Είμαι δέκα χρονών, με λένε Μαλάικα και είμαι καλλιτέχνης. Μεγάλη λέξη αυτή, ε; Κα-λλι-τέ-χνης! Γουάο, λέμε. Δεν ήξερα τι σημαίνει αυτή μέχρι που μου την εξήγησε η Μάριαν. Η Μάριαν, αυτή τα ξέρει όλα, κι ακόμη περισσότερα. Είναι πα-ντο-γνώ-στης! Όχι σαν τον Θεούλη φυσικά, αλλά… Τι σας έλεγα; Α, ναι, καλλιτέχνης είναι αυτός που κάνει τέχνη. Κι εγώ κάνω. Τέχνη. Ζωγραφίζω όλη μέρα, όταν δεν κάνω τα μαθήματά μου. Θα ζωγράφιζα και όλη νύχτα, αν μπορούσα, αλλά δεν έχουμε φως και τα κεριά εδώ είναι πολύτιμα. Αν δεν τα είχαμε κι αυτά… Μα δεν πειράζει. Φτάνει που μπορώ και το κάνω τη μέρα.Δεν είμαι και πολύ καλός ακόμη, το παραδέχομαι, αλλά η μαμά και η Μάριαν λένε ότι κάποια μέρα θα γίνω σπουδαίος – άλλη μεγάλη λέξη αυτή. Μεγάλη σε σημασία. Σπουδαία! Α, παίζω με τις λέξεις, αυτό κάνω. Πάντα το έκανα αυτό από την πρώτη στιγμή που έμαθα να μιλάω. Και μαθαίνω εύκολα. Όλα τα μαθαίνω. Σε λίγο θα μπορώ να μιλώ και τη γλώσσα της Μάριαν, τα αμερικάνικα. «Εγγλέζικα μιλάει», μου λέει η μαμά, αλλά μάλλον λάθος κάνει. Αφού είναι αμερικανίδα πρέπει να μιλά αμερικάνικα. Ή όχι; Τέλος πάντων.
Όπως σας είπα και πιο πριν το όνομά μου είναι Μαλάικα, που στη γλώσσα μου, τα σουαχίλι, σημαίνει Άγγελος. Σουαχίλι μιλάω και όχι αφρικάνικα. Τα αφρικάνικα δεν είναι γλώσσα, είναι… Δεν ξέρω τι είναι. Ας πούμε ότι είναι προϊόντα. Ναι, αυτό είναι. Τα πράγματα που κατασκευάζονται στην Αφρική είναι αφρικάνικα. Αλλά, πάλι ξεχνιέμαι και λέω άσχετα πράγματα. Που λέτε, η μαμά με βάφτισε έτσι επειδή της αρέσει πολύ ένα τραγούδι που λέει μια χοντρή κυρία, και το οποίο της γεμίζει την ψυχή. Μίριαμ Μακέμπα τη λένε. Όχι την ψυχή, την κυρία. Μα εγώ απορώ: Πώς μπορείς να γεμίσεις την ψυχή μ’ ένα τραγούδι; Γεμίζει η ψυχή; Τι είναι η ψυχή; Ντεπόζιτο;
Ρωτάω τη Μάριαν κι αυτή γελάει -μάλλον δε θα είναι ντεπόζιτο- όλο γελάει αυτή. Αλλά πού και πού κλαίει κιόλας. Δεν ξέρω αν το κάνει αυτό επειδή είναι λίγο χαζή, για κάποια που είναι μεγάλη εννοώ, μια και δεν καταλαβαίνει ακόμη καλά τα σουαχίλι, ή αν φταίει κάτι άλλο. Ίσως να φταίω κι εγώ, αφού δεν είμαι σαν τα άλλα παιδιά. Όχι πως είμαι διαφορετικός, την ίδια φάτσα, το ίδιο καφέ χρώμα έχουμε όλα. Αλλά να… Απλά… Απλά εγώ δεν έχω χέρια…
Είχα κάποτε θυμάμαι, αλλά τώρα πια δε θυμάμαι πότε τα είχα και πώς ένιωθα. Περίεργο πράγμα. Η μαμά λέει ότι κάποιοι κακοί άνθρωποι μου τα κόψανε, για να μην πάω να πολεμήσω όταν μεγαλώσω, κι αρχίζει να κλαίει, κι ύστερα γελά, αφού δε θέλει να με βλέπει μουτρωμένο. Οι άγγελοι δεν είναι ποτέ μουτρωμένοι, υποστηρίζει αυτή, που ξέρει καλύτερα, ακόμη ούτε κι εδώ, στη Ρουάντα.
