Τρίτη, 14 Δεκεμβρίου 2010

Το τίμημα του έρωτα

Τώρα πληρώνει το τίμημα, το πιο σκληρό, το πιο βαρύ, εκείνο του έρωτα. Την τιμωρούν, αμείλικτα, επειδή ερωτεύτηκε, γιατί αγάπησε με πάθος, για πρώτη και μοναδική φορά. Δεν μπορεί όμως να καταλάβει τα τι και τα γιατί αυτής της τιμωρίας, ο νους της δε χωράει τη δική τους λογική. Στο κάτω κάτω της γραφής δεν έκανε και κάτι το τραγικό – τουλάχιστον όχι στα δικά της μάτια. Αλλά οι άλλοι διαφωνούν. Διαφωνούν, αλλά τι μ’ αυτό; Η απόφαση ανήκε στην ίδια. Ή όχι;
Τον σκέφτεται όλο και πιο έντονα όσο περνούν τα λεφτά, όσο κυλούν και χάνονται χωρίς καλά καλά να το καταλαβαίνει, εκεί που βρίσκεται, οι ώρες. Σκέφτεται τα μαύρα του σπινθηροβόλα μάτια, αυτά που την πυρπολούσαν μέχρι πρόσφατα ολάκερη, το τραχύ του πρόσωπο, της αγκαλιάς του τη ζεστασιά. Ωραίος άντρας, άντρας με τα όλα. Νιώθει τυχερή που τον συνάντησε πολύ. Μα πιότερο νιώθει άτυχη γι’ αυτά που της συμβαίνουν τώρα.

Αλλά, εδώ που τα λέμε, η τύχη δεν είχε μάλλον κανένα ρόλο να παίξει σ’ αυτή την τραγική ιστορία, κι ας ξεκίνησαν όλα με μια όμορφη τυχαία συνάντηση. Τον είδε για πρώτη φορά στο σπίτι μιας ξαδέλφης της, όπου είχε πάει για μια σύντομη επίσκεψη. Την είδε κι εκείνος. Την πρόσεξε δηλαδή αμέσως. Του άρεσαν το άμαθο των τρόπων της, η ανεπιτήδευτη ντροπαλότητά της, ο τρόπος που γελούσε, ακόμη κι αυτές οι σιωπές της. Τον μάγεψαν τα μαύρα μακριά κυματιστά της μαλλιά και τα λαδιά της φωτεινά μάτια, όπως θα της ομολογούσε αργότερα.
Ένιωθε αμήχανα απέναντί του από εκείνη την πρώτη στιγμή. Ίσως να έφταιγε το ότι ήταν πολύ νέα ακόμη, μόλις που άνοιγε τα εφηβικά της μάτια στης ζωής το θαύμα. Ίσως να έφταιγε και το συντηρητικό, το σχεδόν καταπιεστικό περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγάλωνε. Ο θείος της ήταν προοδευτικός, μοντέρνος, ανεκτικός, με το χαμόγελο σχεδόν πάντα στα χείλη. Ο πατέρας της παλιό μυαλό, κολλημένος, αγέλαστος, δε σήκωνε μύγα στο σπαθί του. Το σπίτι του πρώτου έμοιαζε με παιδική χαρά, του δεύτερου με εκκλησιαστική σχολή. Κι εκείνη πνιγότανε. Ένιωθε την καταπίεση που υφίστατο μέσα στην οικογένειά της σαν κόμπο στο λαιμό, το πατρικό της σπίτι, σαν ανοικτή φυλακή, δίχως όμως κάποια απ’ τα προτερήματα της τελευταίας. Οι χαρές της ήταν μετρημένες στα δάχτυλα ενός λειψού χεριού. Τα τραγούδια που άκουγε, σε πολύ χαμηλή ένταση, στο ραδιόφωνο, τα βιβλία που έφερνε αναγκαστικά κρυφά στο σπίτι, αφού αν μάθαινε γι’ αυτά ο πατέρας θα ήταν τραγικές οι συνέπειες, κάτι ταινίες που έβλεπε και πάλι στα κρυφά στο σινεμά και οι επισκέψεις στην ξαδέλφη της. Τίποτ’ άλλο δεν της γέμιζε τη ζωή, τίποτα δεν τη βοηθούσε να διευρύνει τους ορίζοντές της.
