Δευτέρα, 26 Απριλίου 2010

Μαλάικα

Είμαι δέκα χρονών, με λένε Μαλάικα και είμαι καλλιτέχνης. Μεγάλη λέξη αυτή, ε; Κα-λλι-τέ-χνης! Γουάο, λέμε. Δεν ήξερα τι σημαίνει αυτή μέχρι που μου την εξήγησε η Μάριαν. Η Μάριαν, αυτή τα ξέρει όλα, κι ακόμη περισσότερα. Είναι πα-ντο-γνώ-στης! Όχι σαν τον Θεούλη φυσικά, αλλά… Τι σας έλεγα; Α, ναι, καλλιτέχνης είναι αυτός που κάνει τέχνη. Κι εγώ κάνω. Τέχνη. Ζωγραφίζω όλη μέρα, όταν δεν κάνω τα μαθήματά μου. Θα ζωγράφιζα και όλη νύχτα, αν μπορούσα, αλλά δεν έχουμε φως και τα κεριά εδώ είναι πολύτιμα. Αν δεν τα είχαμε κι αυτά… Μα δεν πειράζει. Φτάνει που μπορώ και το κάνω τη μέρα.
Δεν είμαι και πολύ καλός ακόμη, το παραδέχομαι, αλλά η μαμά και η Μάριαν λένε ότι κάποια μέρα θα γίνω σπουδαίος – άλλη μεγάλη λέξη αυτή. Μεγάλη σε σημασία. Σπουδαία! Α, παίζω με τις λέξεις, αυτό κάνω. Πάντα το έκανα αυτό από την πρώτη στιγμή που έμαθα να μιλάω. Και μαθαίνω εύκολα. Όλα τα μαθαίνω. Σε λίγο θα μπορώ να μιλώ και τη γλώσσα της Μάριαν, τα αμερικάνικα. «Εγγλέζικα μιλάει», μου λέει η μαμά, αλλά μάλλον λάθος κάνει. Αφού είναι αμερικανίδα πρέπει να μιλά αμερικάνικα. Ή όχι; Τέλος πάντων.
Όπως σας είπα και πιο πριν το όνομά μου είναι Μαλάικα, που στη γλώσσα μου, τα σουαχίλι, σημαίνει Άγγελος. Σουαχίλι μιλάω και όχι αφρικάνικα. Τα αφρικάνικα δεν είναι γλώσσα, είναι… Δεν ξέρω τι είναι. Ας πούμε ότι είναι προϊόντα. Ναι, αυτό είναι. Τα πράγματα που κατασκευάζονται στην Αφρική είναι αφρικάνικα. Αλλά, πάλι ξεχνιέμαι και λέω άσχετα πράγματα. Που λέτε, η μαμά με βάφτισε έτσι επειδή της αρέσει πολύ ένα τραγούδι που λέει μια χοντρή κυρία, και το οποίο της γεμίζει την ψυχή. Μίριαμ Μακέμπα τη λένε. Όχι την ψυχή, την κυρία. Μα εγώ απορώ: Πώς μπορείς να γεμίσεις την ψυχή μ’ ένα τραγούδι; Γεμίζει η ψυχή; Τι είναι η ψυχή; Ντεπόζιτο;
Ρωτάω τη Μάριαν κι αυτή γελάει -μάλλον δε θα είναι ντεπόζιτο- όλο γελάει αυτή. Αλλά πού και πού κλαίει κιόλας. Δεν ξέρω αν το κάνει αυτό επειδή είναι λίγο χαζή, για κάποια που είναι μεγάλη εννοώ, μια και δεν καταλαβαίνει ακόμη καλά τα σουαχίλι, ή αν φταίει κάτι άλλο. Ίσως να φταίω κι εγώ, αφού δεν είμαι σαν τα άλλα παιδιά. Όχι πως είμαι διαφορετικός, την ίδια φάτσα, το ίδιο καφέ χρώμα έχουμε όλα. Αλλά να… Απλά… Απλά εγώ δεν έχω χέρια…
Είχα κάποτε θυμάμαι, αλλά τώρα πια δε θυμάμαι πότε τα είχα και πώς ένιωθα. Περίεργο πράγμα. Η μαμά λέει ότι κάποιοι κακοί άνθρωποι μου τα κόψανε, για να μην πάω να πολεμήσω όταν μεγαλώσω, κι αρχίζει να κλαίει, κι ύστερα γελά, αφού δε θέλει να με βλέπει μουτρωμένο. Οι άγγελοι δεν είναι ποτέ μουτρωμένοι, υποστηρίζει αυτή, που ξέρει καλύτερα, ακόμη ούτε κι εδώ, στη Ρουάντα.
Α, ναι, ξέχασα να σας το πω αυτό, Ρουάντα λένε τη χώρα μου, και όπως θα καταλάβατε είναι στην Αφρική. Όλοι ξέρουν την Αφρική, δεν είναι έτσι; Τη Ρουάντα όμως; Τέλος πάντων (μου αρέσει πολύ αυτή η φράση, αλλά τέλος πάντων), εγώ είμαι ρουαντανός, ρουαντέζος ή ρουάντα κάτι. Δεν έχει σημασία. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι έχω τη μαμά μου δίπλα μου, κι ετούτη την καλή λευκή κυρία, τη δασκάλα μου.
Ήρθε εδώ από πολύ μακριά λέει, από τις ΗΠΑ. Μου τις δείχνει στο χάρτη και είναι πολύ μεγάλες. «Αφού είναι τόσο μεγάλες, γιατί έχουν τόσο μικρό όνομα;» ρωτάω με απορία. Δείχνει πιο μεγάλη κι απ’ τους μεγάλους η χώρα της. Δε μου απαντά, χαμογελά, και χαμογελώ κι εγώ μαζί της. Τη ρωτάω αν της λείπει κάτι απ’ τον τόπο της και μου λέει όχι, δεν έχει πια τίποτα εκεί.
Μα πώς μπορεί να μην έχει τίποτα κάποιος; Ακόμη κι εγώ, που είμαι φτωχός-φτωχός, και ζω σε μια καλύβα, έχω την κουβερτούλα μου, λίγα ρουχαλάκια και τα βιβλία που μου χάρισαν, τα οποία φυλλομετρώ με τα δάχτυλα των ποδιών ή το πηγούνι μου. Έχω και τη μαμά πάντα δίπλα μου, έχω και κάτι πινέλα και μπογιές, αλλά και τους κα-μβά-δες μου.
Οι καμβάδες μοιάζουν με λευκό χαρτί, αλλά δεν είναι. Δεν ξέρω τι ακριβώς είναι. Όλο μου εξηγεί η Μάριαν κι όλο ξεχνάω. Ίσως να είμαι λίγο βλάκας. Λίγο, όχι πολύ. Το σκέφτομαι κάποτε αυτό, αλλά δεν το λέω, για να μη με μαλώσουν αφού όλοι νομίζουν ότι είμαι έξυπνος. Εσείς τι λέτε; Είμαι; Δεν ξέρω.
Είτε είμαι είτε όχι, έξυπνος εννοώ, ένα πράγμα είναι σίγουρο: μου αρέσει να ζωγραφίζω πολύ. Και το κάνω χρησιμοποιώντας όλ’ αυτά τα πράγματα που μου φέρνει η Μάριαν. Είναι από την Κίνα λέει. Τα πράγματα όχι η Μάριαν. Μου την έδειξε κι αυτή στο χάρτη. Μεγάάάλη χώρα. Οι ΗΠΑ είναι στα αριστερά, η Κίνα στα δεξιά, κι η Αφρική μες στη μέση. Άρα είμαστε το κέντρο της γης. Ή όχι;
Αλλά, κι αν δεν είμαστε δεν πειράζει. Φτάνει να έχουμε φαγητό και νερό, όπως λέει η μαμά. Εμείς είμαστε τυχεροί και έχουμε. Άλλοι δεν έχουν. Δεν έχουν τίποτα. Και πεινάνε, και διψάνε, και αρρωσταίνουν. Τι κρίμα! Εντάξει, δε λέω ότι εμείς έχουμε πολλά, πολύ λίγα έχουμε, αλλά γιατί να μην έχουν κι οι άλλοι κάτι; Έστω ένα λασπόσπιτο -υπάρχει τέτοια λέξη;- να κοιμούνται μέσα, να σαν και το δικό μας. Α, ναι, εμείς έχουμε και σχολείο. Μάλλον είμαστε πλούσιοι τελικά.
Μου αρέσει πολύ-πολύ το σχολείο, κι ας μην μπορώ να γράψω ακόμη, αφού με τα πόδια μου μπορώ μοναχά να ζωγραφίζω. Αλλά, ξέρω να διαβάζω και έχω καλή μνήμη και τα θυμάμαι όλα, έτσι μαθαίνω πολλά. Στο σχολείο, εκτός από τη Μάριαν, είναι και άλλες τρεις λευκές κοπέλες, μια μαύρη από τη Νότιο Αφρική και μια κοντούλα με σχιστά μάτια, που δεν είναι κινέζα αν και μοιάζει πολύ.
