Πέμπτη, 24 Ιουνίου 2010

Όλα αυτά που χάσαμε - Κεφάλαιο 2

Μέσα σε έξι μήνες είχα μεταμορφωθεί -εκείνος με μεταμόρφωσε- με έκανε κάποια άλλη. Ή, όπως εκείνος επέμενε, απλά έγινα αυτή που πάντα κατά βάθος ήθελα να είμαι: μια απλή νέα γυναίκα. Είχα άλλωστε μπουχτίσει με τους πάντες και τα πάντα. Είχα από καιρό βαρεθεί να είμαι σαν ένα παιχνίδι στα χέρια των γονιών μου και το τρόπαιο ανύπαρκτων ερώτων, το οποίο τους άρεσε να περιφέρουν από τη μια δεξίωση στην άλλη, από το ένα πάρτι στο επόμενο, και να το επιδεικνύουν.
Τους ξένισε όλους εκείνη η ξαφνική αλλαγή, ακόμη κι εμένα την ίδια. Ποτέ δε θεωρούσα τον εαυτό μου ικανό να κάνει κάτι τέτοιο: ν’ αφήσει πίσω του όλα όσα ήξερε, να παρατήσει τα λούσα και τη δήθεν καλή ζωή, και να δοθεί με ψυχή και με σώμα σ’ ένα φτωχό φοιτητή, που στον κόσμο που ζούσε μέχρι τότε δε θα μπορούσε τίποτα να προσθέσει. Κι όμως, μου τα πρόσφερε όλα. Όλα όσα χρειαζόμουνα, όλα τα αληθινά, δίχως να μπορώ καν να τα ονοματίσω. Καθόταν με τις ώρες και με άκουγε και μου μιλούσε. Πάντα χαμογελούσε, εκτός όταν θυμόταν τους νεκρούς του γονείς, οπότε το βλέμμα του λίγο συννέφιαζε. Και πάντα είχε ένα καλό λόγο για μένα, προσπαθούσε να με βοηθήσει να ξεπεράσω τον εαυτό μου και τα δεσμά του πλούτου μου, να μου δώσει το κουράγιο ν’ αντικρίσω τη ζωή όπως ακριβώς είναι. Χάρη σ’ αυτόν έμαθα να ζητώ όλο και πιο λίγα, ενώ οι εξίσου πλούσιες με μένα πρώην κολλητές μου συνέχιζαν να παραπονιούνται πως δεν είχαν αρκετά. Άλλαξε την οπτική μου ο Άντι, μου άνοιξε τα μάτια, με δίδαξε πώς να αγαπώ αληθινά, με έμαθε να κάνω έρωτα από την αρχή. Καθαγίασε τον έρωτα.
Όλα σε σένα τα χρωστώ, του ψιθυρίζω κάθε τόσο, τώρα που δεν είναι πια εδώ, και από μέσα μου πολύ τον ευχαριστώ. Και τότε μου φαίνεται ν’ ακούω τη φωνή του στο κεφάλι μου απαλά να με αποπαίρνει, να μου λέει ότι δε χρωστώ τίποτα και σε κανένα, εκτός… από εκείνους που με έχουν ανάγκη. Αχ ρε Άντι! Ίσως εξαιτίας του τώρα να ζω μια σχετικά δύσκολη και φτωχική ζωή, αλλά τουλάχιστον έχει επιτέλους κάποιο σκοπό, ξεχειλίζει ουσία.
Κάθε φόρα που τον σκέφτομαι δακρύζω, κι ας από τότε έχουν περάσει πολλά φεγγάρια, χρόνια, εποχές. Δακρύζω και μετά χαμογελώ. Πιο έντονα από καθετί άλλο στη σχέση μας, στην κοινή μας ζωή, θυμάμαι εκείνο το πρώτο ταξίδι στη γενέθλια πόλη του, τριακόσια πενήντα μίλια μακριά, μ’ ένα κόκκινο παλιό σεβρολέτ. Εμείς, ο ήλιος και τα σύννεφα του δειλινού, το φεγγάρι και τ’ αστέρια της πρωίμης νύχτας, ο ατέλειωτος δρόμος και στο ραδιόφωνο τραγούδια νέγρικα, τώρα πια και για μένα αγαπημένα. Σαν όνειρο. Σαν της ζωής τη μαγεία.
