Είχε πια πέσει η νύχτα όταν επέστρεψε στη Λευκωσία. Πήγε κατευθείαν στο σπίτι για να επιστρέψει το κινητό στη γυναίκα του, αλλά και για να πάρει το δικό του. Βρήκε την Ντίνα να τον περιμένει εκεί, κάτι που δεν τον εξέπληξε. Τίποτα δεν τον εξέπληττε πια. Ούτε ακόμη και η Μαργαρίτα, η οποία πού και πού του έλεγε σοκαριστικές ιστορίες για να εισπράξει τη μη αντίδρασή του, ή στην καλύτερη περίπτωση ένα χαμόγελο.
«Πρέπει να μιλήσουμε», του είπε κοφτά.
«Πάμε στο γραφείο μου».
Βγήκαν έξω και κάθισαν κάτω από την κληματαριά όπου ήταν ήδη τοποθετημένο ένα πλαστικό άσπρο τραπέζι και τέσσερις καρέκλες. Προτού προλάβουν να πουν κουβέντα κατέφθασε η Γεωργία με τις λεμονάδες που δεν ζήτησαν. Χαμογέλασαν ο ένας στον άλλο και την ευχαρίστησαν καθώς έκανε επαναστροφή και έφευγε. Ευλογημένη γυναίκα. Τυχερός είμαι τελικά, σκέφτηκε ο Ιωάννου.
«Μίλα. Σίγουρα κάτι σημαντικό έχεις να μου πεις για να έρθεις εδώ. Κάτι που δε θα μπορούσες να μου πεις στο γραφείο…»
«Ο Παναγίδης και η γυναίκα του Κωνσταντίνου…»
«Το περίμενα».
«Αποφάσισα από περιέργεια, με ξέρεις τώρα, να ψάξω το γραφείο του μακαρίτη και βρήκα καταχωνιασμένες στο βάθος ενός συρταριού φωτογραφίες τους…»
«Ώστε το ήξερε. Ενδιαφέρον. Τίποτ’ άλλο;»
«Ίσως. Δεν είμαι σίγουρη ακόμη. Δεν μπορώ να σου πω αν δεν έχω στοιχεία».
«Να μη μου πεις. Ξέρει ο διευθυντής για τα πιτσουνάκια μας;»
«Αν ναι, δεν το άκουσε από μένα».
«Ωραία. Προς το παρόν θα είναι το μυστικό μας. Αν μάθει γι’ αυτούς ο Σωτηρίου θα αντιδράσει αυθόρμητα και θα τα τινάξει όλα στον αέρα. Πήγαινε σπίτι τώρα. Ήταν μεγάλη μέρα. Πρέπει να ξεκουραστείς. Αύριο πρωί πρωί το πρώτο πράγμα που θέλω να κάνεις είναι να ξεσκονίσεις όλους τους φακέλους των υποθέσεων που ανέλαβε ο Κωνσταντίνου, όσο ασήμαντες κι αν φαντάζουν. Το ξέρω ότι αυτή τη στιγμή υποψιαζόμαστε κάποιο συγκεκριμένο άτομο, αλλά τίποτα δεν είναι σίγουρο».
«Μάλιστα αφεντικό», απαντά μ’ ένα σχεδόν ειρωνικό χαμόγελο. «Αλλά είναι πολύ νωρίς για να πάω να κλειστώ στο σπιτάκι μου. Λέω να μείνω εδώ και κάνω παρεία στην Μαργαρίτα. Επιτρέπεις;»
«Επιτρέπω».
Κατεβάζει μονορούφι τη λεμονάδα της και μπαίνει στο σπίτι. Σχεδόν ταυτόχρονα εμφανίζεται στην πόρτα της κουζίνας η Γεωργία.
«Θα ξαναβγείς;»
«Ναι, αλλά όχι για πολύ».
«Ελπίζω να μην ξέχασες για αύριο…»
Αύριο; Τι να είναι αύριο; Ω, στην ευχή, τα γενέθλια της Ελευθερίας. Τα ξέχασε.
«Φυσικά και δεν ξέχασα».
«Καλά».
Κοφτή η απάντησή της, αφού κατάλαβε το ψέμα του, αλλά δίχως ίχνος επίκρισης. Τον έχει πια συνηθίσει.