Μας διδάσκουν αριθμητική, ανάγνωση και γεωγραφία, μα τους αρέσει κιόλας να παίζουν μαζί μας διάφορα παιχνίδια. Α, χαίρονται πολύ επίσης όταν μας ακούνε να τραγουδάμε. Η καλύτερη τραγουδίστρια από όλες είναι η αγαπημένη μου η Κριστίνα -αυτήν μια μέρα σκοπεύω να την παντρευτώ, αλλά μην το πείτε σε κανένα- που όπως λέει η Μάριαν τραγουδάει καλύτερα κι απ’ τη Γουίτνι Χιούστον. Δεν ξέρω ποια είναι πάλι αυτή, αλλά για να το λέει η Μάριαν σίγουρα θα είναι κάποια σπουδαία, να σαν κι εμένα. Ίσως όχι τόσο όμως, αλλιώς η Μάριαν θα ήταν μαζί της και όχι μαζί μου.
Σας είπα πόσο πολύ μου αρέσει η Μάριαν; Όχι; Μα, καλά, θέλατε να σας το πω για να το καταλάβετε. Να, κοιτάξτε πιο πάνω: όλο η Μάριαν αυτό κι η Μάριαν εκείνο, λέω. Γιατί μου αρέσει; Επειδή χαμογελάει πλατιά, επειδή τραγουδάει, επειδή τα μαλλιά της μοιάζουν λίγο αφρικάνικα, επειδή ακούγεται αστεία όταν μιλάει στα σουαχίλι, κι επειδή, όπως λέει η μαμά, είναι ένα καλό πνεύμα που το έστειλε ο θεός για να μας βοηθήσει. Είδες ο θεός;
Μάλλον θα ξέρει κι αυτός ότι κάποια μέρα θα γίνω πιο σπουδαίος απ’ τους σπουδαίους και έστειλε πακέτο τη Μάριαν για να με βοηθήσει. Εκείνο όμως που δεν μπορώ να καταλάβω είναι γιατί με αγαπά τόσο πολύ. Είναι τόσα πολλά παιδιά εδώ, και είναι όλα καλά και όμορφα, πιο όμορφα κι από μένα ακόμη, γιατί άραγε με διάλεξε;
Όταν τη ρωτώ γελά και μου απαντά ότι της αρέσω επειδή είμαι καλλιτέχνης. Κι ύστερα όταν τη ρωτώ αν θα με παντρευτεί -σε περίπτωση δηλαδή που δε με θέλει η Κριστίνα- απλά γελά. Όλο γελά. Και κλαίει. Έτσι, στα ξαφνικά, την πιάνει το κλάμα. Ενώ κάνει μάθημα στην τάξη, ενώ ξαπλώνει να κοιμηθεί, καθώς περπατά από δω κι από κει, ενώ παίζουμε, ενώ με βοηθά με τις ζωγραφιές μου, καθώς μιλά με τις άλλες δασκάλες. Ξέρω τι έχει. Το είπε στη μαμά μου. Πέθανε ο καλύτερός της φίλος, ο Άντι, και πονάει. Το καταλαβαίνω αυτό, αλλά είναι ανάγκη να κλαίει τόσο πολύ; Αφού είναι πιο όμορφη όταν γελάει…
Κι εμείς κλαίμε, αλλά όχι τόσο, λιγότερο. Ίσως επειδή βλέπουμε τους καλύτερούς μας φίλους, τα αδέλφια και τους γονείς μας να πεθαίνουν όλη την ώρα. Εμένα πέθανε ο μπαμπάς μου. Την ίδια μέρα που μου έκοψαν τα χέρια. Οι χούτου. Αυτόν τον σκότωσαν κι εμένα με σακάτεψαν. Δεν ξέρω ποιοι είναι αυτοί οι χούτου, αλλά αν τους συναντήσω ποτέ θα τους ρίξω δυο κλωτσιές με το καλό μου πόδι, το αριστερό, κι ύστερα θα τους ρωτήσω γιατί έκαναν αυτά που έκαναν. Ύστερα θα πάω στις ΗΠΑ και θα ρίξω δυο κλωτσιές σ’ αυτούς που σκότωσαν το φίλο της Μάριαν. Κι ύστερα… Ύστερα θα ρίξω δυο κλωτσιές στην μπάλα, αφού δε θέλω να κλωτσήσω κανέναν άλλο.
Αυτή τη στιγμή κάθομαι κάτω από ένα δέντρο, κοιτώ το ηλιοβασίλεμα και προσπαθώ να το ζωγραφίσω στον καμβά. Είναι πολύ όμορφο το ηλιοβασίλεμα, σαν παραμύθι, αλλά δεν ξέρω αν θα το καταφέρω – αν θα καταφέρω να το ζωγραφίσω δηλαδή. Η δασκάλα μου ανακατεύει τις μπογιές και μου δείχνει πώς να φτιάχνω διαφορετικά χρώματα. Και κάθε τόσο μου χαϊδεύει τα μαλλιά. Και της χαμογελώ.
Ξαπλωμένος στο χώμα, μ’ ένα βράχο για μαξιλάρι και τα κλαδιά του δέντρου για προστασία, με το πινέλο ανάμεσα στα δάχτυλα του αριστερού μου ποδιού, δημιουργώ. Αυτό ακριβώς κάνω. Μου λέει ότι έχω μεγάλο ταλέντο η καλή μου, κι αν συνεχίσω έτσι μια μέρα θα γίνω κάποιος. Τι εννοεί; Πώς σήμερα είμαι κανένας; Τη ρωτώ και γελά και πάλι και τα μάτια της λάμπουν σαν πράσινος ήλιος. Τι όμορφα που είναι!
Αυτός ο πίνακας, όταν τελειώσει, θα είναι ο δωδέκατός μου -έκανα μια ντουζίνα δηλαδή- αλλά ήδη ετοιμάζω στα κρυφά τον επόμενο. Η Μάριαν τους φωτογραφίζει ένα-ένα και τους στέλνει, κάθε που πηγαίνει στην πόλη -μέσω ίντερνετ λέει, ό,τι κι αν είναι αυτό- σε μια άλλη μεγάλη πόλη, που είναι στην Ευρώπη και τη λένε Λονδίνο. Εκεί, αν αρέσουν στους υπεύθυνους, θα τους κάνουν κάρτες και αφίσες και θ’ αρχίσουν να τους πουλούν παντού. Κάπως έτσι θα γίνω διάσημος. Δι-α-ση-μος. Τι ωραία λέξη!
Όταν γίνω διάσημος λοιπόν θα λυθούν όλα τα προβλήματά μας. Θα έχουμε πολλά-πολλά λεφτά, θα μετακομίσουμε με τη μαμά στην πόλη και η ζωή μας θα γίνει πολύ-πολύ ωραία. Αλλά… Ντρέπομαι που το λέω αλλά, εγώ θέλω να μείνω εδώ. Με τη μαμά μου, με τους καλούς μου φίλους, τους καμβάδες μου και τα ηλιοβασιλέματά μου. Και με τη Μάριαν και την Κριστίνα φυσικά.
Αν πάμε στην πόλη θα τους χάσω όλους, θα τα χάσω όλα, εκτός από τη μαμά, και δεν το θέλω αυτό. Ή ίσως να τη χάσω κι αυτή -ποιος ξέρει;- αφού άκουσα ότι οι πόλεις καταπίνουν τις ψυχές των ανθρώπων. Και τότε δε θα έχω κανένα να μου τραγουδάει, Μαλάικα, γιε μου, Μαλάικα. Θα μείνω ένας άγγελος μοναχός και πολύ, μα πολύ λυπημένος.
Θέλω να κλάψω τώρα που το σκέφτομαι, αλλά δεν μπορώ, αφού το ξέρω ότι αν αρχίσω να κλαίω θ’ αρχίσει να κλαίει κι η Μάριαν και δεν μπορώ να τη βλέπω στεναχωρημένη. Δεν της πάει η λύπη. Σαν το φεγγάρι και μια λίμνη, που μου έδειξε σε μια φωτογραφία, μοιάζει αυτή, κι έτσι θέλω να τη σκέφτομαι. Και έτσι τη ζωγραφίζω στα κρυφά. Αυτό είναι το μεγάλο μου μυστικό: ο πίνακας που φτιάχνω για κείνη θα είναι ο καλύτερός μου. Θα της τον κάνω δώρο σε λίγες μέρες που θα είναι τα γενέθλιά της και θα της ζητήσω -αν δεν ακούει η Κριστίνα- να με παντρευτεί ξανά. Το ξέρω ότι δε θα δεχτεί, αλλά δεν πειράζει. Φτάνει που θα γελάσει και θα μου πει ότι είμαι κουτό, αλλά σπουδαίος καλλιτέχνης.
Με φωνάζουν Μαλάικα, που στη γλώσσα μου σημαίνει Άγγελος, και σε όλες τις γλώσσες του κόσμου, άγγελός μου είναι η Μάριαν.

