Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2011

Στιλέτο - Κεφάλαιο 9

Τη μαύρισαν την καρδιά του Σωτηρίου και έφυγαν. Πήγαν να συναντήσουν την κυρία Παναγίδου. Έμενε σε μια μονοκατοικία στο Γέρι. Μετά από το γήπεδο της Ομονοίας έστριψαν δεξιά, προχώρησαν καμπόσο, ύστερα πήραν μια στροφή αριστερά και μετά χάθηκαν μέσα σε στενά δρομάκια, σε παλιές και νέες γειτονιές μέχρι να φτάσουν στον προορισμό τους. Ήταν εννιά η ώρα το πρωί.
     Το σπίτι ήταν μεγαλύτερο απ’ ό,τι περίμεναν, κτισμένο σ’ ένα από εκείνα τα παλιά μεγάλα οικόπεδα που χωρούσαν τα πάντα: οικία, κήπο, χώρο στάθμευσης, ακόμη και βοηθητικό κτήριο-αποθήκη.
     Η πόρτα ήταν ανοικτή, αλλά δεν μπήκαν μέσα. Χτύπησαν την πόρτα και περίμεναν. Σε λίγο έκαναν την εμφάνισή τους η γυναίκα και η κόρη της. Η μια στα σαράντα κάτι της, ψηλή, βαμμένη ξανθιά, κοντοκουρεμένη, πρασινομάτα, ντυμένη με ένα μαύρο συνολάκι που μάλλον τόνιζε τις καμπύλες παρά το πένθος της – περισσότερο έμοιαζε με ξένη παρά με κύπρια. Η άλλη, μάλλον κοντή για την ηλικία της, μελαχρινή, με τα ελαφρά καφέ μάτια του πατέρα της, ντυμένη απλά μ’ ένα τζιν και ένα μακό μπλουζάκι, έδειχνε περισσότερο ναρκωμένη, παρά λυπημένη. Ίσως να τη φρόντισε η μαμά μ’ ένα-δυο χαπάκια. Έβγαλαν τις αστυνομικές τους ταυτότητες και τους συστήθηκαν.
     «Εσένα από κάπου σε ξέρω», είπε στον Ιωάννου και τους προσκάλεσε να μπουν μέσα. Ταυτόχρονα είπε στην κόρη της να πάει στο δωμάτιό της. Εκείνη υπάκουσε μάλλον άβουλα.
     «Κυρία Πανα…», πήγε να πει η Ντίνα, μα τη διέκοψε η άλλη γυναίκα.
     «Θεοδώρου. Μετά το διαζύγιο πήρα και πάλι το πατρικό μου επίθετο…»
     «Κυρία Θεοδώρου. Κατ’ αρχήν θα θέλαμε να εκφράσουμε τα συλλυπητήρια μας…»
     «Γιατί δεν μπαίνετε αμέσως στο ψαχνό. Όπως μπορείτε να δείτε κι εσείς δεν είμαι ακριβώς πενθούσα χήρα. Περισσότερο για την Σοφία παρά για μένα φορώ αυτά τα ρούχα. Όλο και κάποιος μας επισκέπτεται κι έτσι θέλοντας και μη κρατάω τους τύπους…»
     «Όπως καταλαβαίνετε η επίσκεψή μας είναι…»
     «Επίσκεψη ρουτίνας. Πάρα κάτω».
     «Ποιος είχε να κερδίσει τα περισσότερα από το θάνατο του άντρα σας;» ρώτησε τελικά εκείνος.
     «Αν δεν το έχετε ανακαλύψει ακόμη: η κόρη μου, σαν η άμεση κληρονόμος».
     «Οι άλλοι συγγενείς;»
     «Φρόντισε να τους κρατήσει απέξω, αφού δεν τα πήγαινε καλά με κανέναν απ’ αυτούς. Με την αδελφή του έχουν να μιλήσουν εδώ και χρόνια. Τσακώθηκαν στο μοίρασμα της περιουσίας. Είχε πολλά ο μακαρίτης ο πεθερός μου…»
     «Τι έγινε τελικά;»
     «Τα βρήκανε μέσω των δικηγόρων τους».
     «Και πότε συνέβηκε αυτό;»
     «Πάνε χρόνια. Νομίζω όταν η Σοφία ήταν ακόμη δύο ή τριών χρονών. Από τότε έχουμε να τη δούμε».
     «Θα έρθει στην Κύπρο για την κηδεία;»
     «Εδώ είναι. Από τον περασμένο μήνα. Έχει ένα διαμέρισμα στον Πρωταρά και συνήθως ξοδεύει εκεί τα καλοκαίρια».
     «Ξέρετε πώς θα μπορούσαμε να επικοινωνήσουμε μαζί της;»
     «Είναι παντρεμένη μ’ εγγλέζο αλλά έχει κρατήσει το επίθετό της, οπότε δε θα δυσκολευτείτε να τη βρείτε. Το όνομά της είναι Χαρίκλεια».
     «Πότε ήταν η τελευταία φορά που είδατε τον πρώην σύζυγό σας;»
     «Χθες το βράδυ στις ειδήσεις. Ήταν ωραία η φωτογραφία…»
     «Κυρία Θεοδώρου…»
     «Πριν τρεις βδομάδες περίπου. Ερχόταν κάθε τόσο για να προσφέρει τον οβολό του στην ανατροφή της κόρης μας. Αυτή ωστόσο τον βλέπει, ή μάλλον τον έβλεπε πιο συχνά. Έβγαιναν πού και πού για φαγητό ή τη συναντούσε μετά το σχολείο και την πήγαινε για ψώνια. Πόσο συχνά γινόταν αυτό, δεν ξέρω ακριβώς αφού συνήθως δουλεύω από τις εννιά το πρωί ως τις εφτά-οκτώ το βράδυ…»
     «Πού ήσασταν χθες τέσσερις με έξι το πρωί;»
     «Εδώ. Αλλά φυσικά αυτό δεν ευσταθεί σαν άλλοθι, αφού από τη μια η Σοφία κοιμόταν, μα κι από την άλλη, αν σας έλεγε ότι απουσίαζα δε θα μπορούσατε να χρησιμοποιήσετε τη μαρτυρία της για να μου προσάψετε κατηγορίες…»
     «Διαβασμένη σας βλέπω…»
     «Πολύ πιο διαβασμένη απ’ τον πρώην άντρα μου…»
     «Πότε θα γίνει η κηδεία και πού;»
     «Αύριο. Αποφάσισα εγώ αντί της αδελφής του, που αν και μάλλον έμαθε τα καθέκαστα, δεν έδωσε σημεία ζωής. Η κηδεία και η ταφή θα γίνει στο χωριό του, τον Κάθηκα. Νομίζω είναι καλύτερα εκεί…»
     «Σας ευχαριστούμε πολύ».
     Σηκώθηκαν ταυτόχρονα και αρκέστηκαν στο να αποχαιρετήσουν τη γυναίκα φεύγοντας. Κάποια στιγμή, μετά την κηδεία μάλλον, θα έπρεπε να μιλήσουν και με την κόρη, αλλά αυτό προς το παρόν μπορούσε να περιμένει.
     «Τελικά αυτόν τον Παναγίδη κανένας δεν τον συμπαθούσε», είπε η Ντίνα καθώς έμπαιναν στον σκαραβαίο, που είχε αρχίσει να θυμίζει φούρνο από τη ζέστη.
     «Τον συμπαθούσε η γυναίκα του Κωνσταντίνου…»
     Μοιράστηκαν ένα χαμόγελο.
     «Και τώρα τι;»
     «Είναι νωρίς ακόμη και υποθέτω δεν έχει προκύψει κάτι που να απαιτεί την παρουσία μας στο σταθμό…»
     «Ταξιδάκι;»
     «Πάρε τηλέφωνο στο σταθμό και ζήτα τα στοιχεία της αδελφής του θύματος. Μια αιφνιδιαστική επίσκεψη ίσως αποδειχτεί χρήσιμη. Ευκαιρία να απολαύσουμε και λίγο καθαρό αέρα…»
     «Δεν βρήκες άλλο τρόπο για να παραδεχτείς το λάθος σου; Εσύ και οι εμμονές σου…»
     «Κι εσύ και οι δικές σου. Τα ανοικτά παράθυρα κάνουν καλύτερη δουλειά απ’ τα ερκουντίσιους και δε μεταδίδουν ούτε ιούς ούτε μικρόβια…»
     Ερκουντίσιους; Έβαλε τα γέλια. Καθώς ξεκινούσε το αμάξι εκείνη τηλεφωνούσε στο σταθμό για τα σχετικά.
     Στις δεκάμιση χτυπούσαν την πόρτα της κ. Παναγίδου.
     Την άνοιξε ένας μεσήλικας άγγλος. Του είπε η Ντίνα τι ζητούσαν κι εκείνος φώναξε τη γυναίκα του. Σύντομα έκανε την εμφάνισή της μπροστά τους μια χλωμή κοντή γυναίκα, γύρω στα πενήντα, με σπαστά καφέ μαλλιά και μελιά μάτια. Κάτι ψιθύρισε στον άντρα της και μετά τους προσκάλεσε μέσα. Μια στιγμή αργότερα είδαν τον άντρα να αναχωρεί συντροφιά με μια κοπέλα γύρω στα εικοσιπέντε της, μάλλον την κόρη, που σχεδόν σε τίποτα δεν έμοιαζε με τη μάνα. Όταν έμειναν μόνοι, τους ρώτησε αν θα ήθελαν κάτι να πιουν. Ζήτησαν και οι δυο από ένα ποτήρι παγωμένο νερό, αφού παρά τα ανοικτά παράθυρα της λιμουζίνας του Ιωάννου, ο ήλιος τους στράγγισε τα λαρύγγια.
     «Για τον Κώστα πρόκειται, έτσι;» τους ρώτησε με το που κάθισε απέναντί τους.
     «Ναι». Αυτή τη φορά πήρε την πρωτοβουλία εκείνος, αφού αν άφηνε την Ντίνα και τις ευαισθησίες της να πάρουν το πάνω χέρι θα σπαταλούσαν άδικα το χρόνο τους. «Μπορείτε να μου πείτε ποια ήταν η τελευταία φορά που μιλήσατε μαζί του;»
     «Πριν μια βδομάδα. Με πήρε τηλέφωνο…»
     Κόμπιασε. Μάλλον δεν ήθελε να τους πει για τι μίλησαν. Γιατί όμως; Προστάτευε τη μνήμη του νεκρού ή τα μυστικά του;
     «Ακούσαμε ότι ήσασταν τσακωμένοι…»
     «Ναι. Γι’ αυτό και εκπλάγηκα όταν με πήρε. Και του το είπα: η τελευταία φωνή που περίμενα ν’ ακούσω ήταν η δική σου…»
     «Τι ήθελε;»
     «Κάπου είχε μπλέξει μάλλον και ζητούσε τη βοήθειά μου. Ήθελε να του δώσω ένα μεγάλο ποσό και αντί αυτού να μου παραδώσει τους τίτλους των χωραφιών στον Κουτραφά».
     «Πόσο μεγάλο;»
     «Εκατό χιλιάδες ευρώ».
     «Συμφωνήσατε;»
     «Όχι. Του έκλεισα το τηλέφωνο κατάμουτρα. Φυσικά αν ήξερα…»
     «Θέλετε να πείτε ότι δεν ξέρατε τίποτα για τις υποθέσεις του αδελφού σας;»
     «Όλο και κάτι άκουγα. Θυμόμουνα κι αυτά που έκανε παλιά, αλλά ποτέ δεν το φανταζόμουνα ότι θα έφτανε μια μέρα που…»
     «Τι έκανε παλιά;»
     «Μια ζωή χαρτοπαίχτης ήτανε. Από μικρός. Και χαρτοκλέφτης. Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο ξύλο έφαγε».
     «Στο χωριό αυτά;»
     «Ναι. Και μετά στην Πάφο. Και τελικά στη Λευκωσία. Όλοι τον ήξεραν. Αν δεν ήταν η περιουσία του πατέρα μας θα έμενε πανί με πανί από χρόνια».
     «Είχε παντού εχθρούς λοιπόν. Πώς κατέληξε όμως αστυνομικός; Έχετε ιδέα;»
     «Για όνομα του Θεού, στην Κύπρο είμαστε…»
     Σοφή απάντηση.
     «Δεν ξέρουμε ακόμη αν υπάρχει διαθήκη, έτσι είμαστε υποχρεωμένοι να σας ρωτήσουμε αν είχατε κάτι να κερδίσετε από το θάνατό του».
     «Απολύτως τίποτα. Έτσι κι αλλιώς έχω περισσότερα απ’ αυτόν. Και εδώ και στην Αγγλία. Αλλά και να μου άφηνε κάτι θα το μεταβίβαζα στην κόρη του. Δεν φταίει αυτή για τα καμώματα του πατέρα της…»
     «Δε σας βλέπω και πολύ λυπημένη…»
     «Είμαι, αλλά όχι πολύ. Πάνε χρόνια που εμείς οι δυο είμαστε ξένοι…»
     «Μάθατε για την κηδεία;»
     «Ναι. Αλλά όχι από την πρώην γυναίκα του. Με ειδοποίησε ο παπάς του χωριού. Θα πάω. Όχι για κείνον, αλλά για την κόρη του…»
     «Αυτά είχαμε να σας ρωτήσουμε για την ώρα. Σας ευχαριστώ πάρα πολύ για τη συνεργασία σας…» Και συλλυπητήρια, πήγε να πει, μα δεν το έκανε.
     Σύντομη ήταν κι αυτή η συνέντευξη. Ο Ιωάννου ένιωθε τον ήλιο που σηκωνόταν όλο και πιο ψηλά να του τρυπά το κεφάλι, καθώς έβγαιναν έξω. Κοιτάξε το ρολόι του. Έντεκα και κάτι. Είχαν τρεις ώρες στη διάθεσή τους. Πεινούσε και διψούσε και βαριόταν να επιστρέψει τόσο νωρίς στη Λευκωσία. Στράφηκε προς την Ντίνα που στεκόταν μπροστά από την πόρτα του συνοδηγού και τον περίμενε.
     «Είσαι για μάσα;» τη ρώτησε.
     «Πού;»
     «Φρέναρος; Παραλίμνι;»
     «Φρέναρος. Είναι λιγότεροι οι τουρίστες εκεί…»
     «Κι εδώ λίγοι είναι. Όχι όπως άλλοτε που τέτοια εποχή γινόταν το σώσε…»
     Τα παλιά καλά χρόνια, των χοντρών τουριστικών αγελάδων. Πριν την κρίση. Πριν τη μακρά περίοδο της αρπαχτής, με τα πανάκριβα δωμάτια, τα ποτά μπόμπες, την αδικαιολόγητη ακρίβεια σε όλα τα προϊόντα. Προτού οι επιχειρηματίες βγάλουν τα μάτια τους με τα ίδια τους τα χέρια.
     Τα καθίσματα του αυτοκινήτου έκαιγαν, αλλά η Ντίνα δεν είπε τίποτα. Θα περίμενε μέχρι την επόμενη μέρα για να επιβάλει τους δικούς της κανόνες. Λίγα λεπτά αργότερα έφτασαν σ’ ένα καφενείο-ψησταριά στο Φρέναρος, όπου πέρα από δυο γεροντάκια που έπαιζαν τάβλι σε μια ευάερη γωνιά, αποτελούσαν τους μοναδικούς πελάτες. Παράγγειλαν από μια πίτα σουβλάκια. Μπίρα εκείνος. Γκαζόζα εκείνη. Δε μιλούσαν, σκέφτονταν. Κάθε τόσο χτυπούσε το τηλέφωνο της κοπέλας, το απαντούσε, ακούγε, συγκατανεύε ή αρνιόταν μονολεκτικά και το έκλινε. Μάλλον οι νέοι θα ήταν. Δεν τολμούσαν να τον πάρουν εκείνον και καλά έκαναν δηλαδή. Τούτο έλειψε. Ήρθε το φαγητό. Εκείνος άρχισε να τρώει λαίμαργα, με μεγάλες μπουκιές. Εκείνη σιγά σιγά, τσιμπολογούσε σαν σπουργιτάκι. Ποτέ της δεν έτρωγε βιαστικά – δεν μπορείς να απολαύσεις έτσι το φαγητό, έλεγε. Στο τέλος πλήρωσε και το λογαριασμό. Έναντι ενοικίου, του απάντησε πειραχτικά όταν τη ρώτησε το γιατί.