«Εδώ ξεκίνησαν όλα», μου είπε, σχεδόν με περηφάνια, όταν φτάσαμε σ’ εκείνο το μέρος, που έμοιαζε να είχε ξεφυτρώσει απ’ το τίποτα στη μέση του πουθενά – ένα απομεινάρι του χθες που έκλεινε το μάτι στο σήμερα. Ένας μακρύς φιδωτός δρόμος και διάφορα στενά δρομάκια έμοιαζε να είναι όλη κι όλη η πόλη. Το Σοβέτο, στη Βιρτζίνια. Τα μόνα κτήρια που ξεχώριζαν, τόσο για την αρχιτεκτονική τους όσο και επειδή δεν ήταν φτιαγμένα από ξύλο, ήταν το δημαρχιακό μέγαρο, στην κορυφή του οποίου κυμάτιζε η αστερόεσσα, και το εμπορικό κέντρο, που έμοιαζε μια μικρογραφία αυτών των μεγαλουπόλεων, χωρίς φυσικά τις υπερβολές των τελευταίων. Όπως θα αντιλαμβανόμουνα πολύ σύντομα η πόλη δεν ήτανε τόσο μικρή όσο φανταζόμουνα, καθώς τα όριά της επεκτείνονταν για μίλια και μίλια μακριά, προς κάθε κατεύθυνση, όπου υπήρχαν εγκατεστημένες φάρμες εκτροφής ζώων, αλλά και παραγωγής γεωργικών προϊόντων. Σε μια ακριβώς απ’ αυτές τις φάρμες, τη μικρότερη ίσως, γεννήθηκε και μεγάλωσε ο Άντι.
Το σπίτι δεν ήταν μικρό, αλλά ούτε και μεγάλο. Κτισμένο ολάκερο από ξύλο, όπως όλα τ’ άλλα, κάλυπτε ένα απόμερο, αλλά όχι ολότελα απομονωμένο κομμάτι γης, το οποίο περιέβαλλε ένας μεγάλος, όπως φαίνονταν, αλλά παραμελημένος στο πέρασμα του χρόνου κήπος.
«Σα να βρίσκομαι σε μια παλιά ταινία, ή μάλλον σε κάποια τηλεοπτική σειρά, στο Μικρό Σπίτι στο Λιβάδι», του είπα, αναθυμώμενη τα παιδικά μου χρόνια, κι εκείνος χαμογέλασε τη συμφωνία του.
Δε μας πήρε και πολύ να ξεφορτώσουμε τα μπαγκάζια μας και τα τρόφιμα που είχαμε αγοράσει από το εμπορικό της πόλης. Αμέσως μετά άρχισε να με ξεναγεί στα δωμάτια και να μου αφηγείται ιστορίες και αναμνήσεις από την εκεί ζωή του.
«Αυτό είναι το δωμάτιο των γονιών μου».
Μου άνοιξε την παλιά πόρτα για να μπω σ’ ένα χώρο που έμοιαζε ανέγγιχτος απ’ το χρόνο, που κάπου θύμιζε μια παλιά λιθογραφία. Μπήκα μέσα σιγοπατώντας, σχεδόν επιφυλακτικά, λες κι έκανα ένα βήμα στα μονοπάτια του χθες και δεν ήθελα με τίποτα να ξυπνήσω τα φαντάσματα που κοιμούνταν εκεί. Εκείνος με ακολούθησε σιωπηλός, στεγνός από εξηγήσεις, καθώς άρχιζα να περιεργάζομαι τα πάντα, ορατά και αόρατα, να προσπαθώ να δω το παρελθόν μέσα από τα γνωστικά του μάτια. Τους τοίχους στόλιζαν κεντήματα, παιδικές ζωγραφιές, παλιές κιτρινισμένες φωτογραφίες. Στάθηκα μπροστά σε μια απ’ αυτές και παρέμεινα να την κοιτώ για ώρα -με είχε μαγνητίσει- προσπαθώντας να μαντέψω τα μυστικά που μου έκρυβε – γιατί ναι, ήμουνα απόλυτα σίγουρη ότι αυτή είχε τη δική της ιστορία να πει, το δικό της κρυφό ν’ αποκαλύψει.