Δεύτερη γραφή. Ίσως ακολουθήσει και τρίτη...

Παρασκευή, 23 Απριλίου 2010

Για την κατάσταση στην Ταϊλάνδη

Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά τι θα συμβεί στην Ταϊλάνδη. Τη μια μέρα τα πράγματα αγριεύουν, την επόμενη ηρεμούν, έχουμε εκρήξεις, συγκρούσεις, υποχωρήσεις και τα… χρώματα αλλάζουν. Έτσι μετά από τα κίτρινα φακελάκια, που παρέλυσαν τη χώρα το 2008 προκαλώντας την κατάρρευση της κυβέρνησης, φέτος έχουμε τα κόκκινα που προσπαθούν να διαλύσουν τη νέα, αυτή που προέκυψε από τις τότε εκλογές.
Οι Κόκκινοι, που αποτελούνται κυρίως από μέλη της αγροτικής τάξης, φέρονται να στηρίζουν και να στηρίζονται από τον πρώην πρωθυπουργό της χώρας Τάκσιν Σιναουάτρα, για τον οποίο εκκρεμεί ένταλμα σύλληψης, μετά και τη δήμευση της προσωπικής του περιουσίας, ύψους 17 περίπου δισεκατομμυρίων ευρώ. Ο Σιναουάτρα εθεωρείτο ένας από τους πρωθυπουργούς που ήταν κοντά στο λαό, κι ας σημαδεύτηκε η θητεία του από πολλά σκάνδαλα. Εκείνο που τον έκανε αρχικά δημοφιλή ήταν το ότι προσέφερε φτηνή περίθαλψη στους φτωχούς που, μετά το πραξικόπημα που τον ανέτρεψε, μετατράπηκε σε δωρεάν, ενώ λέγεται ότι η προεκλογική του εκστρατεία, στη διάρκεια της οποίας φέρεται να εξαγόρασε τις ψήφους των φτωχών, ήταν εκείνη που του εξασφάλισε την επανεκλογή.
Οι διαδηλωτές με τα κόκκινα φανελάκια ζητούν τη διάλυση της βουλής και την άμεση προκήρυξη εκλογών, κάτι που απορρίπτει το κυβερνών κόμμα, το οποίο υπόσχεται νέες εκλογές το φθινόπωρο.
Στο μεταξύ τα πράγματα μετά τις συγκρούσεις των διαδηλωτών με την αστυνομία και το στρατό στην Μπανγκόκ μοιάζουν σιγά-σιγά να ξεφεύγουν. Χθες είχαμε εκρήξεις χειροβομβίδων σε σταθμό του μετρό της πρωτεύουσας που προκάλεσαν το θάνατο ενός ανθρώπου και των τραυματισμό δεκάδων άλλων. Από σήμερα πέντε σταθμοί δε λειτουργούν για προληπτικούς λόγους, ενώ ακυρώθηκε και η διεθνής έκθεση τροφίμων που θα λάμβανε χώρα τον ερχόμενο Ιούνιο.
Σήμερα το απόγευμα θα κάνουν την εμφάνισή τους στους δρόμους της περιοχής Σιλόμ αντιδιαδηλωτές με… άχρωμα φανελάκια, οι οποίοι θα εκφράσουν μ’ αυτό τον τρόπο την αντίθεσή τους σε όλα αυτά που συμβαίνουν.
Τα προβλήματα, ως συνήθως, συνεχίζονται και στο νότο της χώρας, όπου χθες αποσχιστές μουσουλμάνοι πυροβόλησαν και τραυμάτισαν δύο δασκάλους.
Σε ό,τι αφορά την πόλη μου, την Τσιανγκ Μάι, τα πράγματα συνεχίζουν να ακολουθούν τους ίδιους ατάραχους ρυθμούς, κι ας θεωρείται προπύργιο του Τάκσιν, μια και κατάγεται από εδώ. Τον τελευταίο μήνα είχαμε δύο εκρήξεις χειροβομβίδων και μια επίθεση με μολότοφ σε τηλεφωνικό θάλαμο, αλλά σε πολιτικά τεταμένες καταστάσεις όπως οι σημερινές, τέτοια γεγονότα δεν είναι ασυνήθιστα. Σημειώνω ότι δε σημειώθηκε κανένας τραυματισμός πέρα από κάποιες μικρές υλικές ζημιές. Η μόνη ουσιαστική αλλαγή που έχει συμβεί είναι ότι το κτήριο του Δημαρχείου μοιάζει πια με οχυρό, αφού θεωρείται πιθανός στόχος. Όσο για τη ζωή στην πόλη, μετά την επέλαση των… αγρίων για τη Γιορτή του Νερού, τη βουδιστική δηλαδή πρωτοχρονιά, βρήκαμε και πάλι την ησυχία μας.
Πού θα πάει το πράγμα; Θα δείξει. Λογικά κάποια στιγμή θα επέμβει ο βασιλιάς, θα προκηρυχθούν πιο πρόωρες από τις πρόωρες εκλογές και θα επέλθει ηρεμία. Ωστόσο κάποιοι εκφράζουν φόβους για το ξέσπασμα εμφυλίου πολέμου. Φόβους τους οποίους δε συμμερίζομαι.

Τρίτη, 20 Απριλίου 2010

Πού πήγε το πι;

