Παρασκευή, 21 Ιανουαρίου 2011

Σ' αγαπώ απελπισμένα - Κεφάλαιο 2

«Θυμάσαι τι όμορφη νυχτιά ήταν εκείνη που σε γνώρισα; Μια νύχτα δροσερή τ’ Αυγούστου, με ένα ανάλαφρο αεράκι να χαρακώνει τις αισθήσεις, με τα αστέρια λαμπερά στην κουβέρτα τ’ ουρανού σα μια ψευδαίσθηση, με το νεογέννητο φεγγάρι να κάνει μετά βίας αισθητή την παρουσία του, με μια απροσδιόριστη μουσική να φτάνει στ’ αυτιά μας από κάπου πολύ μακριά, μα τόσο κοντά... με... με... με...
Καθόσουνα μόνη, αφόρητα και τελεσίδικα μόνη, σε μια απόμακρη γωνιά του πάρκου, αργά, πολύ αργά εκείνο το βράδυ, κάπνιζες νευρικά ένα τσιγάρο και έβρεχες με δάκρυα το χώμα κάτω από τα πόδια σου. Εγώ, αιώνιος ξενύχτης και δεινός περιπατητής, άκουσα καθώς περνούσα τους πνιχτούς σου λυγμούς και σε πλησίασα. Ήθελα να δω αν μπορούσα να κάνω κάτι για σένα, αν και ήμουν σίγουρος πως έτσι κι αλλιώς θα αρνιόσουν τη βοήθειά μου. Είδα τα δάκρυα ρυάκια να κυλούν, τις γραμμές του πόνου να χαράζουν αμείλικτα το πρόσωπό σου, και κατάλαβα πως η πηγή θα αργούσε πολύ να στερέψει ακόμη.
Προχώρησα σιωπηλά και κάθισα σ’ ένα παγκάκι λίγο πιο πέρα. Το τραγούδι των λυγμών σου θα ήταν ο μοναδικός ήχος που θα έφτανε στ’ αυτιά μου, αν δεν περνούσαν πού και πού κάποια τροχοφόρα ψυχοφθόρα οχήματα, κι αν δεν ξέφευγε και καμιά νότα απ’ τα κοντινά νυχτερινά μαγαζιά.
Αφού δεν είχα τι άλλο να κάνω και δε βιαζόμουν να πάω πουθενά, βυθίστηκα απαλά στις σκέψεις μου, που όλο μου ξέφευγαν, με αποτέλεσμα μετά από λίγη ώρα, να επικεντρώσω την προσοχή μου όλη, προσπαθώντας ωστόσο να μην το δείξω, στο πρόσωπό σου. Στο πρόσωπο που δε φαινόταν καλά στο μισοφωτισμένο εκείνο τοπίο. Έτσι, σκυφτή καθώς ήσουνα και κάπνιζες, δεν μπορούσα να διακρίνω τα μάτια σου, παρά μόνο ένα χλωμό μάγουλο και τα βαμμένα ολόισια μαύρα και κομμένα στο ύψος του ώμου σου μαλλιά. Αμέσως ένιωσα κάποια ανεξήγητη συμπάθεια για σένα, μια τρυφερότητα που δεν υπήρχε λόγος να είναι εκεί. Λες και κάποια έκτη αίσθηση με προειδοποιούσε ότι, να, ότι κάπου πάω...
Ω, δεν έχω τα λόγια, δεν μπορώ να περιγράψω ακριβώς πως ένιωσα εκείνη τη νύχτα που σε γνώρισα. Χαρά; Ίσως. Απορία; Σίγουρα. Αβεβαιότητα; Και βέβαια. Ένιωσα πολλά, κι ένιωσα λίγα. Και οι λέξεις δεν είναι ικανές να βάλουν τις σκέψεις μου σε τάξη...
Παρέμεινα λοιπόν εκεί και σε παρατηρούσα. Σε παρατηρούσα και περίμενα. Τι ακριβώς; Δεν είχα ιδέα. Ή ίσως και να είχα, αφού ήμουνα σίγουρος πως κάποια στιγμή θα έκανες εσύ την πρώτη κίνηση, πως θα μου μιλούσες. Για τι και γιατί, αυτά είναι που δεν ήξερα.
Δε θα πέρασε πολλή ώρα όταν σε άκουσα να με πλησιάζεις σιγοπατώντας. Ευτυχώς πρόλαβα και απέσυρα το βλέμμα μου στο... υπερπέραν. Στάθηκες μπροστά μου και μου ζήτησες, σιγαλά κι ευγενικά, ένα τσιγάρο. Δεν είχα αλλά, σαν σύγχρονος πεζός ιππότης, προσφέρθηκα να πάω να σου φέρω. Δεν πειράζει φίλε, μου είπες, αλλά εγώ επέμεινα κι υποχώρησες. Σε λίγο, όταν επέστρεψα, στεκόσουν ακόμη εκεί, ακριβώς στην ίδια θέση, κοιτώντας το σκοτάδι με μάτια που δεν έβλέπαν. Κάνουν; σε ρώτησα, προτείνοντάς σου το πακέτο και βγάζοντάς σε, την ίδια ώρα, από τον απόμακρό σου κόσμο. Είχα ξεχάσει να σε ρωτήσω ποια τσιγάρα προτιμούσες, κι έτσι πήρα τα πρώτα που είδα μπροστά μου. Κάνουν! απάντησες, χαρίζοντάς μου ένα μισό θλιμμένο χαμόγελο.
Κάθισες στο παγκάκι, άναψες ένα παρηγορητή κι έμεινες για λίγο σιωπηλή, κοιτώντας τη φωτιά να το καίει, τον καπνό ν’ ακολουθεί τ’ αχνάρια του ανέμου. Σε ρώτησα αν θες να μείνεις μόνη κι απάντησες μ’ ένα σχεδόν άηχο και κάπως τρομαγμένο, όχι. Κάθισα, λοιπόν, δίπλα σου, κρυφακούγοντας την ανάσα που έβγαινε απ’ τα στήθια σου απαλή, σαν το τραγούδι των βότσαλων. Σου έριξα, τώρα που μπορούσα, μια καλύτερη, πιο ενδελεχή ματιά. Όμορφο πρόσωπο, πολύ, αν και πονεμένο. Μάτια μαύρα βαθιά, έντονα εκφραστικά, μάτια που μιλούσαν. Ένα κορίτσι της θλίψης.
Τελείωσε το τσιγάρο και το έσβησες, όπως κάθε χαμένη στιγμή. Άναψες ένα ακόμη και με ρώτησες: Γιατί; Δεν υπάρχει γιατί, δεν υπάρχει λόγος που βρέθηκα εδώ, απλά συνέβηκε, σου απάντησα. Όσο για τα τσιγάρα, σου τα έφερα επειδή τα είχες ανάγκη. Αναστέναξες βαθιά και μετά μου χάρισες ένα μελαγχολικό χαμόγελο. Δεν πιστεύω στις συμπτώσεις, ψιθύρισες. Και για πες μου: Πάντα τρέχεις να εκπληρώσεις τις επιθυμίες των άλλων; βιάστηκες να ρωτήσεις. Όχι πάντα. Μου πρότεινες να περπατήσουμε για λίγο. Δέχτηκα. Εξάλλου για να περπατήσω βγήκα έξω νυχτιάτικα. Αλλά, δεν στο είπα αυτό. Σου είπα μόνο: Ό,τι επιθυμείτε, κυρία! Ένα δειλό γελάκι σου ξέφυγε απ’ τα χείλη και για μια στιγμή η γκριζοσυννεφιά φάνηκε να εγκαταλείπει το πρόσωπό σου...»