Συνεχίζεται

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Δευτέρα, 27 Ιουνίου 2011

Τετάρτη, 22 Ιουνίου 2011

Στιλέτο - Κεφάλαιο 8

Είναι έξη και μισή το πρωί και βρίσκονται ήδη στο γραφείο. Σήμερα πήγαν με τον σκαραβαίο στη δουλειά παρά τις διαμαρτυρίες της Ντίνας. Μού έχει λείψει, της είπε, κι αυτή τι να έκανε, τον υπέκυψε. Μοιάζει να τους έχει γίνει πια συνήθεια να πηγαίνουν παντού με ένα αμάξι και στο τέλος της ημέρας να καταλήγουν στο σπίτι του Ιωάννου. Εξάλλου καλά περνάει εκεί. Όχι τόσο συζητώντας τις υποθέσεις, όσο μιλώντας με τη Μαργαρίτα. Της αρέσει πολύ αυτή η κοπέλα. Με το λαμπρό μυαλό και τη σύγχυσή της, με τις αναλυτικές της ικανότητες και την αδυναμία της να δει πέρα από τη μύτη της. Ψες, που ξάπλωσαν στο ίδιο κρεβάτι, ήταν η πρώτη φορά εδώ και καιρό που κοιμήθηκε τόσο βαθιά και τόσο ήσυχα. Τις περισσότερες φορές με το πού πήγαινε για ύπνο την πλάκωναν οι σκέψεις και δυσκολευόταν πολύ να κοιμηθεί ή κοιμόταν πολύ λίγο.
     Ο Ιωάννου μοιάζει άκεφος σήμερα. Κι αυτός λίγο κοιμήθηκε. Σιγά σιγά θα ανοίξουν κι αυτουνού τα μάτια. Θα τον τονώσει ο καφές και θα γίνει ο συνήθης κατσούφης, αλλά κρυφά πρόσχαρος, εαυτός. Τον έχει μάθει πια τόσο καλά, που καταλαβαίνει με μια ματιά τι ακριβώς νιώθει. Αυτή τη στιγμή δεν έχει μόνο τις μαύρες του αλλά είναι και ανυπόμονος. Λες και περιμένει από στιγμή σε στιγμή να συμβεί κάτι. Όλο κοιτάει το ρολόι του και την πόρτα, ρίχνει ματιές στους κλειστούς φακέλους στο γραφείο του και στην Ντίνα, που ρίχνει κλεφτές ματιές σ’ εκείνον, κάθε που το βλέμμα της παραστρατίζει από τους πίνακες. Έχει καταγράψει σε τρεις απ’ αυτούς όλα τα στοιχεία των δύο υποθέσεων, συνθέτοντας ένα πάζλ από λέξεις, το οποίο πρέπει τώρα να αποκρυπτογραφήσουν.
     «Πότε θα έρθουν οι νεοσύλλεκτοι;» τη ρωτά, αποσπώντας για λίγο την προσοχή της.
     «Υποθέτω από στιγμή σε στιγμή…»
     «Εδώ είμαστε. Καλημέρα». Η Χρυσοστόμου. Κι από πίσω της, κρυμμένος σχεδόν, ο Ιακώβου.
     «Ήρθατε πριν την ώρα σας. Καλώς. Φέρτε δυο καρέκλες από την κεντρική αίθουσα και καθίστε. Έχουμε πολλά να πούμε».
     «Και καλημέρα», αρκέστηκε να προσθέσει χαμογελώντας η Ντίνα και εισπράττοντας μία από τις κλασικές ειρωνικές γκριμάτσες του.
     Βγήκαν έξω και επέστρεψαν μία στιγμή αργότερα μεταφέροντας καρέκλες και φακέλους. Χωρίς να τον ρωτήσουν κάθισαν μπροστά από τον πίνακα.
     «Πείτε μου τι ξέρετε;»
     Η Χρυσοστόμου πήρε αμέσως μπρος, σαν να περίμενε πώς και πώς αυτή την ερώτηση.
     «Δύο δολοφονίες αστυνομικών, που συνέβησαν περίπου την ίδια ώρα, με πανομοιότυπο τρόπο και σίγουρα από το ίδιο άτομο. Τα στοιχεία που υπάρχουν προς το παρόν μάς δείχνουν ότι το μοναδικό πράγμα που συνδέει τους δύο, περά από την ιδιότητά τους είναι η γυναίκα του πρώτου θύματος. Απομαγνητοφωνώντας τις δύο ανακρίσεις της και διαβάζοντας τις σημειώσεις που πήρε η κυρία Αυγουστή έφτασα στο συμπέρασμα ότι κατά πάσα πιθανότητα δεν είναι αυτή η δολοφόνος, αν και ο γάμος της κάθε άλλο παρά ευτυχισμένος ήταν. Δεν αποκλείεται όμως να γνωρίζει περισσότερα από όσα λέει, λόγω κυρίως της στενής της σχέσης με το δεύτερο θύμα. Κάναμε με τον Ιακώβου μια μικρή έρευνα στο παρελθόν της, αλλά δεν ανακαλύψαμε τίποτα το ιδιαίτερο. Δύο μονάχα πταίσματα που αφορούσαν παραβάσεις οδικής κυκλοφορίας. Κατά τα άλλα είναι μια καθόλα νομοταγής πολίτης που, σύμφωνα με τις λιγοστές μαρτυρίες που καταφέραμε να μαζέψουμε δίχως να κινήσουμε υποψίες, ενδιαφέρεται πάνω απ’ όλα για την καριέρα της. Κάποιος μας είπε μάλιστα ότι την είχε ικανή να επιστρέψει στο γραφείο σήμερα το απόγευμα αμέσως μετά την κηδεία. Επίσης…»
     Της κόπηκε ξαφνικά η φόρα. Έριξε μια ερωτηματική ματιά στον Ιακώβου κι εκείνος ανασήκωσε αμήχανα τους ώμους, σα να μην ήξερε τι να της απαντήσει. Ο Ιωάννου τους παρακολουθούσε και προσπαθούσε να μη γελάσει. Στο τέλος όμως έδωσε στην κοπέλα την αναγκαία ώθηση για να συνεχίσει.
     «Επίσης; Μίλα ελεύθερα. Ίσως και να μου αρέσει αυτό που θα ακούσω, αν και κρίνοντας από το χρώμα των μαγούλων σου…»
     «Δική μου ιδέα ήταν», πετάκτηκε στη μέση ο σιωπηλός μέχρι εκείνη τη στιγμή Ιακώβου. «Κάναμε κάτι παράνομο…»
     Περίμενε να δει την αντίδραση του αφεντικού του, μια οργισμένη ματιά, κάποιες φωνές, αλλά όταν δεν ήρθε, πήρε κουράγιο και συνέχισε.
     «Μπήκα, από την πίσω πόρτα στους ηλεκτρονικούς τραπεζικούς λογαριασμούς των θυμάτων. Ο πρώτος είχε πολλά λεφτά, ο δεύτερος καθόλου. Και η κίνηση που παρουσιάζουν και των δύο οι λογαριασμοί είναι ασυνήθιστη. Πότε μεγάλες καταθέσεις, πότε παρόμοιες αποσύρσεις. Αλλά ποτέ αρκετά μεγάλες ώστε να αρχίσουν να ηχούν τα καμπανάκια. Ξέρω ότι η γυναίκα του Κωνσταντίνου πληρώνεται πολλά, αλλά οι καταθέσεις που έγιναν είναι δυσανάλογα ψηλές ακόμη και για το μισθό της. Το ίδιο συμβαίνει και με το λογαριασμό του Παναγίδη. Αυτός δεν ήταν παντρεμένος, αλλά μερικές φορές έβαζε μέσα λεφτά που υπερκάλυπταν μέχρι και δέκα φορές αυτά που παίρνει, μα ύστερα από λίγο καιρό τα απέσυρε και πάλι. Αν και δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να οδηγεί σ’ αυτό το συμπέρασμα…»
     «Πιστεύεις ότι ήταν αναμεμειγμένοι σε ξέπλυμα βρώμικου χρήματος. Καθόλου δεν το αποκλείω. Τώρα ρίξτε μια προσεκτική ματιά στους πίνακες που έφτιαξε η Ντίνα για τα δύο εγκλήματα και δώστε μου τα φώτα σας».
     Από τη μια στιγμή στην άλλη βρήκε τον εαυτό του να τους συμπαθεί. Το ένστικτό του τον έβγαλε και πάλι ασπροπρόσωπο. Αυτός δε χρειαζόταν μπράτσα στην ομάδα, αλλά μυαλά. Τη νέα γνώση που συμπληρώνει την παλιά εμπειρία. Η Ντίνα, που τόση ώρα στεκόταν παράμερα μπροστά από τους πίνακες με τα στοιχεία και τους συμπλήρωνε, τώρα τον παρατηρεί με την άκρη του ματιού και διαβάζει τις σκέψεις του. Παρατηρεί κι εκείνους. Θα έχουν λαμπρό μέλλον μπροστά τους αν δεν τους φάει κι αυτούς η δημοσιοϋπαλληλική μαρμάγκα.
     «Λοιπόν;»
     «Δε βλέπω κάτι που να βοηθάει περισσότερο για την ώρα. Ο Πιγκουΐνος είναι αυτός που νομίζω έτσι; Ιδιοκτήτης καμπαρέ…». Διαβασμένη η Χρυσοστόμου.
     «Ο Πιγκουΐνος», φωνάζει σχεδόν η Ντίνα. «Εκείνος έχει άλλοθι για τη δολοφονία του Παναγίδη, αλλά ο Γρηγόρης πού ήταν εκείνη την ώρα;»
     Ο Γρηγόρης! Διάολε, πώς δεν το σκέφτηκε; Αφού, το ξέρει πολύ καλά, ότι πηγαίνει παντού με το αφεντικό του. Προτού προλάβει να της το ζητήσει εκείνη σπεύδει να προσθέσει το όνομά του στο σχετικό πίνακα.
     «Ποιος είναι ο Γρηγόρης;» ρώτα η Χρυσοστόμου.
     «Το δεξί χέρι του Πιγκουΐνου…»
     Για λίγη ώρα επικρατεί μια αποπνικτική σιωπή. Λες και η προσθήκη ενός υπόπτου στη λίστα θα τους έκανε τη ζωή πιο εύκολη. Εκείνος κάπου το αμφιβάλλει, αλλά το κάτι είναι καλύτερο από το τίποτα.
     «Καμιά ιδέα; Μιλήστε ελεύθερα», τους παροτρύνει, αλλά μοιάζουν να τα έχουν χαμένα. Ψάχνουν στις γραμμένες με μαρκαδόρο λέξεις να βρουν τις απαντήσεις. Χρήμα; Ζήλια; Φθόνος; Εκδίκηση; Κίνητρα πολλά, μα σε ποιον ανήκουν άραγε;
     «Πώς θα τον ονομάσουμε;» ρωτά κάποια στιγμή, σχεδόν με συστολή, ο Ιακώβου.
     «Ποιον;»
     «Το δολοφόνο. Στις αστυνομικές σειρές και στα βιβλία, δίνουν πάντα στους κατά συρροή δολοφόνους ένα ψευδώνυμο. Ακόμη και στην Ελλάδα τότε με τον Δράκο του Σέιχ Σου. Ο πρώτος κατ’ εξακολούθηση δολοφόνος ήταν κάποιος στην Κίνα, το δεύτερο αιώνα Π.Χ., ενώ ο πιο γνωστός, αυτός που ξεκίνησε και τη μόδα, ήταν ο Τζακ ο Αντεροβγάλτης, που έδρασε στο Λονδίνο το 1888. Εδώ φυσικά δεν είχαμε ποτέ πριν κάποιον, τουλάχιστον όχι πρόσφατα, αφού θα το ανακάλυπτα -εκτός κι αν λάβουμε υπόψη μας την υπόθεση εκείνης της γυναίκας που σκότωσε την πεθερά της το 1925 και τη νύφη της το 1953- αλλά και πάλι είναι καλύτερο να του δώσουμε ένα ψευδώνυμο από το να τον χαρακτηρίζουμε άγνωστο Χ…»
     Βάζει τα γέλια ο Ιωάννου. Βρε, πού τον βρήκαμε αυτόν; αναρωτιέται. Την είδε ντετέκτιβ του σινεμά. Η Ντίνα γελάει επίσης, ενώ η Χρυσοστόμου προσπαθεί να μην το κάνει. Ο Ιακώβου αναψοκοκκινίζει από ντροπή και δε φαίνεται να καταλαβαίνει ότι δε γελούν εις βάρος του, αλλά απλά απελευθερώνουν την πίεση που νιώθουν εδώ και δυο μέρες.
     «Και πώς θα ήθελες να τον ονομάσουμε», τον ρωτάει τελικά εκείνος.
     Ξεροκαταπίνει. Το σκέφτεται. Πάει να μιλήσει. Οι λέξεις μοιάζουν να κολλάνε στο μήλο του Αδάμ που ξεχωρίζει σαν πρησμένος λεκές στον ξερακιανό του λαιμό.
     «Στιλέτο…»
     «Στιλέτο! Μού αρέσει…»
     Η Ντίνα ακολουθεί το νεύμα του και το καταγράφει στον πίνακα, ενώ από κάπου ακούγεται ένας θόρυβος, που μοιάζει με τη δόνηση κάποιου κινητού τηλεφώνου. Αυτό ακριβώς είναι. Ο Ιακώβου βγάζει βιαστικά, χωρίς να σκεφτεί να ζητήσει την άδεια ή να απολογηθεί, από την τσέπη του μια συσκευή και την ανοίγει. Το βλέμμα του φωτίζεται. Σηκώνει το βλέμμα και αντικρίζει εκείνο του αφεντικού του που τον κοιτάει εξεταστικά.
     «Η γυναίκα του Κωνσταντίνου ή κάποιος άλλος έχει μόλις κάνει απόσυρση 1500 ευρώ από τράπεζα στη λεωφόρο Στροβόλου…»
     «Και πώς το ξέρεις αυτό;»
     «Να, ψες…»
     «Ναι…»
     «Έριξα ένα σκουληκάκι στο λογισμικό της τράπεζας, ώστε να έχω τη δυνατότητα να παρακολουθώ τα πάρε δώσε της κυρίας Κωνσταντίνου, αλλά και των κληρονόμων του Παναγίδη…»
     Επικίνδυνα πράγματα αυτά. Μα, πάνω απ’ όλα παράνομα. Δεν πρέπει να το μάθει κανείς στο τμήμα γιατί θα βρουν τον μπελά τους. Ωστόσο φέρνουν αποτελέσματα, κι αυτά είναι που μετράνε πάνω απ’ όλα αυτή την ώρα.
     «Ντίνα, ετοίμασε αμέσως εντάλματα για παρακολούθηση των λογαριασμών, που ήδη παρακολουθεί το τσογλάνι». Η κοπέλα σηκώθηκε και βγήκε έξω, γοργά όπως πάντα. Στράφηκε προς τους δύο νέους. «Μη σας ξεφύγει κουβέντα πουθενά γι’ αυτό που έγινε, γιατί ζήτω που καήκατε. Ναι, προσθέσατε ένα νέο στοιχείο, αλλά από την άλλη παρανομήσατε. Από δω κι εμπρός για κάθε σας ενέργεια να ενημερώνετε πρώτα εμένα ή την Ντίνα, μια και πού και πού βαριέμαι να απαντώ το τηλέφωνο. Έχετε τον αριθμό μου, έτσι;» Ένευσαν καταφατικά. «Ωραία». Κάρφωσε το βλέμμα στον χάκερ. «Πες μου γι’ αυτούς τους κληρονόμους του Παναγίδη. Οι τραπεζικοί του λογαριασμοί είναι άδειοι, οπότε να υποθέσω ότι είχε άλλη ακίνητη περιουσία πέρα από το διαμέρισμα στο Ζύγι;»
     Ο Ιακώβου άνοιξε και πάλι τη μικροσκοπική συσκευή, που λίγο έμοιαζε με το νέο τηλέφωνο της Ελευθερίας και άρχισε να πληκτρολογεί κάτι και να μετακινεί το χέρι του πότε δεξιά και πότε αριστερά στη οθόνη, κι άλλοτε πάνω ή κάτω. Πώς τους περιέγραφε αυτούς τους νέους εκείνο το ντοκιμαντέρ στην τηλεόραση; Γενιά… Γενιά κάτι. Α, ναι, Γενιά Υ. Ύψιλον, όπως Υπολογιστής. Υποθέτει.
     «Σπίτι στον Άγιο Δομέτιο. Δέκα σκάλες χωράφια κοντά στον Κουτραφά. Σπίτι κληρονομιά από τη μάνα του στο χωριό Κάθηκας στην Πάφο. Επίσης, δύο αυτοκίνητα. Μια καινούρια Μπέμπα και ένα Μάζντα του 1995».
     Μόνο το Μάζντα ήξερε ο Ιωάννου. Μαύρο. Συνήθως άπλυτο. Οικογενειακό.
     «Τα είχε όλ’ αυτά και ήταν πνιγμένος στα χρέη; Και οι κληρονόμοι του; Ποιοι είχαν τα περισσότερα να κερδίσουν από το θάνατό του;»
     Το έριξε και πάλι στο ψάξιμο. Πάτημα κουμπιών, σύρσιμο δαχτύλων. Μια βλαστημιά επειδή αργούσε ν’ ανοίξει κάποια σελίδα.
     «Πρέπει να αναβαθμίσετε το σύστημα εδώ μέσα. Το Wi-Fi είναι για τα μπάζα, όσο για ασφάλεια…»
     «Μίλα μου ελληνικά».
     «Η γραμμή του ίντερνετ είναι μάλλον αργή και το μόντεμ παλιό. Θα μπορούσα να κλέψω σήμα από κάποια άλλη γραμμή μέσα σε λίγα λεπτά. Δεν μπορείτε να περιμένετε από μας…»
     «Καλά. Καλά. Σκάσε και ψάχνε. Η αναβάθμιση της γραμμής και του συστήματος, όσο σημαντικά κι αν είναι, μπορούν να περιμένουν». Ατσίδας είμαι, σκέφτεται, τα πιάνω όλα απ’ την πρώτη. Πάει και πάλι να στρίψει το μουστάκι που δεν είναι εκεί. Σήμερα δεν έχει ούτε και γένια, αφού πρόλαβε και ξυρίστηκε το πρωί. Μυρίζεις άνθρωπος, του είπε όταν τον είδε η Γεωργία. Γιατί πριν τι μύριζα; τη ρώτησε. Τρούφα, του απάντησε.
     «Λοιπόν. Σύμφωνα με το οικογενειακό του δέντρο…»
     «Το οικογενειακό του δέντρο;»
     «Μα, καλά σε ποιον κόσμο…». Κατάπιε τη γλώσσα του, αλλά μάλλον δεν πρόλαβε να τη χωνέψει, αφού έστω και χαμηλόφωνα άρχισε να μιλάει. «Στις μέρες μας πολλοί φτιάχνουν τα οικογενειακά τους δέντρα, μέσω ίντερνετ. Ανακαλύπτουν τους συγγενείς τους όπου κι αν βρίσκονται, ζητούν τα οικογενειακά του δεδομένα και τα προσθέτουν σ’ ένα κατάλογο που μπορεί να πηγαίνει γενιές πίσω. Να, σαν και τους πίνακες της κυρίας Αυγουστή. Σύμφωνα λοιπόν με το οικογενειακό δέντρο του Παναγίδη, οι πιο κοντινοί του συγγενείς είναι η αδελφή του, που ζει εδώ και χρόνια στην Αγγλία, και η κόρη που απέκτησε με τη γυναίκα του, ονόματι Μαρία Θεοδώρου, με την οποία χώρισε πριν δώδεκα χρόνια. Η κόρη, Σοφία, είναι τώρα δεκαέξι χρονών…»
     «Κι εμείς δεν είχαμε ιδέα», ψιθύρισε σχεδόν στον εαυτό του. Και μετά, μιλώντας πιο δυνατά. «Αυτά τα στοιχεία δεν υπήρχαν στο φάκελό του κι αναρωτιέμαι το γιατί. Ιακώβου, η δουλειά σου, προς το παρόν, είναι να σκαλίσεις όσο περισσότερο μπορείς αυτό το θέμα και μόλις βρεις κάτι να με ενημερώσεις. Υπάρχει κάτι άλλο αξιοπρόσεκτο στο οικογενειακό του δέντρο;»
     «Όπως το βλέπω όχι. Αλλά αν θέλατε θα μπορούσα να το τυπώσω…»
     «Ναι, τύπωσέ το. Χάνω την αυτοσυγκέντρωσή μου όταν διαβάζω πράγματα στην οθόνη. Και μια και μας προέκυψε, έστω κι ένα μικρό στοιχείο από την οικογένεια του Παναγίδη, θα ήθελα να ψάξεις κι αυτή του Κωνσταντίνου και να τη συγκρίνεις με τον επίσημο φάκελό του. Ποτέ δεν ξέρει κανείς. Μπορείς να τα κάνεις αυτά στο σπίτι σου ή κάπου απομονωμένα; Υπάρχουν πολλά μάτια και αυτιά εδώ…»
     «Έγινε…»
     «Διακόπτω;»
     Στην πόρτα στέκεται ο αρχηγός. Οι δυο νέοι πετάγονται πάνω, αλλά ο Ιωάννου του απαντάει ατάραχος.
     «Ναι. Στο γραφείο σου σε μισή, αν είναι εντάξει;»
     «Καλά είναι. Α, καλημέρα κιόλας. Αν είναι δηλαδή…»
     Μοιάζει σε χειρότερη κατάσταση από χθες. Καθώς απομακρύνεται σιγά σιγά μοιάζει να ξεμένει από δυνάμεις, να καμπουριάζει, να σβήνει βήμα το βήμα. Οι νέοι κάθονται ξανά, χωρίς να περιμένουν την εντολή από τον ανώτερό τους.
     «Χρυσοστόμου, σήκω. Πήγαινε στον πίνακα και συμπλήρωσε στον πίνακα τα νέα στοιχεία». Υπακούει αμέσως. Καταγράφει τα πάντα με λίγες λέξεις, όπως ακριβώς πρέπει. Επιστρέφει στην καρέκλα της και κάθεται. Απευθύνεται σε κείνην ξανά. «Σε θέλω να παρακολουθήσεις, εδώ μέσα, σ’ αυτή την τηλεόραση και με κλειστή την πόρτα, τα βίντεο από τη χθεσινή δολοφονία. Έχουμε ήδη ένα, από το πρώτο κανάλι που έφτασε εκεί, αλλά θα ήθελα να τα δεις όλα. Ίσως να μας έχει ξεφύγει κάτι. Να έχεις τελειώσει μέχρι το μεσημέρι αφού μετά θα ήθελα να συνοδέψεις εμένα και την Αυγουστή στην κηδεία του Κωνσταντίνου. Όσο περισσότερα μάτια τόσο το καλύτερο…»
     «Θα μπορούσα να ετοιμάσω ένα ψυχολογικό προφίλ…»
     Αχ, αυτοί οι σπουδαγμένοι. Ναι, άκουσε για τα ψυχολογικά προφίλ και ήξερε ότι συχνά βοηθούσαν στην εξιχνίαση κάποιων υποθέσεων, αλλά αυτή τη στιγμή το πιο σημαντικό ήταν ο χρόνος που έτρεχε και τους άφηνε πίσω τους. Δεν ήθελε ωστόσο να την αποπάρει. Εξάλλου, ποιος ξέρει, κάτι θα μπορούσε να βγει κι απ’ αυτό.
     «Άλλα είναι τα σημαντικά τώρα. Αν σε παίρνει ο χρόνος όμως κάνε το. Όχι όμως σε βάρος των καθηκόντων που σου ανάθεσα. Ποιους θες να… ψυχογραφήσεις;» Άθελά του σχεδόν χαμογέλασε παιχνιδιάρικα.
     «Όλους. Όλους όσοι εμπλέκονται σ’ αυτή την υπόθεση. Οι συμπεριφορές, οι εμμονές, οι συνήθειες, οι επαναλήψεις, μπορούν να μας πουν πολλά για τους ανθρώπους. Πολύ περισσότερα από τα λόγια». Ξεχείλιζε από αυτοπεποίθηση και του άρεσε αυτό.
     «Άντε, πηγαίνετε, πάρτε ό,τι χρειάζεστε κι επιστρέψτε εδώ».
     Σηκώθηκαν και έφυγαν χωρίς να βιάζονται, γνωρίζοντας λες ήδη τις απαντήσεις στα ερωτήματα που θα ετίθεντο. Σηκώθηκε κι εκείνος. Έκανε λίγες ασκήσεις τεντώματος ή μάλλον χαλάρωσης που έμαθε στη διάρκεια του ταξιδιού του στην Ταϊλάνδη.
     «Σαν μπαλαρίνα είσαι», άκουσε τη φωνή της Ντίνας να του λέει πειρακτικά απ’ την πόρτα.
     «Μάλλον σαν παλαιστής σούμο, χωρίς όμως το βρακί μες στον κώλο».
     Γέλασαν. Η Ντίνα πήγε προς τους πίνακες και είδε τα νέα στοιχεία. Στράφηκε προς το μέρος του.
     «Ικανοποιημένος;»
     «Και με το παραπάνω. Αλλά μην τους το πεις. Αυτοί έβγαλαν σε μισή μέρα περισσότερη δουλειά απ’ ό,τι θα έβγαζαν οι άλλοι σε μια βδομάδα. Νιώθω αναλφάβητος μπροστά τους».
     «Καλός είσαι. Είδες τον αρχηγό;»
     «Ναι, και τον έδιωξα. Δεν ήθελα να μου τρομοκρατήσει τα μωρά, αν και εκείνος έδειχνε περισσότερο φοβισμένος απ’ αυτούς. Του είπα ότι θα πήγαινα στο γραφείο του σε μισή ώρα, αλλά πάμε καλύτερα τώρα, αφού κάθεται σε αναμμένα κάρβουνα ο άνθρωπος. Α, αν το ξεχάσω θύμισέ μου να του πω ότι οι συναντήσεις μας και όλη η δουλειά θα γίνεται αποκλειστικά και μόνο στο γραφείο μου. Το παραχώρησα ήδη στην Χρυσοστόμου για να δει τα βίντεο και στον μικρό για να κάνει τα δικά του. Δε νομίζω να μας είναι εμπόδιο η παρουσία τους. Ο Ιακώβου μού είπε ότι πρέπει να αναβαθμίσουμε τη σύνδεση στο ίντερνετ. Έχεις ιδέα πώς μπορούμε να το κάνουμε αυτό;»
     «Ιδέα έχω, αλλά δεν ξέρω κατά πόσο θα θελήσει ο αρχηγός να διαθέσει το κονδύλι με όλες αυτές τις περικοπές που γίνονται παντού…»
     «Κι αν του πούμε ότι το σύστημα δεν είναι ασφαλές;»
     «Τότε ναι. Ίσως κάτι να γίνει».
     «Με τα εντάλματα που είμαστε;»
     «Πολύ βιαστικός είσαι. Θα τα έχουμε μέχρι τις δέκα…»
     «Άντε, πάμε να μαυρίσουμε κι άλλο την καρδιά του Σωτηρίου».
     «Θα τη βρούμε την άκρη…»
     «Αλλά ίσως μέχρι τότε να είναι πια πολύ αργά».

