Σκυμμένη πάνω από τους φακέλους τον βρήκε όταν έφτασε στο σταθμό στις τρεισήμισι ακριβώς η Μαργαρίτα.
«Μπερδέματα, ε;»
Τον ξάφνιασε. Του πήρε μια στιγμή μέχρι να αντιληφθεί τι γύρευε εκεί.
«Και θα έχουμε κι άσχημα ξεμπερδέματα, φοβάμαι. Το έφερες;»
Έβγαλε από τη μεγάλη, φτιαγμένη από δερματίνη και όχι από δέρμα, καφέ της τσάντα ένα κουτί και του το έδωσε. Καθώς το περιεργαζόταν κάθισε απέναντί του.
«Κινητό ή κομπιούτερ είναι;» ρώτησε τελικά.
«Κι από τα δύο. Κι έχει και ραδιόφωνο. Βγάζει και φωτογραφίες. Τραβάει και βίντεο. Έχει παιχνίδια. Πολλά σε ένα».
«Κοίτα να δεις κάτι πράγματα…»
Παρίστανε τον απορημένο αλλά δεν ήταν. Σ’ αυτόν τον κόσμο ζούσε άλλωστε. Παρακολουθούσε στενά τα επιτεύγματα της τεχνολογίας, κι ας τις περισσότερες φορές δεν μπορούσε να τα κατανοήσει. Έβαλε τη συσκευή στο συρτάρι, μαζί με το χαρτί με το οποίο θα την τύλιγε, το οποίο του πάσαρε η κόρη του, και μετά ανέσυρε κάτω από τους φακέλους την κάρτα και της την έδωσε. Εκείνη την άνοιξε, τη διάβασε και έβαλε τα γέλια..
«Να που απέκτησες και χιούμορ τώρα στα γεράματα».
«Πάντα είχα. Αλλά πάντα κιόλας όλοι με θεωρούσαν πολύ σοβαρό άνθρωπο, έτσι δεν μπορούσα να τους απογοητεύσω…»
«Λες και δίνεις μία για το τι σκέφτονται οι άλλοι για σένα».
«Τι ώρα πρέπει να είμαι στο σπίτι;»
«Στις οκτώ. Δείπνο, τούρτα και αντίο. Έχει πολλή διάβασμα μια και πλησιάζουν οι εξετάσεις. Μάλλον τη μεγάλη γιορτή θα την κάνει αύριο με τις φίλες της. Η Παρασκευή προσφέρεται περισσότερο…»
«Καλά. Καλά. Στις οκτώ, ε; Μόλις που προλαβαίνω. Πρέπει να επισκεφθώ τη χήρα…»
«Ήταν παντρεμένος ο Παναγίδης;»
«Του Κωνσταντίνου. Την περιποιόταν ο Παναγίδης…»
«Α, κατάλαβα. Χρειάζεσαι βοήθεια; Δεν έχω κάτι το ιδιαίτερο να κάνω αυτές τις μέρες».
«Ναι, ίσως να μπορούσες να με βοηθήσεις κάπως. Είσαι πολύ παρατηρητική. Ίσως δεις στα έγγραφα κάτι που εμάς μας ξεφεύγει. Αλλά δεν μπορούμε να το κάνουμε εδώ αυτό».
«Απόψε, μετά τη γιορτή; Έτσι κι αλλιώς είμαστε κι οι δυο νυχτοπούλια».
«Καλή ιδέα».
«Διακόπτω;»
Η Ντίνα στεκόταν στην πόρτα και τους κοιτούσε σχεδόν απορημένη.
«Μας έπιασες στα πράσα. Συνωμοτούσαμε εις βάρος της Ελευθερίας. Είναι τα γενέθλιά της σήμερα και έφερα στο γέρο το δώρο-έκπληξη που θα της χαρίσει».
«Να σας ζήσει. Και μακάρι να μεγαλώσει και να μην καταντήσει σαν κι αυτόν…»
«Χοντρός, τριχωτός και άσχημος; Δεν έχει τις προδιαγραφές η μικρή…»
Γέλασαν λίγο και οι τρεις τους, κι ύστερα η Μαργαρίτα σηκώθηκε για να φύγει. Πήγε πίσω από το γραφείο, έσκυψε και φίλησε τον πατέρα της στο κεφάλι.
«Θα τα πούμε απόψε μπαμπά;»
«Να τη φέρω κι αυτήν, αν θέλει να έρθει», είπε δείχνοντας με το κεφάλι την Ντίνα.
«Να τη φέρεις, θέλει δε θέλει».
Χαμογέλασε στην άλλη γυναίκα, την αγκάλιασε για λίγο με δύναμη και αποχώρησε.
«Τι έχουμε;»
«Το βίντεο απ’ το πρωί. Πιάσαμε λαυράκι. Περίμενε μια στιγμή…»
Βγήκε έξω, για να επιστρέψει αμέσως μετά σπρώχνοντας ένα συρόμενο τραπεζάκι πάνω στο οποίο υπήρχαν μια παλιά τηλεόραση κι ένα ολοκαίνουριο DVD player. Σταμάτησε απέναντί του, έβαλε τις πρίζες στις αρχαίες σαν το κτήριο εισδοχές και άναψε τις συσκευές.
«Κοίτα προσεχτικά», τον παρότρυνε.
Μαζεμένος κόσμος, μακρινά πλάνα του καλυμμένου ήδη πτώματος, αστυνομικοί, εκείνος και η Ντίνα να καταφθάνουν και μετά να κατευθύνονται προς αντίθετες κατευθύνσεις και…
«Ο Πιγκουΐνος!»
«Μπίνγκο».