Συνεχίζεται

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Τρίτη, 18 Ιανουαρίου 2011

Σ' αγαπώ απελπισμένα - Κεφάλαιο 1

Λένε πως τα καλύτερα πράγματα στη ζωή πάντα γρήγορα τελειώνουν. Ή κι ότι πολλές φορές δεν προλαβαίνουν καν να αρχίσουν. Κι έχουν δίκιο. Απόλυτο! Αφού και των δικών τους ζωών οι καλύτερες στιγμές, οι λίγες που χάρηκαν, έφτασαν πριν από όχι πολλή καιρό, σ’ ένα απότομο -μα όχι αναπάντεχο- τέλος. Σ’ ένα τέλος απότομο, αλλά στην πορεία καλά σχεδιασμένο. από τους άλλους. Από εκείνους τους άλλους, που για κάποιο αδιευκρίνιστο λόγο μοιάζουν πάντα να ξέρουν -ή που νομίζουν πώς ξέρουν, τέλος πάντων- τι είναι καλύτερο για μας, ποιος άνθρωπος και ποια ζωή μας ταιριάζει. Όχι πως αφήνει τον εαυτό της απ’ έξω, κάθε άλλο. Κι εκείνη έφταιξε, ή, μάλλον, εκείνη έφταιξε περισσότερο απ’ τον καθένα. Εκείνη κι οι φοβίες της. Εκείνη κι οι δολερές της ανασφάλειες. Εκείνη, που τώρα τα βάζει αμείλικτα, μ’ οργή κι ένα δάκρυ, με τον εαυτό της: «Τον έχασα... Τον έχασα ακριβώς επειδή ήταν αυτό που πάντοτε ζητούσα, αυτό που πάντοτε ποθούσα. ένας άνθρωπος αληθινός. τόσο αληθινός που φάνταζε ψεύτικος.»
Τώρα, κάθεται μοναχή σ’ ένα καναπέ ανέραστο κι απολαμβάνει με νοσταλγία πικρή την ανάμνησή του. κάθεται και θρηνεί την απουσία του. κάθεται και με αμείλικτο πείσμα αυτομαστιγώνεται, αυτοτιμωρείται. Βουλιάζει στις σκιές, που τώρα καλύπτουν την άλλοτε κοινή τους ζωή και ψάχνει απεγνωσμένα το νήμα, εκείνο που κάποτε τόσο στέρεα τους ένωνε, μήπως και μπορέσει να τον φέρει πίσω.
Αλλά, γιατί να γυρίσει; Έφυγε επειδή δεν ήταν πια αυτή. έτσι της είπε: Φεύγω επειδή δεν είσαι πια εσύ! Κι είχε δίκιο. Το ξέρει. Και τότε το ήξερε, αλλά να, δεν το παραδεχόταν, δεν μπορούσε να το παραδεχτεί. Έτσι τον άφησε να φύγει. Δεν έκανε κάτι, οτιδήποτε, για να τον σταματήσει. Μέχρι τη μέρα εκείνη τον αγαπούσε με μια αγάπη τυφλή, μ’ εμπιστοσύνη απόλυτη, τον αγαπούσε και τον φοβότανε. Φοβότανε τη δύναμη, την εξουσία που είχε πάνω της, το πως μπορούσε -έτσι απλά- να διαβάζει μ’ ένα βλέμμα την ψυχή της ως τα τρίσβαθά της, τον τρόπο με τον οποίο μάντευε τα πιο κρυφά της μυστικά. Πάντα, από την πρώτη στιγμή που γνωρίστηκαν, μπορούσε να διαβάζει τις σκέψεις και τα μάτια της, ή μάλλον τις σκέψεις στα μάτια της, και να προβλέπει τις αντιδράσεις της, όλες! Έμπαινε λες μες στο μυαλό της και σαν τετράδιο το φυλλομετρούσε, καταλάβαινε τα πάντα, όλα τα έβλεπε, και αν και σπάνια έκανε λάθος, εκείνη υποστήριζε πώς έκανε πάντα, αναγκάζοντάς τον ξανά και ξανά, μισοτρυφερά και μισοειρωνικά να χαμογελάσει. Ξέρετε τι τρομακτικό πράγμα είναι να εισβάλλει κάποιος ορμητικά στο μέσα σου και να σε κάνει να νιώθεις ευανάγνωστο σαν παιδικό βιβλίο; Έτσι την έκανε να νιώθει, δίχως άμυνες, ευανάγνωστη! Φυσικά δεν το έκανε σκόπιμα -πάντα, έλεγε, μπορούσε να ταξιδεύει μέσα στα μάτια των ανθρώπων- αλλά εκείνη και πάλι την τρόμαζε.
Όταν συνέβαινε κάτι κακό, και συνέβαινε συχνά, έτρεχε και κρυβότανε βαθιά στην αγκαλιά του, για να ξορκίσει τους φόβους της, για να νιώσει καλύτερα και να ξεπεράσει αυτό που την απασχολούσε. Αλλά, το λιμάνι της ήταν κι η ανησυχία της καθώς, όσο βρισκόταν εκείνος στη ζωή της δεν ένιωθε ούτε στιγμή πώς ήταν μόνη, ακόμη ούτε και μέσα στο μυαλό της. Σα να κρυβόταν πίσω από τις σκέψεις της, κι άλλοτε τις διαμόρφωνε, ή, τις περισσότερες φορές απλά τις παρατηρούσε. Τρελό δεν ακούγεται; Αλλά, κι εκείνη τώρα τρελή νιώθει. τρελή επειδή τον έδιωξε. Μα, τον έδιωξε επειδή την τρέλαινε, αλλά και γιατί βαρέθηκε. Βαρέθηκε τη δύναμη που είχε πάνω στη ζωή της. Βαρέθηκε τη σιωπηλή του αυταρέσκεια – που φρόντιζε να μη δείχνει, την οποία, όμως, εκείνη ξεκάθαρα διέκρινε. Βαρέθηκε το γεγονός ότι είχε σχεδόν πάντα δίκιο, αλλά και το θάρρος του να παραδέχεται τα λάθη του όταν είχε άδικο. Βαρέθηκε την απόλυτα εκνευριστική του ηρεμία, την απερίγραπτη γαλήνη του. Βαρέθηκε τη μοναδική του ικανότητα να κατευθύνει τις σκέψεις των άλλων και τον αμείλικτο αυτοσαρκασμό του. Όλα τα βαρέθηκε, κι ακόμη περισσότερα. Όλα τα βαρέθηκε και τώρα όλα βασανιστικά της λείπουν.
Της λείπουν οι στιγμές που περνούσανε μαζί προτού ραγίσει το γυαλί, το τρυφερό χαμόγελο και τα γιομάτα κατανόηση βλέμματά του, το ισοπεδωτικό του χιούμορ και ο τρόπος με τον οποίο κάποια όμορφα βράδια, καλοκαιρινά, ζωγράφιζε στο μέσα της έναν παράλληλο, παραμυθένιο κόσμο. Της λείπουν ακόμη και τα ελαττώματά του – ναι, ακόμη κι αυτά, αφού αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος του εαυτού του, του εαυτού της.
