Παρασκευή, 8 Ιουλίου 2011

Στιλέτο - Κεφάλαιο 10

Τρεις το απόγευμα και είναι στην εκκλησία του Αποστόλου Βαρνάβα στη Δασούπολη. Την έχουν εικονογραφήσει τώρα. Την τελευταία φορά που ήταν εκεί, χρόνια πριν, έμοιαζε γυμνή,  ενώ τώρα κάπου θυμίζει καθεδρικό ή μάλλον καθολικό ναό. Κόσμος πολύς. Ο αρχηγός του τμήματος, ο αρχηγός του αρχηγού, ο αρμόδιος υπουργός, πολλοί αστυνομικοί, στελέχη του υπουργείου, τεθλιμμένοι και μη συγγενείς, γνωστοί και φίλοι του μακαρίτη, τα κανάλια. Επικεφαλής της τελετής ένας μητροπολίτης. Θα τον αποχαιρετήσουν με τιμές τελικά τον Κωνσταντίνου.
     Στέκεται πίσω από τα τελευταία στασίδια με την Ντίνα και ψάχνει να εντοπίσει ανάμεσα στο πλήθος την Χρυσοστόμου, αλλά δεν τα καταφέρνει. Ίσως να μην έχει έρθει ακόμη, αν και δεν του φάνηκε από εκείνα τα άτομα που φτάνουν κάπου αργοπορημένα.
     Έχουμε καλή θέα από δω, θέλει να της πει, αλλά δεν το κάνει, αφού δε θέλει έστω και για μια στιγμή να αποστρέψει το βλέμμα από τον κόσμο. Τι περιμένει να δει; Τον δολοφόνο; Αν ήταν να επιστρέψει στον τόπο του εγκλήματος θα τον συναντούσανε ήδη. Εκτός και αν τον έχουν συναντήσει και δεν το πήραν είδηση.
     Νιώθει κάποιον να τον ακουμπάει στον ώμο. Θέλοντας και μη στρέφει το βλέμμα. Ο Λευτέρης, ο Αργυρίου. Ντυμένος με στολή. Μοιάζει να παίρνει πολύ σοβαρά το ρόλο του τεθλιμμένου συνάδελφου.
     «Πού είναι το έτερό σου ήμισυ;» τον ρωτάει χαμηλόφωνα και κάπως ειρωνικά, αναφερόμενος φυσικά στον Κακογιάννη.
     «Ο Νίκος δε δουλεύει σήμερα. Τηλεφώνησε το πρωί ότι ήταν άρρωστος και δε θα ερχόταν. Μάλλον καμιά εποχιακή γρίπη…»
     «Νόμιζα ότι ήταν πολύ χοντρόπετσος για ν’ αρρωστήσει».
     «Τέτοια ώρα, τέτοια λόγια…»
     Η τελετή αρχίζει, αλλά εκείνος δεν την παρακολουθεί. Κοιτά τον κόσμο και τις κάμερες. Δυστυχώς είναι όλες στημένες σε μία γωνία και δε θα έχουν πολλά πλάνα. Αν μπορούσε… Μα, ποια στο διάολο είναι αυτή; Βλέπει μια ψηλή γυναίκα, ντυμένη στα μαύρα, με τα μαλλιά πιασμένα ψηλά σ’ ένα συντηρητικό κότσο, να περιφέρεται σιγά σιγά από το ένα μέρος στο άλλο και να κοιτάει διακριτικά μια τον ένα και μια τον άλλο. Κάτι του θυμίζει. Α, στην ευχή, η Χρυσοστόμου είναι! Αν δεν κοιτούσε προς το μέρος του δε θα μπορούσε να την αναγνωρίσει. Σπρώχνει ελαφρά με τον αγκώνα την Ντίνα, για να αποσπάσει την προσοχή της.
     «Την είδα», του ψιθυρίζει.
     Τι να κάνει άραγε; Τον τρώει η περιέργεια να μάθει, αν και πολύ το αμφιβάλλει ότι η συνάδελφός του θα ξέρει την απάντηση, γι’ αυτό και δεν τη ρωτά. Κάτι θα έβαλε στο μυαλό της η μικρή, σκέφτεται.
     Κόσμος πάει κι έρχεται και αφήνει στεφάνια μπροστά από το φέρετρο. Ακριβό του φαίνεται. Η χήρα δεν τσιγκουνεύτηκε τα έξοδα τώρα που ήρθε η ώρα να τον ξαποστείλει, ενώ και τα δάκρυα τα έχει πρόχειρα. Προτιμά να το παίζει τραγική παρά στωική. Και γιατί όχι; Αφού οι άνθρωποι συγκινούνται με το δράμα.
     Αρχίζει να βαριέται. Θέλει να βγει έξω για να κάνει ένα τσιγάρο, αλλά ύστερα θυμάται ότι το έκοψε εδώ και χρόνια κι αλλάζει γνώμη. Μαρτύριο του είναι οι τελετές. Όχι μόνο οι κηδείες, αλλά οι τελετές γενικά: γάμοι, βαφτίσεις, γιορτές κτλ.
     Επιτέλους κάποτε όλα τελειώνουν και μια πομπή από αυτοκίνητα ξεκινά με προορισμό το κοιμητήριο Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης στο Στρόβολο. Η κίνηση στην αρχή είναι αραιή, αλλά όσο πλησιάζουν προς το τέλος της λεωφόρου Αθαλάσσης, πυκνώνει. Η ζέστη έχει γίνει πια αποπνιχτική. Ιδρώνει πολύ, ξεφυσάει. Και η Ντίνα τον παρακολουθεί και προσπαθεί να μη γελάσει. Ελπίζει ότι τώρα πια θα το έχει μάθει το μάθημά του. Κούνια που την κούναγε. Καθώς διασχίζουν, σχεδόν σημειωτόν, τα στενά δρομάκια του Στροβόλου, ακούει το τηλέφωνό του να χτυπά. Το βγάζει με κάποια δυσκολία απ’ την τσέπη του παντελονιού και το δίνει στην Ντίνα.
