Παρασκευή, 17 Δεκεμβρίου 2010

Ματαιωμένη Ζωή


Μια ιστορία από τα "χρόνια της αθωότητας"

Αγάπησα ένα σώμα και μια δουλειά, παραδέχτηκε σ’ εκείνον κάποτε με δάκρυα στα μάτια. Αγαπώ τον Μιχάλη, αλλά μου λείπει κι ο Νίκος, χρόνια μετά του ομολόγησε. Τόλμησε ακόμη να του πει ότι: Όσο κι αν ακούγεται απίστευτο, τους αγαπώ και τους δυο. Τον ένα με πάθος, τον άλλο από συνήθεια, της ψιθύρισε, αλλά δε θέλησε να τον ακούσει. Γιατί να τον ακούσει άλλωστε; Επιτέλους είχε ανακαλύψει τι πήγαινε να πει ν’ αγαπάει κανείς με πάθος. Επιτέλους είχε δει ότι η ομορφιά δε λείπει απ’ αυτή τη ζωή. Επιτέλους άρχισε να ζει. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε.
Την ήξερε απ’ τα γλυκά, ή μάλλον τα πικρά, δεκάξι της. Ήταν ένα από εκείνα τα κορίτσια που είχαν μόνιμα τη θλίψη και τη μοναξιά στο βλέμμα – ένα βλέμμα που ράγιζε. Τότε έμοιαζε μ’ ένα μικρό περιφερόμενο δάκρυ στους σκοτεινούς διάδρομους της απαισιοδοξίας. Κι όμως ήταν τόσο όμορφη. Τις σπάνιες φορές που χαμογελούσε μεταμορφώνονταν σ’ ένα ευωδιαστό λουλούδι, που σκόρπιζε γύρω του φως και ζωή. Μια ζωή που δεν ήξερε καν ότι κρυβόταν μέσα της.
Εκείνο το βλέμμα, εκείνο το σπάνιο χαμόγελό της, οι νωχελικές της -στα όρια της ακινησίας- κινήσεις, αυτά ήταν που τον τράβηξαν σα μαγνήτης κοντά της. Ήταν σύντροφοι αρχικά στα μαθητικά θρανία, ενώ στη συνέχεια, στο πέρασμα των χρόνων, μεταμορφώθηκαν σε αποκούμπι ο ένας, στις φουρτούνες της ζωής του άλλου. Μέσα στο σκοτάδι της βρήκε ίχνη ζωής, μέσα στο φως του ανακάλυψε ψήγματα ελπίδας, και μαζί μοιράστηκαν τα πιο αληθινά χαμόγελα. Εραστές δεν έγιναν ποτέ -δε θα μπορούσαν άλλωστε- ωστόσο δέθηκαν μ’ εκείνη τη μοναδική φιλία, που μπορεί να υπάρξει μόνο ανάμεσα σε άτομα του αντίθετου φύλου. Μια φιλία που από μόνη της ήταν ζωή.
Στην αρχή, αλλά και για πολύ ακόμη καιρό, θυμάται, ήταν κάπως επιφυλακτική απέναντί του και, αν και δεν κουραζόταν ποτέ να επαναλαμβάνει ότι: είσαι ό,τι καλύτερο μου έχει χαρίσει ποτέ η άθλια αυτή ζωή, κάπου φοβόταν να ανοιχτεί ολοκληρωτικά, να του πει: φιλαράκι, θα σου πω την ιστορία μου, θα σου πω ποια είμαι. Αλλά όσο περνούσε ο καιρός, όσο καλύτερα γνώριζαν ο ένας τον άλλο, τόσο πιο σφικτά και σίγουρα δένονταν ανάμεσά τους τα υπόγεια νήματα, εκείνα της ψυχής, εκείνα που δεν καταλαβαίνουν από αναστολές και φόβους και που ανθίζουν μοναχά στους κήπους της αλήθειας. Έτσι κάποτε άνοιξε η κάνουλα και ξεχύθηκε στ’ αυτιά και την ψυχή του όλη η θλίψη που κουβαλούσε μέσα της. Λέγοντάς του τα όλα, αδειάζοντας το είναι της, ξαλάφρωσε, και ένιωσε αμέσως να γεμίζει με μια νέα ζωή. μια ζωή που έπρεπε να διοχετεύσει κάπου, να μοιραστεί με κάποιον.