Μέχρι που τον γνώρισε. Τότε το χέρι απέκτησε το πέμπτο του δάχτυλο, το πιο σημαντικό. Την περνούσε τρία μόλις χρόνια, μικρή ίσως διαφορά για κάποιο ενήλικα, αλλά τεράστια για ένα κορίτσι της ηλικίας της – εκείνος στα δεκαεννέα κι αυτή στα δεκαέξι της. Τέλειωσε, όπως της είπε, με χίλια ζόρια το σχολείο και αμέσως μετά άρχισε να δουλεύει στις οικοδομές. Δεν υπήρχαν και πολλές δουλειές στη μικρή τους, φτωχή πλην παραλιακή πόλη, έτσι επέλεξε να κάνει αυτήν ακριβώς που του περνούσε. Δουλειά σκληρή, που σιγά σιγά όμως τη συνήθισε, αλλά και με σχετικά καλό μεροκάματο, και για τον ίδιο καθόλου πληκτική. Του άρεσε, έλεγε, επειδή πάνω απ’ όλα τον έκανε να νιώθει ικανοποιημένος με τον εαυτό του, του τόνωνε την αυτοπεποίθηση, λες και ήταν ένας μικρός θνητός θεός. Δημιουργώ. Κάθε μέρα δημιουργώ, συνήθιζε να μονολογεί με εμφανή ικανοποίηση.
Εκείνος ζούσε και δημιουργούσε λοιπόν, ενώ αυτή απλά επιβίωνε. Μαθήτρια ακόμη στο τοπικό σχολείο, αναθρεμμένη, όπως είπαμε και πιο πάνω, αυστηρά, δίχως πολλά πάρε δώσε με τον κόσμο, έμοιαζε να προσπαθεί απεγνωσμένα ν’ ανακαλύψει τη θέση, τη γωνιά που της αντιστοιχούσε σ’ αυτή τη γη.
Το πρώτο τους ραντεβού δε συνέβηκε ποτέ, απλά και μόνο επειδή δε δόθηκε. Μετά από εκείνη τη σημαδιακή συνάντηση χάθηκαν οι δρόμοι της. Εκείνη ωστόσο τον σκεφτόταν. Σκεφτόταν τα μάτια του, που ώρα πολλή τη διαπερνούσαν, σκεφτόταν το κορμί του, το καλοσχηματισμένο, το κρυμμένο κάτω από ένα γκρίζο πουκάμισο κι ένα μαύρο τζιν παντελόνι, σκεφτόταν τη φωνή του, που έμοιαζε να ξυπνάει μέσα της πρωτόγνωρους πόθους, σκεφτόταν, ή μάλλον αναρωτιόταν, τι θα συνέβαινε αν τον συναντούσε ξανά. Η σκέψη και μόνο ήταν ικανή για να την αναστατώσει, για να της χαρίσει εκείνο το ευτυχισμένο φευγάτο βλέμμα, που ποτέ πριν δεν αντίκρισε στον καθρέφτη της. Γιατί νιώθω έτσι; Και τι είναι ακριβώς αυτό που νιώθω; ρωτούσε τον εαυτό της, αλλά εκείνος έπαιζε τον ανήξερο. Απίστευτα της φαίνονταν όλα. Της φαντασίας τα παιχνίδια, των αισθήσεων τα ξυπνήματα. Κι η αγωνία μιας συνάντησης, που ίσως να μη γινόταν ποτέ.
Για μια εποχή έμοιαζε ν’ ακροβατεί πάνω από ένα άγνωστο κενό. Ήταν συνεχώς αφηρημένη, κλεινόταν όλο και περισσότερο στον εαυτό της, προσπαθούσε όλο και πιο πολύ να ξεφύγει απ’ τα δεσμά του μικρόκοσμού της, να τον ξεχάσει ολοκληρωτικά. Κανείς απολύτως δεν την καταλάβαινε, κανένας δεν τη διάβαζε, κανείς δεν μπόρεσε ν’ αντιληφθεί το πόσο πολύ άλλαξε και άλλαζε κάθε μέρα. Μπροστά τα τυφλά μάτια του περίγυρού της εξακολουθούσε να μοιάζει πάντα η ίδια: μια σεμνή κοπέλα και υπάκουη πολύ, πιστή στις προαιώνιες και αναχρονιστικές παραδόσεις.
