Πέμπτη, 30 Σεπτεμβρίου 2010

Η ιστορία της Μίρας - 1

Μετά την ολοκλήρωση της δημοσίευσης του "Όλα αυτά που χάσαμε" αποφάσισα να ανεβάσω εδώ και το πλήρες κείμενο του μυθιστορήματος "Μίρα, το λουλούδι του πολέμου". Ο πιο πάνω ήταν ο τίτλος της πρώτης έκδοσης του βιβλίου, αυτός που αναφέρεται σ' αυτή την ανάρτηση ο νέος και μάλλον προσωρινός. Πρωτοκυκλοφόρησε το 2003, γράφτηκε ξανά από την αρχή το 2009. Τα σχόλιά σας πάντα ευπρόσδεκτα...

«Εγώ τη σκότωσα», τους είπε, κι αρχικά παγώσανε, και ύστερα γελάσανε, το πήρανε γι’ αστείο.
«Τι λες ρε συ; Ποια σκότωσες και δεν το πήραμε χαμπάρι; Τη γάτα του Αργύρη, του παπλωματά;»
«Τη Μίρα σκότωσα, το κορίτσι απ’ τη Σερβία».
Η έκπληξη έγινε αμηχανία. Κι η αμηχανία σιωπή. Ο ένας κοιτούσε τον άλλο και δεν ήξερε τι να πει, πώς να αντιδράσει. Σίγουρα τους κορόιδευε. Σίγουρα! Αποκλείεται να σκότωσε κάποιον ο Μήτσος, ο Δημήτρης, αποκλείεται. Αυτός δεν πείραζε ούτε μυρμήγκι. Κι όμως, άλλα τους λέγανε τα μάτια και η στάση του. Όχι, δεν έμοιαζε να αστειεύεται. Αλλά…
«Έλα ρε συ, κόψε την πλάκα και μας κοψοχόλιασες».
Έκοψε την πλάκα, σηκώθηκε, πλήρωσε τον καφέ του και πήγε και παραδόθηκε στην αστυνομία. Για ένα φόνο που είχε διαπράξει ενάμισι χρόνο πριν.

Δεν το περίμεναν αυτό απ’ τον Δημήτρη οι φίλοι του, ποτέ! Αλλά απ’ ό,τι φάνηκε δεν τον ήξεραν κιόλας, τουλάχιστον όσο νόμιζαν. Ή ίσως και να τον ήξεραν, αλλά τα γεγονότα να τον άλλαξαν, να του χάρισαν μια τρομακτική δύναμη, που τα απλά λόγια δε θα μπορούσαν να εξηγήσουν, δίχως να παρεξηγήσουν. Πάντοτε ήταν ήπιος, γαλήνιος, χαμογελαστός, ένα παιδί-μάλαμα που λένε, κι όμως, να που σκότωσε μια γυναίκα! Όταν τους το είπε, μόλις τους το εξομολογήθηκε έτσι απλά κι αβίαστα, το πήρανε γι’ αστείο. ένα αστείο μακάβριο, αλλά αστείο. Δεν το χωρούσε το στενό τους το μυαλό ότι αυτό που τους είπε ήταν η πικρή αλήθεια. Φονιάς; Ο Δημήτρης; Εδώ γελάμε. Και γέλασαν. Και το μετάνιωσαν. Όσοι μιλάνε για την ψυχή του ανθρώπου και τη δύναμη της αγάπης, δε γνωρίζουν τίποτα, όχι στ’ αλήθεια, αφού μιλάνε για πράγματα που δεν έζησαν, που δεν ένιωσαν. Ψυχή και αγάπη, αυτό πρόσφερε ο φίλος τους, κι ας οι πλείστοι απ’ αυτούς δεν το κατάλαβαν ποτέ, κι ας όλοι σχεδόν τον έφτυσαν όταν έγινε γνωστό το έγκλημά του.