Εκείνος δεν ήταν στη ζωή της παρά ένας απλός φίλος -ο καλύτερος φίλος- ένας ακροατής, ένας παρατηρητής, κάποιος που την έβλεπε να περιφέρεται από τόπο σε τόπο, από άνθρωπο σε άνθρωπο, μέσα στην τρελή χαρά, να περνά από το ένα λάθος στο επόμενο και παραδομένη σε εφήμερους έρωτες να σκορπίζει στην αρχή αγάπη και υποσχέσεις και στη συνέχεια πόνο. Ήταν όμορφη, αξιαγάπητη και ξύπνια, αλλά και αυτοκαταστροφική την ίδια ώρα, μια γυναίκα που όσο ευτυχισμένη κι αν γίνονταν κάποτε, αργά ή γρήγορα αναπόφευκτα θα επέστρεφε και πάλι στα γνώριμα λιμάνια του πόνου και της αυτολύπησης.
Ερωτευόταν συχνά, ερωτευόταν τρελά, και της περνούσε γρήγορα, σα μια ανάμνηση της μέθης. Για καιρό πολύ έμοιαζε με μια ελκυστική κατάρα, που στο πέρασμά της χάριζε σταγόνες ευτυχίας, μα άφηνε πίσω της στάχτες και πληγές οδυνηρές. Κι αυτός της έλεγε: Θάλασσα τα κάνεις, ψυχή μου, θάλασσα. κι αν συνεχίσεις έτσι κάποια μέρα θα πονέσεις, πολύ. Εκείνη τότε χαμογελούσε με νάζι και τον φιλούσε πεταχτά στα χείλη ψιθυρίζοντας πώς δε θα δακρύσει ποτέ ξανά αυτό το κοριτσάκι. Αλλά θα δάκρυζε.
Τα χρόνια πέρασαν γοργά, σαν ένα φύσημα του ανέμου, το κοριτσάκι έγινε γυναίκα, και το αγόρι άντρας. Ο δρόμος του τον οδήγησε μακριά, στους δρόμους του βορρά, στη Σαλονίκη. Εκεί ακριβώς βρισκόταν, όταν κάποια αφέγγαρη βραδιά, ανάμεσα στο μεσονύχτι και το ξημέρωμα, άκουσε το τηλέφωνό του χτυπά. Ήταν σίγουρος ότι θα ήταν εκείνη, η Βίκυ, το Βικάκι του.
«Έλα να με μαζέψεις απ’ το σταθμό», του είπε απλά, με φωνή που μόλις και ακουγόταν. Να με μαζέψεις.
Πήγε, την έψαξε, τη βρήκε να στέκεται σε μια γωνιά και να καπνίζει κοιτώντας το πουθενά. Την πλησίασε, τη χαιρέτισε σιωπηλά με μάτια που έφεγγαν, την αγκάλιασε, τη φίλησε τρυφερά στο μάγουλο και τη μάζεψε. ή μάλλον μάζεψε εκείνο που ήταν κάποτε η Βίκυ, το φιλαράκι του.
Άρχισαν να περπατάνε άσκοπα και σιωπηλά, χωρίς συγκεκριμένο προορισμό, μέσα στους δρόμους μιας πόλης υγρής, που δεν έλεγε να πάει για ύπνο, μιας Θεσσαλονίκης που στο τέλος του καλοκαιριού έσφυζε από ζωή, που παλλόταν σαν ένας χαρούμενος ζωντανός οργανισμός, έτοιμος να σε παρασύρει σε αλλιώτικους ρυθμούς, θορυβώδεις, συντροφικούς.