     «Παρακαλώ…»
     «Τον Ιωάννου θέλω», της λέει μια μάλλον πανικόβλητη αντρική φωνή.
     «Δεν μπορεί να μιλήσει τώρα, οδηγεί».
     «Βάλε το μεγάφωνο στο τηλέφωνο».
     «Δεν έχει…»
     «Πώς δεν έχει; Αλλά, τι στο διάολο, άσε. Πες του ότι τον χρειαζόμαστε το συντομότερο δυνατόν…»
     «Ποιοι;»
     «Απ’ το τμήμα παίρνουμε. Ο Ανδρονίκου είμαι. Φάγανε τον Κακογιάννη…»
     «Τι;» Ρώτησε αντανακλαστικά. Αλλά αμέσως συνήλθε. «Φτάνουμε μόλις τώρα στο κοιμητήριο για την ταφή του Κωνσταντίνου. Ενημέρωσε τον μικρό, τον Ιακώβου, και πες του να στείλει τις λεπτομέρειες στο κινητό μου. Μόλις τελειώσουμε από δω θα φύγουμε αμέσως για τον τόπο του εγκλήματος. Όπου κι αν είναι αυτός…».
     Έκλεισε το τηλέφωνο και συνεχίζοντας να το κρατά στα χέρια της έμεινε για λίγο ακίνητη, κοιτώντας σταθερά μπροστά, αλλά προφανώς ανήμπορη να δει κάτι.
     «Τι έγινε;» Την έβγαλε από τη στιγμιαία περισυλλογή της η φωνή του.
     «Σκότωσαν τον Κακογιάννη…»
     Εκείνος δεν αντέδρασε στο άκουσμα της είδησης. Η αλήθεια είναι ότι το περίμενε ότι σύντομα θα είχαν νέο θύμα, απλά δεν ήξερε ποιο θα ήταν αυτό. Η υπόθεση γίνεται όλο και πιο περίπλοκη. Είναι σίγουρος ότι εκτέλεσαν κι αυτόν με τον ίδιο τρόπο που σκότωσαν τους άλλους οπότε, εκτός κι αν φανούνε τυχεροί, δε θα βρούνε κανένα στοιχείο στον τόπο του εγκλήματος. Ωστόσο αυτό το νέο έγκλημα επιβεβαιώνει κάποιες από τις υποψίες τους, ενώ λίγο ξεκαθαρίζει και το κίνητρο: εκδίκηση. Αλλά τους εκδικείται ποιος; Και γιατί; Το μυαλό του, παρά τη ζέστη, λειτουργεί με απόλυτη διαύγεια, ωστόσο οι νέες απαντήσεις δημιουργούν, ως συνήθως καινούρια ερωτήματα. Αν βρουν τι συνδέει αυτούς τους τρεις, τότε θ’ ανακαλύψουν και το δολοφόνο. Το θέμα όμως είναι ότι τώρα πρέπει ν’ αρχίσουν να αναζητούν νέους ύποπτους, αφού το νέο έγκλημα αποκλείει τους προηγούμενους, κι ας μην ήταν ακριβώς τέτοιοι. Νέο χαρτολόι τους περιμένει, νέοι πίνακες, νέες αϋπνίες.
     «Φτάσαμε…»
     Βυθισμένος καθώς ήταν στις σκέψεις του λίγο έλειψε να προσπεράσει το κοιμητήριο και να συνεχίσει να οδηγεί. Σταμάτησε σχεδόν απότομα στην άκρη του δρόμου, λίγο πριν την είσοδο. Κατέβηκαν αμίλητοι από το αμάξι, το οποίο άφησε ανοικτό και με τα κλειδιά στη μίζα. Σχεδόν όπως πάντα. Στην πύλη του νεκροταφείου είδαν τον αρχηγό να τους περιμένει.
     «Τα μάθατε;»
     «Μόλις τώρα…»
     «Δε θα ήτανε καλύτερα να πάτε κατευθείαν εκεί;»
     «Πού τον βρήκανε;»
     «Στην αυλή του σπιτιού του στον Άγιο Παύλο. Προς το παρόν δεν έχω άλλες λεπτομέρειες».
     «Ας αφήσουμε τα παιδιά της σήμανσης και τον ιατροδικαστή να πάνε πρώτα εκεί και να κάνουν τη δουλειά τους και μετά πάμε κι εμείς. Φτάνει να μη μετακινήσουν το πτώμα. Όπως τα άλλα δύο;»
     «Ακριβώς. Νομίζω ότι καλό θα ήταν να ενισχύσουμε την ομάδα με κάποιους έμπειρους ντετέκτιβ…»
     «Δεν εμπιστεύομαι κανένα. Εξάλλου με τους νέους έβγαλα σε μια μέρα περισσότερη δουλειά απ’ ό,τι θα έβγαζα μ’ εκείνους σ’ ένα μήνα…»
     Η Ντίνα ένιωσε το κινητό να δονείται στην τσέπη της.
     «Μήνυμα είναι. Από τον Ιακώβου. Τα στοιχεία και η διεύθυνση του Κακογιάννη. Περίληψη των γεγονότων και ο φάκελός του. Μέσα σε δέκα λεπτά…»
     «Βλέπεις τι εννοώ;»
     Ο αρχηγός έμεινε άφωνος. Έσκυψε καταφατικά το κεφάλι και περισσότερο χλωμός παρά ποτέ άρχισε να ακολουθεί το πλήθος προς το χώρο ταφής. Αυτοί τον ακολούθησαν σιγοψιθυρίζοντας. Όταν έφτασαν η Χρυσοστόμου ήταν ήδη εκεί και παρίστανε ότι δεν τους γνώριζε. Κρατούσε στα χέρια μια μικρή δερμάτινη τσάντα και περιφερόταν από δω κι από κει.
     «Αναρωτιέμαι τι κάνει αυτή…», είπε χαμηλόφωνα στην Ντίνα.
