Κι η Ντίνα πεινά, αλλά αυτή την ώρα δεν μπορεί να φάει. Μόλις έφτασαν στο σπίτι της μητέρας του Κακογιάννη. Ή μάλλον στην έπαυλη. Χτύπησαν το θυροτηλέφωνο και εξήγησαν το λόγο της επίσκεψής τους εκεί σε μια γυναίκα με ξενική προφορά, προτού τους ανοίξουν την πύλη για να εισέλθουν στα ενδότερα. Απόλαυσε τη διαδρομή μέχρι εκεί. Σ’ ολόκληρη τη διάρκειά της προσπαθούσε να μη γελάσει. Ο Ιακώβου όταν δε βρισκόταν μπροστά από τον υπολογιστή έμοιαζε με άλλο άνθρωπο. Δεν άντεχε την -έτσι κι αλλιώς λιγοστή εκείνη την ώρα- κίνηση στο δρόμο, του την έσπαγαν οι άλλοι οδηγοί, βλαστημούσε στα φανάρια. Ακριβώς όπως το είπε ο Ιωάννου: Αν μπορούσε θα πατούσε ένα κουμπί, ή μάλλον ένα πλήκτρο, και θα έφτανε στον προορισμό του.
«Άσε με εμένα να της μιλήσω», του ψιθυρίζει καθώς ανεβαίνουν τα σκαλιά για το σπίτι. «Φυσικά αν έχεις κάτι να ρωτήσεις, μη διστάσεις να το κάνεις».
Τους ανοίγει την πόρτα η βιετναμέζα, που -θεέ και κύριε- είναι ντυμένη με στολή. Τι άλλο θα δούμε άραγε; αναρωτιέται αυτή. Η οικοδέσποινα τους υποδέχεται στο σαλόνι. Ντυμένη, όπως το απαιτεί η περίσταση, στα μαύρα, κάθεται στητή και αλύγιστη σε μια μαύρη πολυθρόνα, που μάλλον κάνει αντίθεση με τους ολόλευκους, αλλά όχι γυμνούς τοίχους του σπιτιού. Τους υποδεικνύει που να καθίσουν, στον επίσης μαύρο δερμάτινο καναπέ απέναντί της. Θα μπορούσε να τους προσφέρει κάτι να πιουν; Νερό, είπαν και οι δύο. Η Ντίνα προσπαθεί να ρίξει μια διακριτική ματιά στο χώρο, καθώς η υπηρέτρια αποχωρεί. Πρέπει να το φυσά το χρήμα η κυρά, σκέφτεται, κι ας το γνώριζε ήδη αυτό. Έπιπλα καινούρια και ακριβά, σίγουρα όχι αγορασμένα από το ΙΚΕΑ, πολυέλαιοι, μάλλον πρωτότυποι πίνακες στους τοίχους και μια προσωπογραφία της, μια βιβλιοθήκη ξέχειλη από τόμους, που μάλλον με εξαίρεση το ξεσκόνισμα από την καθαρίστρια παραμένει ανέγγιχτη, γρανίτες στο πάτωμα. Το ονειρικό σπίτι κάθε κύπριου. Ο Ιακώβου ρίχνει κι αυτός κλεφτές ματιές από δω κι από κει, αλλά μάλλον αυτός θα σκέφτεται πόσα ηλεκτρονικά μαραφέτια θα μπορούσε ν’ αγοράσει αν ήταν τόσο πλούσιος. Η υπηρέτρια επιστρέφει κουβαλώντας ένα ασημένιο δίσκο με δυο ποτήρια νερό και ένα πιάτο με μπισκότα, απ’ αυτά που δεν αγοράζει κανείς με το κιλό. Από κάπου ακούγονται κάποιοι ψίθυροι. Συγγενείς ή φίλοι, ή πολύ πιθανόν καλοθελητές. Ευχαριστούν ευγενικά τη γυναίκα, που μετά από ένα νεύμα από την κυρά της σπεύδει να αποχωρήσει.
«Θα ήθελα να εκφράσω τα ειλικρινή μας συλλυπητήρια…»
«Ευχαριστώ πολύ», τη διακόπτει εκείνη. Όχι απότομα, αλλά μάλλον ανυπόμονα. «Έχετε καμιά ιδέα για το ποιος θα μπορούσε να το κάνει αυτό; Απ’ ό,τι ξέρω ο γιος μου δεν είχε εχθρούς».