Με το ένα του χέρι κουβαλούσε το μικρό σακίδιο που είχε φέρει μαζί της και με το άλλο την κρατούσε αγκαλιά. Δεν του μιλούσε και εκείνος δεν ήθελε με τίποτα να σπάσει τη σιωπή προτού το αποφασίσει η ίδια. Πού και πού ωστόσο τις έριχνε κλεφτές ματιές και τότε ένιωθε ένα βάρος ασήκωτο να του πλακώνει την καρδιά. Δίπλα του, μέσα στην αγκαλιά του, βρισκόταν ένα ανθρώπινο ερείπιο, μια Βίκυ πόνος, μια γυναίκα θλίψη, ένα θηλυκό δάκρυ, η Βίκυ των εφηβικών του χρόνων, αυτή που πρωτογνώρισε. Λες και δεν πέρασε ο καιρός. σα να μην άφησε ανεξίτηλα πάνω τους τα σημάδια του.
Την παρέσυρε, χωρίς κι ο ίδιος καλά-καλά να το καταλάβει, προς την Ποσειδώνος, και κρατώντας την πάντα ασφυκτικά κοντά του, την προσκάλεσε νοερά σε μια βόλτα στην παραλία – απέναντι απ’ τη βουή του πλήθους, δίπλα από ένα Θερμαϊκό, που μετά από χρόνια πολλά άρχισε να μυρίζει και πάλι θάλασσα. Ο Λευκός Πύργος όλο και τους πλησίαζε. Τον πλησίαζαν κι αυτοί. Και σε λίγο τον προσπέρασαν αδιάφορα, περπατώντας και περπατώντας. Μέχρι που έφτασαν λίγο πριν από το Μέγαρο Μουσικής. Τότε εκείνος της πρότεινε να καθίσουν για να αγναντέψουν λίγο τη νυχτερινή θάλασσα και των καραβιών τα φώτα. Χωρίς να του απαντήσει προχώρησε λίγα βήματα προς το μέρος της μεγάλης κυράς, και μπροστά απ’ τα άηχα σχεδόν κύματά της, κάθισε χάμω στη στάση του λωτού και άρχισε να κλαίει. Έκατσε κι εκείνος δίπλα της αμίλητος και την έκλεισε και πάλι στην αγκαλιά του. Μια ζεστή αγκαλιά, κι ένα φιλί στα μαλλιά, αυτά μοναχά μπορούσε να της προσφέρει εκείνη την ώρα.
Κάποτε οι λυγμοί κόπασαν, το δάκρυ στράγγιξε, και τότε γύρισε προς το μέρος του, τον κοίταξε στα μάτια και πικρά μα παιχνιδιάρικα του χαμογέλασε.
«Γιατί δε με πήγες στα Κάστρα;» τον ρώτησε.
«Παλιοκόριτσο», απάντησε χαμογελώντας εκείνος και τη τσίμπησε απαλά στο μάγουλο.
«Μου έχεις λείψει Γιώργο, πολύ».
«Κι εσύ, Βίκυ μου, κι εσύ».
«Τα έχω κάνει σκατά», ψιθύρισε μετά.
«Μη φοβάσαι τίποτα τώρα, μη λυπάσαι, εγώ είμαι εδώ».
Αυτά μονάχα είπανε προτού κάνουν και πάλι μακροβούτι στης σιωπής τα βαθιά νερά. Ένα μακροβούτι που κράτησε πολύ.
«Κρυώνω», παραπονέθηκε εκείνη, καθώς στο βάθος του ορίζοντας άρχισε να αχνοφέγγει το πρώτο φως της μέρας.
Σηκώθηκαν, την έκρυψε για μια ακόμη φορά στην αγκαλιά του και κίνησαν για τη ζεστασιά του μικρού, αλλά πολύ φιλόξενου σπιτιού του. Σε λίγο θα ξημέρωνε και για τους δυο μια καινούρια μέρα.

