Τρίτη, 30 Αυγούστου 2011

Στιλέτο - Κεφάλαιο 17

Προτού προλάβει να φτάσει στην πόρτα του γραφείου του νιώθει και ακούει το κινητό του να χτυπάει. Το βγάζει με μια γκριμάτσα δυσφορίας απ’ την τσέπη. Ο Χριστάκης.
     «Όνειρο μ’ έβλεπες ρε;»
     «Δεν κοιμήθηκα».
     «Ε, καλά, αυτό δεν ήθελα και παπά να μου το πει. Μίλα…»
     «Από κοντά. Μπορείς να περάσεις τώρα απ’ το γραφείο σου;»
     «Στο γραφείο μου είμαι τώρα… Α, καλά, κατάλαβα. Σε πέντε λεπτά θα είμαι εκεί».
     Σκεφτόταν να την αράξει για λίγο και να πάρει έναν υπνάκο, αλλά δε βαριέσαι. Έτσι κι αλλιώς προτιμά τον κυπριακό καφέ απ’ το φραπέ. Αφήνει το ποτήρι σ’ ένα τραπέζι, ρίχνει μια ματιά στην Ντίνα που ακόμη κοιμάται μέσα στο γραφείο του και κινάει για το καφενεδάκι. Όταν φτάνει ο κυπριακός του είναι ήδη εκεί και τον περιμένει. Κάθεται απέναντι από τον Χριστάκη, που κρύβει τα μάτια του πίσω από μαύρα γυαλιά. Τίποτα το ασυνήθιστο. Οι πρώτοι πρωινοί θαμώνες είναι ήδη εκεί και επιλύουν τα διάφορα προβλήματα της κυπριακής κοινωνίας. Πού και πού νιώθει κάποια μάτια να τον καρφώνουν στην πλάτη. Τον ξέρουν όλοι, γι’ αυτό και κανείς τους δε θα σκεφτόταν ποτέ να τον ρωτήσει κάτι για την υπόθεση. Όταν και αν βγάλει άκρη θα τους πει τα πάντα, ή ό,τι τέλος πάντων μπορεί να τους πει.
     «Άρχισαν τα όργανα», παίρνει το λόγο εκείνος.
     «Οι της πρόληψης;»
     «Ποιοι άλλοι;»
     «Τι έκαναν;»
     «Τίποτα το ασυνήθιστο, αλλά από την άλλη και τίποτα το συνηθισμένο. Τους ξέρεις πώς είναι. Κάποιος τους κάρφωσε την ιδέα στο κεφάλι ότι εμείς φταίμε για τους φόνους και τώρα προσπαθούν όλοι να το παίξουν ντετέκτιβ. Ψες μου κατέβηκαν τέσσερις και άρχισαν να κάνουν ερωτήσεις, να φωνάζουν κτλ και μου άδειασαν το μαγαζί. Το ξέρω ότι εκεί μέσα πάει κάθε καρυδιάς καρύδι, αλλά…»
     «Τους έδωσαν μακρύ σκοινί, το ξέρω, αλλά δεν μπορώ να κάνω τίποτα γι’ αυτό τουλάχιστον όχι ακόμη. Πήγαν και σε άλλους;»
     «Στους συνήθεις ύποπτους, αλλά όχι και στον συνήθη ύποπτο. Μου θύμιζαν την εποχή που έρχονταν και μας έκοβαν προληπτικά πρόστιμα για το κάπνισμα, προτού καν πατήσει πελάτης στο μαγαζί…»
     «Και δεν μπορούσατε να τους πάτε κόντρα για να μη στοχοποιηθείτε. Ιστορία παλιά. Άκουσες τίποτα για την υπόθεση;»
     «Τίποτα περισσότερο απ’ ό,τι σου είπα ήδη. Πάντως τουλάχιστον δύο απ’ αυτούς είχαν…»
     «Ξέρω».
     Η μονολεκτική απάντηση μετέδωσε άμεσα το μήνυμά της. Το νερό μπήκε στο αυλάκι και εδώ γύρω υπάρχουν πολλά αυτιά.
     «Πότε λες να ξεμπερδέψεις;»
     «Μακάρι να ’ξερα. Τι σκέφτεσαι;»
     «Ψάρεμα».
     Ψάρεμα. Συνήθιζαν να πηγαίνουν παλιά, στον Πωμό. Ξεκινούσαν δυο-τρεις ώρες πριν να ξημερώσει από τη Λευκωσία και πήγαιναν και άραζαν στα βράχια πίνοντας φραπέ σε πλαστικά ποτήρια και περιμένοντας την ανατολή του ήλιου και τα πρώτα ψάρια. Τον ηρεμούσε το ψάρεμα. Τον βοηθούσε να σκεφτεί. Κι ο παλιός του φίλος, ξέροντάς τον πολύ καλά πάντα τέτοιες ώρες δεν του μιλούσε. Τον άφηνε στον κόσμο του και παρέμενε κι εκείνος στον δικό του. Το τηλέφωνό του χτυπάει και πάλι. Κοιτάει τον αριθμό. Είναι από το τμήμα. Τουλάχιστον πρόλαβε να πιει τον καφέ του.
     «Ιωάννου».
     «Ντίνα. Ήρθαν και με ξύπνησαν…»
     «Και τι θες να κάνω εγώ τώρα, γραπτή αναφορά;»
     Άκουσε το γέλιο της, το αγουροξυπνημένο, στ’ ακουστικό.
     «Οδηγίες…»
     «Ξέρεις τι να κάνεις. Δε νομίζω να προέκυψε κάτι το συνταρακτικό στα λίγα λεπτά που λείπω. Πες στη Χρυσοστόμου να κάνει μια αποδελτίωση του τύπου και στον Ιακώβου ν’ αρχίσει με την ψηφιοποίηση των… Ξέρεις ποιων. Σε λίγο θα είμαι εκεί». Το έκλεισε.
     «Μπελάδες;»
     «Δε θα το έλεγα. Πήρα δυο μικρούς στην ομάδα…»
     «Πάλι εχθρούς θα δημιουργήσεις».
     «Δε με νοιάζει. Προτιμώ να έχω ικανούς συνεργάτες. Αν δεν τους αρέσει ο τρόπος που δουλεύω…»
     «Καλά. Καλά. Έφυγα…»
     Άφησε κάποια ψιλά στο τραπέζι και σηκώθηκε. Ο Ιωάννου τον μιμήθηκε.
     «Θα είναι μεγάλη η μέρα σήμερα».
     «Δεν έχεις ιδέα πόσο μεγάλη, Χριστάκη».