Δέκα και κάτι το βράδυ και στην Παγίδα -όνομα και πράμα- που βρίσκεται στο κέντρο της Λευκωσίας υπάρχουν πεντέξι πελάτες. Περισσότερα είναι τα κορίτσια από τις πρώην ανατολικές χώρες που τους εξυπηρετούν. Είναι πολύ νωρίς ακόμη. Μόλις μπαίνει μέσα πηγαίνει κατευθείαν στο μπαρ. Ο Νίκος παρακολουθεί ένα ματς στην τηλεόραση. Πενηντάρης, κοντόχοντρος, παρατημένος απ’ τη γυναίκα και τα παιδιά του, ένας από τους χαμένους της ζωής, τον οποίο όμως δεν άκουσε ποτέ να παραπονιέται. Τον διακόπτει.
«Σε θέλω», του λέει.
«Εγώ όμως δε σε θέλω», του απαντάει. «Είσαι χοντρός και άσχημος». Πάντα το ίδιο τροπάρι. «Ερωτήσεις;»
«Ναι. Για τον Κωνσταντίνου. Τα έμαθες υποθέτω…»
«Καθώς ερχόμουνα στη δουλειά. Τι θες να μάθεις;»
«Ξέρω ήδη ότι ήταν εδώ ψες. Θέλω να μου πεις, αν θυμάσαι, μέχρι ποια ώρα κάθισε, αν συνάντησε κάποιον, ποια ήταν η συμπεριφορά του κτλ. Ξέρεις, τα συνηθισμένα…»
«Λοιπόν, πρέπει να ήρθε γύρω στις δώδεκα-δωδεκάμισι. Κάθισε στην άκρη της μπάρας, εκεί που κάθεσαι κι εσύ συνήθως και παρατηρείς τους πελάτες. Παρήγγειλε μπίρα. Κάποια στιγμή τον είδα να συνομιλεί με δύο τύπους, που μάλλον ήταν μπάτσοι, αφού έχω διαταγή από το αφεντικό να μην τους χρεώνω. Αυτοί δεν έμειναν για πολύ, αλλά εκείνος είμαι σίγουρος ότι ήταν εδώ τουλάχιστον μέχρι τις τρεις-τρεισήμισι. Πίνει με σύστημα, όπως κι εσύ, μια μπίρα κάθε τρία τέταρτα της ώρας, και είμαι σίγουρος ότι ήπιε τέσσερις. Όσο για τη συμπεριφορά του δεν ξέρω τι να σου πω: μού φάνηκε κάπως αφηρημένος ή σκεφτικός ή κάτι. Σα να ήταν μα δεν ήταν εδώ».
«Είσαι αστέρι, Νίκο».
«Όχι το δικό σου πάντως».
«Βάλε μια ξανθιά στη ζωή μου και επιστρέφω. Πάω έξω να μιλήσω με τον μπράβο σας».
Ο μπράβος. Μούσκουλα νοικιασμένα από εταιρεία. Όχι και πολύ ψηλός, φτιαγμένος λες από μπετόν, με ανέκφραστο πρόσωπο και χέρια σπάτουλες, και με φωτεινά μαύρα μάτια. Η δουλειά του δεν είναι το να επιτρέπει σε κάποιους να μπουν μέσα ή να αποτρέπει κάποιους άλλους, αλλά το να παίζει τον ειρηνοποιό, να διαλύει τους καυγάδες. Τα πράγματα άρχισαν να αγριεύουν τον τελευταίο καιρό με τους ανθρώπους της νύχτας, αλλά εδώ ωστόσο ακόμη παραμένουν τα ίδια, αλλά για πόσο; Ήδη ακούγονται φήμες από παντού ότι κάποιοι τριγυρνούν από δω κι από κει και προσφέρουν με το έτσι θέλω προστασία. Κύπρο μου πώς κατάντησες!
Δεν τον ξέρει, έτσι τσάτρα-πάτρα καταφέρνει να βρει το τηλέφωνο του Χριστάκη στο κινητό του και τον καλεί.
«Ο πορτάρης είναι ο ίδιος με χθες;»
«Μάλλον ναι. Ο Άρης;»
«Είσαι ο Άρης;» τον ρωτά.
«Ναι», απαντά, σχεδόν μέσα από τα δόντια του.
«Μίλα». Του δίνει το κινητό. Εκείνος το παίρνει, ακούει, το κλείνει, του το επιστρέφει.
