Προτού προλάβει να φτάσει στην πόρτα του γραφείου του νιώθει και ακούει το κινητό του να χτυπάει. Το βγάζει με μια γκριμάτσα δυσφορίας απ’ την τσέπη. Ο Χριστάκης.
«Όνειρο μ’ έβλεπες ρε;»
«Δεν κοιμήθηκα».
«Ε, καλά, αυτό δεν ήθελα και παπά να μου το πει. Μίλα…»
«Από κοντά. Μπορείς να περάσεις τώρα απ’ το γραφείο σου;»
«Στο γραφείο μου είμαι τώρα… Α, καλά, κατάλαβα. Σε πέντε λεπτά θα είμαι εκεί».
Σκεφτόταν να την αράξει για λίγο και να πάρει έναν υπνάκο, αλλά δε βαριέσαι. Έτσι κι αλλιώς προτιμά τον κυπριακό καφέ απ’ το φραπέ. Αφήνει το ποτήρι σ’ ένα τραπέζι, ρίχνει μια ματιά στην Ντίνα που ακόμη κοιμάται μέσα στο γραφείο του και κινάει για το καφενεδάκι. Όταν φτάνει ο κυπριακός του είναι ήδη εκεί και τον περιμένει. Κάθεται απέναντι από τον Χριστάκη, που κρύβει τα μάτια του πίσω από μαύρα γυαλιά. Τίποτα το ασυνήθιστο. Οι πρώτοι πρωινοί θαμώνες είναι ήδη εκεί και επιλύουν τα διάφορα προβλήματα της κυπριακής κοινωνίας. Πού και πού νιώθει κάποια μάτια να τον καρφώνουν στην πλάτη. Τον ξέρουν όλοι, γι’ αυτό και κανείς τους δε θα σκεφτόταν ποτέ να τον ρωτήσει κάτι για την υπόθεση. Όταν και αν βγάλει άκρη θα τους πει τα πάντα, ή ό,τι τέλος πάντων μπορεί να τους πει.
«Άρχισαν τα όργανα», παίρνει το λόγο εκείνος.
«Οι της πρόληψης;»
«Ποιοι άλλοι;»
«Τι έκαναν;»
«Τίποτα το ασυνήθιστο, αλλά από την άλλη και τίποτα το συνηθισμένο. Τους ξέρεις πώς είναι. Κάποιος τους κάρφωσε την ιδέα στο κεφάλι ότι εμείς φταίμε για τους φόνους και τώρα προσπαθούν όλοι να το παίξουν ντετέκτιβ. Ψες μου κατέβηκαν τέσσερις και άρχισαν να κάνουν ερωτήσεις, να φωνάζουν κτλ και μου άδειασαν το μαγαζί. Το ξέρω ότι εκεί μέσα πάει κάθε καρυδιάς καρύδι, αλλά…»
«Τους έδωσαν μακρύ σκοινί, το ξέρω, αλλά δεν μπορώ να κάνω τίποτα γι’ αυτό τουλάχιστον όχι ακόμη. Πήγαν και σε άλλους;»
«Στους συνήθεις ύποπτους, αλλά όχι και στον συνήθη ύποπτο. Μου θύμιζαν την εποχή που έρχονταν και μας έκοβαν προληπτικά πρόστιμα για το κάπνισμα, προτού καν πατήσει πελάτης στο μαγαζί…»
«Και δεν μπορούσατε να τους πάτε κόντρα για να μη στοχοποιηθείτε. Ιστορία παλιά. Άκουσες τίποτα για την υπόθεση;»
«Τίποτα περισσότερο απ’ ό,τι σου είπα ήδη. Πάντως τουλάχιστον δύο απ’ αυτούς είχαν…»
«Ξέρω».
Η μονολεκτική απάντηση μετέδωσε άμεσα το μήνυμά της. Το νερό μπήκε στο αυλάκι και εδώ γύρω υπάρχουν πολλά αυτιά.