Ξύπνησαν αργά το απόγευμα, σχεδόν την ίδια ώρα, και μοιράστηκαν ένα γλυκό νυσταγμένο χαμόγελο, δυο πικρούς καφέδες, δυο αθώα φιλιά. Εκείνη έδειχνε τώρα πια, στο συνήθως προδοτικό φως της μέρας, καλύτερα απ’ το προηγούμενο βράδυ. Καθώς κάθονταν στο μικρό τραπέζι της κουζίνας, έπιναν τους καφέδες τους και την παρατηρούσε, του φαίνονται πως έβλεπε πού και πού να σιγοκαίει μέσα της η φλόγα της ζωής. Του μίλησε για όλα. Του είπε όσα δεν του ομολόγησε στις αραιές τηλεφωνικές συνδιαλέξεις τους. Όλα όσα έζησε μακριά του, χωρίς εκείνον να την προστατεύει απ’ τον εαυτό της. Του μίλησε ξανά, αλλά με λεπτομέρειες τώρα, για τον Μιχάλη, τον άνθρωπο που για καιρό πολύ -από τότε που ο ίδιος βρίσκονταν ακόμη στη ζωή της- νόμιζε σαν το ιδανικό της άλλο μισό, και του μίλησε και για τον Νίκο, κάποιον που επέστρεφε και πάλι από τα παλιά ξανά και ξανά στη ζωή της, για να της αλλάζει τα φώτα, να της γκρεμίζει τις ψευδαισθήσεις ασφαλείας, να της ταράζει συθέμελα το είναι και να την οδηγεί στην παράκρουση. Τίποτα δεν έχει αλλάξει, σκέφτονταν εκείνος καθώς την άκουγε, απολύτως τίποτα. Πέρασε από χίλιους έρωτες και άλλες τόσες ανατροπές για να καταλήξει σ’ αυτούς τους δύο, που στα δικά του μάτια φάνταζαν τίποτα – απλά μηδενικά, που την κρατούσαν μακριά του. Ακριβώς αυτό ένιωθε: ότι του την έκλεβαν, πως δεν την άφηναν να δει εκείνον που την αγαπούσε απ’ όλους πιο πολύ. Και τώρα κάθονταν εδώ κι εκείνη του τα έλεγε όλ’ αυτά δίχως να σκέφτεται τι ένιωθε αυτός, χωρίς να τον καταλαβαίνει. Ναι, τίποτα δεν είχε αλλάξει: παρέμενε πεισματικά τυφλή στο δικό του έρωτα. Τι απαντήσεις να της έδινε; Με τι λόγια να την παρηγορούσε;
«Είναι δυνατόν να τους αγαπώ και τους δυο; Πες μου, Γιώργο, είναι; Εγώ πίστευα, ή μάλλον ήμουνα σίγουρη ότι βρήκα αυτά που πάντοτε ζητούσα: ασφάλεια, σιγουριά, κάποιον να με αγαπά. Και να που από τη μια στιγμή στην άλλη έχασα και πάλι το έδαφος κάτω από τα πόδια μου, και επέστρεψα ξανά στον παλιό κακό θλιμμένο μου εαυτό. Αυτή τη φορά όμως όχι γιατί είμαι μόνη, αλλά επειδή ξεχειλίζω από αγάπη, κι επειδή με αγαπούν. Μα η αγάπη τους με τρομάζει! Η ψυχή μου μού λέει να πάω στον ένα, η καρδιά μου στον άλλο, το κορμί και στους δυο. Τα έχω χαμένα – τελείως χαμένα. Δεν ξέρω τι κάνω, δεν ξέρω τι να κάνω, γκρεμίζομαι, σβήνω. Γι’ αυτό ήρθα σε σένα. Μόνο εσύ με καταλαβαίνεις. Μόνο εσύ μπορείς να με βοηθήσεις…».