«Τι θες να μάθεις;»
«Ξέρεις τον Κωνσταντίνου;»
«Όχι. Κανέναν δεν ξέρω. Είναι η τέταρτη φορά που δουλεύω εδώ. Δυο την προηγούμενη βδομάδα και δυο αυτή. Μόνο τον Χρήστο και το αφεντικό…»
«Καλά», τον διακόπτει ανυπόμονα. «Ψες, μπορείς να μου πεις, αν θυμάσαι, αν συνέβηκε κάτι πέρα από τα συνηθισμένα. Δε μιλάω για μεθυσμένους, καυγάδες κτλ. Εκείνο που θέλω να μάθω είναι αν κάτι άλλο τράβηξε την προσοχή σου, οτιδήποτε. Μη βιαστείς να απαντήσεις. Με το πάσο σου…»
«Αν ήταν ασυνήθιστη για κάτι χθες η νύχτα ήταν ακριβώς επειδή δε συνέβηκε τίποτα. Ήταν πεσμένη και η δουλειά. Συνήθως μπαινοβγαίνει κόσμος για να καπνίσει συνεχώς, αλλά ήταν τόσο λίγοι οι πελάτες που την περισσότερη ώρα ήμουν μόνος…»
«Εντάξει. Τίποτα δε συνέβηκε μέσα στο μαγαζί. Έξω όμως;»
«Τίποτα. Οι συνηθισμένοι περαστικοί ξέρεις, οι ξένοι, κάποιοι μεθυσμένοι που πέρασαν μα δε σταμάτησαν. Αυτοί…»
«Σ’ ευχαριστώ».
Δεν του απάντησε κι εκείνος μπήκε μέσα. Πήγε και κάθισε στη μπάρα και πήρε στα χέρια του το μεγάλο ποτήρι με την ΚΕΟ. Ο κλιματισμός, παρά το άδειο του χώρου, ήταν στο φουλ και έτσι δεν πρόλαβε να ξεπαγώσει. Την ήπιε σιγά σιγά, με μικρές γουλιές, παρατηρώντας τα κορίτσια και τους θαμώνες, που άρχισαν να γίνονται όλο και πιο πολλοί, και μετά σηκώθηκε, άφησε στον πάγκο ένα χαρτονόμισμα των πέντε ευρώ -αυτός πάντα πλήρωνε τα ποτά του- χαιρέτησε μ’ ένα νεύμα της κεφαλής τον Νίκο και έφυγε. Η νύχτα ήταν υγρή. Περπάτησε για λίγα λεπτά διασχίζοντας τη μισή Ρηγαίνης, περνώντας μπροστά από κλειστά μαγαζιά και ορθάνοικτα σαντουιτσίδικα και βγήκε στην Πλατεία Ελευθερίας. Εκεί συνάντησε τις συνηθισμένες φάτσες της νύχτας. Μετανάστες να κάθονται στα παγκάκια και να πίνουν φτηνές εισαγόμενες μπίρες, ταξιτζήδες, αργόσχολοι, περιπτεράδες. Κατεβαίνοντας τα σκαλιά ανάμεσα από τα περίπτερα βρέθηκε σ’ εκείνη την παρεξήγηση κήπου, που φιλοξενούσε καφετέρια, δημόσιες τουαλέτες, δέντρα και λουλούδια, αλλά και ένα χώρο στάθμευσης. Μπορούσε να διακρίνει στο μισοσκόταδο κάποιες φιγούρες στα παγκάκια, ν’ ακούσει κάποιους ψίθυρους. Συνέχισε αδιάφορος το δρόμο του, μέχρι που έφτασε στο σκαραβαίο. Βυθισμένος στις σκέψεις του έβαλε μπρος. Ήταν σίγουρος ότι τον περίμενε μία ακόμη άγρυπνη νύχτα. Η ψύχωση που λέγαμε.
Όταν φτάνει στο σπίτι η Ντίνα είναι ακόμη εκεί. Κάθεται στο σαλόνι και μιλάει χαμηλόφωνα με την Μαργαρίτα, ενώ η Γεωργία και η Ελευθερία είναι άφαντες. Ίσως να πήγαν κιόλας για ύπνο ή και για μια βόλτα στη γειτονιά. Μάλλον για ύπνο, τώρα που το σκέφτεται, αφού η μικρή έχει εξετάσεις την επόμενη μέρα στο σχολείο. Χαιρετά μ’ ένα κούνημα της κεφαλής τις δυο τους και κατευθύνεται προς την κουζίνα και το ψυγείο. Πιάνει ένα κουτάκι μπίρα, το ανοίγει και βγαίνει έξω ξανά. Κάθεται κάτω από την κληματαριά, ελπίζοντας ότι δε θα πέσει πάνω του σαν έμπνευση κάποιο σκουλήκι. Οι ψίθυροι από μέσα συνεχίζονται, αλλά δεν τους δίνει σημασία.