Δυο μήνες κράτησε αυτό το μικρό δράμα μέσα της – δυο μήνες λίγο χαρούμενους, λίγο λυπημένους, στολισμένους με κρυφά δάκρυα και φευγαλέα χαμόγελα. Τότε ήταν που τον συνάντησε ξανά. Αλλά, αυτή τη φορά, όχι τυχαία. Μια μέρα, καθώς σχολνούσε απ’ το σχολείο, τον είδε, ή μάλλον τον ένιωσε -ένιωσε τα μάτια του καρφωμένα πάνω της, να την καλούν- να στέκεται σε μια γωνιά και να την περιμένει. Τον αναγνώρισε αμέσως, προτού καν ξεχωρίσει το πρόσωπό του. Πώς να μην το έκανε άλλωστε από τη στιγμή που η μορφή του ήταν χαραγμένη αμετάκλητα βαθιά στα χώματα της μνήμης της! Τα έχασε μόλις τον είδε. Χάρηκε και τρόμαξε την ίδια ώρα. Δεν ήξερε τι να κάνει. Να συνέχιζε το δρόμο της, της άχαρης συνήθειας την πορεία, ή να τον πλησίαζε και να του μιλούσε; Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα. Ήθελε τόσο πολύ να πάει κοντά του, αλλά, αν την έβλεπε κανείς; Τότε τι;
Τελικά τη λύση της την έδωσε εκείνος. Άρχισε να περπατά με αργόσυρτα βήματα προς την κοντινή παραλία. Κι εκείνη, υπακούοντας λες σε κάποια εσωτερική παρόρμηση ή μια άηχη διαταγή, άρχισε να τον ακολουθεί από απόσταση. Ήταν ακόμη χειμώνας, το κρύο -ειδικά όταν φυσούσε αέρας- πολύ τσουχτερό, και κανείς δεν είχε όρεξη, κάτω από τέτοιες συνθήκες, να επιχειρήσει ν’ απολαύσει τις χαρές της θάλασσας. Τα βήματά τους χάριζαν χαρακιές στην υγρή απάτητη άμμο και τους οδηγούσαν όλο και πιο μακριά από μια τυχαία συνάντηση με κάποιον άλλο. Μετά από αρκετή ώρα είδε μπροστά κάτι που έμοιαζε με καλύβα, ή μάλλον με παράγκα. Εκείνος είχε ήδη φτάσει εκεί και την περίμενε.
«Σε σκεφτόμουνα», της είπε μια κοφτή πνοή, μόλις βρέθηκε κοντά του. Κι εκείνη, δεν απάντησε. Έμοιαζε να μην ξέρει πια πώς να μιλήσει και τι να πει. Κατάπια τη γλώσσα μου, σκέφτηκε, και μια υποψία χαμόγελου φάνηκε αχνά στα χείλη της, την οποία βιάστηκε να διαγράψει. Κάθε τόσο έκανε ν’ ανοίξει το στόμα της, να πει κάτι, αλλά αμέσως μετά το έκλεινε, κατάπινε τις λέξεις που προσπαθούσαν να ξεχειλίσουν σα χείμαρρος από μέσα της και να τον κατακλύσουν. Ο φόβος, η χαρά, η λαχτάρα και η ντροπή, έστηναν μέσα της χορό, αλλά ταυτόχρονα της έβαζαν τρικλοποδιές, δεν την άφηναν να σκεφτεί λογικά και ήρεμα. Ήθελε τόσα να του πει, τόσα πολλά – αλλά, πώς; Ένιωθε μικρή μπροστά του, και ήταν, σαν ένα μωρό που προσπαθούσε ακόμη να αρθρώσει τις πρώτες του λέξεις. Το μέσα της φλεγότανε, αλλά το κορμί της ολάκερο έμοιαζε να το τυλίγει στην παγωμένη του αγκαλιά το οδυνηρό εκείνο στοιχείο του καιρού, το κρύο. Στεκόταν για ώρα πολλή μπροστά του, αμίλητη, ακίνητη, αγκαλιάζοντας έναν εαυτό που ποθούσε όσο τίποτα άλλο να αγκαλιάσει εκείνον, κοιτώντας χάμω, κλωτσώντας τα πετραδάκια που έφεραν μέχρι εκεί η θάλασσα και ο αγέρας, φτιάχνοντας σχήματα με τα παπούτσια στην άμμο, προσπαθώντας να διώξει απ’ τα μάτια της τα αμήχανα τα μαλλιά, με νευρικές και απότομες κινήσεις του κεφαλιού. Κι εκείνος απλά την κοιτούσε. Περίμενε κάποια λέξη, μια κίνηση, κάποια αντίδραση. Περίμενε. Μέχρι που κουράστηκε. Ή, μάλλον, μέχρι που το πήρε απόφαση ότι θέλοντας και μη αυτός ήταν εκείνος που θα έπρεπε να πάρει την κάθε πρωτοβουλία. Πώς θα μπορούσε να γίνει αλλιώς, άλλωστε;
Άνοιξε λοιπόν με μια κίνηση απαλή, ακίνδυνη, την πόρτα της καλύβας και κοντοστάθηκε εκεί περιμένοντάς την να μπει μέσα. Εκείνη έδειχνε να διστάζει. Σίγουρα φοβόταν. Αλλά ύστερα, μετά από τις διαβεβαιώσεις που τις έδωσαν τα μάτια του, μάζεψε το κουράγιο της και μπήκε φουριόζα μέσα – προτού αλλάξει γνώμη. Κι εκείνος την ακολούθησε, κλείνοντας αχρείαστα αθόρυβα την πόρτα πίσω του. Αχρείαστα, αφού δεν υπήρχε εκεί άλλος κανείς για να τους ακούσει.