Συνεχίζεται

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2011

Στιλέτο - Κεφάλαιο 7

Σκυμμένη πάνω από τους φακέλους τον βρήκε όταν έφτασε στο σταθμό στις τρεισήμισι ακριβώς η Μαργαρίτα.
     «Μπερδέματα, ε;»
     Τον ξάφνιασε. Του πήρε μια στιγμή μέχρι να αντιληφθεί τι γύρευε εκεί.
     «Και θα έχουμε κι άσχημα ξεμπερδέματα, φοβάμαι. Το έφερες;»
     Έβγαλε από τη μεγάλη, φτιαγμένη από δερματίνη και όχι από δέρμα, καφέ της τσάντα ένα κουτί και του το έδωσε. Καθώς το περιεργαζόταν κάθισε απέναντί του.
     «Κινητό ή κομπιούτερ είναι;» ρώτησε τελικά.
     «Κι από τα δύο. Κι έχει και ραδιόφωνο. Βγάζει και φωτογραφίες. Τραβάει και βίντεο. Έχει παιχνίδια. Πολλά σε ένα».
     «Κοίτα να δεις κάτι πράγματα…»
     Παρίστανε τον απορημένο αλλά δεν ήταν. Σ’ αυτόν τον κόσμο ζούσε άλλωστε. Παρακολουθούσε στενά τα επιτεύγματα της τεχνολογίας, κι ας τις περισσότερες φορές δεν μπορούσε να τα κατανοήσει. Έβαλε τη συσκευή στο συρτάρι, μαζί με το χαρτί με το οποίο θα την τύλιγε, το οποίο του πάσαρε η κόρη του, και μετά  ανέσυρε κάτω από τους φακέλους την κάρτα και της την έδωσε. Εκείνη την άνοιξε, τη διάβασε και έβαλε τα γέλια..
     «Να που απέκτησες και χιούμορ τώρα στα γεράματα».
     «Πάντα είχα. Αλλά πάντα κιόλας όλοι με θεωρούσαν πολύ σοβαρό άνθρωπο, έτσι δεν μπορούσα να τους απογοητεύσω…»
     «Λες και δίνεις μία για το τι σκέφτονται οι άλλοι για σένα».
     «Τι ώρα πρέπει να είμαι στο σπίτι;»
     «Στις οκτώ. Δείπνο, τούρτα και αντίο. Έχει πολλή διάβασμα μια και πλησιάζουν οι εξετάσεις. Μάλλον τη μεγάλη γιορτή θα την κάνει αύριο με τις φίλες της. Η Παρασκευή προσφέρεται περισσότερο…»
     «Καλά. Καλά. Στις οκτώ, ε; Μόλις που προλαβαίνω. Πρέπει να επισκεφθώ τη χήρα…»
     «Ήταν παντρεμένος ο Παναγίδης;»
     «Του Κωνσταντίνου. Την περιποιόταν ο Παναγίδης…»
     «Α, κατάλαβα. Χρειάζεσαι βοήθεια; Δεν έχω κάτι το ιδιαίτερο να κάνω αυτές τις μέρες».
     «Ναι, ίσως να μπορούσες να με βοηθήσεις κάπως. Είσαι πολύ παρατηρητική. Ίσως δεις στα έγγραφα κάτι που εμάς μας ξεφεύγει. Αλλά δεν μπορούμε να το κάνουμε εδώ αυτό».
     «Απόψε, μετά τη γιορτή; Έτσι κι αλλιώς είμαστε κι οι δυο νυχτοπούλια».
     «Καλή ιδέα».
     «Διακόπτω;»
     Η Ντίνα στεκόταν στην πόρτα και τους κοιτούσε σχεδόν απορημένη.
     «Μας έπιασες στα πράσα. Συνωμοτούσαμε εις βάρος της Ελευθερίας. Είναι τα γενέθλιά της σήμερα και έφερα στο γέρο το δώρο-έκπληξη που θα της χαρίσει».
     «Να σας ζήσει. Και μακάρι να μεγαλώσει και να μην καταντήσει σαν κι αυτόν…»
     «Χοντρός, τριχωτός και άσχημος; Δεν έχει τις προδιαγραφές η μικρή…»
     Γέλασαν λίγο και οι τρεις τους, κι ύστερα η Μαργαρίτα σηκώθηκε για να φύγει. Πήγε πίσω από το γραφείο, έσκυψε και φίλησε τον πατέρα της στο κεφάλι.
     «Θα τα πούμε απόψε μπαμπά;»
     «Να τη φέρω κι αυτήν, αν θέλει να έρθει», είπε δείχνοντας με το κεφάλι την Ντίνα.
     «Να τη φέρεις, θέλει δε θέλει».
     Χαμογέλασε στην άλλη γυναίκα, την αγκάλιασε για λίγο με δύναμη και αποχώρησε.
     «Τι έχουμε;»
     «Το βίντεο απ’ το πρωί. Πιάσαμε λαυράκι. Περίμενε μια στιγμή…»
     Βγήκε έξω, για να επιστρέψει αμέσως μετά σπρώχνοντας ένα συρόμενο τραπεζάκι πάνω στο οποίο υπήρχαν μια παλιά τηλεόραση κι ένα ολοκαίνουριο DVD player. Σταμάτησε απέναντί του, έβαλε τις πρίζες στις αρχαίες σαν το κτήριο εισδοχές και άναψε τις συσκευές.
     «Κοίτα προσεχτικά», τον παρότρυνε.
     Μαζεμένος κόσμος, μακρινά πλάνα του καλυμμένου ήδη πτώματος, αστυνομικοί, εκείνος και η Ντίνα να καταφθάνουν και μετά να κατευθύνονται προς αντίθετες κατευθύνσεις και…
     «Ο Πιγκουΐνος!»
     «Μπίνγκο».
     Ο Πιγκουΐνος. Γνωστό τομάρι, που με κάποιο τρόπο πάντα καταφέρνει και τη βγάζει καθαρή. Ύποπτος για δολοφονίες, εκβιασμούς, καταστροφή περιουσιών, ακόμη και απαγωγές, που ποτέ δεν καταγγέλθηκαν. Του χάρισαν αυτό το παρατσούκλι λόγω της εμφάνισής του. Λες και τα ρούχα θα του έδιναν τα χαρίσματα που δεν του πρόσφερε η φύση, αφού μέρα-νύχτα είναι ντυμένος με κουστούμι και παπιγιόν. Φοράει σχεδόν πάντα ψηλοτάκουνα μαύρα παπούτσια, που μάλλον του ανεβάζουν την αυτοπεποίθηση, αφού σε ό,τι αφορά τα ύψος είναι και θα παραμείνει κοντός. Στα πενήντα του τώρα, έχει μόνιμα βαμμένα τα μακριά από τη μια μεριά μαλλιά, και μ’ αυτά προσπαθεί να κρύψει τη φαλάκρα που κάνει όλο και πιο έντονη την παρουσία της. Τα μάτια του είναι μικρά και μαύρα, μάτια σκορπιού λέει η Ντίνα. Συνήθως σε όλες του τις εξορμήσεις τον συνοδεύει ένας μπράβος, ο Γρηγόρης, που περισσότερο μάλλον σαν σκούπα παρά σαν προστάτης λειτουργεί. Σαρανταπεντάρης, δυνατός κι ολιγομίλητος, με γκρίζα ήδη τα μαλλιά και μάτια του ίδιου χρώματος, επιδιορθώνει συνήθως τις ζημιές που κάνει ο πρώτος ή τουλάχιστον τις κρύβει κάτω από το χαλί. Ωστόσο δε διακρίνεται στα πλάνα. Είναι δυνατόν να πήγε ο Πιγκουΐνος μόνος του εκεί; Δεν αποκλείεται, αλλά από την άλλη ακούγεται απίστευτο κιόλας.
     «Πώς και δεν τον είδε κανείς; Τόσοι μπάτσοι ήταν εκεί. Ο πολύς κόσμος δεν τον ξέρει, αλλά αυτοί…»
     «Κι εγώ την ίδια απορία έχω. Όταν πλησίασα τον κόσμο κι άρχισα να παίρνω τις συνεντεύξεις δεν ήταν εκεί. Μάλλον εξαφανίστηκε μόλις βρήκε την ευκαιρία. Πάντως αυτό αλλάζει πολλά…»
     «Δεν είμαι σίγουρος. Ίσως ναι, ίσως και όχι. Συνήθως αφήνει τον Γρηγόρη να κάνει τις βρομοδουλειές του και δεν τον είδα εκεί. Δεν είναι το στιλ του άλλωστε…»
     «Δεν μπορούμε να το αφήσουμε έτσι…»
     «Ποιος είπε ότι θα το αφήσουμε; Σήμερα ωστόσο δε μας παίρνει ο χρόνος. Θα τον συναντήσω αύριο. Δε θα μου αρνηθεί, αφού πάνω απ’ όλα είναι περίεργος. Ο πίνακας πώς τα πάει;»
     «Οι πίνακες θες να πεις. Τώρα είναι δύο, μέχρι αύριο ίσως να γίνουν και τρεις. Θα σας τους παρουσιάσω το πρωί».
     «Οι νέοι πώς σου φάνηκαν;»
     «Λίγο χαμένοι, αλλά απ’ όσα πρόλαβα να διαβάσω γι’ αυτούς, μα και κρίνοντας από τη συμπεριφορά τους, στο τέλος της ημέρας πιστεύω ότι κι εγώ αυτούς θα διάλεγα».
     «Ωχ, πάει η φήμη μου…»
     «Η φήμη σου πήγε περίπατο εδώ και καιρό. Από τότε που δουλεύουμε μαζί. Τώρα που έβαλες και δεύτερη γυναίκα στην ομάδα, ποιος σε σώζει…»
     «Να είσαι εδώ στις πεντέμισι. Έχει πολλή κίνηση εκείνη την ώρα και δε θα ήθελα να πάμε στη θλιμμένη χήρα αργοπορημένοι».
     «Μάλιστα αφεντικό».
     «Κλείσε την πόρτα βγαίνοντας».
     Έσπρωξε λίγο προς τα πίσω την καρέκλα του, κι ανασήκωσε τα πόδια και τα έβαλε στο γραφείο. Έκλεισε τα μάτια για να συγκεντρωθεί, και τον πήρε ο ύπνος.

