», τους ψιθυρίζει. Σε λίγο θα τηλεφωνήσει στην αστυνομία και θα τους πει τι έγινε. Θα πάει φυλακή. Για το αμάρτημα των παιδιών της, εκείνο της απληστίας, που ήταν και δικό της, αφού αυτή τις γέννησε. Τα κρίματά της θα τα πληρώσει και σ’ αυτή και στην επόμενη ζωή, μα δεν τη νοιάζει. Έκανε το σωστό κι ας έβαψε τα χέρια της με αίμα. Ήταν καλή μάνα…

Η ζωγραφιά κλεμμένη από εδώ

Τετάρτη, 5 Αυγούστου 2009

5 Αυγούστου 2009

Για μια ακόμη φορά στην Τσιανγκ Μάι λοιπόν. Για να ζήσω ξανά τα ίδια ή ίσως και διαφορετικά; Μάλλον διαφορετικά θα είναι τα περισσότερα ετούτη τη φορά αφού δεν έχω την πίεση του χρόνου, μπορώ να μείνω εδώ όσο θέλω, να δοκιμάσω νέα πράγματα, να κάνω ό,τι μέχρι τώρα ποτέ πριν δεν έκανα. Ναι, νιώθω σαν στο σπίτι μου εδώ ή, μάλλον, ακόμη καλύτερα, αφού το μυαλό μου είναι πιο γαλήνιο, πιο καθαρό, οι ταχύτητές μου αυξάνονται αβίαστα.
Όπως λέγαμε προχθές με κάποιο περαστικό η Τσιανγκ Μάι είναι ένα από εκείνα τα μέρη που έχουν κάτι. Εκείνο το κάτι που πλανεύει, που σε καθηλώνει. Δεν είναι μόνο η ιστορία της, οι ναοί της, το βουνό και το ποτάμι της. Είναι κι οι ατελείωτοι δρόμοι κι οι μικρές γειτονιές της, το κελάηδημα των πουλιών που ακούγεται ακόμη στο κέντρο της πόλης, οι μαγικές νωχελικές της νύχτας και τα πλατιά χαμόγελα των ανθρώπων της.
Είναι… Είναι… Είναι… Πολλά τα είναι. Κι οι προσπάθειες να τα απαριθμήσει κανείς, να τα εξηγήσει, μάταιες. Το θέμα είναι ότι εκεί όπου είσαι πρέπει να νιώθεις καλά, κι εδώ νιώθω καλύτερα από οπουδήποτε αλλού.
Τώρα, για το τι θα προκύψει απ’ αυτή τη μεγάλης διάρκειας διαμονή, κανείς δεν μπορεί στα σίγουρα να πει. Πάντως θα είναι κάτι καλό, γι’ αυτό δεν έχω καμιά απολύτως αμφιβολία…

Υ.γ. Τι ανακαλύπτει κανείς τριγυρνώντας στα βιβλιοπωλεία της Τσιανγκ Μάι. Το Assegai, το νέο μυθιστόρημα του Γουίλμπουρ Σμιθ το πέτυχα σε limited hardback edition 1500 μόλις αριθμημένων αντίτυπων, στην τιμή των 140 μπατ (περίπου τρία ευρώ). Υπογραμμένο! Είναι τρελοί αυτοί οι… ρωμαίοι. Μια γρήγορη έρευνα στον γούγλη μου έδειξε ότι το πιο φτηνό αντίτυπο πωλείται γύρω στα 45 ευρώ.