     «Μάλλον κάποιο σχέδιο έχει καταστρώσει στο μυαλό της. Απλά κοίτα την. Αν δεν την ήξερες θα καταλάβαινες ότι είναι αστυνομικός;»
     «Για να πω το κρίμα μου: όχι. Μάλλον με κάποια μακρινή συγγενή του μακαρίτη μοιάζει».
     Αφήνει την Ντίνα μόνη και αρχίζει να τριγυρνά στο κοιμητήριο παρατηρώντας τα μνήματα, παλιά και νέα. Στιγμιότυπα μιας αλλοτινής ζωής. Πάντα του άρεσαν τα κοιμητήρια, τον ηρεμούσαν. Πολλές φορές στο παρελθόν όταν ήθελε να σκεφτεί κάτι με την ησυχία του, να καθαρίσει το μυαλό του, επισκέπτονταν το μνήμα των γονιών του. Καθάριζε τα χόρτα, φύτευε νέα λουλούδια, άναβε το καντήλι και πού και πού κάθονταν και τους μιλούσε. Ποτέ δεν τους παραπονιόνταν όμως, αφού θεωρούσε τον εαυτό του τυχερό. Είχε την οικογένεια και το σπίτι του και μια δουλειά που αγαπούσε – τι άλλο να ζητήσει κανείς; Τους μιλούσε ωστόσο για τις υποθέσεις του. Κι εκείνοι, βουβοί ακροατές τον άκουγαν, και με τα φυσήματα λες του ανέμου του έδιναν τις απαντήσεις τους, του έδειχναν διαφορετικές κατευθύνσεις. Αλλά τα χρόνια πέρασαν, άλλαξαν οι καιροί και τη θέση των νεκρών πήραν τώρα πια για τα καλά οι ζωντανοί. Στην Ντίνα βρήκε την ιδανική συνέταιρο, στη Μαργαρίτα μια καλή ακροάτρια, η Γεωργία τον βοηθάει απλά με το να είναι εκεί, κι η Ελευθερία, με την παρουσία της και μόνο τον έχει μάθει να φυλάει τα νώτα του. Μισοχαμογελά και επιστρέφει προς το μέρος που είναι μαζεμένο το πλήθος.
     Ο μητροπολίτης λέει τα τελευταία λόγια, ακούγονται μικροί ψαλμοί, ο αρχηγός αναλαμβάνει να πει το στερνό αντίο. Του πλέκει, ως είθισται, το εγκώμιο και πολλοί σκύβουν το κεφάλι συμφωνώντας λες με τις τιμές που του αποδίδει. Έζησε σαν κάθαρμα, τον θάβουν σαν ήρωα, σκέφτεται ο Ιωάννου και θέλει να σηκωθεί να φύγει, αλλά δεν το κάνει. Όχι ακόμα. Αναζητά με το βλέμμα την Ντίνα και την Χρυσοστόμου. Ακροβολισμένες μοιάζουν στις δύο άκρες του πλήθους. Παρατηρούν και καταγράφουν μέσα τους. Η σκέψη του παραστρατεί. Α, ρε Ντίνα, σκέφτεται. Α, ρε Ντίνα. Την αγαπά τη μικρή και τη θαυμάζει κιόλας, για το κουράγιο και την επιμονή της. Ορφανή από μητέρα από μικρή, ουσιαστικά βρήκε μόνη το δρόμο της σ’ αυτό τον κόσμο, αφού ο πατέρας της όσο κι αν το προσπαθούσε δεν μπόρεσε ποτέ να αναπληρώσει τη θέση της μάνας. Έτσι μεγάλωσε μόνη, σπούδασε μόνη, ερωτεύτηκε, παντρεύτηκε, μα ποτέ δεν έζησε τις χαρές που της αναλογούσαν. Ο γάμος της δεν κράτησε πολύ -δε θέλει να μιλάει ποτέ γι’ αυτόν- όπως και όποιες άλλες σχέσεις επιχείρησε. Και τώρα είναι μόνη. Και ασχολείται μόνο με τη δουλειά. Ευτυχώς που τώρα τελευταία άρχισαν να γίνονται καλές φίλες με την Ελευθερία, αλλιώς δε θα ήξερε τι να κάνει για να τη βοηθήσει. Σαν άτυπο αφεντικό και φίλος της τα πήγαινε μια χαρά, αλλά οπωσδήποτε χρειαζόταν και άλλα άτομα στη ζωή της. Τέλος πάντων. Τα λόγια τελειώνουν και το χώμα και τα λουλούδια αρχίζουν να καλύπτουν τα λίγα μέτρα γης που αναλογούν στο νεκρό. Κάνει νόημα στην Ντίνα ότι ήρθε η ώρα να αποχωρήσουν: ό,τι ήτανε να δούνε εκεί το είδαν ήδη.
     «Στείλε μήνυμα στην Χρυσοστόμου να μείνει εδώ μέχρι το τέλος και μετά ν’ ακολουθήσει αυτούς που θα πάνε στο σπίτι της χήρας, αλλά να μη μπει μέσα. Απλά είμαι περίεργος να μάθω αν θα εμφανιστεί κάποιος ουρανοκατέβατος πέρα από τους στενούς συγγενείς και φίλους», της είπε μόλις απομακρύνθηκαν λίγο από τους υπόλοιπους. Υπάκουσε αμέσως. Προτού φτάσουν καν στο φούρνο μικροκυμάτων με τέσσερις τροχούς, που θα τους μετέφερε στο νέο τόπο του εγκλήματος ήρθε και η απάντηση.
     «Ό,τι πείτε. Κινηματογράφησα ολόκληρη τη νεκρώσιμη ακολουθία. Πιστεύω ότι έχω πλάνα με τα πρόσωπα όλων των θεατών».
     Χαμογέλασε όταν είδε το μήνυμα εκείνη και του το έδειξε.