«Πότε λες να ξεμπερδέψεις;»
«Μακάρι να ’ξερα. Τι σκέφτεσαι;»
«Ψάρεμα».
Ψάρεμα. Συνήθιζαν να πηγαίνουν παλιά, στον Πωμό. Ξεκινούσαν δυο-τρεις ώρες πριν να ξημερώσει από τη Λευκωσία και πήγαιναν και άραζαν στα βράχια πίνοντας φραπέ σε πλαστικά ποτήρια και περιμένοντας την ανατολή του ήλιου και τα πρώτα ψάρια. Τον ηρεμούσε το ψάρεμα. Τον βοηθούσε να σκεφτεί. Κι ο παλιός του φίλος, ξέροντάς τον πολύ καλά πάντα τέτοιες ώρες δεν του μιλούσε. Τον άφηνε στον κόσμο του και παρέμενε κι εκείνος στον δικό του. Το τηλέφωνό του χτυπάει και πάλι. Κοιτάει τον αριθμό. Είναι από το τμήμα. Τουλάχιστον πρόλαβε να πιει τον καφέ του.
«Ιωάννου».
«Ντίνα. Ήρθαν και με ξύπνησαν…»
«Και τι θες να κάνω εγώ τώρα, γραπτή αναφορά;»
Άκουσε το γέλιο της, το αγουροξυπνημένο, στ’ ακουστικό.
«Οδηγίες…»
«Ξέρεις τι να κάνεις. Δε νομίζω να προέκυψε κάτι το συνταρακτικό στα λίγα λεπτά που λείπω. Πες στη Χρυσοστόμου να κάνει μια αποδελτίωση του τύπου και στον Ιακώβου ν’ αρχίσει με την ψηφιοποίηση των… Ξέρεις ποιων. Σε λίγο θα είμαι εκεί». Το έκλεισε.
«Μπελάδες;»
«Δε θα το έλεγα. Πήρα δυο μικρούς στην ομάδα…»
«Πάλι εχθρούς θα δημιουργήσεις».
«Δε με νοιάζει. Προτιμώ να έχω ικανούς συνεργάτες. Αν δεν τους αρέσει ο τρόπος που δουλεύω…»
«Καλά. Καλά. Έφυγα…»
Άφησε κάποια ψιλά στο τραπέζι και σηκώθηκε. Ο Ιωάννου τον μιμήθηκε.
«Θα είναι μεγάλη η μέρα σήμερα».
«Δεν έχεις ιδέα πόσο μεγάλη, Χριστάκη».
Το γραφείο του μοιάζει βυθισμένο στο χάος. Φάκελοι εκεί, κιβώτια εδώ, μια τηλεόραση αναμμένη στη γωνία, φωτογραφίες σπαρμένες παντού, πίνακες, φορητοί υπολογιστές, εκτυπωτές, σαρωτές, καφέδες να ισορροπούν επικίνδυνα σε διάφορες γωνίες.
«Κοτέτσι μου το καταντήσατε το σπιτικό», τους λέει απ’ την πόρτα, προτού μπει μέσα και την κλείσει από πίσω του. Σηκώνουν το βλέμμα, του ρίχνουν μια μάλλον βιαστική απορημένη ματιά και συνεχίζουν με τις δουλειές τους. Μάλλον η Ντίνα τους δασκάλεψε. Πάντως μπράβο τους, σκέφτεται, ήρθαν στη δουλειά δυο ώρες νωρίτερα, απ’ ό,τι τους είχα πει. Πάει και κάθεται στην καρέκλα πίσω από το γραφείο του, η οποία παραδόξως παραμένει άδεια. Αρχίζει να τους παρατηρεί ένα ένα. Μ’ εξαίρεση την καλή του συνεργάτιδα, που έριξε ένα υπνάκο εκεί, κανείς άλλος δε μοιάζει να έχει κοιμηθεί. Ξέρει πολύ καλά τα γιατί: η υπερένταση της προηγούμενης μέρας, οι εξελίξεις και οι αποκαλύψεις, οι σκέψεις για την υπόθεση, η αδρεναλίνη που ήταν στα ύψη, των κυνηγών η έξαψη.