Δευτέρα, 3 Αυγούστου 2009

Ο περιττός

Ήταν ένας απ’ αυτούς τους λίγους ανθρώπους που είναι με τον τρόπο τους ξεχωριστοί, που δεν μοιάζουν στ’ αλήθεια να ζούνε τη ζωή, αλλά απλά να διαβαίνουν αβίαστα τα μονοπάτια της κι αργά ή γρήγορα να χάνονται.
Τον ήξερα προτού τον γνωρίσω. Τον έβλεπα σχεδόν παντού, όπου πήγαινα στη μικρή μας πόλη. Γύρω στα πενήντα, κοντός και λίγο υπέρβαρος, φαφούτης, με μαλλιά που όλο και πιο πολύ έπαιρναν το χρώμα του γκρίζου και μάτια μαύρα, τα οποία αντί να τρομάζουν αυτόν που τα έβλεπε, απλά του φώναζαν την αθωότητά του. Αυτό ακριβώς ήταν ο Γιάννης, ένας άνθρωπος αθώος, αγνός, ένας παραπεταμένος της ζωής, που ωστόσο ποτέ του δε βαρυγκωμούσε. Πάντα με το χαμόγελο στα χείλη πήγαιν’ αυτός κι εγώ κάπου έφτασα να τον ζηλεύω.
Τον ζήλευα επειδή δεν τον ήξερα. Όταν όμως τον γνώρισα, όταν έμαθα την ιστορία του, πήρα να τον θαυμάζω. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αγγλία, μέσα στα πλούτη. Ο πατέρας του ήταν εργοστασιάρχης, κι η μάνα του κρατούσε από μεγάλο τζάκι. Είχε και δυο αδέλφια μεγαλύτερα απ’ αυτόν. Όλα στη ζωή του έμοιαζαν ν’ ακολουθούν την προδιαγεγραμμένη πορεία. Θα τέλειωνε το σχολείο, θα σπούδαζε, θα έπιανε μια δουλειά, θα γινόταν κάποιος. Αλλά η μοίρα τα θέλησε αλλιώς.
Είχε δεν είχε πατήσει τα δεκαεννιά του χρόνια όταν από τη μια στιγμή στην άλλη όλα ανατράπηκαν, όλες του οι βεβαιότητες έγιναν συντρίμμια και τα έχασε. Το μυαλό του σάλεψε. Κάποια νύχτα, οδηγώντας πιωμένος το αυτοκίνητο του πατέρα του, σκότωσε κατά λάθος μια νέα γυναίκα, κι η πτώση στην προσωπική του άβυσσο δεν άργησε καθόλου να επέλθει.
Στην αρχή ήταν το σοκ. Και μετά η συνειδητοποίηση. Η συνειδητοποίηση ότι είχε βάψει τα χέρια του με αίμα. Το μυαλό του άρχισε να παίζει παράξενα παιχνίδια, να μην μπορεί να συγκεντρωθεί σε τίποτα, να επιστρέφει ξανά και ξανά στη μοιραία νύχτα και να τον τυραννά, και πήρε να τραυλίζει. Το δικαστήριο αποφάσισε να τον θέσει υπό ιατρική παρακολούθηση, αφού δεν πέρασε από κανενός το νου η σκέψη ότι θα μπορούσε να υποκρίνεται. Τον έκλεισαν λοιπόν σε μια κλινική, τον φόρτωσαν με χάπια και πήραν να του μιλάνε και να τον ακούνε με τις ώρες, μέχρι ν’ αρχίσει σιγά-σιγά ν’ αναρρώνει, να ανακτά την επικοινωνία του με τον κόσμο. Κάποτε αντιλήφθηκαν ότι δε θα γινόταν εντελώς καλά, κι έτσι του επέτρεψαν να επιστρέψει στο σπίτι υπό την επιτήρηση της μητέρας του, αφού δεν τον θεωρούσαν επικίνδυνο. Όπως και έγινε.
Η μητέρα του στάθηκε δίπλα του σα βράχος. Πάντα τον φρόντιζε, και όσο περνούσε απ’ το χέρι της, δεν του χάλαγε χατίρι. Πίστευε ότι με την αγάπη της θα μπορούσε να τον σώσει.
Προτού όμως περάσουν λίγοι μήνες η κακοτυχία ήρθε να χτυπήσει την πόρτα της οικογένειας ξανά. Ο πατέρας του πέθανε, έτσι στα ξαφνικά, από ανακοπή καρδίας καθώς περπατούσε στο δρόμο. Ο θάνατός του, είν’ η αλήθεια, δε φάνηκε να επηρεάζει και πολύ τον Γιάννη, δεν του προκάλεσε τη θλίψη που θα περίμενε κανείς, αφού από την ημέρα που μπήκε στην κλινική ο πατέρας του πήρε να τον αντιμετωπίζει σαν ξένο. Δεν ήθελε να έχει καμία σχέση με τον «τρελό». Γι’ αυτό και φρόντισε -αν και ήταν ακόμη πολύ νέος- λες από ένα προαίσθημα, να μοιράσει την περιουσία του ανάμεσα στα άλλα δυο παιδιά του. Εκείνος θα μπορούσε να συνεχίσει να ζει στο σπίτι με τη μητέρα του, αλλά μόνο αυτό.
Με λίγες μικρές χαρές και πολλές μεγάλες πίκρες ξόδεψε τα επόμενα δέκα χρόνια της ζωής του. Τις χαρές τις έπαιρνε απ’ τη μάνα του, που μέρα και νύχτα έκανε ό,τι μπορούσε για να τον κάνει ευτυχισμένο, τις πίκρες απ’ τους άλλους ανθρώπους που τον περιτριγύριζαν, που τον κοιτούσαν μα δεν τον έβλεπαν.
Η αγάπη της μάνας έκανε το μικρό της θαύμα, αλλά δεν κατάφερε να τον γιατρέψει εντελώς, αφού κάποτε πέθανε κι αυτή. Ο Γιάννης ήταν στα τριάντα του και τώρα πια στον κόσμο δεν είχε άλλο κανένα. Τ’ αδέλφια του, άκαρδα, τον αντιμετώπιζαν σαν παράσιτο, σα στίγμα στο καλογυαλισμένο μωσαϊκό της οικογένειάς τους και δεν άργησαν να τον πετάξουν έξω απ’ το πατρικό τους σπίτι. Του έδωσαν μονάχα λίγα λεφτά και τα κλειδιά ενός σπιτιού που είχαν στο νησί και τον ξαπόστειλαν. Κι εκείνος δεν άνοιξε το στόμα του για να διαμαρτυρηθεί καθόλου. Ήξερε ότι σ’ εκείνο το σπίτι, μ’ εκείνους τους ανθρώπους, θα ένιωθε έτσι κι αλλιώς περιττός. Μάζεψε λοιπόν τα λιγοστά υπάρχοντά του και έφυγε.
Πώς να κάνει μια νέα αρχή στη ζωή κάποιος που δεν έχει τίποτα πια και είναι ολότελα μόνος; Δύσκολα. Πολύ δύσκολα. Αλλά ο Γιάννης τα κατάφερε. Πήγε στο έτοιμο να καταρρεύσει σπίτι κι άρχισε σιγά-σιγά να το φτιάχνει. Το σοβάτισε, το έβαψε, έφτιαξε τα παλιά ξύλινα παράθυρα, αντικατέστησε τα παλιά κατεστραμμένα μάρμαρα στο πάτωμα, μπάλωσε όπως-όπως και τα αρχαία φθαρμένα έπιπλα. Έπιαναν τα χέρια του.
Κάνοντάς τα όμως όλ’ αυτά, σύντομα ξέμεινε από λεφτά. Μη έχοντας άλλη επιλογή πήρε να ψάχνει για δουλειά, αλλά όπως θα περίμενε κανείς, δεν υπήρχε κάποιος πρόθυμος, ή έστω καλόψυχος αρκετά, ώστε να προσλάβει τον «τρελό». Θα πεθάνω από την πείνα, σκεφτότανε με παράπονο εκείνος. Θα πεθάνω από την πείνα και δε θα το μάθει κανείς. Κανένας δε θα κλάψει για μένα.
Η μοίρα ωστόσο είχε άλλα σχέδια για κείνον, έτσι κάποια μέρα καθώς περιφερόταν άσκοπα στους δρόμους της πόλης άκουσε κάποιον να τον φωνάζει να πάει κοντά του. Αυτός υπάκουσε και όταν εκείνος τον ρώτησε αν θα τον ενδιέφερε να δουλέψει για λίγες ώρες, για πρώτη φορά άφησε να εμφανιστεί στα χείλη του ένα πλατύ χαμόγελο. Θέλω, απάντησε συνεσταλμένα. Ξόδεψε τις επόμενες λίγες ώρες ξεφορτώνοντας σακιά με πατάτες από ένα φορτηγό και στο τέλος της μέρας πήρε στα χέρια του τον πρώτο μισθό. Το βράδυ στο σπίτι του, απολαμβάνοντας επιτέλους ένα καθώς πρέπει δείπνο σκέφτηκε ότι, Αυτό είναι. Αυτό είναι που πρέπει να κάνει. Να ψάχνει δηλαδή για μικροδουλειές της μέρας, που ίσως να μην του αποφέρουν πολλά λεφτά αλλά που θα είναι αρκετά για να εξασφαλίσουν την επιβίωσή του. Από το τίποτα..
Περισσότερα από είκοσι χρόνια έζησε έτσι ο Γιάννης. Κι όλοι οι μάστορες της πόλης έφτασαν να τον γνωρίσουν και να τον συμπαθήσουν, αλλά φίλος του δεν έγινε κανένας. Δεν ήθελαν και πολλά πάρε-δώσε μαζί του οι «αξιοπρεπείς». Εκείνος τους καθάριζε τα υπόγεια και τις αποθήκες, τους μάζευε τα σκουπίδια, τους μπογιάτιζε τους τοίχους, τους μετέφερε τα εμπορεύματα, τους έκανε όλα τα θελήματα. ήτανε πολύ χρήσιμος, αλλά στη ζωή τους ξένος. το θύμα και της δήθεν καλοσύνης τους το άλλοθι. Κάποια φορά μάλιστα κάποιος απ’ αυτούς, ένας άνθρωπος κατά βάθος καλός που για μια στιγμή σαλτάρισε, δίχως κανένα απολύτως λόγο τον χτύπησε, του έσπασε τα δόντια, αλλά αυτός δεν κράτησε κακία. Μα ούτε και παραπονέθηκε ποτέ για τον τρόπο που τον μεταχειρίζονταν, που στην ουσία τον εκμεταλλεύονταν, οι άνθρωποι. Ποτέ του δεν είπε λόγο κακό για κανένα. Πάντα δούλευε σκληρά και χαμογελούσε, και διέσχιζε τραυλίζοντας, παραμιλώντας, την πόλη απ’ άκρη σ’ άκρη, προσπαθώντας να βγάλει τα προς το ζην. Ποτέ δε ζητιάνεψε. Ποτέ δεν παρακάλεσε κανένα για τίποτα.
Κάποια μέρα, έτσι απλά, εξαφανίστηκε από προσώπου γης. Για μέρες και μέρες δεν έκανε πουθενά την εμφάνισή του κι όλοι αναρωτιόντουσαν τι του συνέβηκε. Ωστόσο κανείς δεν κούνησε το δαχτυλάκι του για να κάνει κάτι. Τι ήταν άλλωστε ο Γιάννης γι’ αυτούς; Ένα τίποτα.
Μετά από μερικές βδομάδες άκουσα ότι κάποιος τον βρήκε νεκρό στο πάρκο κάτω από τα τείχη της πόλης. Καθότανε σ’ ένα παγκάκι κι έμοιαζε να χαμογελάει. Η αστυνομία όταν πήγε στο σπίτι του βρήκε ένα φάκελο γεμάτο λεφτά κι ένα σημείωμα: «Για μένα και τη μητέρα μου», έγραφε. Κατάλαβαν. Προέβλεψε το θάνατό του κι η στερνή του επιθυμία ήταν να ταφεί δίπλα στη μάνα του. Επικοινώνησαν με τα γερασμένα, μα αμετανόητα ακόμη αδέλφια του, και κανόνισαν τα της μεταφοράς. Νεκρός, δεν ήταν πια περιττός.