«Αυτό προσπαθούμε να ανακαλύψουμε. Όπως καταλαβαίνετε η έρευνα έχει μόλις αρχίσει οπότε δεν μπορούμε να σας πούμε και πολλά πράγματα, αλλά να είστε σίγουρη ότι θα κάνουμε ό,τι περνάει απ’ το χέρι μας…»
«Ναι. Ναι. Ξέρω. Δε θα μπορούσατε να κάνετε κι αλλιώς άλλωστε. Θα σας τρώγαν ζωντανούς τα κανάλια».
«Πάντως, αν ήμουνα στη θέση σας, δε θα πίστευα ό,τι άκουγα από τα ρεπορτάζ. Πολλές φορές φτιάχνουν τις ειδήσεις, αντί απλά να τις μεταδίδουν…»
«Ναι, κάτι έχω ακούσει σχετικά μ’ αυτό».
Κάτι έχει ακούσει; Τι εννοεί; Την παρατηρεί η Ντίνα. Σκληρή γυναίκα, αλλά πονεμένη. Και περήφανη. Αγωνίζεται να μη φανεί αδύναμη μπροστά τους. Κλάψε, θέλει να της πει, κλάψε ελεύθερα, μα δεν τον κάνει. Ο θρήνος είναι προσωπική υπόθεση. Βλέπει τα χέρια της, που είναι σφιγμένα, σε μια προσπάθεια να συγκρατήσουν ένα τρέμουλο. Παρατηρεί το πρόσωπό της, που μοιάζει κρύο και εύθραυστο. Στα σχεδόν γκρίζα μάτια της διακρίνει μια υποψία υγρασίας. Ωστόσο επιμένει να κρατά το λευκοντυμένο κεφάλι της ψηλά, δεμένο λες απ’ το ταβάνι μ’ ένα αόρατο σκοινί. Ο κότσος της περιποιημένος, φτιαγμένος με προσοχή, αλλά όχι σε κάποιο κομμωτήριο – η προσωποποίηση της αξιοπρέπειας.
«Θα θέλαμε να σας ρωτήσουμε κάποια πράγματα για το γιο σας…»
«Το υποψιαζόμουνα, αλλιώς δε θα ήσασταν τώρα εδώ. Ρωτάτε ελεύθερα».
«Ο κ. Κακογιάννης τα τελευταία χρόνια φαίνεται να έχει κερδίσει πάρα πολλά λεφτά. Γνωρίζετε την προέλευσή τους;»
«Κέρδισε πολλά τον καιρό που το χρηματιστήριο ήταν στα πάνω του. Είχε τις πηγές του, μού είπε, κι έτσι ήξερε ποια χαρτιά να αγοράσει. Και πρόλαβε να ξεπουλήσει πριν το κραχ. Και μετά επένδυσε σε γη και ακίνητα…»
«Το μόνο που όλα είναι στο όνομά σας…»
«Ε, δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς. Πάντως μπορώ να σας πω ότι όλες οι συναλλαγές έγιναν νομότυπα. Υπάρχουν αποδείξεις, συμβόλαια κτλ».
«Και πού μπορούμε να τα βρούμε αυτά; Θα θέλαμε οπωσδήποτε να τους ρίξουμε μια ματιά».
«Κάποια τα έχω εδώ, κάποια τα έχει ο λογιστής μου. Ωστόσο δεν μπορώ να σας δώσω τα πρωτότυπα. Είναι Παρασκευή βράδυ και…»
«Μπορείτε να μας φέρετε αυτά που έχετε και θα τα φωτογραφίσουμε επί τόπου», πετάχτηκε στη μέση ο Ιακώβου. «Κι αν δεν μπορέσουμε να πάρουμε τα υπόλοιπα από το λογιστή σας αύριο –μια και πολύ πιθανόν να μην εργάζεται- το κάνουμε τη Δευτέρα».
«Όπως καταλαβαίνετε ο χρόνος έχει μεγάλη σημασία για μας. Όσο πιο γρήγορα προχωρήσουμε τόσο πιο νωρίς…»
«Καταλαβαίνω».