Όλα ξεκίνησαν μ’ ένα στοίχημα, Μάρτη μήνα. Μόλις είχε ξεμπερδέψει με τις εξετάσεις του εξαμήνου και είχε πάει στην πόλη του, τα Χανιά, για διακοπές, αλλά και για να συναντήσει αυτούς, τα πάλαι πότε αγαπημένα του φιλαράκια. Είχανε, ως συνήθως άλλωστε, πολλά να πουν, πολλά νέα και παλιά καλαμπούρια να μοιραστούνε. Όσο για τα μυστικά, ε, αυτά για κάποιο λόγο ποτέ δε λέγονταν!
Συναντήθηκαν για πρώτη φορά στην αγαπημένη τους καφετέρια, κοντά στο άγριο κύμα, εκεί στο παλιό λιμανάκι. Αγκαλιές, φιλιά, πειράγματα, τι έγινες, τι έγινα, τα συνηθισμένα. Ο Μάρκος, ο Γιάννης, η Μαρία, η Χριστίνα, οι τέσσερις φίλοι, τα δύο ζευγαράκια, κι εκείνος, ο μόνιμα μονάχος από επιλογή, ή από δειλία, όπως του έλεγαν οι προηγούμενοι. Κι όμως, από επιλογή ήτανε μόνος, αφού μέχρι τότε δε συνάντησε ποτέ, την κατάλληλη για κείνον γυναίκα, κάποια που δε θα του προκαλούσε την πλήξη, αλλά που θα τον προκαλούσε.
Οι πρώτες ημέρες πέρασαν γρήγορα, μες στην τρελή χαρά, που δεν ήταν και τόσο τρελή, αλλά ούτε και διέθετε τόση χαρά κιόλας. Σε επισκέψεις, ποτά, μουσικές, γλέντια και ξενύχτια ξοδεύτηκαν εκείνα τα μερόνυχτα. Είμαστε νέοι, τα θέλουμε όλα, και τα θέλουμε τώρα, τραγουδούσανε μέσα στην όμορφη παραζάλη τους. Ωραία περνούσαν: εκείνοι με τα ταίρια τους, κι αυτός με το δικό του, τη μοναξιά. Ήτανε, όμως, φορές που δεν ένιωθε και τόσο καλά στην παρέα. Λες και μια αδιόρατη θλίψη, κάποια πικρά μυστικά, πλανιόνταν στο χώρο κλέβοντας την αληθινή χαρά. Κάτι τέτοιες στιγμές πίστευε ότι δεν ανήκε εκεί, μαζί τους, αλλά κάπου αλλού, με κάποιους άλλους ανθρώπους. Κι αυτό μόνο η Χριστίνα το πρόσεξε, και μια-δυο φορές κάθισε δίπλα του απρόσκλητη, προσπαθώντας να μάθει τι τον απασχολούσε. Ωστόσο, δεν ήξερε τι να της πει, αφού κι εκείνος ο ίδιος καλά-καλά δε γνώριζε. Απλά του φαίνονταν όλα τόσο ψεύτικα, τόσο μικρά, τόσο ασήμαντα.
Το μόνο που τους έλεγε πού και πού, λιγότερο στους άλλους περισσότερο στη Χριστίνα, ήταν ότι:
«Είμαστε ανίδεοι, δεν ξέρουμε τίποτα απ’ τη ζωή!»
Είχε δίκιο, απόλυτο, κρυφά όλοι το παραδέχονταν, αλλά στα ανοικτά κανείς δε θα ομολογούσε την άγνοια και το τρωτό της νιότης. Ίσως να έφταιγε το ότι δεν έμαθαν ποτέ αληθινά να μιλάνε ο ένας στον άλλο, να εμπιστεύεται ο ένας στον άλλο τα μυστικά και τα συναισθήματά του. Εμείς είμαστε μόνοι, παρέα με κάποιους άλλους, ενώ εσύ είσαι μόνος με τον εαυτό σου, αλλά ίσως σε καλύτερη μοίρα, μια και δε χρειάζεσαι να μοιράζεις ψεύτικα λόγια και μεγάλες υποσχέσεις, που ποτέ δεν πρόκειται να τηρήσεις, σκέφτονταν η Χριστίνα, μα δεν του το είπε ποτέ. Και τώρα μετανιώνει. Τώρα, που είναι κάπου άλλου, που δεν μπορεί πια να μοιράσει τα γενναιόδωρα πλατιά χαμόγελα και τις μεγάλες αγκαλιές του, τώρα, που δεν υπάρχει πλέον η δυνατότητα να πλήξει με τις ανούσιες συζητήσεις τους, τώρα της λείπει όσο ποτέ άλλοτε. Κι αυτό επειδή ήταν ο μοναδικός αληθινός μες στην παρέα. κοντινός κι απρόσιτος, απόμακρος και ζεστός, ολάκερος μια της αγάπης αγκάλη, που ποτέ δεν εκτιμήσανε όπως της έπρεπε, ή που -ακόμη χειρότερα- κάποιοι όντως εκτίμησαν, αλλά χωρίς ποτέ να το εκφράσουν. Κάποιοι σαν κι εκείνη.