     «Μα πώς…» πήγε να ρωτήσει, αλλά κατάλαβε. Μικροκάμερα, μάλλον μέσα στη τσάντα της. Γι’ αυτό την κρατούσε όπως την κρατούσε. «Βρε τους μπαγάσες. Αυτοί σε μια βδομάδα θα μας βγάλουν όλους άχρηστους. Αυτός ο Ιακώβου είναι…»
     «Γιατί αυτή πάει πίσω;»
     «Αν βγάλουμε άκρη μ’ αυτή την υπόθεση θα ζητήσω από τον αρχηγό να τους τοποθετήσει μόνιμα στην ομάδα μας. Σίγουρα αυτό δε θα αρέσει σε πολλούς, ειδικά αφού είναι νέοι, αλλά δε δίνω μία. Θέλω να δουλεύω με τους καλύτερους».
     Η Ντίνα συγκατανεύει αμίλητη. Μπαίνουν στο αμάξι. Τα καθίσματα καίνε, ενώ το τιμόνι μοιάζει να λιώνει από τις αχτίδες του καυτού ήλιου. Όταν πάνε να βάλουν τις ζώνες ασφαλείας νιώθουν τα δάχτυλά τους να τσουρουφλίζονται.
     «Κάνει ζέστη σήμερα», λέει αυτός κι εκείνη προσπαθεί να μη γελάσει. Παραπονέθηκε πρώτος, το παιχνίδι κερδήθηκε.
     «Αύριο με το Χόντα…»
     «Καλά».
     Βάζει μπρος. Σταματάνε για λίγο στα φανάρια και μετά πάνε ευθεία μπροστά. Προσπερνάνε το Απολλώνιο νοσοκομείο, το γήπεδο Λευκοθέα και το Μακάριο Στάδιο. Στο τέρμα του δρόμου στρίβουν δεξιά και συνεχίζουν ευθεία, προς τον κυκλικό κόμβο του Κολοκασίδη και μετά πάνε αριστερά. Στα επόμενα φανάρια στρίβουν και πάλι αριστερά και χαράζουν πορεία προς τον Ιππόδρομο. Εκεί κοντά είναι το σπίτι του Κακογιάννη.
     Δε δυσκολεύονται να το βρουν. Είναι και τα περιπολικά απέξω που τους κάνουν τη ζωή πιο εύκολη. Είναι και οι συνήθεις περίεργοι που την κάνουν πιο δύσκολη. Παραδόξως τα κανάλια δεν τους πρόλαβαν. Ήταν πολύ απασχολημένα με την κηδεία και με τις συνταρακτικές, όπως πάντα, εξελίξεις στο κυπριακό. Τριάντα εφτά χρόνια μετά την εισβολή κι οι εξελίξεις εξακολουθούν να τρέχουν. Καλά που δεν κουράζονται.
     Χαιρετούν τον νεαρό αστυνομικό που στέκεται φρουρός στην είσοδο κι εκείνος τους δείχνει προς τα πού να πάνε: στην πίσω μάλλον αυλή του σπιτιού. Ακολουθούν το βλέμμα του και φτάνουν σε μια γωνιά όπου είναι φυτεμένες κάποιες λεμονιές και μανταρινιές. Βλέπουν κάποιο να τους παρατηρεί από τη βεράντα του διπλανού σπιτιού. Μάλλον αυτός θα ήταν που εντόπισε το πτώμα.
     Πλησιάζουν τον Αντωνίου και τους ανθρώπους της σήμανσης που στέκονται από πάνω του.
     «Τι έχουμε;»
     «Ό,τι είχαμε πάντα, Πέτρο».
     «Ο ίδιος δολοφόνος;»
     «Μάλλον. Αλλά ίσως αυτός να πρόλαβε να δει ποιος του επιτέθηκε αφού το χτύπημα στο κεφάλι είναι στα πλάγια και όχι από πίσω, όπως στις άλλες περιπτώσεις. Ο αρχηγός;»
     «Θα προσπαθεί να συμμαζέψει τ’ ασυμμάζευτα με τα υπουργικά κουστούμια. Ώρα θανάτου;»
     «Αν λάβουμε υπόψη τη ζέστη, θα έλεγα γύρω στις δώδεκα με μια το μεσημέρι».
     «Τι ώρα λάβαμε την κλήση;»
     «Στις τρεις παρά δέκα».
     «Από τον γείτονα;»
     «Ναι, μόλις επέστρεψε από τη δουλειά τον είδε από το παράθυρο της κουζίνας και μας τηλεφώνησε».
     «Ήταν περίεργος αρκετά ώστε να έρθει να τον δει από κοντά;»
     «Γιατί δεν τον ρωτάς ο ίδιος;»
     «Αυτό θα κάνω».
     Ρίχνει μια ματιά στο κουφάρι που κάποτε φιλοξενούσε τη ζωή του Κακογιάννη. Γαλήνιο μοιάζει. Καταματωμένο, αλλά γαλήνιο. Το στιλέτο καρφωμένο στο στήθος με το σύνηθες σημείωμα και το κορμί του τοποθετημένο λες για μια πόζα. Τέλεια σκηνοθεσία. Παρατηρεί τα φύλλα και το χώμα. Πατημένα από τον ίδιο και τους άλλους αστυνομικούς, αλλά σίγουρα και το μακαρίτη. Αν υπήρχε κάποιο ίχνος από τα παπούτσια του θύτη, έχει πια χαθεί. Κοιτά προς το φράχτη που χωρίζει αυτό το σπίτι μ’ εκείνο του γείτονα. Φρέσκες πατημασιές δε φαίνονται πουθενά. Κατευθύνεται προς τα εκεί ακολουθημένος από την Ντίνα.
     «Χαίρεται. Μπορώ να σας κάνω μερικές ερωτήσεις;»
     «Φυσικά. Ό,τι θέλετε…»
     «Τι ώρα ακριβώς επιστρέψατε στο σπίτι σας;»
     «Γύρω στις τρεις παρά τέταρτο. Εκτός κι αν έχω κάτι άλλο να κάνω επιστρέφω πάντα την ίδια ώρα».
     «Και πού δουλεύετε;»
     «Στο υπουργείο υγείας».