Η ζωγραφιά κλεμμένη από εδώ

Κυριακή, 2 Αυγούστου 2009

Ο άλλος κι ο άλλος

Πρώτα γνώρισα τον ένα κι ύστερα τον άλλο. Πρώτα την οργή και μετά τη γαλήνη.
Ήμασταν καμιά δεκαριά άτομα στην αυλή μιας ταβέρνας, τρώγαμε και πίναμε, και ακούγαμε. Ακούγαμε κάποιον να μιλά χωρίς σταματημό, γι’ αυτά που έκανε, γι’ αυτά που πέτυχε, γι’ αυτά που θα ήθελε να κάνει, για το μεγαλείο του με λίγα λόγια. Τον τύπο τον ήξερα από παλιά. Όταν τον είδα εμπρός μου με το που έφτασα εκεί σκέφτηκα: δεν μπορεί θα τον άλλαξε κι αυτόν ο καιρός, θα τον έκανε λίγο πιο σοφό, αλλά δεν. Ο ίδιος παρέμεινε, όπως τον θυμόμουνα, κάποιος που ήτανε αγιάτρευτα ερωτευμένος με τον εαυτό του. Το εγώ του ήταν ο κόσμος όλος, κι ολόκληρος ο κόσμος όφειλε να τον θαυμάζει γι’ αυτόν.
Για ώρα πολύ καθόμουνα σαν σε αναμμένα κάρβουνα, προσπαθούσα να συγκρατήσω τον εαυτό μου, να τον καταπιέσω, να μην τον αφήσω να μιλήσει, αφού στο κάτω-κάτω της γραφής ήμουνα προσκεκλημένος σε κάποια γιορτή και δεν έπρεπε να κάνω χαλάστρα στον οικοδεσπότη. Μη βρίσκοντας άλλη λύση, έκανα αυτό που κάνω καλύτερα απ’ το καθετί. Κλείστηκα στον εαυτό μου κι άρχισα με το μέσα μου βλέμμα να ταξιδεύω σε κόσμους μακρινούς, γαλήνιους, όπου δεν έχουν θέση οι ξερόλες. Κάθε φορά που έστρεφα και πάλι για λίγο την προσοχή μου στον κόσμο τον αληθινό, τον ψεύτικο, αντιλαμβανόμουνα δίχως καμία έκπληξη ότι ο τύπος συνέχιζε ακάθεκτος το μονόλογό του, προκαλώντας σε κάποιους τη δυσφορία και σε κάποιους άλλους τον ανυπόκριτο θαυμασμό. Οι τελευταίοι έμοιαζαν πρόθυμοι να χειροκροτήσουν την κάθε του λέξη, να επικροτήσουν την κάθε του πράξη. Στο κάτω-κάτω της γραφής ήταν διάσημος, ένας άνθρωπος των γραμμάτων αναγνωρισμένος, κάποιος που έκανε πολλά, ένας διανοούμενος. Το μόνο που δεν έμαθε ποτέ του, όπως φαίνεται, ήταν την αξία της σιωπής, την απόλαυση της ακρόασης. Εκείνες τις στιγμές σκεφτόμουνα, θυμάμαι, ότι αν είσαι αυτοκτονικός κανείς άλλος δεν μπορεί να σε πείσει γρηγορότερα να πατήσεις τη σκανδάλη από ένα διανοούμενο.
Αν συνέχιζε για πολύ ακόμη ώρα το βιολί του θα έβρισκα μια ψεύτικη δικαιολογία και θα σηκωνόμουνα να φύγω. Ευτυχώς όμως με έσωσε εκείνος ο ίδιος απ’ τον κόπο. Αφού χόρτασε τη ματαιοδοξία του, απολογήθηκε ευγενικά και την έκανε βιαστικά, αφού είχε λέει άλλες υποχρεώσεις. Αναστέναξα με ανακούφιση, αλλά όχι φανερά, μην τύχει και πληγώσω τους οπαδούς του.
Λίγα λεπτά μετά κατέφθασε στο τραπέζι μας ένα άλλο διάσημο τέκνο του νησιού, ένας λαϊκός τραγουδιστής. Ντυμένος απλά, σεμνός, λιγομίλητος. Αυτόν τον γνώριζα μονάχα από την εμφάνισή του σε μια ταινία, όπου χτύπησε, όπως λέμε, τα ρέστα του. Γνήσια λαϊκή φωνή, γνήσιος άνθρωπος του λαού. Κάποιοι απ’ τους θαυμαστές του φευγάτου, πήραν να του πλέκουν κι αυτουνού το εγκώμιο, να του χαρίζουν κομπλιμέντα. Λίγα είν’ η αλήθεια, αλλά και πάλι κομπλιμέντα. Κι αυτός τα άκουγε σκυφτός, αμήχανος, σχεδόν αμίλητος. Συμμετείχε μοναχά στη γενική συζήτηση, δε μιλούσε για τον εαυτό του, δεν μας είπε τίποτα γι’ αυτά έκανε ή που σκοπεύει να κάνει. Η συνύπαρξή μας στο ίδιο τραπέζι μού έδωσε μεγάλη χαρά. «Αυτό είναι», σκεφτόμουνα. «Αυτό είναι το σωστό. Αυτός είναι ο σωστός. Μιλάει όταν πρέπει, δε διακόπτει τους άλλους, δεν αμπελοφιλοσοφεί».
Το υπόλοιπο της βραδιάς πέρασε ευχάριστα, συζητώντας περί ανέμων και υδάτων, πίνοντας, σιωπώντας. Η παρουσία του λες και επέβαλε κάποιου είδους γαλήνη στο χώρο. Ακόμη κι όταν αναγκάστηκε να απαντήσει σε μια προσωπική ερώτηση το έκανε αβίαστα, όπως πίνει κανείς ένα ποτήρι καλό κόκκινο κρασί.
«Τι θα ήθελες να κάνεις όταν βγεις στη σύνταξη;»
«Να πηγαίνω στο καφενείο και να παίζω τάβλι ή χαρτιά. Να περπατώ στα βουνά και να μαζεύω χόρτα. Κι όποτε μου κάνει κέφι να τραγουδάω». Ωστόσο, δεν τραγουδάει μοναχά, γράφει και ποίηση, την οποία κρατάει κλειδωμένη στα συρτάρια του, αφού αν και έχει περάσει τα πενήντα του χρόνια δε νιώθει ακόμη έτοιμος να την εκδώσει. Μια αιωνιότητα είναι η ζωή και μια μέρα.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Σάββατο, 1 Αυγούστου 2009

Έρωτας στη Βενετία

Προσπαθώντας να βάλω σε μια τάξη τα διηγήματα που έχω ανεβάσει εδώ ανακάλυψα ότι άφησα έξω την πρώτη ιστορία που έγραψα πριν δεκατρία τόσα χρόνια, τον Έρωτα στη Βενετία. Με την ευκαιρία αυτή λοιπόν την ανεβάζω σήμερα. Και μια σημείωση: Αφού τα (ογδόντα!!!) διηγήματά μου δεν προβλέπεται να εκδοθούν στο άμεσο ή και το απόμακρο μέλλον τα μάζεψα όλα σε μια στήλη εδώ δίπλα, μαζί με την Απολογία της Μηδείας. Διαβάστε (αν θέλετε τυπώστε), σκουπίστε, τελειώσατε.