Σε κάποιον ψαρά θα ανήκε μάλλον το γιαπί, αφού όπου κι αν έστρεφε κάποιος το βλέμμα θα έβλεπε δίχτυα, καλάμια και γάντζους, μαχαίρια και δολώματα κι ένα σωρό εργαλεία. Στη μια άκρη υπήρχε ένα μάλλον άτεχνα φτιαγμένο ξύλινο κρεβάτι μ’ ένα παλιό στρώμα πεταμένο πάνω, ενώ ένα γερασμένο τραπέζι έκανε κατάληψη στην αντικρινή γωνία, μπροστά απ’ το αμπαρωμένο παράθυρο. Τρία μικρά σκαμπό, φτιαγμένα λες κι αυτά από ενός μάστορα παλιού το χέρι, του κρατούσαν συντροφιά και το συμπλήρωναν.
Εκείνη στεκότανε για αρκετή ώρα σχεδόν εντελώς ακίνητη στη μέση του δωματίου, σα μια ψυχή αναποφάσιστη για το που πρέπει να οδηγήσει τα βήματά της. Κι αυτός παρέμενε κάπου πίσω της ακίνητος και την παρατηρούσε. Μέχρι που κουράστηκε απ’ τις αδιέξοδες σιωπές και την αναμονή και πήγε και κάθισε σε ένα από τα σκαμπό. Η κοπέλα βιάστηκε να τον μιμηθεί και πήγε αποφασιστικά και κάθισε απέναντί του.
Τα μάτια της έμοιαζαν υγρά και σκοτεινά την ίδια ώρα, γεμάτα ελπίδα και αβέβαια -το ημίφως δεν του επέτρεπε να τα διακρίνει καθαρά- αλλά ήταν σίγουρος ότι μέσα τους δεν υπήρχε ίχνος φόβου. Καλό αυτό!
Η σιωπή τους εξακολουθούσε καταπιεστική και κανείς από τους δύο δεν έμοιαζε πρόθυμος να τη σπάσει. Λες και μπορούσαν να τα πουν όλα, τα πιο σημαντικά, με τα μάτια και τις αμήχανες κινήσεις των χεριών, που έμοιαζαν να περιπλανιούνται κατά βούληση εδώ κι εκεί, εξετάζοντας τις χαρακιές στο κορμί του τραπεζιού, προσπαθώντας, μη έχοντας κάτι καλύτερο να κάνουν, να τις γιατρέψουν.
«Τι είναι αυτό το μέρος;» τόλμησε να ρωτήσει εκείνη τελικά.
Της χαμογέλασε πλατιά και το πρόσωπό του φωτίστηκε σαν από κάποια φευγάτη του ήλιου αχτίδα, και άφησε ένα βαθύ αναστεναγμό ανακούφισης να του ξεφύγει από τα στήθια. Επιτέλους, θα μιλούσαν.
«Του πατέρα μου είναι. Του μακαρίτη του πατέρα μου. Πέθανε πέρυσι. Στη θάλασσα. Βούλιαξε το καΐκι του, στην καταιγίδα…»
Δεν είπε τίποτα άλλο. Δεν έμοιαζε λυπημένος. Σα να είχε πει τόσες πολλές αυτή την ολιγόλεκτη ιστορία, που τώρα πια δεν του προκαλούσε πόνο. Ή ίσως και να πονούσε, αλλά μόνο μυστικά, ποτέ μπροστά στους άλλους. Δεν τον συλλυπήθηκε για την απώλειά του, έτσι κι αλλιώς θ’ ακουγόταν ψεύτικη, οπότε έκανε το μόνο που θα μπορούσε να κάνει, τον ρώτησε κάτι ακόμη.