Είναι αστείο και θλιβερό συνάμα όταν διαπιστώνει κανείς πόσο ασήμαντοι, πόσο αδύναμοι, πόσο κατά βάθος τιποτένιοι είναι οι περισσότεροι άνθρωποι. Νομίζουν ότι ξέρουν τα πάντα, πιστεύουν ακλόνητα ότι έχουν πάντα δίκιο, νιώθουν στ’ αλήθεια ν’ αγαπάνε και χαμογελάνε συχνά-πυκνά στον εαυτό τους με περισσή αυτοπεποίθηση, κι όμως στο τέλος δεν είναι παρά μηδενικά – μηδενικά που προσπαθούν να ενωθούν και να φτιάξουν κάτι. Κοιτάνε την εικόνα, το στρεβλό αυτό είδωλο, και χάνουν την ουσία. Ζούνε για να ζούνε, αναπνέουνε απλά και μόνο για να μην πεθάνουν. Και σκαρφαλώνουνε σε ένα δέντρο, το μεγάλο της ζωής, σχεδόν αδιάφορα, χωρίς να βλέπουν και να μυρίζουν τα φύλλα και τα κλαδιά, δίχως να νιώθουν το αεράκι που το δροσίζει και το αναδεύει, που το χαϊδεύει και το αναγεννά.
Παράξενη η ζωή, πολύ παράξενη, σκέφτεται η Χριστίνα καθώς κάθεται στην αυλούλα της και ταξιδεύει με μάτια κλειστά και υγρά στη μορφή του. Τα μάτια του! Πόσο θα της λείψουνε τα μελένια του μάτια, τα διεισδυτικά! Πόσο θα της λείψει η γαλήνια του μορφή! Πόσο η αγκαλιά του, μέσα στην οποία δεν την κράτησε παρά μόνο με αγάπη φιλική! Πόσο θα της λείψει το κορμί του, που ποτέ δεν έκανε δικό της - εκείνο το συνηθισμένο κορμί, το ούτε κοντό, ούτε ψηλό, που όμως έκρυβε μέσα την ψυχή του. Πόσο θα της λείψει η υφή των καστανών του μαλλιών, τα οποία χάιδευε σχεδόν μυστικά πότε πότε! Πώς φτάσαμε ως εδώ ρε φίλε, αναρωτιέται. Πώς έφτασαν, αλήθεια, ως εδώ; Εκείνος στη φυλακή κι αυτή ν’ αναπολεί όσα δεν έζησε. να βιώνει μια νέα κοσμογονία και να τη νιώθει να διατρέχει ολόκληρη την ύπαρξή της. να είναι τόσο μόνη όσο ποτέ άλλοτε, κι όμως να είναι για πρώτη φορά στη ζωή της σίγουρη ότι επιτέλους κάπου πάει, πως βρήκε το νήμα που θα την οδηγήσει έξω απ’ το λαβύρινθο. Τελικά ίσως όλα να μην είναι τίποτ’ άλλο παρά ένα στοίχημα. ένα στοίχημα με τον εαυτό μας…

Ήταν πολύ αργά το βράδυ και ήταν λιώμα στο ποτό, ενώ έξω έβρεχε και βροντούσε, όταν έβαλαν το μοιραίο στοίχημα. Βρίσκονταν σ’ ένα μπαράκι, κάπου στην ακροθαλασσιά, έπιναν, καλαμπούριζαν και άκουγαν παλιά καλά ροκ κομμάτια, όταν εκείνοι, οι φίλοι του -οι πρώην φίλοι του- μεταξύ σοβαρού κι αστείου θέλησαν να τον προκαλέσουν. Κι εκείνος δάγκωσε το δόλωμα.