«Και τώρα, τι θα κάνεις;» ρωτά η Ντίνα.
«Δεν ξέρω. Αυτό είναι το θέμα. Δεν ξέρω. Μπορείς να αγαπάς κάποιον και να είσαι ερωτευμένη με κάποιον άλλο; Τα έχω χαμένα. Γι’ αυτό ήθελα να μιλήσουμε άλλωστε – για να μου πεις την άποψή σου».
«Μα η άποψή μου είναι άσχετη. Ό,τι κι αν σου πω το ξέρεις πολύ καλά πώς στο τέλος θα κάνεις αυτό που εσύ θέλεις. Λάθος ή σωστό. Δεν υπάρχει λόγος να κάθεσαι να τα αναλύεις τόσο πολύ τα πράγματα. Ηρέμησε λίγο και όλα θα ξεκαθαρίσουν σιγά σιγά…»
«Να ηρεμήσω; Πώς; Είμαι ή δεν είμαι η κόρη του μπαμπά μου;»
«Όσο γι’ αυτό…»
«Μού λέει: ευτυχώς που πήρες μόνο μια από τις κακές συνήθειες μου και όχι την ασχήμια».
«Δεν είναι άσχημος. Ούτε όμορφος. Χαριτωμένος είναι. Σαν αρκουδάκι».
«Κι εκείνος σε συμπαθεί και το ξέρεις. Σε θεωρεί ακέραιο άνθρωπο, κάτι που δεν μπορεί να πει για πολλούς. Αλλά, άσ’ τον αυτόν. Εγώ τι να κάνω;»
«Σου είπα: υπομονή. Όμως, ίσως και να μην είμαι και το ιδανικό άτομο γι’ αυτή την κουβέντα. Στην ερωτική μου ζωή τα κάνω πάντα θάλασσα και δεν μπορώ να καταλάβω το γιατί…»
«Το καταλαβαίνεις, αλλά απλά δεν μπορείς να το αποδεχτείς. Τι να τα κάνουμε τα πτυχία και τα λαμπρά μυαλά μας αν δεν μπορούμε να τα βγάλουμε πέρα με τα πιο συνηθισμένα πράγματα στη ζωή;»
«Ο έρωτας δεν είναι ούτε απλό ούτε συνηθισμένο πράγμα. Όλα τα περιπλέκει. Δεν ξέρω ποιοι είναι αυτοί οι άντρες για τους οποίους μιλάς τώρα, αλλά ίσως ο καθένας απ’ αυτούς να σου δίνει κάτι διαφορετικό, κάτι που εξίσου χρειάζεσαι. Αν θες μια παρακινδυνευμένη πρόβλεψη, μετά χαράς, να σ’ τη δώσω, αλλά δε νομίζω να σου αρέσει».
«Μίλα».