Το γραφείο του μοιάζει βυθισμένο στο χάος. Φάκελοι εκεί, κιβώτια εδώ, μια τηλεόραση αναμμένη στη γωνία, φωτογραφίες σπαρμένες παντού, πίνακες, φορητοί υπολογιστές, εκτυπωτές, σαρωτές, καφέδες να ισορροπούν επικίνδυνα σε διάφορες γωνίες.
     «Κοτέτσι μου το καταντήσατε το σπιτικό», τους λέει απ’ την πόρτα, προτού μπει μέσα και την κλείσει από πίσω του. Σηκώνουν το βλέμμα, του ρίχνουν μια μάλλον βιαστική απορημένη ματιά και συνεχίζουν με τις δουλειές τους. Μάλλον η Ντίνα τους δασκάλεψε. Πάντως μπράβο τους, σκέφτεται, ήρθαν στη δουλειά δυο ώρες νωρίτερα, απ’ ό,τι τους είχα πει. Πάει και κάθεται στην καρέκλα πίσω από το γραφείο του, η οποία παραδόξως παραμένει άδεια. Αρχίζει να τους παρατηρεί ένα ένα. Μ’ εξαίρεση την καλή του συνεργάτιδα, που έριξε ένα υπνάκο εκεί, κανείς άλλος δε μοιάζει να έχει κοιμηθεί. Ξέρει πολύ καλά τα γιατί: η υπερένταση της προηγούμενης μέρας, οι εξελίξεις και οι αποκαλύψεις, οι σκέψεις για την υπόθεση, η αδρεναλίνη που ήταν στα ύψη, των κυνηγών η έξαψη.
     «Ο αρχηγός;» Η Ντίνα τον ρωτά χωρίς να τον κοιτάει.
     «Τον ενημέρωσα. Έχουμε την έγκρισή του για όλα. Νομίζεις ότι θα χρειαστούμε βοήθεια. Εννοώ, με όλα αυτά που έχουν στοιβαχτεί και την ανικανότητά μου…»
     «Είναι όλα υπό έλεγχο, γέρο!» Γέρο. Έτσι τον αποκαλούσε όταν είχε κέφια. Καλό αυτό. «Κάτσε εκεί και κάνε αυτό που κάνεις καλύτερα: σκέψου. Κι αν μας χρειαστείς για κάτι μας το λες. Έχουμε κάνει καταμερισμό των εργασιών, αλλά δεν ακολουθούμε πιστά τις οδηγίες σου…»
     «Γιατί πότε το έκανες;»
     Κοιτάει το ρολόι του: οκτώ και τέταρτο σχεδόν. Σίγουρα θα έχει ξυπνήσει αφού οι εφημερίδες στην Κύπρο είναι όλες πρωινές. Ανοίγει το καρνέ του και ψάχνει το τηλέφωνο του γνωστού του δημοσιογράφου.
     «Μα τι κάνει;» ρωτάει ο Ιακώβου ψιθυριστά την Ντίνα.
     «Ψάχνω ένα τηλέφωνο. Έχεις κανένα πρόβλημα…» του απαντάει εκείνος, προκαλώντας του την έκπληξη.
     «Ξέχασα να σας πω ότι παρά την ηλικία του ακούει πολύ καλά», λέει η Ντίνα, ενώ ο Ιακώβου που αμέσως συνέρχεται προθυμοποιείται να βοηθήσει.
     «Αν μου πείτε το όνομα…», έχει ήδη ανοικτό το κινητό-υπολογιστή και περιμένει, «θα μπορούσα να σας βρω τον αριθμό σε…»
     «Καλύτερα όχι».
     Επιστρέφει στο καρνέ του. Βρίσκει τον αριθμό. Τον πληκτρολογεί. Ακούει το τηλέφωνο να χτυπάει. Και να χτυπάει. Επιτέλους κάποιος το απαντά.
     «Ο Ιωάννου είμαι…»
     «Με έβγαλες από το ντους…» Κάτι άλλο ήθελε να πει, αλλά του κόπηκε η φορά. Ο Ιωάννου; Για να τον πάρει ο ίδιος τηλέφωνο μάλλον κάτι σημαντικό θα συμβαίνει. «Τι παίζει;» τον ρωτά τώρα, με ανυπομονησία.
     «Όχι από το τηλέφωνο. Πότε μπορείς να συναντηθούμε;»
     «Και τώρα ακόμη. Μόλις τελειώσω το ντους μου θα μπορούσα να έρθω…»
     «Όχι δημόσια».
     «Θα μπορούσες να έρθεις στο σπίτι μου».
     «Διεύθυνση».
     Του την έδωσε και έκλεισαν ραντεβού για τις εννιά.
     «Ντίνα, χρειάζομαι ένα αντίγραφο της περίληψης των φακέλων που κρατούσε ο Κακογιάννης, το ίδιο μ’ αυτό που δώσαμε στον αρχηγό».
     «Το αναλαμβάνω εγώ», πετάχτηκε στη μέση ο πάντα πρόθυμος Ιακώβου, υπό τα συγκαταβατικά χαμόγελα των συναδέλφων του. Σα να δουλεύω με τρεις γυναίκες, σκέφτεται εκείνος και χαμογελά. Είναι κι αυτός μούλτι… μούλτι… Πώς διάολο το λένε τώρα αυτό στα σύγχρονα κυπριακά; Του το είπε τις προάλλες η Μαργαρίτα όταν της ανέφερε πόσα πράγματα μπορεί να κάνει ταυτόχρονα η Ντίνα. Τέλος πάντων, είναι απ’ αυτό το μούλτι, και ο φάκελος ήδη τυπώνεται. Κάποιος χτυπάει την πόρτα.
     «Ανάμενε», λέει και πηγαίνει για να την ανοίξει ο ίδιος. Δε θέλει να έχει κανείς ιδέα για το τι συμβαίνει εκεί. Είναι η γραμματέας του αρχηγού.
     «Θέλει να σας δει αμέσως».
     «Θα είμαι εκεί σε δυο λεπτά».
     Κλείνει την πόρτα και πάλι. Παίρνει την περίληψη που ζήτησε στα χέρια του.
     «Ντίνα, έχω μια συνάντηση στις εννιά, όπως σίγουρα κρυφάκουσες. Μετά βλέποντας και κάνοντας. Χρυσοστόμου στις δώδεκα να είσαι έτοιμη να φύγουμε…»
     Πηγαίνει στο γραφείο του αρχηγού. Η πόρτα είναι ανοικτή. Μπαίνει μέσα και πηγαίνει και κάθεται στη θέση όπου ήταν πριν. Εκείνος φωνάζει στη γραμματέα του να κλείσει την πόρτα, αν και η συνάντηση θα είναι πολύ σύντομη, ούτε ένα λεπτό.
     «Έχουμε συνάντηση με τον υπουργό…»
     «Πότε πρόλαβες;»
     «Συγγνώμη Πέτρο, αλλά όπως καταλαβαίνεις…»
     «Δεν πειράζει. Τι ώρα;»
     «Στις δέκα και τέταρτο ακριβώς στο γραφείο του».
     «Μπορούμε να πάμε με ξεχωριστά αμάξια; Έχω ραντεβού με το δημοσιογράφο στις εννιά και δεν ξέρω αν προλαβαίνω να γυρίσω πίσω».
     «Τα λέμε εκεί».
     Σηκώνεται και πάει τρέχοντας σχεδόν προς το γραφείο του.
     «Ντίνα, τα κλειδιά του Χόντα». Ευτυχώς που ήρθαν μ’ αυτό και δε θα χρειαστεί να πάει καταϊδρωμένος στη συνάντηση με τον υπουργό. Όχι πώς θα τον ενοχλούσε προσωπικά κάτι τέτοιο, αλλά να, μερικές φορές πρέπει να ακολουθούμε κάποιες κοινωνικές νόρμες. «Θα κάνω ό,τι μπορώ για να επιστρέψω μέχρι τις δώδεκα. Αν δεν τα καταφέρω, Χρυσοστόμου, ξεκίνα μόνη σου, κι εγώ θα σ’ ακολουθήσω. Έφυγα…»
     Έφυγε.

