Δευτέρα, 22 Νοεμβρίου 2010

Η ιστορία της Μίρας - Ημερολόγια VIII

Σαν τη φλόγα ενός αδύναμου κεριού, κι ανέλπιδου η ζωή μου, κι έτσι έσβησε. Το ίδιο και του αγαπημένου. Όταν τον κοίταξα βαθιά στα μάτια και του είπα, τον παρακάλεσα να μου πάρει τη ζωή, τον είδα να τρέμει και να τα χάνει. λίγο έλειψε να λιποθυμήσει. Όχι, ούτε και για μια στιγμή δεν το πήρε γι’ αστείο. Με ξέρει καλά, γνωρίζει καλύτερα απ’ τον καθένα πως όταν λέω κάτι το εννοώ, ό,τι κι αν είναι αυτό. Κάναμε έρωτα παθιασμένα, ακόρεστα, δίχως αύριο, του χάρισα του κορμιού μου τις ηδονές και της αγάπης μου το αμίλητο φορτίο, προτού του ζητήσω το μοιραίο αντάλλαγμα. Σε λίγες ώρες θα φύγω από τούτη τη γη, θ’ αφήσω για πάντα πίσω μου αυτή τη ζωή, που μου πρόσφερε τόσο λίγα και μου πήρε τα πάντα. Θα κάνει αυτό που του ζητώ ο Δημήτρης. Δεν έχει κι άλλη επιλογή. Με αγαπάει τόσο πολύ που δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Ωστόσο, λυπάμαι… Όχι, δεν τον λυπάμαι. Λυπάμαι επειδή τον πλήγωσα. το είδα αυτό στο ραγισμένο του βλέμμα. Σαν του ζήτησα να με σκοτώσει, είδα και τον ίδιο να κατεβαίνει στον Άδη. Αλλά… Αλλά, θέλω να πεθάνω, πολύ. Ίσως να μη θέλησα τίποτ’ άλλο στη ζωή μου όσο αποζητάω τώρα το θάνατο, τον άγγελο του ελέους. Θέλω να πεθάνω προτού χάσω και τη στερνή χαρά μου. Και θέλω να συναντήσω το τέλος μέσα από τα χέρια της μοναδικής μου αγάπης, του μόνου άνθρωπου τον οποίο μπορώ ακόμη να πιστεύω και να εμπιστεύομαι. Θα το κάνουμε να μοιάζει σαν αυτοκτονία. θ’ αφήσω ακόμη και σημείωμα για τους πλήθιους λόγους που με οδήγησαν σ’ αυτήν. Θα στήσω μια ολόκληρη παράσταση σε αλλόκοτο σκηνικό, με δύο μόλις πρωταγωνιστές και τους ίδιους θεατές. Και της ζωής μου το παράλογο έργο θα φτάσει στο αποκορύφωμά του στην τελευταία πράξη. Πάντα ήμουνα κακός ηθοποιός στην ταινία της ζήσης, σαν σκηνοθέτης ίσως πετύχω. Ίσως καταφέρω να δώσω ένα επιτυχημένο, αλλά όχι ευτυχισμένο τέλος, στη φάρσα που υπήρξε η ζωή μου. Όσο για το Δημήτρη, ελπίζω να αντέξει, ο καλός μου, και να μη σπάσει. Ελπίζω να βρει το κουράγιο να συνεχίσει να ζει. Το ξέρω ότι είναι πολύ αυτό που του ζητάω, και άλλο τόσο εγωιστικό, αλλά είμαι δειλή. Δειλή! Δεν μπορώ να βάλω τέλος στη ζωή μου από μόνη μου, τον χρειάζομαι. Αν έμενα μαζί του δε θα ήμουνα παρά μια ζωντανή-νεκρή, που δε θα μπορούσε να του προσφέρει άλλο τίποτα παρά περισσότερο πόνο. Φεύγοντας του αφήνω τουλάχιστον ένα ροκανίδι ζωής, την ελπίδα να αγαπήσει ξανά. Το κορμί του θα είναι το τελευταίο πράγμα που αυτά, τα πρόωρα γερασμένα μου δάχτυλα, θ’ αγγίξουν, κι η ανάσα του θα είναι ο στερνός ήχος που θα φτάσει στ’ αυτιά μου. Θα πεθάνω μες στη ζεστασιά της αγάπης του, θα φύγω, φαντάζομαι, μ’ ένα κρυφό χαμόγελο στα χείλη. νιώθοντας πως ναι, η δόλια μου μικρή ζωή άξιζε για κάποιον κάτι. Θα τον αφήσω μ’ ένα φιλί και τα στερνά της αγάπης λόγια. λόγια αληθινά, όσο και ο πόνος που για χρόνια και χρόνια ποτίζει το κορμί και την ψυχή μου. μα και με μια σιωπηλή ευτυχία για το πολύ, που για τόσο λίγο ζήσαμε. Μακάρι να γινόταν μέσα από τις στάχτες μου να ξεπηδούσε η φλόγα μιας καινούριας ζωής…