Σηκώθηκε, χωρίς κόπο από την πολυθρόνα, και κατευθύνθηκε προς το διπλανό δωμάτιο – που πιθανόν χρησιμοποιούσε σα γραφείο. Ψηλή γυναίκα, ευθυτενής, δεν της φαίνονταν όπως καθόταν πριν. Επέστρεψε λίγα λεπτά αργότερα μ’ ένα χοντρό φάκελο τον οποίο παρέδωσε στον Ιακώβου. Εκείνος έβγαλε μια μικρή κάμερα υψηλής ευκρίνειας από την τσέπη του κι άρχισε να τα φωτογραφίζει αμέσως.
«Σας επισκεπτόταν συχνά ο γιος σας;» συνέχισε με τις ερωτήσεις εκείνη.
«Συνήθως τις Κυριακές ή τις γιορτές».
«Έφερνε φίλους μαζί του;»
«Ναι, αλλά όχι και πολύ συχνά. Κάποιοι απ’ αυτούς όμως ξόδευαν το σαββατοκύριακο εδώ. Είναι μεγάλο το σπίτι και υπάρχουν πολλά άδεια δωμάτια…»
«Αν σας δείξω κάποιες φωτογραφίες θα μπορούσατε να τους αναγνωρίσετε;»
«Δεν τους έδινα και μεγάλη σημασία για να πω την αλήθεια, αλλά αν τους είδα περισσότερες από δυο-τρεις φορές θα τους θυμάμαι. Ονόματα όμως μη με ρωτάτε. Και το δικό μου μετά βίας το θυμάμαι».
Η Ντίνα έβγαλε το κινητό της, βρήκε το αρχείο που έψαχνε, σηκώθηκε από τη θέση της και πλησίασε τη γυναίκα.
«Α, νόμιζα ότι θα μου έδειχνες κανονικές φωτογραφίες. Μια στιγμή να βρω τα γυαλιά μου».
«Στο τραπεζάκι, δίπλα σας», της υπέδειξε εκείνη, προτού καν αρχίσει να τα ψάχνει.
«Α! Για να δούμε τώρα. Αυτόν τον θυμάμαι πολύ καλά, κυρίως για τα ρούχα του. Χειμώνα-καλοκαίρι ντύνεται λες και είναι έτοιμος να πάει σε κάποιο γάμο. Κι αυτός κάτι μου θυμίζει. Τον είδα πολλές φορές. Πώς τον λένε; Μη μου πεις, θα τον θυμηθώ. Αστυνομικός είναι έτσι;»
«Ναι».
«Παναγιώτου;»
«Παναγίδης».
«Αυτός είναι. Την Κυριακή ήταν εδώ, μαζί με κάποιους άλλους. Έψησαν σούβλα το μεσημέρι και έπιναν μπίρες μέχρι να νυχτώσει. Αλλά μη με ρωτάτε τι συζητούσαν γιατί θα σας πω ψέματα. Ποτέ δε συμμετέχω σ’ αυτές τις συγκεντρώσεις. Μόνο με κάποιες φίλες απ’ το χωριό και δυο-τρεις συγγενείς έχω πάρε δώσε».
«Αναγνωρίζετε κάποιον από τους άλλους τρεις άντρες;»
«Κι αυτόν τον έχω δει. Είναι πάντα με τον καλοντυμένο. Τους άλλους δύο όχι. Είναι κι αυτοί οι αστυνομικοί;»
«Αυτός ναι. Μα δεν παρακολουθείτε τις ειδήσεις;»
«Όχι. Τις βαριέμαι. Όλο τα ίδια και τα ίδια λένε. Για το κυπριακό που ποτέ δε λύνεται και για τον καιρό που ποτέ δε μας ικανοποιεί. Μόνο σειρές βλέπω στην τηλεόραση. Εξάλλου όταν συμβεί κάτι σημαντικό όλο και από κάπου θα το μάθω…»
«Δεν ακούσατε για τη δολοφονία δύο αστυνομικών χθες και προχθές;»
«Ο Παναγίδης κι αυτός;»
«Ναι».
«Και ο γιος μου είναι ο τρίτος; Κάποιος σκοτώνει μπάτσους με τη σέσουλα; Αυτό μού λέτε;»
«Δυστυχώς».
«Και τώρα προσπαθείτε να ανακαλύψετε αν τους συνδέει κάτι, έτσι;»
«Ακριβώς».
Η κακόμοιρη η μάνα τα έχει χαμένα. Τα μάτια της δεν κοιτάνε πια, είναι στραμμένα προς τα μέσα. Ψάχνει κι αυτή τις απαντήσεις της.