Α, ναι, ξέχασα να σας το πω αυτό, Ρουάντα λένε τη χώρα μου, και όπως θα καταλάβατε είναι στην Αφρική. Όλοι ξέρουν την Αφρική, δεν είναι έτσι; Τη Ρουάντα όμως; Τέλος πάντων (μου αρέσει πολύ αυτή η φράση, αλλά τέλος πάντων), εγώ είμαι ρουαντανός, ρουαντέζος ή ρουάντα κάτι. Δεν έχει σημασία. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι έχω τη μαμά μου δίπλα μου, κι ετούτη την καλή λευκή κυρία, τη δασκάλα μου.
Ήρθε εδώ από πολύ μακριά λέει, από τις ΗΠΑ. Μου τις δείχνει στο χάρτη και είναι πολύ μεγάλες. «Αφού είναι τόσο μεγάλες, γιατί έχουν τόσο μικρό όνομα;» ρωτάω με απορία. Δείχνει πιο μεγάλη κι απ’ τους μεγάλους η χώρα της. Δε μου απαντά, χαμογελά, και χαμογελώ κι εγώ μαζί της. Τη ρωτάω αν της λείπει κάτι απ’ τον τόπο της και μου λέει όχι, δεν έχει πια τίποτα εκεί.
Μα πώς μπορεί να μην έχει τίποτα κάποιος; Ακόμη κι εγώ, που είμαι φτωχός-φτωχός, και ζω σε μια καλύβα, έχω την κουβερτούλα μου, λίγα ρουχαλάκια και τα βιβλία που μου χάρισαν, τα οποία φυλλομετρώ με τα δάχτυλα των ποδιών ή το πηγούνι μου. Έχω και τη μαμά πάντα δίπλα μου, έχω και κάτι πινέλα και μπογιές, αλλά και τους κα-μβά-δες μου.
Οι καμβάδες μοιάζουν με λευκό χαρτί, αλλά δεν είναι. Δεν ξέρω τι ακριβώς είναι. Όλο μου εξηγεί η Μάριαν κι όλο ξεχνάω. Ίσως να είμαι λίγο βλάκας. Λίγο, όχι πολύ. Το σκέφτομαι κάποτε αυτό, αλλά δεν το λέω, για να μη με μαλώσουν αφού όλοι νομίζουν ότι είμαι έξυπνος. Εσείς τι λέτε; Είμαι; Δεν ξέρω.
Είτε είμαι είτε όχι, έξυπνος εννοώ, ένα πράγμα είναι σίγουρο: μου αρέσει να ζωγραφίζω πολύ. Και το κάνω χρησιμοποιώντας όλ’ αυτά τα πράγματα που μου φέρνει η Μάριαν. Είναι από την Κίνα λέει. Τα πράγματα όχι η Μάριαν. Μου την έδειξε κι αυτή στο χάρτη. Μεγάάάλη χώρα. Οι ΗΠΑ είναι στα αριστερά, η Κίνα στα δεξιά, κι η Αφρική μες στη μέση. Άρα είμαστε το κέντρο της γης. Ή όχι;
Αλλά, κι αν δεν είμαστε δεν πειράζει. Φτάνει να έχουμε φαγητό και νερό, όπως λέει η μαμά. Εμείς είμαστε τυχεροί και έχουμε. Άλλοι δεν έχουν. Δεν έχουν τίποτα. Και πεινάνε, και διψάνε, και αρρωσταίνουν. Τι κρίμα! Εντάξει, δε λέω ότι εμείς έχουμε πολλά, πολύ λίγα έχουμε, αλλά γιατί να μην έχουν κι οι άλλοι κάτι; Έστω ένα λασπόσπιτο -υπάρχει τέτοια λέξη;- να κοιμούνται μέσα, να σαν και το δικό μας. Α, ναι, εμείς έχουμε και σχολείο. Μάλλον είμαστε πλούσιοι τελικά.
Μου αρέσει πολύ-πολύ το σχολείο, κι ας μην μπορώ να γράψω ακόμη, αφού με τα πόδια μου μπορώ μοναχά να ζωγραφίζω. Αλλά, ξέρω να διαβάζω και έχω καλή μνήμη και τα θυμάμαι όλα, έτσι μαθαίνω πολλά. Στο σχολείο, εκτός από τη Μάριαν, είναι και άλλες τρεις λευκές κοπέλες, μια μαύρη από τη Νότιο Αφρική και μια κοντούλα με σχιστά μάτια, που δεν είναι κινέζα αν και μοιάζει πολύ.