Ο Πιγκουΐνος. Γνωστό τομάρι, που με κάποιο τρόπο πάντα καταφέρνει και τη βγάζει καθαρή. Ύποπτος για δολοφονίες, εκβιασμούς, καταστροφή περιουσιών, ακόμη και απαγωγές, που ποτέ δεν καταγγέλθηκαν. Του χάρισαν αυτό το παρατσούκλι λόγω της εμφάνισής του. Λες και τα ρούχα θα του έδιναν τα χαρίσματα που δεν του πρόσφερε η φύση, αφού μέρα-νύχτα είναι ντυμένος με κουστούμι και παπιγιόν. Φοράει σχεδόν πάντα ψηλοτάκουνα μαύρα παπούτσια, που μάλλον του ανεβάζουν την αυτοπεποίθηση, αφού σε ό,τι αφορά τα ύψος είναι και θα παραμείνει κοντός. Στα πενήντα του τώρα, έχει μόνιμα βαμμένα τα μακριά από τη μια μεριά μαλλιά, και μ’ αυτά προσπαθεί να κρύψει τη φαλάκρα που κάνει όλο και πιο έντονη την παρουσία της. Τα μάτια του είναι μικρά και μαύρα, μάτια σκορπιού λέει η Ντίνα. Συνήθως σε όλες του τις εξορμήσεις τον συνοδεύει ένας μπράβος, ο Γρηγόρης, που περισσότερο μάλλον σαν σκούπα παρά σαν προστάτης λειτουργεί. Σαρανταπεντάρης, δυνατός κι ολιγομίλητος, με γκρίζα ήδη τα μαλλιά και μάτια του ίδιου χρώματος, επιδιορθώνει συνήθως τις ζημιές που κάνει ο πρώτος ή τουλάχιστον τις κρύβει κάτω από το χαλί. Ωστόσο δε διακρίνεται στα πλάνα. Είναι δυνατόν να πήγε ο Πιγκουΐνος μόνος του εκεί; Δεν αποκλείεται, αλλά από την άλλη ακούγεται απίστευτο κιόλας.
«Πώς και δεν τον είδε κανείς; Τόσοι μπάτσοι ήταν εκεί. Ο πολύς κόσμος δεν τον ξέρει, αλλά αυτοί…»
«Κι εγώ την ίδια απορία έχω. Όταν πλησίασα τον κόσμο κι άρχισα να παίρνω τις συνεντεύξεις δεν ήταν εκεί. Μάλλον εξαφανίστηκε μόλις βρήκε την ευκαιρία. Πάντως αυτό αλλάζει πολλά…»
«Δεν είμαι σίγουρος. Ίσως ναι, ίσως και όχι. Συνήθως αφήνει τον Γρηγόρη να κάνει τις βρομοδουλειές του και δεν τον είδα εκεί. Δεν είναι το στιλ του άλλωστε…»
«Δεν μπορούμε να το αφήσουμε έτσι…»
«Ποιος είπε ότι θα το αφήσουμε; Σήμερα ωστόσο δε μας παίρνει ο χρόνος. Θα τον συναντήσω αύριο. Δε θα μου αρνηθεί, αφού πάνω απ’ όλα είναι περίεργος. Ο πίνακας πώς τα πάει;»
«Οι πίνακες θες να πεις. Τώρα είναι δύο, μέχρι αύριο ίσως να γίνουν και τρεις. Θα σας τους παρουσιάσω το πρωί».
«Οι νέοι πώς σου φάνηκαν;»
«Λίγο χαμένοι, αλλά απ’ όσα πρόλαβα να διαβάσω γι’ αυτούς, μα και κρίνοντας από τη συμπεριφορά τους, στο τέλος της ημέρας πιστεύω ότι κι εγώ αυτούς θα διάλεγα».
«Ωχ, πάει η φήμη μου…»
«Η φήμη σου πήγε περίπατο εδώ και καιρό. Από τότε που δουλεύουμε μαζί. Τώρα που έβαλες και δεύτερη γυναίκα στην ομάδα, ποιος σε σώζει…»
«Να είσαι εδώ στις πεντέμισι. Έχει πολλή κίνηση εκείνη την ώρα και δε θα ήθελα να πάμε στη θλιμμένη χήρα αργοπορημένοι».
«Μάλιστα αφεντικό».
«Κλείσε την πόρτα βγαίνοντας».
Έσπρωξε λίγο προς τα πίσω την καρέκλα του, κι ανασήκωσε τα πόδια και τα έβαλε στο γραφείο. Έκλεισε τα μάτια για να συγκεντρωθεί, και τον πήρε ο ύπνος.
Ένιωθε αναγεννημένος στις πεντέμισι όταν τον ξύπνησε, φυσώντας του στ’ αυτί η Ντίνα.
«Είσαι έτοιμος».
«Πανέτοιμος. Μια στιγμή μόνο να νιφτώ γιατί δε θέλω να φαίνομαι νυσταγμένος όταν φτάσουμε στο σπίτι της κυράς».
«Θα σε περιμένω στο αμάξι».
«Δε θα αργήσω».
Μέχρι να φτάσει εκεί η κοπέλα και να το ξεκινήσει τον είδε να καταφθάνει με βιαστικά βήματα. Είχε πολλή ενέργεια για τα κυβικά του.
«Πρέπει να βιαστούμε».
«Μην ανησυχείς, θα είμαστε εκεί στην ώρα μας».
Κολλούν για λίγο στα φανάρια της Πλατείας Σολωμού, κι έπειτα σ’ αυτά της Μακαρίου, αλλά όταν στρίβουν δεξιά στην Ευαγόρου, λες κι ο δρόμος ανοίγει αποκλειστικά γι’ αυτούς. Χαράζουν πορεία προς το προεδρικό μέγαρο. Μετά τον αστυνομικό σταθμό Στροβόλου στρίβουν αριστερά προς την Αθαλάσσης και στα επόμενα φανάρια δεξιά. Βγαίνουν στην Περικλέους. Πάνε ευθεία. Φτάνουν στα φανάρια του Κώστα Θεοδώρου, που έγιναν γνωστά ως τέτοια λόγω του εργοστασίου που υπάρχει εκεί, και όταν τα περνούν στρίβουν δεξιά. Λίγα στενά πιο κάτω είναι ο προορισμός τους. Έξι παρά πέντε η ώρα.
«Μπράβο μας».
«Πώς θα το παίξουμε, αφεντικό;»
«Όχι όπως τις ταινίες πάντως. Θα είμαι και ο καλός και ο κακός μπάτσος εγώ. Εσύ μπορείς να επεμβαίνεις όποτε θες με τις ερωτήσεις σου. Μην ξεχνάς ότι δεν ήρθαμε εδώ για να παρηγορήσουμε τη χήρα, αλλά για να πάρουμε απαντήσεις».
«Μάλιστα».