     «Μάλιστα. Πώς ήταν οι σχέσεις σας με το θύμα;»
     «Καλές. Όχι εξαιρετικές, απλά καλές. Πού και πού με ενοχλούσε τα βράδια όταν είχε φίλους για φαγητό ή ποτό και το γλεντούσαν μέχρι το πρωί, αλλά εκτός από αυτό δεν είχαμε κάτι να χωρίσουμε».
     «Και με τους υπόλοιπους γείτονες;»
     «Δεν άκουσα κάποιον να τον κατηγορεί για κάτι, αλλά φυσικά δεν είμαι και μέσα στο μυαλό τους. Φαινομενικά τουλάχιστον δεν έμοιαζε να έχει πρόβλημα με κανένα. Εκτός…»
     «Εκτός;»
     «Τίποτα. Να, η κυρία Ελένη, που είναι αυτό που λέμε τ’ αυτί της γης, υποστήριζε τις προάλλες ότι ο Κακογιάννης είχε πάρε δώσε με περίεργους τύπους. Αλλά κανένας δεν την πίστεψε, αφού δεν έχει στ’ αλήθεια τι να κάνει, έτσι κάθεται όλη μέρα και πλάθει ιστορίες με τη φαντασία της…»
     «Πού μπορώ να τη βρω;»
     «Μένει δυο σπίτια πιο κάτω, στο είκοσι εφτά. Όπως θα βγείτε έξω στα δεξιά σας».
     Ακολουθώντας τις οδηγίες του άντρα βγήκαν στο δρόμο. Βρίσκονταν στην Πράσινη γραμμή. Στη μία και στην άλλη άκρη του δρόμου υπήρχαν δύο φυλάκια της Εθνικής Φρουράς και λίγο πιο κάτω ένα των Ηνωμένων Εθνών. Σίγουρα όλοι οι κάτοικοι εδώ γνώριζαν ο ένας τον άλλο, αφού δεν υπήρχαν καινούρια κτήρια. Εκτός κι αν κάποιος νοίκιαζε. Αλλά ακόμη κι έτσι, σίγουρα κάποιος θα είδε κάτι το ασυνήθιστο. Πολλές φορές ο εγκέφαλος χρειάζεται πολλή χρόνο για να επεξεργαστεί τις πληροφορίες. Ίσως με λίγη τύχη…
     «Ντίνα, πάρε τηλέφωνο τον Σωτηρίου και πες του να στείλει δυο ομάδες για να μιλήσουν με όλους τους κατοίκους του δρόμου, εκτός απ’ αυτούς που αναλάβαμε ήδη εμείς».
     Έφτασαν στο σπίτι της κυρίας Ελένης. Κτύπησαν την πόρτα. Και περίμεναν. Την ξανακτύπησαν. Και περίμεναν και πάλι. Πάνω που ετοιμάζονταν να το κάνουν για τρίτη φορά άκουσαν μια φωνή να φωνάζει από μέσα:
     «Καλά, καλά, έρχομαι».
     Τους άνοιξε μια γυναίκα γύρω στα εβδομήντα κάτι της. Λίγο καμπούρα, με φτενά άσπρα μαλλιά, ντυμένη με μια αλαφριά ρόμπα και φορώντας παντόφλες, πιο γερασμένες θα έλεγε κανείς κι από την ίδια.
     «Τι θέλετε;»
     Της έδειξαν τις ταυτότητές τους, της συστήθηκαν, εξήγησαν το λόγο της επίσκεψής τους.
     «Χα. Το περίμενα», ξεφώνισε σχεδόν χαρούμενη αυτή, και παραμέρισε για να περάσουν μέσα.
     Το σαλόνι της θύμιζε περασμένα μεγαλεία. Πολυέλαιος στο ταβάνι, σίγουρα πανάκριβος, αλλά τώρα αφημένος στη φθορά του χρόνου, παλιοί πίνακες στους τοίχους, ξύλινα έπιπλα απομεινάρια ενός μακρινού χθες, φωτογραφίες που θύμιζαν παλιά ασπρόμαυρη ταινία. Τους έβαλε να καθίσουν σ’ ένα καναπέ αντίκα και τους ρώτησε τι θα ήθελαν να πιουν. Και όχι, νερό δεν είχε.
     «Φτιάχνω φραπέ, αν θέλετε. Μού έφερε ένα μηχάνημα που το ανακατεύει η εγγονή μου. Έχω γίνει μάστορας…»
     «Μαύρο σκέτο», ο Ιωάννου. Δεν ήθελε άλλη ζάχαρη σήμερα.
     «Μαύρο με ένα κουταλάκι ζάχαρη», η Ντίνα.
     Κίνησε αμέσως να εκτελέσει την παραγγελία.
     «Ωραία η γιαγιά…», ψιθύρισε εκείνη.
     «Για να δούμε τι έχει να μας πει όμως. Ελπίζω να μην αρχίσει τις ιστορίες για τα παιδιά και τα εγγόνια της, γιατί θα νυχτωθούμε εδώ».
     Του άρεσε αυτό το σπίτι κι ας μύριζε λίγο εγκατάλειψη. Είναι φανερό ότι η ιδιοκτήτριά του έχει, ή τουλάχιστον είχε, χρήμα, αλλά είναι πολύ περήφανη ή πολύ πεισματάρα ώστε να ζητήσει βοήθεια για να το φροντίσει.
     Μετά από πέντε λεπτά την είδαν να καταφθάνει κουβαλώντας ένα δίσκο με τα φραπέ και τα απαραίτητα μπισκότα και κουλουράκια. Δεν έκανε να φιλέψει τους ξένους ανθρώπους μόνο με ένα καφέ. Τους σέρβιρε και κάθισε απέναντί τους, ρουφώντας γουλιά γουλιά μια παγωμένη λεμονάδα.
     «Λοιπόν;» Άνοιξε αντ’ αυτών την κουβέντα. «Τι θα θέλατε να μάθετε;»
     «Τι ξέρετε να μας πείτε;» αποφάσισε να πάρει την πρωτοβουλία η Ντίνα.