“Ραντεβού στη Βενετία, κάθε δέκα χρόνια”. Αυτή ήταν η συμφωνία, τρελή γλυκιά συμφωνία, που ’κλεισα με τη Φωτεινή, πριν τρεις - τόσες - δεκαετίες, καθώς αποφοιτούσαμε από το Λύκειο.
Με τη Φωτεινή είχαμε σμίξει στην τρέλα μας, τα θρυλικά εκείνα χρόνια, τα μαθητικά. Πάντα μαζί. Σιαμαίους μας αποκαλούσαν τα άλλα παιδιά και οι καθηγητές, και γελούσαν. “ Αυτοί μια μέρα θα παντρευτούν και θα κάνουν παιδιά ”, έλεγαν εκείνοι που νόμιζαν πως γνώριζαν. Οι αιώνιοι παντογνώστες των ξένων ζωών.
Εμείς, απλά αδιαφορούσαμε για όλα όσα συνέβαιναν γύρω μας. Δε δίναμε δεκάρα για κανένα και τίποτα. Είχαμε φτιάξει το δικό μας κόσμο, τον ιδανικό, τον αμόλυντο, τον ουτοπικό.
Για τρία χρόνια ήμασταν μαζί στις κοπάνες, μαζί στις πλάκες, μαζί στις αποβολές, μαζί καπνίσαμε το πρώτο τσιγάρο, μαζί γίναμε για πρώτη φορά λιώμα απ’ το πολύ ποτό. Τελικά η Φωτεινή έγινε ασυγχώρητα φανατική καπνίστρια, μόνο και μόνο για να βλέπει: “ Το μόνο πράγμα που καίγεται για μένα ”.
Πριν να τη γνωρίσω, εγώ ήθελα να γίνω παπάς κι εκείνη γραμματέας. Μετά από τρία χρόνια επώδυνης, και - γιατί όχι; - γλυκιάς, σχολικής συμβίωσης, αποφασίσαμε κι οι δυο, με μια φωνή, να γίνουμε δημοσιογράφοι. Τι σιαμαίοι θα ήμασταν άλλωστε αν δεν ακολουθούσαμε τους ίδιους επαγγελματικούς δρόμους; Κι αυτά, ενώ οι βαθμοί μας μετά βίας περνούσαν τη βάση. Σύμφωνα με κάποιο σοφό καθηγητή, με τέτοιους βαθμούς, θα ήμασταν τυχεροί αν γινόμασταν ρακοσυλλέκτες.
Σαν τελειώσαμε το σχολείο, είδαμε με αληθινό πόνο, τη γλυκιά συμβίωσή μας στην τρέλα, να φτάνει στο τέλος της. Οδυνηρή, σαν αόρατο μαχαίρι που ξεσκίζει τα σωθικά, ήταν εκείνη η ώρα, εκείνη η μέρα.
Στο αποχαιρετιστήριο πάρτι των τελειοφοίτων ήμασταν σα χαμένοι. Ήμασταν εκεί, αλλά και κάπου αλλού, σε κόσμους που δεν μπορεί να δει το μάτι. Με τη σκέψη, με τα λόγια, με το άγγιγμά μας, ταξιδεύαμε μοναχοί, δίχως έγνοιες, σ’ άλλα μέρη, μακρινά, εξωτικά, ονειρικά. Δίναμε φιλιά και όρκους αιώνιας αγάπης. Μαζί, δώσαμε, και την υπόσχεση που θα σημάδευε για πάντα τη ζωή μας, που θα μας στοίχειωνε: “Όπου κι αν μας βγάλει το μονοπάτι της ζωής, ό,τι κι αν κάνουμε, ό,τι κι αν γίνουμε, να μην ξεχάσουμε ποτέ ο ένας τον άλλο, και να ανανεώνουμε κάθε δέκα χρόνια τη γνωριμία μας, τον έρωτά μας στη Βενετία, στη γνωστή Πλατεία του Αγίου Μάρκου ”. Στην Πλατεία του Αγίου Μάρκου, γιατί ήταν η μόνη που ξέραμε στα σίγουρα ότι υπάρχει.
Για μας η Βενετία τότε ταυτιζότανε με ό,τι το πιο ωραίο, το πιο ρομαντικό. Ήταν κάτι, σαν ένα όνειρο απόμακρο, αλλά όχι άπιαστο. Σαν το μάθανε τα άλλα παιδιά βαλθήκανε να μας δουλεύουν. Έλεγαν πως, πολύ πριν να περάσουν τα δέκα χρόνια θα παντρευτούμε ο καθένας με κάποιον άγνωστο, και θα ξεχάσουμε όλες τις υποσχέσεις και τους όρκους για παντοτινή αγάπη. Οι άλλοι! Αυτοί πάντα νομίζουνε πως ξέρουν κάτι παραπάνω.
Μετά από λίγα χρόνια συνάντησα τη Φωτεινή στο γάμο μιας από τις παλιές μας συμμαθήτριες, στην Αθήνα. Η καρδιά μου σκίρτησε, χάρηκε, πόνεσε, μόλις την αντίκρυσα. Ήτανε τόσο πολύ αλλαγμένη, τόσο όμορφη, τόσο θλιμμένη. Τόσο προσιτή κι απόμακρη. Κάπνιζε σα φουγάρο και φαινόταν να πίνει πολύ. Είχε γίνει γραμματέας. Εγώ δημοσιογράφος.
Δε μιλήσαμε πολύ. Ήταν με τον πατέρα της, ένα αμίλητο στρατιωτικό, που σαν τον έβλεπες ανατρίχιαζες και σκεφτόσουνα: “ Αμάν Θεούλη μου, τι γίγαντας είναι αυτός; ”. Στο πρόσωπο είχε μια έκφραση που σαν να φώναζε από μακρυά:
“ Προσέξτε σκουλήκια να μη σας πατήσω ”.
Ζούσε, μου ’χε πει, στη Θεσσαλονίκη. Δεν είχε παντρευτεί, αλλά ούτε και είχε ξεχάσει για μια στιγμή την υπόσχεση που ’χαμε δώσει. Πριν να φύγει υπό τη συνοδεία του στρατηγού Πινοσέτ, με τράβηξε παράμερα και μου ’σκασε ένα παθιασμένο φιλί στα χείλη. “ Θα σε δω ”, ήταν τα τελευταία της λόγια. Θα σε δω...
Μιλώντας με τα υπόλοιπα παιδιά ανακάλυψα πως η μεγάλη πλειοψηφία ήταν ήδη παντρεμένοι. Μερικοί είχαν και παιδιά. Πολλοί δούλευαν σε τράπεζες ή δημόσιες υπηρεσίες, κι άλλοι σε γραφεία, κάποιοι ξεζούμιζαν ακόμη την τσέπη του μπαμπά. Είχαν ενσωματωθεί για τα καλά στο σύστημα. Απόκτησαν πιστωτικές κάρτες, κύρος, αυτοκίνητα με δόσεις, διαμερίσματα μ’ ενοίκιο. Πιάσαν την καλή! Με δυο λόγια ξόδευαν περισσότερα απ’ όσα είχαν. Τους λυπήθηκε η ψυχή μου. Νόμιζαν κι αυτοί πως ζούσαν.
Ίσως να ’μουν ο μόνος που διατήρησε την τρέλα του, τη γλυκιά εφηβική τρέλα. Ο μόνος που δεν είχε γίνει ακόμη “ ασφαλής ”, “ κύριος ”, βολεμένος. Απολάμβανα την ελευθερία της δωρεάν στέγης, μιας συναρπαστικής δουλειάς, ατέλειωτων ταξιδιών σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης. Ζούσα.
Τα χρόνια κύλησαν γρήγορα, όσο γρήγορα κυλάει κι η ζωή μας και χάνεται, και στα 28 μου πια, στις 10 του Σεπτέμβρη του 19--, λίγο μετά το μεσημέρι, μέρα Σαββάτο, βρέθηκα στην Πλατεία του Αγίου Μάρκου στη Βενετία. Πρώτη φορά είχα νιώσει τόσο μεγάλη αγωνία μέσα μου. “Δε θα ’ρθει ”, σκεφτόμουνα. Σε κάτι τέτοιες στιγμές η σκέψη μου πάει πάντα προς το χειρότερο. “ Δε θα ’ρθει ”, επέμενα, κι ας γνώριζα βαθιά μέσα μου πως ήταν ήδη εκεί, πως θα την έβλεπα, θα την κρατούσα, θα τη φιλούσα.
Έκανα το γύρο της πλατείας δυο φορές, σχεδόν τρέχοντας. Πριν αρχίσω για την τρίτη διαδρομή την είδα. Παρακολουθούσε ατάραχη ένα συρφετό τουριστών, που σχημάτιζε ατέλειωτες ουρές για να μπει στο μεγαλοπρεπή ναό. Την πλησίασα χωρίς να με αντιληφθεί. Κοντοστάθηκα κι άρχισα να μελετώ απ’ το πλάι το πρόσωπό της. Θέ μου, πόσο όμορφη φάνταζε στα μάτια μου, πόσο ξεχώριζε μέσα στο πλήθος, με τα μακριά, ολόισια, παράφορα μαύρα μαλλιά της, αφημένα στη σιγουριά των ώμων και της πλάτης, στο φύσημα του αγέρα, με το αφηρημένο βλέμμα της ανυπομονησίας, με εκείνη την υπέροχη ορθή κορμοστασιά. Αυτή ήταν η Φωτεινή μου, ο μεγάλος, ο ασίγαστος έρωτας από τα χρόνια της αθωότητας, ο έρωτάς μου.
Δεν ξέρω για πόση ώρα παρέμεινα εκεί μαρμαρωμένος να την κοιτάω, να θαυμάζω τη μεγαλειώδη της χάρι, δίχως να τολμώ να της μιλήσω, για να μη χαλάσω τη μαγεία της στιγμής. Κάποτε, όμως, την πλησίασα και τη φιλοδώρησα μ’ ένα ζεστό της αγάπης φιλί, στο δεξί μάγουλο. Γύρισε αμέσως προς το μέρος μου και ρίχτηκε στην αγκαλιά μου. Δε φάνηκε να ξαφνιάζεται. Επιτέλους, μετά από τόσα χρόνια ήμασταν και πάλι μαζί. Οι δυο μας μόνο. Οι δύο τρελοί, οι αμετανόητοι, οι ρομαντικοί, οι…σιαμαίοι.
Τριγυρνούσαμε με τα πόδια, για ώρα πολλή στους στενόμακρους δρόμους και τα σοκάκια της Βενετίας ψάχνοντας για ξενοδοχείο, κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου, και στο άλλο, το ελεύθερο, τις λιλιπούτειες αποσκεύες μας. Θα μέναμε μαζί για ένα μόλις Σαββατοκύριακο.
Η αναζήτηση στέγης για τον έρωτά μας, στάθηκε δύσκολη υπόθεση, μια και η Βενετία το Σεπτέμβρη μοιάζει με μια τεράστια, βρεγμένη τουριστοπολιτεία. Όλα τα ξενοδοχεία και οι πανσιόν γύρω από το σιδηροδρομικό σταθμό της Σάντα Λουτσία και το Κανάλε Γκράντε, ήταν καταλημμένα από πλήθη τουριστών...βρετανούς, γαλλούς, γερμανούς, έλληνες και γιαπωνέζους. Τελικά, καταλήξαμε σε μια μικρή πανσιόν στην Κάλλε ντελ Κρίστο, όπου ο συμπαθής καραφλός ιδιοκτήτης μιλούσε και “λίγκα ελληνικά”.