«Ο αρχηγός;» Η Ντίνα τον ρωτά χωρίς να τον κοιτάει.
«Τον ενημέρωσα. Έχουμε την έγκρισή του για όλα. Νομίζεις ότι θα χρειαστούμε βοήθεια. Εννοώ, με όλα αυτά που έχουν στοιβαχτεί και την ανικανότητά μου…»
«Είναι όλα υπό έλεγχο, γέρο!» Γέρο. Έτσι τον αποκαλούσε όταν είχε κέφια. Καλό αυτό. «Κάτσε εκεί και κάνε αυτό που κάνεις καλύτερα: σκέψου. Κι αν μας χρειαστείς για κάτι μας το λες. Έχουμε κάνει καταμερισμό των εργασιών, αλλά δεν ακολουθούμε πιστά τις οδηγίες σου…»
«Γιατί πότε το έκανες;»
Κοιτάει το ρολόι του: οκτώ και τέταρτο σχεδόν. Σίγουρα θα έχει ξυπνήσει αφού οι εφημερίδες στην Κύπρο είναι όλες πρωινές. Ανοίγει το καρνέ του και ψάχνει το τηλέφωνο του γνωστού του δημοσιογράφου.
«Μα τι κάνει;» ρωτάει ο Ιακώβου ψιθυριστά την Ντίνα.
«Ψάχνω ένα τηλέφωνο. Έχεις κανένα πρόβλημα…» του απαντάει εκείνος, προκαλώντας του την έκπληξη.
«Ξέχασα να σας πω ότι παρά την ηλικία του ακούει πολύ καλά», λέει η Ντίνα, ενώ ο Ιακώβου που αμέσως συνέρχεται προθυμοποιείται να βοηθήσει.
«Αν μου πείτε το όνομα…», έχει ήδη ανοικτό το κινητό-υπολογιστή και περιμένει, «θα μπορούσα να σας βρω τον αριθμό σε…»
«Καλύτερα όχι».
Επιστρέφει στο καρνέ του. Βρίσκει τον αριθμό. Τον πληκτρολογεί. Ακούει το τηλέφωνο να χτυπάει. Και να χτυπάει. Επιτέλους κάποιος το απαντά.
«Ο Ιωάννου είμαι…»
«Με έβγαλες από το ντους…» Κάτι άλλο ήθελε να πει, αλλά του κόπηκε η φορά. Ο Ιωάννου; Για να τον πάρει ο ίδιος τηλέφωνο μάλλον κάτι σημαντικό θα συμβαίνει. «Τι παίζει;» τον ρωτά τώρα, με ανυπομονησία.
«Όχι από το τηλέφωνο. Πότε μπορείς να συναντηθούμε;»
«Και τώρα ακόμη. Μόλις τελειώσω το ντους μου θα μπορούσα να έρθω…»
«Όχι δημόσια».
«Θα μπορούσες να έρθεις στο σπίτι μου».
«Διεύθυνση».
Του την έδωσε και έκλεισαν ραντεβού για τις εννιά.
«Ντίνα, χρειάζομαι ένα αντίγραφο της περίληψης των φακέλων που κρατούσε ο Κακογιάννης, το ίδιο μ’ αυτό που δώσαμε στον αρχηγό».