Κι όμως, αυτή τη φορά δεν μπορούσε να τη βοηθήσει. Τι να της έλεγε; Πώς να άνοιγε το στόμα του και να κατάφερνε ν’ ακουστεί γαλήνιος, νηφάλιος, αφού το μέσα του ήταν για πρώτη φορά εδώ και καιρό πολύ φουρτουνιασμένο. Δεν της είπε τίποτα λοιπόν. Για καμπόση ώρα έπνιγε τις σκέψεις του και την οργή, τις κατάπινε γουλιά-γουλιά σαν τον καφέ. Τώρα που την έβλεπε τόσο λυπημένη ξανά, ένιωθε το μέσα του να ραγίζει, αλλά τα λόγια δεν έβρισκαν το δρόμο προς τα χείλη, αφού ήταν ψεύτικα, χρήσιμα μόνο για μια ψεύτικη παρηγοριά, και σαν τέτοια αν ειπώνονταν θα γίνονταν καπνός και θα έσβηναν στο πρώτο φύσημα του ανέμου. Έκανε λοιπόν το μόνο που μπορούσε να κάνει: την κράταγε την αγκαλιά του και σωπαίνοντας της χάιδευε τα μαλλιά. Εκείνη δεν άντεξε τη σιωπή, κατάλαβε ότι αυτή τη φορά δε θα της πρόσφερε τις απαντήσεις που ζητούσε, έτσι θέλησε ν’ αλλάξει θέμα.
«Θυμάσαι, φιλαράκι;» τον ρώτησε, κι άρχισε να σιγοτραγουδά: «Να με προσέχεις, γιατί έχω πέσει χαμηλά, έχω πέσει χαμηλά, μάτια μου γλυκά να με αντέχεις…». Ένα δάκρυ κύλησε ασυναίσθητα στο μάγουλό του κι εκείνη το μάζεψε μ’ ένα φιλί και του χαμογέλασε με αγάπη. Λες και είχε σβήσει με μια μονοκοντυλιά τις πρότερές της σκέψεις. «Ας βγούμε μάγκα!» τον πρόσταξε και τον τράβηξε απ’ το χέρι για να σηκωθεί. Κι εκείνος σηκώθηκε. Πηγαίνοντας προς το δωμάτιό του για να ντυθεί σκέφτονταν ότι θα με τρελάνει αυτή. Με όλ’ αυτά τα πάνω και τα κάτω της, σίγουρα θα τον τρέλαινε.
Ήταν σχεδόν σούρουπο όταν βγήκαν. Η τροχαία κίνηση στο φόρτε της, κάποια παιδιά έπαιζαν μπάλα στην αυλή του Προφήτη Ηλία και ξεσήκωναν τον κόσμο με τις φωνές τους, δυο-τρία σκυλιά έπαιρναν ξοπίσω τους περαστικούς ζητιανεύοντας προσοχή και ψίχουλα αγάπης, κι ένας οργισμένος νέος έβριζε πατόκορφα τον ΟΤΕ, αφού σε ολόκληρη της Ολυμπιάδος δε βρήκε ούτε ένα καρτοκινητό να λειτουργεί (άλλες εποχές εκείνες, προ της κινητής τηλεφωνίας, άβολες και κουραστικές). Κατηφόρισαν προς την Καμάρα, όπου δεκάδες άτομα είχαν ήδη στηθεί για τα προσωπικά ραντεβού και τις ομαδικές συναντήσεις εκείνης της νύχτας, πήραν από μια κρέπα αλμυρή από τη Ναβαρίνου και συνέχισαν για την παραλία. Κάθισαν αγκαλιά σ’ ένα παγκάκι κοντά στο Λευκό Πύργο κοιτώντας το ηλιοβασίλεμα να σβήνει στο βάθος του ορίζοντα, και παίρνοντας, με μια δόση ζήλιας, μάτι τα ζευγαράκια που φιλιόντουσαν με μικρότερο ή μεγαλύτερο πάθος. Καθώς συνέβαιναν αυτά ένιωσε ξάφνου την ανάσα της ζεστή στο μάγουλό του και τα χέρια της να κλείνουν μέσα τους απαλά το πρόσωπό του. Γύρισε προς το μέρος της, κι εκείνη τον φίλησε ανάλαφρα στα χείλη. Αλλά εκείνο το φιλί δεν ήταν όπως τα παλιά, αυτά που τόσο του έλειπαν και άλλο τόσο είχε συνηθίσει. Σα να κράτησε μια ανάσα πιο πολύ και νάταν πιότερο ζεστό, με μια θέρμη παράταιρη. Ταράχτηκε, αλλά κατάφερε να μην το δείξει, και την επόμενη στιγμή την είδε να χαμηλώνει με θλίψη το βλέμμα. Μα τι θέλει τώρα; αναρωτήθηκε.