Τις δυο εκείνες μέρες τις ζήσαμε, σαν σε... παραμύθι. Ήμασταν ευτυχισμένοι. Ανακαλύψαμε την έννοια της λέξης ευτυχία. Τρέχαμε στα δρομάκια, απολαμβάναμε σα μαγεμένοι, σα μωρά παιδιά, τις εικόνες που ξετυλίγονταν μπρος στα έκπληκτα μάτια μας, δακρύζαμε απ’ τη χαρά, απ’ τη συγκίνηση του να είμαστε μαζί.
Βγάλαμε αμέτρητες φωτογραφίες - μέρα και νύχτα - στην Πόντε ντε Ριάλτο, αρμενίσαμε με τη συνοδεία τροβαδούρων και κιθάρας μέσα από τα όχι και τόσο βρώμικα τότε κανάλια, σταθηκαμε στην ουρά για να δούμε το λαμπρό ναό του Σάντο Μάρκο, και μετά, φιλέψαμε με καλαμπόκι και φωτογραφηθήκαμε με τα κυπριακά - σύμφωνα με την παράδοση - περιστέρια της πλατείας, απολαύσαμε τον εσπρέσο και τον καπουτσίνο μας, στο Καφέ Φλοριάν, υπό τη σκιά του Έρνεστ Χέμινγουεϊ και του Έζρα Πάουντ, πήγαμε στο Λίντο. Κι όλα αυτά μέσα σε δυο μόνο μέρες, τις πιο ωραίες της ζωής μας, όπως μονολογούσαμε.
Τα όνειρα δυστυχώς δεν κρατούν ποτέ πολύ. Ειδικά τα όμορφα όνειρα. Σε αντίθεση με τους εφιάλτες, που μας κυνηγάνε μια ζωή.
Το δεύτερο βράδυ της τόσο εφήμερης ευτυχίας μας, δεν κλείσαμε μάτι. Μετά τα μεσάνυχτα, που η Βενετία παρουσίαζε την όψη μιας σιωπηλής πολιτείας, φροντίσαμε να χαθούμε στα δρομάκια και τα στενά της, κάτι που δε χρειάστηκε και ιδιαίτερη προσπάθεια, αφού είτε το θέλαμε είτε όχι, βρισκόμασταν σ’ ένα τεράστιο λαβύρινθο.
Το βράδυ εκείνο ανοίξαμε τις καρδιές μας. Μιλήσαμε για τους τόσο διαφορετικούς δρόμους που πήραμε στη ζωή, για τα ωραία και τ’ άσχημα, τις πίκρες και τις ατέλειωτες απογοητεύσεις, για τον παιδικό - εφηβικό μας έρωτα, που δεν έφτασε ποτέ στο αποκορύφωμά του. “ Θύμασαι τότε…”, λέγαμε, μια εγώ, μια κείνη, κι αναστενάζαμε βαθιά με θλίψη ή σκάγαμε στα γέλια.
Μου ’πε πως η ζωή της ήταν ένα καθημερινό μαρτύριο, ότι ποτέ δεν μπόρεσε να κάνει αυτό που η ίδια ήθελε, ότι ήθελε να είναι διαφορετική, αλλά δεν την άφηναν οι προκαταλήψεις του κύκλου που την περιέβαλε να ενεργήσει, ότι κάθε φορά που προσπαθούσε να κάνει κάτι λίγο ξεχωριστό, κάτι δικό της, η οικογένειά της τής έφραζε το δρόμο (μεγάλη σκλαβιά η οικογένεια). Μου ’πε ακόμη πως ήταν απογοητευμένη απ’ τους ανθρώπους γενικά, που θεωρούν σα δίκαιο μόνο το δικό τους…Τότε ήταν που έσκασε κι η βόμβα: “Μόλις γυρίσω στη Θεσσαλονίκη θα παντρευτώ μ’ ένα αξιωματικό του στρατού, στον οποίο έχει δώσει το λόγο του ο γέρος μου”.
Ένιωσα ολόκληρο τον από μέσα μου κόσμο να γκρεμίζεται σα χάρτινος πύργος, και τα κομμάτια του να σκορπούν σαν αναμνήσεις στον άνεμο. Μια μαύρη σκιά, σαν το θάνατο, σκέπασε την ψυχή μου. Παρέμεινα να την κοιτάω σαν αποβλακωμένος. Θα’ πρεπε να μιλήσω, να πω κάτι, αλλά τι; Δεν το χωρούσε το μυαλό μου κάτι τέτοιο. Δεν ήθελα, δεν μπορούσα να πιστέψω ότι άκουσα εκείνα τα λόγια να βγαίνουν σα μαχαίρι και να με σφάζουν, απ’ τα μοναδικά χείλη που αγάπησα.
“Βαρέθηκα να με κατατρέχουν. Θα κάνω ό,τι θέλουν, φτάνει να με αφήσουν επιτέλους ήσυχη”, είπε σε λίγο σπώντας τη θανατερή σιωπή. Κι εγώ απορημένος, αγανακτισμένος, διάβαζα με πόνο στο πρόσωπό της την απόλυτη εγκατάλειψη. Την εγκατάλειψη του ονείρου, της χαράς, της ζωής. Ανταριασμένος άρχισα να καταριέμαι τον κόσμο τούτο, για τους χίλιους, μύριους τρόπους που βρίσκει για να σκοτώνει τα παιδιά του.
Καθώς η εξομολόγησή της συνεχιζόταν, την κρατούσα σφικτά στην αγκαλιά μου, φοβόμουνα μη μου φύγει. Τη φιλούσα στα μαλλιά, της στέγνωνα τα δάκρυα που φαίνονταν να ρέουν απ’ το πιο βαθύ της θλίψης πηγάδι. Καθόμασταν σε κάποιο παγκάκι, σε μια από τις πολλές μικρές πιάζας της πόλης, και γύρω μας επικρατούσε μια νεκρική σιγή. Λες κι ο χρόνος εκείνες τις στιγμές είχε σταματήσει. Λες κι ο μοναδικός ήχος που μπορούσε να ακουστεί σ’ όλη την οικουμένη, ήταν το τραγούδι των λυγμών της.
Αγκαλιασμένοι, αγαπημένοι, με δάκρυα στα μάτια και πόνο στην ψυχή, είδαμε το θανατηφόρα μαύρο χρώμα τ’ ουρανού να ξεβάφει, και να δίνει τη θέση του στον ορίζοντα, σ’ ένα ελαφρύ στην αρχή, αλλά όλο και πιο έντονο στη συνέχεια, ροζ μοτίβο. Τότε, αφήσαμε το παγκάκι μας, που είχε τώρα μια ακόμη ιστορία να θυμάται, και πήγαμε στην πανσιόν. Εκεί ολοκληρώσαμε με δέκα χρόνια καθυστέρηση, το μεγάλο μας έρωτα.
Πόσο γλυκειά κι αδύνατη φάνταζε, έτσι εκτεθιμένη, μέσα στη ζεστή αγκαλιά μου! Πόσο απροστάτευτη! Αυτή, που κάποτε ήταν σωστό αγρίμι, δυνατή, αποφασισμένη για όλα, έτοιμη να σαλπάρει με καράβι την τρέλα και να κατακτήσει τον κόσμο όλο. Πόσο μας αλλάζουν, πόσο μας φθείρουν, πόσο σκοτώνουν την ψυχή και τα όνειρά μας ο χρόνος και οι άλλοι ανθρώποι!
Φύγαμε από την πανσιόν αγκαλιασμένοι, αμίλητοι, τυλιγμένοι μέσα στο ανάλαφρο μαγικό πέπλο της πρόσκαιρης ευτυχίας. Τη συνόδευσα μέχρι το σταθμό της Σάντα Λουτσία. Θα ’παιρνε το τρένο για την Αγκώνα και μετά καράβι για την Ηγουμενίτσα, ενώ εγώ θα πετούσα για Βεγγάζη, μέσω Ρώμης, για μια διάσκεψη αραβικών κρατών. Η ζωή μας έστελνε και πάλι σε δρόμους μοναξιάς, διαφορετικούς.
Αποχαιρετώντας με μου χάρισε το πιο γλυκό της φιλί, το πιο υπέροχο χαμόγελο. “Σε δέκα χρόνια λοιπόν;”, ρώτησε, αλλά δεν περίμενε να πάρει απάντηση, αφού ήδη τη γνώριζε. Τα θλιμμένα μάτια, το βεβιασμένο χαμογέλο, οι νευρικές κινήσεις, τα έλεγαν όλα. Σε δέκα χρόνια! Παρέμεινα στο σταθμό, μέχρι που είδα το τρένο να φεύγει και σιγά σιγά να χάνεται από τα μάτια μου, παίρνοντας μαζί του ό,τι πιο πολύτιμο είχα - μα δεν είχα - στη ζωή μου.