Κατεβαίνουν απ’ το αμάξι και μπαίνουν στο κτήριο. Αυτή τη φορά παίρνουν τον ανελκυστήρα για τον τέταρτο. Όταν χτυπούν την πόρτα τους ανοίγει αμέσως. Μοιάζει πολύ χειρότερα από χθες. Σα να έχει χάσει την αυτοσυγκράτησή της. Δε λυπήθηκε για τον άντρα της, αλλά λυπήθηκε για τον γκόμενο, σκέφτεται ο Ιωάννου. Τους οδηγεί μέσα αμίλητη. Τους δείχνει πού να καθίσουν. Κάθεται απέναντί τους. Ντυμένη καθώς είναι τώρα στα μαύρα δείχνει μεγαλύτερη απ’ την ηλικία της. Τα μάτια της προδίδουν τα δάκρυα που προηγήθηκαν. Για λίγη ώρα δε μιλάνε, αλλά καθώς πάει εκείνος ν’ ανοίξει το στόμα του και να κάνει την πρώτη ερώτηση, η σπιτονοικοκυρά θυμάται τους καλούς της τρόπους και τους ρωτά αν θα μπορούσε να τους προσφέρει κάτι. Θέλει καφέ, αλλά δεν τον ζητά, αφού μετά θα του τρυπήσει τ’ αυτιά με τα μουρμουρητά της η Ντίνα.
«Ας μπούμε στο ψητό», της λέει.
«Το ψητό;»
«Ξέρετε τι εννοώ». Πληθυντικός αποστάσεων και ευγενείας. «Από πότε βλεπόσαστε με τον Παναγίδη;»
«Μα πού…»
«Έχουμε φωτογραφίες. Τις οποίες βρήκαμε στο συρτάρι του άντρα σου. Όπως καταλαβαίνετε…»
Δεν υπήρχε λόγος να της εξηγήσει τα περαιτέρω. Τα αντιλαμβανόταν πολύ καλά. Χλόμιασε. Το πρόσωπό της λίγο έλειψε να πάρει το λευκό του χιονιού. Άρχισε να παίζει νευρικά με τα δάχτυλά της και να κοιτάει αμήχανα τον τοίχο πάνω από τα κεφάλια τους. Ύστερα έσκυψε το κεφάλι και κρατώντας το ανάμεσα στα χέρια της άρχισε να κλαίει. Η Ντίνα έκανε να σηκωθεί να πάει κοντά της, αλλά απλώνοντας το χέρι του και πιάνοντας απαλά το μπράτσο της, την εμπόδισε. Ήταν σα να της υπενθύμιζε ότι δουλειά τους ήταν να την ανακρίνουν και όχι να την παρηγορήσουν. Το κλάμα δεν κράτησε και πολύ. Κάποια στιγμή σήκωσε το κεφάλι, σκούπισε με το μανίκι της μπλούζας τα δάκρυά της και χαμηλόφωνα απολογήθηκε.
«Εδώ και έξι μήνες», απάντησε καθυστερημένα στην ερώτησή του. «Ο Άντρος δεν ήταν ποτέ εδώ. Ερχόταν μόνο για να κοιμηθεί, κι αυτό όχι πάντοτε. Ήμουν μόνη…»
«Κι η σχέση με τον Παναγίδη πώς προέκυψε;»
«Δεν ξέρω. Τυχαία μάλλον. Χρειαζόμουνα κάποιον κι αυτός ήταν εκεί. Κανένας άλλος εκτός απ’ αυτόν και μια-δυο φίλες μου δε μας επισκέπτονταν ποτέ. Εκείνες δεν μπορούσαν να μου προσφέρουν αυτό που ήθελα, οπότε…»
«Γι’ αυτό του τηλεφώνησες αμέσως μετά που βρήκες τον άντρα σου νεκρό;»
«Ναι, τα είχα χαμένα. Δεν ήξερα τι να κάνω. Εκείνος ήταν που μου είπε να μην αγγίξω τίποτα και να πάρω αμέσως τηλέφωνο την αστυνομία, αλλά φυσικά ήταν πια πολύ αργά. Τον είχα ήδη αγγίξει. Τον αγκάλιασα. Ίσως να ακούγεται ψεύτικο στ’ αυτιά σας, αλλά τον αγαπούσα…»
«Καλά. Καλά. Τώρα θα σας ρωτήσω κάτι που σας ρωτήσαμε και χθες το πρωί κι ελπίζω να απαντήσετε ειλικρινά αυτή τη φορά: παρατηρήσατε κάτι παράξενο τις τελευταίες μέρες; Ο,τιδήποτε; Κι η παραμικρή λεπτομέρεια είναι σημαντική…»
Παραμένει για λίγο σιωπηλή. Σκέφτεται. Μοιάζει να προσπαθεί στ’ αλήθεια να θυμηθεί κάτι που όλο και της ξεφεύγει. Για μια στιγμή το βλέμμα της φωτίζεται, αλλά αμέσως σβήνει.
«Το μοναδικό πράγμα που συνέβηκε και το οποίο μού φάνηκε παράξενο ήταν ότι κάποιος πριν από δυο βδομάδες παραβίασε το γραμματοκιβώτιό μας. Τι ακριβώς έψαχνε εκεί δεν ξέρω να σας πω, αφού εκτός από λογαριασμούς και διαφημιστικά φυλλάδια δεν παίρνουμε τίποτ’ άλλο».
«Ο άντρας σας πώς αντέδρασε όταν συνέβηκε αυτό;»
«Σχεδόν αδιάφορα. Άλλαξε απλά την κλειδαριά στο γραμματοκιβώτιο και δεν αναφέρθηκε στο θέμα ποτέ ξανά».
«Πού συναντιόσασταν με τον Παναγίδη;»
Η ερώτηση την πιάνει απροετοίμαστη. Μοιάζει για μια ακόμη φορά έτοιμη να βάλει τα κλάματα, αλλά επιβάλλεται στον εαυτό της.
«Συνήθως στο διαμέρισμά του. Μένει δυο δρόμους πιο κάτω».
«Και πότε γίνονταν αυτές οι συναντήσεις;»
«Ανάλογα με τις βάρδιες εκείνου και του Άντρου. Πότε μέρα, πότε νύχτα».
Κάνει ένα νόημα στην Ντίνα κι αυτή βγάζει από το φάκελο που έφερε μαζί της τις φωτογραφίες και της τις δίνει.
«Πού ήσασταν όταν πάρθηκαν αυτές;»
«Μα πώς στο διάολο…». Αυτοσυγκράτηση. Μια βαθιά αναπνοή. «Στη Λάρνακα. Μάλλον θα έβαλε κάποιον να μας ακολουθήσει. Δεν εξηγείται αλλιώς. Είμαι σίγουρη ότι δούλευε εκείνη τη μέρα».
«Όχι στο Ζύγι;»
«Όχι. Δεν πήγα ποτέ εκεί. Μού έλεγε ότι υπήρχαν πολλοί αδιάκριτοι γείτονες…»
Την πιστεύει. Έτσι κι αλλιώς σύμφωνα με τα στοιχεία που περισυνέλεξαν κάποια άλλη γυναίκα ήταν αυτή που άφησε το στίγμα της εκεί.