Το σπίτι ή μάλλον το διαμέρισμα του δημοσιογράφου είναι στην Ακρόπολη. Ένα δυάρι στον τέταρτο όροφο μιας παλιάς πολυκατοικίας. Το ίδιο το διαμέρισμα δείχνει σε πολύ καλύτερη κατάσταση από τους εξωτερικούς τοίχους. Μπορεί να διακρίνει γυναικείες πινελιές εδώ κι εκεί. Δεν ξέρει αν ο Χρήστου είναι παντρεμένος ή όχι, αλλά μάλλον είναι. Υπάρχει κάτι στο χώρο που μυρίζει μονιμότητα. Εκείνος τον υποδέχεται με ευχαρίστηση, αλλά μάλλον κουρασμένος. Αν είχε βάρδια ψες θα σχόλασε στις μία το πρωί, τότε που συνήθως που βάζουν τις τελευταίες πινελιές στην έκδοση οι δημοσιογράφοι και πιάνουν δουλειά οι τυπογράφοι.
     «Έχεις το χάλι σου», του λέει αντί χαιρετισμού.
     «Εσύ κοίταξες τον εαυτό σου στον καθρέφτη τελευταία;»
     Τον κοίταξε; Δεν έχει ιδέα. Μπαίνει μέσα. Ο άλλος άντρας τον ρωτά αν θέλει καφέ. Οτιδήποτε άλλο εκτός από καφέ, του απαντάει. Φτάνει να μην είναι καμιά απ’ αυτές τις μαλακίες που αποκαλούν ποτά ενεργείας. Να μην ανησυχεί. Δεν τα πίνει ούτε ο ίδιος. Του προτείνει να καθίσει στον καναπέ και κινάει για την κουζίνα. Μέχρι να επιστρέψει, κουβαλώντας ένα φλιτζάνι καφέ φίλτρου και ένα ποτήρι χυμό πορτοκάλι, οι υποψίες του έχουν επιβεβαιωθεί. Οι φωτογραφίες στο έπιπλο της τηλεόρασης και στα τραπεζάκια του λένε ότι ο οικοδεσπότης είναι παντρεμένος και έχει και μια κόρη. Όμορφη η γυναίκα του, σε αντίθεση με τον ίδιο δηλαδή. Αυτόν τον έφαγε η δουλειά. Αν και μόλις έχει πατήσει τα σαράντα του, η πλάτη του έχει αρχίσει ήδη να καμπουριάζει, το χρώμα του προσώπου είναι χλωμό, τα μαύρα μάτια του μόνιμα κουρασμένα και τα κοντοκουρεμένα του μαλλιά δείχνουν τόπους τόπους άσπρα και αραιά. Σε δέκα χρόνια θα είναι σα γέρο-χούφταλο, προβλέπει.
     «Πόσων χρονών είναι η μικρή;» τον ρωτάει για να σπάσει τον ανύπαρκτο πάγο.
     «Κλείνει έξι τον ερχόμενο μήνα».
     «Καλά, εσένα είναι πίσω τα βάσανά σου…»
     Συμφωνεί αμίλητα, αλλά δεν του παίρνει και πολύ να μπει στο ψητό.
     «Τι έχεις για μένα;»
     «Εξαρτάται…»
     «Από τι;»
     «Από το τι έχεις εσύ για μένα…»
     «Αρχίσαμε τα παιχνίδια;»
     «Δεν είναι παιχνίδι. Προτού να σου πω οτιδήποτε χρειάζομαι εγγυήσεις και μια υπόσχεση…»
     «Μίλα».
     «Αυτά που θα σου πω και θα σου δείξω πρέπει να μείνουν, προς το παρόν, μεταξύ μας. Εκείνο που θέλω να πω είναι ότι δεν πρέπει να μάθει γι’ αυτά ακόμη κανείς, ούτε κι ο αρχισυντάκτης σου…»
     «Και πώς θα μπορούσα να σου το εγγυηθώ αυτό;»
     «Ο λόγος σου μού αρκεί. Δουλέψαμε ξανά μαζί. Δε νομίζω να θέλεις να με καρφώσεις πισώπλατα…»
     «Αν δεν ξέρω για τι μιλάμε…»
     «Σου εγγυώμαι ότι είναι το λαυράκι της δεκαετίας. Αν δεν σού είναι αυτό αρκετό, τότε…»
     «Καλά, σου δίνω το λόγο μου», βιάστηκε να απαντήσει τώρα. Τον ήξερε εξάλλου τον Ιωάννου, αυτός δεν ήταν μόνο λόγια, ήταν άνθρωπος των πράξεων. Τον πίστευε και ας μην ήξερε ακόμη το γιατί. «Κι η υπόσχεση…»
     «Ότι αυτά που θα μάθεις σήμερα θα τα βγάλεις στο φως όταν ακριβώς σου πω, αλλιώς η συμφωνία δεν ισχύει».
     «Μπορώ τουλάχιστον να ρίξω μια ματιά πρώτα; Τι αξία θα είχε άλλωστε η υπόσχεσή μου αν δεν είχε από κάπου να πιαστεί;»
     «Λογικό αυτό».
     Του δίνει το φάκελο. Έτσι κι αλλιώς τον εμπιστεύεται. Απλά ήθελε να τον κάνει να καταλάβει τη βαρύτητα της υπόθεσης. Τον παρακολουθεί τώρα. Δε βλέπει τα μάτια του, σκυφτός όπως είναι πάνω από κάποια σελίδα, αλλά μπορεί σχεδόν να διακρίνει την ταραχή του, ν’ ακούσει τις σκέψεις του. Θα ξέρει ήδη ότι τα στοιχεία είναι σκόπιμα ελλιπή. Θα καταλαβαίνει το γιατί. Μέσα του θα καταστρώνει σχέδια. Δεν του παίρνει και πολύ να σαρώσει με το βλέμμα τα έγγραφα. Αργότερα θα τα μελετήσει πιο προσεκτικά. Σηκώνει τα μάτια. Συναντάει τα δικά του. Δεν μπορώ να το πιστέψω, μοιάζει να του λέει αμίλητα.
     «Στο υπόσχομαι ότι θα ακολουθήσω τις οδηγίες σου. Ό,τι μου πεις…»
     «Ωραία. Δεν ήθελα ν’ ακούσω κάτι περισσότερο. Αν με χρειαστείς ξέρεις πού να με βρεις. Δε θα σου πω πώς να χειριστείς το θέμα, φτάνει να μην αποκαλύψεις την πηγή».
     «Πόσοι γνωρίζουν την ύπαρξη αυτών των στοιχείων;»
     «Ελάχιστοι. Και θα φροντίσω να μείνει έτσι. Εμπιστεύομαι ότι το ίδιο θα κάνεις κι εσύ».
     «Ναι. Φυσικά».
     «Πρέπει να φύγω τώρα».
     Παίρνει το ποτήρι με το χυμό που είχε αφήσει μέχρι εκείνη τη στιγμή ανέγγιχτο και τον κατεβάζει μονορούφι.
     «Για την άλλη υπόθεση έχουμε τίποτα νεώτερο;» σπεύδει να τον ρωτήσει ο Χρίστου προτού φύγει.
     «Απολύτως τίποτα».
     «Έλα ρε φίλε, ρίξε μου ένα κοκαλάκι…»
     «Σου παρέδωσα ολόκληρο ταύρο κι εσύ ζητάς και τη σαλάτα;»
     «Κάτι μικρό, έστω…»
     «Καλώς. Αλλά δε θέλω να το δω σε ρεπορτάζ. Εξάλλου δε θα σου πω κάτι που δε γνωρίζεις ήδη. Ο δολοφόνος δεν ανήκει στον υπόκοσμο…»
     «Είχα δίκιο λοιπόν!»
     «Ναι. Καλή δουλειά…»
     Σηκώθηκε. Άνοιξε την πόρτα και ξεπροβόδισε τον εαυτό του. Καλή δουλειά, χοντρέ, του είπε και χαμογέλασε. Μπαίνοντας στον ανελκυστήρα δεν παρέλειψε να ρίξει μια ματιά στον εαυτό του στον καθρέφτη. Όντως, τα χάλια του είχε.