«Μητσάρα, μεγάλε, είσαι για ένα στοίχημα;» τον ρώτησε με λόγια μεθυσμένα και γελοίες κινήσεις ο Γιάννης, που δεν ήξερε που στέκονταν και που πατούσε.
«Είμαι», απάντησε εκείνος αμέσως, ακαριαία, μονολεκτικά, σαν από μια παρόρμηση, δίχως να μπει καν στον κόπο να ρωτήσει ποιο θα ήταν αυτό το στοίχημα. Του είπε ότι έπρεπε να τα ρίξει στην κοπελιά που βρισκόταν πίσω από τη μπάρα και σέρβιρε τα ποτά, τη δεσποινίς-πάγος, όπως την αποκαλούσαν.
Δεν την είχε προσέξει καθόλου ως εκείνη την ώρα, αλλά ρίχνοντάς της μια πρώτη κλεφτή ματιά, το πρώτο πράγμα που ήρθε να χαρακώσει τη σκέψη του ήταν η απορία: Μα τι γυρεύει αυτή εδώ μέσα; Είχε μαύρα μαλλιά πολύ κοντά, που δεν έκρυβαν καν το όμορφο ψηλό της σβέρκο, μαύρα θλιμμένα μα διαπεραστικά μάτια, μαύρα ρούχα, και -ήταν σίγουρος- πως μια μαύρη ψυχή θα έκρυβε κιόλας μέσα της.
Όπως του είπαν οι άλλοι κανείς δεν κατάφερε ποτέ να την πλησιάσει, να της κλέψει κάτι περισσότερο από ένα ψυχρό επαγγελματικό χαμόγελο, κι ας της τα έριχναν πολλοί κάθε βράδυ. Όμορφη και θλιμμένη καθώς ήταν, τους απέκρουε όλους χωρίς καν να προσπαθεί, τους έκοβε τα φτερά προτού καλά-καλά ανοίξουν. Όλοι έλεγαν πως ήταν άλλου, αλλά πόσο αλλού δεν είχαν ιδέα, αφού κανείς τους δεν την ήξερε, κανένας δε γνώρισε τις πικρές και σκληρές της αλήθειες.
Μετάνιωσε. Τους είπε ν’ αλλάξουν το στοίχημα, να το ακυρώσουν, αφού δεν το θεωρούσε σωστό, αλλά εκείνοι ήταν ανένδοτοι. Η Χριστίνα μοναχά προσπάθησε να τον υποστηρίξει χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Ωστόσο, κάπου μέσα του ένιωθε να τον προκαλεί η ιδέα. Και όλο και πιο πολύ σκέφτονταν ότι ναι, θα ήθελε να ανακαλύψει τα μυστήρια που κρύβονταν πίσω από εκείνο το βλέμμα, το οποίο, καθώς παρατηρούσε πότε-πότε έντονα, το έβλεπε ν’ αλλάζει όψη: να γίνεται κάθε τόσο σκοτεινό, άλλοτε παγερό, και μερικές φορές -έστω και φευγαλέα- να φωτίζεται. Πίστευε όσο τίποτα άλλο ότι τα μάτια της ήταν ο καθρέφτης της ζωής της. Εκείνοι τον προκάλεσαν ν’ αλώσει το σώμα της, αλλά αυτός ήθελε να κουρνιάσει στην ψυχή της. Κι έτσι, δέχτηκε το στοίχημα.
Τ’ όνομά της ήταν Μίρα. Μοίρα!

Όλοι έχουνε γραμμένο, που το λένε πεπρωμένο, λέει ο ποιητής, και το πεπρωμένο του Δημήτρη αποδείχτηκε σκληρό, σχεδόν απάνθρωπο. Ξέρει ότι το διάλεξε η Χριστίνα, πως ό,τι έκανε το έκανε συνειδητά, αλλά… Αλλά, πώς να το πει; Πώς να του το πει; Εκείνοι έπρεπε να είναι στη φυλακή τώρα, και όχι αυτός. Εκείνοι, που ήταν οι ηθικοί αυτουργοί, που οπλίσανε το χέρι της μοίρας, που προκάλεσαν τη ζωή. Τις δικές τους και όχι τις δικές του αμαρτίες νιώθει ότι πληρώνει εκείνος τώρα.