Μετά την επιστροφή μου από τη Λιβύη παραιτήθηκα από την εφημερίδα. Αισθανόμουνα άσχημα με τον εαυτό μου. Είχε περάσει πάρα πολύς καιρός απ’ την τελευταία φορά που “έκανα επανάσταση μόνος στο δωμάτιό μου”. Μάζεψα λοιπόν όλες τις οικονομίες μου, πούλησα όσα - όσα τα λιγοστά προσωπικά μου αντικείμενα και το’ ριξα στα ταξίδια. Έπαιρνα μεγάλα ρίσκα γιατί πάντα μου άρεσε να πέφτω με πάταγο. Αίγυπτος, Ινδία, Πακιστάν, Αυστραλία, Γερμανία, Ιρλανδία, Πορτογαλία… Ήμουνα αλήτης και χαιρόμουνα εκείνη την απόλυτη ελευθερία της έλλειψης προορισμού.
Κάποτε όμως γύρισα στην Αθήνα. Ένιωθα αναγεννημένος. Βρήκα αμέσως δουλειά σ’ ένα κινηματογράφο σα βοηθός οπερατέρ. Σαν έμαθα τη δουλειά μ’ αφήσανε μόνο. Ήμουν μοναχός σ’ ένα σινεμά γιομάτο κόσμο, και το απολάμβανα.
Τίποτα όμως στη ζωή μου δεν κράτησε ποτέ πολύ. Κάποιο βράδυ, δυο χρόνια μετά, κι αφού είχα ήδη βαρεθεί κι αυτή τη δουλειά, είδα την πομπίνα με την ταινία να πέφτει απ’ τη μηχανή προβολής και να κατεβαίνει βιαστικά τα σκαλοπάτια. Είχα ξεχάσει να κλείσω μια μικρή ασφάλεια, ένα λάθος ασυγχώρητο. Αρκετά μέτρα ταινίας καταστράφηκαν, η παράσταση έμεινε στη μέση, μέχρι να μοντάρω και πάλι τα δύο μη καταστρεμμένα άκρα, κι άκουσα τη μεγαλύτερη ποικιλία βρισιών που θα μπορούσε να φανταστεί κανείς. Καλά, ακόμη διερωτούμαι, τόσο πολύ τους πείραξε το ότι θα έβλεπαν δέκα λεπτά λιγότερα από το “Pulp Fiction”; Τι σου είναι ο άνθρωπος! Πάντα έλεγα ότι ήμουνα ευσυνείδητος υπάλληλος. Έτσι, μετά από όλ’ αυτά, αποφάσισα να παραιτηθώ για λόγους… ευθιξίας.
Μετά απ’ την παραίτηση αποφάσισα ότι η Αθήνα ήτανε πολύ μεγάλη για μένα, και πολύ θορυβώδης. Νέφος, φασαρία, φραπέ. Μπούχτισα. Έτσι προτού αλέκτωρ λαλήσει, πήρα τα ομάτιά μου και κίνησα για το Ρέθυμνο. Βρήκα δουλειά σ’ ένα ξενοδοχείο. Δούλευα τα βράδυα, και έμενα σ’ ένα μικρό δωμάτιο, που μου παραχώρησαν τα αφεντικά - καλά γεροντάκια. Έτσι τα έξοδά μου ήταν ελάχιστα.
Για τρία ολόκληρα χρόνια παρέμεινα εκεί, γνωρίζοντας κόσμο και κοσμάκη - περισσότερους γαλλογερμανούς παρά έλληνες. Ανάμεσά τους ήταν και η Χλόη, μια γερμανίδα που ήρθε στην Ελλάδα με ώτο στοπ. Δούλευε σ’ ένα μπαράκι, για να τα κονομήσει λίγο και να συνεχίσει τις περιπλανήσεις της. Σχεδίαζε να πάει στην Ινδία, το Νεπάλ και τη Μπανγκόκ. Την άκουγα να μου μιλάει για τα σχέδιά της με τόσο ενθουσιασμό, που μονολογούσα: “ Αχ και να’ μουν 15 χρόνια νεώτερος ”. Αλλά δεν ήμουν. Ήμουνα 38 τόσων χρόνων - φωτιά στα μπατζάκια μου - είχα ήδη υποβάλει μια ακόμη μεγαλοπρεπή παραίτηση, και σε λίγες βδομάδες θα βρισκόμουνα στη Βενετία.
Παρασκευή βράδυ, της πρώτης βδομάδας του Αυγούστου, έφυγα απ’ το Ρέθυμνο. Σάββατο βράδυ βρέθηκα πάνω σε ένα καράβι που εκτελούσε τη γραμμή Πάτρα - Μπρίντιζι. Τέσσερις ολόκληρες βδομάδες περιπλανήθηκα στην Ιταλία: Σικελία, Καζέρτα, Πεσκάρα, Ρώμη, Ασίζη, Φλωρεντία, Μιλάνο, Μπολώνια. Στη Μπολώνια επισκέφθηκα και μια φίλη μου απ’ τα παλιά, τη Γιώτα. Η κακομοίρα προσπαθούσε εδώ και κάτι αιώνες να γίνει γιατρός. Η καταγωγή της ήταν απ’ το Αίγιο, γεγονός που δικαιολογεί και τους μετέπειτα σεισμούς. Πάντα διακρινόταν για τα φιλοζωικά της αισθήματα και όπως μου εξομολογήθηκε τότε, για τρία χρόνια περίμενε τη στείρα γάτα της να γεννήσει. Την άφησα μ’ ένα πλατύ χαμόγελο στα χείλη…Ακριβώς, επειδή την άφησα.