Τώρα; Τώρα βρίσκεται μακριά, πολύ μακριά της. Πήρε τη μοτοσικλέτα και το σακίδιό του, λίγα βιβλία και τη φωτογραφική του μηχανή, ανέβηκε σ’ ένα καράβι κι έφυγε για την Κρήτη. Τον έχασε, αλλά δε χαθήκανε, ακριβώς όπως της είχε υποσχεθεί. «Δε θα σε εγκαταλείψω ποτέ!» της είπε αντί για αντίο, τη θλιβερή εκείνη μέρα κι έφυγε. «Δε θα σε εγκαταλείψω ποτέ,» της είπε και τον πίστεψε, αφού αυτός πάντοτε εννοούσε αυτά που έλεγε και πάντοτε έλεγε αυτά που εννοούσε. Έφυγε, λοιπόν, μακριά, αλλά ποτέ από κοντά της, καθώς τον συναντά συχνά-πυκνά στα γράμματα που της στέλνει απ’ την αγαπημένη του πόλη, τα Χανιά. στα γράμματα όπου με τρυφερότητα πολλή και οδυνηρό ρεαλισμό αναπολεί το χθες τους. Τον συναντά στις αναμνήσεις της, που αναβιώνουν μέσα απ’ αυτά, που παίρνουν ζωή και τη στοιχειώνουν. Τον συναντά στους δρόμους της άχαρης πόλης, που τώρα κάθε βράδυ διασχίζει μοναχή ακούγοντας μουσική. Τον συναντά στην καθημερινή μισερή και μίζερη ύπαρξή της. Τον συναντά και τον μισεί. Τον μισεί επειδή στα γράμματά του δεν της κλαίγεται, επειδή δεν της ζητά να σμίξουν και πάλι των ζωών τους τις μοναξιές. Τον μισεί επειδή μετά τη φουρτούνα που πέρασαν αυτός μοιάζει να είναι απόλυτα ήρεμος, γαλήνιος όσο παίρνει, ενώ εκείνη παραδέρνει ακόμη στης καταιγίδας τα κύματα. Τον μισεί επειδή δεν αναλύει τα πράγματα, δεν απολογείται, δεν ψάχνει δικαιολογίες. Και τον μισεί και γι’ αυτά ακόμη τα γράμματά του, που καταντάνε εκνευριστικά -νοητικές μαχαιριές- καθώς της έχουν καταντήσει τη ζωή χώρο αναμονής. Τον μισεί και τον αγαπά. Τον αγαπά περισσότερο απ’ ό,τι τον είχε ποτέ αγαπήσει όσο ήτανε μαζί. Αγαπά την ιδέα και μόνο της παρουσίας του, κάπου εκεί έξω. Τον αγαπά για όλ’ αυτά που της έχει χαρίσει και για όσα της πήρε. Τον αγαπά και μισεί τον εαυτό της και τον αγαπά... Παραληρεί!
Παραληρεί καθώς ένας παραλογισμός έχει καταντήσει η ζωή της όλη. Τίποτα πια δεν της αρέσει. Τίποτα δεν τη συγκινεί. Ζει μες στις αναμνήσεις, τρέφεται απ’ αυτές, κι ελπίζει σ’ ένα αύριο, το οποίο εκείνη η ίδια τόσο επιδέξια και με απαράμιλλη οργή, με τα ίδια της τα χέρια στραγγάλισε. Τον θέλει να γυρίσει πίσω. Αυτό είναι το μόνο σίγουρο θέλω στη ζωή της. Τον θέλει να γυρίσει πίσω, για να πιάσουνε ξανά μαζί το κομμένο νήμα, το μαγικό. Το νήμα στο οποίο κεντήσανε νύχτες έρωτα και μέρες σιωπής. Το νήμα που αν και σε νάρκη ποτέ δεν κόπηκε – που διατηρείται ακόμη ζωντανό μέσα από την ιστορία τους, την οποία πήρε εκείνος να αφηγείται, κομμάτι το κομμάτι, λεπτό το λεπτό, μέσα από τα γράμματά του.
Με τούτα τα γράμματα αγκαλιά γλυκά κοιμάται, μ’ αυτά πικρά ξυπνά, κι ας μην το λέει σε κανέναν. Σε ποιον να το πει, άλλωστε; Αφού τώρα πια δεν έχει φίλους ή έστω κάποιον για να μιλήσει τέλος πάντων, αφού πραγματικούς φίλους δεν είχε στ’ αλήθεια ποτέ – αν και άργησε πολύ να το αντιληφθεί αυτό. Εκείνοι που άλλοτε θεωρούσε φίλους ήταν οι ίδιοι εκείνοι που την πρόδωσαν. Εκείνοι που την ακολούθησαν με ψεύτικα χαμόγελα στην άνοδο, δεν την ακολούθησαν μ’ αληθινά στην πτώση. Ερωτεύτηκαν φευγαλέα την εικόνα της και μόνο, εκείνη που έβλεπαν, που τους έδινε αξία. Αγάπησαν τη διασημότητά της, το περιτύλιγμα που ποτέ δε θέλησε, μα που εκείνοι κάποτε την έπεισαν πώς ακριβώς αυτό ζητούσε. Ναι, αγάπησαν το περιτύλιγμά της και όχι την ίδια, γι’ αυτό τους παράτησε.
Ο Νικόλας, μονάχα αυτός, την αγάπησε βαθιά και άδολα, γι’ αυτά που έκρυβε πίσω από τα λόγια και τις σιωπές της, στης ψυχής το μεγάλο μπαούλο. Κι ας ήταν όμορφη πολύ, κι ας είναι όμορφη πολύ ακόμη. Εκείνος έβλεπε τη σοκολάτα, κι όχι το χαρτί που την κάλυπτε.
Ω, δε θα συγχωρέσει ποτέ τον εαυτό της για τα λάθη του -είναι σίγουρη γι’ αυτό- για τα λάθη που την έσπρωξαν να χάσει ό,τι ένιωσε ποτέ πιο πολύ δικό της.
Το μόνο που της απομένει τώρα πια είναι η εξιλέωση, η εξόφληση των γραμματίων από το παρελθόν, μήπως και μπορέσει και βαδίσει με βήματα πιο σίγουρα, πιο σταθερά, στα μονοπάτια του μέλλοντος, μήπως και προσχωρήσει στο αύριο. Κι άλλο τρόπο δεν έχει για να το κάνει αυτό από το να καθίσει και να γράψει με το δικό της ιδιαίτερο, φτωχό και άτεχνο τρόπο αυτή την ιστορία, την ιστορία τους, μια ιστορία συναισθημάτων. Θα κλέψει στιγμές από τα γράμματά του, θα ξετυλίξει το κουβάρι των αναμνήσεών της, και θα προσπαθήσει να αναστήσει μια εποχή, που στα μάτια της τώρα φαντάζει μακρινή σαν την αιωνιότητα, κοντινή σαν την ίδια της την αναπνοή.
Θα τα καταφέρει άραγε; Δεν ξέρει. Έτσι κι αλλιώς πιστεύει πώς αυτό δεν έχει καμία απολύτως σημασία. Εκείνο που έχει σημασία είναι ν’ αδειάσει το μέσα της, να ξεφορτωθεί το ψυχικό βάρος που κουβαλεί με περίσσιο κόπο, μήπως και ξαποστάσει, μήπως κι αναγεννηθεί. Εκείνο που έχει σημασία είναι ο Νικόλας.
«Σ’ αγαπώ απελπισμένα!» της είχε πει κάποτε, κι εκείνη γέλασε. Γέλασε κι αυτός. Και να που σήμερα τον αγαπά κι εκείνη το ίδιο, απελπισμένα, και δίχως ελπίδα – αν και δε βγαίνει νόημα απ’ αυτό το τελευταίο.
Αλλά, αρκετά για κείνη. Έφτασε πια η ώρα να πάρει ο Νικόλας το λόγο, εκείνος που τόσο αγάπησε, και να μας ταξιδέψει με τη μηχανή του χρόνου στης πικρής ζωής τους το γλυκό χθες...