Συνεχίζεται

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Σάββατο, 20 Νοεμβρίου 2010

Η ιστορία της Μίρας - Το λάθος πάθος

Πήγε, της χτύπησε την πόρτα, κι η Χριστίνα του άνοιξε, απλά του άνοιξε. Τώρα δεν μπορεί να καταλάβει γιατί το έκανε αυτό. Ίσως να έφταιγε η θλίψη που ένιωθε, ίσως και η μοναξιά που της τυραννούσε την ψυχή και που φόρτωνε με πόθους το κορμί. Ίσως… Μα είναι αργά πια για ίσως. Ό,τι έγινε έγινε. Το θέμα είναι να μην επαναληφθεί ποτέ ξανά. Όχι πως δεν της άρεσε, της άρεσε πολύ, αλλά δεν της αρέσουν οι ενοχές, αυτές που νιώθει τώρα, κι ας ξέρει πως είναι αναίτιες. Νιώθει ένοχη επειδή έκανε έρωτα με τον πρώην φίλο της – αν είναι αυτό ποτέ δυνατόν! Αλλά, να που είναι, αφού τώρα το μέσα της φωνάζει ότι πρόδωσε, και τους δύο: τον Γιάννη επειδή έκανε έρωτα μαζί του ενώ ποθούσε τον Δημήτρη, τον Δημήτρη επειδή τον απάτησε με τον Γιάννη. Το πώς ποτέ δεν ήταν πριν και μάλλον δε θα είναι ποτέ με τον Δημήτρη, μάλλον καθόλου δε μετρά, για της καρδιάς της τον αμείλικτο δικαστή.
Κι όμως, εκείνες τις στιγμές ένιωθε τόσο ωραία. Τόσο ωραία, που τώρα δεν ξέρει κατά πόσο θα έπρεπε να γελάσει ή να κλάψει. Να γελάσει με τον εαυτό της κι εκείνον, να κλάψει για τους ίδιους. Ο Γιάννης πήγε στο σπίτι της σαν κατακτητής, σαν ιππότης καβάλα στ’ άλογο. με ένα μπουκέτο λουλούδια, με καλό κρασί και φαγητό αγορασμένο από κάποια ταβέρνα. Πάνω στον καμβά του κορμιού της θριάμβευσε, αλλά στο τέλος-τέλος έφυγε σα δαρμένο σκυλί.
Μα τι σκεφτόμουνα όταν τον άφησα να μπει μέσα; Η αλήθεια είναι πως δεν σκεφτότανε, τίποτα. Απλά άνοιξε την πόρτα και τον υποδέχτηκε στο καταφύγιό της, λες παραδομένη, ή σαν από συνήθεια. Δεν ήταν ξένος εκεί άλλωστε, κι ας μην ήτανε πια μαζί. Και δεν της έφταιξε ποτέ σε κάτι, εκείνη έφταιγε για όλα. Αν τον κάκιζε για κάτι ήταν για την ωραιοπάθειά του, για τη δίχως τέλος αυταρέσκεια. Είχε εκείνο το χαμόγελο, εκείνη την πόζα, που φώναζε είμαι ωραίος και το ξέρω. Ναι, ήταν ωραίος, πολύ πιο όμορφος απ’ τον Δημήτρη, αλλά και τι μ’ αυτό; Δεν έσμιξε μαζί του για το παρουσιαστικό του αλλά… Αλλά, γιατί; Τώρα που το σκέφτεται δεν μπορεί να θυμηθεί πώς και γιατί έγιναν ζευγάρι οι δυο τους; Μάλλον εκείνος θα την παρέσυρε, εκείνος θα την έριξε στην παγίδα ενός αδιέξοδου έρωτα, με τα γλυκανάλατά του λόγια. Εκείνος, αφού η ίδια σπάνια μιλούσε, καθόλου δε φλέρταρε, ερωτευόταν σιωπηλά και περίμενε κάποιο από μηχανής θεός να κάνει το θαύμα του και να της χαρίσει το αντικείμενο του πόθου της.