Όταν πια νύχτωσε για τα καλά, έσπασαν επιτέλους την αμήχανη σιωπή, που είχε ρίξει βαρύ επάνω τους το πέπλο της, κι άρχισαν να θυμούνται τα παλιά: τις πλάκες, τις κοπάνες και τις κοτσάνες τους, τις μικρές τους μαγικές στιγμές. Κράτησε για πολύ αυτή η επιστροφή στο παρελθόν και στη διάρκειά της αναγκάστηκαν για μια ακόμη φορά να αναλογιστούν πόσα μοιράστηκαν οι δυο τους, να θυμηθούν και πάλι πόσο κοινές υπήρξαν οι διαφορετικές ζωές τους. Σα να ήταν από πάντα μαζί, ο ένας δίπλα στον άλλο, στα λάθη τους και στα σωστά.
«Παίζεις ακόμη κιθάρα;» τον ρώτησε κάποια στιγμή, ώρα μετά, με τη νοσταλγία χαραγμένη ακόμη στης φωνή της την ηχώ.
«Όχι πολύ. Πού και πού μόνο».
«Θέλω ν’ ακούσω μουσική. Πάμε;»
«Φύγαμε».
Πήγανε στο Mayfair όπου εμφανιζόταν ένα νέο συγκρότημα και πέρασαν καλύτερα από ποτέ. Από μια ωραία σύμπτωση η μπάντα έπαιξε σχεδόν το ένα μετά από το άλλο, όλα τα παλιά καλά αγαπημένα τους τραγούδια. Κι αυτοί αφέθηκαν στη μαγεία τους, κι εκείνα τους ταξίδευσαν με τον τρόπο τους και πάλι στα μονοπάτια των αναμνήσεων, φέρνοντάς τους όλο και πιο κοντά. Καθώς το αλκοόλ έρεε απρόσκοπτα στο αίμα, καθώς η νοσταλγία ξυπνούσε μέσα τους μια νέα χαρά και καθώς για πρώτη φορά εδώ και χρόνια άφηναν κι οι δυο τους εαυτούς τους απόλυτα ελεύθερους να εκφραστούν, παραδόθηκαν σ’ ένα παθιασμένο φιλί, που λες και το χρωστούσε από πάντα ο ένας στον άλλο – ένα φιλί που ανάβλυζε ζωή. Γέλα, γέλα πουλί μου γέλα, γέλα, είν’ η ζωή μια τρέλα…
Εκείνο που συνέβαινε δεν μπορούσε καν να το φανταστεί, ούτε και στα πιο τρελά του όνειρα: να έχει στην αγκαλιά του την αγαπημένη, να τη φιλά ξανά και ξανά με πάθος στο στόμα, κι οι δυο τους να ξεκαρδίζονται, να γελούν εκκωφαντικά ευτυχισμένοι. Ναι, η Βίκυ ήταν η αγαπημένη του: απ’ την πρώτη φορά που την είδε, που της μίλησε, από τότε που έριξε για πρώτη φορά επάνω του το θλιμμένο της βλέμμα. Ωστόσο δεν το παραδέχτηκε ποτέ, αφού πάντοτε την έβλεπε με κάποιον άλλο, με αποτέλεσμα κι αυτός να δίνεται σε κάποιες άλλες, ψάχνοντας εκείνη. Δεν πίστευε στ’ αυτιά του όταν του ομολόγησε κι εκείνη ότι έψαχνε το είδωλό του σε κάθε νέο έρωτά της, αφού οι δυο τους -οι ηλίθιοι- έμοιαζαν σιωπηλά να έχουν συμφωνήσει ότι δε θα μπορούσαν ποτέ να είναι μαζί.
Φύγαν τελευταίοι απ’ το μπαράκι, ψιλομεθυσμένοι, χαμογελαστοί, ευτυχισμένοι.