Ένιωθε αναγεννημένος στις πεντέμισι όταν τον ξύπνησε, φυσώντας του στ’ αυτί η Ντίνα.
     «Είσαι έτοιμος».
     «Πανέτοιμος. Μια στιγμή μόνο να νιφτώ γιατί δε θέλω να φαίνομαι νυσταγμένος όταν φτάσουμε στο σπίτι της κυράς».
     «Θα σε περιμένω στο αμάξι».
     «Δε θα αργήσω».
     Μέχρι να φτάσει εκεί η κοπέλα και να το ξεκινήσει τον είδε να καταφθάνει με βιαστικά βήματα. Είχε πολλή ενέργεια για τα κυβικά του.
     «Πρέπει να βιαστούμε».
     «Μην ανησυχείς, θα είμαστε εκεί στην ώρα μας».
     Κολλούν για λίγο στα φανάρια της Πλατείας Σολωμού, κι έπειτα σ’ αυτά της Μακαρίου, αλλά όταν στρίβουν δεξιά στην Ευαγόρου, λες κι ο δρόμος ανοίγει αποκλειστικά γι’ αυτούς. Χαράζουν πορεία προς το προεδρικό μέγαρο. Μετά τον αστυνομικό σταθμό Στροβόλου στρίβουν αριστερά προς την Αθαλάσσης και στα επόμενα φανάρια δεξιά. Βγαίνουν στην Περικλέους. Πάνε ευθεία. Φτάνουν στα φανάρια του Κώστα Θεοδώρου, που έγιναν γνωστά ως τέτοια λόγω του εργοστασίου που υπάρχει εκεί, και όταν τα περνούν στρίβουν δεξιά. Λίγα στενά πιο κάτω είναι ο προορισμός τους. Έξι παρά πέντε η ώρα.
     «Μπράβο μας».
     «Πώς θα το παίξουμε, αφεντικό;»
     «Όχι όπως τις ταινίες πάντως. Θα είμαι και ο καλός και ο κακός μπάτσος εγώ. Εσύ μπορείς να επεμβαίνεις όποτε θες με τις ερωτήσεις σου. Μην ξεχνάς ότι δεν ήρθαμε εδώ για να παρηγορήσουμε τη χήρα, αλλά για να πάρουμε απαντήσεις».
     «Μάλιστα».
     Κατεβαίνουν απ’ το αμάξι και μπαίνουν στο κτήριο. Αυτή τη φορά παίρνουν τον ανελκυστήρα για τον τέταρτο. Όταν χτυπούν την πόρτα τους ανοίγει αμέσως. Μοιάζει πολύ χειρότερα από χθες. Σα να έχει χάσει την αυτοσυγκράτησή της. Δε λυπήθηκε για τον άντρα της, αλλά λυπήθηκε για τον γκόμενο, σκέφτεται ο Ιωάννου. Τους οδηγεί μέσα αμίλητη. Τους δείχνει πού να καθίσουν. Κάθεται απέναντί τους. Ντυμένη καθώς είναι τώρα στα μαύρα δείχνει μεγαλύτερη απ’ την ηλικία της. Τα μάτια της προδίδουν τα δάκρυα που προηγήθηκαν. Για λίγη ώρα δε μιλάνε, αλλά καθώς πάει εκείνος ν’ ανοίξει το στόμα του και να κάνει την πρώτη ερώτηση, η σπιτονοικοκυρά θυμάται τους καλούς της τρόπους και τους ρωτά αν θα μπορούσε να τους προσφέρει κάτι. Θέλει καφέ, αλλά δεν τον ζητά, αφού μετά θα του τρυπήσει τ’ αυτιά με τα μουρμουρητά της η Ντίνα.
     «Ας μπούμε στο ψητό», της λέει.
     «Το ψητό;»
     «Ξέρετε τι εννοώ». Πληθυντικός αποστάσεων και ευγενείας. «Από πότε βλεπόσαστε με τον Παναγίδη;»
     «Μα πού…»
     «Έχουμε φωτογραφίες. Τις οποίες βρήκαμε στο συρτάρι του άντρα σου. Όπως καταλαβαίνετε…»
     Δεν υπήρχε λόγος να της εξηγήσει τα περαιτέρω. Τα αντιλαμβανόταν πολύ καλά. Χλόμιασε. Το πρόσωπό της λίγο έλειψε να πάρει το λευκό του χιονιού. Άρχισε να παίζει νευρικά με τα δάχτυλά της και να κοιτάει αμήχανα τον τοίχο πάνω από τα κεφάλια τους. Ύστερα έσκυψε το κεφάλι και κρατώντας το ανάμεσα στα χέρια της άρχισε να κλαίει. Η Ντίνα έκανε να σηκωθεί να πάει κοντά της, αλλά απλώνοντας το χέρι του και πιάνοντας απαλά το μπράτσο της, την εμπόδισε. Ήταν σα να της υπενθύμιζε ότι δουλειά τους ήταν να την ανακρίνουν και όχι να την παρηγορήσουν. Το κλάμα δεν κράτησε και πολύ. Κάποια στιγμή σήκωσε το κεφάλι, σκούπισε με το μανίκι της μπλούζας τα δάκρυά της και χαμηλόφωνα απολογήθηκε.
     «Εδώ και έξι μήνες», απάντησε καθυστερημένα στην ερώτησή του. «Ο Άντρος δεν ήταν ποτέ εδώ. Ερχόταν μόνο για να κοιμηθεί, κι αυτό όχι πάντοτε. Ήμουν μόνη…»
     «Κι η σχέση με τον Παναγίδη πώς προέκυψε;»
     «Δεν ξέρω. Τυχαία μάλλον. Χρειαζόμουνα κάποιον κι αυτός ήταν εκεί. Κανένας άλλος εκτός απ’ αυτόν και μια-δυο φίλες μου δε μας επισκέπτονταν ποτέ. Εκείνες δεν μπορούσαν να μου προσφέρουν αυτό που ήθελα, οπότε…»
     «Γι’ αυτό του τηλεφώνησες αμέσως μετά που βρήκες τον άντρα σου νεκρό;»
     «Ναι, τα είχα χαμένα. Δεν ήξερα τι να κάνω. Εκείνος ήταν που μου είπε να μην αγγίξω τίποτα και να πάρω αμέσως τηλέφωνο την αστυνομία, αλλά φυσικά ήταν πια πολύ αργά. Τον είχα ήδη αγγίξει. Τον αγκάλιασα. Ίσως να ακούγεται ψεύτικο στ’ αυτιά σας, αλλά τον αγαπούσα…»
     «Καλά. Καλά. Τώρα θα σας ρωτήσω κάτι που σας ρωτήσαμε και χθες το πρωί κι ελπίζω να απαντήσετε ειλικρινά αυτή τη φορά: παρατηρήσατε κάτι παράξενο τις τελευταίες μέρες; Ο,τιδήποτε; Κι η παραμικρή λεπτομέρεια είναι σημαντική…»
     Παραμένει για λίγο σιωπηλή. Σκέφτεται. Μοιάζει να προσπαθεί στ’ αλήθεια να θυμηθεί κάτι που όλο και της ξεφεύγει. Για μια στιγμή το βλέμμα της φωτίζεται, αλλά αμέσως σβήνει.
     «Το μοναδικό πράγμα που συνέβηκε και το οποίο μού φάνηκε παράξενο ήταν ότι κάποιος πριν από δυο βδομάδες παραβίασε το γραμματοκιβώτιό μας. Τι ακριβώς έψαχνε εκεί δεν ξέρω να σας πω, αφού εκτός από λογαριασμούς και διαφημιστικά φυλλάδια δεν παίρνουμε τίποτ’ άλλο».
     «Ο άντρας σας πώς αντέδρασε όταν συνέβηκε αυτό;»
     «Σχεδόν αδιάφορα. Άλλαξε απλά την κλειδαριά στο γραμματοκιβώτιο και δεν αναφέρθηκε στο θέμα ποτέ ξανά».
     «Πού συναντιόσασταν με τον Παναγίδη;»
     Η ερώτηση την πιάνει απροετοίμαστη. Μοιάζει για μια ακόμη φορά έτοιμη να βάλει τα κλάματα, αλλά επιβάλλεται στον εαυτό της.
     «Συνήθως στο διαμέρισμά του. Μένει δυο δρόμους πιο κάτω».
     «Και πότε γίνονταν αυτές οι συναντήσεις;»
     «Ανάλογα με τις βάρδιες εκείνου και του Άντρου. Πότε μέρα, πότε νύχτα».
     Κάνει ένα νόημα στην Ντίνα κι αυτή βγάζει από το φάκελο που έφερε μαζί της τις φωτογραφίες και της τις δίνει.
     «Πού ήσασταν όταν πάρθηκαν αυτές;»
     «Μα πώς στο διάολο…». Αυτοσυγκράτηση. Μια βαθιά αναπνοή. «Στη Λάρνακα. Μάλλον θα έβαλε κάποιον να μας ακολουθήσει. Δεν εξηγείται αλλιώς. Είμαι σίγουρη ότι δούλευε εκείνη τη μέρα».
     «Όχι στο Ζύγι;»
     «Όχι. Δεν πήγα ποτέ εκεί. Μού έλεγε ότι υπήρχαν πολλοί αδιάκριτοι γείτονες…»
     Την πιστεύει. Έτσι κι αλλιώς σύμφωνα με τα στοιχεία που περισυνέλεξαν κάποια άλλη γυναίκα ήταν αυτή που άφησε το στίγμα της εκεί.
     «Έχετε ιδέα γιατί δεν αντέδρασε όταν έμαθε για την απιστία ο άντρας σας. Όπως μας τον περιγράφετε δε μου φαίνεται σαν ένας από εκείνους τους τύπους που θα παρέμεναν απαθείς μπροστά σ’ αυτά τα δεδομένα».
     «Τι να σας πω; Εγώ ήμουνα σίγουρη ότι αν το μάθαινε ποτέ θα με σκότωνε. Εκτός κι αν…»
     Το βλέμμα της μεταμορφώθηκε από τη μια στιγμή στην άλλη από λυπημένο, σε οργισμένο. Αντιλήφθηκε του μακαρίτη τη λογική.
     «Εκτός κι αν έκανε αίτηση για διαζύγιο και έπαιρνε το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας, χρησιμοποιώντας σα λόγο την απιστία σας, έτσι δεν είναι; Απ’ ό,τι ξέρω αυτός δεν είχε και πολλά, οπότε λογικά…»
     «Τίποτα δεν είχε. Όλα με τη δουλειά και με τη βοήθεια των γονιών μου τ’ αποκτήσαμε. Ο μισθός του δεν έφτανε για τίποτα. Ή τουλάχιστον έλεγε ότι δεν έφτανε, αφού από τη στιγμή που ούτε χρέη έχουμε ούτε παιδιά, όλο και κάτι θα μπορούσε να συνεισφέρει…»
     Η Ντίνα βγάζει ένα έγγραφο από το φάκελο και της το δίνει.
     «Οι τραπεζικοί του λογαριασμοί είναι σχεδόν άδειοι. Έχετε ιδέα που ξόδευε τα λεφτά; Ξέρετε αν χρωστούσε σε κάποιον;»
     «Ώστε δεν πιστεύετε ότι τον σκότωσα εγώ. Αυτό είναι μια ανακούφιση…»
     «Το τι πιστεύουμε εμείς και τι όχι, δεν έχει σημασία», επενέβηκε εκείνος. «Αυτό που έχει σημασία είναι να μάθουμε τα πάντα για τον άντρα σας. Και πάνω απ’ όλα αν είχε πάρε δώσε με τον Παναγίδη. Γιατί αν είχε, τότε η υπόθεση περιπλέκεται ακόμη περισσότερο. Από τη μια έχουμε την παράνομη σχέση, για την οποία πολύ θα ήθελαν να πληροφορηθούν τα κοράκια του τύπου. Από την άλλη έχουμε τη δολοφονία δυο μπάτσων σε δυο μέρες. Και από μια τρίτη πλευρά προέκυψε και μια σύνδεση του Παναγίδη με ανθρώπους του υπόκοσμου. Γνωρίζεται αυτό τον άντρα;»
     Τα χέρια της τρέμουν από την ταραχή καθώς παίρνει στα χέρια της τη φωτογραφία του Πιγκουΐνου, αλλά η στάση της δείχνει ότι δεν τον γνωρίζει.
     «Νομίζω ότι τον έχω κάπου δει. Στην τηλεόραση ίσως. Στις ειδήσεις. Αλλά δεν μπορώ να τον τοποθετήσω, δεν είμαι σίγουρη. Τι σχέση έχει αυτός με τους φόνους;»
     «Αυτή τη στιγμή δεν μπορούμε να σας πούμε. Πού ήσασταν χθες το βράδυ ανάμεσα στις έντεκα και στις δύο;»
     «Εδώ, με δυο φίλες και τη μητέρα μου. Η μια έμεινε μαζί μου όλη νύχτα. Αν θέλετε τα στοιχεία της να…»
     «Όχι. Δεν υπάρχει λόγος. Είτε σας θεωρούμε ύποπτη είτε όχι απλά οφείλαμε να κάνουμε αυτή την ερώτηση. Δε θα σας χρειαστούμε άλλο σήμερα, αλλά ίσως επανέλθουμε κάποια στιγμή. Όπως καταλαβαίνετε…»
     «Ναι, καταλαβαίνω. Αν δε λύσετε αυτές τις υποθέσεις σύντομα θα πέσουν πάνω σας και θα σας φάνε ζωντανούς. Σας εκτιμούσε πολύ ο Άντρος ξέρετε, κι ας μην ήσασταν φίλοι. Αυτός είναι πραγματικός μπάτσος, μού έλεγε, εγώ απλά είμαι υπάλληλος σε γραφείο. Ό,τι κι αν συνέβηκε μεταξύ μας, δεν τον ήθελα νεκρό. Μακάρι να μπορέσετε να βρείτε το δολοφόνο του».
     «Θα κάνουμε ό,τι μπορούμε», απάντησε η Ντίνα και σηκώθηκαν. Τους οδήγησε μέχρι την πόρτα, την άνοιξε γι’ αυτούς και την έκλεισε από πίσω τους χωρίς να τους αποχαιρετήσει. Δε χρειάζονταν οι τυπικότητες.