     «Ο Κακογιάννης, θεός μακαρίσει τον, ήτανε κακό σπυρί. Παρίστανε τον καθώς πρέπει, τον ευγενικό κτλ, αλλά εγώ κάποιους σαν κι αυτό τους μυρίζομαι από μακριά».
     «Κάποιους σαν κι αυτόν;»
     «Ήταν βρώμικος μπάτσος. Βάζω στοίχημα τη σύνταξή μου γι’ αυτό. Αν βλέπατε ποιοι τον επισκέπτονταν και τι περίεργες ώρες θα καταλαβαίνατε…»
     «Αν μπορούσατε να μας εξηγήσετε…»
     «Να σας εξηγήσω, γιατί να μη σας εξηγήσω. Έχω αϋπνίες ξέρετε, όπως όλοι οι γέροι, έτσι πολλές φορές μένω ξύπνια μέχρι πολύ αργά το βράδυ. Και τότε είναι που βλέπω να συμβαίνουν όλα αυτά τα περίεργα που σας λέω. Τις προάλλες ήταν εδώ ένας τυπάς με τον μπράβο του, τον οποίο χθες είδα στην τηλεόραση, εκεί που σκότωσαν τον άλλο αστυνομικό. Επίσης κάποιος του έφερνε κάθε τόσο γυναίκες και έφευγε. Ερχόταν κι ένας αστυνομικός συχνά. Πώς τον έλεγαν; Αχ, μου διαφεύγει. Τέλος πάντων, εκείνος ήταν ο πιο συχνός επισκέπτης του, αλλά… Πώς τον έλεγαν; Είμαι σίγουρη ότι έχω ακούσει το όνομά του…»
     «Αν σας δείχναμε μια φωτογραφία του θα τον αναγνωρίζατε;»
     «Ναι. Τα πρόσωπα τα θυμάμαι, τα ονόματα ξεχνάω».
     «Μια στιγμή να πάρω ένα τηλέφωνο».
     Σηκώθηκε από τον καναπέ κι απομακρύνθηκε για λίγο από τον Ιωάννου και την πρόθυμη μάρτυρά τους.
     «Είναι ξύπνιο το κορίτσι…»
     «Λες να μην το ξέρω;»
     «Ευτυχώς που άρχισαν να δέχονται γυναίκες στην αστυνομία. Αυτές θα σας καθαρίσουν τον στάβλο…»
     Άθελά του γέλασε. Δίκιο είχε, αλλά δε θα της το έλεγε. Η Ντίνα επέστρεψε στη θέση της και μια στιγμή αργότερα έλαβε ένα μήνυμα στο -πιο έξυπνο από εμένα, όπως έλεγε- κινητό της. Άνοιξε το αρχείο και άρχισε να δείχνει κάποιες φωτογραφίες στην κυρία Ελένη. Εκείνη δεν αναγνώριζε κανένα και όλο έλεγε πάρα κάτω, μέχρι που κάποια στιγμή έσφιξε το χέρι της κοπέλας και τη διέταξε σχεδόν να πάει ένα πλάνο πιο πίσω.
     «Αυτό τον τύπο τον ξέρω. Είναι αυτός που σας είπα ότι είχε έρθει εδώ με τον μπράβο του».
     Οι δύο συνεργάτες αντάλλαξαν μια όλο νόημα ματιά. Ο Πιγκουΐνος!
     «Θυμάστε πότε ακριβώς τον είδατε; Είχε έρθει εδώ ξανά; Εκτός από τον μπράβο ήταν κάποιος άλλος μαζί του;»
     «Μόνο μια φορά τον είδα. Δε στήνω καρτέρι κιόλας. Απλά ο κόσμος περνά κι εγώ παρατηρώ. Αν τον έβλεπα ξανά θα τον θυμόμουνα. Εξάλλου ήταν ο μπράβος που τράβηξε περισσότερο την προσοχή μου. Μού φάνηκε πολύ παράξενο το ότι ήταν εδώ. Πότε τον είδα; Για να θυμηθώ…» Σκέφτεται. Αποφασίζει. Αλλάζει γνώμη. Ξανασκέφτεται. «Μια στιγμή», τους λέει και σηκώνεται χωρίς ιδιαίτερο κόπο απ’ την πολυθρόνα της. Εκείνοι παίρνουν την ευκαιρία για ν’ απολαύσουν μια τονωτική ένεση καφεΐνης. Τη βλέπουν να επιστρέφει, κουβαλώντας μαζί της ένα τηλεοπτικό ένθετο εφημερίδας. Το ανοίγει και αρχίζει να το φυλλομετράει. Της χαμογελούν ενθαρρυντικά. Σταματάει.
     «Την Τρίτη», αποφαίνεται με σιγουριά. «Παρακολουθούσα, θυμάμαι, την αγαπημένη εκπομπή. Ξέρετε, αυτή με τους μάγειρες…»
     «Ξέρουμε. Ξέρουμε», της απαντάει εκείνη, κι ας μην έχει ιδέα κανείς απ’ τους δυο τους σε ποια εκπομπή αναφέρεται. Έτσι κι αλλιώς μπορούν πολύ εύκολα να μάθουν. Σηκώνονται. Η Ντίνα σημειώνει τον αριθμό του τηλεφώνου της σ’ ένα χαρτάκι και της το δίνει. «Αν θυμηθείτε κάτι άλλο μη διστάσετε να μου τηλεφωνήσετε, ό,τι ώρα κι αν είναι».
     «Μην ανησυχείς κόρη μου, θα σου τηλεφωνήσω. Κι αν θες τη συμβουλή μου, βάλε τον αυτόν εδώ να κάνει δίαιτα γιατί δεν τον βλέπω καλά…»
     Γέλασε ο Ιωάννου. Τελικά πολύ του άρεσε η κυρία Ελένη. Θα ήθελε να καθίσουν για λίγο ακόμη εκεί, μαζί της, αλλά ο χρόνος δεν τους παίρνει. Τους ξεπροβοδίζει στην πόρτα λέγοντας:
     «Στο καλό να πάτε και να προσέχετε».