Μα είσαι εντελώς τρελή εσύ, λέει με μια μικρή δόση θαυμασμού και μια μεγαλύτερη αυτοσαρκασμού στον εαυτό της. Τρελή είναι, δεν εξηγούνται αλλιώς αυτά που κάνει, η αδυναμία της να ζήσει αυτά που έχει, η προθυμία να τα παρατήσει όλα για κάποια που μάλλον ποτέ δε θα πραγματοποιηθούν.
«Δε θέλω να ’ρθεις ξανά εδώ, Γιάννη», του είπε μετά από τις στιγμές του πάθους που έζησαν, κι εκείνος έμεινε να την κοιτάει μ’ ανοικτό το στόμα, αδυνατώντας να πιστέψει αυτά που άκουγε.
«Προσπαθείς να με τρελάνεις, Χριστίνα; Αφού δε με ήθελες εδώ γιατί δε μ’ έδιωχνες απ’ την αρχή. Γιατί μετά απ’ όλ’ αυτά…»
«Δεν ξέρω. Ό,τι και να σου πω θα ’ναι ψέμα. Δεν ξέρω τον εαυτό μου πια, δεν τον καταλαβαίνω. Μη με παρεξηγείς, δεν ακυρώνω αυτά που ζήσαμε, απλά δεν μπορώ πια να είμαι μαζί σου. Όσο για το αποψινό…»
«Όσο για το αποψινό τι;»
Χαμογέλασε εκείνη, αμήχανα, κι έσκυψε το κεφάλι, και πήρε να κοιτά τα χέρια της σαν ένα μικρό παιδί που μόλις έκανε κάποια σκανδαλιά και περιμένει να το μαλώσουν. Κι ύστερα σιγά-σιγά το ξανασήκωσε και τον κοίταξε στα μάτια, μ’ ένα βλέμμα που έμοιαζε βαθιά λυπημένο.
«Η αλήθεια είναι ότι το απόλαυσα. Το κορμί μου το είχε μεγάλη ανάγκη. Αλλά, δε θέλω να συμβεί ξανά. Πρέπει να σε ξεπεράσω κι αυτό δε θα είναι καθόλου εύκολο».
«Μα γιατί, Χριστίνα; Γιατί; Γιατί θέλεις να χωρίσουμε οριστικά; Μια χαρά δεν ήμασταν; Τι περισσότερο έψαχνες δηλαδή; Τι ζητάς; Αν μπορώ θα στο δώσω».
«Τίποτα απολύτως δε ζητάω από σένα, σε παρακαλώ μονάχα να μ’ αφήσεις να φύγω, να προχωρήσω».
«Για να πας πού; Και γιατί δε με θέλεις κοντά σου;»
«Ζούσαμε ένα ψέμα, Γιάννη, το ξέρεις και το ξέρω κι εγώ. Απλά αποφάσισα να βάλω ένα τέλος. Και μη νομίζεις ότι είναι και τόσο εύκολο για μένα να το κάνω αυτό, κάθε άλλο. Το σώμα μου μού φωνάζει να σου πω μείνε, η ψυχή μου φύγε. Κι εγώ, τώρα πια, ακούω μόνο την τελευταία».
«Ξέρεις πώς ακούγεσαι;»
«Σαν τρελή».