«Η μάνα σου; Τ’ αδέλφιά σου;»
«Τι να σου πω; Απλά γι’ αυτές ζω. Δεν έχω αδελφούς, αν και ο πατέρας μου πάντα ήθελε ν’ αποκτήσει ένα ακόμη αγόρι. Ωστόσο δεν του κακόπεσαν οι αδελφές μου, ίσως να τις αγάπησε κιόλας περισσότερο κι από μένα. Είναι μικρές άλλωστε. Έξι και οκτώ χρονών. Η μάνα είναι άρρωστη, αλλά και αναγκαία στο σπίτι, οπότε εγώ είμαι ο μόνος που δουλεύει…»
«Πόσων χρονών είσαι;»
«Δεκαεννέα. Εσύ δεκαέξι, έτσι;»
Δεν τον ρώτησε από πού το είχε μάθει, σίγουρα θα του το είπε η κουτσομπόλα η ξαδέλφη της. Εκτός κι αν του το είπε η ίδια εκείνη τη μέρα, αλλά τώρα πια δεν το θυμόταν. Ωστόσο, η ξαδέλφη μου εξακολουθεί να είναι κουτσομπόλα, σκέφτηκε, και σκύβοντας το κεφάλι χαμογέλασε στον εαυτό της. Όταν σήκωσε το κεφάλι ξανά, τον είδε να την παρατηρεί ατάραχα. Τι άλλο να τον ρωτούσε; Τι να του έλεγε; Το προηγούμενο χαμόγελο δεν έλεγε να επανέλθει στα χείλη της. Ένιωθε το στομάχι της δεμένο κόμπο και φοβούνταν ότι από στιγμή σε στιγμή θα διπλωνότανε στα δύο και θα έκανε εμετό. Πρώτη φορά στη ζωή της ένιωθε τόσο ευτυχισμένη και τόσο χαρούμενη την ίδια ώρα. Ήθελε ν’ ανοίξει το ευλογημένο της το στόμα και να του μιλήσει όσο τίποτα άλλο, να του φανερώσει όλα της τα μυστικά, να παραδεχτεί με τη συστολή που τη διέκρινε ότι κι εκείνη τον σκεφτότανε, αλλά απλά δεν μπορούσε να το κάνει, αφού δεν έμαθε ποτέ τον τρόπο, δεν της το δίδαξε κανείς. Έτσι, ανήμπορη ν’ αντιδράσει αλλιώς, έκανε αυτό ακριβώς που ήξερε πολύ καλά να κάνει: έπαιζε με τα δάχτυλά της και σιωπούσε, έφτιαχνε σχήματα στο κενό, και προσπαθούσε να κρύψει τη χαρά και τη σύγχυση που επικρατούσαν μέσα της.
«Σε σκεφτόμουνα», έσπασε και πάλι εκείνος, χρησιμοποιώντας ακριβώς τις ίδιες λέξεις που εκστόμισε και λίγο πριν, τη σιωπή.
«Κι εγώ», ψιθύρισε σχεδόν στον εαυτό της εκείνη, μ’ εκείνη τη φυσική συστολή που αποτελούσε βασικό στοιχείο του χαρακτήρα. Αυτές οι δύο λέξεις ωστόσο ήταν αρκετές ώστε να του δώσουν το θάρρος, ή έστω ένα σημάδι, για να προχωρήσει.
«Δεν ξέρω γιατί, αλλά απ’ την πρώτη στιγμή που σε είδα, κάτι με έκανε να θέλω να σε γνωρίσω. Να σε γνωρίσω καλύτερα εννοώ. Δε συνάντησα ποτέ κάποια σαν και σένα. Κάποια, τόσο… τόσο… διαφορετική. Ναι, είσαι διαφορετικό κορίτσι απ’ τα άλλα, ασυνήθιστο…»
«Τι εννοείς;»
«Δεν ξέρω πώς να σ’ το εξηγήσω, αλλά κάτι πάνω σου… Κάτι πάνω σου… Ω, δεν ξέρω. Απλά, κι αυτό μπορώ να σ’ το πω με σιγουριά, πρώτη χάρηκα τόσο γνωρίζοντας κάποιον, άντρα ή γυναίκα. Κοιτώντας σε και μόνο ένιωσα…»