     «Θα πάρω τον αρχηγό αμέσως», λέει η Ντίνα καθώς κατευθύνονται και πάλι προς το σπίτι του θύματος. «Τουλάχιστον έχουμε και πάλι έναν ύποπτο. Αυτό που με ανησυχεί είναι που τον βρίσκουμε και πάλι μπροστά μας. Λες να ήταν ο Κακογιάννης αυτός που τον ειδοποίησε…»
     «Δεν ξέρω. Και δεν ξέρω τι να πιστέψω πια. Πρέπει να βγάλουμε ένα ένταλμα…»
     Δεν πρόλαβε να τελειώσει την πρότασή του.
     «Ναι, αρχηγέ, έχουμε νέα». Του είπε τι έμαθαν από τη γειτόνισσα. Έκλεισε.
     «Έλεγα ότι πρέπει να βγάλουμε ένα ένταλμα…»
     «Για να ερευνήσουμε το γραφείο του Πιγκουΐνου. Αλλά χλωμό το βλέπω. Λες να μας το δώσουν;»
     «Δε θα έβαζα στοίχημα τη σύνταξή μου γι’ αυτό», απάντησε αναθυμούμενος την έκφραση της καλής γριάς, «αλλά ας κάνουμε μία προσπάθεια. Αναρωτιέμαι αν ο λεβέντης μας έχει σύνδεση στο διαδίκτυο…»
     Μέχρι να πει τη λέξη, η Ντίνα έκανε ήδη την πράξη.
     «Έλα, Ιακώβου. Θέλω να ελέγξεις αν υπάρχει σύνδεση στο ίντερνετ γι’ αυτό τον αριθμό». Του τον έδωσε. «Και μην κάνεις κάτι περισσότερο απ’ αυτό που σου λέω. Για την ώρα τουλάχιστον. Με την ευκαιρία…»
     «Σκαλίζω ήδη το φάκελο και τα τηλεφωνικά αρχεία του Κακογιάννη. Προς το παρόν τα ηλεκτρονικά στοιχεία συμφωνούν με τα έντυπα. Αν βρω κάτι θα σας ενημερώσω». Της έκλεισε το τηλέφωνο κατάμουτρα.
     «Αυτός είναι χειρότερος κι από σένα».
     «Να κάτι που δεν περίμενα ν’ ακούσω ποτέ…»
     Ο Αντωνίου είχε ήδη αναχωρήσει με το πτώμα για το νεκροτομείο, ενώ τα κανάλια που κατέφθασαν άρχισαν να παίρνουν πλάνα από το σπίτι. Μια κάμερα ήταν ακροβολισμένη στη γωνιά του δρόμου, έπαιρνε πλάνα απ’ αυτούς που παίρναν πλάνα, για να παραπλανήσουν μετά το κοινό, παρα(πλανο)πληροφορώντας το.
     Μπήκαν στην αυλή κι από την πίσω πόρτα, αυτήν της κουζίνας, στο σπίτι. Η πρώτη εικόνα που αντίκρισαν δεν τους εξέπλεξε. Κλασικά κυπριακή. Ένα λευκό ορθογώνιο τραπέζι, τέσσερις καρέκλες φτιαγμένες από σίδερο και ξύλο, κι ένας μεγάλος καναπές αραδιασμένος μπροστά από μια σχεδόν το ίδιο μεγάλη τηλεόραση. Των πενήντα ιντσών ίσως.
     «Βρε τον Κακογιάννη».
     «Τι περίμενες δηλαδή; Δεν είναι όλοι σαν και σένα, που αν δε χαλούσε και δε φτιαχνόταν με τίποτα η τηλεόρασή σου, θα ήσουν ακόμη με την ασπρόμαυρη…»
     «Τι χρειάζεται το χρώμα στις ειδήσεις;»
     Η αλήθεια είναι ότι του άρεσαν οι έγχρωμες τηλεοράσεις. Και όσο πιο έντονα είναι τα χρώματά τους τόσο το καλύτερο. Οι εικόνες ζωντάνευαν λες μπροστά στα μάτια του όταν παρακολουθούσε κάποια ντοκιμαντέρ για τα ζώα και τη φύση. Προχώρησαν στο σαλόνι. Μοντέρνο κι αυτό. Με μάλλον πολυτελή φωτιστικά στο ταβάνι, μια μεγάλη τραπεζαρία, ακριβά ποτά αραδιασμένα σ’ ένα έπιπλο, δυο καναπέδες δερμάτινοι, ο ένας μεγάλος κι ο άλλος λίγο πιο μικρός, και δυο πολυθρόνες άνετες, αλλά προφανώς όχι πολυχρησιμοποιημένες, και η αναγκαία και πάλι επίπεδης οθόνης τηλεόραση. Στους τοίχους μόνο δικές του φωτογραφίες: από τότε που ήταν μικρό παιδί, μετά μαθητής στις διάφορες τάξεις στου σχολείου, ντυμένος με τη στολή του στην τελετή της αποφοίτησης από την αστυνομική ακαδημία. Καταχωνιασμένη σε μια γωνιά βρήκαν μια παλιά φωτογραφία που απεικονίζει ένα ζευγάρι, μάλλον τους γονείς του. Φόρεσαν τα γάντια τους, άνοιξαν τα συρτάρια του επίπλου και άρχισαν να ψάχνουν τα περιεχόμενά του, προσπαθώντας την ίδια ώρα να μην είναι μες στα πόδια των ανθρώπων της σήμανσης. Δεν βρήκαν τίποτα το ιδιαίτερο. Περισσότερες φωτογραφίες, αποδείξεις, διαφημιστικά φυλλάδια.