Καθώς φεύγουν το αμάξι το οδηγά ο Ιωάννου. Η Ντίνα τυλίγει το δώρο της Ελευθερίας, το οποίο μόλις που θυμήθηκε να αρπάξει φεύγοντας από το γραφείο το αφεντικό-συνεργάτης της. Είναι εφτάμισι η ώρα και η νύχτα δεν είναι πια και πολύ μακριά. Αντί να πάρουν την κατεύθυνση προς τη βιομηχανική περιοχή Στροβόλου κι από κει προς την Υδατοπρομήθεια και τη Λακατάμια, αποφασίζουν να κατηφορίσουν την Περικλέους και στα φανάρια της Κληματαριάς να πάρουν τη στροφή αριστερά που θα τους οδηγούσε κατευθείαν στον προορισμό τους. Η πρώτη διαδρομή ήταν πιο εύκολη, αλλά έτσι και έπεφταν πάνω στην κίνηση του τέλους της μέρας σίγουρα θα έφταναν αργοπορημένοι.
     «Θα χαρεί πολύ η μικρή», λέει η Ντίνα.
     «Μακάρι, αφού με ξήλωσε για τα καλά. Δε με έφταναν όλα τα άλλα κακά τώρα είμαι και μπατίρης. Α, ναι, υπενθύμισέ με αργότερα να δώσω τα λεφτά στη Μαργαρίτα. Με ξέρεις πώς είμαι…»
     «Ναι, σε ξέρω. Της πήρα κι εγώ δώρο, αλλά μάλλον δε θα της αρέσει. Δεν ξέρω…»
     «Τι της πήρες;»
     «MP4 Player».
     «Τι είναι αυτό; Τρώγεται;»
     «Εσύ και οι εξυπνάδες σου. Παίζει μουσική και ταινίες…»
     «Α, σαν ένα κινητό που δεν μπορεί να κάνει κλήσεις!»
     Έβαλαν τα γέλια.
     «Κάτι τέτοιο».
     Έφτασαν στον προορισμό τους και πάλι στο παρά πέντε. Από συνέπεια τα πάνε καλά.
     Το τραπέζι είναι στρωμένο, αλλά τους περιμένουν για να καθίσουν να φάνε. Κάθονται. Κεφτεδάκια, πατάτες του φούρνου, μακαρόνια τρικολόρε, κανελόνια, σαλάτες. Η κυρία Γεωργία στο στοιχείο της. Εκτός από τα μέλη της οικογένειας και την Ντίνα βρίσκονται εκεί και οι δύο κολλητές της Ελευθερίας, που δεν κάνουν τίποτ’ άλλο από το να την πειράζουν, να τσιμπολογούν από τα πιάτα τους και να γελάνε δυνατά. Εκείνος κάτω από τέτοιες περιστάσεις δε μιλάει. Απλά ακούει, τρώει και χαμογελάει. Και πίνει το κόκκινο παγωμένο κρασί του. Δεν τον ενδιαφέρει αν κάνει ζέστη ή κρύο, δυο ποτηράκια κρασί πάντα τον χαλαρώνουν. Το λέει κι ο γιατρός. Όχι ο κανονικός γιατρός, αλλά ένας γνωστός του ξερόλας που μπορεί να αναλύσει τα πάντα: από το κυπριακό πρόβλημα, μέχρι την παγκόσμια οικονομική κρίση, από το ποδόσφαιρο στην Ευρώπη μέχρι τις αρρώστιες των δέντρων, από… μέχρι… από… μέχρι…. Και πάει λέγοντας. Τον θυμάται και χαμογελά.
     Η ώρα περνά γρήγορα και ευχάριστα, το δείπνο τελειώνει και φέρνουν την τούρτα. Ανάβουν τα κεράκια και όλοι, μ’ εξαίρεση τον μπαμπά, αρχίζουν να τραγουδούν Happy birthday to you… Happy birthday to you… Εκείνος ακολουθώντας τον ίδιο ρυθμό από μέσα του τραγουδάει: παρά πάρα παρά, παρά πάρα παρά, παρά πάρα, παρά πάρα, παρά πάρα, πα… ρα… Μόλις τελειώνουν και η Ελευθερία σβήνει τα κεράκια η Μαργαρίτα τον πλησιάζει και του ρίχνει μια αδύναμη γροθιά στο στομάχι.
     «Πάλι για τον παρά τραγουδούσες», του ψιθυρίζει και βάζει τα γέλια. Γελάει κι αυτός.
     Η εορτάζουσα αρχίζει ν’ ανοίγει με ανυπομονησία τα δώρα της. Πότε χαμογελά και πότε λίγο λυπάται, αλλά προσπαθεί να μην το δείξει. Όταν φτάνει στο δικό του, δεν μπορεί να συγκρατήσει τη χαρά της.
     «Αυτό ακριβώς ήθελα», φωνάζει και τρέχει και τον αγκαλιάζει. Τον τραβάει προς τα κάτω και τον φιλάει στο μέτωπο, αφού εξακολουθεί να είναι αξύριστος και τα γένια του τη γδέρνουν. «Σ’ ευχαριστώ, μπαμπά»
     Δεν απαντά. Είναι χαρούμενος για τη χαρά που της έδωσε, αλλά δεν μπορεί να εκφράσει με λόγια αυτό που νιώθει. Το κάνει με τα μάτια. Η μικρή ανοίγει αμέσως το κουτί και κατευθύνεται προς τις φίλες της. Αρχίζουν να περιεργάζονται όλες μαζί το νέο απόκτημά της και αφήνουν επιφωνήματα ευτυχίας. Εκείνος πλησιάζει την Μαργαρίτα.
     «Ευχαριστώ», της ψιθυρίζει στ’ αυτί, και μετά απευθύνεται προς την Ντίνα και τη γυναίκα του. «Δε συνεχίζουμε έξω; Είναι δροσιά και εδώ μέσα τώρα είμαστε περιττοί».
     Συμφωνούν μαζί του.

Κάθονται κάτω από την κληματαριά κι απολαμβάνουν από μία παγωμένη μπίρα, ενώ εκείνος συνεχίζει με το κρασί. Ευτυχώς τα βράδια είναι ακόμη δροσερά, αλλά σύμφωνα με το δελτίο ειδήσεων, το οποίο παρακολουθεί ανελλιπώς η Γεωργία, από αύριο θ’ αρχίσει να μυρίζει για τα καλά καλοκαίρι. Ωχ, σκέφτεται, ο Ιωάννου, θ’ αρχίσουν τις γκρίνιες τους πάλι. Φταίει το ό,τι η μνήμη των περισσότερων ανθρώπων είναι επιλεκτική. Κανείς δε θυμάται τις ζέστες των προηγούμενων χρόνων, κι έτσι όλοι μιλούν για τις φετινές, που σίγουρα είναι οι χειρότερες.
     «Τον Σωτηρίου δεν τον βλέπω καλά», τον βγάζει από τις σκέψεις του η Γεωργία. Είναι η πρώτη φορά που αναφέρεται στην υπόθεση. «Στο δελτίο των έξι, απ’ όσο πρόλαβα να δω έμοιαζε χαμένος. Δεν ήξερε τι να απαντήσει…»
      «Λογικό είναι, δε συμβαίνουν κάθε μέρα αυτά τα πράγματα. Αλλά, μην ανησυχείς, δε θα τον φάνε. Έτσι κι αλλιώς σε τίποτα δε φταίει αυτός…»
     «Και φταις εσύ;»
     Να τα μας! Δυο ολόκληρες μέρες δεν αναφέρει τίποτα και μόλις της καρφώνεται στο μυαλό η υποψία ότι θα μπορούσε να τα βρει σκούρα ρίχνει το καρφί της. Η Ντίνα κι η Μαργαρίτα μοιράζονται ένα χαμόγελο, ενώ εκείνος παριστάνει ένα παιδί που το μάλωσαν.
     «Θα βρούμε την άκρη», της απαντά τελικά.
     Εκείνη τον σφάζει με το βλέμμα και σιωπά. Λιονταρίνα. Αγριεύει στη σκέψη και μόνο ότι κάποιος, κάπως, θα μπορούσε να βλάψει την οικογένειά της.
     «Ας μην ασχοληθούμε με την υπόθεση απόψε», λέει χαμηλόφωνα η Ντίνα, κι ας ξέρει την απάντησή του. Χαμογελά δειλά προτού καν την ακούσει.
     «Και με τι ν’ ασχοληθούμε;» ρωτά στ’ αλήθεια μ’ απορία. Μα αμέσως μετά σα να το σκέφτεται καλύτερα και συμφωνεί. «Δίκιο έχεις. Ας την αφήσουμε για λίγο στην άκρη. Ίσως μετά να μπορέσουμε να δούμε τα πράγματα πιο καθαρά». Σηκώνεται. «Πάμε να καθίσουμε στη μπροστινή βεράντα;» ρωτά τη Γεωργία. Ξεκινά. Εκείνη σηκώνεται και τον ακολουθεί. Μόλις απομακρύνονται τα δύο κορίτσια αρχίζουν να καταπιάνονται με τα δικά τους.
     «Κάνα νέο απ’ το μέτωπο;» ρωτά η Ντίνα.
     «Τίποτα», απαντά η Μαργαρίτα. «Τη μια είμαι έτσι, την άλλη αλλιώς. Δεν μπορώ να με καταλάβω».
     «Μού θυμίζεις εμένα. Κι εγώ στην ηλικία σου έτσι ακριβώς ήμουνα…»
     «Και να πώς κατάντησες. Σκυλάκι του πατέρα μου!»
     Γελάνε. Σχεδόν κάθε φορά που συναντιόνται μιλούν για την ερωτική τους ζωή, ή μάλλον για την ανυπαρξία της. Η Μαργαρίτα ερωτεύεται συχνά και απογοητεύεται. Βγαίνει ραντεβού, συναντάει άντρες, τους βαριέται αμέσως. Εδώ και ένα χρόνο παραμένει ανέγγιχτο το κορμί της. Η Ντίνα από την άλλη δε βγαίνει καθόλου, ή το πολύ μια φορά κάθε τόσο για φαγητό με φίλες, που τώρα πια της φαίνονται ξένες. Νιώθει αμήχανη ανάμεσά τους. Δεν ξέρει τι να πει και της είναι αδύνατον να συμμετάσχει στις συζητήσεις τους. Είναι σαν κάποια ξένη που βρέθηκε κάποια στιγμή κατά τύχη σε ένα συγκεκριμένο σημείο. Όσο για τους έρωτες τους παράτησε χρόνια πριν. Απλά απογοητεύτηκε. Ο αφορισμός της είναι κλισέ, αλλά δε διστάζει να τον επαναλαμβάνει: κανείς δεν μπορεί να με καταλάβει. Όχι απολύτως κανείς, βέβαια, αλλά οι γυναίκες δε μετράνε. Ή μήπως μετράνε; Ή μετράει; Η γυναίκα δηλαδή. Η Μαργαρίτα. Πώς έγινες έτσι; αναρωτιέται μερικές φορές. Αν δεν ήταν ο Ιωάννου και η κόρη του δε θα είχε κανένα στον κόσμο. Εντάξει, έχει και τον πατέρα της, αλλά δεν μπορεί να οδηγεί κάθε μέρα μέχρι το χωριό, το Μιτσερό, για να τον συναντήσει. Μα και να το έκανε, τι θα του έλεγε; Ότι στα ερωτικά δεν ξέρει που παν τα τέσσερά της; Α, μπα.
     «Προτιμώ να είμαι σκυλάκι του πατέρα σου, παρά με κάποιον άντρα, απλά και μόνο επειδή τον έχω ανάγκη. Αν και εδώ που τα λέμε, μεταξύ μας τώρα, δε νιώθω πια όπως παλιά. Ίσως να χρειάζομαι κάποιον δίπλα μου, όπως όλοι μας, αλλά σα να… Δεν ξέρω πώς να το πω… Σα να τους σιχάθηκα πια τους άντρες – σαν εραστές εννοώ. Είναι παιδιά κι εγωιστές. Δεν ξέρω…»
     «Κι εγώ που νόμιζα ότι ήμουνα η μοναδική σκύλα σ’ αυτό το τραπέζι…»
     Έβαλαν και πάλι τα γέλια.
     Στο μεταξύ οι σπιτονοικοκύρης κι η κυρά του κάθονται λες για πρώτη φορά στην μπροστινή βεράντα μοναχοί και συζητούν.
     «Πώς τα πάει η Ελευθερία στο σχολείο; Το ξέρω ότι ποτέ δεν είμαι εδώ, ή όταν είμαι δεν έχω χρόνο για πολλά πολλά, αλλά κάτι με ανησυχεί στη συμπεριφορά της».
     «Μην ανησυχείς, μια χαρά τα πάει. Αλλά είναι έφηβη. Το ξέχασες; Απλά κρατάει μυστικά. Φυσικό είναι. Τι περίμενες δηλαδή; Να έρθει και να σου πει για το αγόρι που της αρέσει;»
     «Της αρέσει κάποιος; Πες μου ποιος. Να πάω να του ρίξω ένα-δυο χαστούκια…»
     Χαμογελάει. Πιάνει το κρασοπότηρο και το φέρνει στα χείλη του. Τα πάει καλά λοιπόν η μικρή. Ωραία! Θυμάται τη μεγάλη κόρη του στην εφηβεία της. Τους είχε σχεδόν και τους δύο τρελάνει με τα καμώματά της. Έφερνε γκόμενους στο σπίτι, έκανε κοπάνες απ’ το σχολείο, για μια εποχή οι βαθμοί της έπιασαν πάτο, τσακωνόταν μαζί τους με το παραμικρό. Κι ύστερα, όλα μέλι γάλα. Σα να μη συνέβηκε τίποτα. Βγήκε τόσο ξαφνικά από το εφηβικό τριπάκι όσο γρήγορα μπήκε. Και τώρα, ειδικά μετά από εκείνο το ταξίδι που έκαναν οι δυο τους, η σχέση τους έχει πάρει τη μορφή μιας παράταιρα στενής φιλίας. Καταλαβαίνονται δίχως να μιλούνε. Και είναι πολύ χαρούμενος γι’ αυτό.
     «Είσαι καλά;»
     «Καλά είμαι. Απλά αυτή η υπόθεση δε μ’ αφήνει στιγμή να ησυχάσω. Ό,τι και να κάνω η σκέψη μου επιστρέφει και πάλι εκεί».
     «Δεν κοιμάσαι σχεδόν καθόλου…»
     «Και δεν ξυρίζομαι. Ξέρω. Αλλά με ξέρεις κι εσύ εμένα. Νιώθω σχεδόν ένοχος που κάθομαι τώρα εδώ και πίνω, και γιορτάζω όπως-όπως τα γενέθλια της κόρης μας, ενώ ο φονιάς κυκλοφορεί ελεύθερος εκεί έξω».
     «Εσύ και οι εμμονές σου. Δεν μπορείς να σώσεις όλο τον κόσμο».
     Αλλά μπορώ να προσπαθήσω. Το σκέφτεται αλλά δεν το λέει. Μισεί τους αφορισμούς. Εκτός κι αν είναι δικοί του. Ο αγαπημένος του: έχω πάντα δίκιο, μέχρι να αποδειχτεί το αντίθετο. Μόνο στη γυναίκα του τον λέει ωστόσο. Δεν είναι και τόσο ψώνιο πια.
     Ακούνε βήματα να τους πλησιάζουν. Η Ελευθερία κι οι φίλες της. Θα φύγουν τα κορίτσια. Αυτή η νύχτα δεν προσφέρεται για ξενύχτι, αλλά αύριο… Έντεκα παρά τέταρτο η ώρα. Δε νυστάζει. Και δεν μπορεί να ησυχάσει. Η υπερένταση της μέρας δεν τον εγκαταλείπει. Μπαίνει για λίγο μέσα, βρίσκει αυτό που θέλει και βγαίνει και πάλι έξω. Η Γεωργία σηκώνεται και πηγαίνει να καθίσει με τα κορίτσια. Είναι αδιόρθωτος, σκέφτεται. Προτού προλάβει καλά-καλά να ανοίξει το φάκελο που κρατάει στα χέρια του, ακούει το κινητό του να χτυπάει. Ποιος να είναι άραγε; Βλέπει τον αριθμό και δεν του θυμίζει τίποτα. Αν ήταν κάποιος γνωστός θα του είχαν ήδη περάσει το όνομα στις επαφές η Ντίνα ή η Μαργαρίτα.
     «Ποιος;»
     «Έμαθα ότι με ψάχνεις…»
     Ο Πιγκουΐνος! Θα αναγνώριζε τη φωνή του παντού. Μα πώς το έμαθε; Αφού μόνο η Ντίνα κι ο ίδιος γνώριζαν για την παρουσία του στη σκηνή του εγκλήματος. Εκτός κι αν είδε κανείς το βίντεο στην κεντρική αίθουσα όπου το μελετούσε η Ντίνα και… Ναι, αυτό θα έγινε. Ήταν γνωστό ότι είχε κάποιους μπάτσους στο τσεπάκι, αλλά προς το παρόν δεν μπορούσε κανείς να το αποδείξει.
     «Πότε και πού;»
     «Δεν μπορούμε να τα πούμε απ’ το τηλέφωνο;»
     «Προτιμώ φάτσα-φάτσα».
     «Μπορείς να περάσεις τώρα απ’ το γραφείο μου; Θα είμαι εδώ για μια ακόμη ώρα…»
     Κοιτάει το ρολόι του, λες και δεν το είχε κάνει ξανά λίγες στιγμές πριν. Να πάει; Γιατί όχι; Έτσι κι αλλιώς αποκλείεται να κοιμηθεί τόσο εύκολα και τόσο νωρίς.
     «Σε δεκαπέντε-είκοσι λεπτά θα είμαι εκεί».
     Μπαίνει στο σπίτι και πηγαίνει στην κουζίνα για να πιάσει τα κλειδιά του σκαραβαίου του. Βγαίνει έξω. Το αμάξι της Ντίνας είναι σταθμευμένο στην είσοδο και του κόβει το δρόμο.
     «Θα μείνεις εδώ για πολύ;» τη ρωτά. «Πρέπει να φύγω για λίγο. Με περιμένει ο Πιγκουΐνος».
     «Ο Πιγκουΐνος;» ρωτά, μα καταλαβαίνει αμέσως, και δεν περιμένει απάντηση. Βγάζει τα κλειδιά απ’ την τσέπη του παντελονιού και του τα δίνει. «Πάρε το Χόντα. Θα σε περιμένω εδώ».
     «Δε θα αργήσω».
     Έντεκα το βράδυ πια. Δεν περιμένει να βρει κίνηση, αν και τα φανάρια στη Λακατάμια και στο Στρόβολο είναι καταστροφή. Έτσι και τον πιάσει ένα κόκκινο, όλα τα υπόλοιπα θ’ ακολουθήσουν στο ίδιο χρώμα. Η τύχη δεν του χαμογελά, αλλά δε χολοσκά κιόλας. Έτσι κι αλλιώς δεν είχε να ρωτήσει και πολλά τον τύπο. Συνήθως οι σιωπές του δίνουν περισσότερες απαντήσεις απ’ τα λόγια.
     Φτάνει στο κέντρο της πόλης στις έντεκα και είκοσι ακριβώς. Σταθμεύει ολίγον παράνομα σε μια πάροδο της λεωφόρου Μακαρίου. Έτσι κι αλλιώς κανείς δε σε γράφει αν παρκάρεις πάνω σε μονή κίτρινη γραμμή αργά τη νύχτα. Εκτός κι αν έχει εκστρατεία συλλογής εισφορών η τροχαία.
     Το γραφείο βρίσκεται πάνω από το καμπαρέ του Πιγκουΐνου σε ένα στενό ημιφωτισμένο δρομάκι. Ο τυπάς στην είσοδο του ρίχνει μια αδιάφορη ματιά και τον αφήνει να περάσει μέσα. Δεν τον ξέρει, αλλά ίσως η φάτσα του να άφησε να εννοηθεί ότι θα μπορούσε να είναι καλός πελάτης. Μόλις κατεβαίνει τα σκαλιά και στρίβει δεξιά προς το μπαρ, βλέπει μπροστά του τον Γρηγόρη. Αυτός τον ξέρει.
     «Θες κάτι να πιεις ή…»
     «Ή…»
     Τον οδηγεί προς μια σκοτεινή γωνιά που κρύβει μια πόρτα και τη σκάλα που οδηγεί προς τα πάνω. Τα σκαλιά και τους τοίχους ντύνει κακόγουστα ένα κόκκινο χαλί. Καθώς ανεβαίνει τα πρώτα σκαλιά βλέπει μια μικρή κάμερα να τον ακολουθεί. Σίγουρα θα υπάρχει μια δεύτερη πιο πάνω.
     Όταν μπαίνει στο γραφείο βλέπει τον Πιγκουΐνο να μιλά στο τηλέφωνο. Εκείνος χωρίς να κατεβάσει το ακουστικό του κάνει νόημα να καθίσει. Υπακούει. Ο Γρηγόρης κάθεται σ’ ένα γραφείο από πίσω του και, φαινομενικά τουλάχιστον, αφιερώνει την προσοχή του, στις μικρές οθόνες που το καλύπτουν πέρα ως πέρα. Φαινομενικά, αφού τη στιγμή που μπήκε μέσα στο καμπαρέ είχε δεν είχε πέντε πελάτες. Το αφεντικό κατεβάζει το ακουστικό, κι ανοίγει ένα κουτί. Προσφέρει στον Ιωάννου ένα πούρο. Εκείνος το αρνείται.
     «Σε πρόλαβα, έτσι;» Μπαίνει αμέσως στο θέμα εκείνος.
     «Με πρόλαβες». Δεν είχε λόγο να το αρνηθεί. «Θα σε έπαιρνα τηλέφωνο αύριο, αλλά καλύτερα έτσι, με έβγαλες από τον κόπο».
     «Και τώρα θα με ρωτήσεις τι γύρευα στο Ζύγι σήμερα το πρωί;»
     Τα μικρά μαύρα του μάτια λάμπουν παιχνιδιάρικα, σχεδόν ειρωνικά. Δείχνει ότι δεν έχει τίποτα να κρύψει, αλλά ούτε και να φοβηθεί.
     «Για λέγε…»
     «Τα γνωστά. Γυναικοδουλειές. Υποθέτω πώς δεν ξέρεις ότι έχω διαμέρισμα εκεί; Ψάξε το αν θες το πρωί και θα δεις ότι λέω την αλήθεια. Στο όνομά μου είναι γραμμένο. Είναι λίγα μέτρα πιο κάτω από κει που βρήκανε τον Παναγίδη…»
     «Μάρτυρες; Και μη μου πεις ο Γρηγόρης».
     «Δύο. Ψηλές. Ξανθιές. Και με χαριτωμένη προφορά…»
     «Και πού θα έλεγαν ό,τι τους ζητούσε το αφεντικό. Κάποιος άλλος;»
     «Μέχρι τις πέντε το πρωί τα πίναμε με τον Χριστάκη. Όπως ξέρεις τα πίνει τα ποτά του, αλλά κατά τα άλλα είναι άγιος – δεν αγγίζει άλλη γυναίκα πέρα απ’ τη δική του…» Με τον Χριστάκη!
     «Σ’ αντίθεση με σένα δηλαδή». Ήταν γνωστός εδώ και καιρό στην πιάτσα για τις γκομενοδουλειές του. «Πέντε με έξι το πρωί τι έκανες;»
     «Αυτά που θα ήθελες να έκανες κι εσύ…»
     Καλά τώρα. Η αλήθεια είναι ότι τον πιστεύει, αλλά έτσι κι αλλιώς οφείλει να ελέγξει το άλλοθί του.
     «Πού μπορώ να βρω τα κορίτσια;» Με τον Χριστάκη θα τα έλεγε μετά.
     «Κάτω. Γρηγόρη…»
     Η συνέντευξη τέλειωσε. Σηκώθηκε κι ακολούθησε τον μπράβο. Βρήκαν τα κορίτσια κι εκείνα επιβεβαίωσαν τα λεγόμενα του αφεντικού τους. Δεν έδειχναν ταραγμένες. Τις είχαν ήδη προειδοποιήσει. Τα μάτια τους άλλωστε δεν ψεύδονταν.
     Βγήκε έξω. Απ’ την κλεισούρα στην υγρασία που άρχισε να γίνεται έντονη. Έβγαλε απ’ την τσέπη το κινητό και πήρε τον Χριστάκη.
     «Έλα».
     «Ο Πιγκουΐνος…»
     «Ήμουνα μαζί του στο Ζύγι μέχρι τις πέντε περίπου. Μετά επέστρεψα στη Λευκωσία κι εκείνος έμεινε εκεί στο διαμέρισμά του».
     «Με τις γυναίκες;»
     «Ναι».
     «Άκουσες κάτι για τον Παναγίδη;»
     «Όχι τίποτα το ιδιαίτερο. Δεν είχε και πολλές συμπάθειες. Ήταν απ’ αυτούς που σπρώχνουν την τύχη τους ώσπου πάει. Ιππόδρομο, στοιχήματα ποδοσφαίρου, χαρτοπαίγνια. Χρωστούσε πολλά από δω κι από κει, αλλά αυτό υποθέτω το ξέρεις…»
     «Δεν είχα ιδέα. Ευχαριστώ. Τα λέμε…»
     Μπαίνει στο αμάξι. Κάθεται για λίγο σκεφτικός, κι ύστερα ξεκινάει. Η υπόθεση άρχισε να θυμίζει λαβύρινθο. Πηγαίνουν από το ένα αδιέξοδο στο άλλο. Κάθε απάντηση δημιουργεί νέες ερωτήσεις. Ξεκαθάρισμα λογαριασμών; Λες να πρόκειται γι’ αυτό;
     «Θα μείνω εδώ απόψε», του ανακοινώνει η Ντίνα όταν φτάνει στο σπίτι. «Επειδή κανείς δεν μπορεί να ξέρει τι θα φέρει η επόμενη στιγμή είμαι πάντα προετοιμασμένη. Έχω στο πορτμπαγκάζ μια τσάντα με τα απαραίτητα…»
     «Δική μου ιδέα ήταν», πετάγεται στη μέση η Μαργαρίτα, λες και θα έφερνε εκείνος αντίρρηση. «Θα κοιμηθεί στο δωμάτιό μου…»
     «Φρόνιμα όμως…», απαντά σε μια αδύναμη προσπάθεια να κάνει χιούμορ.
     «Βγήκε κάτι απ’ την επίσκεψη». Του δίνει την πάσα για να εκφράσει τις σκέψεις του, η Ντίνα.
     «Ο Πιγκουΐνος έχει άλλοθι, αλλά πρέπει να εξακριβώσουμε κάποια από τα λεγόμενά του αύριο. Ο Χριστάκης όμως μού είπε κάτι που ρίχνει άλλο φως στην υπόθεση. Το ήξερες ότι ο Παναγίδης ήταν καταχρεωμένος;»
     «Δεν είχα ιδέα».
     «Αύριο… Καληνύχτα!»
     Πηγαίνει στο υπνοδωμάτιό του, γδύνεται, κάνει ένα ντους και ξαπλώνει σχεδόν γυμνός δίπλα από τη Γεωργία που ήδη κοιμάται του καλού καιρού. Θα είναι μεγάλη η μέρα αύριο.