Μας διδάσκουν αριθμητική, ανάγνωση και γεωγραφία, μα τους αρέσει κιόλας να παίζουν μαζί μας διάφορα παιχνίδια. Α, χαίρονται πολύ επίσης όταν μας ακούνε να τραγουδάμε. Η καλύτερη τραγουδίστρια από όλες είναι η αγαπημένη μου η Κριστίνα -αυτήν μια μέρα σκοπεύω να την παντρευτώ, αλλά μην το πείτε σε κανένα- που όπως λέει η Μάριαν τραγουδάει καλύτερα κι απ’ τη Γουίτνι Χιούστον. Δεν ξέρω ποια είναι πάλι αυτή, αλλά για να το λέει η Μάριαν σίγουρα θα είναι κάποια σπουδαία, να σαν κι εμένα. Ίσως όχι τόσο όμως, αλλιώς η Μάριαν θα ήταν μαζί της και όχι μαζί μου.
Σας είπα πόσο πολύ μου αρέσει η Μάριαν; Όχι; Μα, καλά, θέλατε να σας το πω για να το καταλάβετε. Να, κοιτάξτε πιο πάνω: όλο η Μάριαν αυτό κι η Μάριαν εκείνο, λέω. Γιατί μου αρέσει; Επειδή χαμογελάει πλατιά, επειδή τραγουδάει, επειδή τα μαλλιά της μοιάζουν λίγο αφρικάνικα, επειδή ακούγεται αστεία όταν μιλάει στα σουαχίλι, κι επειδή, όπως λέει η μαμά, είναι ένα καλό πνεύμα που το έστειλε ο θεός για να μας βοηθήσει. Είδες ο θεός;
Μάλλον θα ξέρει κι αυτός ότι κάποια μέρα θα γίνω πιο σπουδαίος απ’ τους σπουδαίους και έστειλε πακέτο τη Μάριαν για να με βοηθήσει. Εκείνο όμως που δεν μπορώ να καταλάβω είναι γιατί με αγαπά τόσο πολύ. Είναι τόσα πολλά παιδιά εδώ, και είναι όλα καλά και όμορφα, πιο όμορφα κι από μένα ακόμη, γιατί άραγε με διάλεξε;
Όταν τη ρωτώ γελά και μου απαντά ότι της αρέσω επειδή είμαι καλλιτέχνης. Κι ύστερα όταν τη ρωτώ αν θα με παντρευτεί -σε περίπτωση δηλαδή που δε με θέλει η Κριστίνα- απλά γελά. Όλο γελά. Και κλαίει. Έτσι, στα ξαφνικά, την πιάνει το κλάμα. Ενώ κάνει μάθημα στην τάξη, ενώ ξαπλώνει να κοιμηθεί, καθώς περπατά από δω κι από κει, ενώ παίζουμε, ενώ με βοηθά με τις ζωγραφιές μου, καθώς μιλά με τις άλλες δασκάλες. Ξέρω τι έχει. Το είπε στη μαμά μου. Πέθανε ο καλύτερός της φίλος, ο Άντι, και πονάει. Το καταλαβαίνω αυτό, αλλά είναι ανάγκη να κλαίει τόσο πολύ; Αφού είναι πιο όμορφη όταν γελάει…
Κι εμείς κλαίμε, αλλά όχι τόσο, λιγότερο. Ίσως επειδή βλέπουμε τους καλύτερούς μας φίλους, τα αδέλφια και τους γονείς μας να πεθαίνουν όλη την ώρα. Εμένα πέθανε ο μπαμπάς μου. Την ίδια μέρα που μου έκοψαν τα χέρια. Οι χούτου. Αυτόν τον σκότωσαν κι εμένα με σακάτεψαν. Δεν ξέρω ποιοι είναι αυτοί οι χούτου, αλλά αν τους συναντήσω ποτέ θα τους ρίξω δυο κλωτσιές με το καλό μου πόδι, το αριστερό, κι ύστερα θα τους ρωτήσω γιατί έκαναν αυτά που έκαναν. Ύστερα θα πάω στις ΗΠΑ και θα ρίξω δυο κλωτσιές σ’ αυτούς που σκότωσαν το φίλο της Μάριαν. Κι ύστερα… Ύστερα θα ρίξω δυο κλωτσιές στην μπάλα, αφού δε θέλω να κλωτσήσω κανέναν άλλο.