Από τότε που παραδέχτηκε το κρίμα του, που ομολόγησε το έγκλημά του και τον κλείσαν στη στενή, σπάνια κοιμάται πια τα βράδια η κοπέλα. Κι αν πού και πού καταφέρνει να κλείσει μάτι, ξυπνά αμέσως μετά τρομαγμένη, από ένα εφιάλτη που ποτέ δεν είδε. Στα όνειρα του ξύπνιου της τον βλέπει να τριγυρνά πάντα και να της χαμογελά. Μα κι αυτό το χαμόγελο της φαντάζει παράξενο πολύ, παράταιρο, φωτεινό και λυπημένο μαζί. λες και παίρνει μορφή απλά και μόνο για να δώσει παρηγοριά σ’ αυτούς, τους απέξω, τους αληθινά ένοχους. Δεν ξέρει πια τι να σκεφτεί. Δεν ξέρει τι να κάνει. Δεν ξέρει, δεν μπορεί να μαντέψει αν η ζωή θα γίνει ξανά όπως και πρώτα, μια ανάσα όμορφη. Και δεν έχει ιδέα γιατί κάθεται τώρα και γράφει ετούτες τις σκέψεις. Ίσως επειδή νιώθει ότι τον αδίκησε, ότι προσωπικά του έχει κάνει μεγάλο κακό. Ίσως γι’ αυτό. Θα μπορέσει άραγε να τη συγχωρέσει ποτέ; Θα της προσφέρει ξανά ένα από εκείνα τα πλατιά σπάνια χαμόγελά του; Θα την πιστέψει; Θα καταλάβει ότι η Χριστίνα ό,τι κι αν συμβεί, όσες καταιγίδες κι αν τον βρούνε, θα είναι πάντα εδώ για κείνον, δε θα τον εγκαταλείψει ποτέ; Η Χριστίνα! Αυτή η όμορφη. Ναι, είναι όμορφη και το ξέρει. Στο ίδιο ύψος μ’ εκείνον, μ’ ένα σφριγηλό καλοσχηματισμένο νεανικό κορμί, με μάτια της θάλασσας γαλάζια και με μαλλιά που μοιάζουν ν’ αλλάζουν χρώματα ανάλογα με τον καιρό: πού και πού ανοικτά καστανά, άλλοτε λίγο πιο σκοτεινά, στο εκτυφλωτικό φως του ήλιου σχεδόν ξανθά. Είναι όμορφη!
Κι αυτή η όμορφη είναι που βρέχει με δάκρυα μετάνοιας και πόνου τώρα το χαρτί, καθώς τον σκέφτεται, που το λούζει αλμύρα, καθώς η εικόνα του της παραλύει το μυαλό. Άδικη πολύ του στάθηκε η μοίρα!

Συνεχίζεται

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Πέμπτη, 16 Σεπτεμβρίου 2010

Όλα αυτά που χάσαμε - Κεφάλαιο 25

Πέρασαν σαν τίποτα οι μέρες. Ήταν ίσως η μοναδική φορά που το μόνο που είχαμε να κάνουμε οι δυο μας ήταν να απολαύσουμε τις στιγμές γαλήνης, που μας χάριζε η φύση που απλωνόταν γύρω μας. Η Μάριαν ζωγράφιζε συνήθως σε χαλαρούς ρυθμούς ενώ εγώ έκανα βόλτες, έβγαζα φωτογραφίες, πήγαινα στη Ρόντα και την άκουα να μου αφηγείται ξανά και ξανά ιστορίες από το μακρινό της παρελθόν. Όλα τα έκανε να φαντάζουν σαν ένα παραμύθι αυτή η γυναίκα: τη ζωή, τα προβλήματά της, το θάνατο. Μού μίλησε για πρώτη φορά για τον άντρα της. Για τα όνειρά του να πιάσουν την καλή όταν κατέφθασαν εδώ εξήντα χρόνια πριν. Για τον καρκίνο που τον σκότωσε. Για το σήμερα. Είναι όλα νέα περασμένα έμοιαζε να θέλει να μου πει. Κι η ζωή είναι απλά αυτή που είναι. Μάλλον είχε περισσότερα κοινά με τη Μάριαν παρά με μένα, ίσως γι’ αυτό δε μιλούσαν μεταξύ τους τόσο πολύ κιόλας. Έζησαν διαφορετικά, έμαθαν διαφορετικά, αλλά σιωπηλά συμφωνούσαν σε όλα.