«Δε μου είπες ότι έχεις αδελφή», παρατήρησα τελικά μ’ ένα παράπονο.
«Δεν είναι αδελφή μου», απάντησε και πήγε και κάθισε στο παλιό ξύλινο διπλό κρεβάτι. Έσκυψε για λίγο το κεφάλι, το σήκωσε, κοίταξε το τοπίο της φύσης που απλωνόταν έξω απ’ το παράθυρο, άφησε ένα βαθύ αναστεναγμό, λίγο χαμογέλασε, και συνέχισε. «Η δική της είναι μία ακόμη πονεμένη ιστορία, απ’ αυτές που θα ακούσεις όπου σταθείς κι όπου βρεθείς σ’ αυτή την πόλη. Η μάνα της Σάρας πέθανε στη γέννα, μόνη και αβοήθητη, κι ο πατέρας της δέκα χρόνια μετά στα μεταλλεία. Δεν είχε άλλο κανένα στον κόσμο, κι έτσι η οικογένειά μου ανέλαβε την ευθύνη της, αφού οι δικοί μου ήταν πολύ καλοί φίλοι με τον μακαρίτη. Την υιοθέτησαν λοιπόν και την έκαναν κόρη τους, και την έκαναν αδελφή μου. Τότε δεν περνούσε από κανενός το μυαλό η ιδέα ότι σύντομα θ’ ακολουθούσε ο πατέρας μου το φίλο του στον κάτω κόσμο. Έτσι μείναμε πίσω εγώ, στα δεκαπέντε μου χρόνια, η κακόμοιρη η μάνα μου, που ήδη πάλευε απεγνωσμένα με την αρρώστια, και η μικρή, που έγινε τρεις φορές ορφανή και σύντομα θα γίνονταν και τέταρτη».
Η φωνή του μόλις και ακουγόταν. Πήγα και κάθισα δίπλα του. Τον αγκάλιασα. Το κορμί του έμοιαζε σφιγμένο, λες και περνούσαν από μέσα εκεί τα κύματα του πόνου, ψάχνοντας εσπευσμένα κάποιο διέξοδο. Τα μάτια ωστόσο παρέμεναν στεγνά, κανένας λυγμός δεν του τάραζε το σώμα. Του χάιδεψα το μάγουλο, τον φίλησα στα μαλλιά. Έπρεπε να συνεχίσει να μου μιλά. Έπρεπε. Το χρωστούσε σε μένα, επειδή ήθελα να μάθω. Το χρωστούσε στον εαυτό του, αφού το είχε ανάγκη να ξαλαφρώσει.
«Τη μεγάλωσες εσύ λοιπόν;»
«Εγώ και όλη η πόλη, λιγότερο ή περισσότερο. Οι φίλες της μάνας μου, οι συνάδελφοι του πατέρα μου, η κυρία Ρόντα – αυτήν σίγουρα θα τη γνωρίσεις. Αν είναι ένα πράγμα για το οποίο είμαι περήφανος για τούτη την πόλη, Χοπ, είναι οι άνθρωποί της. Εδώ η αλληλεγγύη αποτελεί τον κανόνα, όχι την εξαίρεση. Αν δε βοηθούσαν ο ένας τον άλλο, αν δεν του στέκονταν στα δύσκολα, θα είχε σίγουρα σβηστεί απ’ το χάρτη».