«Έχετε ιδέα γιατί δεν αντέδρασε όταν έμαθε για την απιστία ο άντρας σας. Όπως μας τον περιγράφετε δε μου φαίνεται σαν ένας από εκείνους τους τύπους που θα παρέμεναν απαθείς μπροστά σ’ αυτά τα δεδομένα».
«Τι να σας πω; Εγώ ήμουνα σίγουρη ότι αν το μάθαινε ποτέ θα με σκότωνε. Εκτός κι αν…»
Το βλέμμα της μεταμορφώθηκε από τη μια στιγμή στην άλλη από λυπημένο, σε οργισμένο. Αντιλήφθηκε του μακαρίτη τη λογική.
«Εκτός κι αν έκανε αίτηση για διαζύγιο και έπαιρνε το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας, χρησιμοποιώντας σα λόγο την απιστία σας, έτσι δεν είναι; Απ’ ό,τι ξέρω αυτός δεν είχε και πολλά, οπότε λογικά…»
«Τίποτα δεν είχε. Όλα με τη δουλειά και με τη βοήθεια των γονιών μου τ’ αποκτήσαμε. Ο μισθός του δεν έφτανε για τίποτα. Ή τουλάχιστον έλεγε ότι δεν έφτανε, αφού από τη στιγμή που ούτε χρέη έχουμε ούτε παιδιά, όλο και κάτι θα μπορούσε να συνεισφέρει…»
Η Ντίνα βγάζει ένα έγγραφο από το φάκελο και της το δίνει.
«Οι τραπεζικοί του λογαριασμοί είναι σχεδόν άδειοι. Έχετε ιδέα που ξόδευε τα λεφτά; Ξέρετε αν χρωστούσε σε κάποιον;»
«Ώστε δεν πιστεύετε ότι τον σκότωσα εγώ. Αυτό είναι μια ανακούφιση…»
«Το τι πιστεύουμε εμείς και τι όχι, δεν έχει σημασία», επενέβηκε εκείνος. «Αυτό που έχει σημασία είναι να μάθουμε τα πάντα για τον άντρα σας. Και πάνω απ’ όλα αν είχε πάρε δώσε με τον Παναγίδη. Γιατί αν είχε, τότε η υπόθεση περιπλέκεται ακόμη περισσότερο. Από τη μια έχουμε την παράνομη σχέση, για την οποία πολύ θα ήθελαν να πληροφορηθούν τα κοράκια του τύπου. Από την άλλη έχουμε τη δολοφονία δυο μπάτσων σε δυο μέρες. Και από μια τρίτη πλευρά προέκυψε και μια σύνδεση του Παναγίδη με ανθρώπους του υπόκοσμου. Γνωρίζεται αυτό τον άντρα;»
Τα χέρια της τρέμουν από την ταραχή καθώς παίρνει στα χέρια της τη φωτογραφία του Πιγκουΐνου, αλλά η στάση της δείχνει ότι δεν τον γνωρίζει.
«Νομίζω ότι τον έχω κάπου δει. Στην τηλεόραση ίσως. Στις ειδήσεις. Αλλά δεν μπορώ να τον τοποθετήσω, δεν είμαι σίγουρη. Τι σχέση έχει αυτός με τους φόνους;»
«Αυτή τη στιγμή δεν μπορούμε να σας πούμε. Πού ήσασταν χθες το βράδυ ανάμεσα στις έντεκα και στις δύο;»
«Εδώ, με δυο φίλες και τη μητέρα μου. Η μια έμεινε μαζί μου όλη νύχτα. Αν θέλετε τα στοιχεία της να…»
«Όχι. Δεν υπάρχει λόγος. Είτε σας θεωρούμε ύποπτη είτε όχι απλά οφείλαμε να κάνουμε αυτή την ερώτηση. Δε θα σας χρειαστούμε άλλο σήμερα, αλλά ίσως επανέλθουμε κάποια στιγμή. Όπως καταλαβαίνετε…»
«Ναι, καταλαβαίνω. Αν δε λύσετε αυτές τις υποθέσεις σύντομα θα πέσουν πάνω σας και θα σας φάνε ζωντανούς. Σας εκτιμούσε πολύ ο Άντρος ξέρετε, κι ας μην ήσασταν φίλοι. Αυτός είναι πραγματικός μπάτσος, μού έλεγε, εγώ απλά είμαι υπάλληλος σε γραφείο. Ό,τι κι αν συνέβηκε μεταξύ μας, δεν τον ήθελα νεκρό. Μακάρι να μπορέσετε να βρείτε το δολοφόνο του».
«Θα κάνουμε ό,τι μπορούμε», απάντησε η Ντίνα και σηκώθηκαν. Τους οδήγησε μέχρι την πόρτα, την άνοιξε γι’ αυτούς και την έκλεισε από πίσω τους χωρίς να τους αποχαιρετήσει. Δε χρειάζονταν οι τυπικότητες.
Καθώς φεύγουν το αμάξι το οδηγά ο Ιωάννου. Η Ντίνα τυλίγει το δώρο της Ελευθερίας, το οποίο μόλις που θυμήθηκε να αρπάξει φεύγοντας από το γραφείο το αφεντικό-συνεργάτης της. Είναι εφτάμισι η ώρα και η νύχτα δεν είναι πια και πολύ μακριά. Αντί να πάρουν την κατεύθυνση προς τη βιομηχανική περιοχή Στροβόλου κι από κει προς την Υδατοπρομήθεια και τη Λακατάμια, αποφασίζουν να κατηφορίσουν την Περικλέους και στα φανάρια της Κληματαριάς να πάρουν τη στροφή αριστερά που θα τους οδηγούσε κατευθείαν στον προορισμό τους. Η πρώτη διαδρομή ήταν πιο εύκολη, αλλά έτσι και έπεφταν πάνω στην κίνηση του τέλους της μέρας σίγουρα θα έφταναν αργοπορημένοι.
«Θα χαρεί πολύ η μικρή», λέει η Ντίνα.
«Μακάρι, αφού με ξήλωσε για τα καλά. Δε με έφταναν όλα τα άλλα κακά τώρα είμαι και μπατίρης. Α, ναι, υπενθύμισέ με αργότερα να δώσω τα λεφτά στη Μαργαρίτα. Με ξέρεις πώς είμαι…»
«Ναι, σε ξέρω. Της πήρα κι εγώ δώρο, αλλά μάλλον δε θα της αρέσει. Δεν ξέρω…»
«Τι της πήρες;»
«MP4 Player».