Συνεχίζεται


Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Τετάρτη, 24 Αυγούστου 2011

Στιλέτο - Κεφάλαιο 16

Δεν το περίμενε ποτέ αυτό. Κι όμως, τον είχε προειδοποιήσει: θα τους σκοτώσω ένα ένα και θ’ αφήσω εσένα τελευταίο. Και όντως άρχισε να τους σκοτώνει, ένα την ημέρα. Και μάλλον αυτός θα είναι ο επόμενος. Μα πώς; Αυτό είναι το ερώτημα, πώς; Μοιάζει να έχει προμελετήσει τα πάντα, ως την τελευταία λεπτομέρεια, τόσο πολύ που το κάθε επόμενο βήμα μοιάζει ν’ ακολουθεί αβίαστα το προηγούμενο. Και δεν μπορεί να κάνει κάτι για να ξεφύγει, αφού φαίνεται να ξέρει όλα του τα μυστικά. Όλα εκτός από ένα. Δεν ξέρει που βρίσκεται τώρα. Αποκλείεται να το ξέρει. Ευτυχώς η τύχη στάθηκε με το μέρος του. Θα συνεχίσει όμως να τον στηρίζει; Πρέπει να χτυπήσει πρώτος, προτού χτυπηθεί, αφού ακόμη και η σύλληψη θα μπορούσε να αποβεί για κείνον μοιραία, θα τον έθαβε σ’ ένα ανοιχτό τάφο ζωντανό, θα του στερούσε το μέλλον. Από θήραμα πρέπει να γίνω θύτης, σκέφτεται. Κτύπησε πολλούς στη ζωή του, αλλά δε σκότωσε κανένα. Αυτή τη φορά όμως δεν έχει άλλη επιλογή, πρέπει να το κάνει, ή τουλάχιστον να προσλάβει κάποιον να το κάνει γι’ αυτόν. Ξέρει τους κατάλληλους ανθρώπους, του χρωστάνε χάρες. Δε θα αρνηθούν το αίτημά του και μετά θα είναι πρόθυμοι να ξεφορτωθούν και το πτώμα – στο τέλος μπορεί να τη βγάλει καθαρή. Πρέπει να κάνει μερικά τηλεφωνήματα. Να μιλήσει με τους κατάλληλους ανθρώπους. Με όλ’ αυτά που τραβά σήμερα το σώμα, η νέα δολοφονία ή μάλλον εξαφάνιση, δε θα τους κινήσει και πολύ το ενδιαφέρον. Και το πιο σημαντικό δε θα αναλάβει τη διερεύνησή της ο χοντρός. Τον φοβάται αυτόν και τον σέβεται. Αν κάποιος μπορεί να συνδέσει τις δύο υποθέσεις είναι αυτός. Ευτυχώς δε θα ’χει το χρόνο για να το κάνει.

Το τελευταίο διήμερο, σκέφτεται. Το τελευταίο διήμερο της ζωής μου, σαν ελεύθερου ανθρώπου. Όλα πάνε σύμφωνα με το σχέδιο: μια δολοφονία την ημέρα. Όταν ξεφορτωθεί και το τελευταίο κάθαρμα θα παραδοθεί στην αστυνομία και θα βγάλει την αλήθεια στο φως. Αποκλείεται να προλάβουν να ανακαλύψουν ποιος κρύβεται πίσω απ’ όλ’ αυτά προτού να είναι πια πολύ αργά. Εκτός κι αν προσπαθήσει ο λεγάμενος να τα παίξει όλα για όλα. Λες; Αλλά κι αν το κάνει, ξέρει πώς να προστατευθεί. Δε θα αφήσει να περάσει το δικό του. Μα δε θα το κάνει, το ξέρει, είναι δειλός. Μέχρι τώρα κρυβόταν πίσω από την ασφάλεια που του παρείχε η δύναμη της δίχως ανταπόδοση βίας – αυτή ήταν που τον έσωζε τόσα χρόνια, αυτή  είναι που θα τον καταστρέψει τώρα. Η πλάκα είναι ότι εκτός από κείνον κανείς άλλος δε μοιάζει να υποψιάζεται ποιος κρύβεται πίσω απ’ όλ’ αυτά – τουλάχιστον απ’ όσα διαβάζει στις εφημερίδες και ακούει στις ειδήσεις. Δυστυχώς δεν έχει κάποιον από μέσα. Ξέρει ότι την υπόθεση την έχει αναλάβει ο Ιωάννου. Τον έχει δει στις σκηνές των εγκλημάτων και περιστασιακά να περνά μπροστά από τις κάμερες των καναλιών. Μαζί μ’ εκείνη τη γυναίκα. Ρωτώντας από δω κι από κει ανακάλυψε ότι πολύ λίγοι τον συμπαθούσαν, αλλά όλοι έλεγαν το ίδιο πράγμα: είναι τίμιος! Αδιάφθορος λοιπόν; Γι’ αυτό του ανέθεσαν τις υποθέσεις; Μακάρι να ήταν όλοι έτσι. Αν ήταν δε θα έφτανε σ’ αυτό το σημείο. Κρατά στα χέρια το τελευταίο στιλέτο. Δε διαφέρει σε τίποτα από το προηγούμενα. Το κοιτάει στο φως. Την παραμορφωμένη αντανάκλαση των ματιών στην επιφάνειά του. Αυτή τη φορά θ’ αφήσει πίσω όχι ένα, αλλά δύο στοιχεία – έτσι για πλάκα. Για να τους βοηθήσει. Όχι πως θα προλάβουν να φτάσουν σε κάποιο συμπέρασμα από αυτά, αλλά θα μπορέσει να τους μεταδώσει το μήνυμα: το παιχνίδι όπου νάναι τελειώνει. Χαμογελά πικρά στον κανένα. Βάζει το στιλέτο στην τσέπη. Βγαίνει έξω. Εφτάμισι το πρωί, κι ο ήλιος μοιάζει ήδη εκτυφλωτικός. Θα περιμένει λίγο ακόμη, προτού φύγει, αφού ο χρόνος τώρα πια δεν τρέχει. Κυλάει αργά, σαν το αίμα που θα χυθεί σε λίγες ώρες απ’ το τέταρτο θύμα.