Συνεχίζεται

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Παρασκευή, 10 Ιουνίου 2011

Στιλέτο - Κεφάλαιο 6

Ο Σωτηρίου έμοιαζε να έχει χάσει πέντε χρόνια από τη ζωή του μέσα σε μια μέρα. Στο ημίφως του γραφείου έδειχνε απόλυτα μόνος και γερασμένος. Καθόταν απέναντι από τον Ιωάννου και την Ντίνα, τους κοιτούσε, μα δεν τους μιλούσε. Ίσως να σκεφτόταν τη σύνταξή του που θα έφτανε πρόωρα και όχι με τις τιμές που επιθυμούσε. Ίσως και όχι. Έχασε δύο άντρες του τμήματος σε δυο μέρες και τώρα τους είχε όλους πάνω απ’ το κεφάλι του: τον αρχηγό της Αστυνομίας, τον υπουργό εσωτερικών, ακόμη και τους σύμβουλους του προέδρου. Όλοι ξαφνικά απέκτησαν άποψη και τη διαλαλούν παντού – σε τηλεοπτικά κανάλια, ραδιοσταθμούς και εφημερίδες. Μέχρι τη στιγμή που έδωσε εντολή στο τηλεφωνικό κέντρο να μην τον ενοχλήσει κανείς για την επόμενη μια ώρα, δεν μπόρεσε να ησυχάσει ούτε στιγμή. Λάμβανε και έδινε διαταγές, εξηγούσε, δικαιολογούσε. Τη μισούσε αυτή τη δουλειά, αυτή τη συγκεκριμένη στιγμή. Θα ήθελε να είναι ένας απλός αστυνομικός, δίχως γαλόνια, που απλά ακολουθούσε διαταγές. Μα δεν μπορεί να το κάνει αυτό, όχι τώρα πια. Η καριέρα του, ή μάλλον το τέλος της, κρέμεται από μία κλωστή. Κι αυτός αντί να κάνει το λογικό πράγμα, να ζητήσει ενισχύσεις, να βάλει μέσα στο κόλπο κάποιους από τους έμπειρους παλιούς μπάτσους, να προσπαθήσει να καλύψει τα νώτα του, αποφάσισε να ακολουθήσει τη συμβουλή ή μάλλον τη λογική του χοντρού. Δεν ξέρει γιατί, αλλά τον εμπιστεύεται. Εξάλλου δεν τον απογοήτευσε ποτέ, κι ας φαίνεται αυτή η υπόθεση πάνω από τα κυβικά του. Τώρα κάθεται και κοιτάει πότε τον Ιωάννου, πότε την Ντίνα και δεν μπορεί να καταλάβει πώς κατάφεραν και έγιναν κολλητοί αυτοί οι δυο. Η μικρή το επεδίωξε. Θέλω να μάθω από τον καλύτερο, του είπε. Τον κοιτάνε κι αυτοί. Περιμένουν. Καλύτερα να τους πει νωρίτερα παρά αργότερα ό,τι έχει να τους πει, αλλά δεν κάνει να τον πιέσουν. Αρκετά έχει ήδη στο κεφάλι του. Η πόρτα ανοίγει και μπαίνει μέσα ο Αντωνίου. Τον ακολουθούν οι Αργυρίου και Κακογιάννης. Δεν κάθονται.
     «Σωτήρη», απευθύνεται στον ιατροδικαστή.
     «Ξεκίνησα τη νεκροψία, αλλά δε νομίζω να βρω κάτι το συνταρακτικό. Την αιτία θανάτου τη γνωρίζουμε ήδη. Αργότερα θα μπορώ να ορίσω και με μεγαλύτερη ακρίβεια την ώρα που εξέπνευσε. Ο βοηθός κάνει ήδη την ανάλυση αίματος…»
     «Θα βρει αλκοόλ, αλλά όχι πολύ», επενέβη ο Ιωάννου. «Κάτι νεώτερο από τη νεκροψία του Κωνσταντίνου. Δεν πήραμε ακόμη την αναφορά στα χέρια μας;»
     «Δεν είχα χρόνο να τη συντάξω, αλλά όχι, τίποτα το ασυνήθιστο ούτε εκεί».
     «Αργυρίου. Κακογιάννη. Σας βγάζω από την υπόθεση. Σας χρειάζομαι αλλού. Έχετε κάποιο πρόβλημα μ’ αυτό», ξαναπήρε το λόγο ο Σωτηρίου.
     «Όχι αφεντικό», απάντησαν σχεδόν με μια φωνή, κι οι δύο.
     «Τους φακέλους του Κωνσταντίνου τους έχει ήδη η Ντίνα, ενώ μαζεύει κι αυτούς του Παναγίδη. Ξέρετε εσείς κάτι άλλο για τον τελευταίο που δε γνωρίζουμε εμείς;»
     «Όχι αφεντικό».
     «Καλώς. Μπορείτε να πηγαίνετε. Αλλά, για κάθε περίπτωση, έχετε τα μάτια και τ’ αυτιά σας ανοιχτά. Ίσως να σας χρειαστώ ξανά σ’ αυτή την υπόθεση. Σωτήρη, άντε κι εσύ στη δουλειά σου. Δεν υπάρχει λόγος να σπαταλώ το χρόνο σου τώρα».
     Αποχώρησαν κι οι τρεις παρέα, ακριβώς όπως ήρθαν, κλείνοντας απαλά πίσω τους την πόρτα. Οι πρώτοι έμοιαζαν μάλλον ανακουφισμένοι. Βαριόνταν αφόρητα αυτές τις μπελαλίδικες υποθέσεις. Συνήθως με φραπέ, χαρτολόι και τηλεφωνήματα ξόδευαν τη μέρα τους, κι ήταν απόλυτα ικανοποιημένοι με τα πράγματα όπως ακριβώς είχαν.
     «Πέτρο, ποιο είναι το σχέδιο;»
     Δε θυμάται πότε ήταν η τελευταία φορά που τον αποκάλεσε με το μικρό του όνομα ο Σωτηρίου.
     «Το συνηθισμένο. Μην πιστεύεις τίποτα και ερεύνα τα πάντα. Θα βγάλω το λάδι της Ντίνας και των φυντανιών μας – όταν πέσουν στα χέρια μου φυσικά».
     «Θα μαζευτούν καμιά ντουζίνα, αλλά δεν μπορώ να καταλάβω τι περισσότερο θα μπορούσαν να σου προσφέρουν από τα υπάρχοντα μέλη του σώματος».
     «Την ενέργεια και τον ζήλο τους και μια νέα ματιά», απάντησε αντ’ αυτού η Ντίνα. Εκείνος αρκέστηκε να χαμογελάσει.
     «Αν πάει κάτι στραβά…»
     «Αναλαμβάνω εγώ την ευθύνη. Μην ανησυχείς, δε θα σε αφήσω εκτεθειμένο», απάντησε αυτός χωρίς δεύτερη σκέψη.
     «Το ξέρω βρε, αλλά και πάλι. Όμως, άσε, μη μου δίνεις σημασία. Όσο δε βουλιάζει το καράβι όλα καλά…»
     «Θέλω να σε προειδοποιήσω ωστόσο ότι ίσως να συμβούν και χειρότερα. Το ένστικτό μου μού λέει…»
     Τον είδε να χλομιάζει και άφησε την πρότασή του στη μέση. Μα μια στιγμή αργότερα συνέχισε.
     «Έχεις το λόγο μου, αργά ή γρήγορα θα βρω την άκρη. Το θέμα είναι να μην είναι πολύ αργά. Είμαι σίγουρος ότι το όνομα αυτού που κρύβεται πίσω από τα φονικά βρίσκεται στους φακέλους του Κωνσταντίνου, ίσως και σ’ αυτούς του Παναγίδη. Το ξέρω ότι το μοναδικό σημείο στο οποίο, προς το παρόν, συναντιόνται οι δυο τους είναι η γυναίκα του πρώτου, αλλά εξακολουθώ να πιστεύω ότι δεν ήταν αυτή που τους σκότωσε. Αλήθεια, πότε θα έρθει μέσα για ανάκριση;»
     «Δε θα έρθει. Εκ των άνωθεν εντολές. Μπορείτε όμως να την επισκεφθείτε στο σπίτι της…»
     «Για πότε ορίστηκε η κηδεία;»
     «Αύριο το απόγευμα. Στον Απόστολο Βαρνάβα η λειτουργία, στο νεκροταφείο Στροβόλου η ταφή. Ας ελπίσουμε ότι δε θα βρεθεί κανείς να του κλέψει το κουφάρι…»
     Τέτοια ώρα, τέτοια λόγια. Μαύρο χιούμορ. Όχι και πολύ καιρό πριν κάποιοι εκταφίασαν και έκλεψαν το σώμα ενός πρώην προέδρου. Οι γριούλες φώναζαν ότι οι ξένοι το έκαναν, αφού για ό,τι συμβαίνει στην αγία νήσον Κύπρο αυτοί φταίνε, αλλά δεν. Κανείς δε χαμογέλασε.
     «Θα επισκεφθούμε τη χήρα κατά τις έξι. Τώρα θέλω να ρίξω μια ματιά στους φακέλους του Κωνσταντίνου. Ντίνα, μάζεψε ό,τι μπορείς για τον Παναγίδη και θα μιλήσουμε γι’ αυτόν μετά τις συνεντεύξεις με τους επίδοξους ντετέκτιβ. Μας χρειάζεσαι για τίποτ’ άλλο αρχηγέ».
     «Όχι. Πηγαίνετε. Πρέπει να ετοιμαστώ κι εγώ για τη νέα συνέντευξη τύπου. Θα με καταβροχθίσουν ζωντανό το απόγευμα και θα κάνουν πάρτι πάνω από το πτώμα μου το βράδυ στα παράθυρα».
     «Α, τώρα που το θυμήθηκα: μπορείς να ζητήσεις από κάποιον να γράψει στο βίντεο το δελτίο του καναλιού που έφτασε εκεί πρώτο. Ίσως συνέλαβε η κάμερα κάποιον μάρτυρα με τον οποίο δεν έχουμε ακόμη μιλήσει».
     «Θα το φροντίσω».
     Σηκώθηκαν, αποχαιρέτησαν με τα μάτια και έφυγαν.