Συνεχίζεται

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Τρίτη, 11 Ιανουαρίου 2011

Η σύντροφος

Ακόμη και σήμερα, πενήντα χρόνια μετά, δεν μπορεί να το πιστέψει πόσο γενναιόδωρη στάθηκε απέναντί του η ζωή. Όχι πώς είναι πλούσιος, κάθε άλλο, όμως είναι ευτυχισμένος. Ίσως όχι όπως παλιά, αλλά και πάλι αρκετά. Για τίποτα δεν έχει να παραπονιέται. Για τίποτα!
Θυμάται τον εαυτό του πρώτα παιδί και μετά νέο, ο Χαράλαμπος. Ένα τίποτα ήταν. Έτσι σκέφτεται κι αυτό λέει στη σύντροφο της ζωής του, την Μαριάνα, που παρά τα χρόνια που πέρασαν εξακολουθεί να την αποκαλεί Μαρί και να την αγαπά με το ίδιο πάθος που την αγαπούσε από τότε που την πρωτογνώρισε.
Δεν ξέρω τι θα έκανα χωρίς εσένα, τι θα καταντούσα, της λέει ξανά και ξανά, αλλά αυτή δεν απαντά. Ωστόσο δεν τον πτοεί η σιωπή της. Τη συνήθισε πια. Φτάνει που εξακολουθεί να βρίσκεται εδώ και να με ακούει, σκέφτεται. Μα πού αλλού να ήτανε; Αφού εκείνη είναι η ζωή του η ίδια. Το αστέρι του.
Μαύρη ζωή, γεμάτη δυστυχία, προέβλεπαν γι’ αυτόν οι παντογνώστες του χωριού του όταν ήταν μικρός. Τα ίδια έλεγαν κι αργότερα, όταν μεγάλωσε. Και ίσως και να δικαιώνονταν αν δεν συναντούσε στο δρόμο του εκείνη. Η Μαρί ήταν η πρώτη γυναίκα που αντίκρισε, ή μάλλον που γνώρισε, με το που κατέβηκε στην πόλη για δουλειά. Και την ερωτεύτηκε με την πρώτη ματιά. Αυτό βέβαια οφειλόταν στο ότι ήταν ουσιαστικά αθώος, άμαθος απ’ τη ζωή, ένα απλοϊκό πλάσμα που μέχρι τότε περιπλανιόταν σ’ αυτήν. Ενώ εκείνη… Εκείνη ήταν γνωστική. Ένα ελεύθερο πνεύμα. Δυνατή. Και δέκα χρόνια μεγαλύτερη από κείνον.
Σ’ ερωτεύτηκα για την αθωότητα που διέκρινα στο βλέμμα σου, για τη δειλία σου που δεν ήταν ακριβώς τέτοια, επειδή μ’ αγάπησες χωρίς να με ξέρεις, θα του ομολογούσε κάποτε, χρόνια μετά, κι ας μη θέλησε αυτός ποτέ να μάθει τα γιατί της. Στο τέλος της ημέρας άλλωστε, εκείνο που είχε σημασία ήταν ότι τον ερωτεύτηκε και την ερωτεύτηκε και σμίξαν τις ζωές τους.
Η Μαρί ήταν πάντα το αφεντικό στη σχέση τους, είχε το πάνω χέρι, αλλά ποτέ δεν προσπάθησε να του επιβληθεί. Απλά τον άκουγε και του μιλούσε, και τον καθοδηγούσε. Λες κι έγινε αυτός το παιδί που ποτέ της δεν απέκτησε, αφού το κορμί της αδυνατούσε να φέρει εις πέρας αυτό το έργο. Προσπαθούσε να μείνει έγκυος ξανά και ξανά, προτού τον γνωρίσει, αλλά έμοιαζε άγονη χώρα η μήτρα της. Προσπάθησε και μαζί του πολύ, για χρόνια και χρόνια, μα και πάλι απέτυχε. Ήθελε τόσο ένα παιδί – δικό της, όχι υιοθετημένο.
Τα πενήντα χρόνια του γάμου τους κύλησαν ουσιαστικά ακύμαντα. Εκείνη κάθε τόσο λυπόταν βαθιά για την αδυναμία της να γίνει μάνα, κι εκείνος λυπόταν για τη λύπη της. Κάθε που την έβλεπε να πέφτει ψυχολογικά, έμοιαζε ν’ αποκτάει μια παράξενη δύναμη που ανάβλυζε λες από το πουθενά. Για λίγο καιρό έπαιρνε την κατάσταση στα χέρια του, γινόταν δυνατός, ένας τρυφερός αφέντης, ένας ακούραστος παρηγορητής. Τη φρόντιζε δίχως παράπονο, την άκουγε ξανά και ξανά να λέει τα ίδια πράγματα δίχως να βαρυγκωμεί, δεχόταν το κάθε καπρίτσιο της αδιαμαρτύρητα. Την αγαπούσε και δε δίσταζε καθόλου να το δείχνει, τόσο πολύ που κάποια μέρα εκείνη έφτασε ακόμη και να του πει ότι ο ίδιος ήταν το μοναδικό πράγμα που δεν έκανε στη ζωή της λάθος.
Ναι, δεν ήταν λάθος της ο Χαράλαμπος, κι ας την τον παρουσίαζαν σαν τέτοιο οι γνωστές κι οι φίλες της όταν τους τον σύστησε. Προτού τους κόψει ακόμη και την καλημέρα δηλαδή. Αυτή έβλεπε σ’ εκείνον το πράγμα ακριβώς που έλειπε απ’ τη ζωή της: μια ψυχή αγνή, με βαθιά, ανυπόκριτη καλοσύνη. Ο τρόπος που έβλεπε τον κόσμο, η άγνοιά του, οι αδυναμίες του, όλα αυτά για κείνην ήταν ατού. Δε σας μοιάζει, γι’ αυτό δεν τον καταλαβαίνετε, κακομοίρηδες, ήθελε να φωνάξει στους άλλους, μα δεν το έκανε. Αν δεν τους άρεσε, πρόβλημά τους. Αλλά αυτή δε θα τον παρατούσε απλά και μόνο επειδή δε γέμιζε το μάτι στον κύκλο της, που άρχισε να γίνεται όλο και πιο στενός, μέχρι που έκλεισε. Μέχρι που έκλεισε κι ησύχασε. Μέχρι που έκλεισε κι εκείνος ανησύχησε. Δεν ήθελε να χάσει τους φίλους της εξαιτίας του. Έτσι κι αλλιώς δίκιο είχαν: δεν ανήκε στον κόσμο τους. Σε κανένα κόσμο δεν ανήκε αυτός. Περαστικός ήταν. Από παντού.