«Τι είναι αυτό; Τρώγεται;»
«Εσύ και οι εξυπνάδες σου. Παίζει μουσική και ταινίες…»
«Α, σαν ένα κινητό που δεν μπορεί να κάνει κλήσεις!»
Έβαλαν τα γέλια.
«Κάτι τέτοιο».
Έφτασαν στον προορισμό τους και πάλι στο παρά πέντε. Από συνέπεια τα πάνε καλά.
Το τραπέζι είναι στρωμένο, αλλά τους περιμένουν για να καθίσουν να φάνε. Κάθονται. Κεφτεδάκια, πατάτες του φούρνου, μακαρόνια τρικολόρε, κανελόνια, σαλάτες. Η κυρία Γεωργία στο στοιχείο της. Εκτός από τα μέλη της οικογένειας και την Ντίνα βρίσκονται εκεί και οι δύο κολλητές της Ελευθερίας, που δεν κάνουν τίποτ’ άλλο από το να την πειράζουν, να τσιμπολογούν από τα πιάτα τους και να γελάνε δυνατά. Εκείνος κάτω από τέτοιες περιστάσεις δε μιλάει. Απλά ακούει, τρώει και χαμογελάει. Και πίνει το κόκκινο παγωμένο κρασί του. Δεν τον ενδιαφέρει αν κάνει ζέστη ή κρύο, δυο ποτηράκια κρασί πάντα τον χαλαρώνουν. Το λέει κι ο γιατρός. Όχι ο κανονικός γιατρός, αλλά ένας γνωστός του ξερόλας που μπορεί να αναλύσει τα πάντα: από το κυπριακό πρόβλημα, μέχρι την παγκόσμια οικονομική κρίση, από το ποδόσφαιρο στην Ευρώπη μέχρι τις αρρώστιες των δέντρων, από… μέχρι… από… μέχρι…. Και πάει λέγοντας. Τον θυμάται και χαμογελά.
Η ώρα περνά γρήγορα και ευχάριστα, το δείπνο τελειώνει και φέρνουν την τούρτα. Ανάβουν τα κεράκια και όλοι, μ’ εξαίρεση τον μπαμπά, αρχίζουν να τραγουδούν Happy birthday to you… Happy birthday to you… Εκείνος ακολουθώντας τον ίδιο ρυθμό από μέσα του τραγουδάει: παρά πάρα παρά, παρά πάρα παρά, παρά πάρα, παρά πάρα, παρά πάρα, πα… ρα… Μόλις τελειώνουν και η Ελευθερία σβήνει τα κεράκια η Μαργαρίτα τον πλησιάζει και του ρίχνει μια αδύναμη γροθιά στο στομάχι.
«Πάλι για τον παρά τραγουδούσες», του ψιθυρίζει και βάζει τα γέλια. Γελάει κι αυτός.
Η εορτάζουσα αρχίζει ν’ ανοίγει με ανυπομονησία τα δώρα της. Πότε χαμογελά και πότε λίγο λυπάται, αλλά προσπαθεί να μην το δείξει. Όταν φτάνει στο δικό του, δεν μπορεί να συγκρατήσει τη χαρά της.
«Αυτό ακριβώς ήθελα», φωνάζει και τρέχει και τον αγκαλιάζει. Τον τραβάει προς τα κάτω και τον φιλάει στο μέτωπο, αφού εξακολουθεί να είναι αξύριστος και τα γένια του τη γδέρνουν. «Σ’ ευχαριστώ, μπαμπά»
Δεν απαντά. Είναι χαρούμενος για τη χαρά που της έδωσε, αλλά δεν μπορεί να εκφράσει με λόγια αυτό που νιώθει. Το κάνει με τα μάτια. Η μικρή ανοίγει αμέσως το κουτί και κατευθύνεται προς τις φίλες της. Αρχίζουν να περιεργάζονται όλες μαζί το νέο απόκτημά της και αφήνουν επιφωνήματα ευτυχίας. Εκείνος πλησιάζει την Μαργαρίτα.
«Ευχαριστώ», της ψιθυρίζει στ’ αυτί, και μετά απευθύνεται προς την Ντίνα και τη γυναίκα του. «Δε συνεχίζουμε έξω; Είναι δροσιά και εδώ μέσα τώρα είμαστε περιττοί».
Συμφωνούν μαζί του.
Κάθονται κάτω από την κληματαριά κι απολαμβάνουν από μία παγωμένη μπίρα, ενώ εκείνος συνεχίζει με το κρασί. Ευτυχώς τα βράδια είναι ακόμη δροσερά, αλλά σύμφωνα με το δελτίο ειδήσεων, το οποίο παρακολουθεί ανελλιπώς η Γεωργία, από αύριο θ’ αρχίσει να μυρίζει για τα καλά καλοκαίρι. Ωχ, σκέφτεται, ο Ιωάννου, θ’ αρχίσουν τις γκρίνιες τους πάλι. Φταίει το ό,τι η μνήμη των περισσότερων ανθρώπων είναι επιλεκτική. Κανείς δε θυμάται τις ζέστες των προηγούμενων χρόνων, κι έτσι όλοι μιλούν για τις φετινές, που σίγουρα είναι οι χειρότερες.
«Τον Σωτηρίου δεν τον βλέπω καλά», τον βγάζει από τις σκέψεις του η Γεωργία. Είναι η πρώτη φορά που αναφέρεται στην υπόθεση. «Στο δελτίο των έξι, απ’ όσο πρόλαβα να δω έμοιαζε χαμένος. Δεν ήξερε τι να απαντήσει…»
«Λογικό είναι, δε συμβαίνουν κάθε μέρα αυτά τα πράγματα. Αλλά, μην ανησυχείς, δε θα τον φάνε. Έτσι κι αλλιώς σε τίποτα δε φταίει αυτός…»
«Και φταις εσύ;»
Να τα μας! Δυο ολόκληρες μέρες δεν αναφέρει τίποτα και μόλις της καρφώνεται στο μυαλό η υποψία ότι θα μπορούσε να τα βρει σκούρα ρίχνει το καρφί της. Η Ντίνα κι η Μαργαρίτα μοιράζονται ένα χαμόγελο, ενώ εκείνος παριστάνει ένα παιδί που το μάλωσαν.
«Θα βρούμε την άκρη», της απαντά τελικά.
Εκείνη τον σφάζει με το βλέμμα και σιωπά. Λιονταρίνα. Αγριεύει στη σκέψη και μόνο ότι κάποιος, κάπως, θα μπορούσε να βλάψει την οικογένειά της.