Συνεχίζεται


Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Τετάρτη, 17 Αυγούστου 2011

Στιλέτο - Κεφάλαιο 15

Είναι έξι και τέταρτο το πρωί. Κάθεται στο γραφείο του Σωτηρίου και τον περιμένει. Στα χέρια του κρατά μερικές σελίδες σχήματος Α4, τις οποίες μοιάζει να μελετά, αν και έχει ήδη αποστηθίσει το περιεχόμενό τους. Μέχρι τις πέντε το πρωί δούλευαν για να βάλουν μια τάξη στον όγκο του υλικού που είχαν στα χέρια τους και να το συνοψίσουν σε λίγες σελίδες. Ονόματα, γεγονότα, υποψίες, κατηγορίες. Έστειλε τους υπόλοιπους για ύπνο κι αυτός μετά από ένα ντους και τον πρώτο καφέ της ημέρας ήρθε κατ’ ευθείαν στο σταθμό. Οι νέοι συνεργάτες του θα τον ακολουθούσαν το πολύ μέχρι τις δέκα, αφού όσο κι αν χρειάζονταν λίγη ξεκούραση, τα γεγονότα έτρεχαν. Αφού έφυγαν η Ντίνα του είπε ότι, θα έχει αρκετό χρόνο για να κοιμηθεί όταν πεθάνει, και με το έτσι θέλω ήρθε μαζί του. Ήταν ωστόσο τόσο κουρασμένη, που με το που έφτασαν εδώ με το Χόντα της, σωριάστηκε στην καρέκλα του κι αποκοιμήθηκε. Την άφησε στην ησυχία της. Και τώρα κάθεται εδώ και περιμένει. Είναι σίγουρος ότι δε θα αργήσει να φανεί ο αρχηγός, αφού πάντα έφτανε πρώτος στη δουλειά.
     «Ελπίζω να μου φέρνεις καλά νέα», άκουσε τη φωνή του από την πόρτα.
     «Ίσως να είναι καλά, ίσως και κακά. Εξαρτάται από την οπτική σου γωνία…»
     «Κοιμήθηκες καθόλου;»
     «Όχι».
     «Ούτε εγώ. Καφέ;»
     «Νομίζω ότι σήμερα θα έχει την τιμητική του».
     Πήγε στην κουζινούλα του σταθμού, έφτιαξε δύο φραπέ και επέστρεψε με βήμα αργό, σα να προσπαθούσε να καθυστερήσει την ώρα των αποκαλύψεων.
     «Οι υπόλοιποι πού είναι;»
     «Η Ντίνα κοιμάται στο γραφείο μου. Τους άλλους τους έστειλα να ξεκουραστούν λίγο. Τρεις-τέσσερις ώρες ύπνου θα τους κάνουν καλό».
     «Νέα για τον Κακογιάννη…»
     «Τίποτα που δεν περιμέναμε».
     «Τότε…»
     «Νέα από τον Κακογιάννη».
     Του έδωσε τις σελίδες, σκόρπιες όπως ήταν, μαζί με τον αδειανό φάκελο και πήρε στα χέρια του το φραπέ. Η πρώτη ρουφηξιά του φάνηκε πικρή. Η δεύτερη έμοιαζε να τον αναζωογονεί. Ευλογημένο πράγμα ο καφές, σκέφτηκε. Σήκωσε το βλέμμα στον Σωτηρίου. Ασυνήθιστα ήρεμος. Μελετούσε και σκέφτονταν, μάλλον κατέστρωνε ήδη ένα σχέδιο στο μυαλό του. Μόνο μια στιγμή έδειξε να τα χάνει, όταν αντίκρισε μάλλον το όνομα του κύριου Καθαρά Χέρια. Αυτό σίγουρα δεν το περίμενε. Όταν τελείωσε με την ανάγνωση παρέμεινε για λίγο σιωπηλός να κοιτάει το κενό ή ίσως και το αύριό του, που παρόλες τις μέχρι τώρα αναποδιές έμοιαζε πια λίγο πιο φωτεινό.
     «Οι φάκελοι που είναι;»
     «Ασφαλείς στο γραφείο μου. Αλλά βγάλαμε και αντίγραφα, ενώ ο Ιακώβου θα αρχίσει από σήμερα κιόλας να τους ψηφιοποιεί. Τι σκέφτεσαι να κάνεις;»
     «Δεν ξέρω. Δεν μπορώ ν’ αποφασίσω τώρα. Πρέπει να καθαρίσει πρώτα το μυαλό και μ’ όλα αυτά που συμβαίνουν που καιρός… Αλλά με έσωσες. Σ’ ευχαριστώ…»
     «Την Ντίνα να ευχαριστήσεις. Και τον εαυτό σου που δεν έχει τα κολλήματα που έχουν οι άλλοι…»
     «Καθώς οδηγούσα προς τα εδώ, ένιωθα τελειωμένος. Τώρα νιώθω σα να υπάρχει ακόμη ζωή μέσα σ’ αυτό το γέρικο κορμί».
     «Σ’ έπιασαν τα μέλια…»
     «Δε θα το ξεχάσω ποτέ αυτό, Πέτρο. Κι αν χρειαστείς κάτι, οτιδήποτε, οποτεδήποτε, μη διστάσεις να μου το ζητήσεις και να είσαι σίγουρος ότι εφόσον περνά από τα χέρια μου θα το έχεις».
     «Τώρα που το λες…». Χαμογέλασε αινιγματικά. «Βασικά θα στο ζητούσα όταν θα ξεμπερδεύαμε με τις δολοφονίες, αλλά υποθέτω ότι δεν υπάρχει πια λόγος να περιμένω. Θέλω τους Ιακώβου και Χρυσοστόμου μόνιμα στην ομάδα μου».
     «Μόνο αυτό;»
     «Μόνο. Αυτοί θα κάνουν τη δουλειά κι εγώ θα παίρνω τα εύσημα. Μπορείς να σκεφτείς τίποτα καλύτερο;»
     «Α, ρε Πέτρο».
     Τίποτα άλλο δεν είπε εκείνη τη στιγμή. Α, ρε Πέτρο, αν δεν ήσουν αυτός που είσαι θα μπορούσες να ανέβεις πολύ ψηλά, ήθελε να του πει. Αλλά δεν τον ένοιαζαν τα αξιώματα. Και δεν ήταν και πολιτικάντης. Θα έβαζε φωτιά σε πολλά μπατζάκια αν αναλάμβανε κάποια σημαντική θέση στην ιεραρχία, κι αυτό κανείς δεν το ήθελε. Ήταν ο Ιωάννου, ο χοντρός, απλά ένας μπάτσος.
     «Θα τους έχεις λοιπόν. Όταν έρθει η ώρα δε θα μπορούν να μου αρνηθούν τίποτα. Το θέμα είναι να παίξω σωστά τα χαρτιά μου. Το πρόβλημα είναι ότι δεν μπορώ να εμπιστευτώ κανέναν, εκτός από σένα φυσικά, αυτή την ώρα…»
     «Θα θελήσουν να το συγκαλύψουν».
     «Γι’ αυτό δεν έχω καμιά απολύτως αμφιβολία. Και όπως ξέρεις τα μεγάλα κεφάλια είναι που αποφασίζουν…»
     «Κι αν δεν χρειαστεί να κάνεις απολύτως τίποτα μέχρι να ξεσπάσει η μπόρα;»
     «Τι σκέφτηκες; Για να προσπαθείς να στρίψεις το ανύπαρκτο μουστάκι σου μάλλον κάποια ιδέα τρύπωσε στο μυαλό σου».
     «Έχω έναν γνωστό δημοσιογράφο…»
     Του εξήγησε το σχέδιό του.
     «Και τον εμπιστεύεσαι;»
     «Ναι. Είναι ντόμπρος. Και με βοήθησε παλιά σε μια-δυο υποθέσεις. Ξέρει να κρατά το λόγο του. Εξάλλου, δε θα του τα σερβίρω όλα στο πιάτο. Απλά θα του δείξω προς τα πού να κινηθεί. Μέχρι να βρει το δρόμο του, θα βρούμε κι εμείς το δικό μας. Φτάνει να πείσεις τον φίλο μας να σου αναθέσει τη διερεύνηση των καταγγελιών που θα προκύψουν…»
     Ο φίλος τους! Ο υπουργός. Καινούριος στο αξίωμα, ίσως όχι και τόσο ικανός, αλλά με καλές προθέσεις. Γι’ αυτό και δε χάνει ευκαιρία να μιλάει για τους φίλους του τους αστυνομικούς.
     «Τον ξέρω από παλιά. Από τότε που ανακατευόμουνα με το κόμμα. Δεν είναι συνηθισμένος πολιτικός. Είναι ένας απ’ αυτούς που κάθε τόσο λένε την αλήθεια. Θα τον πάρω τηλέφωνο σε καμιά ώρα, είναι πολύ νωρίς ακόμα. Νομίζω ότι θα θέλει να ανακατευτεί προσωπικά μ’ αυτή την υπόθεση και πιστεύω ότι όταν έρθει η ώρα θα κάνει το σωστό. Αυτό που θα του ζητήσουμε δηλαδή. Με τις δολοφονίες πώς τα πάμε;»
     «Με εξαίρεση τον εκτελεστή δε βρήκαμε τι είναι αυτός συνδέει τους τρεις τους, αλλά σίγουρα κάτι υπάρχει. Ο μοναδικός μας ύποπτος, όπως ξέρεις ήδη, έχει άλλοθι, αλλά και οι πηγές μου μού λένε ότι τα χτυπήματα δεν έχουν να κάνουν με τους ανθρώπους της νύχτας».
     «Και πόσο αξιόπιστες είναι αυτές οι πηγές;»
     «Για μένα αρκετά».
     «Είσαι σίγουρος ότι δε χρειάζεσαι άλλα άτομα στην ομάδα. Όσο πληθαίνουν τα πτώματα…»
     «Τα πτώματα πληθαίνουν, αλλά εκτός από τον αριθμό τους και την πίεση που αντιμετωπίζεις τίποτα δεν αλλάζει. Πρόλαβες να διαβάσεις εφημερίδες σήμερα;»
     «Όχι. Ούτε που το σκέφτηκα κιόλας. Είδα τις τελευταίες ειδήσεις ψες στην τηλεόραση και μου μαύρισε η καρδιά».
     «Μια στιγμή», του είπε και σηκώθηκε. Πήγε στο γραφείο του, μπήκε μέσα σιγοπατώντας για να μην ξυπνήσει την Ντίνα, σήκωσε τη μικρή στοίβα με τις εφημερίδες και τη μετέφερε στον αρχηγό. «Διάβασε τίτλους να χορτάσουν τα μάτια σου…»
   