«Το αναλαμβάνω εγώ», πετάχτηκε στη μέση ο πάντα πρόθυμος Ιακώβου, υπό τα συγκαταβατικά χαμόγελα των συναδέλφων του. Σα να δουλεύω με τρεις γυναίκες, σκέφτεται εκείνος και χαμογελά. Είναι κι αυτός μούλτι… μούλτι… Πώς διάολο το λένε τώρα αυτό στα σύγχρονα κυπριακά; Του το είπε τις προάλλες η Μαργαρίτα όταν της ανέφερε πόσα πράγματα μπορεί να κάνει ταυτόχρονα η Ντίνα. Τέλος πάντων, είναι απ’ αυτό το μούλτι, και ο φάκελος ήδη τυπώνεται. Κάποιος χτυπάει την πόρτα.
«Ανάμενε», λέει και πηγαίνει για να την ανοίξει ο ίδιος. Δε θέλει να έχει κανείς ιδέα για το τι συμβαίνει εκεί. Είναι η γραμματέας του αρχηγού.
«Θέλει να σας δει αμέσως».
«Θα είμαι εκεί σε δυο λεπτά».
Κλείνει την πόρτα και πάλι. Παίρνει την περίληψη που ζήτησε στα χέρια του.
«Ντίνα, έχω μια συνάντηση στις εννιά, όπως σίγουρα κρυφάκουσες. Μετά βλέποντας και κάνοντας. Χρυσοστόμου στις δώδεκα να είσαι έτοιμη να φύγουμε…»
Πηγαίνει στο γραφείο του αρχηγού. Η πόρτα είναι ανοικτή. Μπαίνει μέσα και πηγαίνει και κάθεται στη θέση όπου ήταν πριν. Εκείνος φωνάζει στη γραμματέα του να κλείσει την πόρτα, αν και η συνάντηση θα είναι πολύ σύντομη, ούτε ένα λεπτό.
«Έχουμε συνάντηση με τον υπουργό…»
«Πότε πρόλαβες;»
«Συγγνώμη Πέτρο, αλλά όπως καταλαβαίνεις…»
«Δεν πειράζει. Τι ώρα;»
«Στις δέκα και τέταρτο ακριβώς στο γραφείο του».
«Μπορούμε να πάμε με ξεχωριστά αμάξια; Έχω ραντεβού με το δημοσιογράφο στις εννιά και δεν ξέρω αν προλαβαίνω να γυρίσω πίσω».
«Τα λέμε εκεί».
Σηκώνεται και πάει τρέχοντας σχεδόν προς το γραφείο του.
«Ντίνα, τα κλειδιά του Χόντα». Ευτυχώς που ήρθαν μ’ αυτό και δε θα χρειαστεί να πάει καταϊδρωμένος στη συνάντηση με τον υπουργό. Όχι πώς θα τον ενοχλούσε προσωπικά κάτι τέτοιο, αλλά να, μερικές φορές πρέπει να ακολουθούμε κάποιες κοινωνικές νόρμες. «Θα κάνω ό,τι μπορώ για να επιστρέψω μέχρι τις δώδεκα. Αν δεν τα καταφέρω, Χρυσοστόμου, ξεκίνα μόνη σου, κι εγώ θα σ’ ακολουθήσω. Έφυγα…»
Έφυγε.
Το σπίτι ή μάλλον το διαμέρισμα του δημοσιογράφου είναι στην Ακρόπολη. Ένα δυάρι στον τέταρτο όροφο μιας παλιάς πολυκατοικίας. Το ίδιο το διαμέρισμα δείχνει σε πολύ καλύτερη κατάσταση από τους εξωτερικούς τοίχους. Μπορεί να διακρίνει γυναικείες πινελιές εδώ κι εκεί. Δεν ξέρει αν ο Χρήστου είναι παντρεμένος ή όχι, αλλά μάλλον είναι. Υπάρχει κάτι στο χώρο που μυρίζει μονιμότητα. Εκείνος τον υποδέχεται με ευχαρίστηση, αλλά μάλλον κουρασμένος. Αν είχε βάρδια ψες θα σχόλασε στις μία το πρωί, τότε που συνήθως που βάζουν τις τελευταίες πινελιές στην έκδοση οι δημοσιογράφοι και πιάνουν δουλειά οι τυπογράφοι.