Γεια σας! Τι κάνετε; Όλα καλά; Εδώ καλά. Να σας συστηθώ. Είμαι έξι χρονών και από πέρυσι με λένε Πέτρο Πέτρου. Όχι πώς πριν με λέγανε κάτι άλλο, αλλά να… Εγώ δεν μπορούσα να πω το όνομά μου. Αν με ρωτούσε κάποιος πώς με λέγανε «…έτρο» του απαντούσα. Ναι, σωστά καταλάβατε, δεν μπορούσα να πω το γράμμα Πι. Έτσι ήμουνα ο Έτρος Έτρου και όλοι, ή σχεδόν όλοι, έτσι με ξέρανε. (Ευτυχώς που δε γεννήθηκα κορίτσι. Φανταστήκατε τι θα τραβούσα αν με λέγαν Πόπη; Ε, φανταστήκατε;) Ντρεπόμουνα λίγο, αλλά ευτυχώς η μαμά, ο μπαμπάς, ο παππούς και η γιαγιά, με υποστήριζαν. Αυτοί έλεγαν ότι μόλις μεγαλώσω λίγο ακόμη θα βρω το Πι. Αυτό το λέγανε από τότε που ξεκίνησα να μιλάω και εγώ όλο το έψαχνα. «Πού είναι το Πι;» όλο ρωτούσα από μέσα μου και κοίταζα κάτω από το τραπέζι και τις καρέκλες και μέσα στα ντουλάπια να το βρω, αλλά δεν. Κρυβότανε πολύ καλά. Τόσο καλά που πίστευα ότι δε θα το έβρισκα ποτέ και ο κόσμος θα συνέχιζε να με πειράζει, ή μάλλον να με …ειράζει, για …άντα.
Όσο ήμουνα πιο μικρός δε με ενοχλούσε, αλλά τώρα που σιγά-σιγά μεγάλωνα και άρχιζα να καταλαβαίνω περισσότερα, όλο και πιο πολύ με στεναχωρούσε. Κάθε νύχτα, προτού ξαπλώσω για να κοιμηθώ, γονάτιζα στο πάτωμα, όπως μου έμαθε η γιαγιά και προσευχόμουνα: «Χριστούλη μου, καλέ μου Χριστούλη, βοήθα με να βρω το Πι, και υπόσχομαι ότι θα γίνω το καλύτερο παιδί!» Τον Χριστούλη, Χριστούλη τον έλεγα, αφού το Σίγμα το είχα, μάλλον επειδή το είχαν χάσει κάποιοι άλλοι, όπως ο Παναγιώτηθ. Ο Παναγιώτηθ προθευχόταν θτο Χριθτούλη. Θυμάμαι τη χειρότερή μου μέρα. Ήτανε πέρυσι. Ήρθανε οι γονείς μου στο νηπιαγωγείο για να συναντήσουν τη δασκάλα μου. Καλύτερα να μην ερχόντουσαν όμως. Και από την άλλη, ποιος τους είπε να ’ρθουνε; Εγώ πάντως όχι… Αλλά οι γονείς ό,τι θένε κάνουνε. Και καμιά φορά δε βγάζεις άκρη μαζί τους. Όταν τους λες πεινάς, σου λένε ότι πρέπει να περιμένεις να έρθει το μεσημέρι για να φας. Όταν τους λες δε νυστάζεις, σε στέλνουν για ύπνο. Όταν τους λες θες να κάνεις, ε, ξέρετε τι, σου λένε να συγκρατηθείς μέχρι να φτάσετε στο σπίτι. Όταν τους λες… Τι έλεγα; Α, ναι, ήρθαν που λέτε στο νηπιαγωγείο. Και πήγαμε μαζί στη δασκάλα. Και έγινα ρεζίλι. «Η μαμά μου και ο μαμάς μου», τους σύστησα στην κυρία Μελίνα, κι έσκασαν στα γέλια. Γέλασα κι εγώ μαζί τους, αλλά η αλήθεια είναι ότι δε μου άρεσε αυτό που κάνανε. Γιατί γελάσανε; Επειδή αντί να πω μπαμπάς είπα μαμάς; Θα μπορούσε να τον λέγανε και έτσι. Ή όχι;
Όταν φύγαμε από κει όμως, ήμουνα μουτρωμένος. Θα έβγαζα ακόμη και τη γλώσσα μου έξω και θα τους κορόιδευα αν δεν ήμουνα τόσο καλό παιδί. Ακούς εκεί να γελούν στην πλάτη μου. Ο μπαμπάς που δεν κατάλαβε μού έκανε και αστεία. Με όλους κάνει αστεία ο μπαμπάς και γελάειειειει. «Το Πι απ’ το μπαμπάς μου γαργαλάει τη μύτη», έλεγε. Άκου ποίημα τώρα! «Μη θυμώνεις, σ’ αγαπάμε όλοι πολύ-πολύ», μού έλεγε η μαμά, αλλά εγώ δεν την πίστευα. Κανένα δεν πίστευα. Όχι, ψέματα, κάποιον πίστευα. Πίστευα στη γιαγιά που μου έλεγε να μην ανησυχώ, αφού ήταν σίγουρη ότι ο Χριστούλης θα έψαχνε και θα έβρισκε το Πι μου και τότε θα τους έδειχνα εγώ. Τι θα τους έδειχνα ποτέ δεν κατάλαβα, μα δεν πειράζει.
Το καλοκαίρι μετά το κακό που με βρήκε ήταν το καλύτερό μου. Πήγαμε με τη γιαγιά στο χωριό, για να βρούμε τον παππού. Ο παππούς δεν ερχόταν ποτέ στην πόλη γιατί είχε πολλή φασαρία έλεγε και δεν τον άφηνε να κοιμηθεί. Παράξενο όμως, μια-δυο φορές που ήρθε, για να πάει στο γιατρό (Που ήρθε για να πάει; Τι ωραία τα λέω!), κοιμόταν σαν κούτσουρο, όπως έλεγε η γιαγιά. Τώρα πώς κοιμούνται τα κούτσουρα μη με ρωτάτε. Ρωτήστε τη μαμά σας να σας πει, κι αν καταλάβετε γράψτε μου. Καταλάβατε; Όχι; Δεν πειράζει. Τέλος πάντων (μου αρέσει πολύ αυτή η έκφραση, κι ας είδα κι έπαθα ώσπου να κάνω το … άντων πάντων), όπως έλεγα το περασμένο καλοκαίρι ήταν το καλύτερό μου. Έτρεχα μέσα στα χωράφια, έπαιζα κρυφτό με τ’ άλλα παιδιά, βοηθούσα τη γιαγιά με τις δουλειές της, και ξεχνούσα. Το Πι ξεχνούσα. Ντάξει, κι εκεί με πείραζαν, αλλά όχι και τόσο. Μόνο οι γειτόνισσες κάθε μεσημέρι που με άκουγαν να φωνάζω στον παππού: «…α…ούούούού, έλα να φας». «Βρε, ποιος αμόλησε τα σκυλιά;» ρωτούσε η μια. «Τι έπαθες παιδάκι μου και τσιρίζεις;» απορούσε η άλλη. «Φίδι σε δάγκωσε;» φώναζε η καμπούρα η Μαριώ. Όλο τέτοια λέγανε και γελούσαν και γελούσα κι εγώ μαζί τους. Τι να έκανα; Μέχρι να βρω το Πι έπρεπε να κάνω υπομονή.
Ο παππούς όταν με άκουγε να τον φωνάζω κατέφθανε πάντα αμέσως και χαμογελαστός. Το φαγητό δεν το έχανε με τίποτα. Όπως και το κρασί. Όπως και τη λεμονάδα. Ωραίος τύπος ο παππούς. Θέλω κάποια μέρα να του μοιάσω. Όχι πώς θέλω να γίνω κι εγώ γέρος και να βγάλω ρυτίδες, παιδί θέλω να μείνω για πάντα. Αλλά να χαμογελώ συνέχεια σαν κι αυτόν, να πίνω κρασί, και να ξυπνώ τη γυναίκα μου (γίνεται να έχω γυναίκα ενώ είμαι παιδί;) μέσα στη μέση της νύχτας και να της ζητώ να μου φτιάξει λεμονάδα. Τον ακούω. Πολλές φορές. «Σήκω καλέ γυναίκα και φτιάξε μου μια λεμονάδα», της λέει, κι αυτή σηκώνεται. Αυτό πάει να πει ότι τον αγαπά πολύ, έτσι; Αλλιώς γιατί να σηκωθεί; Τον αγαπά και τον βρίζει. Αν και δεν είμαι σίγουρος ότι είναι βρισιές αυτές που του λέει. Τον φωνάζει ξεκούτη. «Ο γέρο-ξεκούτης μου». Ξεκούτης είναι αυτός που δεν έχει κουτί. Ή όχι; Πάντως δε μου μοιάζει για βρισιά. Πώς μοιάζουν οι βρισιές; Ε, έτσι… Ξέρετε εσείς!
Εγώ πάντως δε βρίζω ποτέ, όσο κι αν με πειράζουνε. Μάλλον σχεδόν ποτέ ήθελα να πω, γιατί μια φορά δεν άντεξα και είπα κάποιον βλάκα. Ε, αφού ήταν, τι να έκανα; Παίζαμε, κλέφτες κι αστυνόμους ή καουμπόηδες κι ινδιάνους, δε θυμάμαι ακριβώς. Και κάποιος του είπε όταν τον πυροβολήσει να πέσει απ’ τη στέγη κάτω. Κι αυτός έπεσε. Και έφαγε τα μούτρα του. Κι εγώ πήγα και στήθηκα από πάνω του και τον ρώτησα: «Μα, είσαι βλάκας;» Α, τώρα που το σκέφτομαι, δεν έβρισα, απλά ρώτησα. Γιούπιιιιιιιιιιι. Αλλά εκείνος νευρίασε: «Άντε ρε νιάνιαρο, που θα μιλήσεις κι εσύ», μου είπε, κι έβαλα τα κλάματα. Και έτρεξα και χώθηκα μέσα στην ποδιά της γιαγιάς μου, που ήταν μαύρη.
Όλο μαύρα φορούσε η γιαγιά. Θρηνούσε τη μάνα της σαράντα μέρες, ή σαράντα χρόνια, δεν είμαι σίγουρος. Κι ο παππούς μαύρα φορούσε. Επειδή ήταν μάγκας, έλεγε. Ήταν; Δεν ξέρω. Εκείνο που ξέρω είναι ότι ήταν κουτσός. Όχι εντελώς κουτσός, αλλά πολύ. Τόσο πολύ που κρατούσε ένα από εκείνα τα παράξενα πράγματα που τα λένε Πι για να περπατά. Να το πάλι το Πι. Αλλά, δεν είναι άδικο; Ο παππούς είχε ένα Πι που δεν ήθελε, αλλά χρειαζόταν, ενώ εγώ και που το ήθελα και που το χρειαζόμουνα δεν το είχα. Σύντομα θα πήγαινα στο δημοτικό και σίγουρα όλοι θα με κορόιδευαν αν δεν έπαιρνα το Πι μαζί μου – το δικό μου, όχι του παππού.
Ο παππούς το απέκτησε όταν έπεσε από τη σκάλα, καθώς μάζευε ελιές και τώρα δεν το αποχωρίζεται ποτέ. Όχι, δεν το αγαπά σαν το φαγητό, το κρασί και τη λεμονάδα, αλλά χωρίς αυτό θα αναγκαζόταν να μένει όλη μέρα στο σπίτι και ν’ ακούει τη γκρίνια της γιαγιάς μου, λέει. Ψέματα λέει. Η γιαγιά είναι καλή και δεν γκρινιάζει ποτέ. Εκείνος όλο γκρινιάζει και παραπονιέται ότι πονάει το ένα και το άλλο, και θέλει και λεμονάδες όποτε του καπνίσει. Δεν πειράζει όμως. Τον αγαπώ. Πολλές φορές όταν μένω μαζί του και με τη γιαγιά πηγαίνουμε στα φθαρτά του -έτσι λέει τον κήπο που έφτιαξε, αφού δεν μπορεί πια να σκαρφαλώνει στα δέντρα- ενώ τα απογεύματα, παίρνουμε το Πι του και περπατάμε μαζί ως το καφενείο. Εκεί μου λένε όλοι πόσο καλό παιδί είμαι και με ρωτάνε και το όνομά μου για να γελάσουν. «…έτρος» τους λέω και γελάνε. Ας γελάνε, φτάνει που με κερνάνε. Λεμονάδες, όχι σαν της γιαγιάς, γλυκά, σίγουρα όχι σαν της γιαγιάς και φιστίκια, η γιαγιά δεν έχει απ’ αυτά, γιατί μπαίνουν λέει στις τρύπες των δοντιών της και μετά δε βγαίνουν.
Τα δόντια της γιαγιάς είναι γεμάτα τρύπες, όπως και του παππού. Αρά ο παππούς εκτός από ξεκούτης είναι και ξε…δόντης. Όλα τα ελαττώματα τα έχει αυτός ο άνθρωπος. Αχ, πόσο τον ζήλευα τότε.
Όχι πώς τον ζήλευα για τα ελαττώματά του, για το Πι τον ζήλευα. «…α…ού, μου δανείζεις το …ι σου;» τον ρωτούσα κι εκείνος μου το έδινε χαμογελώντας και μου έλεγε να μην ανησυχώ, σίγουρα κάποια μέρα θα έβρισκα κι εγώ το δικό μου. Το έπαιρνα λοιπόν και, κούτσα-κούτσα, αφού μόλις και έφτανα να το πιάσω, περπατούσα. Κι έλεγα από μέσα μου: «Το Πι. Το Πι. Το Πι». Κι έλεγα απέξω μου: «Το …ι. Το …ι. Το …ι». Και μ’ άκουγε εκείνος και στεναχωριόταν, αλλά προσπαθούσε να μην το δείξει. Τον κρυφάκουγα όμως τις νύχτες να μιλά με τη γιαγιά λυπημένα: «Γυναίκα, κάτι πρέπει να κάνουμε με το Πι και το παιδί». Τι να έκαναν;
Είχε φτάσει σχεδόν το τέλος του καλοκαιριού όταν έγινε το κακό. Και το κακό έφερε το θαύμα. Ο Χριστούλης μου χάρισε επιτέλους το Πι, με τη βοήθεια του παππού φυσικά. Τι έγινε; Ο παππούς έχασε το Πι του. Του το κλέψανε, είπε. Και τώρα τι θα έκανε χωρίς το Πι; Πώς θα περπατούσε; Πώς θα πήγαινε στα φθαρτά του και στο καφενείο; Πώς; Ήτανε πολύ-πολύ λυπημένος κι εγώ δεν άντεξα. Το πήρα απόφαση. Εγώ θα έβρισκα το Πι του. Θα έψαχνα παντού και θα το έβρισκα. Σιγά να μη μου ξέφευγε. Ντάξει, το δικό μου δεν το έβρισκα, αλλά εκείνο του παππού ήταν μεγάλο. «…α…ού, θα πάω να βρω εγώ το …ι σου», του είπα και ξεκίνησα.
Πήρα τα σπίτια του χωριού ένα-ένα και ρωτούσα τις κυράδες και τους μαστόρους: «Κύριε-κυρία, είδατε το …ι του …α…ού;» Φυσικά εκείνοι έκαναν πώς δεν καταλάβαιναν τι ήθελα να πω και γελούσαν. Αλλά εγώ δεν το έβαζα κάτω. Ποτέ! Ή θα έβρισκα το Πι του παππού ή… Ή, δεν ξέρω τι. Δεν ξέρω για πόσο περπατούσα, για πόση ώρα έψαχνα. Άρχισα να κουράζομαι, αλλά δεν τα παρατούσα. Μέχρι που έφτασα στο τελευταίο σπίτι του χωριού κι εκεί τους ρώτησα: «Είδατε το Πι του παππού μου;». Κι εκείνοι μου είπαν χαμογελώντας: «Ναι, παιδί μου, εδώ είναι!» Μα κατάλαβαν τι είπα; Μα πώς; Ρώτησα ξανά: «Εδώ είναι το Πι…;» Κι έμεινα άφωνος. «Είπα το Πι», σκεφτόμουνα και χαμογελούσα, «είπα το Πι». Σε λίγο άρχισα να χοροπηδώ και να ξεφωνίζω: «Είπα το Πι. Είπα το Πι. Είπα το Πι.» Εκείνη λοιπόν την ημέρα εκτός από το Πι του παππού μου ανακάλυψα επιτέλους και το δικό μου.
Από τότε το Πι είναι το αγαπημένο μου γράμμα στην αλφαβήτα -μακάρι να τη λέγαν αλφαπίτα, αλλά δε γίνεται- και οι περισσότερες λέξεις που αγαπώ το έχουν μέσα: «Μπαμπάς. Παππούς. Αγάπη. Πεινώώώ. Πανηγύρι. Ποτήρι. Πάντα. Πιρούνι. Πηγούνι. Μπάλα. Ποδήλατο. Καρπούζι. Πεπόνι. Παρέα. Ελπίδα. Πηνελόπη. Μπανάνα. Πανδαισία (γουάο λέξη αυτή). Παραλία. Φθινόπωρο. Εποχή. Α πα πα πα πα….»
Πολλέθ! Πολλέθ οι λέξειθ με το Πι, και τιθ αγαπώ τόθο πολύ!
Μα πού πήγε το θίγμα;