     Διάβασε:

     «Στιλέτο… στην καρδιά της αστυνομίας»
     «Πού το πάει ο Στιλέτο;»
     «Αυτός Στιλέτο κι αυτοί το χαβά τους»
     «Το Στιλέτο της οργής;»
     «Η κυβέρνηση αιμορραγεί… Πληγή από Στιλέτο!»
     «Στιλέτο που τους χρειάζεται!»

     Τώρα δεν ξέρει κατά πόσο πρέπει να γελάσει ή να κλάψει. Απλά χαμογελά με κόπο. Και αφήνει τις φυλλάδες να αναπαυτούν σε μια γωνιά του γραφείου του.
     «Δεν γράφουν κάτι χρήσιμο υποθέτω…»
     Ξέρει ότι ο Ιωάννου διαβάζει μετά μανίας τις εφημερίδες.
     «Όχι βέβαια. Αλλά τουλάχιστον αυτοί δε λειτουργούν όπως τα κανάλια. Βάζουν χτυπητούς τίτλους για να πουλήσουν φύλλα, αλλά δεν προσπαθούν να τρομοκρατήσουν τον κόσμο. Πάντως όλοι σχεδόν υιοθετούν την άποψη ότι πίσω από τις δολοφονίες κρύβεται ο υπόκοσμος…»
     «Σχεδόν;»
     «Η λέξη κλειδί. Ο δημοσιογράφος που σου έλεγα, υποστηρίζει ότι μάλλον αλλού πρέπει να αναζητήσουμε τις αιτίες. Εκτός κι αν άλλαξε η κοινωνία μας τόσο πολύ μέσα σε τρεις μέρες…»
     «Τρεις μέρες;»
     Μοιάζει πραγματικά απορημένος εκείνος. Λες κι αυτό το κυνήγι φαντασμάτων κρατάει μια ζωή. Αλλά δεν παραμένει και πολύ εγκλωβισμένος στις σκέψεις του.
     «Ποιο είναι το σχέδιο για σήμερα;»
     «Εγώ θα συνεχίσω να κοιτάω τα χαρτιά και τις φωτογραφίες και θα σκέφτομαι, μέχρι να ξυπνήσει η Ντίνα και να έρθουν και τα παιδιά. Μετά θα δώσω τις οδηγίες μου σ’ αυτήν και τον Ιακώβου, ενώ εγώ με την Χρυσοστόμου θα πάμε στον Κάθηκα…»
     «Η κηδεία. Διάολε. Την είχα ξεχάσει. Πρέπει να στείλουμε κάποιον αξιωματικό. Εγώ δεν μπορώ να πάω, όχι στην κατάσταση που είμαι. Κάποιον θα βρω. Δε θα σε υπέβαλα στο μαρτύριο του εκφωνήσεις τον επικήδειο στην κηδεία ενός ένστολου καθάρματος…»
     «Σαν παρατηρητής θα πάω. Και θα την μαγνητοσκοπήσουμε κι αυτή. Ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να προκύψει».
     «Ναι».
     Κοιτάζει το ρολόι του ο Ιωάννου. Εφτά και είκοσι. Σηκώνεται, παίρνει στο δεξί του χέρι το ποτήρι με το φραπέ, με το αριστερό αποχαιρετά τον αρχηγό και βάζει πλώρη για το γραφείο του. Ο κόσμος στους διαδρόμους αρχίζει να πληθαίνει, το τμήμα μοιάζει να βγαίνει απ’ το λήθαργο της νύχτας και να υποδέχεται με χασμουρητά και φωνές τον ερχομό της νέας μέρας. Εκείνος πολύ φοβάται ότι αυτή δε θα είναι καθόλου καλύτερη από τις προηγούμενες.