Αυτή τη στιγμή κάθομαι κάτω από ένα δέντρο, κοιτώ το ηλιοβασίλεμα και προσπαθώ να το ζωγραφίσω στον καμβά. Είναι πολύ όμορφο το ηλιοβασίλεμα, σαν παραμύθι, αλλά δεν ξέρω αν θα το καταφέρω – αν θα καταφέρω να το ζωγραφίσω δηλαδή. Η δασκάλα μου ανακατεύει τις μπογιές και μου δείχνει πώς να φτιάχνω διαφορετικά χρώματα. Και κάθε τόσο μου χαϊδεύει τα μαλλιά. Και της χαμογελώ.
Ξαπλωμένος στο χώμα, μ’ ένα βράχο για μαξιλάρι και τα κλαδιά του δέντρου για προστασία, με το πινέλο ανάμεσα στα δάχτυλα του αριστερού μου ποδιού, δημιουργώ. Αυτό ακριβώς κάνω. Μου λέει ότι έχω μεγάλο ταλέντο η καλή μου, κι αν συνεχίσω έτσι μια μέρα θα γίνω κάποιος. Τι εννοεί; Πώς σήμερα είμαι κανένας; Τη ρωτώ και γελά και πάλι και τα μάτια της λάμπουν σαν πράσινος ήλιος. Τι όμορφα που είναι!
Αυτός ο πίνακας, όταν τελειώσει, θα είναι ο δωδέκατός μου -έκανα μια ντουζίνα δηλαδή- αλλά ήδη ετοιμάζω στα κρυφά τον επόμενο. Η Μάριαν τους φωτογραφίζει ένα-ένα και τους στέλνει, κάθε που πηγαίνει στην πόλη -μέσω ίντερνετ λέει, ό,τι κι αν είναι αυτό- σε μια άλλη μεγάλη πόλη, που είναι στην Ευρώπη και τη λένε Λονδίνο. Εκεί, αν αρέσουν στους υπεύθυνους, θα τους κάνουν κάρτες και αφίσες και θ’ αρχίσουν να τους πουλούν παντού. Κάπως έτσι θα γίνω διάσημος. Δι-α-ση-μος. Τι ωραία λέξη!
Όταν γίνω διάσημος λοιπόν θα λυθούν όλα τα προβλήματά μας. Θα έχουμε πολλά-πολλά λεφτά, θα μετακομίσουμε με τη μαμά στην πόλη και η ζωή μας θα γίνει πολύ-πολύ ωραία. Αλλά… Ντρέπομαι που το λέω αλλά, εγώ θέλω να μείνω εδώ. Με τη μαμά μου, με τους καλούς μου φίλους, τους καμβάδες μου και τα ηλιοβασιλέματά μου. Και με τη Μάριαν και την Κριστίνα φυσικά.
Αν πάμε στην πόλη θα τους χάσω όλους, θα τα χάσω όλα, εκτός από τη μαμά, και δεν το θέλω αυτό. Ή ίσως να τη χάσω κι αυτή -ποιος ξέρει;- αφού άκουσα ότι οι πόλεις καταπίνουν τις ψυχές των ανθρώπων. Και τότε δε θα έχω κανένα να μου τραγουδάει, Μαλάικα, γιε μου, Μαλάικα. Θα μείνω ένας άγγελος μοναχός και πολύ, μα πολύ λυπημένος.
Θέλω να κλάψω τώρα που το σκέφτομαι, αλλά δεν μπορώ, αφού το ξέρω ότι αν αρχίσω να κλαίω θ’ αρχίσει να κλαίει κι η Μάριαν και δεν μπορώ να τη βλέπω στεναχωρημένη. Δεν της πάει η λύπη. Σαν το φεγγάρι και μια λίμνη, που μου έδειξε σε μια φωτογραφία, μοιάζει αυτή, κι έτσι θέλω να τη σκέφτομαι. Και έτσι τη ζωγραφίζω στα κρυφά. Αυτό είναι το μεγάλο μου μυστικό: ο πίνακας που φτιάχνω για κείνη θα είναι ο καλύτερός μου. Θα της τον κάνω δώρο σε λίγες μέρες που θα είναι τα γενέθλιά της και θα της ζητήσω -αν δεν ακούει η Κριστίνα- να με παντρευτεί ξανά. Το ξέρω ότι δε θα δεχτεί, αλλά δεν πειράζει. Φτάνει που θα γελάσει και θα μου πει ότι είμαι κουτό, αλλά σπουδαίος καλλιτέχνης.
Με φωνάζουν Μαλάικα, που στη γλώσσα μου σημαίνει Άγγελος, και σε όλες τις γλώσσες του κόσμου, άγγελός μου είναι η Μάριαν.
Δεύτερη γραφή. Ίσως ακολουθήσει και τρίτη...