«Δε νομίζω να καταλήξεις με κανένα απ’ αυτούς. Είτε το θέλουμε είτε όχι όλοι μας ψάχνουμε το ιδανικό στον έρωτα, κι επειδή αυτό είναι αδύνατον να το βρούμε, συνήθως συμβιβαζόμαστε με την ιδέα της δεύτερης καλύτερης επιλογής. Αν δεν το κάνουμε ούτε αυτό, τότε τα χάνουμε όλα…»
«Αυτό το όλα είναι που ζητώ…»
«Λίγο έλειψε να πω ότι είσαι μικρή, γι’ αυτό δεν καταλαβαίνεις. Σε περνώ μόλις τρία-τέσσερα χρόνια, αλλά κάνοντας τη δουλειά που κάνω, έχω μάθει καλύτερα από σένα τους ανθρώπους. Άκου με και μένα τη γριά. Ο άνθρωπος είναι το σύνολο των σκέψεων, των πράξεων και των επιλογών του. Για να το πω απλά: είναι ένα πακέτο, το οποίο παίρνουμε ή αφήνουμε με όλα τα περιεχόμενά του. Η σύγχυση που νιώθεις ίσως να οφείλεται και στο γεγονός ότι ζεις μια κατά βάση προστατευμένη ζωή. Δε βρέθηκες ποτέ μόνη και αβοήθητη, δεν έφαγες τα μούτρα σου, δεν έμαθες τα μαθήματά σου. Θα σου πω μια ιστορία. Έχω ένα φίλο που είναι εξαιρετικά ευθύς κι ενίοτε είρωνας ή σαρκαστικός. Κάποια φορά του σύστησα κάποιον με τον οποίο έβγαινα για μια εποχή και τον αντιπάθησε με την πρώτη ματιά. Όταν τον ρώτησα το γιατί μου απάντησε ότι: Χρειάζεται να είναι κανείς κάθαρμα για να διακρίνει ένα άλλο κάθαρμα. Κι όπως αποδείχτηκε είχε δίκιο. Νομίζω ότι κάποιο τέτοιο κάθαρμα χρειάζεσαι κι εσύ στη ζωή σου για να σε βοηθάει στα δύσκολα ή ίσως και για να σου κόβει τη φόρα…»
«Σαν τον μπαμπά μου ακούγεσαι…»
«Ίσως. Εξάλλου τον βλέπω κάθε μέρα. Είναι το σχολείο μου. Αν με μάθαινε πώς να βγάζω το σκασμό κιόλας…»
Έβαλαν τα γέλια. Τις άκουσε απέξω ο Ιωάννου και χαμογέλασε. Και επέστρεψε στις σκέψεις του. Το δεξί του χέρι είναι συνέχεια στο κουτάκι της μπίρας, αλλά ελάχιστα πίνει, γουλιά τη γουλιά. Το μυαλό του μοιάζει πότε να θολώνει από την κούραση και πότε να αποκτάει μια παράξενη διαύγεια. Κάτι μας διαφεύγει, σκέφτεται αναλογιζόμενος τις λεπτομέρειες της υπόθεσης. Κάτι, αλλά τι; Δε θέλει να μπει στο σπίτι και να διακόψει τα κορίτσια για να διαβουλευθεί με την Ντίνα. Μπορούνε να τα πούνε αργότερα. Ή καλύτερα το πρωί. Αλλά μέχρι τότε…
«Φεύγω», τον έβγαλε από τις σκέψεις του η Ντίνα. «Στο τριπάκι είσαι πάλι…»
«Ψύχωση είπαμε!» Χαμογέλασε. «Το πρωί θα ήθελα να ρίξω κι εγώ μια ματιά στους φάκελους του Κωνσταντίνου. Όχι πώς δε σε εμπιστεύομαι αλλά…»
«Τους άφησα στο τραπέζι της κουζίνας».
Αν είχε μουστάκι θα το έστριβε με ικανοποίηση.
«Είσαι αστέρι…»
«Το ξέρω. Θες να καθίσω λίγο ακόμη μαζί σου και να τους δούμε μαζί;»
«Όχι. Φτιάξε μόνο τον πίνακα με τα στοιχεία, όπως διαμορφώνονται».
Ο πίνακας με τα στοιχεία. Κλεμμένη ιδέα. Την πήρε όχι από κάποιο συνάδελφο, όχι από κάποιο εγχειρίδιο ή βιβλίο αστυνομικής λογοτεχνίας, αλλά από μια ξένη τηλεοπτική σειρά, την οποία απολάμβανε να παρακολουθεί μόνο και μόνο για να γελά με τις πράξεις ή και να χαίρεται με τις επιτυχίες του ήρωά του, του House. Αυτός ο πίνακας ήταν που έλυνε πολλές από τις υποθέσεις. Ή μάλλον οι πίνακες, αφού σε ορισμένες περιπτώσεις γίνονταν τόσοι πολλοί, που το μικρό του γραφείο απλά δεν τους χωρούσε. Εκεί καταγράφονταν τα πάντα. Γεγονότα κατά χρονολογική σειρά, στοιχεία, μαρτυρίες. Κι ύστερα άρχιζαν οι προσθαφαιρέσεις. Μέχρι που έφταναν στο τελικό αποτέλεσμα, το οποίο δεν ήταν πάντοτε το επιθυμητό.
«Τον έφτιαξα ήδη, αλλά είναι ουσιαστικά άδειος. Θα μού πεις τώρα τι έμαθες σήμερα ή προτιμάς το πρωί;»
«Καλύτερα το πρωί, που θα είναι και το μυαλό καθαρό, αν κοιμηθώ δηλαδή. Από τους άλλους πήρες κάτι;»
«Ουσιαστικά τίποτα. Ήταν όλη μέρα άφαντοι και όταν ήρθαν λίγο πριν φύγω το μόνο που είχαν να μου πουν ήταν ότι δε βρήκαν τίποτα».