«Είναι η καλύτερή σας, ξέρεις», μού είπε μια φορά, ξαφνιάζοντάς με.
«Ποια;»
«Η Μάριαν. Γι’ αυτό και δε θα ευτυχήσει ποτέ. Είναι μια απ’ αυτές τις ευλογημένες, ή μάλλον καταραμένες ψυχές, που δεν αντέχουν να βλέπουν την αδικία αυτού του κόσμου. Συμπάσχει με όλους, υποφέρει την κάθε στιγμή, και σας σκέφτεται τόσο πολύ, που δε θέλει να σας φορτώνεται με τα δικά της. Ο Άντι, σαν πετύχαινε τους στόχους του, κάποια μέρα λίγο ή πολύ θα τα παρατούσε, αυτή ποτέ. Αυτή όλο θα ψάχνεται. Και όλο θα φεύγει. Όσο κι αν σας αγαπά δε νομίζω να μείνει μαζί σας για πολύ ακόμη».
«Αυτό ακριβώς φοβάμαι. Πολλές φορές, όταν είμαστε στο σπίτι της στη Νέα Υόρκη, μας λέει: Δεν ανήκω εδώ! Και την πιστεύω. Και έπαψα να προσπαθώ να την καταλάβω. Είναι η μόνη από μας που βγάζει ένα σωρό λεφτά, που θα μπορούσε να στ’ αλήθεια κάποια, κι όμως το μόνο πράγμα που τη νοιάζει είναι η δουλειά της και να προσφέρει στους άλλους. Μόνο για φαγητό και για το σχολείο δέχεται να βγαίνει απ’ το σπίτι. Ακόμη και στα εγκαίνια της έκθεσής της με το ζόρι την πήγαμε. Όλοι ήταν καλοντυμένοι, κι εκείνη μ’ ένα τζιν, πουκαμίσα και σακάκι, και μια μπύρα στο χέρι. Έμοιαζε να πνίγεται. Στο τέλος τη λυπηθήκαμε και την πήραμε και φύγαμε».
«Μη στεναχωριέστε γι’ αυτή, κάποια πλάσματα απλά γεννιούνται λυπημένα. Κάποια πιο νωρίς από την ώρα τους και κάποια πιο αργά. Τουλάχιστον είναι δυνατή, κι αυτό θαρρώ μετράει πιο πολύ απ’ όλα».
«Ναι, αλλά για πόσο ακόμη θα μπορεί να ζει μ’ αυτό τον τρόπο;»
«Ποιος ξέρει; Και στο τέλος της ημέρας δε μας αφορά. Απλά να είσαι εκεί αν σε χρειαστεί, όπως θα είμαι κι εγώ, η γερόντισσα, όπως μπορώ. και για τις τρεις σας. Αλλά αρκετά μ’ αυτήν. Εσύ, τι σκέφτεσαι να κάνεις μετά;»
«Δεν έχω ιδέα. Όσο κρατάει η υπόθεση θα είμαι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο απασχολημένη εκεί στην πόλη. Όταν τελειώσει, θα έχω -αν δεν τραβήξει σε μάκρος- ακόμη το σχολείο και τις σπουδές μου. Αλλά, όταν τελειώσω και με τις τελευταίες… Δεν ξέρω. Στ’ αλήθεια δεν ξέρω. Το σχολείο και τα κορίτσια είναι αυτά που με δένουν μ’ εκείνον, αλλά σκέφτομαι ότι, αν θέλω να προχωρήσω με τη ζωή μου, κάποια στιγμή θα πρέπει να αποχωρήσω. Δεν μπορώ να συνεχίσω να ζω στη σκιά του».