Δευτέρα, 12 Απριλίου 2010

Το Πάσχα του παλιάτσου

Τους βλέπει να κάνουν το σταυρό τους και να σκύβουν ευλαβικά το κεφάλι, να λένε «Δόξα σοι ο θεός» και οργίζεται, λίγο. Ποτέ δεν οργίζεται πολύ αυτός. Μόνο λίγο και για λίγο. Να, όπως και τώρα που είναι στην εκκλησία, στην οποία πηγαίνει μόνο τη Μεγάλη Παρασκευή για να παρακολουθήσει τη λειτουργία, και βλέπει όλο αυτό το πλήθος να επαναλαμβάνει νωχελικά, σχεδόν νυσταγμένα, τις ίδιες κινήσεις, να παπαγαλίζει τα ίδια λόγια. Σα να παρακολουθεί ταινία. Αποκόβει τον εαυτό του από την πραγματικότητα και αναλαμβάνει το ρόλο του πανόπτη, αυτού που όλα τα βλέπει και όλα τα καταλαβαίνει, και που, όλα ή μάλλον όλοι τον πληγώνουν. Ναι, τον πληγώνουν οι άνθρωποι πολύ, κι ας τους αγαπά αυτός, σαν πατέρας και γιος και αδελφός. Τους αγαπά επειδή κανένα άλλο συναίσθημα πέρα από την αγάπη δεν μπορεί να εισβάλει στην καρδιά του για πολύ. Τους αγαπά, τους κακίζει και τους αγαπά και πάλι. Ποιος είναι; Είναι ο παλιάτσος του καθενός.
«Παράξενο», έτσι τον αποκαλούσαν από παιδί, όταν δεν τον φώναζαν τρελό κι αλαφροΐσκιωτο. Και ήταν παράξενος, αφού δεν έμοιαζε σε άλλον κανένα – όχι στην όψη, αλλά στον τρόπο ζωής. Σα να είχε γεννηθεί γέρος. Δεν είχε ποτέ του όρεξη για παιχνίδια με τα άλλα παιδιά και με τους μεγάλους απέφευγε τα πολλά πάρε-δώσε. Ήτανε πάντα μόνος και σκεφτικός, ένα παιδί παράταιρο, το οποίο με τον καιρό οι γονείς του αποφάσισαν να παραπετάξουν σε μια γωνιά του σπιτιού, και να αφοσιωθούν στα άλλα τέκνα, τα καμάρια τους, τις κολώνες του κοινωνικού τους οικοδομήματος. Ένιωσε μια χαρά ο Ευτύχιος όταν συνέβηκε αυτό, μα μια χαρά, που δεν περιγράφεται. «Επιτέλους, είμαι ελεύθερος», σκέφτηκε.
Επιτέλους ήταν ελεύθερος να κάνει αυτό που ήθελε, κι ας μην ήξερε τι ακριβώς ήταν αυτό. Ήθελε… Ήθελε… Να μην κάνει άλλο τίποτα από το να παρατηρεί τους ανθρώπους, αυτό ήθελε. Και να τριγυρνά από εκκλησιά σε εκκλησιά, από μοναστήρι σε μοναστήρι, και να προσεύχεται στον Χριστό. «Άνοιξέ τους τα μάτια, Χριστούλη μου», θα τον παρακαλούσε, «βοήθησέ τους να γίνουν και πάλι άνθρωποι».
Όσο όμως κι αν του άρεσε να πηγαίνει στην εκκλησία, τόσο δεν του άρεσε να παρακολουθεί τη λειτουργία. Όλα τα ευαγγέλια τα ήξερε απ’ έξω κι ανακατωτά, όλους τους ψαλμούς, τα λόγια του Χριστού κατέκλυζαν συνέχεια την ψυχή του αλλά, αλλά δεν μπορούσε, δεν άντεχε το ψέμα και την υποκρισία, τα ανυπόμονα βλέμματα και την υποκριτική ευλάβεια που αντίκριζε στα μάτια των δήθεν πιστών. «Θυμούνται την πίστη τους μόνο τα Χριστούγεννα, το Πάσχα, και όταν αρρωσταίνουν», σκεφτόταν με πίκρα και το έλεγε. Αυτό έλεγε, και άλλα πολλά. Αρκετές φορές πήγαινε τις Κυριακές στην εκκλησιά, στεκότανε απέξω και φώναζε στους ανθρώπους καθώς μπαίνανε ή βγαίνανε από το ναό να μετανοήσουν, να αλλάξουν, όχι επειδή ερχότανε η Δευτέρα Παρουσία, όχι γι’ αυτό, αλλά για να γίνουν απλά εκείνοι που λένε ότι είναι. «Μάταιες οι προσευχές σας, κροκοδείλια τα δάκρυά σας, άδειες οι ψυχές σας. Είστε χειρότεροι κι απ’ τους εβραίους που Τον σταύρωσαν, αφού εκείνοι τουλάχιστον δεν ήξεραν τι έκαναν. Εσείς Τον σταυρώνετε κάθε μέρα, με γονυκλισίες και προσκυνήματα».
Από κάποιες εκκλησιές τον έδιωχναν, σε άλλες απλά τον κορόιδευαν, έτυχε μια-δυο φορές να τον χτυπήσουν κιόλας αφού βεβήλωνε το σπίτι του θεού. Κι αυτός όλα τα υπέμεινε, με καρτερικότητα, μ’ ένα θλιμμένο χαμόγελο, αφού τα είχε «χαμένα ο καημένος», όπως έλεγαν. Ωστόσο εκείνος ήταν μια χαρά στα μυαλά του αφού ήξερε, ότι χωρίς την αγάπη δεν υπήρχε σωτηρία, όσες προσευχές κι αν έλεγε κανείς, με όσο χρήμα κι αν γέμιζε τα παγκάρια. «Πρέπει να κάνω κάτι», σκεφτόταν πού και πού, «πρέπει να τους αλλάξω μυαλά. Αλλά πώς;» Πώς να το έκανε αυτό; Αφού όλοι τον περνούσαν για τρελό. Αλλά και να μην το έκαναν, ποιος θα τον άκουγε; Εδώ δεν άκουγαν τα ίδια τα λόγια του θεού, τα οποία παπαγάλιζαν, δεν άκουγαν τα παιδιά τους, που έχαναν το δρόμο τους, δεν άκουγαν τις κραυγές των αθώων και φτωχών ανθρώπων που πέθαιναν αβοήθητοι από άκρη σε άκρη της γης.
Τη λύση τελικά του την έδωσε ένας φίλος του αλήτης, τον οποίο συναντούσε κάθε τόσο σ’ ένα από τα μισοπαρατημένα πάρκα της μεγάλης πόλης τους. «Σε αποκαλούν τρελό», του είπε, «εκμεταλλεύσου το. Γίνε αλήτης, γίνε ζητιάνος. Πάρε τα λεφτά τους και φτιάξε το δικό σου ναό…» Μα πώς να το κάνει αυτό; Πώς;
Πλησίαζαν τα καρναβάλια, το κέντρο της πολιτείας όπου ζούσε, άρχισε να γίνεται πολύχρωμο, να ξεχειλίζει από μουσικές κι από ζωή. «Θα γίνω κι εγώ παλιάτσος», αποφάσισε όταν είδε κάποιον να δίνει παράσταση σε μια μικρή πλατεία, «θα γίνω παλιάτσος για να τους αλλάξω τη ζωή». Θα γινόταν ένα παλιάτσος διαφορετικός, ένας φτωχούλης του θεού, που δε θα χάριζε παρά ειρωνικά χαμόγελα, αλλά τον οποίο τα παιδιά πολύ θα αγαπούσαν, αφού αυτός πάντα ήξερε να τα ακούει, πάντοτε είχε το χρόνο να τους λέει όμορφες ιστορίες για την αγάπη, τη φιλία και τον Χριστούλη, γιατί εκείνου η αγκαλιά ήταν πλατιά και τα χωρούσε όλα μέσα εκεί.
Η εξωτερική του μεταμόρφωση ήταν εντυπωσιακή, ο μέσα του κόσμος όμως παρέμεινε ο ίδιος: βυθισμένος σε μια θλίψη, την οποία κάθε τόσο διαπερνούσε μια αχτίδα φωτός. Για μια αιωνιότητα έκανε τα ίδια πράγματα: μιλούσε με τα παιδιά, φώναζε στους μεγάλους και απέφευγε συστηματικά εκείνους που έλεγαν ότι τα ήξεραν όλα και υποστήριζαν ότι μιλούσαν εκ μέρους του θεού, αφού ο ίδιος πίστευε ότι ο θεός πέρα από το Λόγο Του, δεν είχε την ανάγκη κανενός εκπροσώπου εδώ στη γη. Και ζητιάνευε. Όλη μέρα ζητιάνευε. Έξω από τις εκκλησίες, στις πλατείες, στις αγορές, στις παιδικές χαρές. Κι όταν τον ρωτούσαν τι θα έκανε με τα λεφτά που μάζευε, «θα κτίσω μια εκκλησιά, το ναό του ανθρώπου, το ναό των φτωχών», τους απαντούσε.
Τα χρόνια πέρασαν γοργά και να που γέρασε ο Ευτύχιος, τόσο πολύ που ξέχασε ακόμη και το όνομά του. Οι συνήθειες του ωστόσο δεν άλλαξαν. Έτσι βρέθηκε κι εκείνη τη Μεγάλη Παρασκευή σε κάποια εκκλησία για να παρακολουθήσει τη λειτουργία του Επιταφίου. Καθόταν όλη την ώρα, τα πόδια του πια δεν τον κρατούσαν, αλλά και η ακοή του τον εγκατέλειπε. «Φτάνω στο τέλος,» σκεφτόταν, «απόψε θα πεθάνω κι εγώ». Δεν μπορούσε να απαιτήσει μια καλύτερη νύχτα απ’ αυτή για να βρεθεί επιτέλους στην αγκαλιά του στοργικού Πατέρα. Και όντως, πέθανε. Πέθανε ακριβώς εκεί όπου καθόταν, μ’ ένα πλατύ χαμόγελο στα χείλη, με γαληνεμένη τη μορφή, ταξιδεύοντας λες στον παράδεισο που ονειρευόταν.
Μέχρι το μεσημέρι της Κυριακής όλοι μιλούσαν για ένα μεγάλο θαύμα. Την ώρα της Ανάστασης, λέγαν, καθώς οι καμπάνες χτυπούσαν χαρμόσυνες για μία ακόμη φορά, πολλοί άνθρωποι, από διαφορετικά σημεία της πόλης, είδαν κάτι φωτεινές μορφές να διασχίζουν τα σκοτάδια τ’ ουρανού, με κατεύθυνση προς το βορρά. Οι περισσότεροι έμειναν άναυδοι, σα μαρμαρωμένοι, αλλά κάποιοι μπήκαν στα αυτοκίνητά τους και ακολούθησαν την πορεία που διέγραφαν οι πρωτοφανείς οπτασίες. Αυτές τους οδήγησαν στην ύπαιθρο, σε μια ερημική τοποθεσία και σ’ ένα φτωχικό καλύβι. Μια ξύλινη ταμπέλα στην πόρτα τους καλωσόριζε στο Ναό του Υιού του Ανθρώπου. Μια αόρατη λάμψη φώτιζε το χώρο μέσα, ενώ μια φλόγινη επιγραφή στον τοίχο τους ενημέρωνε ότι τα πλούτη που αντίκριζαν τα μάτια τους ανήκαν στους φτωχούς, κι απ’ αυτά ο καθένας που είχε ανάγκη θα μπορούσε να πάρει κάτι. Φτάνει κάποια μέρα να το επέστρεφε σε κάποιον άλλο που θα το χρειαζόταν.
Ο παλιάτσος του καθενός είχε κρατήσει την υπόσχεσή του.