«Κι ο Παναγίδης;»
«Άφαντος κι αυτός. Ίσως να παρηγορεί τη χήρα…»
Γέλασαν κι οι δύο, σχεδόν άηχα, για να μην ενοχλήσουν αυτούς που κοιμούνταν.
«Φεύγοντας μην ξεχάσεις να πάρεις τη ζιβανία για το γέρο σου. Έφερα ένα παγούρι, για να ’χει. Είναι στο κάθισμα του συνοδηγού…»
«Στη Μαζεράτι σου».
Του έκλεισε το μάτι και κίνησε προς το αμάξι. Άνοιξε την πόρτα, που ήταν έτσι κι αλλιώς πάντα ξεκλείδωτη, πήρε το άσπρο παγούρι, την έκλεισε αθόρυβα κι απομακρύνθηκε. Μια στιγμή αργότερα άκουσε το Χόντα της να ξεκινάει και μαζί μ’ εκείνη να χάνεται στους δρόμους της νύχτας. Ένιωσε κάποιον δίπλα του – ένα χέρι να τον ακουμπάει στον ώμο.
«Δε θα πας για ύπνο;»
«Νωρίς είναι ακόμη…»
«Κι έχεις πολλά να σκεφτείς», συμπλήρωσε την σκέψη του η Μαργαρίτα. Αλλά δε θέλει να μιλήσει μαζί της για την υπόθεση, όχι ακόμη. Όσο ξύπνια κι αν ήταν δε θα μπορούσε να φωτίσει τα μη γεγονότα.
«Τι δώρο να πάρω στην Ελευθερία;»
«Το θυμήθηκες;»
«Φυσικά όχι, αλλά είπα ψέματα στη μάνα σου, κι εκείνη έκανε πως δεν το κατάλαβε. Ευλογημένη οικογένεια…»
Τρυφερή ακούστηκε η φωνή του και όχι ειρωνική. Εξάλλου εκείνος πίστευε πολύ στο θεσμό. Από μικρός ήθελε να παντρευτεί τη γυναίκα που θα αγαπούσε και να αποκτούσε μαζί της δύο παιδιά. Το όνειρο, έστω και με πολλές δυσκολίες, έγινε πραγματικότητα.
«Μια χαρά οικογένεια είμαστε. Τουλάχιστον ανεχόμαστε ο ένας τον άλλο. Και είμαστε αγαπημένοι…»
«Η μάνα σου κι η υπομονή της μαζί μου…»
«Δεν είναι τόσο υπομονή όσο περηφάνια. Είναι περήφανη για σένα κι ας μην το λέει. Και για μένα κι ας μην το παραδέχεται. Η Ελευθερία την τσατίζει λίγο, αλλά είναι φυσιολογικό αυτό αφού είναι ακόμη στην εφηβεία».
«Ελπίζω να μην έμπλεξε πουθενά…»
«Μην ανησυχείς. Αυτή δε θα σε ζορίσει όπως σε ζόρισα εγώ. Η εφηβεία της είναι μάλλον βουβή. Κάποια στιγμή σίγουρα θα εκραγεί, αλλά μέχρι τότε ο κόσμος σίγουρα θα της φαντάζει διαφορετικός. Δυστυχώς δεν μπορώ να είμαι η φίλη που θα ήθελα γι’ αυτή. Η διαφορά ηλικίας είναι μεγάλη και η τρέλα που κουβαλάμε διαφορετική. Ευτυχώς όμως αυτή έχει πολλές φίλες σ’ αντίθεση με μένα…»
«Αλήθεια, τι απέγιναν όλες αυτές που μας κουβαλούσες εδώ μέσα».
«Απλά έπαψαν να είναι φίλες. Οι σχέσεις μας ήταν επιφανειακές. Νομίζω ότι οι άντρες είναι πιο πιστοί στις φιλίες τους απ’ ό,τι οι γυναίκες και δε ζηλεύουν όπως αυτές…»
«Ούτε κι εγώ έχω πολλούς φίλους, όπως ξέρεις. Πολλές φορές σκέφτομαι ότι οι μόνοι άνθρωποι που χρειάζομαι είστε εσείς. Μόνο με τον Χριστάκη μιλάω λίγο και κάποιους γνωστούς από δω κι από κει. Α, και με την Ντίνα».