«Ε, θα βρεις κι εσύ το δρόμο σου, κόρη μου, όλοι τον βρίσκουν. Φτάνει να κάνεις κάτι που αγαπάς. Ρώτα και τις φίλες σου: αν δεν έκαναν αυτά που κάνουν, τι θα ήταν; Τίποτα!»
«Τίποτα». Πήρα το φλιτζάνι και ήπια μια γουλιά από το κρύο τσάι μου. Και μετά της μίλησα για ένα προαίσθημα.
«Κάτι κακό θα συμβεί, Ρόντα, το νιώθω έντονα, μέσα στα κόκαλά μου. Κάτι πολύ κακό. Ίσως όχι εδώ, αφού οι περισσότεροι πια μας φέρονται ευγενικά και με αγάπη, αλλά πολύ πιθανόν όταν γυρίσουμε πίσω στην πόλη. Εδώ και μέρες φοβάμαι, το μέσα μου τρέμει, και δεν μπορώ να καταλάβω το γιατί».
«Ίσως εκείνος ο εφιάλτης να σ’ έχει επηρεάσει πιο πολύ απ’ ό,τι θα μπορούσες ποτέ να φανταστείς».
Ίσως! Της είχα μιλήσει για τον εφιάλτη μου, για τη συνάντησή μου με το θάνατο. Δεισιδαιμονίες, μου είπε τότε, αλλά δεν ακουγόταν και τόσο σίγουρη. Είχα βλέπετε αγγίξει το νεκρό αγαπημένο, κι αυτό, σύμφωνα με τις αρχαίες παραδόσεις αποτελεί κακό οιωνό. Άλλαξα κουβέντα.
«Τέλος πάντων, ας το αφήσουμε εκεί. Λυπάμαι πολύ που θα φύγω και πάλι, καλή μου Ρόντα. Εδώ νιώθω περισσότερο στο σπίτι μου, παρά στην πόλη. Εδώ απλά είμαι… Απλά είμαι! Αυτό ήθελα να πω».
«Σε καταλαβαίνω, κόρη μου. Αλλά, προς το παρόν τουλάχιστον, δεν έχεις άλλη επιλογή. Ας πας λοιπόν με την ευχή μου, και ίσως κάποια μέρα με το καλό γυρίσεις. Το σπίτι σου θα είναι πάντα εδώ και θα σε περιμένει».
Σηκώθηκα και πήγα και χώθηκα στην πλατιά αγκαλιά της. Άνοιξη μύριζε και πάλι ο κόρφος της. Κι ύστερα, αμίλητα, άνοιξα την πόρτα και έφυγα. Ήτανε νωρίς το απόγευμα. Θα βοηθούσα τη Μάριαν να πακετάρουμε τα υπάρχοντά μας, αφού θα φεύγαμε το επόμενο πρωί.