«Ας μην ασχοληθούμε με την υπόθεση απόψε», λέει χαμηλόφωνα η Ντίνα, κι ας ξέρει την απάντησή του. Χαμογελά δειλά προτού καν την ακούσει.
«Και με τι ν’ ασχοληθούμε;» ρωτά στ’ αλήθεια μ’ απορία. Μα αμέσως μετά σα να το σκέφτεται καλύτερα και συμφωνεί. «Δίκιο έχεις. Ας την αφήσουμε για λίγο στην άκρη. Ίσως μετά να μπορέσουμε να δούμε τα πράγματα πιο καθαρά». Σηκώνεται. «Πάμε να καθίσουμε στη μπροστινή βεράντα;» ρωτά τη Γεωργία. Ξεκινά. Εκείνη σηκώνεται και τον ακολουθεί. Μόλις απομακρύνονται τα δύο κορίτσια αρχίζουν να καταπιάνονται με τα δικά τους.
«Κάνα νέο απ’ το μέτωπο;» ρωτά η Ντίνα.
«Τίποτα», απαντά η Μαργαρίτα. «Τη μια είμαι έτσι, την άλλη αλλιώς. Δεν μπορώ να με καταλάβω».
«Μού θυμίζεις εμένα. Κι εγώ στην ηλικία σου έτσι ακριβώς ήμουνα…»
«Και να πώς κατάντησες. Σκυλάκι του πατέρα μου!»
Γελάνε. Σχεδόν κάθε φορά που συναντιόνται μιλούν για την ερωτική τους ζωή, ή μάλλον για την ανυπαρξία της. Η Μαργαρίτα ερωτεύεται συχνά και απογοητεύεται. Βγαίνει ραντεβού, συναντάει άντρες, τους βαριέται αμέσως. Εδώ και ένα χρόνο παραμένει ανέγγιχτο το κορμί της. Η Ντίνα από την άλλη δε βγαίνει καθόλου, ή το πολύ μια φορά κάθε τόσο για φαγητό με φίλες, που τώρα πια της φαίνονται ξένες. Νιώθει αμήχανη ανάμεσά τους. Δεν ξέρει τι να πει και της είναι αδύνατον να συμμετάσχει στις συζητήσεις τους. Είναι σαν κάποια ξένη που βρέθηκε κάποια στιγμή κατά τύχη σε ένα συγκεκριμένο σημείο. Όσο για τους έρωτες τους παράτησε χρόνια πριν. Απλά απογοητεύτηκε. Ο αφορισμός της είναι κλισέ, αλλά δε διστάζει να τον επαναλαμβάνει: κανείς δεν μπορεί να με καταλάβει. Όχι απολύτως κανείς, βέβαια, αλλά οι γυναίκες δε μετράνε. Ή μήπως μετράνε; Ή μετράει; Η γυναίκα δηλαδή. Η Μαργαρίτα. Πώς έγινες έτσι; αναρωτιέται μερικές φορές. Αν δεν ήταν ο Ιωάννου και η κόρη του δε θα είχε κανένα στον κόσμο. Εντάξει, έχει και τον πατέρα της, αλλά δεν μπορεί να οδηγεί κάθε μέρα μέχρι το χωριό, το Μιτσερό, για να τον συναντήσει. Μα και να το έκανε, τι θα του έλεγε; Ότι στα ερωτικά δεν ξέρει που παν τα τέσσερά της; Α, μπα.
«Προτιμώ να είμαι σκυλάκι του πατέρα σου, παρά με κάποιον άντρα, απλά και μόνο επειδή τον έχω ανάγκη. Αν και εδώ που τα λέμε, μεταξύ μας τώρα, δε νιώθω πια όπως παλιά. Ίσως να χρειάζομαι κάποιον δίπλα μου, όπως όλοι μας, αλλά σα να… Δεν ξέρω πώς να το πω… Σα να τους σιχάθηκα πια τους άντρες – σαν εραστές εννοώ. Είναι παιδιά κι εγωιστές. Δεν ξέρω…»
«Κι εγώ που νόμιζα ότι ήμουνα η μοναδική σκύλα σ’ αυτό το τραπέζι…»
Έβαλαν και πάλι τα γέλια.
Στο μεταξύ οι σπιτονοικοκύρης κι η κυρά του κάθονται λες για πρώτη φορά στην μπροστινή βεράντα μοναχοί και συζητούν.
«Πώς τα πάει η Ελευθερία στο σχολείο; Το ξέρω ότι ποτέ δεν είμαι εδώ, ή όταν είμαι δεν έχω χρόνο για πολλά πολλά, αλλά κάτι με ανησυχεί στη συμπεριφορά της».
«Μην ανησυχείς, μια χαρά τα πάει. Αλλά είναι έφηβη. Το ξέχασες; Απλά κρατάει μυστικά. Φυσικό είναι. Τι περίμενες δηλαδή; Να έρθει και να σου πει για το αγόρι που της αρέσει;»
«Της αρέσει κάποιος; Πες μου ποιος. Να πάω να του ρίξω ένα-δυο χαστούκια…»
Χαμογελάει. Πιάνει το κρασοπότηρο και το φέρνει στα χείλη του. Τα πάει καλά λοιπόν η μικρή. Ωραία! Θυμάται τη μεγάλη κόρη του στην εφηβεία της. Τους είχε σχεδόν και τους δύο τρελάνει με τα καμώματά της. Έφερνε γκόμενους στο σπίτι, έκανε κοπάνες απ’ το σχολείο, για μια εποχή οι βαθμοί της έπιασαν πάτο, τσακωνόταν μαζί τους με το παραμικρό. Κι ύστερα, όλα μέλι γάλα. Σα να μη συνέβηκε τίποτα. Βγήκε τόσο ξαφνικά από το εφηβικό τριπάκι όσο γρήγορα μπήκε. Και τώρα, ειδικά μετά από εκείνο το ταξίδι που έκαναν οι δυο τους, η σχέση τους έχει πάρει τη μορφή μιας παράταιρα στενής φιλίας. Καταλαβαίνονται δίχως να μιλούνε. Και είναι πολύ χαρούμενος γι’ αυτό.
«Είσαι καλά;»
«Καλά είμαι. Απλά αυτή η υπόθεση δε μ’ αφήνει στιγμή να ησυχάσω. Ό,τι και να κάνω η σκέψη μου επιστρέφει και πάλι εκεί».