Δεν βρίσκει κάτι το ιδιαίτερο στους φάκελους του Κωνσταντίνου, τους οποίους μελετά στο αγαπημένο του καφενεδάκι στην Πλατεία Σολωμού. Πολλές φορές προτιμά να μεταφέρει τη δουλειά του εκεί, αφού συγκεντρώνεται καλύτερα ανάμεσα στο πλήθος και δεν τον διακόπτει κανείς. Πίνει γουλιά γουλιά τον κυπριακό του και φυλλομετράει σελίδες και αναφορές. Περισσότερο τηλεφωνήτρια παρά ντετέκτιβ ήταν ο μακαρίτης, σκέφτεται. Σχεδόν είκοσι χρόνια στη δουλειά και ποτέ του δεν κλήθηκε να διερευνήσει κάποιο έγκλημα. Φυσικά οι φάκελοι που έχει στα χέρια του αφορούν μονάχα πρόσφατες υποθέσεις, αλλά όσο και να ψάξει στο παρελθόν του δεν πιστεύει ότι θα βρει κάτι παραπάνω από όσα περιέχονται εκεί. Μονάχα τα ονόματα και οι εποχές θα άλλαζαν. Υποθέσεις οικογενειακής βίας, διενέξεις μεταξύ γειτόνων, καυγάδες τα βράδια κυρίως στις περιοχές όπου σύχναζαν νέοι τα σαββατοκύριακα. Τίποτα. Ελπίζει η Ντίνα να έχει καλύτερη τύχη με τα του Παναγίδη. Κλείνει τους φακέλους κι αρχίζει να παρατηρεί τους λιγοστούς θαμώνες δίχως να τους βλέπει. Ξαφνικά θυμάται κάτι. Βγάζει το κινητό απ’ την τσέπη και πασχίζει να βρει το νούμερο της Μαργαρίτας. Πατάει το ένα κουμπί, πατάει το άλλο, δεν τα καταφέρνει. Αλλά θυμάται τον αριθμό απ’ έξω και τις οδηγίες της κόρης του. Πληκτρολογείς τον αριθμό και μετά πατάς το πράσινο. Μάλιστα! Χτυπάει.
     «Τα κατάφερες να πάρεις τηλέφωνο», απαντάει σχεδόν με θαυμασμό εκείνη.
     «Είμαι σαΐνι».
     «250 ευρώ».
     «Τι πράγμα;»
     «Το κινητό της Ελευθερίας. Τι; Πίστευες ότι θα την έβγαζες φτηνά;»
     «Ωχ! Νόμιζα ότι θα καθάριζα μ’ ένα πενηντάρι».
     «Μην κλαίγεσαι. Δε σου πάει…»
     «Τι να γράψω στην κάρτα;»
     «Ρώτα την Ντίνα. Θα έρθεις στο σπίτι για φαγητό το μεσημέρι;»
     «Όχι. Πνιγόμαστε…»
     «Ξέρω. Το άκουσα στις ειδήσεις για τον Παναγίδη. Κι αν κατάλαβα καλά τον σκότωσαν με τον ίδιο τρόπο που σκότωσαν τον άλλο. Σωστά;»
     «Ναι. Το συζητάμε απόψε. Θα μπορούσες να περάσεις κάποια στιγμή απ’ το σταθμό και να μου αφήσεις το δώρο; Θα αγοράσω τώρα την κάρτα και θα πάω αμέσως στο γραφείο αφού έχω να ανακρίνω κάποια φυντάνια…»
     «Να τους πάρεις συνέντευξη δηλαδή; Απέλυσες τους συνάδελφούς σου;»
     «Ήταν γέροι κι άσχημοι. Δε μου έκαναν…»
     «Μίλησε ο γκόμενος. Τέλος πάντων, θα έρθω κατά τις τρεισήμισι αφού θέλω να αποφύγω την κίνηση. Καλά;»
     «Καλά!»
     Σηκώθηκε, μάζεψε τους φακέλους, άφησε τα λεφτά στο τραπέζι, αποχαιρέτησε τον καφετζή μ’ ένα νεύμα του κεφαλιού και κίνησε για το διπλανό περίπτερο. Διάλεξε μια αστεία κάρτα για την κόρη του: Αυτή τη ξεχωριστή μέρα σε θέλω να σκεφτείς πόσο τυχερή είσαι που είμαι ο πατέρας σου.

Έφτασε στο γραφείο του στις μία παρά τέταρτο και βρήκε πεντέξι άτομα να τον περιμένουν. Θα περίμενε και τους υπόλοιπους. Η Ντίνα που εκτελούσε χρέη οικοδεσπότη του παρέδωσε τους φάκελους των παρόντων. Κάθισε στην αγαπημένη του καρέκλα και άρχισε να τους μελετά. Ο μεγαλύτερος απ’ αυτούς ήταν είκοσι οκτώ χρονών, η μικρότερη είκοσι τέσσερα. Από νωρίς στα βάσανα. Ο καθένας και η καθεμιά είχαν τα θετικά και τις αδυναμίες τους. Ωστόσο δεν τον ένοιαζαν τα σωματικά τους προσόντα ή αθλητικές τους επιδόσεις. Αυτός μυαλά έψαχνε. Στο μεταξύ έφτασαν και οι υπόλοιποι. Στάθηκαν με τους προηγούμενους στη γωνιά και περίμεναν. Η Ντίνα του έδωσε τους νέους φακέλους. Στο μικρό κλειστοφοβικό χώρο επικρατούσε μια αποπνικτική σιωπή. Η ανάσα του ενός ενώνονταν με του άλλου και η θερμοκρασία άρχισε να ανεβαίνει επικίνδυνα. Δε θα τους έκανε τη χάρη να ανάψει τον κλιματισμό. Ήταν ο μοναδικός σε ολόκληρο το τμήμα που δεν τον χρησιμοποιούσε ποτέ. Ήθελε να κρατάει απέξω τα μικρόβια έλεγε. Όσο περνούσε η ώρα τόσο πιο ανυπόμονοι γίνονταν οι επισκέπτες. Θα τους μιλούσε επιτέλους; Θα τους ρωτούσε κάτι; Ή μήπως το σχέδιό του ήταν να προσλάβει εκείνους που θα άντεχαν αδιαμαρτύρητα το μικρό μαρτύριο στο οποίο τους επέβαλλε. Εκείνος συνέχισε να μελετά αβίαστα τους φακέλους, να σηκώνει πού και πού το κεφάλι και να αναζητεί τη μορφή που αντιστοιχούσε στα στοιχεία τους. Η Ντίνα τα έβλεπε όλ’ αυτά και προσπαθούσε να μη γελάσει. Ήξερε ότι ο Ιωάννου δεν τους έκανε πλάκα, ότι οι πράξεις του και η σιωπή του αποτελούσαν μέρος της συνέντευξης, αλλά και πάλι ένιωθε κάτι να τη γαργαλάει. Πέρασε σχεδόν μια ώρα έτσι. Στο τέλος της έκανε την ανακοίνωσή του.
     «Χρυσοστόμου και Ιακώβου. Οι υπόλοιποι μπορείτε να αποχωρήσετε».
     Κάποιοι αναστέναξαν σχεδόν με ανακούφιση όταν άκουσαν ότι δεν ήταν ανάμεσα σ’ αυτούς που προσελήφθησαν. Αποχώρησαν ομαδικώς αφήνοντας πίσω τους ανοιχτή την πόρτα, όπως ακριβώς τη βρήκαν.
     Η Χρυσοστόμου. Αγγέλα. Εικοσιτεσσέρων χρόνων. Ψηλή, μελαχρινή, γεματούλα, με πανέξυπνα καφέ μάτια. Όπως την παρατηρεί σκέφτεται ότι έχει μέλλον μπροστά της. Μια απ’ αυτές τις γυναίκες που έτσι και βάλουν στο μυαλό τους κάτι δεν τα παρατούν μέχρι να το επιτύχουν. Σπουδές ψυχολογίες, καλή γνώστης των ηλεκτρονικών υπολογιστών, και σύμφωνα με το φάκελό της με πολλά ενδιαφέροντα.
     Ο Ιακώβου. Παναγιώτης. Κοντός. Ξερακιανός. Πενήντα κιλά, πετσί και κόκκαλο. Με μαύρα ανεξιχνίαστα μάτια. Μοιάζει σα να έχει μόλις ξυπνήσει, αλλά μάλλον δεν έχει κοιμηθεί καθόλου. Τα μαλλιά του, καστανά, είναι μαζεμένα στη μια πλευρά, σε μια παλιομοδίτικη χωρίστρα – σα να τα έχει γλύψει κατσίκα, σκέφτεται εκείνος και προσπαθεί να μη γελάσει. Φαίνεται νευρικός, ανυπόμονος. Μάλλον όταν δεν κάνει κάτι τρελαίνεται. Σπουδές σχεδόν ανύπαρκτες, αλλά πέρασε χωρίς καμιά ιδιαίτερη δυσκολία τις εξετάσεις της αστυνομίας και είναι ατσίδας στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές.
     Αυτούς ακριβώς τους συνεργάτες χρειάζεται τώρα. Τα υπόλοιπα μπορεί να τα φροντίσει η μύτη του και η Ντίνα.
     «Κυνηγάμε ένα δολοφόνο αστυνομικών. Σκότωσε ήδη δύο και δεν αποκλείεται να συνεχίσει και με άλλους. Για τις υποθέσεις θα σας ενημερώσει η κυρία Αυγουστή (Ξαφνιάστηκε για μια στιγμή όταν τον άκουσε να χρησιμοποιεί το επίθετό της η Ντίνα, αλλά ύστερα κατάλαβε: τραβούσε μια διαχωριστική γραμμή ανάμεσά τους). Μέχρι αύριο, στις εφτά το πρωί, θέλω να έχω γραπτώς τις απόψεις σας και φροντίστε να μην είναι απλά ιδέες, αλλά να στηρίζονται στα στοιχεία. Σας ρίχνω αμέσως στα βαθιά επειδή πιστεύω στις δυνατότητές σας. Φροντίστε να μην με απογοητεύσετε. Θέλετε να ρωτήσετε κάτι;»
     «Όχι».
     «Όχι».
     «Ωραία. Ακολουθείστε την κυρία Αυγουστή. Αν έχετε κάποια απορία ρωτείστε αυτήν. Αν κάτι δε σας γεμίζει ή σας παραγεμίζει το μάτι, μιλήστε σ’ αυτήν. Και έχετε υπόψη σας ότι όλα είναι απόρρητα. Έτσι και βγει κάτι απ’ αυτά που ανακαλύπτουμε ή συζητάμε στον τύπο θα σας κρατήσω υπόλογους. Εξηγηθήκαμε;»
     «Μάλιστα».
     «Μάλιστα».
     «Ωραία. Αδειάστε μου τώρα τη γωνιά».
     Η Ντίνα τους έδειξε το δρόμο και άρχισε να τους ακολουθεί. Όταν έφτασε στην πόρτα όμως κοντοστάθηκε, γύρισε προς τα πίσω και του έκλεισε το μάτι. Χαμογελούσε επιδοκιμαστικά και ειρωνικά την ίδια ώρα. Της χάρισε κι εκείνος ένα από τα γνωστό μισοστραβά χαμόγελά του.
     «Ο φάκελος του Παναγίδη, στο πρώτο συρτάρι δεξιά».
     Την ευχαρίστησε με το βλέμμα.