«Δηλαδή, σου έδιναν και λεφτά; Πώς τα έβγαζες πέρα;»
«Όχι, δε μου έδιναν λεφτά. Πού να τα έβρισκαν κι αυτοί; Πώς να τους περισσέψουν, σε μια πόλη γεμάτη χήρες και ορφανά; Απλά δούλευα, όπως πάντα, αλλά λίγο περισσότερο. Αυτά που έβγαζα όμως ποτέ δεν ήταν αρκετά -αφού πήγαινα και στο σχολείο, το οποίο δεν ήθελα με τίποτα να παρατήσω- έτσι έπρεπε να ψάχνω συνεχώς καινούριους τρόπους για να τα φέρνω βόλτα. Ευτυχώς η Σάρα δεν ήταν ποτέ ιδιότροπο παιδί, ίσως αυτό να οφείλεται στο γεγονός ότι μεγάλωσε με στερήσεις και ορφανή, και βοηθούσε όσο μπορούσε. Δε θα ήταν υπερβολή να σου πω ότι ίσως αυτή ήταν η στερνή χαρά στη ζωή της μάνας μου. Πάντα τα κατάφερνε και την έκανε να χαμογελά, ακόμη και όταν ο πόνος της κατέτρωγε τα σωθικά, και στο τέλος της συμπεριφέρθηκε καλύτερα από κάθε κόρη. Λίγο προτού ξεψυχήσει παράτησε ακόμη και το σχολείο, στο οποίο ήταν η καλύτερη μαθήτρια, για να μη λείψει στιγμή απ’ το πλευρό της, για να μην την αφήσει να πεθάνει μόνη, όπως πέθανε κι η δική της μάνα. Καθόταν δίπλα της και της κρατούσε το χέρι όταν πέθανε. Εκείνη της έκλεισε τα μάτια. Πρώτη την έκλαψε και από τη μια μέρα στην άλλη μεταμορφώθηκε από ένα μικρό κορίτσι, σε μια ώριμη γυναίκα. Ήταν δώδεκα χρονών όταν συνέβηκε αυτό. Χρωστώ πολλά στη Σάρα…».

Συνεχίζεται

υ.γ. Θα ανεβάζω τα νέα κεφάλαια κάθε Δευτέρα και Πέμπτη

Τρίτη, 22 Ιουνίου 2010

Όλα αυτά που χάσαμε - Κεφάλαιο 1

Όλα άρχισαν απ’ τον καιρό που ήμουνα μικρή, μια στάλα στον ωκεανό της ανθρωπότητας, όλα τέλειωσαν την εποχή που αρνιόμουνα πεισματικά να μεγαλώσω. Έτσι απλά, πάντα σαν παιδί ένιωθα. Παρά τα ποτά, την υψηλή μας τάχα κοινωνία, τις αναγκαίες λυκοφιλίες, τις ψευδαισθήσεις ευτυχίας και τα ναρκωτικά που διακινούνταν ελεύθερα στους κύκλους μας, χαρίζοντάς μας παροδικές στιγμές ευχαρίστησης και γεμίζοντας τις τσέπες των έμπορων και τα ταμεία των πολυτελών κλινικών αποτοξίνωσης με χρήμα. Τότε ακριβώς, που βούλιαζα ανατέλλοντας, ήταν που τον γνώρισα.
Ο Άντι δεν έμοιαζε σε τίποτα με τους γνωστούς μου -φίλους δεν είχα τότε- αφού ήταν σα να μην ανήκε εκεί. Εκεί που ήμασταν εμείς δηλαδή. Σ’ εκείνο το μεγάλο πανεπιστήμιο όπου τα καλομαθημένα πλουσιόπαιδα ήταν η πλειοψηφία, κι αυτά που όριζαν τους κανόνες του παιχνιδιού. Αυτουνού, του μετεωρίτη στη δική μας πραγματικότητα, δεν ήτανε το χρήμα και οι αόρατοι γονείς-προστάτες που του άνοιξαν το δρόμο, αλλά η σκληρή δουλειά κι η θέληση για μάθηση, η αφοσίωση σ’ ένα όνειρο που απαιτούσε μεγάλες κι ατελείωτες θυσίες για να βγει αληθινό, οι σχεδόν απάνθρωπες συνθήκες κάτω από τις οποίες ζούσε, οι