Το πρώτο Σαββατοκυρίακο του Σεπτέμβρη βρέθηκα στη Βενετία, στην ίδια πολυαγαπημένη πανσιόν, που δέκα χρόνια πριν είχε φιλοξενήσει τον έρωτα, και τη μοναξιά μας. Είχα φτάσει πρώτος. Πήρα ένα δωμάτιο στο δεύτερο όροφο, ανέβηκα πάνω και την περίμενα. “ Όπου να’ ναι θα’ ρθει ”, καθησύχαζα τον εαυτό μου, καθώς η αγωνία μου σιγόκαιε τα σωθικά.
Σαν άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα η Φωτεινή τρόμαξα να την αναγνωρίσω. Είχε γίνει λεπτή σα βέργα, τα μάτια είχαν βουλιάξει στις κόγχες τους, το πρόσωπό της μου φάνηκε χλωμό, εγκαταλειμμένο από ζωή, τα τόσο πλούσια άλλοτε μακριά της μαλλιά ήτανε τώρα άτσαλα κομμένα στο ύψος του ώμου. Όχι, αυτή δεν ήταν η Φωτεινή που ήξερα. Όχι η Φωτεινή μου. Ήταν η σκιά του παλιού καλού της εαυτού, εκείνου που αγάπησα, μα σκότωσε ο χρόνος.
Προτού προλάβω καλά καλά να συνέλθω απ’ την έκπληξη, ρίχτηκε στην αγκαλιά μου κι άρχισε να κλαίει. Όλο της το είναι φαίνονταν να υποφέρει, συνταραζόταν απ’ τους λυγμούς, κι εγώ, σα σιωπηλός παρηγορητής την κρατούσα σφικτά στην αγκαλιά μου, την κουνούσα πέρα δώθε σα με πατρική στοργή, ένιωθα, ζούσα τον πόνο της, αλλά δεν μπορούσα να κάνω τίποτα για να τον απαλύνω. “ Θεέ μου, πόσο πολύ θα έχει υποφέρει τα δέκα αυτά χρόνια! ”, σκεφτόμουνα, και τα δάκρυα κυλούσαν αθόρυβα απ’ τα μάτια μου. Κάτι σαν παρηγοριά για τον παρηγορητή.
Σαν πέρασε το πρώτο ξέσπασμα, σήκωσε το κεφάλι και με κοίταξε βαθιά μες στα μάτια, μ’ ένα τόσο πονεμένο βλέμμα, που ένιωσα την καρδιά μου μεμιάς να ραγίζει. “ Τι… ”, δεν πρόλαβα να ρωτήσω. Το ικετευτικό της βλέμμα μου επέβαλε τη σιωπή.
Με τα τρεμάμενα λεπτά της δάκτυλα, άρχισε να ψαχουλεύει, να εξερευνά το πρόσωπό μου, σα να έψαχνε σ’ αυτό τα σημάδια του χρόνου. Πόσο αγαπούσα τότε, κάποτε, εκείνο το κορίτσι! Πόσο αγαπούσα τώρα αυτή τη γυναίκα! Έσφιξε το πρόσωπό μου στα αδύναμα χέρια της, το τράβηξε κοντά στο δικό της. Άρχισε να με φιλά με τόσο πολύ πάθος, με τόση δίψα. Έκπεμπε κάποιου είδους ενέργεια, ενέργεια που φαίνονταν να είχε καταπιέσει μέσα της τα τελευταία δέκα χρόνια. Ναι, αυτή ήταν η Φωτεινή μου, το αγρίμι μου, της ψυχής μου το άλλο μισό, το εγώ μου. Με φιλούσε και δάκρυζε, αυτή τη φορά - μου φάνηκε - από ευτυχία.
Αργότερα, σα βγήκαμε για να περπατήσουμε και πάλι στα γνωστά της αγάπης δρομάκια, να σεριανίσουμε με γόνδολα μες απ’ τα φημισμένα κανάλια, να γελάσουμε κάτω απ’ τη Γέφυρα των Στεναγμών, να δειπνήσουμε στο φως των κεριών με μουσική και κρασί… Τότε, γίναμε και πάλι παιδιά. Εκείνες τις ώρες έπαψα να είμαι ένα από τα μαύρα πρόβατα της κοινωνίας, κι εκείνη δεν ήτανε πια μια δυστυχισμένη γραμματέας - νοικοκυρά. Ήμασταν και πάλι εκείνα τα ανώριμα, αθώα παιδιά, που είκοσι χρόνια πριν έδιναν την πιο τρελή υπόσχεση.
Τελικά, η αγάπη ίσως να μην πεθαίνει ποτέ. Η αληθινή αγάπη.
Τις δυο εκείνες μέρες, μου ’πε τα πάντα για τη ζωή της, για τη δυστυχία της. Σα βρισκόταν στο σπίτι με τον άντρα της ένιωθε φυλακισμένη, καταπιεσμένη. Δεν τον αγαπούσε, δεν ήθελε να μένει μαζί του, αλλά δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για να αλλάξει τα δεδομένα. Δεν τη ρώτησα ποτέ “ γιατί; ”. Κάπνιζε πολύ. Έπινε ακόμη περισσότερο. Δεν είχε πια το θάρρος να αντιμετωπίσει τη ζωή. Όλα της τα όνειρα είχαν μείνει όνειρα. Πως μπόρεσε να ανταλλάξει τα όνειρα με τη ζωή;
Προσπαθούσα να την παρηγορήσω, να της δώσω κουράγιο, να της ζωντανέψω τα όνειρα και τις ελπίδες της, ξεχνώντας πως οι μάταιες ελπίδες γεννάνε μονάχα περισσότερο πόνο. Λόγια… Λόγια που λέγονται, μόνο και μόνο για να το σκάσουν ευθύς απ’ το παράθυρο, μαζί με τον αγέρα.
Με άκουγε μονάχα. Εκείνη δε μιλούσε. Μόνο σα σώπαινα μου ’λεγε, πως την ενδιέφερε μονάχα εκείνη η μία και μοναδική στιγμή που ’ταν μαζί μου, ευτυχισμένη. Για μια φορά στα δέκα χρόνια, αληθινά ευτυχισμένη. Τα μάτια της μου ’λεγαν πως ήταν η αλήθεια, κι εγώ τα ’βαζα κρυφά, μέσα μου, με τον εαυτό μου: “ Γιατί εγώ να κάνω ό,τι θέλω στη ζωή κι αυτή να είναι δυστυχισμένη; Τι έχει κάνει για να της αξίζει μια τέτοια τύχη; Και τι έχω κάνει εγώ, για να μου αξίζει μια τόσο καλύτερη; ”.
Δεν της μίλησα γι’ αυτά που σκεφτόμουνα. Το μόνο που θα της πρόσφερα ήταν μια σταγόνα ακόμη πόνο, κι είχε ήδη πονέσει αρκετά, η ψυχή της είχε ματώσει. Απολαύσαμε όσο περισσότερο μπορούσαμε την ευτυχία που βρισκόταν εκεί και μας προσφερόταν απλόχερα. Αδράξαμε το χρόνο και δεν αφήσαμε στιγμή να πάει χαμένη. Λες και η κάθε στιγμή που περνούσε θα ’ταν η τελευταία. Ανανεώσαμε τον έρωτα και την υπόσχεσή μας, κόντρα στο χρόνο, κόντρα στις περιστάσεις και την επερχόμενη φθορά.
Της πρότεινα να ταξιδέψουμε για λίγο μαζί στην Ελλάδα, αλλά αρνήθηκε. Μπορούσα να καταλάβω το γιατί. Τη συνόδευσα και πάλι, όπως δέκα χρόνια πριν, στο σιδηροδρομικό σταθμό της Σάντα Λουτσία. Για μια ακόμη φορά σ’ όλη τη διαδρομή, παραμείναμε σιωπηλοί. Ανταλλάξαμε της αγάπης τις τελευταίες ματιές, του έρωτα το στερνό παθιασμένο φιλί. Την είδα να μου κουνάει το χέρι με θλίψη σε αποχαιρετισμό, καθώς το τρένο ξεμάκραινε με το είδωλό της. Ήταν η τελευταία φορά που την είδα.