Συνεχίζεται


Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Τρίτη, 9 Αυγούστου 2011

Στιλέτο - Κεφάλαιο 14

Είναι λίγο πριν τα μεσάνυχτα και εδώ και μισή ώρα κάθονται μπροστά από ένα βουνό από χαρτιά και φωτογραφίες γύρω από το τραπέζι στο σαλόνι του Ιωάννου. Έχουν κλείσει όλες τις πόρτες και τα παράθυρα, και κατ’ εξαίρεση, μετά από διαταγή της Γεωργίας φυσικά, έθεσαν σε λειτουργία τον κλιματισμό. Στο χαμηλό. Εκείνος έβγαλε τα παπούτσια κι άπλωσε τα πόδια του κάτω από το τραπέζι και παρότρυνε και τους άλλους το κάνουν, αλλά μ’ εξαίρεση την Ντίνα, που τα ξεφορτώθηκε ακόμη πριν κι από αυτόν, κανείς δεν τον υπάκουσε. Κοιτά με μάτια κόκκινα από την αϋπνία, αλλά με ζωντάνια τους συνεργάτες του. Δεν τους μετρά. Μάλλον μοιάζει να τους χαίρεται. Η χαρά του είναι μισή. Σκέφτεται πόση δουλειά τους περιμένει και το βλέμμα του σβήνει, όπως κι η χαρά. Παίρνει ένα πολύ σοβαρό ύφος. Προτού προλάβει να μιλήσει όμως…
     «Τι να σας φέρω να πιείτε;» επενέβηκε η Γεωργία που άνοιξε αθόρυβα την πόρτα και τώρα περιμένει μ’ αγωνία σχεδόν την απάντησή του.
     «Μια καράφα καφέ», η Ντίνα.
     «Νερό», η Χρυσοστόμου κι ο Ιακώβου.
     «Μπίρα», εκείνος. «Κι εσείς οι δύο δε θα τη βγάλετε με το νερό. Αρκετά με τις ψευτοντροπές. Μας περιμένει πολλή δουλειά. Τι θα πιείτε;»
     «Μπίρα λοιπόν», συμφώνησε με την επιλογή του η Χρυσοστόμου, ενώ ο Ιακώβου είπε ότι θα μοιραστεί τον καφέ με την Ντίνα.
     «Ωραία».
     Περιμένουν τη νοικοκυρά να επιστρέψει με τις παραγγελίες ώστε να μην τους διακόψει ξανά. Η μπίρα είναι ό,τι πρέπει αυτή την ώρα, σκέφτεται. Θα τον χαλαρώσει και το έχει πολλή ανάγκη αυτό. Ξοδεύουν λίγα λεπτά κοιτώντας ο ένας τον άλλο, μέχρι που φτάνουν τα ποτά και το ρίχνουν με τα μούτρα στη δουλειά.
     «Δε μου αρέσει να γίνομαι φορτικός, αλλά είμαι υποχρεωμένος να σας υπενθυμίσω ότι όσα μάθουμε απόψε ή και γνωρίζουμε ήδη είναι απόρρητα. Εσείς μιλάτε μόνο σε μένα κι εγώ μόνο στον αρχηγό. Συνεννοηθήκαμε;»
     Συγκατένευσαν αμίλητοι οι δύο νέοι.
     «Ντίνα».
     Άνοιξε την μπίρα του και ήπιε μια χορταστική γουλιά. Η σύντροφός του στην κραιπάλη τον μιμήθηκε.
     «Από τα λίγα που πρόλαβα να δω όταν πήρα στα χέρια μου αυτούς τους φακέλους έφτασα να καταλάβω ότι ήταν πολλοί εκείνοι που είχαν κίνητρο για να σκοτώσουν τον Κακογιάννη. Από τους μηδέν ύποπτους τώρα φτάσαμε να έχουμε σχεδόν δέκα και μάλλον θα γίνουν πολύ περισσότεροι…»
     «Οι ύποπτοι για τη δολοφονία του όντως πολλοί, αλλά τι είναι εκείνο συνδέει τη δολοφονία του με τις άλλες δύο;» παρενέβη, θέτοντας το θέμα στις σωστές του βάσεις η Χρυσοστόμου. «Υπάρχουν πιθανότητες να βρούμε τις απαντήσεις που ζητούμε εδώ;» συμπλήρωσε την πρώτη ερώτησή της με μια δεύτερη.
     «Πολύ πιθανόν όχι. Αλλά, έτσι κι αλλιώς δε μιλάμε πλέον μόνο για τις δολοφονίες κάποιων αστυνομικών…»
     «Καλά. Καλά. Αρκετά με τις συζητήσεις. Διαλέξτε στοίβα κι αρχίστε το ξεσκαρτάρισμα. Αν εντοπίσετε κάτι που βγάζει μάτι, μού το λέτε…»
     Υπάκουσαν αμέσως. Πήρε ο καθένας από καμιά δεκαριά φακέλους και το ’ριξαν στη μελέτη. Όπως κι εκείνος. Θησαυροφυλάκιο αποδείχτηκε το υπόγειο της κυρίας Κακογιάννη, αφού ο γιος της είχε φακελώσει λίγο πολύ όλους ή σχεδόν όλους τους βρώμικους μπάτσους της Λευκωσίας. Αν τους εκβίαζε κιόλας… Αλλά, τότε δε θα σκότωναν τους άλλους δύο.
     «Αφεντικό», άκουσε τη φωνή της Ντίνας να τον καλεί από απέναντί του. Δεν τη ρώτησε καν γιατί τον φώναξε. Σηκώθηκε και την πλησίασε, κάτω ή μάλλον πάνω από τα διερευνητικά βλέμματα των δύο συνεργατών του. Στάθηκε στο πλάι της και έσκυψε για να ρίξει μια ματιά σε κάτι που του έδειχνε.
     «Όπα», αρκέστηκε να πει και το βλέμμα του σκοτείνιασε. Στράφηκε στους άλλους. «Παιδιά λυπάμαι, αλλά προς το παρόν δεν μπορείτε να το δείτε αυτό. Ντίνα, ακολούθησέ με».
     Βγήκαν έξω στην αυλή. Εκείνη κρατούσε ακόμη στα χέρια της το φάκελο.
     «Πώς θες να το παίξουμε;» τον ρώτησε.
     «Δεν είναι παιχνίδι, Ντίνα. Δεν ξέρω τι άλλο θ’ ανακαλύψουμε εκεί μέσα, αλλά αυτό εδώ αλλάζει τους κανόνες. Ο κύριος Καθαρά Χέρια λοιπόν…»
     Ήθελε να γελάσει, αλλά δεν είχε τη δύναμη για να το κάνει. Άρχισε να περπατά πέρα δώθε σκεφτικός. Τ’ αστέρια αγωνίζονταν να κάνουν εμφανή την παρουσία τους κάτω από τα νέφη της υγρασίας, ενώ το φεγγάρι παρέμενε το ίδιο μισό όπως και χθες.
     «Θα ενημερώσεις τον αρχηγό;» τον ρώτησε, βγάζοντάς τον από την περισυλλογή του.
     «Μού είπε να τον πάρω τηλέφωνο ό,τι ώρα κι αν είναι, αλλά αυτό εδώ νομίζω πώς μπορεί να περιμένει. Εξάλλου δεν είναι κουβέντες που λέγονται από το τηλέφωνο αυτές. Ελπίζω απλά να έχει τη δυνατότητα να χειριστεί όπως πρέπει το θέμα. Δεν είναι πολιτικάντης ο άτιμος. Τώρα που το σκέφτομαι…» Πέφτει για λίγο σε μια από τις συνήθεις σιωπές του, προτού συνεχίσει. «Καλό θα ήταν να φτιάξουμε αντίγραφα όλων των αποδεικτικών στοιχείων και να τα κρατήσουμε κάπου ασφαλισμένα. Δε θα έχει αντίρρηση ο αρχηγός, αφού σίγουρα δε θα ήθελε να χαθούν καθοδόν προς… Προς τα εκεί, που πρέπει να πάνε…»
     «Δεν μπορούμε να το κάνουμε στο γραφείο. Αποκλείεται να μη μας πάρουν είδηση».
     «Πες μου εσύ που καταλαβαίνεις απ’ αυτά τα πράγματα: θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε τους εκτυπωτές της Μαργαρίτας ή της Ελευθερίας για να τα φωτοτυπήσουμε;»
     «Όχι. Απλοί εκτυπωτές είναι. Αν είχαμε φαξ κάτι θα γίνονταν, αλλά και πάλι θα μας έπαιρνε ώρες, για να μην πω μέρες. Ο Ιακώβου…»
     «Το σκέφτηκα. Αλλά δεν είναι πολύ νωρίς για να τον ρίξουμε τόσο στα βαθιά; Για να τους ρίξουμε και τους δύο; Αφού αν το πούμε στον ένα πρέπει να το πούμε και στον άλλο…»
     «Τους εμπιστεύεσαι;»