«Δεν κοιμάσαι σχεδόν καθόλου…»
«Και δεν ξυρίζομαι. Ξέρω. Αλλά με ξέρεις κι εσύ εμένα. Νιώθω σχεδόν ένοχος που κάθομαι τώρα εδώ και πίνω, και γιορτάζω όπως-όπως τα γενέθλια της κόρης μας, ενώ ο φονιάς κυκλοφορεί ελεύθερος εκεί έξω».
«Εσύ και οι εμμονές σου. Δεν μπορείς να σώσεις όλο τον κόσμο».
Αλλά μπορώ να προσπαθήσω. Το σκέφτεται αλλά δεν το λέει. Μισεί τους αφορισμούς. Εκτός κι αν είναι δικοί του. Ο αγαπημένος του: έχω πάντα δίκιο, μέχρι να αποδειχτεί το αντίθετο. Μόνο στη γυναίκα του τον λέει ωστόσο. Δεν είναι και τόσο ψώνιο πια.
Ακούνε βήματα να τους πλησιάζουν. Η Ελευθερία κι οι φίλες της. Θα φύγουν τα κορίτσια. Αυτή η νύχτα δεν προσφέρεται για ξενύχτι, αλλά αύριο… Έντεκα παρά τέταρτο η ώρα. Δε νυστάζει. Και δεν μπορεί να ησυχάσει. Η υπερένταση της μέρας δεν τον εγκαταλείπει. Μπαίνει για λίγο μέσα, βρίσκει αυτό που θέλει και βγαίνει και πάλι έξω. Η Γεωργία σηκώνεται και πηγαίνει να καθίσει με τα κορίτσια. Είναι αδιόρθωτος, σκέφτεται. Προτού προλάβει καλά-καλά να ανοίξει το φάκελο που κρατάει στα χέρια του, ακούει το κινητό του να χτυπάει. Ποιος να είναι άραγε; Βλέπει τον αριθμό και δεν του θυμίζει τίποτα. Αν ήταν κάποιος γνωστός θα του είχαν ήδη περάσει το όνομα στις επαφές η Ντίνα ή η Μαργαρίτα.
«Ποιος;»
«Έμαθα ότι με ψάχνεις…»
Ο Πιγκουΐνος! Θα αναγνώριζε τη φωνή του παντού. Μα πώς το έμαθε; Αφού μόνο η Ντίνα κι ο ίδιος γνώριζαν για την παρουσία του στη σκηνή του εγκλήματος. Εκτός κι αν είδε κανείς το βίντεο στην κεντρική αίθουσα όπου το μελετούσε η Ντίνα και… Ναι, αυτό θα έγινε. Ήταν γνωστό ότι είχε κάποιους μπάτσους στο τσεπάκι, αλλά προς το παρόν δεν μπορούσε κανείς να το αποδείξει.
«Πότε και πού;»
«Δεν μπορούμε να τα πούμε απ’ το τηλέφωνο;»
«Προτιμώ φάτσα-φάτσα».
«Μπορείς να περάσεις τώρα απ’ το γραφείο μου; Θα είμαι εδώ για μια ακόμη ώρα…»
Κοιτάει το ρολόι του, λες και δεν το είχε κάνει ξανά λίγες στιγμές πριν. Να πάει; Γιατί όχι; Έτσι κι αλλιώς αποκλείεται να κοιμηθεί τόσο εύκολα και τόσο νωρίς.
«Σε δεκαπέντε-είκοσι λεπτά θα είμαι εκεί».
Μπαίνει στο σπίτι και πηγαίνει στην κουζίνα για να πιάσει τα κλειδιά του σκαραβαίου του. Βγαίνει έξω. Το αμάξι της Ντίνας είναι σταθμευμένο στην είσοδο και του κόβει το δρόμο.
«Θα μείνεις εδώ για πολύ;» τη ρωτά. «Πρέπει να φύγω για λίγο. Με περιμένει ο Πιγκουΐνος».
«Ο Πιγκουΐνος;» ρωτά, μα καταλαβαίνει αμέσως, και δεν περιμένει απάντηση. Βγάζει τα κλειδιά απ’ την τσέπη του παντελονιού και του τα δίνει. «Πάρε το Χόντα. Θα σε περιμένω εδώ».
«Δε θα αργήσω».
Έντεκα το βράδυ πια. Δεν περιμένει να βρει κίνηση, αν και τα φανάρια στη Λακατάμια και στο Στρόβολο είναι καταστροφή. Έτσι και τον πιάσει ένα κόκκινο, όλα τα υπόλοιπα θ’ ακολουθήσουν στο ίδιο χρώμα. Η τύχη δεν του χαμογελά, αλλά δε χολοσκά κιόλας. Έτσι κι αλλιώς δεν είχε να ρωτήσει και πολλά τον τύπο. Συνήθως οι σιωπές του δίνουν περισσότερες απαντήσεις απ’ τα λόγια.
Φτάνει στο κέντρο της πόλης στις έντεκα και είκοσι ακριβώς. Σταθμεύει ολίγον παράνομα σε μια πάροδο της λεωφόρου Μακαρίου. Έτσι κι αλλιώς κανείς δε σε γράφει αν παρκάρεις πάνω σε μονή κίτρινη γραμμή αργά τη νύχτα. Εκτός κι αν έχει εκστρατεία συλλογής εισφορών η τροχαία.
Το γραφείο βρίσκεται πάνω από το καμπαρέ του Πιγκουΐνου σε ένα στενό ημιφωτισμένο δρομάκι. Ο τυπάς στην είσοδο του ρίχνει μια αδιάφορη ματιά και τον αφήνει να περάσει μέσα. Δεν τον ξέρει, αλλά ίσως η φάτσα του να άφησε να εννοηθεί ότι θα μπορούσε να είναι καλός πελάτης. Μόλις κατεβαίνει τα σκαλιά και στρίβει δεξιά προς το μπαρ, βλέπει μπροστά του τον Γρηγόρη. Αυτός τον ξέρει.
«Θες κάτι να πιεις ή…»
«Ή…»
Τον οδηγεί προς μια σκοτεινή γωνιά που κρύβει μια πόρτα και τη σκάλα που οδηγεί προς τα πάνω. Τα σκαλιά και τους τοίχους ντύνει κακόγουστα ένα κόκκινο χαλί. Καθώς ανεβαίνει τα πρώτα σκαλιά βλέπει μια μικρή κάμερα να τον ακολουθεί. Σίγουρα θα υπάρχει μια δεύτερη πιο πάνω.