«Ψες αντιλήφθηκα ότι δε θα μπορούσα να σε αφήσω αυτή τη φορά – εκτός κι αν μ’ έδιωχνες. Απλά δεν ήξερα πώς ένιωθες εσύ και ήμουνα και πολύ δειλή για να σου μιλήσω κιόλας. Το γυρόφερνα από εδώ κι από κει και κατέληγα πάντα να σου μιλώ για τα αδιέξοδά του. Εδώ και έξι χρόνια τραβιόμουνα μ’ εκείνους τους δύο, όπως το ξέρεις κι εσύ πολύ καλά, προσπαθώντας να γεμίσω ένα κενό, που δεν ήξερα καλά-καλά ποιο ήταν και πως δημιουργήθηκε. Ίσως φοβόμουνα ότι αν κάποτε προχωρούσαμε εμείς οι δυο θα τα έκανα, ως συνήθως, θάλασσα και μετά θα σ’ έχανα και σα φίλο. Κι αυτό δε θα το άντεχα. Αλλά κι εσύ δε μίλησες. Τέλος πάντων, αυτό που θέλω να πω είναι ότι αυτοί οι δυο, ο Μιχάλης και ο Νίκος, ήταν η αφορμή. Η αφορμή για να φτάσω στην ουσία. Κι η ουσία είναι ότι η μία και μοναδική μου αγάπη ήσουνα και είσαι εσύ, Γιώργο. Βαρέθηκα τα λάθη μου, βαρέθηκα τα δίχως λόγο ξοδέματα, βαρέθηκα να μην είμαι εγώ. Μόνο μαζί σου είμαι ο εαυτός μου, μοναχά εσύ με θέλεις και με δέχεσαι όπως ακριβώς είμαι…».
Δεν την άφησε να συνεχίσει. Της έκλεισε το στόμα με τα χείλη του και την οδήγησε σιωπηλά στο σπιτάκι του.
Κάναν έρωτα ως το πρωί, κι η ένωσή της ήταν μαγική, ολοκληρωτική, από πάντα γραμμένη στ’ αστέρια για να συμβεί. Κοιμήθηκαν γυμνοί, με το ένα κορμί κολλημένο στο άλλο, προέκταση του, κάτω από ένα λευκό σεντόνι, σαν κι εκείνο που θα σκέπαζε από δω και μπρος και θα έδινε πνοή στα όνειρά τους – αν και για τους δυο τους δε θα μπορούσε να υπάρξει πιο όμορφο όνειρο απ’ όλ’ αυτά που ζούσαν.
Τις επόμενες τρεις ημέρες τις πέρασαν κάνοντας έρωτα, ακούγοντας μουσική, τριγυρνώντας στην πόλη, ρουφώντας κάθε ανάσα ζωής σα να ’ταν η τελευταία, προσπαθώντας σιγά-σιγά, αλλά και με βιάση, να αναπληρώσουν όλα τα χρόνια που άφησαν να πάνε χαμένα.
Όταν έφτασε η μέρα που έπρεπε να φύγει, τη συνόδεψε στο σιδηροδρομικό σταθμό.
«Μου έδωσες τα πινέλα. Πάω να σβήσω τα λάθη μου, προτού επιστρέψω και πάλι κοντά σου, για να πάρω τα χρώματα και να ζωγραφίσω μαζί σου μια νέα ζωή», του είπε, παραφράζοντας τον Καζαντζάκη, και τον φίλησε γλυκά στο στόμα.
Καθώς το τρένο απομακρυνόταν από το σταθμό, ένα τεράστιο χαμόγελο άρχισε να παίρνει σιγά-σιγά μορφή στα χείλη του. Και, λίγο μετά, περπατώντας προς την παραλία ένιωθε μέσα στην καρδιά του να φτερουγίζει και μια άλλη καρδιά, αλλιώτικη, αλλά και πάλι ολόδική του. Της ψυχής του το καλύτερο μισό είχε επιτέλους επιστρέψει στην πατρίδα του, εκεί όπου από πάντα ανήκε.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ
Δημοσίευση σχολίου