«Τελείωσα», τη βγάζει απότομα από την περισυλλογή της ο Ιακώβου.
«Τελείωσες;»
«Με τα έγγραφα. Τα φωτογράφισα όλα. Σας ευχαριστώ…»
Αυθόρμητα και άχαρα του βγήκε η ευχαριστία. Σα να προσπαθούσε να προσαρμοστεί στο ρόλο που απαιτούσε η δουλειά του. Και τώρα νιώθει αμήχανα. Παίρνει τη σκυτάλη η πιο έμπειρη Ντίνα.
«Μήπως ξέρετε κατά πόσο ο γιος σας διατηρούσε κάποιο γραφείο ή δεν ξέρω τι – κάπου όπου θα μπορούσε να φυλάξει κάτι πολύτιμο».
«Εδώ πάντως όχι. Εκτός φυσικά και αν τα φυλάει στο υπόγειο. Δεν κατεβαίνω ποτέ εκεί εγώ».
«Θα μας επιτρέπατε να ρίξουμε μια γρήγορη ματιά;»
«Φυσικά. Κάντε τη δουλειά σας. Και δεν υπάρχει λόγος να βιάζεστε. Όπως θα αντιληφθήκατε ήδη έχω παρέα, ενώ δεν κοιμάμαι και πολύ στην ηλικία μου. Και πολύ το αμφιβάλλω αν θα κοιμηθώ καθόλου απόψε…»
«Αν παίρνατε κάτι…»
«Φάρμακα; Ποτέ. Ούτε καν ασπιρίνη».
«Όπως νομίζετε».
Σηκώθηκε. Ο Ιακώβου τη μιμήθηκε. Εκείνη χτύπησε ένα μικρό κουδούνι που είχε πρόχειρο δίπλα της και σχεδόν αμέσως εμφανίστηκε η υπηρέτριά της.
«Ναν, στο υπόγειο», τη διέταξε κοφτά, αλλά όχι απότομα. Ώστε Ναν την έλεγαν! Μάλλον συντομογραφία ονόματος ήταν. Εκείνη έκανε επαναστροφή και άρχισε ν’ απομακρύνεται. Την ακολούθησαν. Έφτασαν σε μια μεγάλη και μάλλον βαριά πόρτα. Η κοπέλα έβγαλε ένα κλειδί απ’ την τσέπη της και την άνοιξε. Πάτησε το διακόπτη που βρισκόταν στην κορυφή της σκάλας και άναψε το φως. Άρχισε να κατεβαίνει σιγά σιγά τα λιγοστά σκαλιά. Όταν έφτασε κάτω τους ρώτησε αν χρειάζονταν κάτι άλλο και όταν της απάντησαν αρνητικά, βιάστηκε να αποχωρήσει.
«Γιατί δεν της έκανες ερωτήσεις;»
«Επειδή δε θα ήξερε τι να μου απαντήσει. Μπορεί να μην το δείχνει αλλά είναι φοβισμένη. Κι ο φόβος της μπορεί να μεταφραστεί σαν ενοχή κι ας μην έφταιξε σε τίποτα. Εξάλλου είμαι σίγουρη ότι η κυρία Κακογιάννη θα την περιμένει πώς και πώς».
«Εσείς οι γυναίκες…»
«Εμείς οι γυναίκες τι, Ιακώβου;»
«Είστε τόσο έξυπνες».
Της χάρισε ένα σπάνιο ποντικίσιο χαμόγελο.