     «Ιωάννου», κάποιος τον φώναξε από ένα από τα δωμάτια. Κατευθύνθηκε προς τα εκεί με την Ντίνα να τον ακολουθεί κατά πόδας. Βρήκαν κάποιον να στέκεται μπροστά από ένα ανοιχτό χαρτοφύλακα, τοποθετημένο πάνω σ’ ένα διπλό κρεβάτι.
     «Τι έχουμε εδώ;»
     «Αν δεν το δεις δε θα το πιστέψεις. Εξάλλου δε θέλω ν’ αναλάβω εγώ την ευθύνη για τη μεταφορά…»
     Πλησίασε. Έριξε μια ματιά μέσα στο χαρτοφύλακα και για μια στιγμή έμεινε άφωνος. Η Ντίνα απ’ την άλλη όχι.
     «Όπα, όπα, μάνα μου», αναφώνησε. Μάλλον πρώτη φορά στη ζωή της είδε τόσο χρήμα μαζεμένο. Χαρτονομίσματα των εκατό, των διακοσίων και πεντακοσίων ευρώ, συμμαζεμένα σε δεσμίδες της τραπέζας.
     «Κλείσε τον χαρτοφύλακα και σφράγισέ τον με την κίτρινη κορδέλα που χρησιμοποιούμε στους τόπους του εγκλήματος και μετά δώσε μου τον».
     Ο άντρας, εμφανώς ανακουφισμένος, υπάκουσε. Ο Ιωάννου με που τον πήρε στα χέρια ζήτησε από την Ντίνα να του δώσει ένα ζευγάρι χειροπέδες. Μ’ αυτές έδεσε τον χαρτοφύλακα με τον καρπό του αριστερού του χεριού, όπως του είπαν ότι γίνεται στις ταινίες.
     «Θα έρθεις μαζί μου», διέταξε τον άντρα. «Η ισχύς εν τη ενώσει. Μπορείς να οδηγήσεις κανονικό αμάξι ή είσαι απ’ αυτούς που ξέρουν μόνο από αυτόματα;»
     «Δεν υπάρχει λόγος να τον τιμωρήσεις…» πετάχτηκε στη μέση, χαμογελώντας ειρωνικά η Ντίνα.
     «Εσένα θα τιμωρήσω. Σε θέλω να μείνεις εδώ και να συνεχίσεις να ψάχνεις με τα παιδιά. Όχι μόνο το σπίτι, αλλά και το γκαράζ και την αυλή. Δεν έχουμε την πολυτέλεια ν’ αφήσουμε να μας ξεφύγει κάτι. Μπορείς να έρθεις αργότερα μ’ ένα περιπολικό».
     «Μάλιστα αφεντικό».
     Έτσι κι αλλιώς προτιμούσε να μείνει εκεί. Της άρεσε να ψάχνει, να κάνει συνειρμούς, ν’ ανακαλύπτει. Όχι πώς ήταν κι άσχημη στη δουλειά του γραφείου, αλλά στο πεδίο μάχης, όπως το ονόμαζε, βρισκόταν στο στοιχείο της.

Συνεχίζεται

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2011

Σ’ ένα ανώνυμο κορίτσι

Πώς σε λένε - Σοφία, Αισέ, Μαρία, Τζούλια ή Κατερίνα - δεν ξέρω.
Αλλά ξέρω ότι σε είδα, πως σε άκουσα.
Σε είδα στους δρόμους της Τύνιδας να ζητάς δημοκρατία
Στις πλατείες του Καΐρου ελευθερία να ψάχνεις.
Άκουσα τη φωνή σου να μου φωνάζει: ξύπνα!
Απ’ της Συρίας τ’ αυτοκρατορικά ερείπια
Απ’ του Ιράν τα θεοκρατικά μπουντρούμια.
Σε είδα να ματώνεις στις πετρελαιοπηγές της Αφρικής
Και στης Νοτίου Αμερικής τα ορυχεία
Να πεθαίνεις στου μεταξιού τους δρόμους
Και ν’ ανασταίνεσαι ξανά και να λες: Αρκετά!
Αρκετά, κραύγασες, Αρκετά!
Και σήκωσες ψηλά το αδύναμο λάβαρό σου,
Αυτό του ονείρου και της σύγχρονης ευρωπαϊκής απελπισίας.
Οπλίστηκες με τα νιάτα σου, μ’ ένα χαμόγελο,
με δυο αγκαλιές και τρεις φίλους καλούς,
με μια γειτονιά, όλο τον κόσμο σου,
Και κίνησες να τα πεις ένα χεράκι στης πολιτικής τα όρνια.
Μα η φωνή σου ήταν αδύναμη.
Δεν μπορούσε ν’ ακουστεί πάνω απ’ τις κόρνες των αυτοκινήτων,
Και τις ατελείωτες τσιρίδες των τηλεπαρουσιαστών,
Η παρουσία σου πολύ μικρή, πολύ ασήμαντη,
Για να τραβήξει πάνω της τα βλέμματα των περαστικών.
Αλλά εσύ δεν τα παράτησες: Θα μείνω εδώ, είπες.
Κι έμεινες εδώ. Εκεί.
Εκεί, στη μέση του δρόμου της πόλης – μιας πόλης.
Εκεί σε συνάντησαν τα Ματ:
Στην Αθήνα και στη Λισαβόνα, στο Λονδίνο και στο Δουβλίνο,
Στη Σαλονίκη και στη Βαρκελώνη.
Κι εκεί σε χτύπησαν. Εκεί σε μάτωσαν.
Το αίμα και τα δάκρυά σου έκαναν το γύρο του κόσμου.
Κάποιοι τα είδαν και σε συμπόνεσαν, άλλοι ταράχτηκαν,
Και κάποιοι, οι περισσότεροι, απλά απέστρεψαν το βλέμμα και σε ξέχασαν.
Είτε έτσι, όμως, είτε αλλιώς, εσύ πέτυχες το στόχο σου,
Έβαλες ένα λιθαράκι στο ναό της νέας ελπίδας.
Και μάς έδειξες ένα δρόμο αλλιώτικο,
Παλιό και καινούριο,
Κοινό και μοναδικό.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