Πήρε να γελά δυνατά, ακόρεστα, νευρικά. Να γελά με τον εαυτό της, με τη συμπεριφορά της, μ’ εκείνον που την κοιτούσε με τέτοια απορία στο πρόσωπο, που έλεγες ότι από στιγμή σε στιγμή θα παραμορφωνόταν και σαν κερί θα έλιωνε.
«Μη μου δίνεις σημασία, Γιάννη» του είπε σαν ξαναβρήκε τις ανάσες της.
«Και πώς να το κάνω αυτό;»
«Όπως τα κάνεις όλα: εύκολα κι απλά».
«Κι ακόμη δε μου εξηγείς το γιατί…»
Άρχισε να την εκνευρίζει, να της την σπάει αυτός ο άντρας που συμπεριφερόταν σαν παιδί, που του κλέψαν το αγαπημένο παιχνίδι, που του πλήγωσαν τον εγωισμό.
«Απλά φύγε. Φύγε. Τι δεν μπορείς να καταλάβεις σ’ αυτή τη λέξη; Φύγε, Γιάννη, και άσε με πίσω σου, είμαι το παρελθόν. Φύγε και μη γυρίσεις ποτέ ξανά».
Αναψοκοκκίνισε το πρόσωπό του, τα μάτια του πήραν μια λάμψη οργής σχεδόν απόκοσμη. Έσφιξε τις γροθιές για να συγκρατήσει τον εαυτό του, για να μην παρεκτραπεί και να κάνει κάτι για το οποίο θα μετάνιωνε μετά. Και σηκώθηκε κι έφυγε, βροντώντας την πόρτα πίσω του. Κι εκείνη παρέμεινε εκεί σιωπηλή, χαμογελαστή και με δάκρυα στα μάτια να τον σκέφτεται. Τώρα ένιωθε σαν να ήταν κλεισμένη σε μια καταπακτή, σ’ ένα υπόγειο σκοτεινό, ανύπαρκτό στα μάτια των άλλων. Η αλήθεια είναι ότι θα της έλειπε. Η εικόνα του θα της έλειπε. Ήταν ψηλός άντρας και γεροδεμένος, έμοιαζε λίγο με φωτομοντέλο, απ’ αυτά που βλέπει κανείς στα περιοδικά να διαφημίζουν αντρικά εσώρουχα. Των μαλλιών του το βαμμένο ξανθό σε συνδυασμό με το ματιών το απέραντο, μα λίγο ξεβαμμένο πράσινο, κάποτε την είχαν πολύ συνεπάρει. Αλλά τώρα… Τώρα δε θέλει και δεν μπορεί να βλέπει μόνο την εικόνα. Ζητάει κάτι άλλο, πιο απλό, αλλά και πιο μεγάλο.
Είναι ξαπλωμένη στο κρεβάτι, ντυμένη πια μ’ ένα ζευγάρι πιζάμες που μοιάζουν παιδικές, κι αγκαλιάζει τον εαυτό της. Νιώθει τη μυρωδιά του ακόμη να πλημμυρίζει το δωμάτιο, να το γεμίζει με την ουσία του ερωτικού σμιξίματος. Πότε θα είναι η επόμενη φορά; Τον εαυτό της ρωτά, αλλά δεν περιμένει απάντηση. Θ’ αργήσει η επόμενη φορά, θ’ αργήσει πολύ. Ελπίζει μόνο μέχρι τότε να μη μαραζώσει το νεανικό κορμί, να μη χάσει την ορμή και τη λαχτάρα του.
Κρύβει το πρόσωπό της με το μαξιλάρι και μυρίζει εκείνον. και σκέφτεται τον άλλο.