Άρχισαν να εξερευνούν το υπόγειο. Ήταν πιο μεγάλο απ’ το σπίτι της Ντίνας. Και τι δεν υπήρχε εκεί μέσα; Ένα φουσκωτό, ένα παλιό Μόρρις, από τα πρώτα μάλλον που έφτασαν στην Κύπρο, σκεπασμένο με ένα αχρείαστο αδιάβροχο μουσαμά, κλειδιά, εργαλεία, κλαδευτήρια, δεντροκοπτική μηχανή, μηχανή για το κούρεμα του γρασιδιού, μια παλιά χούβερ, απομεινάρι ενός μακρινού παρελθόντος και στο βάθος, πόρτα. Κατευθύνθηκαν προς τα εκεί. Περίμεναν ότι θα την έβρισκαν κλειδωμένη, αλλά όχι, δεν ήταν. Άνοιξαν και στάθηκαν στην είσοδο. Εκείνος ψαχούλεψε από μέσα τον τοίχο στα αριστερά, μέχρι που βρήκε το διακόπτη για το φως. Μπήκαν μέσα. Ο χώρος έμοιαζε με αποθήκη, αλλά δεν ήταν. Σχεδόν άδειος φιλοξενούσε μόνο δύο ξύλινες παλιές ντουλάπες κι ένα φοριαμό φτιαγμένο, ως συνήθως, από μέταλλο. Φόρεσαν τα γάντια τους και άνοιξαν τις ντουλάπες. Περιείχαν σκοροφαγωμένα παλιά ρούχα που μάλλον έπρεπε να πεταχτούν από καιρό. Ανασήκωσαν όσα ήταν στοιβαγμένα με την ελπίδα ν’ ανακαλύψουν κάτι από κάτω, αλλά τίποτα δεν προέκυψε. Έψαξαν στις τσέπες αυτών που κρέμονταν, αλλά και πάλι τζίφος.
«Άδικος κόπος», ψιθύρισε ο Ιακώβου, έκλεισε τη ντουλάπα που του αντιστοιχούσε και κατευθύνθηκε προς το φοριαμό. «Εδώ μέσα μάλιστα, κάτι θα μπορούσαμε να βρούμε».
«Ό,τι πει το αφεντικό», τον πείραξε η Ντίνα, που έτσι κι αλλιώς συμφωνούσε μαζί του. Εκείνος ο φοριαμός ήταν το μοναδικό νέο έπιπλο εκεί μέσα και μάλλον για κάποιο λόγο βρέθηκε εκεί. Το μόνο που ήταν κλειδωμένος.
«Θα μπορούσαμε να παραβιάσουμε την κλειδαριά», εισηγήθηκε εκείνος.
«Εκτός από geek είσαι και κλειδαράς;» τον ρώτησε ανασηκώνοντας το φρύδι.
«Όχι, δεν είμαι, αλλά αν χρησιμοποιούσαμε κάποιο από τα εργαλεία που είδαμε στο άλλο δωμάτιο θα μπορούσαμε…»
«Και θα αφήναμε ίχνη πίσω μας. Η σκόνη…»
«Η σκόνη τι;»
«Στην κορυφή της αριστερής πόρτας της ντουλάπας που έψαχνες, σ’ ένα σημείο απουσιάζει η σκόνη».
«Λες;»
Κανείς από τους δύο δεν ήταν αρκετά ψηλός ώστε να φτάσει εκεί πάνω ώστε ο Ιακώβου αναγκάστηκε να πάει στο διπλανό δωμάτιο και να φέρει ένα σκαμνάκι που εντόπισε σε μια γωνιά. Ανέβηκε πάνω κι άρχισε να ψαχουλεύει στην οροφή της ντουλάπας. Δεν άργησε να βρει αυτό που έψαχνε.
Κατέβηκε και έδωσε το κλειδί στην Ντίνα. Κι αυτή άνοιξε το φοριαμό. Ήταν γεμάτος φακέλους. Έδωσε λίγους στον συνέταιρό της και άρχισε να μελετά κάποιους άλλους. Πολλή πράμα. Το πρόσωπό της φωτίστηκε και σκοτείνιασε και φωτίστηκε ξανά.
«Βλέπεις αυτά που βλέπω;»
«Ναι, αν και δεν τα πολυκαταλαβαίνω. Είμαι παιδί ακόμα…»
«Δεν είναι ώρα για αστεία. Πρέπει να τους πάρουμε όλους μαζί μας. Είτε είναι σχετικοί, είτε άσχετοι. Και σε προειδοποιώ από τώρα: μην πεις κουβέντα σε κανένα γι’ αυτά που βρήκαμε γιατί…»
«Μην ανησυχείς, δε θα τα βγάλω στο wikileaks…»
Άθελά της χαμογέλασε, αλλά πήρε το σοβαρό της ύφος αμέσως ξανά.
«Θα ζητήσω την άδεια από την κυρία Κακογιάννη για να τα πάρουμε. Ωστόσο θα ήθελα να είχαμε μαζί μας κάποιο έγγραφο για να υπογράψει, ώστε η έρευνα να είναι απολύτως νομότυπη».