«Δεν μπορείς να την καταλάβεις, έτσι;»
«Μπορώ και δεν μπορώ. Την εμπιστεύομαι όμως κι αυτό δεν είναι λίγο».
«Κι εγώ την εμπιστεύομαι. Γι’ αυτό της λέω τα μυστικά μου. Τις περισσότερες φορές δεν μπορεί να με βοηθήσει, αλλά το ότι κάθεται και με ακούει είναι αρκετό. Δε χρειάζομαι κάτι άλλο. Αργά ή γρήγορα θα βρω τις απαντήσεις που ζητώ».
«Αυτή είναι η δουλειά των φίλων: να ακούνε ο ένας τον άλλο…»
«Και να προστατεύει ο ένας τον άλλο».
«Ίσως. Αλλά στην τελική κανείς δεν μπορεί να σε προστατεύσει από τον εαυτό σου».
«Λέει ο μπαμπάς μου ο φιλόσοφος».
Τον πειράζει και του αρέσει. Νιώθει τόσο στενά συνδεδεμένος μαζί της, που σα να βγήκε από τα δικά του σπλάχνα, δίχως την αναγκαία διαμεσολάβηση της γυναίκας του.
«Δεν μου απάντησες…»
«Για το δώρο; Δε θα σου αρέσει η απάντηση, αφού ξέρω τις απόψεις σου για το μιμητισμό και τη μόδα και πάει λέγοντας. Κάνε της ό,τι δώρο θες ή δώσ’ της λεφτά».
«Πες μου τι θέλει;»
«Κινητό. Αλλά όχι οποιοδήποτε, και σίγουρα όχι σαν το δικό σου».
«Γιατί, τι έχει το δικό μου;»
«Ακριβώς. Δεν έχει απολύτως τίποτα. Ανήκει στον τεχνολογικό μεσαίωνα».
Την κοιτάει δήθεν απορημένος. Αφού μπορώ να καλέσω κάποιον και να με καλέσει κι αυτός, μοιάζει να θέλει να της πει, μα δεν το κάνει. Σκύβει το κεφάλι σαν μικρό παιδί, ντροπιασμένο που το έπιασαν αδιάβαστο. Κι ύστερα χαμογελά.
«Θα σου δώσω τα λεφτά και θα της το πάρεις εσύ. Σύμφωνοι; Αν πήγαινα να το αγοράσω εγώ θα ήμουνα σα χαμένος. Εξάλλου ποτέ μέχρι τώρα δε μου ζήτησε τίποτα…»
«Ωραία, θα πάω αύριο πρωί πρωί. Αλλά ετοιμάσου να ξηλωθείς…»
«Έτοιμος είμαι, από την ημέρα που γεννήθηκες».
Σηκώνεται εκείνη. Σκύβει και τον φιλά στο μέτωπο, στο σημείο που τα μαλλιά πήραν να αραιώνουν. Μπαίνει στο σπίτι χωρίς να τον καληνυχτίσει. Δε συνηθίζουν να το κάνουν ποτέ αυτό. Το θεωρούν ίσως μια τυπικότητα που αφορά την πλειοψηφία των ανθρώπων, αλλά όχι αυτούς τους δύο.
Σε λίγο την ακολουθεί και κείνος. Δε νυστάζει καθόλου, αλλά διάολε, κάποτε πρέπει να κοιμηθεί. Κάνει ένα ντους για να ξεπλύνει τον ιδρώτα του και τις σκέψεις της μέρας. Μόνο ο πρώτος τον αποχαιρετά. Όταν μπαίνει στο υπνοδωμάτιο βλέπει ότι η Γεωργία είναι ακόμη ξύπνια. Διαβάζει ένα από εκείνα τα ρομάντζα που είναι πολύ της μόδας τώρα τελευταία. Ξαπλώνει αμίλητος δίπλα της, πάνω από τα σεντόνια. Κοιτάει στις σκιές που το φως από το αμπαζούρ δημιουργεί στους τοίχους και το ταβάνι. Σκέφτεται. Τα μάτια κλείνουν. Σκέφτεται. Θα του πάρει τρεις ώρες να κοιμηθεί και άλλες τόσες για να ξυπνήσει.
Συνεχίζεται
Η εικόνα κλεμμένη από εδώ