Συνεχίζεται

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Δευτέρα, 15 Νοεμβρίου 2010

Η ιστορία της Μίρας - Ημερολόγια VI

Τι ήταν αυτό που ζήσαμε ψες; Πώς να το περιγράψει κανείς, χωρίς να το αδικήσει; Τι λέξεις να χρησιμοποιήσει για να μιλήσει για όλη αυτή τη μαγεία; Αν υπάρχει αυτό που αποκαλούν παράδεισος είναι εκεί που πήγαμε οι δυο μας μαζί. Αν υπάρχει ένα αληθινό τραγούδι είναι αυτό που σαν ψίθυρος διέτρεξε τα σώματά μας όταν γίνονταν για ακόμη μία φορά ένα. Αν υπάρχει μουσική είναι η μελωδία της ανάσας του άντρα, του άντρα μου, που σαν λάβα με πυράκτωσε. Αν υπάρχει μία και μοναδική ομορφιά είν’ αυτή που ζήσαμε… Δε θέλω να ζήσω άλλο… Τι άλλο να ζήσω; Αλήθεια, τι; Έφτασα επιτέλους στα όρια της χαράς, ξεπέρασα με πόθο ανήκουστο τα όρια της ηδονής, και στο τέλος-τέλος έχασα τον κόσμο όλο για να τον ξαναβρώ στα μάτια του, που ούτε στιγμή δεν έπαψαν να με κοιτούν με λατρεία. Ό,τι ποτέ πόθησα, ό,τι μυστικά ονειρεύτηκα, όλα. όλα τα έζησα μαζί του, μέσα στη ζεστή του αγκάλη. Σαν ανάσταση και σαν μια νέα γέννηση, σαν λυτρωμός και αποκάλυψη φαντάζουν τώρα στα μάτια μου οι στιγμές που περάσαμε μαζί.
Άρχισα από σήμερα το πρωί να μεταφράζω το ημερολόγιό μου στα αγγλικά, αλλά και να καταγράφω πια όλα όσα ζω εδώ, με τον Δημήτρη. Θα του δώσω την ευκαιρία, σαν ευλογία και σαν κατάρα, να μάθει πια την ιστορία μου για τα καλά, ως την τελευταία της πονεμένη λεπτομέρεια. Ελπίζω μοναχά να μην τρομάξει και να μου φύγει, αλλά δεν το νομίζω.
Αν και μου άρεσε πάντα να γράφω, δεν τα πολυκαταφέρνω με τα λόγια όταν μιλώ με τους άλλους. Ακούγομαι κάπως άτσαλη, ίσως κι αμόρφωτη. Έπειτα απ’ αυτό που συνέβηκε στη μάνα μου και τη Νατάσα, είπα ότι δε θα έγραφα ποτέ ξανά. Να, όμως, που μία ακόμη βεβαιότητά μου όμορφα κατέρρευσε! Τώρα που τον γνώρισα, τώρα που γνώρισα την απόλυτη, την ολοκληρωτική αγάπη, τώρα που νιώθω για πρώτη φορά πλήρης, τώρα που ακόμη και μέσα στον πόνο και την αγωνία μου για την ψυχή της ψυχής μου, τη Ράνια, είμαι ευτυχισμένη. τώρα νιώθω ότι οφείλω να γράψω, πως αποτελεί καθήκον μου και χρέος ιερό να διηγηθώ την άγνωστη ιστορία μου. χρέος προς τον υπέροχο αυτό άνθρωπο, που κατάφερε να με κάνει ν’ αγαπήσω και πάλι τη ζωή, ν’ αντικρίσω τα χρώματά της, αλλά και προς τη Ράνια. που πρέπει να μάθει τι έζησε, από πόσες φουρτούνες πέρασε, αλλά άντεξε, η μανούλα της. Θέλω να πω την ιστορία μου, τώρα που υπάρχουν αυτιά για να την ακούσουν, μάτια για να τη διαβάσουν, ψυχές για να τη νιώσουν. Η ιστορία μου. η ουσία μου! Σ’ ένα χαρτί θα γραφτεί για να διαβαστεί από έναν ή κι από κανέναν. Σε δυο αυτιά θα ειπωθεί για να αποκτήσει υπόσταση.