Σιώπησε ξαφνικά, λες και ξέμεινε από λέξεις. Κι εκείνη ένιωσε στα χείλη της ν’ απλώνεται πραξικοπηματικά, από μόνο τους, ένα πλατύ χαμόγελο και το πρόσωπό της ν’ αναψοκοκκινίζει. Ώστε έτσι λοιπόν; Ήθελε να πετάξει απ’ τη χαρά της, να φωνάξει, να κλάψει από ικανοποίηση, αλλά δεν έκανε τίποτα απ’ όλ’ αυτά. Παρέμεινε μονάχα γι’ αρκετή ώρα ακίνητη, αμίλητη, προσπαθώντας να καταγράψει μέσα της όλα αυτά που άκουσε, αλλά και να βάλει τις σκέψεις της σε τάξη. Πρέπει να του μιλήσω, να του απαντήσω, σκεφτόταν, κι έψαχνε τρόπους για να το κάνει. Μα και να το έκανε, τι να του έλεγε άραγε; Τι να του έλεγε χωρίς να φανεί αστεία, ανώριμη, γελοία; Είχε ονειρευτεί τόσες φορές αυτή τη μοναδική στιγμή, αλλά να που τώρα ένιωθε πολύ αδύναμη για να τη ζήσει. Ήθελε να σηκωθεί και να τον αγκαλιάσει, όπως έβλεπε να κάνουν στις ταινίες και διάβαζε και στα βιβλία, αλλά δεν μπορούσε να το κάνει. Ήθελε να πλησιάσει το πρόσωπό της κοντά στο δικό του, να νιώσει την ανάσα της στην ανάσα του και να τον φιλήσει, αλλά στη ιδέα και μόνο ένιωθε τα πόδια της να τρέμουν, το κορμί ολάκερο να τρεκλίζει. Μην έχοντας κατά τα φαινόμενα άλλη επιλογή, παρέμεινε έτσι, ευτυχισμένη και σιωπηλή, ν’ αναμετράται με το μέσα της. Μέχρι που αποφάσισε εκείνος να τη βγάλει, μ’ ένα τρόπο κάπως σκληρό για την εύθραυστη ψυχοσύνθεσή της, από την περισυλλογή της.
«Πρέπει να φύγουμε. Θ’ ανησυχούν οι δικοί σου αν αργήσεις περισσότερο να γυρίσεις στο σπίτι, ενώ απ’ ό,τι φαίνεται έρχεται και καταιγίδα».
Σηκώθηκε και της έτεινε τα χέρια για να βοηθήσει κι εκείνη – λες και χρειάζονταν να το κάνει. Τα πήρε. Δίχως κανένα δισταγμό. Τα ένιωσε ζεστά και τραχιά την ίδια ώρα. Σαν το δέρμα ενός ζώου.
Όταν βγήκαν έξω ο ουρανός είχε σκοτεινιάσει ακόμη περισσότερο και τα γκρίζα σύννεφα, κυνηγημένα απ’ τους άγριους βοριάδες του χειμώνα, ταξίδευαν με ιλιγγιώδη ταχύτητα πάνω από τα κεφάλια τους. Η θάλασσα, έμοιαζε λεπτό το λεπτό ν’ αγριεύει κι αυτή όλο και πιο πολύ. Κοντοστάθηκαν για λίγο στην πόρτα, παρατηρώντας τα στοιχεία της φύσης και προσπαθώντας να βρουν κάποιες λέξεις, τις οδυνηρές και απαραίτητες του αποχαιρετισμού, αλλά αυτές όλο τους ξέφευγαν.
«Θα τα ξαναπούμε», είπε τελικά χαμηλόφωνα εκείνος, άφησε απαλά το δεξί της χέρι, που μέχρι εκείνη τη στιγμή ακόμη ζεστά κρατούσε, και κίνησε με επίτηδες αργόσυρτα βήματα προς την πόλη. Το προηγούμενο σκηνικό, της παρακολούθησης, επαναλήφθηκε με αντίθετη φορά, αλλά όλα είχαν πια αλλάξει. Τα πρότερα βήματα της αβεβαιότητας τα είχαν τώρα αντικαταστήσει αυτά μιας μελλοντικής υπόσχεσης.
Το βράδυ, στο κρεβάτι της, αναθυμούμενη τα γεγονότα εκείνης της ευλογημένης μέρας, ήθελε να πεθάνει από τη χαρά της η Μπαχάρ. Κάθε που έκλεινε τα μάτια της έβλεπε τα δικά του. Κάθε που ένωνε τα χέρια της, έκλεινε μέσα τους τα δικά του, αυτά του Εμρέ. Η ζωή είναι ωραία, σκεφτότανε και ήθελε να το φωνάξει, να συντρίψει με την κραυγή της τη σιγαλιά της νύχτας. Η ζωή είναι ωραία! Φτάνει να μη βρεθεί κανείς για να τη γκρεμίσει κι αυτή και τα όνειρά της.