Το βράδυ παρέθεσαν για μας δείπνο στην ταβέρνα, όλοι οι άνθρωποι, που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο προσπαθούσαμε να βοηθήσουμε. Ο καθένας έβαλε το κατιτί του, ώστε να οργανώσουν για μας μια βραδιά ευχάριστη, σα μουσική θεία κοινωνία. Όλα τα τραπέζια ενώθηκαν σ’ ένα, φαφούτηδες γέρο-μουσικοί, και άλλοι πιο νέοι στήθηκαν σε μια αυτοσχέδια εξέδρα, και το πανηγύρι άρχισε. Το γλέντι ήθελα να πω. Τα πιάτα πήγαιναν κι έρχονταν, η μπύρα και το κρασί έρεαν άφθονα, όλοι χαίρονταν τις ξεχωριστές εκείνες στιγμές. Ακόμη και η Μάριαν. Αν και στη αρχή έδειχνε εμφανώς σοκαρισμένη από την πολυκοσμία και το σχετικό πανικό που επικρατούσε, σιγά-σιγά άρχισε να μπαίνει στο πνεύμα της βραδιάς. Χαμογελούσε, πού και πού σιγοτραγουδούσε κάποιους στίχους, γέμιζε τα ποτήρια με ποτό, μας αγκάλιαζε, έμοιαζε επιτέλους να έχει ξεχάσει τη θλίψη της έξω απ’ την πόρτα. Τη μεγάλη έκπληξη ωστόσο την κράτησε για το τέλος της βραδιάς. Όταν φάγαμε και ήπιαμε μέχρι σκασμού, τότε που πια τα κορμιά μας τσάκισαν απ’ το χορό κι οι φωνές βράχνιασαν απ’ το τραγούδι, καθώς ετοιμαζόμασταν να πούμε τις καληνύχτες μας, τότε σηκώθηκε και ανακοίνωσε ότι θα έλεγε ένα τραγούδι. Νόμιζα ότι ήταν μεθυσμένη, αφού δεν την είχα ακούσει να τραγουδάει ποτέ ξανά. Έτσι, όταν πήρε το μικρόφωνο στα χέρια της και άρχισε να μας τραγουδάει, δίχως τη συνοδεία μουσικής, ένα άγνωστο σκοπό σε μια παράξενη γλώσσα, τα έχασα πια για τα καλά. Η φωνή της δεν ήταν απλά καλή, ήταν εξαιρετική. Κι έτσι όπως στεκόταν αγέρωχη, με κλειστά τα ματιά, και μας τραγουδούσε, για μια στιγμή τη φαντάστηκα σε μια νεραϊδοπριγκίπισσα. Μια πριγκίπισσα πανέμορφη, με βραχνή, βαθιά υπνωτική φωνή, που θα μπορούσε να μας ταξιδέψει παντού με το τραγούδι της. Σαν τέλειωσε, παρέμειναν όλοι να κοιτούν προς το μέρος της για λίγο σαστισμένοι, προτού της χαρίσουν ένα εκκωφαντικό χειροκρότημα. Είδα κάποιες μαύρες γριές να δακρύζουν και δεν μπορούσα να καταλάβω το γιατί. Ήταν φανερό ότι η ερμηνεία της τους άγγιξε όλους, αλλά εκείνες περισσότερο. Στο τέλος υποκλίθηκε ελαφρά και χαμογελώντας παιχνιδιάρικα, ήρθε προς το μέρος μας. Παρέα με τη Ρόντα αρχίσαμε ν’ αποχαιρετούμε τον ένα μετά τον άλλο τους παρευρισκομένους. Οι μαύρες γριές που ανέφερα πιο πάνω έκλεισαν για ώρα στην αγκαλιά τους τη Μάριαν, λες και δεν ήθελαν να την αφήσουν να φύγει ποτέ – αλλά κάποτε την άφησαν. Μπήκαμε στη σεβρολέτ και κινήσαμε επιτέλους για τα σπίτια μας, κάτω από ένα απερίγραπτα αστρολουσμένο ουρανό. Κάπου στο μέσο της διαδρομής, κι αφού είχα αντιληφθεί ότι η μανούλα μας από πίσω είχε αποκοιμηθεί, τη ρώτησα σε τι γλώσσα ήταν το τραγούδι της. Στα σουαχίλι, μου είπε, και ήταν νανούρισμα. ό,τι έπρεπε δηλαδή για καληνύχτα. Κοιτώντας με το ένα μάτι το δρόμο, και με το άλλο εκείνη που έμοιαζε να λαμποκοπά στο σκοτάδι, παρέμεινα σιωπηλή ν’ αναρωτιέμαι: Στα σουαχίλι; Απ’ όλες τις γλώσσες του κόσμου, γιατί διάλεξε να πει ένα τραγούδι σ’ αυτή; Ύστερα θυμήθηκα τις μαύρες γριές και κατάλαβα. Χαμογέλασα. Μάλλον παραδοσιακό θα ήτανε το τραγούδι, απ’ αυτά που περνάνε από γενιά σε γενιά, ρίχνουν γροθιές με το χρόνο και τον νικάνε. Κι εμείς γροθιές με το χρόνο ρίχναμε, εδώ και καιρό, αλλά ποιος θα ήταν ο νικητής, κανείς δε θα μπορούσε να το προβλέψει.

Συνεχίζεται

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