Καθώς γυρνάνε πίσω στη σκέψη μου η μία μετά την άλλη οι εικόνες από το παρελθόν, πονάω αφάνταστα, από μέσα μου κρυφά αιμορραγώ. Με τυραννάνε οι αναμνήσεις. σαν μαχαίρι είναι σε πληγή ανοικτή, που κάθε λίγο και λιγάκι κάποιος αόρατος εχθρός όλο και πιο πολύ στρίβει. Σαν αποκόμματα ασύνδετα, σαν μια ταινία τρόμου, στριφογυρνάνε όλα στο μυαλό μου. Βλέπω. βλέπω τις αγαπημένες που για πάντα έφυγαν. ρίχνω κλεφτές ματιές στη φρίκη που έζησα, κι απ’ την οποία επέζησα. οργίζομαι, ακριβώς όπως και τότε, για την απανθρωπιά που έγινε της ζωής μας ο κανόνας.
Το ημερολόγιό μου -αυτές οι απλές καταγραφές- δε δίνει παρά μία πολύ μικρή εικόνα του προσωπικού μου δράματος. Μού έχουν συμβεί και άλλα, πολλά, και τραγικά πολύ. πράγματα για τα οποία δε μίλησα ποτέ, σε κανένα, ή μάλλον σχεδόν σε κανένα. Ο Δημήτρης, ο γλυκός μου, αυτός μονάχα ξέρει κάποια απ’ αυτά. Τώρα, δεν έχω άλλη επιλογή και άλλο πρέπει από το να του διηγηθώ εκείνα τα λίγα και μεγάλα, για τον ίδιο άγνωστα, που για χρόνια πολλά μου ματώνουν την καρδιά. Θα του τα πω για να τα ξεφορτωθώ, για να εξαγνιστώ από τα κρίματα που οι άλλοι μού φόρτωσαν. που ποτέ δεν υπήρξαν δικά μου, κι ας τα κουβαλούσα λες από πάντα. Θα καταλάβει, θα με καταλάβει, και για μία ακόμη φορά δε θα μου χαρίσει οίκτο, αλλά εκείνο που μόνο αυτός μοιάζει να έχει μέσα του σε περίσσευμα. αγάπη! Την ίδια εκείνη αγάπη που με σκλάβωσε, που με έκανε δική του. Δική του! Ποια; Εμένα, τη Μίρα. εμένα που ποτέ δεν υποτάχτηκα σε τίποτα και σε κανέναν.
Ο ήλιος πάει να δύσει και η ζωή στην πόλη μοιάζει μόλις τώρα ν’ αρχίζει. Θα είναι όμορφη ετούτη η νύχτα, δίχως βροχή και αγέρα, μια στάλα ζεστή. Οι σκέψεις, όπως στ’ αστέρια σ’ αυτό τον γαλήνιο ουρανό, ταξιδεύουν μακριά, στην πόλη που έγινε για μένα μια δεύτερη πατρίδα, το Βελιγράδι. Ράνια, μωρό μου, ακούς τη σκέψη μου; Νιώθεις τους παλμούς μου; Καταλαβαίνεις άραγε πόσο σε αγαπώ; Θα είμαι πάντα εδώ για σένα, κόρη μου, θα είμαι πάντα εδώ. κι ας είμαι μακριά. Ό,τι κι αν συμβεί η μαμά δε θα σε αφήσει ποτέ μόνη, δε θα σε εγκαταλείψει ποτέ, κι ας μην μπορεί ετούτη τη στιγμή να είναι δίπλα σου. Ράνια μου…
Μα να που τα δάκρυα βρέχουν και πάλι τα μάτια μου, που τα πλημμυρίζουν μ’ αλμύρα. Πρέπει να τα σβήσω. Πρέπει να συνέλθω. Για κείνον. Δε θέλω να έρθει ξαφνικά και να με βρει να κλαίω. Όχι. Θα φορέσω το πιο καλό, το πιο λαμπρό μου χαμόγελο για χάρη του. Και θα κρατήσω τις ανάσες μου για τον έρωτά του. Θα γίνω και πάλι δική του – ξανά και ξανά και ξανά. Και σαν κοιμηθούμε αγκαλιά, και σαν ξυπνήσουμε παρέα, τότε θα του πω την ιστορία μου. Ας γίνουν λοιπόν οι σκέψεις φλόγα και πάθος, κι ύστερα πόθος, προτού μεταμορφωθούν σε λέξεις. Ας κάνω κι απόψε μαζί του έρωτα, κτητικά, απεγνωσμένα. Κι ας πετάξω μαζί του στους ουρανούς της χαράς, προτού προσγειωθώ και πάλι, για στερνή ελπίζω φορά, στη γη της πίκρας.
Άντρα μου και αδελφέ, άκουσε προσεκτικά αυτή την ιστορία…

Συνεχίζεται

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