Η συνάντηση εκείνη θα επαναλαμβανόταν πολλές φορές στο μέλλον. Άλλες πιο συχνά, άλλες πιο αραιά, ανάλογα με τις ανάγκες της δουλειάς του άντρα και τις υποχρεώσεις της κοπέλας, και σύμφωνα με τις επιταγές των άλλων, που τους καταπίεζαν και ας μην το γνώριζαν. Τα ραντεβού του λάμβαναν πάντα χώρα στον ίδιο τόπο, στην καλύβα, στο μικρό ολόδικό τους καταφύγιο. Η Μπαχάρ, σιγά σιγά, άρχισε να νιώθει εκείνο το τόσο ταπεινό κατάλυμα σαν σπιτικό της, σαν το πραγματικό της σπιτικό, αφού στο πατρικό της ένιωθε όλο και πιο πολύ ξένη – μια ευπρόσδεκτη παρείσακτη. Το ένα ήταν το σπίτι της χαράς και της ζωής και το άλλο του πόνου και ενός οδυνηρά αργού θανάτου.
Ο έρωτάς τους που γεννήθηκε μέσα στη σιωπή, άρχισε αργά αλλά σταθερά να ντύνεται τις λέξεις, τις οποίες ήρθαν για να διαδεχθούν τα αγγίγματα, ο πόθος. Αυτά οδήγησαν αναπόφευκτα στην ολοκλήρωση, κι εκείνη με τη σειρά τους στους φόβους. Στους φόβους ότι όσο κι αν ανθούσε σαν τριαντάφυλλο ο έρωτάς τους, όσο κι αν ήθελαν να παντρευτούν και να ζήσουν μαζί, η στενόμυαλή τους κοινωνία, δε θα τους το επέτρεπε. Ο Εμρέ δεν είχε κανένα απολύτως πρόβλημα να φτιάξει μαζί της σπιτικό, το ήθελε πολύ και το έλεγε συχνά, αλλά η Μπαχάρ, όσο κι αν το ήθελε κι η ίδια, ήταν σίγουρη ότι ο πατέρας της και τα σάπια του μυαλά, θα στέκονταν εμπόδιο στο δρόμο τους. Αν του μιλούσε, αν του αποκάλυπτε τον έρωτά της, θα αντιδρούσε με βία, θα τη χτυπούσε όπως και τη μάνα της κάθε τόσο, θα της επέβαλλε τη δική του τάξη. Ακούς εκεί να ατιμάσει το όνομά του, να τον προδώσει; Αν είναι ποτέ δυνατόν! Έτσι ακριβώς θα σκεφτόταν. Έτσι, δεν είχαν άλλη επιλογή από το να κρατήσουν τον έρωτά τους μυστικό, μέχρι ν’ αλλάξουν οι καιροί, τρέφοντας μια κρυφή ελπίδα ότι ο χρόνος θα τους έδειχνε το δρόμο.
Ο χρόνος ωστόσο αποδείχτηκε προδότης. Και όσο κι αν εκείνοι απέθεταν τις ελπίδες τους πάνω του, αυτός δούλευε εις βάρος τους. Ήταν σα να τους έλεγε ότι είχαν την ευκαιρία και την έχασαν, κι ας μην ίσχυε αυτό. Ποτέ τους δεν σκέφτηκαν τη φυγή. Εκείνος είχε μια μάνα και δυο αδελφές να φροντίσει, κι η καλή της η ψυχή δε θα της επέτρεπε να του ζητήσει να τις θυσιάσει για χάρη της.

Γιατί; αναρωτιέται τώρα. Γιατί έγιναν όλ’ αυτά που έγιναν; Γιατί δε μας άφησαν να ζήσουμε μαζί κι ευτυχισμένοι; Γιατί θέλησαν να σκοτώσουν τη χαρά μας και ν’ ανακηρύξουν έγκλημα τον έρωτά μας; Πού είναι η δικαιοσύνη τους; αυτή που δε χάνουν ευκαιρία να διακηρύττουν. Πού είναι η ανθρωπιά τους; Πού είναι η φιλευσπλαχνία τους; Η φιλευσπλαχνία! Χα, εδώ γελάμε. Ψεύτες είναι όλοι τους, γελοίοι και υποκριτές. Παίρνουν τον Λόγο και τον μεταμορφώνουν σε ένα έργο που δεν του μοιάζει. Πιστεύουν στις ιερές γραφές, αλλά εφαρμόζουν τους άγραφους νόμους. Μιλάνε για αγάπη, αλλά δεν κάνουν άλλο τίποτα από το να σκορπάνε μίσος. Το δίκιο τους είναι η καταστροφή…