«Έχεις το χάλι σου», του λέει αντί χαιρετισμού.
«Εσύ κοίταξες τον εαυτό σου στον καθρέφτη τελευταία;»
Τον κοίταξε; Δεν έχει ιδέα. Μπαίνει μέσα. Ο άλλος άντρας τον ρωτά αν θέλει καφέ. Οτιδήποτε άλλο εκτός από καφέ, του απαντάει. Φτάνει να μην είναι καμιά απ’ αυτές τις μαλακίες που αποκαλούν ποτά ενεργείας. Να μην ανησυχεί. Δεν τα πίνει ούτε ο ίδιος. Του προτείνει να καθίσει στον καναπέ και κινάει για την κουζίνα. Μέχρι να επιστρέψει, κουβαλώντας ένα φλιτζάνι καφέ φίλτρου και ένα ποτήρι χυμό πορτοκάλι, οι υποψίες του έχουν επιβεβαιωθεί. Οι φωτογραφίες στο έπιπλο της τηλεόρασης και στα τραπεζάκια του λένε ότι ο οικοδεσπότης είναι παντρεμένος και έχει και μια κόρη. Όμορφη η γυναίκα του, σε αντίθεση με τον ίδιο δηλαδή. Αυτόν τον έφαγε η δουλειά. Αν και μόλις έχει πατήσει τα σαράντα του, η πλάτη του έχει αρχίσει ήδη να καμπουριάζει, το χρώμα του προσώπου είναι χλωμό, τα μαύρα μάτια του μόνιμα κουρασμένα και τα κοντοκουρεμένα του μαλλιά δείχνουν τόπους τόπους άσπρα και αραιά. Σε δέκα χρόνια θα είναι σα γέρο-χούφταλο, προβλέπει.
«Πόσων χρονών είναι η μικρή;» τον ρωτάει για να σπάσει τον ανύπαρκτο πάγο.
«Κλείνει έξι τον ερχόμενο μήνα».
«Καλά, εσένα είναι πίσω τα βάσανά σου…»
Συμφωνεί αμίλητα, αλλά δεν του παίρνει και πολύ να μπει στο ψητό.
«Τι έχεις για μένα;»
«Εξαρτάται…»
«Από τι;»
«Από το τι έχεις εσύ για μένα…»
«Αρχίσαμε τα παιχνίδια;»
«Δεν είναι παιχνίδι. Προτού να σου πω οτιδήποτε χρειάζομαι εγγυήσεις και μια υπόσχεση…»
«Μίλα».
«Αυτά που θα σου πω και θα σου δείξω πρέπει να μείνουν, προς το παρόν, μεταξύ μας. Εκείνο που θέλω να πω είναι ότι δεν πρέπει να μάθει γι’ αυτά ακόμη κανείς, ούτε κι ο αρχισυντάκτης σου…»
«Και πώς θα μπορούσα να σου το εγγυηθώ αυτό;»
«Ο λόγος σου μού αρκεί. Δουλέψαμε ξανά μαζί. Δε νομίζω να θέλεις να με καρφώσεις πισώπλατα…»
«Αν δεν ξέρω για τι μιλάμε…»
«Σου εγγυώμαι ότι είναι το λαυράκι της δεκαετίας. Αν δεν σού είναι αυτό αρκετό, τότε…»
«Καλά, σου δίνω το λόγο μου», βιάστηκε να απαντήσει τώρα. Τον ήξερε εξάλλου τον Ιωάννου, αυτός δεν ήταν μόνο λόγια, ήταν άνθρωπος των πράξεων. Τον πίστευε και ας μην ήξερε ακόμη το γιατί. «Κι η υπόσχεση…»
«Ότι αυτά που θα μάθεις σήμερα θα τα βγάλεις στο φως όταν ακριβώς σου πω, αλλιώς η συμφωνία δεν ισχύει».