Δημοσιεύθηκε στην πασχαλινή έκδοση της Καθημερινής Κύπρου

Παρασκευή, 9 Απριλίου 2010

Πριν την... Πρωτοχρονιά

Σε τέσσερις μέρες θ' αρχίσουν οι εορτασμοί για την ταϊλανδέζικη Πρωτοχρονιά, ή αν προτιμάτε τη Γιορτή του Νερού, και όλα εδώ στην Τσιανγκ Μάι μοιάζουν να κυλούν σε πολύ νωχελικούς, σε σχέση με το παρελθόν ρυθμούς. Η πολιτική αναταραχή στην Μπανγκόκ δε φαίνεται να μας αγγίζει, αλλά ο τουρισμός είναι πολύ πεσμένος και ο καιρός... Τι να πω για τον καιρό; 42 βαθμοί υπό σκιά και πλήρης άπνοια. Ωστόσο λογικά τα πράγματα θα αλλάξουν μετά από το τρελό τριήμερο του νεροπόλεμου που ξεκινά από την Τρίτη, αφού από τότε αρχίζει επίσημα και η περίοδος των βροχών. Θα δείξει.
Κατά τα άλλα παρακολουθώ με ενδιαφέρον το "σάλο" που ξέσπασε στη Βρετανία για την κυκλοφορία του νέου βιβλίου του Φίλιπ Πούλμαν "Ο καλός άνθρωπος Ιησούς και το κάθαρμα ο Χριστός". Ο συγγραφέας έχει δεχτεί, ως συνήθως άλλωστε, τόνους λάσπης από τους αμερικανούς συντηρητικούς, αλλα παραδόξως βρήκε στήριξη από τον επικεφαλής της Αγγλικανικής Εκκλησίας και ένα πρώην Επίσκοπό... Λέω παραδόξως, αφού δεν μπορώ να φανταστώ καν τι θα γινόταν αν τολμούσε έλληνας συγγραφέας να κυκλοφορήσει ένα βιβλίο σαν κι αυτό. Ας μη ξεφεύγει της προσοχής μας το γεγονός ότι ο πρώτος, ο αρχιεπίσκοπος, πήρε άδεια για ένα χρόνο για να γράψει ένα βιβλίο για τον Ντοστογιέφσκι.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η δράση της Αρουντάτι Ρόι, που τιμήθηκε με το βραβείο Μπούκερ, για το "Θεό των μικρών πραγμάτων". Αντί να εκμεταλλευθεί τη φήμη της και να συνεχίσει να γράφει λογοτεχνία, αποφάσισε να τη θέσει στην υπηρεσία των... μικρών ανθρώπων, εκείνων που δεν έχουν φωνή. Έτσι πρώτα έγραψε κάποια δοκίμια για την αιώνια εκμετάλλευση των φτωχών από τους πλούσιους και την καταστροφή των φυσικών πόρων της χώρας, ενώ πρόσφατα βρέθηκε στη συντροφιά των Μαοϊστών ανταρτών της Ινδίας, που εδώ και χρόνια πολεμούν το επίσημο Κράτος, μια και στο 90% της επικράτειας αυτής της χώρας, που θεωρείται η μεγαλύτερη δημοκρατία στον κόσμο, επικρατεί πάντοτε το δίκαιο του ισχυροτέρου. Διαβάστε το οδοιπορικό της εδώ...
Για μια ημέρα μου κράτησε οδυνηρή συντροφιά η Γουάρις Ντίρι και "Τα παιδιά της ερήμου". Το βιβλίο μιας ακόμη δυναμικής γυναίκας που χρησιμοποιεί τη φήμη της για καλό σκοπό: την κατάργηση της κλειτοριδεκτομής.
Νομίζω ότι έχει φτάσει πια ο καιρός να ασχοληθώ με τις γειτονιές μου και τη θηλυκή εκδοχή του Γκάντι στη Βιρμανία, την Αούνγκ Σαν Σου Κι. Προσεχώς...