Όλοι περαστικοί είμαστε, του έλεγε εκείνη, αλλά εσύ τουλάχιστον υπάρχεις, ενώ οι άλλοι -αυτοί που μου λες να μην εγκαταλείψω- είναι απλά φαντάσματα. Τι νομίζεις ότι μου χάρισαν όλα αυτά τα χρόνια, προτού σε γνωρίσω; Απολύτως τίποτα. Τι τους χάρισα εγώ; Το ίδιο τίποτα. Ποτέ δεν ήμουνα χαρούμενη μαζί τους. Ποτέ ευχαριστημένη. Εκείνοι νόμιζαν ότι τα λεφτά θα τους χάριζαν την ευτυχία, εγώ την έψαχνα στους ανθρώπους. Και κάλλιο αργά, όχι και πολύ αργά εδώ που τα λέμε, δικαιώθηκα. Αν ανήκες κι εσύ στον τότε κύκλο μου, ίσως να μη σε αγαπούσα ποτέ.
Γεννήθηκε πλούσια η Μαρί. Από μεγάλο τζάκι η καταγωγή της. Κι αυτό το τζάκι το μίσησε όσο οτιδήποτε άλλο. Ήταν η φυλακή της. Όταν γνώρισε τον Χαράλαμπο, ένιωσε για πρώτη φορά να της χαρίζεται η ελευθερία και έσπευσε να πιαστεί από πάνω της με νύχια και με δόντια, μην τύχει και της ξεφύγει. Δεν την ένοιαζε που εκείνος ήταν φτωχός. Ήταν δουλευταράς και το ήξερε, το έβλεπε, αποκλείεται να πεινούσαν ποτέ. Όσο για τις πολυτέλειες αυτές ήταν περιττές.
Όντως ποτέ δεν πείνασαν. Οι σπουδές της τής αγόρασαν ουσιαστικά μια θέση στο δημόσιο κι η δική του όρεξη για δουλειά τον οδηγούσε για πολλή καιρό από τον ένα εργοδότη στον επόμενο, μέχρι που καταστάλαξε σ’ ένα συνεργείο αυτοκινήτων, πάνω που τα τετράτροχα είχαν αρχίσει να παίρνουν και στα μέρη μας τα πάνω τους. Έμαθε εύκολα τη δουλειά, αφού τα χέρια του πάντα έπιαναν, και σιγά σιγά άρχισε να γίνεται ένας νέος πρωτομάστορας. Του άρεσε να μαθαίνει συνεχώς καινούρια πράγματα, να δουλεύει σκληρά, να μην το βάζει κάτω – προτερήματα που κάποτε θα τον ανέβαζαν ψηλά, τουλάχιστον σε ό,τι αφορούσε το επάγγελμά του.
Τις δυσκολίες των πρώτων χρόνων, ακολούθησαν οι μικρές χαρές των υπολοίπων. Χωρίς καμία στήριξη νοίκιασαν στην αρχή μια καμαρούλα, μετά ένα λειψό υπόγειο διαμέρισμα, κι ύστερα έβαλαν μπρος τα σχέδια για ν’ αποκτήσουν το δικό τους σπιτικό. Και το κατόρθωσαν.
Σπάνια διαφωνούσαν, σχεδόν ποτέ δε μάλωναν, και όταν το έκαναν, έσπευδαν να τα ξαναβρούνε. Ήξεραν να μιλάνε και να ακούνε, κι έτσι όλες οι παρεξηγήσεις λύνονταν, όλα τα εμπόδια υπερπηδούνταν και η ζωή κυλούσε αρμονικά. Όσο για τη διαφορά που είχαν στην ηλικία, αυτή δεν τους προβλημάτισε ποτέ. Εγώ έχω την εμπειρία, κι εσύ τον ενθουσιασμό και τα νιάτα, του έλεγε η Μαρί και γελούσε. Είμαι η γριά κότα και είσαι το νιο πετεινάρι μου.
Ωραία χρόνια, σκέφτεται ο Χαράλαμπος και στο πρόσωπό του παίρνει μορφή ένα σχεδόν παιδιάστικο χαμόγελο. Αγγίζει το χέρι της αγαπημένης. Εκείνη δεν αντιδρά. Νιώθει το κρύο του κορμιού της να τον διαπερνά, αλλά δεν αποτραβιέται. Συνήθισε πια. Και παρά το παράδοξο σκηνικό δεν ανατριχιάζει καν, αφού από την πρώτη στιγμή που τη γνώρισε πάντα ένιωθε ασφαλής όταν ήταν δίπλα της. Η παρουσία της ήταν αρκετή για να τον κάνει να νιώσει ότι όλα θα πήγαιναν καλά – όποια κι αν ήταν αυτά τα όλα. Ακόμη και τώρα, που είναι νεκρή, μια μούμια κατεψυγμένη στο υπόγειο του σπιτιού τους, μοιάζει με ακίνητα χείλη να του μιλά, άηχα να του λέει: Μη φοβάσαι, για τίποτα, Χαράλαμπέ μου. Μη φοβάσαι, αγάπη μου, εγώ είμαι εδώ…
Του λέει να μη φοβάται και αυτός, πιστός στα λόγια της, δε φοβάται. Τι να φοβηθεί πια; Πάνε πέντε χρόνια από τότε που έχει φύγει και όμως να, που δεν τον έχει εγκαταλείψει, όπως ακριβώς του υποσχέθηκε μια μεθυσμένη νύχτα του χειμώνα. Εγώ δε θα σε παρατήσω ποτέ, του είχε πει.
Θα έπρεπε να ενημερώσει κάποιο για το θάνατό της; Θα έπρεπε να της κάνει την κηδεία και να τη θάψει; Μα γιατί; Αφού αυτοί πάντοτε ζούσαν έξω από τους κανόνες και τις νόρμες της κοινωνίας, γιατί ν’ αλλάξουν τώρα; Θα το ήθελε η Μαρί; Α, μπα! Αποκλείεται. Θέλω να μείνω μαζί σου ακόμη και μετά το θάνατο, του είπε λίγο προτού ξεψυχήσει, αδύναμη καθώς ήταν, χτυπημένη άγρια από τον καρκίνο, στην αγκαλιά του. Και, δε θα πας πουθενά, εδώ θα μείνεις, τη διαβεβαίωσε εκείνος. Κράτησε την υπόσχεσή του. Τι κι αν αυτό που κάνει είναι παράνομο; Ο δικός του προσωπικός νόμος ήταν εκείνη. Τι κι αν τον ανακαλύψουν και τον τιμωρήσουν κάποτε; Φτάνει που εξασφάλισε περισσότερο χρόνο μαζί της. Ή έστω με την εικόνα της και μόνο. Είτε έτσι είτε αλλιώς, είναι και θα παραμείνει, για όσο περισσότερο μπορεί, του ατελεύτητου έρωτα ο πιο ταπεινός εγκληματίας.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Παρασκευή, 7 Ιανουαρίου 2011

Saudade

Είναι λυπημένη, σχεδόν απελπισμένη. Εδώ και καιρό. Από τη στιγμή που τον έχασε. Νιώθει ακόμη έντονη την παρουσία του στο σπιτάκι της, όλο και λιγότερο έντονη. Σα να της φεύγει λίγο λίγο, αν και έχει φύγει από καιρό. Κλείνει τα μάτια και η μορφή του ζωντανεύει μέσα της, τ’ ανοίγει και η ουσία του υγραίνει το βλέμμα. Δίδυμοι καθρέφτες οι κόρες των ματιών αντικατοπτρίζουν εκείνον.
Δε ρωτάει για τα τι και τα γιατί που τον οδήγησαν μακριά της, τα ξέρει πολύ καλά. Απλά μέχρι την τελευταία στιγμή έλπιζε ότι κάτι θα άλλαζε, η τύχη της θα άλλαζε, και θα τον κρατούσε για πάντα κοντά της. Για όσο τουλάχιστον κρατούσε αυτό το πάντα. Μα η μοίρα… Η μοίρα, σκέφτεται, η μοίρα μου η κακομοίρα, με μαχαίρωσε… Έτσι σκέφτεται, κι ας γνωρίζει ότι βασικός φταίχτης είναι η ίδια. Αυτή και το πάθος της. Αυτή και ο πόθος της. Ερωτευόταν πάντα εύκολα και πολύ. Έπεφτε πάντα εύκολα, κι ακόμη πιο πολύ. Η εκρηκτική χαρά και η απέλπιδα θλίψη αποτελούσαν από τα χρόνια της εφηβείας τις ουσίες της. Η μια ακολουθούσε πάντα την άλλη, η μια τρεφόταν από την άλλη.
Γνώρισε άντρες πολλούς, αλλά ποτέ δεν τους πήρε στα σοβαρά. Μέχρι που γνώρισε τον Λευτέρη – αυτός θα με λευτερώσει απ’ τα πάθη μου, σκέφτηκε και γέλασε. Και όντως τη λευτέρωσε. Ήταν αποφασισμένη να κρατήσει αυτόν τον άντρα, πάση θυσία. Ένιωθε τόσο καλά όταν βρισκόταν δίπλα του, όταν γίνονταν ένα μαζί του, που ήθελε να κραυγάσει από ευτυχία. Για μια εποχή ο κόσμος της έμοιαζε τέλειος.
Την άλλαξε. Χωρίς καν να προσπαθήσει. Την έκανε ν’ αρχίσει να σκέφτεται το μέλλον. Έβαλε χαλινάρι στους πόθους της, τους γλύκανε. Την κατάκτησε με τα λίγα λόγια και τις πολλές σιωπές του.
Πού και πού την τρόμαζε, αλλά αυτό ποτέ δε θα ομολογούσε στους άλλους. Το εγώ της δε θα την άφηνε. Την τρόμαζαν όλα αυτά που δεν ήξερε για κείνον – ό,τι θέλω να ξέρεις για μένα σ’ το έχω ήδη πει, της είπε μια φορά σχεδόν ειρωνικά. Ήταν σα να ζούσε όχι με έναν, αλλά με δύο άντρες. Αυτόν που την αγαπούσε και της το έλεγε, κι εκείνον τον άλλο, που κρυβόταν πίσω από ανείπωτα μυστικά.
Μαζί του ένιωθε ασφαλής και ανασφαλής την ίδια ώρα. Όσο κάνανε έρωτα, όσο βγαίνανε έξω τα βράδια, γλεντούσαν, φώναζαν, συζητούσαν, την πλημμύριζε μια σιγουριά που δύσκολα θα μπορούσαν να περιγράψουν τα λόγια. Αλλά όταν τον έβλεπε να κάθεται αμίλητος ή σαν έλειπε από κοντά της, φόβοι αμίλητοι της έκαιγαν τα σωθικά. Θα τον χάσω, σκεφτότανε και για να κατευνάσει τους δαίμονές της αφηνόταν στη μουσική, κι αυτή τους έκανε ακόμη πιο τρομακτικούς. Saudade, τραγουδούσε η Σεσάρια Εβόρα καθώς βυθιζόταν σε μια μελαγχολία βαθιά, απ’ την οποία μόνο εκείνος θα μπορούσε να τη βγάλει.
Τα χέρια του, αυτά τώρα θυμάται πιο πολύ. Αυτά που την έκλειναν μέσα τους. Και τα μάτια του, πράσινα σαν τα καθάρια νερά μιας ορεσίβιας λίμνης. Ομορφάντρας. Ψηλός και γεροδεμένος. Αλλά και κείνη όμορφη ήταν, κι ας μην έμοιαζαν εξωτικά τα μάτια της, που ήταν βαμμένα στο χρώμα των κόκκων του καφέ. Ψηλή επίσης, με λαχταριστό κορμί και μια φωνή που κάθε που ακουγόταν ήταν σα να χάιδευε τ’ αυτιά του συνομιλητή της. Έμοιαζε κατά κάποιο τρόπο γεννημένη για να αγαπηθεί και όπου και να πήγαινε τραβούσε τα βλέμματα πάνω της. Ζήλευε ο Λευτέρης όταν συνέβαινε αυτό, κι ας προσπαθούσε να μην το δείξει. Κι η Στέλλα γελούσε από μέσα της. Κι ας ζήλευε κι η ίδια όταν έβλεπε τις άλλες γυναίκες να τον γδύνουν με το βλέμμα. Πρέπει να τον δέσω, σκεφτότανε.
Έπρεπε να τον δέσει, αλλά πώς; Της το ξεκαθάρισε από την αρχή ότι ο γάμος δεν ήταν προτεραιότητα για κείνον. Ήταν νέος πολύ ακόμη, όπως κι αυτή, έπρεπε να βάλει σε μια τάξη τη ζωή του, να σκεφτεί την καριέρα του, προτού πάει παρακάτω. Αλλά αν τον έχανε στη διαδρομή; Τότε τι;
Εκείνη δεν είχε καμιά καριέρα να σκεφτεί. Δούλευε σε μια μπουτίκ, όπου την προσέλαβαν όχι τόσο για μυαλό της όσο για την εμφάνισή της. Σα μια ακόμη κούκλα στη βιτρίνα. Τα λεφτά ποτέ δεν ήταν αρκετά, αλλά παρ’ όλ’ αυτά της έφταναν, αφού πάντα κάποιοι βρίσκονταν για να της κεράσουν το φαγητό και τα ποτά στις συχνές της εξόδους. Ευλογημένα σερνικά, σάρκαζε.
Οι απελπισμένες υπάρξεις πολλές φορές καταφεύγουν σε απελπισμένες λύσεις, σε μια τέτοια κατέφυγε κι αυτή. Έπαψε να παίρνει το χάπι κι έμεινε έγκυος. Αυτό ενάμιση χρόνο πριν. Και τώρα, της λείπει. Αφού μόλις του το είπε και του ανακοίνωσε και την απόφασή της να κρατήσει το παιδί, την παράτησε.
Η προδοσία του την καταρράκωσε. Νόμιζε, η καημένη, ότι τον είχε στο χέρι. Και διαψεύστηκε. Κι από τις γειτονιές της αβέβαιης ευτυχίας μετακόμισε σ’ αυτές της απελπισμένης προσμονής. Πώς θα τα έβγαζε τώρα πέρα; Όσες περικοπές και να έκανε τα λεφτά που κέρδιζε δε θα ήταν ποτέ αρκετά για να συντηρήσουν εκείνη και το παιδί της. Και δεν είχε και κανένα για να τη βοηθήσει. Με τους γονείς της δε μιλούσε εδώ και χρόνια -από τότε που τσακώθηκαν κι εγκατέλειψε το νησί- ήταν μοναχοκόρη, κοντινοί συγγενείς που μπορούσε να εμπιστευτεί δεν υπήρχαν πουθενά. Βρισκόταν σε αδιέξοδο. Σ’ ένα αδιέξοδο που έγινε ακόμη χειρότερο όταν το μαγαζί όπου δούλευε έκλεισε λόγω της κρίσης και έχασε τη δουλειά της.
Μοναδική της παρηγοριά πια οι φίλοι της, που κι αυτοί δεν ήταν πολλοί: ένα ζευγάρι τριαντάρηδων, ο Παύλος και η Όλγα, η μικρή, η Ντίνα, που άλλαζε δουλειές συνεχώς και έμοιαζε μόνιμα χαμένη στον κόσμο της, κι ο Χρήστος, ένας οδηγός λεωφορείου που έβλεπε όλο και πιο σπάνια. Έλεγε σ’ αυτούς τον πόνο της, το παράπονό της.
Κι ο καιρός περνούσε, κι η κοιλιά μεγάλωνε.
Το φύλο του παιδιού το έμαθε όταν γεννήθηκε πια, το ήθελε να είναι μια έκπληξη για την ίδια, κι ας σκεφτόταν για μήνες και μήνες το όνομα που θα μπορούσε να του δώσει. Τον γιο της λοιπόν τον ονόμασε Άλκη, σαν τον ήρωα ενός βιβλίου που διάβασε στον έβδομο μήνα της εγκυμοσύνης της.
Η γέννησή του της έδωσε μεγάλη χαρά. Η γέννησή του την οδήγησε στα όρια της απελπισίας. Όταν τον κρατούσε στην αγκαλιά της, όταν τον τάιζε και του μιλούσε, και του έταζε μεγάλα πράγματα, έμοιαζε να λάμπει από ευτυχία. Αλλά όταν τον έβαζε για ύπνο, μόλις η ζεστασιά, το κλάμα και οι φωνούλες του την εγκατέλειπαν, τα χαμόγελα έσβηναν, η καρδιά μαύριζε. Ψεύτρα, ανίκανη, κάκιζε τον εαυτό της, μην υπόσχεσαι τίποτα, αφού τίποτα δεν μπορείς να του προσφέρεις.
Άφηνε σχεδόν μέρα παρά μέρα το παιδί στην Όλγα και έβγαινε στην αναζήτηση δουλειάς, αλλά δεν έβρισκε τίποτα που να την ικανοποιεί. Με τα ανύπαρκτα προσόντα της δεν μπορούσε να ζητήσει και πολλά κι αυτά που της προσέφεραν ήταν απλά πολύ λίγα. Δεν έφταναν για να ζήσουν αυτή και το παιδί της. Άλκη μου, ψιθύριζε πολλές φορές με δάκρυα στα μάτια στο προσκεφάλι του, Άλκη μου, τι να κάνω;
Τι να έκανε; Δε θα άφηνε το παιδί να πληρώσει τα δικά της λάθη. Κι έτσι, κάλλιο αργά παρά αργότερα, έφτασε σε μια απόφαση που θα την πλήγωνε βαθιά, αλλά που θα εξασφάλιζε τουλάχιστον, όπως πίστευε, το δικό του μέλλον. Θα τον έδινε για υιοθεσία.
Όταν το ανακοίνωσε στους φίλους της εκείνοι προσπάθησαν να την κάνουν να αλλάξει γνώμη, αλλά μάταια. Δεν έχω άλλη επιλογή, τους έλεγε και δάκρυζε. Αν τον κρατήσω είναι καταδικασμένος. Υπερβολές; Ίσως. Αλλά η λύση δόθηκε αμέσως. Θα τον υιοθετούσαν ο Παύλος με την Όλγα, που εδώ και χρόνια προσπαθούσαν ν’ αποκτήσουν παιδί, μα δεν τα κατάφερναν. Έτσι κι αλλιώς αυτούς τους δύο ο μικρός τους ήξερε πολύ καλά, μερικές φορές τους έβλεπε περισσότερο ακόμη κι απ’ τη μάνα του.
Τη μάνα που τώρα είναι πάντα σχεδόν λυπημένη, απελπισμένη. Που ακούει το Saudade και δακρύζει. Και που ύστερα για λίγο χαμογελά. Αβέβαια. Το έκανα για το καλό σου, του λέει, κι ας μην την ακούει, κι ας μην πιστεύει κι αυτή η ίδια τα λόγια της. Με λένε μελαγχολία, σκέφτεται καθώς σηκώνεται απ’ το τραπέζι της κουζίνας -αφήνοντας πίσω της το φλιτζάνι του καφέ- και κινά για να ζήσει την επανάληψη μίας ακόμη μέρας, χωρίς εκείνον, χωρίς τον Άλκη της.

Η φωτογραφία κλεμμένη από εδώ

Τρίτη, 4 Ιανουαρίου 2011

Η κυρία Κατερίνα

Είναι εννιά και κάτι το πρωί καθώς βγαίνει έξω στο δρόμο. Πάντα την ίδια ώρα. Ο ουρανός είναι βαριά συννεφιασμένος και φυσάει ένας αέρας μανιασμένος που τρυπάει κόκκαλα, αλλά εκείνη δε μοιάζει να τον νιώθει. Τίποτα δε νιώθει, εδώ και καιρό. Μια κοντή σχεδόν ηλικιωμένη γυναίκα, λίγο χοντρή, μα ίσως και όχι, αφού φοράει πολλές στρώσεις ρούχα. Κουβαλάει μια τσάντα δερμάτινη παλιά, σε αποχρώσεις του καφέ, απομεινάρι μιας μακρινής νιότης. Κρατάει το κεφάλι της ψηλά καθώς περπατά σε δρόμους και σε γειτονιές που όσο κι αν σφύζουν από ζωή τη νύχτα τη μέρα μοιάζουν έρημοι. Μόνο στη στάση του λεωφορείου στέκονται κάποιοι γνωστοί, που τη χαιρετάνε, στο φούρνο και στο περίπτερο. Εκείνη δεν αντιχαιρετάει, δεν το κάνει ποτέ, αλλά όλα καλά, την ξέρουν, κανένας δεν την παρεξηγεί. Είναι βιαστική κι ας μην περπατά γρήγορα. Δεν μπορεί να το κάνει άλλωστε, αφού τα πόδια της δεν τη σηκώνουν. Θα πάει στο πάρκο για να συναντήσει την κόρη της. Πηγαίνει κάθε μέρα, εκτός από την Κυριακή. Και πάντα πηγαίνει πρώτη, αλλά καθόλου δε τη χαλάει αυτό, αφού έχει όλο το χρόνο στη διάθεσή της. Στην ηλικία της ο χρόνος έχει πάψει να είναι βιαστικός.
Κάθεται σ’ ένα παγκάκι και κοιτά τη μικρή τάφρο και τη τσουλήθρα, τις κούνιες των παιδιών και τα δέντρα, που λες από γινάτι παραμένουν ζωντανά σε μια πόλη νεκρή. Πού και πού περνάει κάποιος, της λέει, καλημέρα κυρία Κατερίνα, και χάνεται, αλλά κανένα δε βλέπει και κανένα δεν ακούει. Τ’ αυτιά της και τα μάτια της υπάρχουν μόνο για κείνη, για την Λία της, την Ευαγγελία της. Η ώρα κυλάει αβίαστα, αλλά όχι πληκτικά. Η πλήξη δεν είναι μια λέξη που ανήκει στο λεξιλόγιό της. Αυτή θα μπορούσε να ζήσει για πάντα παρέα με τις σκέψεις της.
Νιώθει κάποιο να κάθεται δίπλα της, αλλά δε γυρνά προς το μέρος του, αφού ξέρει ότι αυτός ο κάποιος είναι εκείνη. Πάντα έτσι φτάνει, αθόρυβα, σα να εμφανίζεται από το πουθενά. Δεν την κοιτά. Δεν την αγγίζει. Αλλά νιώθει τη ζεστασιά της δίπλα της. Της μιλά.
«Καλώστηνε. Δεν άργησες πολύ σήμερα. Είσαι καλά, ε; Ναι, είσαι. Πάντα είσαι καλά εσύ. Και ξέρεις τι; Όταν ήσουνα μικρή σε ζήλευα. Πάντα χαμογελούσες. Θυμάσαι; Ο πατέρας σου απορούσε με σένα: από ποιον πήρε αυτό το παιδί; αναρωτιόταν. Από κανέναν δεν πήρε, του έλεγα, αυτή είναι ξωτικοπαίδι. Κι εκείνος γελούσε. Ακούς εκεί ξωτικοπαίδι! Πλάκα δεν είχα; Αλλά ακόμη και τώρα έτσι σε βλέπω. Το μόνο που δε σε ζηλεύω πια. Μακάρι ωστόσο να μπορούσα να σου μοιάσω. Μακάρι να μπορούσα κι εγώ να σηκώνομαι απ’ το κρεβάτι το πρωί και να χαμογελώ, όπως έκανες πάντα εσύ. Μακάρι να έκανα τους γύρω μου ευτυχισμένους όπως εσύ. Μακάρι να είχα την καλή σου την καρδιά, που σε τόσους μπελάδες μας έβαλε. Σε μπελάδες όμορφους, δε λέω, αλλά και πάλι. Θυμάσαι πόσο σε αγαπούσαν όλοι στη γειτονιά; Όχι σ’ αυτή, στην άλλη, εκεί που μεγάλωσες. Θυμάσαι πόσο περήφανοι ήμασταν για σένα; Θυμάσαι πόσο ανησυχούσαμε όταν χανόσουν από προσώπου γης και μετά εμφανιζόσουν και πάλι μ’ εκείνο το γαλήνιο προσωπάκι σου, που δε μας επέτρεπε ποτέ να σε μαλώσουμε; Θα έχουμε άσκημα ξεμπερδέματα με δαύτηνε, έλεγε ο πατέρας σου, αλλά δεν το έλεγε με ανησυχία, ήταν απλά σα να δήλωνε κάποιο γεγονός. Βγήκε αληθινός προφήτης, όχι πώς κι εγώ δεν τα περίμενα αυτά που θα μας έβρισκαν. Γιατί; Γιατί, ρε Λία μου; Γιατί δε μας άκουσες, δε μας υπάκουσες, μια φορά στη ζωή σου; Σε ό,τι αφορά τα σημαντικά εννοώ. Γιατί στα μικρά και τα ασήμαντα πάντα υπάκουγες πρόθυμα. Δε θέλω να σου γκρινιάζω, αλλά…»
Αφήνει ένα δάκρυ να κυλήσει στο μάγουλό της, και άλλο ένα. Η Λία δε λέει τίποτα. Δεν κάνει καμία κίνηση να την κλείσει στην αγκαλιά της, να την παρηγορήσει. Θα της περάσει. Πάντα της περνά. Να, τώρα θα βάλει το χέρι στην τσέπη του παλτού, θα βγάλει ένα παλιό μαντήλι, θα σκουπίσει τα δάκρυα και θα φυσήξει τη μύτη της και θα ηρεμήσει. Νιώθει τις ανάσες της να αποκτούν και πάλι τον κανονικό τους ρυθμό. Αρχίζει να ψιχαλίζει. Η κυρία Κατερίνα ανοίγει την ομπρέλα της και κολλά το κορμί της πάνω σ’ αυτό της κόρης, ώστε να προστατευτούν κι οι δυο απ’ τη βροχή. Δε θα φύγουν. Η ρουτίνα τους δε θα αλλάξει. Χειμώνα καλοκαίρι η διαδικασία είναι η ίδια. Λόγια, ανάσες και σιωπές. Η επαφή.
«Μού λείπει πολύ ο πατέρας σου, ξέρεις. Άλλον άντρα δε γνώρισα. Κι ήταν τόσο καλός. Καλά και σε αντέχει, με πείραζες εσύ. Μα δε με άντεχε, μ’ αγαπούσε. Απλά με αγαπούσε. Όπως και σένα. Πάει περισσότερος από ένας χρόνος από τότε που πέθανε κι ακόμη δεν έχω συνηθίσει στην απουσία του. Ξυπνάω το πρωί και τον ψάχνω δίπλα μου στο κρεβάτι, φτιάχνω καφέ και φαγητό για δύο, συνεχίζω ν’ αγοράζω την αγαπημένη του εφημερίδα κι ας μην τη διάβασα ποτέ. Λες να τρελαίνομαι; Αλλά… Ω, με ξέρεις εσύ! Ξέρεις πόσο δύσκολο μου είναι να ζω χωρίς κάποιον δίπλα μου. Δυστυχώς ο θεός δε με ευλόγησε με άλλα παιδιά. Ήθελα πολλά, για να μη μείνω ποτέ μόνη. Έτσι σκεφτόμουνα. Σάμπως και τα παιδιά θα έμεναν για πάντα μαζί μου. Δε θα έμεναν. Θα έφευγαν. Όπως έφυγες κι εσύ. Πολύ πιο νωρίς απ’ ό,τι περίμενα. Αλλά τουλάχιστον όταν έφυγες είχα ακόμη τον πατέρα σου, που κατάπινε αμάσητη τη γκρίνια μου, που ποτέ δεν ύψωσε τη φωνή του σε μένα. Όταν αρρώστησε, τρομοκρατήθηκα. Είναι θηρίο αυτός, έλεγα, θυμάσαι; Ήταν θηρίο, που όμως μέσα του έκρυβε μια κατάρα. Καρκίνος του εντέρου μας είπαν οι γιατροί. Και το μαρτύριο άρχισε. Από τον ένα κομπογιαννίτη στον άλλο, από το ένα νοσοκομείο στο επόμενο, χημειοθεραπείες, φάρμακα, ελπίδα και απελπισία. Κι εσύ να είσαι αλλού; Κι εκείνος να μου λέει να μη σε ειδοποιήσω, να μη σε ανησυχήσω, αυτό που έκανες ήταν σημαντικό. Ήμουνα θυμωμένη μαζί σου, κι ας μην ήξερες. Έπρεπε να είναι εδώ, σκεφτόμουνα, να σταθεί στο πλευρό μας, να βοηθάει εμάς κι όχι κάποιους ξένους στα πέρατα της γης… Στα πέρατα της γης. Ή μάλλον στο κέντρο της, την Αφρική, εκεί ήσουν…»
Η βροχή δυναμώνει, ο άνεμος σιγά σιγά ημερεύει. Νιώθει τα δάκρυα να φθάνουν ως τα μάτια της και να σταματάνε εκεί. Αλμυρή πλημμύρα να της θολώνουν το βλέμμα. Της αρέσει η βροχή. Από πάντα της άρεσε να κάθεται με τις ώρες και να την παρατηρεί. Να τη βλέπει να πέφτει και να ποτίζει τη γη, να φτιάχνει ρυάκια και ν’ ακολουθεί τους δικούς της δρόμους. Το χιόνι, αυτό δεν της άρεσε. Είναι τόσο λευκό που καταντά ιερόσυλο, σκεφτόταν. Τον ήλιο τον απεχθανόταν, αφού έριχνε περίσσιο φως στου κόσμου την ασκήμια. Παράξενη γυναίκα.
«Όταν τελικά πέθανε και σε ειδοποίησα να ’ρθεις, ένιωσα τον κόσμο μου ν’ αλλάζει για πάντα. Τώρα είναι όλα θολά μέσα μου. Οι αναμνήσεις εκείνων των ημερών. Σε εικοσιτέσσερις ώρες ήσουν κοντά μου κι ανέλαβες τα πάντα, αφού εγώ τα είχα εντελώς χαμένα. Με παρηγόρησες, με φρόντισες, κάθισες και άκουσες αδιαμαρτύρητα όλα όσα είχα να σου πω, αλλά είμαι σίγουρη, δεν το θυμάμαι αλλά είμαι σίγουρη, ότι μέσα μου ήμουνα θυμωμένη μαζί σου. Σού έριχνα ίσως το φταίξιμο γι’ αυτό που έγινε. Ίσως να πίστευα μέσα στο θρήνο και την προσωρινή μου τρέλα ότι εσύ θα μπορούσες να τον σώσεις. Αλλά πώς; Πώς να το έκανες αυτό; Αφού δεν μπόρεσαν να το κάνουν τόσοι και τόσοι ειδικοί εσύ, ένα νιο γιατρουδάκι, πώς να τα κατάφερνες; Τώρα, ενώ κάθομαι και τα σκέφτομαι όλ’ αυτά και στα λέω -ναι, ξέρω, ούτε πρώτη φορά, ούτε τελευταία- νιώθω λίγο ένοχη απέναντί σου. Ποτέ μου δε σε κατάλαβα τόσο καλά όσο ο πατέρας σου. Δε μας ανήκει η Λία, ανήκει στον κόσμο όλο, έλεγε εκείνος, κι όπως αποδείχτηκε είχε δίκιο. Το μόνο που το δίκιο αυτό με πλήγωνε. Ζητούσα πολλά, κόρη μου; πες μου, ζητούσα πολλά; Σε ήθελα κοντά μου, τίποτ’ άλλο…»
Ο ουρανός αστράφτει και βροντάει, αντανάκλαση της καταιγίδας που μαίνεται μέσα της. Μιας καταιγίδας που ξέσπασε τρεις μήνες πριν και δε λέει να κοπάσει. Σφίγγει το χέρι στην ομπρέλα που τις προστατεύει μέχρι που το νιώθει να μυρμηγκιάζει. Σφίγγει την άλλη γροθιά, μέχρι που παίρνει ένα αιμάτινο, ροδοκόκκινο χρώμα. Δεν είναι οργισμένη. Πονεμένη είναι. Και δεν ξέρει πώς άλλως ν’ αφήσει τον πόνο να δραπετεύσει απ’ το κορμί της.
«Τον θάψαμε, έμεινες μαζί μου για λίγο καιρό, σύντροφος και παρηγορήτρα, και μετά έφυγες. Με χρειάζονται, μου είπες, με τόση σιγουριά που δε σήκωνε αντίρρηση. Αλλά κι εγώ σε χρειαζόμουνα. Ήθελα να σ’ το πω, να σ’ το φωνάξω, μα δεν το έκανα. Σεβάστηκα την τελευταία επιθυμία του πατέρα σου. Άσε την να κάνει ό,τι αυτή θέλει, μου είπε, κι αν και δεν το ήθελα σε άφησα. Κι έμεινα μόνη. Και δυστυχώς δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς. Κόσμο ήξερα, αλλά φίλους ή φίλες, δεν είχα. Είτε πέθαναν, ή κίνησαν γι’ αλλού, κάποιοι απλά έπαψαν να υπάρχουν. Δεν μπορούσα να τριγυρνώ από σπίτι σε σπίτι αναζητώντας συντροφιά. Μάλλον θα ήταν καλύτερα αν κλεινόμουνα έστω και πρόωρα στο γηροκομείο, τότε θα είχα κάποιους ανθρώπους γύρω μου… Θυμάμαι… Θυμάμαι τι μου είπε μια γριά που μου διάβασε κάποτε το φλιτζάνι, προτού ακόμη γνωρίσω τον πατέρα σου. Ευλογημένη και καταραμένη είσαι, μού ψιθύρισε, μ’ αυτή τη σειρά. Αλλά δε μου εξήγησε το γιατί. Τώρα το ξέρω. Δίκιο είχε. Απίστευτο κι όμως αληθινό. Μέχρι πριν ένα χρόνο ζούσα μια ζωή ευλογημένη, με τον άντρα που αγαπούσα. Μέχρι πριν από τρεις μήνες… Μα δε θέλω να το σκέφτομαι. Τώρα κάθε Κυριακή πηγαίνω στην εκκλησιά και προσεύχομαι. Δεν ξέρω γιατί, αλλά απλά το κάνω. Ίσως να μου δίνει κουράγιο, να μου προσφέρει κάποια παρηγοριά αυτό που κάνω. Οι άλλοι με κοιτάνε με μάτια λυπημένα, σχεδόν με οίκτο, και νομίζουν πώς δεν το βλέπω. Όλα τα βλέπω, αλλά προσπαθώ να τα αγνοώ, δε θέλω να επιβεβαιώσω τις υποψίες τους. Πιστεύουν πώς είμαι τρελή αλλά, τι στην ευχή, ώρες ώρες το πιστεύω κι εγώ αυτό. Δεν εξηγείται αλλιώς το γεγονός ότι… Μα, όχι. Όχι! Ό,τι και να κάνω δεν είμαι τρελή. Ίσως οι πράξεις μου να μη χωράνε στη λογική τους. Η ρουτίνα μου, αυτή είναι που με κρατάει ζωντανή. Αν δεν ερχόμουνα εδώ κάθε μέρα και σου μιλούσα, αν δεν πήγαινα κάθε Κυριακή στην εκκλησιά, αν δεν κρατούσα τις αναμνήσεις ζωντανές, τότε ναι, θα τρελαινόμουνα…»
Η νεροποντή αρχίζει σιγά σιγά να υποχωρεί, σε λίγο σταματάει να βρέχει και οι αχτίδες του ήλιου ξεπροβάλλουν πού και πού δειλά πίσω από τα σύννεφα. Δεν μπορούν να τη ζεστάνουν, αφού η παγωνιά είναι μέσα της. Ακούει τα πουλιά που αρχίζουν όλο κέφι το τραγούδι της και για μια στιγμή χαμογελά. Για τη ζωή που συνεχίζεται.
Πλησιάζει μεσημέρι. Σηκώνεται απ’ το παγκάκι και παίρνει το δρόμο για το σπίτι της. Η κόρη της την ακολουθεί πάντα σιωπηλή.
«Έφτιαξα φασολάδα σήμερα. Νηστεύω το κρέας. Ό,τι δεν έκανα μια ζωή το κάνω τώρα. Αστείο δεν είναι; Ναι, καλά, δεν είναι ανάγκη να μιλήσεις, ξέρω τι θα μου πεις: γελοίο είναι! Αστείο. Γελοίο. Η πλάκα είναι ότι εσύ ποτέ δεν έτρωγες κρέας και να που τώρα πάω να σου μοιάσω. Σεβασμός στη φύση, μας έλεγες, κι ο πατέρας σου προσπαθούσε να κρύψει την περηφάνια του, κι ας ήταν γνωστός κρεατοφάγος. Κρυβόταν πίσω από τις λέξεις: και τα χόρτα η φύση τα φτιάχνει, σε πείραζε».
Φτάνουν στο σπίτι. Ανοίγει την πόρτα και μπαίνουν μέσα. Μυρίζει κλεισούρα. Σαν ένα μπαούλο που έκλεισε κάποιος παλιά κι από τότε δε βρέθηκε κανείς να ξανανοίξει. Τίποτα δεν έχει αλλάξει εκεί μέσα, λες κι ο χρόνος ακινητοποιήθηκε. Η αγαπημένη πολυθρόνα του πατέρα στη γωνία, το τασάκι στο τραπεζάκι στου σαλονιού, οι φωτογραφίες στους τοίχους, τα ίδια παλιά έπιπλα, δίχως ίχνος σκόνης πάνω τους. Σα να μην πέρασε μια μέρα. Από τότε που πέθανε ο πατέρας της. Από τότε που πέθανε κι εκείνη. Η μάνα της δεν της μιλά πια. Τι άλλο να της πει άλλωστε; Αφού γνωρίζει πολύ καλά τη δική της ιστορία. Αποστολή στο Αφγανιστάν με μια φιλανθρωπική οργάνωση, δουλειά σε καταυλισμούς και νοσοκομεία, εικόνες φρίκης από ακρωτηριασμούς γυναικών και διαμελισμένα πτώματα που έσπειραν γύρω τους παντού, οι επισκέπτες και οι ντόπιοι τρομοκράτες, η απαγωγή και η εκτέλεσή της.
«Εσύ τουλάχιστον άφησες κάτι πίσω σου φεύγοντας απ’ τη ζωή», ακούει τη μάνα της να της λέει με μια απόχρωση πίκρας στη φωνή. Χαμογελά. Κι ας μην το βλέπει αυτή. Την πλησιάζει. Θα ήθελε να μπορούσε να την αγκαλιάσει για μια τελευταία φορά. Δεν μπορεί, αλλά προσπαθεί. Βλέπει τα μάτια της να φωτίζονται. Κατάλαβε ότι είναι εκεί. Αυτό της είναι αρκετό. Αύριο θα είναι μια καινούρια μέρα, ίδια μα και διαφορετική, για την κυρία Κατερίνα.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