«Μπορώ τουλάχιστον να ρίξω μια ματιά πρώτα; Τι αξία θα είχε άλλωστε η υπόσχεσή μου αν δεν είχε από κάπου να πιαστεί;»
«Λογικό αυτό».
Του δίνει το φάκελο. Έτσι κι αλλιώς τον εμπιστεύεται. Απλά ήθελε να τον κάνει να καταλάβει τη βαρύτητα της υπόθεσης. Τον παρακολουθεί τώρα. Δε βλέπει τα μάτια του, σκυφτός όπως είναι πάνω από κάποια σελίδα, αλλά μπορεί σχεδόν να διακρίνει την ταραχή του, ν’ ακούσει τις σκέψεις του. Θα ξέρει ήδη ότι τα στοιχεία είναι σκόπιμα ελλιπή. Θα καταλαβαίνει το γιατί. Μέσα του θα καταστρώνει σχέδια. Δεν του παίρνει και πολύ να σαρώσει με το βλέμμα τα έγγραφα. Αργότερα θα τα μελετήσει πιο προσεκτικά. Σηκώνει τα μάτια. Συναντάει τα δικά του. Δεν μπορώ να το πιστέψω, μοιάζει να του λέει αμίλητα.
«Στο υπόσχομαι ότι θα ακολουθήσω τις οδηγίες σου. Ό,τι μου πεις…»
«Ωραία. Δεν ήθελα ν’ ακούσω κάτι περισσότερο. Αν με χρειαστείς ξέρεις πού να με βρεις. Δε θα σου πω πώς να χειριστείς το θέμα, φτάνει να μην αποκαλύψεις την πηγή».
«Πόσοι γνωρίζουν την ύπαρξη αυτών των στοιχείων;»
«Ελάχιστοι. Και θα φροντίσω να μείνει έτσι. Εμπιστεύομαι ότι το ίδιο θα κάνεις κι εσύ».
«Ναι. Φυσικά».
«Πρέπει να φύγω τώρα».
Παίρνει το ποτήρι με το χυμό που είχε αφήσει μέχρι εκείνη τη στιγμή ανέγγιχτο και τον κατεβάζει μονορούφι.
«Για την άλλη υπόθεση έχουμε τίποτα νεώτερο;» σπεύδει να τον ρωτήσει ο Χρίστου προτού φύγει.
«Απολύτως τίποτα».
«Έλα ρε φίλε, ρίξε μου ένα κοκαλάκι…»
«Σου παρέδωσα ολόκληρο ταύρο κι εσύ ζητάς και τη σαλάτα;»
«Κάτι μικρό, έστω…»
«Καλώς. Αλλά δε θέλω να το δω σε ρεπορτάζ. Εξάλλου δε θα σου πω κάτι που δε γνωρίζεις ήδη. Ο δολοφόνος δεν ανήκει στον υπόκοσμο…»
«Είχα δίκιο λοιπόν!»
«Ναι. Καλή δουλειά…»
Σηκώθηκε. Άνοιξε την πόρτα και ξεπροβόδισε τον εαυτό του. Καλή δουλειά, χοντρέ, του είπε και χαμογέλασε. Μπαίνοντας στον ανελκυστήρα δεν παρέλειψε να ρίξει μια ματιά στον εαυτό του στον καθρέφτη. Όντως, τα χάλια του είχε.
Συνεχίζεται
Η εικόνα κλεμμένη από εδώ
Vilmos Kondor – Budapest Noir
-
Αγορά από το Book Depository
Υποθέτω ότι ο τίτλος τα λέει όλα: Εδώ όντως έχουμε ένα νουάρ από τη
Βουδαπέστη. Όχι ωστόσο ένα σύγχρονο νουάρ, αφού τα γεγονό...
Πριν από 2 ημέρες