Όταν μπαίνει στο γραφείο βλέπει τον Πιγκουΐνο να μιλά στο τηλέφωνο. Εκείνος χωρίς να κατεβάσει το ακουστικό του κάνει νόημα να καθίσει. Υπακούει. Ο Γρηγόρης κάθεται σ’ ένα γραφείο από πίσω του και, φαινομενικά τουλάχιστον, αφιερώνει την προσοχή του, στις μικρές οθόνες που το καλύπτουν πέρα ως πέρα. Φαινομενικά, αφού τη στιγμή που μπήκε μέσα στο καμπαρέ είχε δεν είχε πέντε πελάτες. Το αφεντικό κατεβάζει το ακουστικό, κι ανοίγει ένα κουτί. Προσφέρει στον Ιωάννου ένα πούρο. Εκείνος το αρνείται.
«Σε πρόλαβα, έτσι;» Μπαίνει αμέσως στο θέμα εκείνος.
«Με πρόλαβες». Δεν είχε λόγο να το αρνηθεί. «Θα σε έπαιρνα τηλέφωνο αύριο, αλλά καλύτερα έτσι, με έβγαλες από τον κόπο».
«Και τώρα θα με ρωτήσεις τι γύρευα στο Ζύγι σήμερα το πρωί;»
Τα μικρά μαύρα του μάτια λάμπουν παιχνιδιάρικα, σχεδόν ειρωνικά. Δείχνει ότι δεν έχει τίποτα να κρύψει, αλλά ούτε και να φοβηθεί.
«Για λέγε…»
«Τα γνωστά. Γυναικοδουλειές. Υποθέτω πώς δεν ξέρεις ότι έχω διαμέρισμα εκεί; Ψάξε το αν θες το πρωί και θα δεις ότι λέω την αλήθεια. Στο όνομά μου είναι γραμμένο. Είναι λίγα μέτρα πιο κάτω από κει που βρήκανε τον Παναγίδη…»
«Μάρτυρες; Και μη μου πεις ο Γρηγόρης».
«Δύο. Ψηλές. Ξανθιές. Και με χαριτωμένη προφορά…»
«Και πού θα έλεγαν ό,τι τους ζητούσε το αφεντικό. Κάποιος άλλος;»
«Μέχρι τις πέντε το πρωί τα πίναμε με τον Χριστάκη. Όπως ξέρεις τα πίνει τα ποτά του, αλλά κατά τα άλλα είναι άγιος – δεν αγγίζει άλλη γυναίκα πέρα απ’ τη δική του…» Με τον Χριστάκη!
«Σ’ αντίθεση με σένα δηλαδή». Ήταν γνωστός εδώ και καιρό στην πιάτσα για τις γκομενοδουλειές του. «Πέντε με έξι το πρωί τι έκανες;»
«Αυτά που θα ήθελες να έκανες κι εσύ…»
Καλά τώρα. Η αλήθεια είναι ότι τον πιστεύει, αλλά έτσι κι αλλιώς οφείλει να ελέγξει το άλλοθί του.
«Πού μπορώ να βρω τα κορίτσια;» Με τον Χριστάκη θα τα έλεγε μετά.
«Κάτω. Γρηγόρη…»
Η συνέντευξη τέλειωσε. Σηκώθηκε κι ακολούθησε τον μπράβο. Βρήκαν τα κορίτσια κι εκείνα επιβεβαίωσαν τα λεγόμενα του αφεντικού τους. Δεν έδειχναν ταραγμένες. Τις είχαν ήδη προειδοποιήσει. Τα μάτια τους άλλωστε δεν ψεύδονταν.
Βγήκε έξω. Απ’ την κλεισούρα στην υγρασία που άρχισε να γίνεται έντονη. Έβγαλε απ’ την τσέπη το κινητό και πήρε τον Χριστάκη.
«Έλα».
«Ο Πιγκουΐνος…»
«Ήμουνα μαζί του στο Ζύγι μέχρι τις πέντε περίπου. Μετά επέστρεψα στη Λευκωσία κι εκείνος έμεινε εκεί στο διαμέρισμά του».
«Με τις γυναίκες;»
«Ναι».
«Άκουσες κάτι για τον Παναγίδη;»
«Όχι τίποτα το ιδιαίτερο. Δεν είχε και πολλές συμπάθειες. Ήταν απ’ αυτούς που σπρώχνουν την τύχη τους ώσπου πάει. Ιππόδρομο, στοιχήματα ποδοσφαίρου, χαρτοπαίγνια. Χρωστούσε πολλά από δω κι από κει, αλλά αυτό υποθέτω το ξέρεις…»
«Δεν είχα ιδέα. Ευχαριστώ. Τα λέμε…»
Μπαίνει στο αμάξι. Κάθεται για λίγο σκεφτικός, κι ύστερα ξεκινάει. Η υπόθεση άρχισε να θυμίζει λαβύρινθο. Πηγαίνουν από το ένα αδιέξοδο στο άλλο. Κάθε απάντηση δημιουργεί νέες ερωτήσεις. Ξεκαθάρισμα λογαριασμών; Λες να πρόκειται γι’ αυτό;
«Θα μείνω εδώ απόψε», του ανακοινώνει η Ντίνα όταν φτάνει στο σπίτι. «Επειδή κανείς δεν μπορεί να ξέρει τι θα φέρει η επόμενη στιγμή είμαι πάντα προετοιμασμένη. Έχω στο πορτμπαγκάζ μια τσάντα με τα απαραίτητα…»
«Δική μου ιδέα ήταν», πετάγεται στη μέση η Μαργαρίτα, λες και θα έφερνε εκείνος αντίρρηση. «Θα κοιμηθεί στο δωμάτιό μου…»
«Φρόνιμα όμως…», απαντά σε μια αδύναμη προσπάθεια να κάνει χιούμορ.
«Βγήκε κάτι απ’ την επίσκεψη». Του δίνει την πάσα για να εκφράσει τις σκέψεις του, η Ντίνα.
«Ο Πιγκουΐνος έχει άλλοθι, αλλά πρέπει να εξακριβώσουμε κάποια από τα λεγόμενά του αύριο. Ο Χριστάκης όμως μού είπε κάτι που ρίχνει άλλο φως στην υπόθεση. Το ήξερες ότι ο Παναγίδης ήταν καταχρεωμένος;»
«Δεν είχα ιδέα».
«Αύριο… Καληνύχτα!»
Πηγαίνει στο υπνοδωμάτιό του, γδύνεται, κάνει ένα ντους και ξαπλώνει σχεδόν γυμνός δίπλα από τη Γεωργία που ήδη κοιμάται του καλού καιρού. Θα είναι μεγάλη η μέρα αύριο.
Συνεχίζεται
Η εικόνα κλεμμένη από εδώ