Συνεχίζεται

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Τρίτη, 7 Ιουνίου 2011

Η δημιουργία του κόσμου

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε κάπου στην Περσία ένας σπουδαίος και διάσημος παλαιστής. Μια ημέρα, κάποιος που επέστρεψε στη χώρα μετά από ένα ταξίδι στην Ινδία, του αποκάλυψε ότι στο Ινδουστάν υπήρχε ένας παλαιστής πιο δυνατός από κείνον. Ο άντρας ένιωσε την περηφάνια και τον εγωισμό του να πληγώνονται, κι έτσι αποφάσισε να φύγει αμέσως και να πάει να βρει εκείνον τον ινδό και να τον προκαλέσει. Πήγε λοιπόν στην αγορά, αγόρασε τετρακόσια πενήντα κιλά αλεύρι, το έβαλε σ’ ένα τεράστιο μπόγο, το οποίο τοποθέτησε στο κεφάλι του και ξεκίνησε.
     Περπατώντας γοργά και ακούραστα είχε φτάσει μέχρι το βράδυ στις όχθες μιας λίμνης στα σύνορα του Ινδουστάν, νιώθοντας την πείνα και τη δίψα να τον τσιγκλάνε. Έτσι, έσκυψε δίπλα από τη λίμνη και βουτώντας το κεφάλι του σ’ αυτή, τη μισοάδειασε από το νερό με μια μόνο γουλιά. Μεγάλη δίψα, λέμε. Με το υπόλοιπο νερό έφτιαξε χυλό, χρησιμοποιώντας μια μεγάλη ποσότητα από το αλεύρι του. Μ’ αυτά κι αυτά ικανοποίησε και την πείνα του, κι έτσι πήγε ευχαριστημένος για ύπνο.
     Τώρα, ένας ελέφαντας συνήθιζε να πηγαίνει και να πίνει νερό κάθε πρωί σ’ αυτή τη λίμνη. Αλλά όταν έφτασε εκεί την επόμενη μέρα πρωί πρωί τη βρήκε αποξηραμένη. «Τι να κάνω;» αναρωτήθηκε, «δεν υπάρχει άλλο νερό πουθενά, σε μια αχτίνα χιλίων μιλίων…» Ξεκίνησε να φύγει προβληματισμένος και γεμάτος απογοήτευση όταν το μάτι του έπεσε πάνω στον παλαιστή, που κοιμόταν του καλού καιρού στις όχθες της λίμνης. Ατσίδας όπως ήταν, κατάλαβε αμέσως από το μέγεθος του κορμιού του άντρα, ότι αυτός ήταν που ήπιε όλο το νερό. Έτσι, έτρεξε οργισμένος, κουνώντας σαν φτερούγες σχεδόν τα τεράστια αυτιά του, και τον πάτησε με δύναμη πάνω στο κεφάλι. Αλλά ο παλαιστής, άλλαξε μοναχά πλευρό και του είπε: «Όχι τόσο απαλά. Ο πονοκέφαλος δεν θα μου περάσει με τόσο απαλά χτυπήματα στο κεφάλι. Αν θες να συνθλίψεις το κεφάλι μου, βάλε περισσότερη δύναμη».
     Ο ελέφαντας πισωπάτησε οργισμένος όταν είδε ότι τα βίαια χτυπήματά του δεν έφεραν κανένα απολύτως αποτέλεσμα. Τότε σκέφτηκε: «Θα διδάξω ένα μάθημα σ’ αυτόν τον άγριο. Θα τον φάω». (Άσχετα από το γεγονός ότι οι ελέφαντες είναι χορτοφάγοι). Προτού προλάβει όμως να το κάνει αυτό, ο παλαιστής που σηκώθηκε για να συνεχίσει το ταξίδι του, τον άρπαξε σαν παιχνιδάκι από την μέση και, τυλίγοντάς τον στην τεράστια κουβέρτα του, τον έριξε πάνω τους ώμους του και κίνησε για την Ινδία, που για κάποιον του δικού του μεγέθους δεν ήταν παρά λίγο πιο κάτω.
     Έκανε λοιπόν λίγες μόνο δρασκελιές και βρέθηκε, έτσι απλά, στο σπίτι του αντιπάλου του. «Ραστούμ, Ινδέ, έλα έξω βρε συ. Έλα έξω και ρίξε με κάτω», του φώναξε.
     «Δεν είναι στο σπίτι», αποκρίθηκε η γυναίκα του ινδού ντροπαλά. «Πήγε να φέρει καυσόξυλα από τη ζούγκλα»
     «Καλά. Θα τον περιμένω τότε. Αλλά σε παρακαλώ δέξου αυτό το δώρο που έφερα για κείνον». Προτού καν αποσώσει την κουβέντα του πέταξε τον μπόγο με τον ελέφαντα πάνω από τον τοίχο του λασπόσπιτου, μέσα στην αυλή.
     «Ω μητέρα, μητερούλα μου», ξεφώνισε η γυναίκα του άλλου παλαιστή, «κοίτα τι έκανε αυτός ο ξεδιάντροπος αντίπαλος του γιου σου: πέταξε μια νυφίτσα μέσα στο σπίτι μας».
     «Έγνοια σου, παιδί μου», απάντησε η ηλικιωμένη, «έγνοια σου. Ο γιος μου θα γυρίσει σύντομα και θα του μάθει καλύτερους τρόπους αυτού του άξεστου. Εσύ απλά βάλε μια παγίδα και πιάσε τη νυφίτσα. Θα την πετάξουμε στα σκουπίδια».
     Ο πέρσης, που τα άκουσε όλ’ αυτά, σκέφτηκε: Αν το τεράστιο σώμα του ελέφαντα φαντάζει σαν νυφίτσα στα μάτια της γυναίκας του ινδού, τότε αναρωτιέμαι πόσο μικρός θα μοιάζω εγώ. Ωστόσο δεν ήταν δειλός, έτσι ξεκίνησε αμέσως και πήγε ν’ αναζητήσει τον αντίπαλό του στη ζούγκλα. Δεν έκανε, όπως θα περίμενε κανείς, παρά λίγα μόλις βήματα προτού συναντήσει τον ινδό να επιστρέφει στο σπίτι του, με χίλια φορτία καυσόξυλων πάνω στο κεφάλι. Να στ’ αλήθεια ένας άξιος αντίπαλος, σκέφτηκε εκείνος και του είπε: «Μπορώ να σου ζητήσω μια χάρη, ρε φίλε; Έφτασε μέχρι και τα μέρη μου η φήμη σου και ήρθα για να παλέψω μαζί σου. Τι λες; Δέχεσαι;»
     «Σε καλωσορίζω με όλη μου την καρδιά», απάντησε ο άλλος άντρας. «Θα παλέψω μετά χαράς μαζί σου. Αλλά, ας δώσουμε τον αγώνα μας στο αμφιθέατρο της πόλης, μπροστά στο κοινό, αφού η πάλη δεν έχει καμία αξία χωρίς τους θεατές και τα χειροκροτήματα».
     «Δυστυχώς βιάζομαι να γυρίσω πίσω στην πατρίδα μου», αποκρίθηκε εκείνος. «Γι’ αυτό έλα, ας παλέψουμε εδώ και τώρα. Κι αν θες κοινό, κοίτα εκεί, να μια ψηλή γριά που κόβει βόλτες. Θα πάω και θα την παρακαλέσω να παρακολουθήσει τον αγώνα». Φώναξε λοιπόν στη γριά: «Μητέρα! Ω, μητέρα! Μπορείς να σταματήσεις για λίγο και να έρθεις να δεις την πάλη μας;»
     «Δεν μπορώ, γιε μου, δεν προλαβαίνω», απάντησε η γυναίκα, «αφού η άτιμη η κόρη μου έκλεψε τις καμήλες μου και τρέχω για να την πιάσω. Αλλά, αν θέλετε να έρθετε και να παλέψετε μέσα στην παλάμη μου, είμαι πρόθυμη να κρίνω τον αγώνα καθώς θα προχωρώ».
     Μη έχοντας άλλη επιλογή οι παλαιστές πήδηξαν στη δεξιά παλάμη του χεριού της γριάς και άρχισαν τον αγώνα τους, καθώς αυτή διάσχιζε με ταχύτητα μεγάλη, ψηλά βουνά και πλατιές πεδιάδες.
     Όταν η κόρη της γυναίκας τη διέκρινε από απόσταση μεγάλη να τρέχει προς το μέρος της, με δυο σπουδαίους πολεμιστές μάλιστα να προσπαθούν ν’ ανατρέψουν ο ένας τον άλλο μέσα στην παλάμη της, τρομοκρατήθηκε. Σκέφτηκε ότι οι δυο τους ήταν στρατιώτες, που έφερε η μητέρα της για να τη συλλάβουν. Όταν την πλησίασαν όμως πολύ, είδε ότι δεν ήταν παρά δυο απλοί παλαιστές, έτσι γράπωσε κι εκείνους και τη μητέρα της και τους έκλεισε μέσα σ’ ένα μεγάλο μπόγο, μαζί με τις εκατόν εξήντα καμήλες που έκλεψε. Μετά, τοποθετώντας χωρίς κανένα κόπο, τον μπόγο στο κεφάλι της, συνέχισε το δρόμο της.
     Προτού προχωρήσει και πολύ ωστόσο, μια από τις καμήλες ένιωσε μάλλον να πεινά και, βγάζοντας το κεφάλι της έξω από τον μπόγο, άρχισε να κάνει εκκωφαντικό θόρυβο. Η γυναίκα για να την κάνει να σιωπήσει, ξερίζωσε δυο δέντρα και της τα έβαλε στο στόμα για να φάει.
     Ο γεωργός όμως, που ήταν δικό του το χωράφι, κήρυξε γενικό συναγερμό φωνάζοντας: «Κλέφτης. Κλέφτης. Σταματήστε τον κλέφτη».
     Στη γυναίκα, όπως ήταν φυσικό, δεν άρεσε όλο αυτός ο σαματάς. Έτσι, έκανε ακόμη μεγαλύτερο τον μπόγο της ρίχνοντας μέσα τον γεωργό, το χωράφι του, το βόδι, το αλέτρι και το άλογό του. Αφού ξεμπέρδεψε μ’ αυτά άρχισε να τρέχει. Σύντομα έφτασε σε μια πόλη και ένιωσε την πείνα μέσα της να φουντώνει. Έτσι, περιμάζεψε πρώτα ένα φουρνάρικο για να χορτάσει, και μετά, έτσι για πλάκα πήρε στα χέρια της ολόκληρη την πόλη και την έριξε κι αυτή μέσα στον μπόγο. Και συνέχισε το δρόμο της.
     Τελικά έφτασε σ’ ένα χωράφι, όπου είδε να μεγαλώνει ένα τεράστιο, ακόμη και για το δικό της μέγεθος καρπούζι. Μια και ήταν διψασμένη, το έσπασε στα δύο και έφαγε στο πι και φι το μεδούλι του. Ύστερα, έβαλε τον μπόγο της μέσα στη φλούδα, και φτιάχνοντας ένα πρόχειρο μαξιλάρι, ξάπλωσε για να κοιμηθεί.
     Καθώς κοιμόταν όμως άνοιξαν οι κρουνοί του ουρανού με βία, με αποτέλεσμα να σημειωθεί μια μεγάλη πλημμύρα. Όπως θα περίμενε κανείς, τα νερά παρέσυραν ορμητικά την καρπουζόφλουδα, μέχρι που έφτασε στην όχθη της θάλασσας. Τότε το πάνω μέρος της φλούδας άνοιξε, κι από μέσα βγήκαν η γριά, η κόρη της, οι παλαιστές, οι καμήλες, τα δέντρα, ο γεωργός, το βόδι, το αλέτρι, το άλογο, ο φούρναρης, και όλα τα άλλα πράγματα και πλάσματα. Μ’ αυτόν τον τρόπο, στο περίπου δηλαδή, δημιουργήθηκε ο κόσμος που όλοι μας τώρα γνωρίζουμε.

Ένα παραδοσιακό παραμύθι από την Ινδία, μεταφρασμένο από τα αγγλικά

Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2011

Η Κατάρα

Αιωνία σας η μνήμη Άγιοι Πατέρες του Ψέματος.
Ευλογημένοι να ’στε εσείς που μας
διδάξατε την αξία
του χρήματος, του κρίματος, της δικής σας - επειδή έτσι τη λέτε εσείς - αλήθειας,
του λάθους που είναι σωστό,
του σωστού που είναι λάθος.
Ω, ευλογημένοι να ’στε εσείς
που μας ρίξατε στο λάκκο με τα μαυλιστικά φίδια,
που μας διδάξατε την αρετή των αδίκων,
που μας είπατε: «Πιστεύω εις έναν Θεό μεγάλον παντοκράτορα»,
μα δεν εξηγήσατε ότι αυτός είναι
το χρήμα.
Αιωνία σας η μνήμη Άγιοι Πατέρες του Ψέματος
κι ευλογημένοι να ’στε
εσείς,
που κάνατε το φόνο αρετή και τον έρωτα αμαρτία,
που κρύψατε την υποκρισία σας πίσω από ένα μαύρο σκούφο, ένα ράσο, μια γενειάδα,
που στείλατε ερίφια στη σφαγή, ενώ ήσασταν λέγατε, ποιμένες.
Τρισευλογημένοι να ’στε για όλα τα καλά που κάνατε,
για τις αδελφοκτόνες σταυροφορίες σας,
για τους μεγαλοπρεπείς ναούς που κτίσατε και για κείνους που αφήσατε πεινασμένους,
για τα χρυσά σας πετραχήλια και τις αδαμάντινες εικόνες σας,
για τις σάπιες ψυχές που κουβαλάτε,
ρασοφορεμένα της κόλασης κουφάρια.
Αιωνία σας η μνήμη Άγιοι Πατέρες του Ψέματος
κι ευλογημένοι να ’στε
εσείς,
που ευλογείτε εκείνους που σκοτώνουν και καταριέστε εκείνους που δεν το κάνουν,
που βγάζετε στεντόρεια κραυγή διδάσκοντας «Αγαπάτε Αλλήλους»,
σιωπηλά διατάζοντας «Σφάξτε τα άπιστα σκυλιά»,
που γεμίζετε με μπόλικη τροφή των χοίρων την κοιλιά, μα έχετε απελπιστικά άδεια την ψυχή.
Ω, ευλογημένοι να ’στε
εσείς,
που μας καθοδηγείτε προς την κόλαση,
που φυτεύετε το μίσος που πριν δε γνωρίζαμε στις ψυχές μας,
που μας φορτώνετε μόλις γεννηθούμε μ’ ένα - προπατορικό το λέτε - αμάρτημα,
που μας γεμίζετε με ενοχές για τις οποίες, λέτε, πρέπει να μετανοούμε.
Αιωνία σας η μνήμη Άγιοι Πατέρες του Ψέματος
κι ευλογημένοι - θα εύχεστε - να ’στε,
γιατί όλα κάποτε πληρώνονται,
γιατί ο Άδης περιμένει και εσάς,
γιατί θα κληθείτε κάποτε να πληρώσετε τη νύφη του θανάτου,
γιατί οι αμαρτίες που μας φορτώσατε πίσω σε σας θα γυρίσουν,
γιατί οι ενοχές μας θα γίνουν οι κρεμάλες σας,
γιατί οι ναοί σας θα γκρεμιστούν και οι πεινασμένοι θα χορτάσουν,
γιατί η ψεύτικη αρετή σας θα γίνει η αληθινή καταδίκη σας,
γιατί θα πέσουν τα ράσα και θα φανούν τα σκουλήκια που σας τρώνε τα σωθικά,
γιατί θα σας ζώσουν τα φίδια
και οι φλόγες της κόλασης
που εσείς φτιάξατε,
και θα σας κάνουν ανάμνηση φτιαγμένη
από στάχτες,
αίμα,
δάκρυ.
Και τότε θα ζητάτε συγχώρεση,
και τότε θα μετανοείτε αληθινά,
και τότε
θα ξεσκίζετε τις σάρκες σας,
θα καρφώνετε ένα μαχαίρι στην καρδιά σας αλλά δε θα πεθαίνετε,
θα βγάζετε τα μάτια σας αλλά θα εξακολουθείτε να βλέπετε τα πάντα,
θα αφήνετε κραυγές απόγνωσης,
θα επικαλείστε το ψεύτικο Θεό που φτιάξατε όπως εσείς θέλατε,
μα δε θα είναι κανείς εκεί
για να σας ακούσει,
για να σας λυπηθεί,
για να σας ανακουφίσει.
Και τότε,
πιστέψτε με,
ευλογημένοι θα θέλατε να ήσασταν,
όσο ευλογημένη θα μπορούσε ποτέ να ’ναι
του θανάτου η στάχτη.
Αιωνία σας η μνήμη Άγιοι του Ψέματος Πατέρες.

Η ζωγραφιά είναι του Ουίλιαμ Μπλέικ

Σάββατο, 4 Ιουνίου 2011

Εφιάλτης

Ακούω να αλυχτούν και πάλι τα σκυλιά του πολέμου
Βλέπω χιλιάδες ανθρώπους να κινούν για τη μάχη
Ακούω κανονιοβολισμούς, πυροβολισμούς και εκρήξεις
Βλέπω τ’ αδέλφια να σκοτώνουν και πάλι αδέλφια
Ακούω διαόλων φωνές να διατάζουν «σκοτώστε»
Βλέπω τα χωράφια σπαρμένα με κουφάρια
Ακούω αεροπλάνα να σφυρίζουν το θάνατο
Βλέπω τα ποτάμια να πλημμυρίζουν με αίμα
Ακούω μια κόρη να θρηνεί τον κύρη
Βλέπω μιας μάνας τα σωθικά να ξεσκίζει μαχαίρι
Ακούω των νεκρών τις ψυχές να ουρλιάζουν τριγύρω
Βλέπω τα κοράκια να στήνουν χορό για των ανθρώπων την τρέλα
Ακούω τις ανάσες αφηνιασμένων αλόγων
Βλέπω τέσσερις καβαλάρηδες που στάζουνε αίμα
Ακούω κάποιον να μου κτυπάει την πόρτα
Βλέπω το χάρο την αγκαλιά του ν’ ανοίγει για μένα
«Πάρε με μαζί σου γέροντα. Το χρέος μου έχει τελέψει»
Του λέω και σβήνω.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Παρασκευή, 3 Ιουνίου 2011

Αντιφάσεις

Άκουσα κάποιον να λέει «Έχω ένα όνειρο»
κι είδα μια σφαίρα να κόβει το όνειρο στα δύο.
Άκουσα κάποιον να τραγουδά «Δώστε μια ευκαιρία στην ειρήνη»
κι είδα μια σφαίρα να βάφει την ειρήνη με αίμα.
Άκουσα κάποιον να διδάσκει «Αγαπάτε αλλήλους»
κι είδα φίλους να σκοτώνουνε φίλους.
Άκουσα κάποιον να παραληρεί «Ειρήνη αδελφοί»
κι είδα σταυροφόρους να φονεύουν γι’ αυτήν.
Άκουσα να μιλάνε για χίλια μύρια πράγματα
κι είδα να σκοτώνουν και να πεθαίνουν γι’ αυτά.
Άκουσα μια μάνα να κλαίει
είδα ένα παιδί να πεθαίνει
άκουσα κάποιον να προσεύχεται
είδα κάποιον να αμαρταίνει
άκουσα ν’ αλυχτούν τα σκυλιά του πολέμου
είδα τα χείλια τους να στάζουνε αίμα
άκουσα μια κατάρα
είδα την πραγματοποίησή της
Άκουσα να μιλάνε για χίλια μύρια πράγματα
κι είδα να σκοτώνουν και να πεθαίνουν γι’ αυτά
Άκουσα να μιλούν για την πατρίδα
είδα να πεθαίνουν για την πατρίδα.
Άκουσα να κηρύττουν για τη θρησκεία
είδα να σκοτώνουν για τη θρησκεία.
Άκουσα να μιλούν για το δίκιο
είδα να πασχίζουν για το άδικο.
Άκουσα να μιλούν για το Θεό
είδα να σφάζουν γι’ αυτόν το Θεό.
Άκουσα να μιλάνε για χίλια μύρια πράγματα
κι είδα να σκοτώνουν και να πεθαίνουν γι’ αυτά.
Άκουσα ένα ύμνο
είδα ένα θρήνο
άκουσα ένα τραγούδι
είδα ένα μοιρολόι
άκουσα μια ψυχή.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