Η αρχή του τέλους προέκυψε με το συνήθη τρόπο. Κάποιος καλοθελητής πήγε κάποια μέρα και είπε στον πατέρα της ότι την είδε πολλές φορές να περπατά στην παραλία μ’ έναν άντρα. Κι αυτός οργίστηκε, και άρχισε να απειλεί θεούς και δαίμονες, προτού καν προλάβει να του δώσει όλες τις λεπτομέρειες ο χαφιές. Κι άρχισε να βρίζει την κόρη του και να καταριέται τον άγνωστο ακόμη άντρα, κι ας μην ήταν εκεί. Μετά θυμήθηκε το καλό όνομα της οικογένειας, την υπόληψή του. Και πήγε και ξέθαψε το ντουφέκι, που κρατούσε καταχωνιασμένο στα βάθη της αποθήκης, απομεινάρι ενός αλλοτινού πολέμου και κίνησε για την παραλία. Για να τους βρει. Για να τους τιμωρήσει. Και τους βρήκε. Καθώς επέστρεφαν στην πόλη. Εκείνον τον πυροβόλησε και τον σκότωσε επί τόπου -το αίμα του κηλίδωσε την άμμο, πότισε με τη θέρμη του έρωτα τη φύση-, ενώ εκείνην αρκέστηκε στο να την αρπάξει με αχρείαστη βία από τα μαλλιά και να τη σύρει έτσι μέχρι το σπίτι, όπου είχαν ήδη μαζευτεί οι στενοί συγγενείς και κάποιοι περίεργοι. Η Μπαχάρ ήξερε πολύ καλά τι να περιμένει. Θα τη δίκαζαν και θα την καταδίκαζαν όλοι όσοι είχαν μαζευτεί εκεί, απρόσκλητοι, αυτόβουλοι δικαστές και δήμιοι. Θα τη σκότωναν. Κι ο πατέρας της, ο διπλός φονιάς, θα την έβγαζε, όπως συνήθως γίνονταν στης Ανατολίας τα μέρη, καθαρή. Αφέθηκε. Αφέθηκε στα χέρια των εκτελεστών της. Χωρίς καμία αντίσταση, δίχως δισταγμό, χωρίς να χύσει δάκρυ. Έτσι κι αλλιώς ο Εμρέ είχε ήδη φύγει, και χωρίς αυτόν δεν είχε καμία απολύτως θέληση να ζήσει.
Από εκείνη τη στιγμή και μετά έμοιαζε να μην είναι εκεί. Λες και το σώμα της είχε παραμείνει χωρίς ψυχή. Τα μάτια έβλεπαν αλλά δεν κατέγραφαν, τ’ αυτιά άκουγαν μα δεν καταλάβαιναν. Το κορμί ένα άδειο κέλυφος, που περίμενε να διαλυθεί και να σκορπιστεί σε κάποιο φύσημα του αγέρα. Ένα μονάχα πράγμα ένιωθε: ανυπομονησία. Ανυπομονούσε να τελειώσει η άθλια παράσταση που έστησαν για χάρη της και ενάντιά της, ώστε να πάει να τον συναντήσει. Στον παράδεισο των δικαίων ή στην κόλαση των αμαρτωλών; Λίγο την ένοιαζε.

Τώρα θέλει να μιλήσει, να φωνάξει, αλλά δεν μπορεί. Ωστόσο προσπαθεί σχεδόν απεγνωσμένα να το κάνει. Πρέπει να το κάνει, αφού με κάθε ανάσα που ξοδεύει υποφέροντας, πλησιάζει κοντά του όλο και πιο πολύ. Έτσι, Μπαχάρ μου. Έτσι, κορίτσι μου. Έτσι, αγάπη μου… Νομίζει, μέσα στην ασφυκτική της παραζάλη, ότι ακούει τη φωνή του να φτάνει από κάπου μακριά και να την παροτρύνει, θαμμένη καθώς είναι ζωντανή, κάτω από το φρεσκοσκαμμένο χώμα. Έλα. Βιάσου. Σε περιμένω. Την σπρώχνει πιο πολύ. Κι εκείνη πρόθυμα υπακούει. Όσο κι αν της είναι δύσκολο ν’ ανοίξει το στόμα πιο πλατιά, να καταπιεί τη μοσχομυριστή γη, ώστε να της καταπιεί κι αυτή την ψυχή μια ώρα αρχύτερα. Χαμογελά καθώς πεθαίνει. Χαμογελά. Κι αν υπάρχει κάπου εκεί πάνω, ή εκεί κάτω, κάποιος θεός και τύχει και τον συναντήσει, θα του χαρίσει την ταπεινή ευχαριστία της. Θα τον ευχαριστήσει για των ανθρώπων τη βλακεία, που βοήθησε τουλάχιστον αυτήν να φύγει απ’ τη ζωή ευτυχισμένη.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ
Δημοσίευση σχολίου