Πέμπτη, 1 Απριλίου 2010

Αναζητώντας τη χαμένη άνοιξη

«Γιατί είναι όλοι τόσο λυπημένοι αυτές τις μέρες;» αναρωτιέται η Ελπίδα. Γιατί; Μα δε ρωτά, αφού ξέρει την απάντηση. Αφού και πέρυσι και πρόπερσι το ίδιο πράγμα συνέβαινε: όλοι ήταν λυπημένοι. Όλοι οι μεγάλοι. Όχι τα παιδιά. Τα παιδιά ήταν χαρούμενα. Επειδή πλησίαζε το Πάσχα κι αυτά είχαν διακοπές. Αλλά…
«Το Πάσχα δεν είναι όπως παλιά…» γκρίνιαζε η γιαγιά της, Ελπίδα με τ’ όνομα κι αυτή. Κάθε χρόνο γκρίνιαζε. Και κάθε χρόνο η μικρή Ελπίδα τη ρωτούσε το γιατί. Αλλά όχι φέτος. Αφού ήξερε. Το Πάσχα δεν είναι πια όπως παλιά επειδή χάθηκε η άνοιξη και μαζί της χάθηκε και η γοητεία του Επιτάφιου.
«Τα παλιά χρόνια, κόρη μου, έμπαινες στην εκκλησιά και μοσχοβολούσε ο τόπος, χαιρόταν η ψυχή σου. Τώρα πας και μαραίνεται η καρδιά σου. Τα λουλούδια έχασαν τη μυρωδιά τους, την κάσα του Χριστούλη μας τη ραντίζουν με χημικά, αντί με την ομορφιά της φύσης. Δες τα χωράφια μας. Ξέραναν. Όλα πια τα φτιάχνουν στα εργοστάσια. Κανείς δε νοιάζεται…»
Έκλαιγε η γιαγιά, και μαζί της έκλαιγε και η Ελπίδα, κι ας μην καταλάβαινε καλά-καλά το γιατί. Αυτή πάντα έτσι τα θυμότανε τα χωράφια, ξερά. Τα δέντρα πορτοκαλοκίτρινα. Τον ουρανό γκρίζο. Αλλά λουλούδια υπήρχαν. Αφού τα έβλεπε παντού. Στα μαγαζιά, στα εστιατόρια, στους βοτανικούς κήπους, που τα έκρυβαν κάτω από το θόλο τους. Το μόνο που δε μύριζαν. Όμως, τι σημασία έχει αυτό; Αφού ποτέ δε μύριζαν. Αν μύριζαν θα… Θα ήταν πιο ωραία άραγε; Ίσως! Για να το λέει η γιαγιά.
Ουφ, σκέφτεται, και πάλι ουφ. Δεν μπορεί να βλέπει την αγαπημένη της γιαγιά να είναι τόσο λυπημένη. Καλά, κι ο παππούς είναι λυπημένος, αλλά αυτός προσπαθεί να μη το δείχνει, κι ας το καταλαβαίνει αυτή. Όλα τα καταλαβαίνει αυτή. Είναι έξυπνη. Και διαβάζει, ή μάλλον ακούει και βλέπει. Ακούει και βλέπει βιβλία. Παλιά τα διάβαζαν, τα πολύ παλιά χρόνια, όπως έμαθε στο σχολείο, αλλά τώρα όλα πια τα παρακολουθούν. Τα παρατηρούν και μαθαίνουν. Και ναι, ο κόσμος τον καιρό που ήταν νέα η γιαγιά έδειχνε πιο ωραίος. Αλλά πρέπει να ήταν βαρετός. Βα-ρε-τόόόός. Αφού… Αφού… Πώς όμως ήταν, λένε, πιο ευτυχισμένοι; Πώς ζούσαν χωρίς τα ρομποτάκια που τους βοηθάνε όλους με τις δουλειές στην πόλη και τις αυτόματες νταντάδες, που ξέρουν και τα κάνουν όλα; Παράξενο!
«Μη σκοτίζεσαι μ’ αυτά που λέει η γιαγιά σου, κόρη μου», της λέει ο παππούς και στρίβει το μουστάκι του χαμογελώντας. Πάντα χαμογελά αυτός, όταν τον βλέπει. Γιατί άμα δεν τον βλέπει, κι αυτός λυπημένος είναι. Άμα νομίζει πώς δεν τον βλέπει. Τότε τα μάτια του γυαλίζουν και αρχίζουν να τρέχουν.
Πρέπει να κάνει κάτι. Δεν μπορεί να τους βλέπει τόσο λυπημένους. Τους αγαπά πολύ-πολύ. Ίσως πιο πολύ κι από τη μαμά και τον μπαμπά, αφού αυτούς δεν τους βλέπει και τόσο συχνά. Όλο δουλεύουν και δουλεύουν. Και την αφήνουν μόνη με την επαναφορτιζόμενη νταντά.
«Τι είναι η άνοιξη;» ρωτά τον παππού.
«Η άνοιξη, κόρη μου. Αχ, η άνοιξη…». Σιωπά για λίγο. Σα να προσπαθεί να θυμηθεί πώς ήταν, και θυμάται. «Η άνοιξη ήταν η πιο ωραία εποχή του χρόνου. Τότε γεμίζαν τα χωράφια, οι αγροί, κι οι γλάστρες με λουλούδια. Πρασίνιζε όλη η φύση. Έρχονταν τα χελιδόνια και έκτιζαν τις φωλιές τους στα σπίτια μας. Έβγαινες μια βόλτα το πρωί ή το δειλινό, χαιρόσουν τη δροσιά και νόμιζες ότι ήσουν στον παράδεισο. Τόσο όμορφα ήταν όλα. Και το Πάσχα, όταν μάζευαν τα κορίτσια τα λουλούδια και στόλιζαν τον Επιτάφιο, τότε ήταν σαν να γίνονταν η Δευτέρα Παρουσία. Λες κι ο Χριστός κατέβαινε στη γη, έστω και για λίγο, για να τη χαρεί μαζί μας. Χάθηκε η άνοιξη, χάθηκαν όλα…» Χαμογέλασε λυπημένα. «Αλλά κι οι άλλες εποχές όμορφες ήταν. Το καλοκαίρι μας τραγουδούσαν τα τζιτζίκια, τρώγαμε φρέσκα φρούτα, είχαμε για λίγο καιρό αναπαμό απ’ τις δουλειές. Και το φθινόπωρο, φυσούσε το αεράκι, άλλαζε ο καιρός και φορεσιά τα δέντρα. Το χειμώνα έβρεχε παντού και στα βουνά έριχνε χιόνι. Ενώ τώρα…».
Ενώ τώρα όλα μοιάζουν ίδια. Πάντα ο ίδιος κιτρινιάρης ουρανός, ο ντυμένος με τη σκόνη, καθόλου βροχή, ιδέα από χιόνι, τα δέντρα ξερά και τα λουλούδια σαν πλαστικά, σκέφτεται η Ελπίδα μα δεν το λέει. Ωστόσο ρωτάει: «Δηλαδή όλες οι εποχές ήταν ωραίες;»
«Ναι, κόρη μου, μα σαν την άνοιξη άλλη καμιά…»
Πρέπει να τη βρει. Οπωσδήποτε. Αν μη τι άλλο για να δει πως μοιάζει. Αλλά πού να τη ψάξει; Μάλλον κανείς δεν ξέρει. Αν ήξεραν θα πήγαιναν να τη βρουν. Δε θα πήγαιναν; Θα πήγαιναν. Εκτός κι αν δεν μπορούνε. Επειδή γέρασαν. Ναι. Ναι, γι’ αυτό! Θα ρωτήσει τον παππού κι αυτός θα της πει. Και αύριο πρωί-πρωί θα πάει να τη βρει. Μεγάλη Πέμπτη αύριο. Αν τα καταφέρει μόλις και θα προλάβουν να στολίσουν τον επιτάφιο, και όπως λέει κι η γιαγιά, η εκκλησιά θα μοσχομυρίζει.
«Πού είναι η άνοιξη, παππού;» ρωτά σοβαρά και με μια λάμψη στο βλέμμα.
«Δεν ξέρω πια. Πάνε χρόνια πολλά απ’ την τελευταία φορά που την είδα. Αλλά είμαι σίγουρος ότι ξέρεις εσύ. Εμένα είδανε πολλά τα μάτια μου, γέμισαν σκιές, μα τα δικά σου λάμπουν. Αν τα κλείσεις για καμπόση ώρα σίγουρα θα μπορέσεις να τη δεις».
Τι να κάνει λοιπόν η Ελπίδα μας; Κάθισε και έκλεισε τα μάτια. Και περίμενε. Και περίμενε κι άλλο. Και περίμενε για λίγο ακόμη. Μα η κυρά άνοιξη δεν έλεγε να φανεί. Βαρέθηκε. Μα πείσμωσε. «Θα σε δω», ψιθύριζε ξανά και ξανά στον εαυτό της, «θα σε δω άγνωστη δεσποινίδα». Της άρεσε αυτή η λέξη: δε-σποι-νί-δα, αφού της θύμιζε μια νέα όμορφη γυναίκα, να σαν κι εκείνη, αλλά όχι μόνο δέκα χρονών, πιο μεγάλη. Ίσως δεκαπέντε. Απ’ ό,τι φαίνεται όμως η δεσποινίδα δεν ήθελε να τη δει κανείς, κι έτσι δεν της φανερώθηκε.
Ήταν πολύ λυπημένη εκείνη τη νύχτα. Πιο λυπημένη κι απ’ τη γιαγιά. Της μιλούσαν και δεν απαντούσε. Της έβαζαν φαγητό στο πιάτο και δεν έτρωγε. Της χάιδευαν τα μαλλιά και δε χαιρόταν. Προσπαθούσαν να της πουν παραμύθια, ιστορίες απ’ τα παλιά, μα έκλεινε τ’ αυτιά. Τελικά της είπαν να πάει για ύπνο και υπάκουσε.
Ανέβηκε στο δωμάτιό της, που έμοιαζε με σοφίτα, άνοιξε διάπλατα το παράθυρο, φόρεσε τις πολύχρωμες πιτζάμες της και ξάπλωσε στο κρεβάτι, κοιτώντας με μάτια ορθάνοικτα την κουβέρτα του ουρανού, την οποία ποτέ της δεν είδε να στολίζουν τ’ άστρα. Μονάχα ένα χλωμό φεγγάρι, με πόρους από σκόνη, έκανε εκεί πού και πού την εμφάνισή του.
Τίποτα δεν είναι όμορφο, σκεφτόταν η Ελπίδα. Μόνο οι πιτζάμες μου έχουν χρώματα. Τίποτα άλλο.
Ξάφνου άκουσε ένα θόρυβο κι ανασηκώθηκε λίγο απ’ το κρεβάτι. Τι να δει; Μια γάτα! Τίποτα ασυνήθιστό δηλαδή. Και όμως. Αυτή η γάτα δεν έμοιαζε με άλλη καμία. Όλες τώρα πια ήταν άσπρες ή μαύρες. Ενώ αυτή… Ενώ αυτή, ήταν ντυμένη με όλα τα χρώματα της πιτζάμας της. Με όλα. Θα μιλούσαμε για τα χρώματα του ουράνιου τόξου, αλλά, βλέπετε, εκείνη δεν είχε δει ποτέ κάποιο στη μικρή ζωή της.
Ταράχτηκε το κορίτσι, αλλά όχι πολύ. Μίλησε στη γάτα.
«Έλα εδώ», την παρακάλεσε, κι αυτή υπάκουσε. Βρέθηκε μ’ ένα πήδο στο κρεβάτι, κι έτσι, απρόσκλητη, πήγε και χώθηκε στην αγκαλιά της. Μα τι ωραία που ήταν! Μα πόσο τρυφερά την ένιωθε! Μα τι όμορφα που μύριζε! Σαν την άνοιξη. Ναι, σαν την άνοιξη, κι ας μην την είχε μυρίσει ποτέ της.