Τα χρόνια πέρασαν, και στα σαράντα κάτι μου, με βρήκε μια μικρή κληρονομιά, που αν τη διαχειριζόμουνα σωστά θα μου επέτρεπε να αφυπηρετήσω δια παντώς. Να κάτσω δηλαδή στα βραστά μου και να ζω από τους τόκους. “ Θα περάσω όλα τα χρόνια που μου απομένουν, παρέα με το κρασί, θυμούμενος τις παλιές μου δόξες ”, σκεφτόμουνα, κοροϊδεύοντας τον εαυτό μου.
Δεν ήξερα τότε πως η Φωτεινή, η Φωτεινή μου, η μόνη γυναίκα που αγάπησα στ’ αλήθεια στη ζωή μου όλη, είχε πεθάνει από καρκίνο. Έτσι ήμουνα για μια ακόμη φορά συνεπής, στο βενετσιάνικο ραντεβού μας. Στο καφέ Φλοριάν θα γινόταν αυτή τη φορά η συνάντηση. Μόνο, που το βρήκα έρημο, κλειστό. Καθόμουνα στα σκαλοπάτια, χαζεύοντας τους τουρίστες, όταν είδα μια νεαρή πανέμορφη γυναίκα να με πλησιάζει. “Ο κ. Γιώργος; ”, ρώτησε. “ Ναι ”, της αποκρίθηκα, ξαφνιασμένος. Τότε, μου’ δωσε ένα φάκελο. Τον άνοιξα. Ήταν ένα γράμμα από τη Φωτεινή μου. Το είχε γράψει λίγες μέρες προτού ξεψυχίσει. Έλεγε, πως… μπροστά μου στεκόταν, η 19χρονη κόρη μας.
Ο έρωτάς μας είχε αφήσει πίσω το σημάδι του...
Η ζωγραφιά κλεμμένη από εδώ...