οποίες τον έκαναν περισσότερο άνθρωπο απ’ τον καθένα μας. Όπως θα μου έλεγε στο σύντομο μέλλον η λειψή υποτροφία που διέθετε δεν ήταν αρκετή για να τον κρατήσει εκεί, έτσι για να τα φέρει βόλτα έκανε δουλειές του ποδαριού εφτά μέρες τη βδομάδα – τρέχοντας ουσιαστικά απ’ τη σχολή στη δουλειά, κι απ’ τη δουλειά στη σχολή ξανά και ξανά, χωρίς καμία ανάσα. Κι όμως πάντα χαμογελούσε. Αυτό ακριβώς, το χαμόγελό του, ήταν που με προσέλκυσε σ’ εκείνον, που μ’ έκανε δίχως τύψεις κι ενοχές να ξεφύγω απ’ τη συνεχή πολιορκία και το δίχως τέλος μουρμουρητό των δήθεν φιλενάδων μου. Αλλά και το βλέμμα του. Ένα βλέμμα που έσταζε, κατά κάποιο παράξενο τρόπο, θλίψη και χαρά την ίδια ώρα, ειρωνεία και ζεστασιά, οργή και ευτυχία – ένα βλέμμα που έμοιαζε, όπως αποφάσισα, να είναι αποκλειστικά στραμμένο στο μέλλον. Αυτός ο άνθρωπος έχει ένα σκοπό στη ζωή του, θυμάμαι σκέφτηκα, την πρώτη φορά που τον πρόσεξα, και μελαγχόλησα. Ένα σκοπό που εγώ δεν είχα ποτέ, αφού το δικό μου μέλλον ήταν προ πολλού αποφασισμένο, ίσως από τότε που πήρα την πρώτη ανάσα μου στον αποστειρωμένο αέρα της κλινικής. Ένιωσα να τον ζηλεύω, έτσι στα ξαφνικά, δίχως να ξέρω τα τι και τα γιατί του, χωρίς να έχω ιδέα ακόμη για τα όσα περνούσε. Ίσως όλα στη ζωή μου να συνέβησαν τελικά βάσει σχεδίου, γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο: για να βρεθώ εκεί εκείνη τη στιγμή, για να τον δω, για να μου κινήσει την περιέργεια, για ν’ αναρωτηθώ επιτέλους για της δικής μου ζωής την ουσία.
Δεν του μίλησα εκείνη την ημέρα -έτσι όπως τον έβλεπα να κάθεται απέναντί μου στην καφετέρια και να διαβάζει, να σηκώνει το βλέμμα και να κοιτάζει έξω απ’ το παράθυρο- αλλά ούτε και τις επόμενες. Τι να του έλεγα άλλωστε; Τίποτα! Δεν είχα τι να του πω, δεν ήξερα πώς να του μιλήσω. Εξάλλου, όσο κι αν συχνά-πυκνά σαχλαμάριζα με τ’ άλλα κορίτσια, γλυκές παρενέργειες της νιότης, ήμουν κατά βάθος ντροπαλή, δε θα τολμούσα ποτέ να τον πλησιάσω. Εκτός κι αν παίζαμε Αλήθεια ή Τόλμη. Τότε ίσως και να το έκανα. Δεν παίζαμε όμως έτσι, συνέχισα να τον παρατηρώ, προσπαθούσα να μαντέψω τι σκέφτεται, νοιαζόμουνα να μάθω ποιος είναι, δίχως ποτέ να δείξω ότι ενδιαφέρομαι γι’ αυτόν. Αλλά, όπως είπα, ήταν διαφορετικός, ένας ξένος στον κόσμο μας, πώς θα μπορούσα εγώ να εισβάλω στο δικό του; Αν δεν έπαιρνε εκείνος την κατάσταση στα χέρια του, αν δε μου μιλούσε, ίσως να μην τον γνώριζα ποτέ, ίσως να παρέμενε ένα όνειρο της μέρας. Κι αν δεν τον γνώριζα ίσως κι εγώ τώρα να ήμουνα κάποια άλλη, ίσως να ταίριαζα απόλυτα στο καλούπι που είχαν φτιάξει για μένα. Ίσως, λέω.