Τα μάτια της σιγά-σιγά άρχισαν να κουράζονται, να μισοκλείνουν, να ανοίγουν ξαφνικά και να κλείνουν και πάλι, καθώς προσευχόταν: «Θεούλη μου, στείλε μου την άνοιξη… Στείλε μου την άνοιξη…». Αποκοιμήθηκε. Κι έμοιαζε σα μια ζωγραφιά. Με τις πιτζαμούλες της, με τα μελένια της μαλλιά να φωτίζουν το πρόσωπο, μ’ εκείνο το χαμόγελο που της χάρισε η γάτα σταθερά ζωγραφισμένο στα χείλη, με το δωμάτιό της και το ανοιχτό παράθυρο, που θύμιζε εικόνα ενός παλιού παραμυθιού.
Έτσι τη βρήκε όταν την επισκέφθηκε η άνοιξη στο όνειρό της. Και τι παράξενο όνειρο ήταν αυτό! Έβλεπε λέει τον εαυτό της να κοιμάται, και την άνοιξη να στέκεται από πάνω της και να την παρατηρεί. Κι ύστερα να κάθεται δίπλα της στο κρεβάτι και να της χαϊδεύει τα μαλλιά σκεφτική. Ναι, σκεφτική. Σκεφτόταν και χαμογελούσε.
«Τι σκέφτεσαι κυρά άνοιξη;» ήθελε να τη ρωτήσει, αλλά δεν έβγαινε η φωνή της. Ίσως να έμεινε άφωνη από την ομορφιά της, αφού ακριβώς όπως την περίμενε ήταν: όμορφη νέα γυναίκα, με μαύρα μακριά κυματιστά μαλλιά, πράσινα μάτια κι ένα γαλανό φουστάνι που έμοιαζε υφασμένο από τους αγγέλους, τόσο ωραίο ήταν.
Πόση ώρα κράτησε το όνειρο, κανείς δεν μπορεί στα σίγουρα να πει, αφού μόνο η άνοιξη θα μπορούσε να κρατήσει χρόνο. Στο τέλος του όμως, η Ελπίδα την είδε να σκύβει στο αυτί της και να της ψιθυρίζει κάτι. Τι όμως; Τι; Μόλις της το είπε, το ξέχασε. Δεν πρόλαβε καν να ξυπνήσει και να το γράψει. Δεν μπόρεσε να ξυπνήσει. Ουφ και πάλι ουφ.
Ύστερα από λίγη ή πολλή ώρα -ποιος ξέρει;- ένιωσε κάτι να αναδεύεται στα πόδια της και ξύπνησε. Ήταν η γάτα. Χαμογέλασε. Τουλάχιστον αυτή δεν ήταν όνειρο, σκέφτηκε με ικανοποίηση. Και μετά τρόμαξε. Τρόμαξε αφού η γάτα της μίλησε.
«Μην ξεχάσεις τα λόγια της άνοιξης», της είπε και πήδηξε κάτω απ’ το κρεβάτι κι έξω απ’ το παράθυρο και χάθηκε. Πετάχτηκε απ’ τα στρώματα το κορίτσι κι έτρεξε να την προλάβει, αλλά ήταν πια πολύ αργά. Κοιτάζοντας τον ουρανό διέκρινε στην άκρη του ορίζοντα τα πρώτα σημάδια μιας καινούριας γκρίζας μέρας. Και τότε θυμήθηκε. Θυμήθηκε τα λόγια της άνοιξης. Και κάθισε αμέσως και τα έγραψε. Κι ύστερα ντύθηκε στο άψε σβήσε, πήρε κάτι από ένα κουτάκι, κατέβηκε κάτω, κρυφοκοίταξε στην κάμαρα του παππού και της γιαγιάς, που έμοιαζαν να κοιμούνται βαθιά, και βγήκε αθόρυβα έξω. Και άρχισε να τρέχει.
Όλο έτρεχε, και έτρεχε, και έτρεχε η Ελπίδα, χωρίς σταματημό. Έπρεπε να πάει εκεί που της είπε η άνοιξη, έπρεπε να προσφέρει το μικρό της, μα υπερπολύτιμο δώρο, θυσία στο βωμό της αιώνιας ομορφιάς. Πού και πού ένιωθε την ανάσα της να κόβεται, τα πόδια της να κουράζονται, μα δεν το έβαζε κάτω. Είχε μια αποστολή αυτή. Ήταν η Ελπίδα κι έπρεπε να φέρει στον κόσμο ελπίδα. Αν δεν τα κατάφερνε ποιος ξέρει πότε θα δινόταν και πάλι σε κάποιον η ευκαιρία να το κάνει αυτό; Όχι, έπρεπε να τα καταφέρει. Το χρωστούσε στη γιαγιά και στον παππού, το χρωστούσε στην άνοιξη.
Ο ίδιος νωχελικός ήλιος, ο μόνιμος σωτήρας και δυνάστης της κάθε μέρας, είχε αρχίσει σιγά-σιγά να ξεπροβάλλει πάνω απ’ το βουνό, όταν ξέπνοη σχεδόν έφτασε στη μαγική πηγή, την οποία της είχε υποδείξει η μεγάλη κυρά. Σωριάστηκε στο χώμα δίπλα της, έβγαλε απ’ την τσέπη το κουτάκι που είχε πάρει απ’ το σπίτι, και από κει μέσα, το σταυρουδάκι που της χάρισε όταν ήταν πολύ μικρή η γιαγιά: το πιο πολύτιμο απόκτημά της.
Το βούτηξε τρεις φορές στο γλυφό νερό και το έβγαλε ξανά επαναλαμβάνοντας αυτά τα λόγια: «Για σένα Χριστούλη μου, για τον Επιτάφιό σου. Για σένα κυρά άνοιξη, για τη ζωή που μας χαρίζεις». Στο τέλος το άφησε να γλιστρήσει απ’ τα χέρια της και να χαθεί στα βάθη της μικρής πηγής. Λίγο λυπήθηκε που το έχασε, αλλά πιο πολύ χάρηκε, αφού κράτησε την υπόσχεσή της. Και αν και είχε πολλή δουλειά ακόμη μπροστά της, ήταν σίγουρη ότι τώρα πια όλα θα πήγαιναν μια χαρά.
Σηκώθηκε από χάμω και δίχως να σταματήσει στιγμή για να καθαρίσει τις ακαθαρσίες απ’ τα ρούχα της, άρχισε να τρέχει. Έτρεχε σαν τρελή, σαν κυνηγημένη, ακόμη πιο γρήγορα κι από πριν, αφού ο χρόνος γοργοκυλούσε, κι αυτή είχε να κάνει κάτι ακόμη προτού ο κόσμος ξυπνήσει.
Μπήκε φουριόζα στο σπίτι, ανέβηκε δυο-δυο τα σκαλιά για το δωμάτιό της και κάθισε μπροστά στον υπολογιστή. Τα δάχτυλά της άρχισαν να χορεύουν στα πλήκτρα. Έμπαινε σε όλες τις σελίδες στο ίντερνετ, όπου προλάβαινε, όπου μπορούσε και μετέφερε τα χαρμόσυνα νέα: «Η άνοιξη σήμερα επιστρέφει», έγραφε, «μαζί και οι άλλες εποχές. Αν δεν σταματήσουμε να κάνουμε ξανά τα ίδια και τα ίδια, να καταστρέφουμε τη φύση, θα φύγουν και πάλι, μα αυτή τη φορά για τα καλά».
Σύντομα άρχισαν να καταφθάνουν μηνύματα από παντού. Πλημμύρισε ο ιστός. Άλλοι την κορόιδευαν, ενώ άλλοι, πιο αισιόδοξοι, και με μεγαλύτερη καρδιά την πίστευαν κι αναμετέδιδαν αυτά που έγραφε.
Μέχρι που να φτάσει το μεσημέρι όλος ο κόσμος πια μιλούσε για το παράξενο εκείνο μήνυμα που τάραξε τα νερά της αιώνιας απάθειας των ανθρώπων, χαρίζοντας αλλού εκνευρισμό κι αλλού ελπίδα. Μέχρι που να φτάσει το μεσημέρι, ο μόνιμα γκρίζος ουρανός άρχισε να πλημμυρίζει με σύννεφα και η σχεδόν παντοτινά ψηλή θερμοκρασία να πέφτει. Ο ήλιος κρύφτηκε. Τους ουρανούς άρχισαν να ξεσκίζουν οι αστραπές και να δονούν οι βροντές. Και λίγο μετά το μεσημέρι άρχισε να βρέχει.
Ήταν μια βροχή απαλή, σαν τραγούδι. Για δυο ώρες έπεφτε και δρόσιζε τη γη, άνοιγε τους πόρους της, την αναζωογονούσε. Και σαν σταμάτησε, όταν διαλύθηκαν τα σύννεφα, οι άνθρωποι είδαν για πρώτη φορά, μετά από χρόνια πολλά, να ξεπροβάλλει από πίσω τους το γαλάζιο τ’ ουρανού, ενώ ένιωσαν σχεδόν τη φύση να ανασταίνεται κάτω από τα πόδια τους, ν’ αποκτάει και πάλι ζωή. Πρώτα είδαν το χορτάρι, πράσινο σαν όνειρο, να κάνει την εμφάνισή του στους αγρούς, κι ύστερα είδαν τα φύλλα να ξεγλιστρούν λες μες απ’ τους κορμούς και να στολίζουν τα δέντρα. Τελευταία έκαναν την εμφάνισή τους τα λουλούδια, που κρυμμένα καθώς ήταν για τόσο καιρό μέσα σε κάποια σπόρια, έμοιαζαν να περιμένουν πώς και πώς τη στιγμή να ανθίσουν. Σαν τραγούδι έμοιαζε όλη η πλάση.
Εκείνη η νύχτα, της Μεγάλης Πέμπτης, η κανονικά τόσο λυπημένη, ήταν η πιο ευτυχισμένη στη μικρή ζωή της Ελπίδας, αλλά και όλων των ανθρώπων. Και το επόμενο πρωί, της Μεγάλης Παρασκευής, ήταν απλά μαγικό. Όλοι ξεχυθήκαν στα χωράφια για να μαζέψουν λουλούδια κάθε λογής και κορίτσια όμορφα σαν την άνοιξη, βάλθηκαν να στολίσουν με δάχτυλα επιδέξια και χαρά μεγάλη τους Επιτάφιους σε όλη τη γη.
Το ευλογημένο έτος 2040, η Ανάσταση ήρθε πρόωρα, για ν’ αλλάξει τις ζωές όλων των ανθρώπων, για να τους θυμίσει τις αξίες τους, για να τους προειδοποιήσει.
Η Ελπίδα δε μίλησε ποτέ σε κανένα, γι’ αυτά που προηγήθησαν της Ανάστασης. Εξάλλου αυτή δεν έκανε τίποτα. Ο Χριστούλης και η άνοιξη τα έκαναν όλα. Κάποια φορά μάλιστα που η γιαγιά τη ρώτησε τι απέγινε το σταυρουδάκι της, της είπε πως το έχασε. Κι εκείνη αντί να νευριάσει και να της βάλει τις φωνές, απλά χαμογέλασε. Λέτε να ήξερε; Ήξερε δεν ήξερε, δεν έχει σημασία. Φτάνει που επέστρεψε η άνοιξη, και που με την άφιξή της οι άνθρωποι άρχισαν και πάλι να εκτιμούν της καλής καρδιάς τα δώρα.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ...