Παρασκευή, 29 Απριλίου 2011

Στιλέτο - Κεφάλαιο 3

Κάθεται στη βεράντα του σπιτιού του και κοιτάει τις φωτογραφίες από τον τόπο του εγκλήματος. Πήρε αντίγραφα προτού φύγει από το τμήμα. Ακούει τη γυναίκα του να πηγαινοέρχεται στην κουζίνα ετοιμάζοντας το φαγητό και μιλώντας στο τηλέφωνο. Εκείνου δεν του μιλά. Τον έχει μάθει τόσα χρόνια τώρα. Όταν τον βλέπει σ’ αυτή την κατάσταση τον αφήνει πάντα στην ησυχία του μέχρι την ώρα του γεύματος ή του δείπνου – ανάλογα. Η ζέστη δεν είναι και άσχημη. Ο ήλιος χτυπάει την αντίθετη πλευρά του σπιτιού κι ένα αεράκι απαλό που φυσάει κάθε τόσο της κλέβει κάτι από τη ορμή της. Κάτι δεν του αρέσει. Στημένο του μοιάζει το σκηνικό στις φωτογραφίες, σαν από αστυνομική σειρά ή κάποια ταινία. Δεν είναι έγκλημα πάθους αλλά τελετουργική εκτέλεση, σκέφτεται. Τον αιφνιδίασαν καθώς άνοιγε την πόρτα και τον χτύπησαν στο κεφάλι. Και μετά αντί να τον αποτελειώσουν αμέσως, τον έσυραν μέσα στο διαμέρισμα, γύρισαν το κορμί του ώστε να κοιτάει προς τα πάνω και του κάρφωσαν το στιλέτο μαζί με το σημείωμα στο στήθος. Κι η γυναίκα του δεν άκουσε τίποτα; Αλλά, τώρα που το σκέφτεται, είδε πεταμένες πάνω στο κρεβάτι δύο ωτοασπίδες, από εκείνες που χρησιμοποιεί κι η Γεωργία για να μην ξυπνά κάθε φορά που του τηλεφωνούν μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα. Όλα δείχνουν πώς επρόκειτο για ένα καλά προμελετημένο έγκλημα. Δεν πιστεύει ότι οι άνθρωποι της σήμανσης θα βρουν πολλά στοιχεία. Εντάξει, το τέλειο έγκλημα δεν υπάρχει, αλλά μερικές φορές και τα όχι και τόσο τέλεια δεν είναι εύκολο να διαλευκανθούν. Νιώθει κάποιον να στέκεται από πίσω του. Κρύβει βιαστικά τις φωτογραφίες. Η Μαργαρίτα, η μεγάλη του κόρη. Η μικρή θα είναι ακόμη στο σχολείο.
     «Εκτέλεση;»
     Στα εικοσιπέντε της χρόνια η Μαργαρίτα είναι μια πανέμορφη νέα γυναίκα. Κάθε φορά που τη βλέπει σκέφτεται: ευτυχώς που δεν πήρε από μένα. Έχει την ομορφιά της μάνας της, αλλά και κάτι ακόμη. Κάτι που δεν μπορεί να προσδιορίσει. Καστανά ολόισια μακριά μαλλιά, ξεβαμμένα πράσινα μάτια, συμμετρικό κορμί, ούτε κοντή, ούτε ψηλή. Φοράει ένα πολύχρωμο φουστάνι, από εκείνα που της αρέσουν και που αρέσουν και σε κείνον, αφού κάθε φορά που τη βλέπει με τέτοια ρούχα συνοδεία με το τεράστιο φωτεινό χαμόγελό της απλά ξεχνιέται.
     «Έτσι φαίνεται».
     Δε θέλει να της κρύψει την αλήθεια, αλλά θα το προτιμούσε αν δεν έβλεπε τις φωτογραφίες. Όχι πώς δεν τις έχει συνηθίσει πια -στην τηλεόραση και το σινεμά βλέπει πολύ χειρότερα- αλλά να, δε θέλει να της δείχνει ο ίδιος προσωπικά τις εικόνες της βίας. Κάνει το διδακτορικό της τώρα η κοπέλα, κλινική ψυχολόγος, και του είπε ότι αν της δινόταν η ευκαιρία θ’ ακολουθούσε τ’ αχνάρια του. Την πίστεψε. Εξάλλου πάντα τη συνάρπαζαν τα εγκλήματα, ή μάλλον οι εγκληματίες και δεν ήταν λίγες οι φορές που τον βοήθησε να βγάλει άκρη σε κάποια υπόθεση. Κάθεται δίπλα του και παίρνει το φάκελο στα χέρια της. Τον ανοίγει κι αρχίζει να μελετά μία μία τις φωτογραφίες. Κι αυτός μελετά εκείνη. Την παρατηρεί και προσπαθεί να κρύψει το χαμόγελό του. Θυμάται τις διακοπές που έκαναν μαζί λίγους μήνες πριν όταν κατάρρευσε από την αϋπνία και την υπερκόπωση και τον ανάγκασαν με το έτσι θέλω να πάρει αναρρωτική άδεια. Ήταν Φλεβάρης, η βροχή έπεφτε εδώ και μέρες ασταμάτητα και θα τον έπιανε η κατάθλιψη αν δεν του πρότεινε εκείνη ένα ταξίδι. Έτσι από τη μια μέρα στην άλλη οι δυο τους βρέθηκαν στην Ταϊλάνδη. Οι δυο τους αφού η Ελευθερία, η μικρή, είχε σχολείο κι έτσι αναγκαστικά κι η μάνα της έμεινε πίσω μαζί της. Ήταν οι καλύτερες διακοπές που έκανε ποτέ. Ξεκίνησαν από το νότο, τα νησιά. Πήγαν για πέντε μέρες στο Σαμούι και στο Φαγκάν για τα μπάνια τους και μετά συνέχισαν στην ενδοχώρα. Στη Χατ Ιάι, με το έντονο μουσουλμανικό στοιχείο, στο Κράμπι, που θυμίζει νησί κι ας μην είναι, στο Καντσιαναμπούρι με τη διάσημη γέφυρα του Ποταμού Κβάι και το ναό των τίγρεων. Ξαπόστασαν για τρεις μέρες στην Μπανγκόκ, την οποία βρήκαν χαοτική και άναρχη, αλλά και με τις χάρες της, και επισκέφθηκαν την αρχαία πόλη Αγιουτάγια με τα αμέτρητα αγάλματα του Βούδα. Μετά κίνησαν για το βορρά. Επισκέφθηκαν την πόλη Κον Κεν, την οποία βρήκαν μάλλον βαρετή, προτού συνεχίσουν για το Πιτσανουλόκ, όπου τα βράδια τα κουνούπια έκαναν πάρτι. Στη Σουκοτάι έριξαν μία ακόμη θαυμαστική ματιά στον αρχαίο βουδιστικό πολιτισμό και μετά έβαλαν πλώρη για την πόλη που θα αποδεικνυόταν το λιμάνι τους: την Τσιανγκ Μάι. Ενώ η προηγούμενη τους διαδρομή θύμιζε αγώνα δρόμου εκεί κόλλησαν για μια βδομάδα. Κάτι έχει αυτή η πόλη, έλεγε ο Ιωάννου, κάτι έχει που δεν μπορώ να το εξηγήσω και με κρατάει εδώ. Η Μαργαρίτα συμφωνούσε μαζί του. Έτσι ξόδεψαν τις μέρες τους τριγυρνώντας από ναό σε ναό, κάνοντας ράφτινγκ στο ποτάμι -τώρα στα γεράματα, σκεφτόταν εκείνος- πηγαίνοντας βόλτες με τους ελέφαντες και τρώγοντας του κόσμου, τα παράξενα, φαγιά – ακόμη και μεταξοσκώληκες, που κάπου θύμιζαν φασόλια. Τις νύχτες έκοβαν βόλτες στα μπαράκια και έτσι για πλάκα κάθονταν χώρια αρχικά και παρίσταναν ότι δεν ήξερε ο ένας τον άλλο. Διάφοροι την πλησίαζαν και της την έπεφταν και σαν περνούσε λίγο η ώρα πλησίαζε κι αυτός και συστηνόταν σαν μπαμπάς της κι άπου φύγει φύγει οι επίδοξοι εραστές. Κι εκείνοι έσκαγαν στα γέλια. Οι διακοπές εκείνες…
     «Τι σκέφτεσαι και χαμογελάς;»
     «Το ταξίδι».
     «Τους γκόμενους;»
     «Κι εκείνους. Ναι».
     Του χαρίζει ένα χαμόγελο και επιστρέφει στις φωτογραφίες. Κι εκείνος στις σκέψεις του. Δεν μπορεί να βγάλει άκρη μ’ αυτό το κορίτσι, μ’ αυτή τη γυναίκα μάλλον. Σκέφτεται και ενεργεί πάντα λογικά και με σύνεση, είναι όσο πάει ξύπνια, αλλά στην ερωτική της ζωή τα κάνει πάντα θάλασσα. Ερωτεύεται κατά συρροή, πληγώνεται κατ’ εξακολούθηση. Κι εδώ και ένα χρόνο δεν έχει κάνει έρωτα με κανένα. Τού το λέει και την πιστεύει. Επιμένει ότι κανείς δεν την καταλαβαίνει. Ούτε καν οι φίλοι της. Ειδικά αυτοί. Για κάποιο λόγο πιστεύουν ότι τους ανήκει, και αν τύχει και δεν είναι εκεί όταν τη χρειαστούν αρχίζουν τις μπηχτές. Κάθε φορά που γνωρίζει κάποιον άλλο άνθρωπο της λένε ότι τους παρατά για χάρη του. Κι αυτή τους ανέχεται. Γιατί; Της είπε πολλές φορές ότι η υπερβολική καλοσύνη κάνει κακό στην υγεία, αλλά δε θέλει να τον ακούσει. Είμαι αυτή που είμαι, του λέει.
     «Βλέπεις αυτό που βλέπω κι εγώ». Τον βγάζει από τις σκέψεις του.
     «Υποθέτω ναι».
     «Έγκλημα πάθους προσχεδιασμένο;»
     «Ακριβώς. Αλλά είναι τόσο προφανές που δε μου γεμίζει το μάτι. Ίσως και να κάνω λάθος».
     «Η γυναίκα του;»
     «Όχι. Αλλά είμαι σίγουρος ότι κρύβει κάτι».
     «Το δολοφόνο ίσως…»
     «Δεν ξέρω, αλλά δεν το αποκλείω κιόλας».
     «Κάποιος εραστής ίσως;»
     «Το σκέφτηκα. Έχω τις υποψίες μου…»
     «Αλλά δύσκολα θα βγάλεις άκρη».
     «Το φαγητό είναι έτοιμο», τους διακόπτει η φωνή της Γεωργίας. Το ξέρουν και οι δυο πολύ καλά ότι τα λόγια της δεν αποτελούν ενημέρωση αλλά διαταγή, έτσι σηκώνονται αμέσως και ανταλλάζοντας ένα συνωμοτικό χαμόγελο κατευθύνονται προς την κουζίνα. Από σύμπτωση λες την ίδια ώρα ανοίγει η εξώπορτα και μπαίνει μέσα η Ελευθερία. Στα δεκαέξι της αυτή, ήταν το δεύτερο παιδί που -μετά από κάποιες αποτυχημένες προσπάθειες- δεν προσπάθησαν ποτέ να αποκτήσουν. Ήταν η αγαπημένη της μητέρας της, όπως η Μαργαρίτα ήταν η δική του αγαπημένη. Δεν έμοιαζαν πολύ οι δύο αδελφές. Κοντοκουρεμένη η μικρή, ψηλή, λίγο γεματούλα, αλλά με μάτια μεγάλα, αμύγδαλα εκφραστικά. Δε θα γίνει ποτέ κακός μπελάς, είναι σίγουρος γι’ αυτό, αν και τα νεύρα της πολλές φορές την παρασύρουν. Κάθονται όλοι μαζί στο τραπέζι και αρχίζουν να τρώνε ανταλλάζοντας ταυτόχρονα τα νέα τους. Όλοι, μ’ εξαίρεση εκείνον. Ποτέ δε μιλάει για τη δουλειά αν δεν τον ρωτήσουν, αλλά ακόμη και τότε το κάνει αόριστα. Σα να προσπαθεί να τις προστατεύσει από την κακία αυτού του κόσμου.
     Μετά το γεύμα ξαπλώνει λίγο για να κοιμηθεί, αλλά δεν μπορεί να κλείσει μάτι. Η σκέψη του επιστρέφει ξανά και ξανά στις φωτογραφίες, στο σπίτι όπου έγινε το φονικό, στον Παναγίδη. Το ένστικτό του τού λέει ότι ο τελευταίος έχει παίξει ή πρόκειται να παίξει ένα σημαντικό ρόλο σ’ αυτή την υπόθεση. Αυτός και η γυναίκα του Κωνσταντίνου; αναρωτιέται. Είναι άραγε εραστές; Αν ναι, τότε δεν μπορεί να τον εμπιστευτεί. Ευτυχώς που καπάρωσε την Ντίνα και έτσι δε θα χρειαστεί να συνεργαστεί στενά μαζί του. Στριφογυρνά για λίγα ακόμη λεπτά στο κρεβάτι μα δεν μπορεί να ησυχάσει. Σηκώνεται. Ντύνεται. Παίρνει τα κλειδιά του αυτοκινήτου και δανείζεται το κινητό της γυναίκας του καθώς, ως συνήθως, ξέχασε να φορτίσει το δικό του. Δεν το έχει και καιρό άλλωστε – ένα μόλις χρόνο. Πρέπει να είναι το τελευταίο μέλος του αστυνομικού σώματος που απόκτησε κινητό τηλέφωνο, παγκοσμίως. Κι αυτό επειδή του το επέβαλαν.
     «Πάω για καφέ», λέει στη Γεωργία καθώς βγαίνει έξω από την πόρτα της κουζίνας.
     «Πού;» Τον ρωτά όχι τόσο επειδή θέλει να ξέρει όσο από περιέργεια, αφού είναι σίγουρη ότι η απάντησή του δε θα είναι η αναμενόμενη.
     «Στην Κακοπετριά».
     Για την υπόθεση λοιπόν!
     Ευτυχώς που στάθμευσε τον σκαραβαίο κάτω από την κληματαριά, αφού αν τον άφηνε στον ήλιο θα γινόταν ψητός. Εντάξει, οι ζέστες δεν έσφιξαν πολύ ακόμη αλλά η αραιή σκόνη στην ατμόσφαιρα δυσκολεύει κάπως τα πράγματα. Είναι δυόμιση το απόγευμα, μέρα Τετάρτη, κι ευτυχώς οι κυβερνητικοί δουλεύουν σήμερα, γιατί αν είναι ένα πράγμα που μισεί στην πόλη είναι η κίνηση. Χαράζοντας πορεία για το Τρόοδος δε θα βρει παρά τρία φανάρια μπροστά του κι αυτά κίτρινα προς το κόκκινο. Ο σκαραβαίος δε μασάει και σύντομα βρίσκεται στον αυτοκινητόδρομο. Τα αυτοκίνητα και προς τη μία και προς την άλλη κατεύθυνση λιγοστά. Λίγο πριν την έξοδο προς Κοκκινοτριμιθιά γίνονται οδικά έργα, αλλά δε χρειάζεται να μειώσει και πολύ ταχύτητα. Φτιάχνουν για μια ακόμη φορά το οδόστρωμα. Κάθε χρόνο τα ίδια και τα ίδια. Σταματά στο Ακάκι για να γεμίσει το ρεζερβουάρ με αμόλυβδη 95 και ακινητοποιείται για λίγα λεπτά στον Αστρομερίτη, όπου φτιάχνουν το αποχετευτικό και αναγκαστικά η κίνηση διεκπεραιώνεται από μία μόλις λωρίδα κυκλοφορίας. Πάει κι αυτός ο μπελάς. Εκτός κι αν πέσει πάνω σε κανένα φορτηγό από δω και πέρα δε θα συναντήσει εμπόδια. Ένα αεράκι ανεπίκαιρα δροσιστικό έρχεται να του τονώσει τις αισθήσεις από τον κόλπο της Μόρφου, που μόλις και διακρίνεται πίσω από τη σχεδόν μόνιμη πια υγρασία.
     Φτάνει στην Κακοπετριά στις τρεισήμισι. Αφήνει το καμάρι του στο χώρο στάθμευσης πάνω από την παλιά κωμόπολη και κατηφορίζει με τα πόδια τους πετρόκτιστους δρόμους. Ερημιά. Κάτοικοι κι επισκέπτες θ’ απολαμβάνουν τη σιέστα τους. Μονάχα η συνηθισμένη γριά, η κυρά-Ανδρονίκη με τ’ όνομα, κάθεται δίπλα απ’ το μαγαζάκι της και πλέκει κάτι. Τη χαιρετά. Της λέει ότι ψάχνει τον Χριστάκη. Στα χωράφια, απαντάει και του δείχνει από πού να πάει. Λίγο πιο κάτω και στα αριστερά είναι κάποια σκαλιά που οδηγούν στο ποτάμι. Πέρα από το ποτάμι θα τον βρει. Είναι θεία του Χριστάκη η κυρά-Ανδρονική και την ξέρει κι αυτή από παλιά, αφού εκείνος κατάγεται απ’ το διπλανό χωριό, τη Γαλάτα. Εκεί γεννήθηκε, εκεί μεγάλωσε. Την ευχαριστεί και καθώς απομακρύνεται της λέει ότι θ’ αγοράσει κάτι απ’ τα καλούδια της στην επιστροφή. Κάποιο γλυκό του κουταλιού ίσως, που ο ίδιος δεν μπορεί να φάει αλλά αρέσει πολύ στη Γεωργία, ή μάλλον σουτζιούκο, που αρέσκεται κάθε τόσο ν’ απολαμβάνει με το ποτό.
     Παρά το ότι μπήκε ήδη το καλοκαίρι τα νερά του ποταμού Κλαρίου κατεβαίνουν ακόμη ορμητικά, αφού έβρεξε πολύ φέτος. Κάθεται λίγο στις όχθες του, για να καθαρίσει λες ακούγοντας το βίαιο ήχο των νερών τις σκέψεις του. Τον γαληνεύει η φύση. Και του θυμίζει τα παλιά. Τότε που ήταν μικρό παιδί και οι μόνες διασκεδάσεις που υπήρχαν ήταν τα παιχνίδια στο δρόμο και τα καλοκαιριά, το κολύμπι στο ποτάμι και οι προβολές στα θερινά σινεμά της Κακοπετριάς, αυτά που έχουν πια ξεψυχήσει. Από παιδί αστυνομικός ήθελε να γίνει. Ίσως για να προστατεύσει τη μάνα του που έμεινε από νωρίς χήρα, θύμα του μικροπολέμου με τους εγγλέζους. Δεν τον θυμάται καθόλου τον πατέρα του. Προσπαθεί να αναπλάσει μέσα του τη μορφή του με οδηγό λίγες φωτογραφίες, αλλά δεν τα καταφέρνει. Το πρόσωπό του είναι πάντα θολό και του ξεφεύγει. Αντίθετα τη μάνα του τη θυμάται πολύ καλά, αφού πέθανε μόλις πέρυσι. Ευγενική, καρτερική γυναίκα. Γέρασε όμορφα και μάλλον θα ζούσε για χρόνια πολλά ακόμη, αν της έκανε τη χάρη η καρδιά. Αλλά τη γέλασε. Και πέθανε μόνη και έρημη στο κρεβάτι. Τη βρήκε μια γειτόνισσα που ανησύχησε όταν δεν εμφανίστηκε στο καθιερωμένο τους απογευματινό ραντεβού για καφέ. Όταν την έχασε, κι αφού δεν είχε άλλα αδέλφια, σκέφτηκε να πουλήσει το σπίτι, μα δεν το έκανε. Τον έπεισαν οι γυναίκες της ζωής του: είναι το σπίτι σου, τού είπαν κι εκεί έκλεισε η κουβέντα. Μα ποιος θα το φροντίζει; αναρωτιόταν. Φοβότανε ότι θα το άφηναν να ερημώσει, αλλά δεν έγινε αυτό. Το επισκέπτονταν κάθε τόσο τα σαββατοκύριακα, η Μαργαρίτα πήγαινε όταν είχε πολλά να διαβάσει ή για να σκεφτεί λέει, ακόμη κι η Γεωργία που πριν δεν πατούσε το πόδι της εκεί τώρα περνούσε συχνά για να φροντίζει τον κήπο. Όλα καλά, λοιπόν.
     «Σκεφτικό σε βλέπω μάστορα…»
     Δε σηκώνει το κεφάλι. Δε γυρνά προς το μέρος που ακούστηκε η φωνή. Θα την αναγνώριζε οπουδήποτε.
     «Έλα ρε Χρήστο. Κάτσε…»
     «Για τον Κωνσταντίνου ήρθες;» τον ρωτά καθώς κάθεται δίπλα του κατάχαμα.
     «Ναι».
     «Το άκουσα στο ραδιόφωνο το πρωί…»
     Για λίγη ώρα δε μιλούν. Απλά βλέπουν και ακούουν το ποτάμι να κυλά. Κάποια κοράκια κρώζουν από πάνω τους αναζητώντας ψοφίμια. Τον συμπαθεί τον Χριστάκη ο Ιωάννου. Άνθρωπος της νύχτας αλλά όχι ακριβώς. Καλόκαρδος και γενναιόδωρος όσο πάει, έχει πολλούς φίλους. Κάποιοι απ’ αυτούς μάλλον τον φοβούνται, αλλά αυτό οφείλεται περισσότερο στην εμφάνιση και τα λόγια του παρά στις πράξεις του. Ψηλός, δυνατός, με μπράτσα που έφτιαξε δουλεύοντας τη γη και όχι σε κάποιο γυμναστήριο, με μάτια καστανά διαπεραστικά και σχεδόν ξανθά μαλλιά, οικονομημένος στις κουβέντες του, αποτελεί για τους περισσότερους έναν άνθρωπο μυστήριο. Όχι για κείνον όμως.
     «Μήπως τον είδες ψες;»
     «Ναι. Όταν πέρασα από το μαγαζί ήταν εκεί, αλλά δεν ξέρω πόσο κάθισε. Μισή ώρα έμεινα μόνο. Έφυγα πριν τις δύο».
     «Είχε παρέα;»
     «Συνήθως έχει, αλλά όχι ψες, τουλάχιστον όσο ήμουν εκεί. Τον είδα μερικές φορές με τον Παναγίδη και κάποιους άλλους μπάτσους. Τα δωρεάν ποτά, βλέπεις…»
     Άρχισε να γελά, αλλά ο Ιωάννου δεν είχε καμία διάθεση να τον συνοδεύσει. Είχε αρχίσει σιγά σιγά να μπαίνει σ’ εκείνη τη φάση που η Μαργαρίτα αποκαλούσε ψύχωση. Μέχρι να βγάλει άκρη με την υπόθεση όλα στη ζωή του θα περνούσαν σε δεύτερη μοίρα. Ο Χριστάκης μετά από λίγο σταμάτησε να γελά και έμεινε για λίγο να παρατηρεί τον όχι και πολύ στενό του φίλο.
     «Θα περάσω από κει το βράδυ. Ο Νίκος;»
     «Ναι. Αυτός σίγουρα θα ξέρει να σου πει περισσότερα. Θέλεις να του μιλήσω;»
     «Καλύτερα όχι. Δε θέλω να προετοιμάσει τις απαντήσεις του. Όχι πώς πιστεύω ότι έχει κάτι να κρύψει, αλλά πολλές φορές οι άνθρωποι γίνονται χωρίς λόγο και για τα λάθος άτομα προστατευτικοί».
     «Ναι, ξέρω. Καλά, δε θα αναφέρω τίποτα. Καλύτερα όμως να πας νωρίς γιατί όταν πλακώσει ο κόσμος θ’ αρχίσουν οι συζητήσεις και ξέρεις τι γίνεται…»
     «Πώς τα πάει η δουλειά;»
     «Καλά. Όπως πάντα. Τους πελάτες μου δεν τους επηρεάζει η κρίση. Χάσαμε λίγους από τους περιστασιακούς όμως. Ίσως να έγιναν λίγο επιφυλακτικοί…»
     «Η κρίση κρίση κι οι τιμές τιμές όμως. Τους σφάζετε όλους με το γάντι και κανείς δεν διαμαρτύρεται. Εντάξει, εσύ δεν είσαι σαν τους άλλους, κερνάς και κάνα ποτό, αλλά οι περισσότεροι…»
     «Δίκιο έχεις. Τώρα μας μείωσαν το ΦΠΑ αλλά και πάλι οι τιμές δε θα πέσουν. Δεν είμαστε γερμανοί εμείς. Εδώ δε διαμαρτύρονται για το ψωμί, το γάλα και τα λαχανικά, λες να διαμαρτυρηθούν για τα ποτά;»
     «Τέτοιοι που είμαστε…»
     «Έχεις ώρα ή βιάζεσαι να επιστρέψεις στην πόλη;»
     «Μέχρι απόψε είμαι ελεύθερος».
     «Είσαι για μια βόλτα μέχρι το Κοιλάνι;»
     «Στο οινοποιείο;»
     «Ναι. Θα πήγαινα έτσι κι αλλιώς. Και στο δρόμο της επιστροφής θα μπορούσαμε να σταματήσουμε για κάνα μεζέ στου Αγγελή».
     «Άντε, πάμε».
     Μόλις ανέβηκαν στο χωριό ο Ιωάννου άκουσε το τηλέφωνο να χτυπά.
     «Ποιος;»
     «Η Ντίνα».
     «Έλα. Τι έγινε;»
     «Σε έπαιρνα εδώ και ώρα τηλέφωνο, αλλά δε χτυπούσε. Μου έδωσε η κυρία Γεωργία αυτό το νούμερο».
     «Ήμουνα κάτω, στο ποτάμι, μάλλον δε θα έπιανε σήμα. Τι θες;»
     «Με κάλεσε ο διευθυντής στο γραφείο του νωρίς το απόγευμα και μού είπε ότι αποφάσισε να αναθέσει σε μας σχεδόν αποκλειστικά την έρευνα. Του άλλους, με εξαίρεση τον Παναγίδη, τους τοποθέτησε στα μετόπισθεν. Μάλλον σαν προσωπικό υποστήριξης».
     «Κάτι μυρίστηκε η γριά-Αλεπού. Ξαπόστειλε τους άλλους και μας άφησε να δουλεύουμε μ’ αυτόν που έπρεπε να αποκλείσει πρώτον. Έχουμε άλλα νέα;»
     «Όχι. Ο θάνατος του Κωνσταντίνου προήλθε από τη μαχαιριά στο στήθος, όπως περιμέναμε δηλαδή, αλλά από κει και πέρα τίποτα. Είδες τις φωτογραφίες;»
     «Σκηνοθετημένο το σκηνικό».
     «Κι εγώ αυτό σκέφτηκα. Άρχισα να μαζεύω στοιχεία για τη γυναίκα του Κωνσταντίνου, αλλά μέχρι αυτή τη στιγμή δεν βρήκα κάτι αξιοπρόσεκτο. Να φτιάξω πίνακα;»
     «Ναι. Κάτι μου λέει ότι θα τον χρειαστούμε. Τα λέμε απόψε. Αν θες μπορούμε να περάσουμε μαζί από την Παγίδα και να πιούμε ένα ποτάκι κερασμένο από τα χεράκια των συντροφισσών από την Ουκρανία…»
     «Να μου λείπει».
     «Τι γλυκό προτιμάς να σου φέρω όταν επιστρέψω;»
     «Γλυκά έχω πολλά φτιάχνει η θεία μου. Θα μείνεις στην Κακοπετριά ή θα πας κι αλλού;»
     «Στο Κοιλάνι».
     «Α, ωραία. Μπορείς να μου φέρεις ζιβανία για τον γέρο μου; Δεν του αρέσουν οι εμφιαλωμένες και όλο γκρινιάζει».
     «Όβερ».
     Συνήθιζε να κλείνει τις συνομιλίες του μ’ αυτό τον τρόπο. Από τη μια είχε πλάκα, ενώ απ’ την άλλη όσο κι αν το προσπαθούσε δεν μπορούσε να χαιρετήσει ή να αποχαιρετήσει κάποιον από το τηλέφωνο. Όσες φορές το επιχείρησε ένιωθε λες και έκανε χειραψία στον αέρα.
     Φεύγοντας πέρασαν από το μαγαζάκι της κυράς-Ανδρονίκης, που έτσι κι αλλιώς ήταν το δρόμο τους, κι αγόρασε σουτζιούκο και γλυκό καρυδάκι. Το χωριό έμοιαζε σιγά σιγά να ξυπνά απ’ το μεσημβρινό του λήθαργο. Αντίκρισαν τουρίστες με τις φωτογραφικές τους μηχανές, παιδιά που τάραζαν τον κόσμο με τις φωνές τους στα στενά δρομάκια, οικογένειες που έβγαιναν για την απογευματινή τους βόλτα. Μπήκαν στην Μπέμπα του Χριστάκη και ξεκίνησαν.

Συνεχίζεται


Τη φωτογραφία την οποία έβαλα για πλάκα μια και κάνει αναφορά στη ζιβανία την έκλεψα από δω

Τρίτη, 26 Απριλίου 2011

Μνήμες της μέθης

1

Με ρίχνει το ποτό.
Μ’ ανεβάζει.
Μου δίνει χαρά.
Με κάνει παρανοϊκό...

2

Το κρασί είναι η κατάρα μου.
Το κρασί είναι η κατάρα μου και η σωτηρία.
Το κρασί μου προκαλεί κατάθλιψη.
Το κρασί με κάνει και κλαίω.

3

Θέλω ν’ αυτοκτονήσω στον ύπνο μου.
Θέλω ν’ αυτοκτονήσω χωρίς να το θέλω, χωρίς να πονέσω.
Θέλω ν’ αυτοκτονήσω, επειδή δεν μπορώ να κάνω αλλιώς.

4

Τρομακτικό  μοιάζει το δωμάτιο, σαν το μέσα μου.
Φωνάζω Βοήθεια, δεν ακούει κανείς.
Οι τοίχοι κλίνουν και με κλείνουν και με κλείνουν.

5

Θυμάμαι το χθες και πονώ και ματώνω.
Θυμάμαι το χθες και μεθυσμένα παραπατώ.
Η ζωή μου όλη τώρα μια τραμπάλα στον παραλογισμό.

6

Έγινα αλκοολικός από ανάγκη ή από βλακεία;

7

Τα όνειρά μου, μόνο αυτά αξίζουν, κι ας είναι ασπρόμαυρα.
Η ζωή μου μια φάρσα, ένα τίποτα, που ανυπομονώ να φτάσει στο τέλος του.
Τρεκλίζω εκλιπαρώντας το θάνατο.

8

Έγινα μοναχικός, πολύ.
Έγινα οξύθυμος, πολύ.
Νιώθω στο πετσί μου την αδικία και καταρρέω.
Ποια αδικία όμως;

9

Κάθε νύχτα περπατώ.
Κάθε νύχτα περπατώ και οργίζομαι.
Κάθε νύχτα περπατώ και παρακαλώ να μην ξημερώσει η επομένη μέρα.
Πάντα ξημερώνει.

10

Είμαι καλός ηθοποιός!
Χειρίζομαι την τρέλα και τον εθισμό μου με άριστες υποκριτικές ικανότητες.
Κανείς δεν καταλαβαίνει ότι είμαι αλκοολικός εκτός από τον εαυτό μου.
Κανείς δεν ασχολείται μαζί μου εκτός από τον εαυτό μου.

11

Λες να με ακούει κανείς τώρα, καθώς πέφτω με πάταγο;

12

Χθες το βράδυ έσπασα το καθρεφτάκι ενός αυτοκινήτου στο δρόμο.
Δε μου έφταιξε σε τίποτα, αλλά να...
Εκείνο βρήκα μπροστά μου, εκείνο έσπασα.

13

Αιμορραγεί η σιωπή.
Αιμορραγεί λέξεις.
Θέλω να μιλήσω, μα δεν έχω φωνή.

14

Το μίσος φουντώνει μέσα μου.
Το μίσος και η καταφρόνια.
Για τους άλλους.
Θέλω να σκοτώσω κάποιον, αλλά δεν μπορώ.
Δεν έχω τη δύναμη.

15

Μου αρέσει αυτή η πτώση, αυτή η βύθιση στα σκοτάδια της μέθης.
Μου αρέσει αυτός ο πόνος, είναι ο μόνος που μου ανήκει.
Μου αρέσει που δεν είμαι εγώ, αφού ο εαυτός μου καθόλου δε μου γεμίζει το μάτι.

16

Μίρα... Χριστίνα... Μίρα... Χριστίνα...
Γιατί με εγκαταλείψατε;
Γιατί τώρα που σας χρειάζομαι δεν είστε εδώ;
Γιατί;

17

Φοβάμαι όλο και πιο πολύ το σκοτάδι.
Στο σκοτάδι οι φόβοι μου ζωντανεύουν.
Τα λάθη μου μοιάζουν τερατώδη.
Στο σκοτάδι... Στο σκοτάδι... Στο σκοτάδι ψάχνω τη σκιά μου!

18

Κοιμάμαι λίγο, ξυπνάω πολύ.
Δε ζω τις μέρες, τις διεκπεραιώνω.
Φοβάμαι το σκοτάδι, τρέμω το φως.

19

Πότε ήταν η τελευταία φορά που μέθυσα από χαρά;
Μου λείπουν, όλα μου λείπουν, όλα τα άπιαστα.
Χριστίνα...

20

Σε είδα ψες, σε είδα με κάποιον άλλο.
Προχώρησες, με άφησες κι εσύ.
Μου μαύρισες την ψυχή.
Πήγα κι έπεσα μέσα στη θάλασσα για να πνιγώ.
Μετά κολύμπησα στην ακτή.
Κι ύστερα, ήρθα σπίτι και πνίγηκα στη ρακή.
Γέμιζα για ώρες το μέσα μου, άδειαζα για ώρες το είναι μου.
Και όπως πάντα, κατάφερα το τίποτα.

21

Μου πάει τελικά αυτή η πτώση.
Μου πάει ετούτη η τρέλα.
Μου πάει η παρακμή.
Προσπαθώ να πείσω τον εαυτό μου.

22

Δε μιλώ πια με κανένα.
Δεν έχω τίποτα να πω.
Δεν τους αντέχω...
Τον εαυτό μου δεν αντέχω.
Δεν έχω κανένα με τον οποίο να μπορώ να μιλήσω.

23

Ξάπλωνα στο κρεβάτι κι έκλαιγα, έκλαιγα, έκλαιγα.
Ξάπλωνα στο κρεβάτι κι έριχνα χαστούκια στον εαυτό μου, τον πονούσα.
Ξάπλωνα στο κρεβάτι και μου φώναζα: «Σήκω, Σήκω, Σήκω!» μα δεν μπορούσα.
Οι δυνάμεις μου μ’ εγκατέλειψαν ολοκληρωτικά.
Όπως κι εγώ εκείνες.

24

Κάποιος με κτύπησε άγρια ψες.
Δε θυμάμαι το γιατί.
Θυμάμαι μόνο τους μώλωπες, επειδή τους βλέπω.
Μαυρισμένο μάτι, πρησμένα ούλα, πληγωμένα πλευρά.
Τ’ απομεινάρια της μάχης.
Α, ναι, θυμάμαι και μια υπόσχεση:
«Θα σ’ εκδικηθώ!» του είπα.
Το μόνο που δεν ξέρω ποιος ήταν.

25

Άρχισα να μπερδεύω τον ξύπνιο με τον ύπνο.
Δεν μπορώ να τα ξεχωρίσω.
Όλη μέρα κοιμάμαι όρθιος, όλη νύχτα ξαγρυπνώ ξαπλωμένος.
Βλέπω όνειρα; Ή, μήπως, εκείνα με βλέπουν;

26

Θέλω να πιάσω τον απόλυτο πάτο.
Θέλω να πιάσω τον απόλυτο πάτο.
Θέλω να πιάσω τον απόλυτο πάτο.
Μα, ποιος είναι ο δρόμος της επιστροφής;

27

Θα γίνω ζητιάνος της αγάπης.
Θα γίνω ζητιάνος του οίκτου.
Θα πάω στη Χριστίνα για να της ζητήσω βοήθεια.
Για να της ζητήσω αγάπη.
Θα πάω στη Χριστίνα...

28

Δε θα πάω στη Χριστίνα.
Όχι, δε θα πάω στη Χριστίνα.
Δε μου αξίζει η συμπόνια της.
Δε μου αξίζει η αγάπη της.
Μόνος θα σωθώ.
Μόνος...

29

Λίγο-λίγο, μειώνω το κρασί.
Λίγο-λίγο, μειώνω το ποτό.
Λίγο-λίγο, μειώνω το σκοτάδι.
Τρέμω, επιθυμώ, παθιάζομαι, φοβάμαι.
Λίγο-λίγο...

30

Μια αφορμή ψάχνω, ένα στήριγμα.
Κάπου να ακουμπήσω για να σηκωθώ ξανά.
Μπορώ να το κάνω, αλλά δεν μπορώ.
Το κορμί συνήθισε αλλιώς.
Πρέπει να το δαμάσω.

31

Νύχτες άγρυπνες, μέρες νυσταλέες.
Επιτέλους, κάτι μοιάζει να αλλάζει.
Τα όνειρά μου άρχισαν σιγά-σιγά να γίνονται πολύχρωμα.
Άρχισα να βγαίνω στο φως!

32

Λίγο απέχει η λύτρωση, λίγο η σωτηρία.
Το ξέρω, το νιώθω.
Πού να τις αναζητήσω όμως;
Πού να τις βρω;

33

Πρέπει να σκοτώσω τη μοναξιά.
Να τη σκοτώσω, πρέπει.
Χρειάζομαι φίλους, πολλούς – πού είσαι Καπετάνιε;
Χρειάζομαι αγάπη!
Να δώσω και να πάρω.
Χρειάζομαι να βγω απ’ τους δρόμους της σιωπής.
Χρειάζομαι ένα σύννεφο χαράς.
Χρειάζομαι να γίνω και πάλι εγώ.
Χρειάζομαι...
Πολλά χρειάζομαι.
Χρειάζομαι ζωή!
Γι’ αυτό...
Αντίο σκοτάδι.
Τώρα πια δε σε φοβάμαι.
Αντίο κατάθλιψη.
Τώρα πια δε θα μου μαυρίζεις το είναι.
Αντίο κρασί...
Α, όχι εσένα δε θα σ’ αποχαιρετήσω. Μου αρέσεις, πολύ! Απλά από δω και μπρος δε θα με πίνεις εσύ. Εγώ θα σε πίνω.
Αντίο... αντίο μου!
Καλωσόρισες νέα ζωή...

Απόσπασμα από το βιβλίο "Οι γυναίκες της συγνώμης"

Η ζωγραφιά είναι της Έλενας Σιούφτα

Πέμπτη, 21 Απριλίου 2011

Το Πάσχα του παλιάτσου

Τους βλέπει να κάνουν το σταυρό τους και να σκύβουν ευλαβικά το κεφάλι, να λένε «Δόξα σοι ο θεός» και οργίζεται, λίγο. Ποτέ δεν οργίζεται πολύ αυτός. Μόνο λίγο και για λίγο. Να, όπως και τώρα που είναι στην εκκλησία, στην οποία πηγαίνει μόνο τη Μεγάλη Παρασκευή για να παρακολουθήσει τη λειτουργία, και βλέπει όλο αυτό το πλήθος να επαναλαμβάνει νωχελικά, σχεδόν νυσταγμένα, τις ίδιες κινήσεις, να παπαγαλίζει τα ίδια λόγια. Σα να παρακολουθεί ταινία. Αποκόβει τον εαυτό του από την πραγματικότητα και αναλαμβάνει το ρόλο του πανόπτη, αυτού που όλα τα βλέπει και όλα τα καταλαβαίνει και που όλα, ή μάλλον όλοι, τον πληγώνουν. Ναι, τον πληγώνουν οι άνθρωποι πολύ, κι ας τους αγαπά αυτός, σαν πατέρας και γιος και αδελφός. Τους αγαπά επειδή κανένα άλλο συναίσθημα πέρα από την αγάπη δεν μπορεί να εισβάλει στην καρδιά του για πολύ. Τους αγαπά, τους κακίζει και τους αγαπά και πάλι. Ποιος είναι; Είναι ο παλιάτσος του καθενός.
     Παράξενο, έτσι τον αποκαλούσαν από παιδί, όταν δεν τον φώναζαν τρελό κι αλαφροΐσκιωτο. Και ήταν παράξενος, αφού δεν έμοιαζε σε άλλον κανένα – όχι στην όψη, αλλά στον τρόπο ζωής. Σα να είχε γεννηθεί γέρος. Δεν είχε ποτέ του όρεξη για παιχνίδια με τα άλλα παιδιά και με τους μεγάλους απέφευγε τα πολλά πάρε δώσε. Ήτανε πάντα μόνος και σκεφτικός, ένα παιδί παράταιρο, το οποίο με τον καιρό οι γονείς του αποφάσισαν να παραπετάξουν σε μια γωνιά του σπιτιού, και να αφοσιωθούν στα άλλα τέκνα, τα καμάρια τους, τις κολώνες του κοινωνικού τους οικοδομήματος. Ένιωσε μια χαρά ο Ευτύχιος όταν συνέβηκε αυτό, μα μια χαρά, που δεν περιγράφεται. Επιτέλους, είμαι ελεύθερος, σκέφτηκε.
     Επιτέλους ήταν ελεύθερος να κάνει αυτό που ήθελε, κι ας μην ήξερε τι ακριβώς ήταν αυτό. Ήθελε… Ήθελε… Να μην κάνει άλλο τίποτα από το να παρατηρεί τους ανθρώπους, αυτό ήθελε. Και να τριγυρνά από εκκλησιά σε εκκλησιά, από μοναστήρι σε μοναστήρι, και να προσεύχεται στον Χριστό. Άνοιξέ τους τα μάτια, Χριστούλη μου, θα τον παρακαλούσε, βοήθησέ τους να γίνουν και πάλι άνθρωποι.
     Όσο όμως κι αν του άρεσε να πηγαίνει στην εκκλησία, τόσο δεν του άρεσε να παρακολουθεί τη λειτουργία. Όλα τα ευαγγέλια τα ήξερε απ’ έξω κι ανακατωτά, όλους τους ψαλμούς, τα λόγια του Χριστού κατέκλυζαν συνέχεια την ψυχή του αλλά, αλλά δεν μπορούσε, δεν άντεχε το ψέμα και την υποκρισία, τα ανυπόμονα βλέμματα και την υποκριτική ευλάβεια που αντίκριζε στα μάτια των δήθεν πιστών. Θυμούνται την πίστη τους μόνο τα Χριστούγεννα, το Πάσχα, και όταν αρρωσταίνουν, σκεφτόταν με πίκρα και το έλεγε. Αυτό έλεγε, και άλλα πολλά. Αρκετές φορές πήγαινε τις Κυριακές στην εκκλησιά, στεκότανε απέξω και φώναζε στους ανθρώπους καθώς μπαίνανε ή βγαίνανε από το ναό να μετανοήσουν, να αλλάξουν, όχι επειδή ερχότανε η Δευτέρα Παρουσία, όχι γι’ αυτό, αλλά για να γίνουν απλά εκείνοι που λένε ότι είναι. Μάταιες οι προσευχές σας, κροκοδείλια τα δάκρυά σας, άδειες οι ψυχές σας. Είστε χειρότεροι κι απ’ τους εβραίους που Τον σταύρωσαν, αφού εκείνοι τουλάχιστον δεν ήξεραν τι έκαναν. Εσείς Τον σταυρώνετε κάθε μέρα, με γονυκλισίες και προσκυνήματα.
     Από κάποιες εκκλησιές τον έδιωχναν, σε άλλες απλά τον κορόιδευαν, έτυχε μια-δυο φορές να τον χτυπήσουν κιόλας αφού βεβήλωνε το σπίτι του θεού. Κι αυτός όλα τα υπέμεινε, με καρτερικότητα, μ’ ένα θλιμμένο χαμόγελο αφού, τα είχε χαμένα ο καημένος, όπως έλεγαν. Ωστόσο εκείνος ήταν μια χαρά στα μυαλά του αφού ήξερε, ότι χωρίς την αγάπη δεν υπήρχε σωτηρία, όσες προσευχές κι αν έλεγε κανείς, με όσο χρήμα κι αν γέμιζε τα παγκάρια. Πρέπει να κάνω κάτι, σκεφτόταν πού και πού, πρέπει να τους αλλάξω μυαλά. Αλλά πώς; Πώς να το έκανε αυτό; Αφού όλοι τον περνούσαν για τρελό. Αλλά και να μην το έκαναν, ποιος θα τον άκουγε; Εδώ δεν άκουγαν τα ίδια τα λόγια του θεού, τα οποία παπαγάλιζαν, δεν άκουγαν τα παιδιά τους, που έχαναν το δρόμο τους, δεν άκουγαν τις κραυγές των αθώων και φτωχών ανθρώπων που πέθαιναν αβοήθητοι από άκρη σε άκρη της γης.
     Τη λύση τελικά του την έδωσε ένας φίλος του αλήτης, τον οποίο συναντούσε κάθε τόσο σ’ ένα από τα μισοπαρατημένα πάρκα της μεγάλης πόλης τους. Σε αποκαλούν τρελό, του είπε, εκμεταλλεύσου το. Γίνε αλήτης, γίνε ζητιάνος. Πάρε τα λεφτά τους και φτιάξε το δικό σου ναό… Μα πώς να το κάνει αυτό; Πώς;
     Πλησίαζαν τα καρναβάλια, το κέντρο της πολιτείας όπου ζούσε, άρχισε να γίνεται πολύχρωμο, να ξεχειλίζει από μουσικές κι από ζωή. Θα γίνω κι εγώ παλιάτσος, αποφάσισε όταν είδε κάποιον να δίνει παράσταση σε μια μικρή πλατεία, θα γίνω παλιάτσος για να τους αλλάξω τη ζωή. Θα γινόταν ένα παλιάτσος διαφορετικός, ένας φτωχούλης του θεού, που δε θα χάριζε παρά ειρωνικά χαμόγελα, αλλά τον οποίο τα παιδιά πολύ θα αγαπούσαν, αφού αυτός πάντα ήξερε να τα ακούει, πάντοτε είχε το χρόνο να τους λέει όμορφες ιστορίες για την αγάπη, τη φιλία και τον Χριστούλη, γιατί εκείνου η αγκαλιά ήταν πλατιά και τα χωρούσε όλα μέσα εκεί.
     Η εξωτερική του μεταμόρφωση ήταν εντυπωσιακή, ο μέσα του κόσμος όμως παρέμεινε ο ίδιος: βυθισμένος σε μια θλίψη, την οποία κάθε τόσο διαπερνούσε μια αχτίδα φωτός. Για μια αιωνιότητα έκανε τα ίδια πράγματα: μιλούσε με τα παιδιά, φώναζε στους μεγάλους και απέφευγε συστηματικά εκείνους που έλεγαν ότι τα ήξεραν όλα και υποστήριζαν ότι μιλούσαν εκ μέρους του θεού, αφού ο ίδιος πίστευε ότι ο θεός πέρα από το Λόγο Του, δεν είχε την ανάγκη κανενός εκπροσώπου εδώ στη γη. Και ζητιάνευε. Όλη μέρα ζητιάνευε. Έξω από τις εκκλησίες, στις πλατείες, στις αγορές, στις παιδικές χαρές. Κι όταν τον ρωτούσαν τι θα έκανε με τα λεφτά που μάζευε, θα κτίσω μια εκκλησιά, το ναό του ανθρώπου, το ναό των φτωχών, τους απαντούσε.
     Τα χρόνια πέρασαν γοργά και να που γέρασε ο Ευτύχιος, τόσο πολύ που ξέχασε ακόμη και το όνομά του. Οι συνήθειες του ωστόσο δεν άλλαξαν. Έτσι βρέθηκε κι εκείνη τη Μεγάλη Παρασκευή σε κάποια εκκλησία για να παρακολουθήσει τη λειτουργία του Επιταφίου. Καθόταν όλη την ώρα, τα πόδια του πια δεν τον κρατούσαν, αλλά και η ακοή του τον εγκατέλειπε. Φτάνω στο τέλος, σκεφτόταν, απόψε θα πεθάνω κι εγώ. Δεν μπορούσε να απαιτήσει μια καλύτερη νύχτα απ’ αυτή για να βρεθεί επιτέλους στην αγκαλιά του στοργικού Πατέρα. Και όντως, πέθανε. Πέθανε ακριβώς εκεί όπου καθόταν, μ’ ένα πλατύ χαμόγελο στα χείλη, με γαληνεμένη τη μορφή, ταξιδεύοντας λες στον παράδεισο που ονειρευόταν.
     Μέχρι το μεσημέρι της Κυριακής όλοι μιλούσαν για ένα μεγάλο θαύμα. Την ώρα της Ανάστασης, λέγαν, καθώς οι καμπάνες χτυπούσαν χαρμόσυνες για μία ακόμη φορά, πολλοί άνθρωποι, από διαφορετικά σημεία της πόλης, είδαν κάτι φωτεινές μορφές να διασχίζουν τα σκοτάδια τ’ ουρανού, με κατεύθυνση προς το βορρά. Οι περισσότεροι έμειναν άναυδοι, σα μαρμαρωμένοι, αλλά κάποιοι μπήκαν στα αυτοκίνητά τους και ακολούθησαν την πορεία που διέγραφαν οι πρωτοφανείς οπτασίες. Αυτές τους οδήγησαν στην ύπαιθρο, σε μια ερημική τοποθεσία και σ’ ένα φτωχικό καλύβι. Μια ξύλινη ταμπέλα στην πόρτα τους καλωσόριζε στο Ναό του Υιού του Ανθρώπου. Μια αόρατη λάμψη φώτιζε το χώρο μέσα, ενώ μια φλόγινη επιγραφή στον τοίχο τους ενημέρωνε ότι τα πλούτη που αντίκριζαν τα μάτια τους ανήκαν στους φτωχούς, κι απ’ αυτά ο καθένας που είχε ανάγκη θα μπορούσε να πάρει κάτι. Φτάνει κάποια μέρα να το επέστρεφε σε κάποιον άλλο που θα το χρειαζόταν.
     Ο παλιάτσος του καθενός είχε κρατήσει την υπόσχεσή του.

Μια περσινή ιστορία σε νέα προβολή


Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Σάββατο, 9 Απριλίου 2011

Στιλέτο - Κεφάλαιο 1

Στριφογυρίζει στο κρεβάτι. Δεν μπορεί να κοιμηθεί. Πάλι. Εδώ και χρόνια το ίδιο πρόβλημα – από τότε που μπήκε στο Σώμα δηλαδή. Το αστυνομικό. Τα δοκίμασε όλα. Τσάι βασιλικό, βότανα Withana Somnifera, βαλεριάνα, βάλιουμ, αλλά τίποτα. Σκέφτεσαι πολύ, του είπε ο γιατρός και τον φόρτωσε με ζάναξ. Αυτά βοηθάνε, αλλά όχι πολύ. Με μισό χαπάκι κοιμάται μισού ανθρώπου ύπνο, αλλά και πάλι ξυπνάει. Με το παραμικρό. Ακούει την ανάσα της γυναίκας του ανάλαφρη δίπλα του. Στρέφεται προς το μέρος της, αλλά μόλις που τη διακρίνει στο κρεβάτι. Θέλει να την αγγίξει μα δεν το κάνει για να μην την ξυπνήσει. Κοιτάει το ταβάνι. Δεν το βλέπει. Διάβολε, σκέφτεται, κουράστηκα. Κουράστηκε. Ο λίγος ύπνος, οι πολλές ώρες της δουλειάς, η αδυναμία του να γαληνέψει. Πάντα είναι ανήσυχος. Λες και ο κόσμος θα σταματήσει να γυρίζει χωρίς αυτόν. Το τηλέφωνο χτυπάει -ο κακός μπελάς, όπως το αποκαλεί η γυναίκα του- και βιάζεται να το απαντήσει. Απ’ το τμήμα καλούν.
     «Ποιος;»
     «Φάγανε τον ψηλό…»
     Κατεβάζει το ακουστικό. Ο ψηλός. Ο Κωνσταντίνου.  Ποτέ του δεν τον συμπάθησε, αλλά δε χάρηκε που πέθανε κιόλας. Ανάβει το πορτατίφ κι η γυναίκα του πάει να ανακαθίσει στο κρεβάτι, αλλά ξαπλώνει ξανά. Κάτι μοιάζει να μουρμουρίζει. Της χαϊδεύει τα κοντά κυμματιστά καστανά της μαλλιά και της λέει να κοιμηθεί. Αυτός πρέπει να φύγει. Του απαντάει κάτι ακατάληπτο. Τη βλέπει και χαμογελά. Η Γεωργία. Με τα χρονάκια της και τα παχάκια της και την αμίλητη περηφάνια για την οικογένειά της. Όταν την παντρεύτηκε ήτανε μια μορφονιά. Και τώρα όμορφη είναι, αλλά διαφορετικά. Στα πενήντα της μοιάζει να βγάζει ακόμη μια παιδικότητα. Ενθουσιάζεται εύκολα, γελάει πολύ, κλαίει κάθε τόσο δίχως λόγο. Τουλάχιστον δίχως λόγο που να μπορεί ο ίδιος να καταλάβει. Δακρύζει για τις επιτυχίες των παιδιών τους στα θρανία, παρακολουθώντας σαπουνόπερες και σαχλά σώου, πολλές φορές για τον πόνο των άλλων. Μεγάλη ψυχή με σχεδόν μόνιμα βρεγμένους τους καφέ καθρέφτες-μάτια της. Παραμένει για λίγο ακίνητος να την παρατηρεί, ασυναίσθητα χαμογελά και σηκώνεται απ’ το κρεβάτι. Πηγαίνει στο μπάνιο. Κοιτάει τον εαυτό του στον καθρέφτη. Χρειάζεται επειγόντως ξύρισμα μα δε βαριέσαι. Έτσι κι αλλιώς κανείς δεν του λέει τίποτα. Είναι παλιοσειράς. Τον σέβονται οι παλαιότεροι κι οι συνομήλικοί του, τον περιφρονούν οι περισσότεροι απ’ τους νεώτερους, αλλά αυτό δεν τον πειράζει, αφού τους περιφρονεί κι ο ίδιος.
     «Α, ρε Πέτρο», λέει στο είδωλό του στον καθρέφτη, «πότε θα τα παρατήσεις επιτέλους;»
     Πότε; Αυτό τον ρωτάει κι η γυναίκα του συχνά κι απάντηση δεν παίρνει, μόνο της χαμογελά. Να τα παρατήσεις ή να πάρεις προαγωγή, του λέει εκείνη. Η αλήθεια είναι ότι δεν θέλει να τα παρατήσει, αλλά ούτε να προαχθεί τον ενδιαφέρει, κι ας περνάει αμείλικτα ο χρόνος. Στα πενήντα πέντε του πια, δεν μπορεί να προσφέρει και πολλά, αλλά πάντα προσφέρει ουσιαστικά. Πηγαίνει εκεί όπου δεν μπορούνε να πάνε οι άλλοι, έχει μάτια και αυτιά παντού και το μισογερασμένο του μυαλό εξακολουθεί να τρέχει με χίλια. Οι άλλοι ψάχνουν, αυτός βρίσκει. Γι’ αυτό κι έχει το ακαταλόγιστο. Γι’ αυτό τον ανέχονται ακόμη.
     Α, ρε Πέτρο! Πέτρος Ιωάννου, αυτό είναι το όνομά του, οι πολλοί τον ξέρουν απλά σαν χοντρό, αλλά κάποιοι για πλάκα τον αποκαλούν Κρυφό. Και γι’ αυτά που κάνει, αλλά και γιατί κανείς δεν μπορεί να καταλάβει τον τρόπο που σκέφτεται. Πέτρος Κρυφός, σαν όνομα συγγραφέα ακούγεται αυτό, σκέφτεται και χαμογελά. Πλένει το πρόσωπό του. Η τριών ημερών γενειάδα, τα κοντά γκρίζα μαλλιά του και οι ρυτίδες στα μάγουλα του χαρακώνουν τις παλάμες. Δείχνει μεγαλύτερος από την ηλικία του, αλλά το πρασινωπό του βλέμμα μοιάζει να ξεχειλίζει από νεανική ορμή. Επιστρέφει με βήματα βαριά προς την κρεβατοκάμαρα. Ανοίγει αθόρυβα τη ντουλάπα. Ως συνήθως δεν του παίρνει και πολλή ώρα να ντυθεί. Αρπάζει ό,τι βρει μπροστά του και το φοράει. Ένα τζιν παντελόνι κι ένα ριγωτό κοντό πουκάμισο είναι σήμερα η στολή του. Αν μη τι άλλο τονίζουν τα πάχη του. Η κανονική του στολή δεν έχει ιδέα που βρίσκεται πια. Κάπου θα την καταχώνιασε η Γεωργία, που έτσι κι αλλιώς την απεχθανόταν. Ήταν περήφανη για τον άντρα της τον αστυνομικό, αλλά δεν ήθελε να βλέπουν οι γειτόνισσες τον μπάτσο να μπαίνει στο σπίτι της. Παράξενη γυναίκα. Την ημέρα που της είπε ότι δε θα χρειαζόταν να φορέσει τα ρούχα της δουλειάς ξανά μόνο που δεν πέταξε απ’ τη χαρά της. Σα να έφυγε από πάνω τους το στίγμα.
     Βγαίνει έξω. Μόλις που γλυκοχαράζει. Πέντε σχεδόν το πρωί μιας μέρας στις αρχές του Ιούνη, που δεν προβλέπεται ιδιαίτερα ζεστή. Κάποια πουλιά που βρήκαν καταφύγιο στο προάστιο της Λευκωσίας όπου ζει, τη Λακατάμια, τον καλημερίζουν. Προσπαθεί να τα διακρίνει στα δέντρα, αλλά δεν μπορεί. Αλλά και να τα έβλεπε τι θα καταλάβαινε; Αφού δεν μπορεί να τα ονοματίσει. Πάντα το ίδιο πρόβλημα, με όλα τα πράγματα και όλους τους ανθρώπους. Πες του ονόματα δέκα πουλιών, δέκα δέντρων, δέκα λουλουδιών, δέκα ανθρώπων και θα τα ξεχάσει αμέσως. Πες του ένα μυστικό ή κάποια λεπτομέρεια απ’ τη ζωή σου και θα τα θυμάται για πάντα. Επιλεκτική μνήμη, λέει, θυμάται μόνο τα σημαντικά. Διασχίζει την αυλή. Ανοίγει την καγκελόπορτα και μπαίνει στο λευκό του σκαραβαίο. Το πρώτο του αμάξι. Δεν τον πρόδωσε ποτέ, κι αυτός με τη σειρά του δε λέει να το παρατήσει με τίποτα. Έχουν αναπτύξει μια σχέση ζωής. Βάζει το κλειδί στη μίζα, το γυρίζει και παίρνει μπρος με την πρώτη. Τώρα είναι η ώρα της αναμονής μέχρι να ζεσταθεί η μηχανή. Ένα λευκό φορτηγάκι περνά με ταχύτητα από δίπλα του. Βρίζει τον οδηγό μέσα από τα δόντια του. Είναι κατοικημένη περιοχή μαλάκα, του φωνάζει άηχα. Ευτυχώς, σκέφτεται, που δε δούλεψα ποτέ στην τροχαία, αφού αν το έκανε πολύ πιθανόν να έχανε γρήγορα τη δουλειά του ή να κατέληγε και στη φυλακή. Το μόνο πράγμα που τον εκνευρίζει, εκτός από τους πολιτικούς και τους παπάδες φυσικά, είναι ο τρόπος που οδηγούν οι κύπριοι στο δρόμο. Παντελώς αδιάφοροι για τους άλλους, αγνοώντας συστηματικά τα σήματα της τροχαίας, μεθυσμένοι. Δεν ήταν λίγες οι φορές που τον συγκράτησε με το ζόρι η γυναίκα του ή με τη βία οι συνάδελφοί του από το να κατέβει απ’ τ’ αμάξι και να πλακώσει κάποιον στο ξύλο.
     Ευτυχώς αυτή την ώρα δεν έχει κίνηση προς το κέντρο. Τα λιγοστά αμάξια που συναντάει στο δρόμο έρχονται από την αντίθετη κατεύθυνση. Επαγγελματίες που μόλις σχόλασαν ή και που μόλις αρχίζουν δουλειά έξω απ’ την πόλη. Κάποιοι ξενύχτηδες επίσης.
     Ποιος να τον έφαγε και γιατί; αναρωτιέται καθώς είναι ακινητοποιημένος σε ένα σταυροδρόμι σχεδόν έρημο, στα φώτα Γαβριηλίδη, κοντά στο κέντρο της πόλης, όπου έφτασε σ’ ελάχιστα λεπτά. Δεν του φαίνονταν από κείνους τους τύπους που δημιουργεί εχθρούς ο Κωνσταντίνου. Αλλά, από την άλλη, ποιος ξέρει τι μυστικά έκρυβε. Συνήθως τους μπάτσους τους τρώνε τα τσιράκια των αφεντικών του υπόκοσμου. Γι’ αυτό τον κάλεσαν μάλλον. Το φανάρι γίνεται πράσινο. Βάζει μπρος, προχωράει λίγα μέτρα και σταματάει και πάλι στο επόμενο κόκκινο, στη Θεμιστοκλή Δέρβη. Σκέφτεται τον νεκρό συνάδελφό του, σχεδόν χωρίς συναίσθημα. Αποστασιοποιείται. Πράσινο. Ξεκινάει. Κόκκινο και πάλι. Γωνία Θεμιστοκλή Δέρβη και Ευαγόρου. Υπάρχει περισσότερη κίνηση εδώ. Πρωινοί διανομείς, θαμώνες των καμπαρέ και της πλατείας, πελάτες νυχτερινών κέντρων που έπρεπε να κλείσουν πριν από μια-μιάμιση ώρα. Τα κόκκινα φανάρια τον κατατρέχουν, δίχως να τον καταπιέζουν, μέχρι που φτάνει στην Πύλη Πάφου.
     Καθώς οι άλλοι του χαρίζουν νυσταγμένες καλημέρες, αυτός σε πλήρη διαύγεια κατευθύνεται προς το γραφείο του διευθυντή. Το τμήμα, απομεινάρι της βρετανικής αποικιοκρατίας, μοιάζει σαν παραφωνία στον κόσμο του σήμερα. Συρτάρια και γραφεία στοιβαγμένα το ένα πάνω στο άλλο, χαρτολόι, μούχλα, μια επιμελής εγκατάλειψη. Σταματάει μπροστά από τη μηχανή του καφέ, ρίχνει τον οβολό του και παίρνει αντί αυτού ένα μικρό χάρτινο ποτήρι με κάτι που θυμίζει νεσκαφέ. Για την ώρα του κάνει. Αργότερα θα πάει στο καφενείο για τον μερακλίδικό του – πολύ αργότερα μάλλον. Ανοίγει την πόρτα του διευθυντή και μπαίνει μέσα χωρίς να χτυπήσει πρώτα.
     «Καλώστον χοντρό».
     Κάθεται σε μια μαύρη δερμάτινη καρέκλα, που είδε καλύτερες ημέρες, απέναντί του. Με γκρίζα μαλλιά, ψηλός και λεπτός και με μάτια διαπεραστικά, ο μάστορας διαθέτει μια επιβλητική παρουσία. Πάντα τα πήγαιναν καλά οι δυο τους. Μιλούσαν στα ίσια και δεν άφηναν περιθώρια για παρεξηγήσεις. Δεν ήταν μάλιστα λίγες οι φορές που ο Σωτηρίου τον κάλυψε και τον στήριξε σε κάποιες από τις ανορθόδοξες έρευνές του. Ρίχνει ένα βιαστικό βλέμμα στους άλλους: στην μικρή, την Ντίνα, στα είκοσι εφτά της, με μαύρα ίσια μαλλιά κομμένα στο ύψος του ώμου, προς το ψηλό, και με μελιά μάτια – ωραία γυναίκα, τον Κακογιάννη, όνομα και πράμα, χοντρό, ψηλό, φαλακρό, με διπλοσάγονο και δυο μικρά γαλάζια μάτια που μοιάζουν να κρύβονται ανάμεσα στα μάγουλα και το μέτωπό του, και τον οποίο παρά τα είκοσι χρόνια γνωριμίας του στάθηκε αδύνατο ποτέ να συμπαθήσει, και τον Αργυρίου, ένα σαραντάχρονο μικροκαμωμένο ρεμάλι, με ψιλοκουρεμένα καστανά μαλλιά κι ένα βλέμμα σκοτεινό κι αξεδιάλυτο, υπολογιστικό και θυμωμένο την ίδια ώρα.
     «Ακούω».
     «Τον βρήκε η γυναίκα του νεκρό στο σαλόνι του σπιτιού τους στις τέσσερις το πρωί. Είχε ένα χτύπημα στο κεφάλι -μάλλον από κηροπήγιο- και καρφωμένο στο στήθος ένα στιλέτο μ’ ένα σημείωμα. Η βάρδια του είχε τελειώσει τα μεσάνυχτα, οπότε…»
     «Τι έλεγε;»
     «Το σημείωμα; Ανίκανος!»
     Ανίκανος. Το στριφογυρνάει στο μυαλό του. Η γυναίκα του αποκλείεται να το έκανε – την αθωώνει αμέσως. Κι ο διευθυντής συμπληρώνει τη σκέψη του.
     «Δεν νομίζω να τον σκότωσε αυτή. Ήταν σε σοκ, δεν παρίστανε τη σοκαρισμένη. Πρέπει να βρούμε τις απαντήσεις όσο πιο σύντομα μπορούμε, γιατί όπου να ’σαι θ’ αρχίσουν να χτυπάνε τα τηλέφωνα και…»
     «Θα πάμε στο σπίτι του με την Ντίνα».
     Δεν του άρεσε να έχει συνέταιρο, αλλά πάντα τις υποθέσεις ανθρωποκτονίας τις διερευνούσαν δυο-δυο ή τρεις-τρεις μαζί. Περισσότερα μάτια, περισσότερα μυαλά, όλο και κάτι θα ανακάλυπταν. Εξάλλου η Ντίνα του άρεσε. Δούλεψαν κι άλλες υποθέσεις μαζί και κρυφά τη θαύμαζε. Ήταν νέα, ξύπνια, κι έμοιαζε να νοιάζεται γι’ αυτό που κάνει. Αυτή ήταν που τον έπεισε να πάρει κινητό τηλέφωνο -ήταν ο τελευταίος που το έκανε, και με κάποια χρόνια καθυστέρηση- αυτή ξεφορτωνόταν τα έγγραφα που μαζεύονταν κάθε τόσο στοίβες στο γραφείο του, αυτή ήταν που τον έβαζε σε τάξη. Αν έβρισκε και κάνα γκόμενο; σκέφτονταν εκείνος κάθε τόσο και χαμογελούσε, αλλά τώρα τελευταία δεν έβρισκε. Τους τρόμαζε τους άντρες. Όμορφη, ξύπνια και αστυνομικός. Φοβερός συνδυασμός.
     Συνήνεσε ο Σωτηρίου.
     «Αργυρίου. Κακογιάννη. Ξεθάψτε τις τελευταίες του υποθέσεις μήπως και βρείτε κάτι εκεί. Και κάντε μια προσπάθεια να ανακαλύψετε τι έκανε από την ώρα που σχόλασε, μέχρι που βρέθηκε νεκρός στο σπίτι».
     «Τα σαΐνια μας;» ρώτησε ο Ιωάννου – σαΐνια, έτσι αποκαλούσε τους κύπριους συλλέκτες στοιχείων από χώρους εγκλημάτων. CSI’ s της κακιάς ώρα τους χαρακτήριζαν κάποιοι άλλοι, αλλά αυτός τους σεβόταν. Όσο και να μην καταλάβαινε τα περισσότερα απ’ αυτά που έκαναν, πολλές φορές αυτοί ήταν που έκλειναν τις υποθέσεις. Κάπου κάπου έπιανε τον εαυτό του να τους λυπάται. Πάνε χαμένοι εδώ μέσα, σκεφτόταν.
     «Είναι ήδη εκεί. Ίσως και να τελειώσουν μέχρι να φτάσετε, αν και δεν το νομίζω. Βλέπετε…»
     «Ναι. Ξέρω…» Στράφηκε προς την Ντίνα. «Πάμε;» Δεν ήπιε ούτε μια γουλιά από το νερουλιαστό καφέ του.
     Όταν βγήκαν έξω είχε ξημερώσει πια για τα καλά. Και μάλλον έπεσε έξω. Η μέρα τώρα προμηνυόταν ζεστή. Η γυναίκα, λες και μάντεψε τη σκέψη του τού είπε:
     «Πάμε με το δικό μου αυτοκίνητο. Δεν έχω καμία διάθεση να ψηθώ μέσα στη σαρακάκα σου στο δρόμο της επιστροφής».
     Συμφώνησε σιωπηλά. Το αμάξι της ήταν ένα μικρό Χόντα, διακριτικά γκρίζο, αγορασμένο δεύτερο χέρι από την Ιαπωνία. Κάθισε αβίαστα στη θέση του συνοδηγού κι άνοιξε το παραθύρι. Ήτανε πολύ νωρίς ακόμη για κλιματισμό και δεν ήταν πολλά τα πράγματα που του άρεσαν τόσο όσο η πρωινή δροσιά.
     «Θέλω καφέ», της είπε προτού προλάβουν καν να βγουν από την πύλη, έτσι μόλις που πρόλαβε να στρίψει δεξιά με προορισμό την Πλατεία Σολωμού. Εκεί όπου βρισκόταν το αγαπημένο του καφενεδάκι. Είχε ήδη μαζευτεί κόσμος εκεί. Ξένοι εργάτες, κάποιοι ηλικιωμένοι, λίγοι μαθητές. Το περίπτερο στη γωνία άλλαζε τους πελάτες της νύχτας μ’ αυτούς της μέρας.
     «Δεν έχουμε χρόνο για κυπριακό. Θα σου πάρω ένα φραπέ και θα φύγουμε αμέσως. Μείνε εδώ», τον πρόσταξε και βιάστηκε να κατεβεί.
     Δεν έφερε αντίρρηση. Χαμογέλασε. Σαν παιδί της τον είχε και σαν πατέρα της. τον ήξερε τόσο καλά. Γι’ αυτό και δεν τον ρώτησε άλλωστε για τη δοσολογία. Μαύρο με ολίγη. Ο γιατρός του είπε να κόψει εντελώς τη ζάχαρη, αλλά όσο κι αν προσπαθεί δεν το μπορεί. Τη μείωσε ωστόσο, από τα δύο κουταλάκια στο μισό. Πώς να δουλέψει το μυαλό χωρίς ζάχαρη; Πώς; Και τον καφέ τον μείωσε. Κάποτε έπινε εφτά οκτώ την ημέρα. Τώρα ένα φραπέ κι ένας κυπριακός του φτάνει. Γερνάει.
     Ακούει την πόρτα ν’ ανοίγει ξαφνικά και βγαίνει απ’ τις σκέψεις του. Δυο πλαστικά ποτήρια προσγειώνονται στα χέρια του. Βάζει το δικό της στην υποδοχή, κάτω από το ραδιόφωνο, και φέρνει το δικό του στα χείλη. Εκείνη δε θα πιει γουλιά μέχρι να φτάσουνε στον προορισμό τους, αφού δεν επιβάλλει τους νόμους μοναχά, αλλά τους εφαρμόζει.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

υ.γ. Το πρώτο μου αστυνομικό μυθιστόρημα. Θα δημοσιεύσω μόνο τέσσερα κεφάλαια από αυτό.

Τρίτη, 5 Απριλίου 2011

Σ' αγαπώ απελπισμένα - Μέρος Β' 2

Θέλει να του γράψει. Να του γράψει και να του ζητήσει να γυρίσει πίσω. Έτσι, απλά! Αλλά, δε θα το κάνει. Γιατί αν το κάνει, ίσως εκείνος σπεύσει να εκπληρώσει την επιθυμία της, κι αυτό δεν το θέλει η Μάγια. Όχι, δεν το θέλει. Της πήρε πολλή χρόνο να συνηθίσει στην ιδέα της απουσίας του. Θα της πάρει άλλο τόσο ν’ αλλάξει τη ζωή της.
«Τι είναι τέσσερις μήνες; Τίποτα!» σκέφτεται. Μα, οι τέσσερις μήνες που πέρασαν από τότε που έφυγε ήταν οδυνηροί, οι τέσσερις που θα ακολουθήσουν θα είναι επίσης, αλλά είναι σίγουρη πως η ζωή της θα πάρει μια αποφασιστική στροφή προς το καλύτερο.
«Τι να κάνει, άραγε; Πώς να είναι;» συλλαμβάνει πού και πού τον εαυτό της να αναρωτιέται. Θα ήθελε να τον πάρει τηλέφωνο μόνο και μόνο για να μάθει τα νέα του, ν’ ακούσει τη φωνή του. Το μόνο που εκείνος δεν έχει κινητό. Αν είναι δυνατόν! Αλλά, έχει, όπως έμαθε, υπολογιστή. Το μόνο που δεν έχει λογαριασμό ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Αντί αυτού του αρέσει να γράφει μακροσκελή γράμματα. Μα, σε πια εποχή ζει, επιτέλους;
«Στη δική του εποχή ζει ο Νικόλας. Όχι στη δική μου, όχι στη δική τους. Ίσως γι’ αυτό να τον αγάπησα τόσο, επειδή δε θυμίζει σε τίποτα τους άλλους ανθρώπους!»
Ίσως γι’ αυτό να τον αγάπησε τόσο, αλλά ίσως και γι’ αυτό να πρέπει να τον ξεχάσει, όσο μπορεί να τον ξεχάσει. Ήταν ο άνθρωπός της. Κάποιος άλλος πρέπει και μπορεί κάποτε να πάρει τη θέση του. Όχι πως το επιδιώκει. Απλά τον τελευταίο καιρό έχει πάψει να παριστάνει την ερημίτισσα. Άρχισε να βγαίνει λίγο έξω, να γνωρίζει -όχι πολλή- κόσμο, να μαζεύει σταγόνες ζωής. Μόνο αυτό. Δεν ψάχνει κάτι, δεν ψάχνει κανένα, όχι τώρα, όχι ακόμη. Ο έρωτας μπορεί να περιμένει.
Στη δουλειά τα πάει καλά, αλλά δύσκολα τα βγάζει πέρα. Η τηλεόραση της πρόσφερε πολύ χρήμα, πολλές ανέσεις, τώρα πρέπει να συνηθίσει να ζει με λιγότερα. Κανένα πρόβλημα! Πού και πού μόνο, όταν στενεύουν λίγο τα πράγματα, κάνει καμιά διαφήμιση για το ραδιόφωνο, ενώ της έχουν προτείνει και μια εκπομπή. Το σκέφτεται. Δεν είναι και τόσο άσκημη ιδέα. Θα συμπληρώνει το εισόδημά της, χωρίς να ξοδεύεται ψυχικά. Αν ήταν εκεί ο Νικόλας θα την υποστήριζε σίγουρα σε μια τέτοια απόφαση.
Αλλά, δεν είναι! Κι έτσι τώρα δεν έχει κανένα με τον οποίο να μιλήσει γι’ αυτά που την απασχολούν, ή, μάλλον, σχεδόν κανένα. Κάθε τόσο συναντά την Αριάδνη, την παλιά φίλη του καλού της, και μ’ αυτή συζητά τα πάντα. Ακούγεται τρελό, αλλά την εμπιστεύεται. Νιώθει σίγουρη πως ό,τι κι αν της πει, δε θα το ακούσει ποτέ κανείς άλλος απ’ τα χείλη της, ούτε καν ο Νικόλας. Κάηκε η Αριάδνη, κάηκε κι αυτή, πολλές φορές, κι έμαθε. Έμαθε να διαβάζει τους ανθρώπους και να εκτιμά απεριόριστα τη φιλία. Παλιά, της εκμυστηρεύτηκε, ήταν αλλιώς. Πίστευε πολύ τους ανθρώπους, αγαπούσε πολύ και πληγωνόταν πολύ. Είδε κι έπαθε μέχρι να καταλάβει μια μέρα ξαφνικά ότι για κάποια πράγματα δεν αξίζει καθόλου να ξοδεύεται κανείς. Σ’ αυτήν πρωτοείπε, λοιπόν, το μυστικό της, και είναι σίγουρη πως το κράτησε. Αλλιώς ο Νικόλας θα της κτυπούσε εδώ και καιρό την πόρτα.
Με το πέρασμα του χρόνου άρχισε να αλλάζει η Μάγια, να γίνεται όλο και πιο δυνατή, όλο και πιο κοντινή κι απόμακρη απ’ τους ανθρώπους, ν’ αγκαλιάζει τη μοναξιά της, να την αγκαλιάζει και την κάνει δημιουργία. Η αυτοπεποίθησή της πήρε ημέρα με την ημέρα μεγαλώνει όλο και πιο πολύ. Άρχισε να ζωγραφίζει και πάλι, κι οι πίνακές της δε θυμίζουν πια εφιάλτες. Γράφει στίχους και τα τραγούδια της δε μιλάνε πια για τη λύπη και το χωρισμό. Βγάζει και φωτογραφίες, αιχμαλωτίζει στο βλέμμα και στο χαρτί την ομορφιά της φύσης, που της έχει λείψει τόσο από την ημέρα που έφυγε εκείνος.
«Α, ρε Μάγια!» κοιτά τον εαυτό της στον καθρέφτη, κάθε τόσο, και λίγο χαμογελά, «Α, ρε Μάγια, πόσο άλλαξες, πόσο όμορφα αλλάζεις!»
«Ομορφαίνεις τον κόσμο, καλή μου, με την παρουσία σου!» της είπε κάποτε η Αριάδνη, που ποτέ, είτε καλά, είτε κακά, δε μασάει τα λόγια της. «Έτσι ωραία που μεταμορφώνεσαι εσύ, κοίτα να μεταμορφώσεις και τους γύρω σου. Έχεις ιδέα, βρε κουτό, πόση θετική ενέργεια εκπέμπεις; Σχεδόν βλέπω την αύρα σου. Για δες το πρόσωπό σου πόσο λάμπει, κι ας ραγίζει το βλέμμα. Για δες πως αυτό που σου συμβαίνει σε λούζει στο φως. Να μην κλαις για τίποτα, καλή μου, για τίποτα και για κανένα. Μόνο από χαρά, μόνο απ’ τα γέλια...»
Ποια χαρά; Ποια γέλια; Όσο καλύτερα κι αν νιώθει τώρα, της είναι ακόμη αδύνατον να βουτήξει βαθιά στα νερά της ζωής εκεί έξω. Κάνει ένα-ένα, σιγά-σιγά, τα βήματα που θα τη βγάλουν οριστικά από την απομόνωση. Μπορεί να ζήσει χωρίς τους ανθρώπους, αλλά τους χρειάζεται. Δεν μπορεί να ζει πια μόνο με τα φαντάσματά της, τα βαρέθηκε πολύ. Είναι αυτάρκης, αλλά δεν είναι. Διχασμένη προσωπικότητα είναι. Όπως κανείς. Όπως όλοι.
Το μόνο της πρόβλημα, το μόνο πραγματικά μεγάλο της πρόβλημα, είναι οι γονείς της. Οι γονείς της κι οι πρώην φίλοι. Αυτοί που την οδήγησαν στην καταστροφή. Όλο της τηλεφωνούν για το ένα και το άλλο, όλο την πιέζουν να κάνει αυτό που οι ίδιοι θεωρούν σωστό. Κι όλοι, μα όλοι, ξέρουν τι είναι καλύτερο για τον εαυτό της, εκτός από την ίδια. Κάθε φορά που τους συναντά, κάθε φορά που τους ακούει -όχι δεν τους μιλά, δεν έχει καμία απολύτως όρεξη να πετά λόγια στον αέρα- φουντώνει μέσα της μια επιθυμία άγρια, μια επιθυμία να τους πει να πάνε όλοι στο διάολο, κι αυτοί και οι ιδέες τους, αλλά δεν το κάνει. Τους ακούει μόνο, λίγο χαμογελαστά λίγο θλιμμένα, και κοιτάει στο υπερπέραν. Όχι, αυτό δε θα τους περάσει, σκέφτεται. Δε θα τους περάσει. Αρκετά τη σκότωσαν. Τα λάθη της από δω κι εμπρός θα είναι δικά της. Είτε τους αρέσει, είτε όχι.
Πού και πού τα βάζει ακόμη με τον εαυτό της η Μάγια, με την παθητικότητά της, με τη δειλία της. Αν και δεν είναι ακριβώς δειλή, απλά, παρόλα τα βάσανά της, παρόλ’ αυτά που έζησε και έπαθε, η καρδιά της ξεχειλίζει από καλοσύνη. Έτσι, όσο κι αν την πλήγωσαν οι άλλοι, ποτέ δε θα έκανε κάτι για να τους το ανταποδώσει. Θα μπορούσε να τους αποφύγει, ωστόσο, αλλά ούτε κι αυτό το κάνει.
Αξιολύπητο! Έτσι νιώθει κάποτε τον εαυτό της, αλλά και τι μ’ αυτό;
Ένα μικρό αγκάθι, ωστόσο, της χαρακώνει την ψυχή: ο θάνατος της Μαρίας. Θεωρεί τον εαυτό της υπεύθυνο γι’ αυτόν. Επειδή δεν προσπάθησε, δεν προσπάθησε να τη σώσει. Όχι πως θα μπορούσε, αλλά τουλάχιστον θα ήταν εκεί. Δε θα πέθαινε μόνη κι αβοήθητη.
Πηγαίνει κάθε βδομάδα στον τάφο της, πάντα κάποιο πρωινό καθημερινής που δεν βρίσκεται κανείς άλλος στο νεκροταφείο, πηγαίνει και κάθεται εκεί μπροστά του και της μιλά. Της λέει τα νέα της, λες και είναι ζωντανή, λες και μπορεί να την ακούσει, της μιλά για τον Νικόλα που δε δίνει στην ίδια σημεία ζωής, για τα θολά μα ζωντανά της όνειρα για το μέλλον και της ζητά να τη συγχωρέσει, κι ας μην ήταν ποτέ στ’ αλήθεια φίλες. «Όλα θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά!» ψιθυρίζει πάνω από το νοτισμένο χώμα, το οποίο πήραν να στολίζουν κάποια αγριολούλουδα.

Είναι άνοιξη. Η γη πρασίνισε. Τα χελιδόνια πήραν να επιστρέφουν. Ένα ποτάμι λείπει μόνο για να της ζωγραφίσει με χρώματα ευωδιαστά της ζωής της το τοπίο, ετούτο το πρωινό. Ένα ποτάμι! Μα, που να βρεθεί τέτοιο σ’ ετούτη την άχρωμη πόλη;
Μπαίνει στο αυτοκίνητο, βάζει ένα σι ντι με τραγούδια από το Πράσινο Ακρωτήρι να παίζει και κινά για τα βουνά. Το κινητό κλειστό, η ψυχή ανοιχτή. το ποτάμι, το μακρινό μονοπάτι της φύσης, κι ο αγαπημένος της καταρράκτης την περιμένουν. Επιστροφή στην αρχή. Στο αύριο...

Συνεχίζεται


Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Κυριακή, 3 Απριλίου 2011

Σ' αγαπώ απελπισμένα - Μέρος Β' 1

Πρέπει να την ξεπεράσει. Και να προχωρήσει. Αυτό πρέπει να κάνει. Κι ας του λείπει. Αφόρητα. Αποπνιχτικά.
Ώρες-ώρες νιώθει να τρελαίνεται. Ακούει φωνές που μοιάζουν πολύ στη δική της, με ανοικτά τα μάτια τα βράδια, βλέπει διάφανες οπτασίες που φέρουν τη μορφή της, να διασχίζουν νωχελικά το κενό του μοναχικού του δωματίου. Αλλά, πολεμά. Τους πολεμά τους δαίμονές του. Και θα τους νικήσει. Ακόμη μία φορά.
Δεν είναι εύκολο να ζει κανείς την κάθε ώρα του, την κάθε του στιγμή μέσα στις αναμνήσεις, να ερωτοτροπεί με την τρέλα. Όμως αυτός, προς το παρόν, δεν έχει άλλη επιλογή. Νιώθει σπασμένος, ηττημένος, αλλά αποφασισμένος για τη φυγή προς τα μπρος.
Ζωγραφίζει... Ζωγραφίζει την εικόνα της μέσα του. Ανοίγει τα μάτια και βλέπει τη φωτογραφία της στο φορητό υπολογιστή, που μόλις αγόρασε, να κοιτά με θλιμμένο, λες, βλέμμα το κενό. Της χαϊδεύει νοητικά τα μαλλιά, της ζεσταίνει μ’ ένα αδιόρατο φιλί το μάγουλο. Πόσο τη θέλει! Πόσο δε θέλει πια να την έχει!
Αλήθειες πικρές τον ζώνουν από παντού, του χαρακώνουν από άκρη σ’ άκρη την ψυχή, συνεχώς του δείχνουν το σκοτάδι. Κι αυτός προσπαθεί να τις πνίξει, να πάρει ένα σφουγγάρι και να τις σβήσει. Πίνει χάπια για να κοιμηθεί, οινόπνευμα για να ξεχάσει. Κοιμάται λίγο. Ξεχνάει ακόμη λιγότερο.
Μα, δε θέλει να στρέψει το χρόνο πίσω. Να το σπρώξει, να πάει μπροστά, αυτό θέλει. Κι ας ξέρει. Ξέρει ότι πάντα, ή σχεδόν πάντα, αυτό που πιο πολύ θέλουμε να γίνει, αυτό που βιάζουμε να συμβεί, σχεδόν ποτέ δεν πραγματοποιείται. Όταν ψάχνει κανείς, δε βρίσκει.
Προσπαθεί σκληρά, πολύ, να αφήσει και πάλι τον εαυτό του ελεύθερο, να ξεφύγει από τη σκιά της, να ξεφύγει από τη μαγεία της Μάγιας, της γλυκιάς του ψευδαίσθησης, της υπόσχεσης που δεν έμελλε να βγει αληθινή.
Κάθε στίχος τραγουδιού τη θυμίζει, κάθε ανάγνωση βιβλίου τη ζωντανεύει. Κι αυτός δίχως τα τραγούδια και τα βιβλία δεν μπορεί. Πώς να μπορέσει μακριά της;
Τα μάτια του έχουν ξεσυνηθίσει πια τη θέα των ανθρώπων. Έχουν γίνει μια σπηλιά που εκεί μέσα βρίσκεται πια βαθιά χωμένος. Τα μαλλιά του μάκρυναν πολύ, στο πρόσωπό του κάνει κατάληψη μια, τόπους-τόπους γκρίζα, αγριωπή γενειάδα. Γερνάει επιτυχώς.
Πάνε τέσσερις μήνες από τότε που έφυγε. Τέσσερις μήνες που είναι απόλυτα μόνος και δεν μπορεί ούτε μια στιγμή να τη ξεχάσει. Τέσσερις μήνες που δεν έχει μιλήσει στ’ αλήθεια σε κανένα.
Μόνο όταν πνίγεται πολύ, όταν δεν μπορεί πια να ανασάνει από τον πόνο και τη μοναξιά, μόνο τότε επιτρέπει στον εαυτό του να βγει έξω στο φως της νύχτας, να αναμιχθεί για λίγο με τις φυλές των ανθρώπων, να μυριστεί τα χνώτα τους, να μοιραστεί -σχεδόν απαρατήρητος- μαζί τους κάποιες στιγμές.
Δεν ξέρει κανένα, δεν τον ξέρει κανείς. Κι αυτό είναι θάνατος, κι αυτό είναι σωτηρία.
Πάντα στους ίδιους δρόμους τριγυρνά, πάντα στα ίδια μέρη πάει. Εκεί, που κάποιο χειμώνα, που τώρα φαντάζει στα μάτια του απέραντα μακρινός, γνώρισε μια αγάπη μεγάλη. Κι εκεί που την έχασε.
Πίνει πολύ, μεθάει αργά, με σύστημα. Ποτέ δε ξεφεύγει. Πάντα έχει τον έλεγχο του εαυτού του. Παρατηρεί με προσοχή τους ανθρώπους, αλλά τώρα πια δεν τους βλέπει. Δεν τους βλέπει όπως παλιά, όπως τότε που ήταν ο εαυτός του – που κουβαλούσε πάντα μαζί του ένα μπλοκάκι σημειώσεων και σκάρωνε στο πι και φι για τον καθένα τους μια ιστορία. Δεν μπορεί να γράψει πια. Στέρεψε. Εκείνα τα δύο γράμματα στην αγαπημένη, εκείνα ήταν τα τελευταία του γραπτά. Τώρα γράφει απουσίες.

Αλλά, δεν περνά τόσο απαρατήρητος όσο πιστεύει, ή όσο θέλει να πιστεύει. Ένα ζευγάρι μάτια τον παρακολουθεί στενά κάθε φορά που πηγαίνει στο αγαπημένο του ήσυχο και ημιφωτισμένο μπαράκι. Το πρόσωπο που φωτίζουν γεύτηκε το δικό του μερίδιο στον πόνο, πέρασε πολλά, έχασε πολλά, αγάπησε λίγο, αγαπήθηκε λίγο, έχασε πολύ.
Τον ξέρει, τον ξέρει καλά αυτό τον άνθρωπο η Νάζια, τον αναγνωρίζει, σα μέσα από ένα όνειρο, σαν κάποιο που της μοιάζει πολύ. Καταλαβαίνει τη μοναξιά του, διαβάζει την απόγνωση στο βλέμμα του, νιώθει τον πόνο του και την απέλπιδα προσπάθειά του να κρατηθεί από τη ζωή. Εδώ και τέσσερις μήνες βρίσκεται εκεί. Πηγαίνει μέρα παρά μέρα, κάθεται στην πιο απόμακρη και σκοτεινή πλευρά του μπαρ και πίνει σιγά-σιγά, αμίλητα, τα ποτά του. Σαν έκπτωτος άγγελος και σαν κλοσάρ της αγάπης.
Κάτι την σπρώχνει να τον πλησιάσει, να του μιλήσει, να τον ακούσει, ακριβώς όπως έκανε παλιά ένας άλλος άγνωστος για κείνη, κάποιος που την έσωσε. Αλλά, πώς να το κάνει αυτό; Πώς; Μοιάζει τόσο απρόσιτος, που λίγο την τρομάζει. Όχι, δεν είναι κακός άνθρωπος, από δαύτους γνώρισε πολλούς, αυτό το καταλαβαίνει, αλλά, να, σα να μη θέλει να βγει από τη μοναξιά του, σα να τρέφει τον πόνο του εθελοντικά, πεισματικά. Και, σα να μη βλέπει τους άλλους ανθρώπους. Τα μάτια του λες και κοιτάν μόνο προς τα μέσα.
Μια φορά μόνο προσπάθησε να τον πλησιάσει, αλλά όχι πολύ, μια φορά που είδε τα μάτια του σχεδόν να αιμορραγούν από τον πόνο. Πέρασε από πίσω του αλαφροπατώντας σαν αερικό και του ψιθύρισε στ’ αυτί: Ό,τι είναι θα περάσει! κι απομακρύνθηκε. Όταν γύρισε σε λίγο το βλέμμα της προς τα κει, της φάνηκε ελαφρά έκπληκτος και μετά κάπου απογοητευμένος, λες και του είχε μιλήσει κάποιο φάντασμα.
Από τότε, τίποτα. Δεν προσπάθησε ξανά να βρεθεί κοντά του, κι ούτε καν να του ρίξει κάποιο βλέμμα στα φανερά. Σκέφτηκε ότι όσο δεν το αποφάσιζε ο ίδιος να βγει απ’ το ματωμένο του κλουβί, κανείς δε θα μπορούσε να τον βοηθήσει.
Μα, να που απόψε... Απόψε της φαντάζει κάπως διαφορετικός. Λίγο πιο ζωντανός. Κι ας μη φαίνεται να το καταλαβαίνει. Μια μικρή σπίθα, τοσοδούλα, πάει να του φωτίσει το βλέμμα, αν και η θλίψη εξακολουθεί να του χαράζει το πρόσωπο.
«Βγαίνει στο φως!» σκέφτεται μ’ ένα κρυφό χαμόγελο η Νάζια. «Επιτέλους, βγαίνει στο φως...»
Κι η αλήθεια είναι πως αυτό ακριβώς συμβαίνει. Για πρώτη φορά από τη μέρα που πάτησε το πόδι του στα Χανιά νιώθει κάπως διαφορετικά. Το μέσα του ελαφρά χαμογελά. Και δεν ξέρει καν το γιατί. Αλλά, δε χρειάζεται να το ξέρει κιόλας. Απλά, η αρρώστια πάντα έρχεται γρήγορα κι οδυνηρά, κι η γιατρειά αργά κι αβίαστα.
Θέλει! Θέλει να χαμογελάσει πλατιά στη ζωή εδώ και τώρα, αλλά δεν μπορεί. Είναι ακόμη νωρίς. Μα, έγινε η αρχή. Το νιώθει μέσα του, του το λένε τα σωθικά του.
Ξαφνικά νιώθει μια σκιά δίπλα του, από πάνω του. Ανασηκώνει το βλέμμα. Βλέπει δυο φωτισμένα μάτια να τον παρατηρούν, ένα χέρι να του προτείνει ένα σφηνάκι ρακή. Το παίρνει. Κρατά κι εκείνη ένα. Τα τσουγκρίζουν.
«Στο αύριο!» εύχεται εκείνη και του χαμογελά, παίρνει τα άδεια ποτηράκια και νωχελικά απομακρύνεται.
Εκείνος παραμένει εκεί, στη θέση του, ακίνητος, για λίγο σαστισμένος. Σύντομα, όμως, βγαίνει απ’ το τριπάκι του, σηκώνεται σιγά-σιγά και φεύγει.
Σε λίγα λεπτά βρίσκεται στο δωματιάκι του, ξαπλωμένος σ’ ένα παλιό κρεβάτι που τρίζει. Φοβάται πως από στιγμή σε στιγμή θα εμφανιστούν τα φαντάσματά του, αλλά δεν το κάνουν. Γαληνεύει.
«Στο αύριο!» σκέφτεται και σύντομα αποκοιμιέται. Βλέπει όνειρα πολύχρωμα που δεν καταλαβαίνει.

Συνεχίζεται


Η εικόνα κλεμμένη από εδώ