«Γιατί είσαι πάντα τόσο λυπημένη;» με ρώτησε, ξαφνιάζοντάς με, βγάζοντάς με λες μέσα από ένα όνειρο. Αυτό πρέπει να συνέβηκε δυο βδομάδες μετά. Μετά από την ημέρα που τον πρωτοείδα. Καθόμουνα, όπως και τότε, μόνη σ’ ένα τραπέζι στην καφετερία του πανεπιστημίου και κοιτούσα ένα βιβλίο. Απλά το κοιτούσα, απόλυτα αφημένη και αφηρημένη, δεν το διάβαζα. Στην αρχή πήγα να θυμώσω -ποιος στο διάολο ήταν αυτός και ποιος του έδωσε το δικαίωμα να μου μιλήσει;- αλλά όταν σήκωσα το βλέμμα και τον είδα, άθελά μου χαμογέλασα. Ήταν η πρώτη φορά που άκουγα τη φωνή του και μπορώ να πω ότι του ταίριαζε απόλυτα! Τα γκρίζα μάτια του συνέχισαν να με κοιτάνε ερωτηματικά, αλλά όχι πιεστικά, με μια κρυφή λες κατανόηση.
«Δεν ξέρω τι να σου πω», του απάντησα και του πρότεινα καθίσει, αφού ήμουνα σίγουρη ότι αν δεν το έκανα δεν υπήρχε ούτε μία πιθανότητα να το ζητήσει ο ίδιος. Κάθισε αμίλητος και άρχισε να με παρατηρεί αδιάκριτα, ακριβώς άλλωστε όπως τον παρατηρούσα κι εγώ. Έμοιαζε λίγο με αγροτόπαιδο, ξέρετε, όπως ο Κλαρκ Κεντ παύλα Σούπερμαν στο Smallville: λίγο εύθραυστος, με μάτια υγρά και φωτεινά και μια μικρούλα ρυτίδα στο μέτωπο, ψηλός και πολύ γεροδεμένος. Φορούσε ένα κοντομάνικο μαύρο μπλουζάκι από το οποίο ξεπρόβαλλαν δύο μπράτσα δυνατά -που σίγουρα δεν ήταν κατασκευασμένα από τους ειδικούς σε κάποιο γυμναστήριο- αδιάψευστοι μάρτυρες μιας δύσκολης ζωής.
«Είμαι ο Άντι», μου συστήθηκε πρώτος.
«Είμαι η Χοπ και είμαι χόπλες», του απάντησα αποτολμώντας ένα αστείο, και χαμογελώντας σχεδόν με συστολή. Γέλασε λίγο. Αλλά αντί να με κάνει να χαλαρώσω το γέλιο του μ’ έκανε να νιώσω αμήχανα, και δεν μπορούσα να καταλάβω το γιατί. Εκείνος όμως μάλλον μπορούσε -ίσως να ήταν το βλέμμα του, το οποίο ένιωθα να με διαπερνάει- και βιάστηκε να μου προσφέρει με μια ερώτηση φαινομενικά αδιάφορη, το διέξοδο που αναζητούσα.
«Τι σπουδάζεις;»
«Διοίκηση επιχειρήσεων. Εσύ;»
«Νομικά. Επιλογή της μαμάς ή του μπαμπά;» Σα να μου φάνηκε λίγο ειρωνική η φωνή του, αλλά το χαμόγελο που τη συνόδευε, κι εκείνα τα μάτια του που έμοιαζαν να στάζουν καλοσύνη, δε μου επέτρεψαν να του κακιώσω.
«Του μπαμπά». Χαμογέλασα σχεδόν ντροπιασμένη, σαν μικρό παιδί, ίσως και να κοκκίνισα κιόλας. Αλλά δεν άργησα να συνέλθω και να τον ρωτήσω: «Η δική σου;»
«Δική μου!»
«Απόλυτα;»
«Απόλυτα. Θέλω κάποια μέρα να το παίξω Ρομπέν των Πολυκατοικιών, αλλά χωρίς τις κλεψιές. Αν δε με καταπιεί το σύστημα δηλαδή. Όπως τόσους άλλους». Έμοιαζε να αυτοσαρκάζεται, αλλά όχι, σοβαρά μιλούσε. Το έβλεπα στα μάτια του που για λίγο σκοτείνιασαν. Εννοούσε αυτά που έλεγε, στο μυαλό μου δε χωρούσε αμφιβολία καμιά.
«Κι οι δικοί σου; Τι λένε αυτοί; Σίγουρα θα προτιμούν να σε δουν ένα πετυχημένο δικηγόρο σε μεγάλη εταιρεία παρά σαν ένα μοναχικό καβαλάρη». Του χαμογέλασα. Και το χαμόγελό μου αμέσως έσβησε.