«Υπάρχει κάποιο τυποποιημένο ή μήπως πρέπει να συντάξεις κάτι εσύ η ίδια;»
«Υπάρχει έτοιμο, απλά δεν σκέφτηκα να πάρω ένα μαζί μου».
«Μην ανησυχείς θα το φροντίσω εγώ. Από τις πρώτες δουλειές που έκανα με το που προσελήφθηκα στο σώμα ήταν να ψηφιοποιήσω ένα σωρό έγγραφα. Σίγουρα θα το έχω στον υπολογιστή μου».
«Έχει κωδικό;»
«Σίγουρα, αλλά δεν τον θυμάμαι».
«Μην ανησυχείς θα το βρω. Πάω τώρα στο αμάξι να διευθετήσω το θέμα. Θα τυπώσω ένα αντίγραφο και…»
«Θα τυπώσεις;»
«Έχω πάντα μαζί μου ένα μικρό εκτυπωτή που λειτουργεί με UPS σε περίπτωση που τον χρειαστώ».
«Πήγαινε».
Τον ακολούθησε μέχρι την κορυφή της σκάλας και από κει πήρε τηλέφωνο τον Ιωάννου, αφού στο υπόγειο ήταν πολύ αδύνατο έως ανύπαρκτο το σήμα.
«Έχουμε νέα».
«Μπορείς να μιλήσεις;»
«Όχι».
«Στο γραφείο ή στο σπίτι».
«Καλύτερα στο σπίτι. Κι ελπίζω να περίσσεψε λίγο φαγητό γιατί λιμοκτονώ…»
«Κάνε εσύ τη δουλειά σου κι αναλαμβάνω εγώ. Να φέρω και την Χρυσοστόμου;»
«Εκεί είναι ακόμη; Βρε που έμπλεξε! Ναι, μάλλον θα μας είναι χρήσιμη…»
«Όβερ;»
«Όβερ».
Ο Ιακώβου έφερε φρεσκοτυπωμένο το έγγραφο, η οικοδέσποινα το υπέγραψε και με τη βοήθεια της Ναν μετέφεραν τα ευρήματά τους στο αμάξι. Η ώρα είχε πάει σχεδόν έντεκα.
«Και τώρα πού, αφεντικό;» τη ρώτησε εκείνος.
«Νυστάζεις;»
«Καθόλου».
«Πεινάς;»
«Πάντα».
«Έχεις όρεξη για δουλειά;»
«Όχι πάντα, αλλά απόψε κάνουμε παιχνίδι».
«Θα πάμε στο σπίτι του Ιωάννου. Μας περιμένει εκεί μαζί με την Χρυσοστόμου».
«Μάλιστα αφεντικό».
Ήθελε να γελάσει, αλλά απλά δεν το μπορούσε – τόσο κουρασμένη ήταν. Και τόσο σκεφτική. Τα περιεχόμενα των φακέλων που μετέφεραν την τάραξαν. Όταν έφταναν στα κατάλληλα χέρια θα έπεφταν πολλά κεφάλια. Κάποια απ’ αυτά θα έπεφταν απαλά, με τιμές και δόξες, και άλλα θα κατακρημνίζονταν με βία στην άβυσσο της δικαιοσύνης.
«Αχχχ», αναστέναξε άθελά της δυνατά, αλλά ο μικρός, από ένα προαίσθημα λες, δεν το σχολίασε. Συνέχισε να οδηγεί σιωπηλός μέχρι που έφτασαν στο ύψος του ΓΣΠ, προς το τέλος του αυτοκινητόδρομου που οδηγεί στη Λευκωσία, οπότε της ζήτησε οδηγίες για την κατεύθυνση που έπρεπε να πάρει. Του είπε να χαράξει πορεία προς τα αριστερά με κατεύθυνση τη Λακατάμια. Όταν έφτανε η ώρα θα τον οδηγούσε στροφή τη στροφή προς τον προορισμό τους.
Συνεχίζεται
Η εικόνα κλεμμένη από εδώ
Vilmos Kondor – Budapest Noir
-
Αγορά από το Book Depository
Υποθέτω ότι ο τίτλος τα λέει όλα: Εδώ όντως έχουμε ένα νουάρ από τη
Βουδαπέστη. Όχι ωστόσο ένα σύγχρονο νουάρ, αφού τα γεγονό...
Πριν από 2 ημέρες