«Πέθαναν. Ο πατέρας θάφτηκε κάτω από τα πετρώματα ενός μεταλλείου που κατέρρευσε στα Απαλάχια, ενώ η μάνα μου, πέθανε κι αυτή πολύ νέα, από καρκίνο». Τα είπε πολύ απλά αυτά, δίχως να κομπιάσει καθόλου, ίσως και με κάποιου είδους απάθεια. Ή είχε ήδη ξεπεράσει εντελώς τον πόνο, ή απλά ήθελε να τον κρατήσει αποκλειστικά για τον εαυτό του. Ή, ίσως, να ήταν, στο τέλος της μέρας, πολύ καλός υποκριτής, οπότε κάποτε στο μέλλον θα γίνονταν ένας λαμπρός δικηγόρος.
Του είπα τις σκέψεις μου και γέλασε δυνατά, με την καρδιά του.
«Δεν το σκέφτηκα ποτέ έτσι», παραδέχτηκε αμέσως μετά, «αλλά μάλλον δίκιο έχεις. Δεν είναι ότι δεν πονώ πια -πώς θα μπορούσα άλλωστε να σβήσω τελείως, από μέσα μου, τον πόνο της απώλειάς τους;- αλλά, όπως και να το κάνουμε, δεν μπορείς να ξοδεύεις μια ζωή θρηνώντας για τα περασμένα. Εξάλλου το χρέος μου…».
Το χρέος του! Άφησε την πρόταση στη μέση -σαν ένα μυστικό που αρνιέται πεισματικά να βγει στο φως- να πλανιέται στον αέρα. Μια αμήχανη σιωπή ήρθε να πάρει τη θέση της, ανάμεσα στα κενά των σκέψεων και τις ανείπωτες λέξεις, αλλά δεν κράτησε για πολύ. Σε λίγο σηκώθηκε, κάπως σκεφτικός και λυπημένος, για να φύγει λέγοντάς μου ότι είχε δουλειά, αλλά παράλληλα δίνοντάς μου μια υπόσχεση ότι θα τα ξαναπούμε.
Τι παράξενος άνθρωπος, σκεφτόμουνα καθώς τον έβλεπα να απομακρύνεται. Στ’ αλήθεια, τι παράξενος! Αλλά μου έδωσε τόση χαρά, με την παρουσία του και μόνο, με τα χαρούμενα και θλιμμένα χαμόγελά του. Το αντιλήφθηκα με έκπληξη αυτό, με μια μικρή δυσκολία το ομολόγησα στον εμβρόντητο εαυτό μου. Ναι, χάρηκα που τον γνώρισα. Χάρηκα πολύ, που μίλησα μαζί του και τον άκουσα, έστω και για τόσο λίγο. Ήταν αλλιώς κι αλλιώτικος αυτός. Ήτανε… Δεν ήξερα τι ήτανε, αλλά θα το μάθαινα σιγά-σιγά, τις επόμενες μέρες, τους επόμενους μήνες, αφού θα μ’ έπαιρνε απ’ το χέρι απαλά και -κάτω από τα απεγνωσμένα μάτια των γνωστών μου- θα μου έδειχνε μια άλλη όψη της ζωής. Εκείνη που τα κανάλια που έβλεπαν οι γονείς μου στην τηλεόραση ποτέ δε μας έδειχναν. Εκείνη που κρυβόταν πίσω από τις φωτεινές διαφημίσεις, τις μεγαλοπρεπείς βιτρίνες και τις πλατιές λεωφόρους της πόλης μας. Της κάθε πόλης.

Συνεχίζεται

Η φωτογραφία κλεμμένη από εδώ

υ.γ. Χάθηκα τον τελευταίο καιρό, αλλά δεν είχα και άλλη επιλογή. Τα γραπτά προηγούνται των μπλογκς και θα συνεχίσουν να το κάνουν μάλλον για πολύ καιρό ακόμη. Μου έχουν λείψει κάποιοι από τους φίλους και η επαφή εδώ μέσα, αλλά αυτά έχει η ζωή. Εύχομαι να είστε πάντα καλά.