     «Ναι».
     «Κι εγώ. Τι περιμένουμε λοιπόν; Πάμε μέσα κι ό,τι βρέξει ας κατεβάσει».
     Βρήκαν τα δύο νέα μέλη της ομάδας, όπως ακριβώς τα άφησαν: να μελετούν τους φακέλους με προσοχή. Ήδη είχαν ξεχωρίσει κάποιους τους οποίους τοποθέτησαν σε μια μέχρι πρότινος αδειανή καρέκλα.
     «Ιακώβου…»
     «Διατάξτε!»
     Αυτή τη φορά η κούραση δε στάθηκε ικανή να συγκρατήσει τα γέλια του. Πήρε να γελάει δυνατά και ασυγκράτητα. Αν κοιμόταν κάποιος στο σπίτι σίγουρα θα τον είχε ήδη ξυπνήσει, αλλά δεν τον ένοιαζε, το είχε ανάγκη. Βλέποντάς τον σ’ αυτή την ευδαιμονική κατάσταση άρχισε να γελάει κι η Ντίνα. Οι άλλοι τους μιμηθήκαν, μα όχι το ίδιο πειστικά. Ένιωθαν ακόμη ψαρωμένοι, κι ας το κατάλαβαν από την πρώτη στιγμή ότι ο Ιωάννου δεν ήταν το σύνηθες είδος αστυνομικού ή αφεντικού.
     «Δεν είμαστε στο στρατό Ιακώβου», είπε τελικά, όταν απέκτησε και πάλι την ανάσα του. «Ήθελα να σε ρωτήσω, πού μπορούσαμε να βρούμε μια φωτοτυπική μηχανή…»
     «Τώρα;»
     «Τώρα…»
     «Μισό…»
     Έβγαλε το κινητό -τηλέφωνο, υπολογιστή, σημειωματάριο, ραδιόφωνο, φωτογραφική, βιντεοκάμερα- απ’ την τσέπη και πληκτρολόγησε με αστραπιαίες κινήσεις ένα μήνυμα. Μια στιγμή αργότερα το τηλέφωνό του χτυπούσε.
     «Έλα ρε. Ο Τεκ είμαι…» Ο Τεκ; «Χρειάζομαι μια φωτοτυπική τώρα. Μισό…»
     Στράφηκε προς το μέρος τους.
     «Επαγγελματική ή όχι; Για ασπρόμαυρο μόνο ή και για έγχρωμο;» ρώτησε.
     «Δεν είναι ανάγκη να είναι επαγγελματική. Και μια μικρή μας κάνει. Φτάνει η ποιότητα στα έγχρωμα να είναι ικανοποιητική και να είναι γεμάτη από μελάνι. Τώρα που το σκέφτομαι καλό θα ήταν να μας δώσει και επιπλέον μελάνι. Ποτέ δεν μπορεί να ξέρει κανείς…» απάντησε η Ντίνα.
     Μετέφερε το μήνυμα, άκουσε, ξαναρώτησε:
     «Παράδοση στο σπίτι ή θα την παραλάβουμε εμείς;»
     Λίγο έλειψε να βάλει και πάλι τα γέλια ο Ιωάννου. Παράδοση στο σπίτι; Σουβλάκια ή φωτοτυπική παράγγειλαν μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα;
     «Θα πάμε να την παραλάβουμε εμείς;»
     «Ερχόμαστε». Έκλεισε το τηλέφωνο και σηκώθηκε αμέσως. «Ποιος θα έρθει μαζί μου; Αν δεν πάω εγώ δε θα μας ανοίξει την πόρτα. Τα φρικιά βλέπετε…»
     «Θα έρθω εγώ ρε Ιακώβου. Ας αφήσουμε εδώ τα κορίτσια που τους κόβει περισσότερο το μυαλό να…»
     «Μπορείτε καθοδόν ή στην επιστροφή να περάσετε απ’ το σπίτι μου;» ρώτησε η Ντίνα. «Χρειάζομαι μια αλλαξιά ρούχα, ενώ και το Βλαμμένο είναι νηστικό…» Βλαμμένο αποκαλούσε το γάτο της.
     «Ωχ, θα μου φορτωθείς κι απόψε! Η Μαργαρίτα το ξέρει…»
     «Ναι, μιλήσαμε πριν λίγο. Και μην ανησυχείς, δε θα σε βάλω σε μεγάλο κόπο. Έχω ήδη έτοιμη μια τσάντα, την οποία υπολόγιζα να χρησιμοποιήσω το σαββατοκύριακο. Έλπιζα, η κακομοιρά, ότι θα μπορούσα να πάω στην Πύργο, αλλά… Τέλος πάντων. Θα τη δεις μόλις ανοίξεις τη ντουλάπα στο υπνοδωμάτιό μου. Το φαΐ του κανακάρη μου είναι κάτω από…»
     «Ναι, ξέρω. Θέλεις να του μεταβιβάσω και κάποιο μήνυμα ή…;»
     «Πικρό το χιούμορ σου, γέρο. Αλλά, εδώ που τα λέμε, αν τον χάιδευες λίγο δε θα του έκανε κακό. Σίγουρα του έχω λείψει…»
     Κούνησε το κεφάλι του δεξιά αριστερά χαμογελώντας με νόημα και ακολούθησε τον Ιακώβου, γνωστό κι ως Τεκ, προς τα έξω. Βαριόταν να οδηγήσει έτσι δέχτηκε να μην πάνε με τον αγαπημένο του Σκαραβαίο. Εξάλλου, πολύ τον κούρασε σήμερα.
     Ώρα μία παρά τέταρτο. Ημέρα; Τι διάολο ημέρα είναι σήμερα; Τον Κωνσταντίνου τον σκότωσαν την Τετάρτη, τον Παναγίδη την Πέμπτη, τον Κακογιάννη την Παρασκευή, άρα ούτε μια ώρα πριν έφτασε το Σάββατο. Σα μια ολόκληρη ζωή φαντάζει τώρα στα μάτια του το προηγούμενο τριήμερο. Θανατικά, ανακρίσεις, αναταραχές, ταξίδια, αποκαλύψεις και η ζωή συνεχίζεται. Παρατηρεί τον οδηγό με την άκρη του ματιού του. Τώρα θα έπρεπε να ήταν εκεί έξω, με τα άλλα τα παιδιά, να απολαμβάνει τη ζωή του, κι όχι μ’ αυτόν, κυνηγώντας φαντάσματα. Μα… Μα ευτυχώς που είναι εδώ, αφού τον χρειάζεται. Του δίνει λύσεις στα προβλήματα που προκύπτουν σε χρόνο μηδέν. Προσπαθεί να μαντέψει τη ζωή του. Οι φάκελοι όταν δεν ψεύδονται παραλείπουν. Τα έντυπα δεν μπορούν να σου πουν πώς είναι κάποιος, μόνο τα στοιχεία του διαθέτουν. Μοναχικός; Σίγουρα. Λυπημένος; Πέρα από κάθε αμφιβολία. Ανικανοποίητος; Γεννήθηκε έτσι. Έχει το σκουλήκι. Θυμάται αυτό που του είχε κάποτε πει η Μαργαρίτα: Όταν βλέπω κάποιον άντρα, συνηθίζω μετά από λίγο να κλείνω τα μάτια και να μας φαντάζομαι μαζί μετά από χρόνια. Λοιπόν, αυτόν τον άντρα ακόμη δεν τον συνάντησα… Κι ο Ιακώβου μάλλον δε θα συνάντησε αυτή τη γυναίκα. Τα geeks, όπως τους αποκαλεί η Ντίνα, δεν έχουν και μεγάλη πέραση στην περιορισμένη, στο χώρο και τις προοπτικές της, κυπριακή κοινωνία. Τι έγινε; Κόλλησαν στην κίνηση. Μα πότε έφτασαν κιόλας εδώ κάτω; Οι σκέψεις του είχαν κλείσει τα μάτια; Μία το πρωί και η πόλη μοιάζει να σφύζει από ζωή. Η μοδάτη ξένη καφετέρια στη γωνία Γρίβα Διγενή και Θεμιστοκλή Δέρβη, που δεν ξέρει να σερβίρει φραπέ ή κυπριακό καφέ, είναι γεμάτη κόσμο. Κάθονται κι απολαμβάνουν τη υγρή δροσιά, με καλή συντροφιά και ροφήματα σε πλαστικά ποτήρια. Αυτοί τώρα πρέπει να στρίψουν δεξιά στη Νίκης και μετά από το πρατήριο βενζίνης αριστερά στην Κένεντι. Προχωράνε σημειωτόν, μέχρι που τελικά καταφέρνουν να πάρουν την πρώτη θέση στα φανάρια. Στην επόμενη αλλαγή θα φύγουν. Κοιτάει το κλαμπ απέναντι. Κάποιοι σχηματίζουν ουρά για να μπουν μέσα. Καλογυαλισμένα αγόρια και κορίτσια ντυμένα ανάλαφρα, περιμένουν με ανυπομονησία να ζήσουν για λίγες ώρες τα στριμωγμένα σε λίγα τετραγωνικά μέτρα όνειρά τους. Επιτέλους στρίβουν δεξιά και λίγα δευτερόλεπτα μετά αριστερά. Ανεβαίνουν την Κένεντι. Ένας μπάτσος προβάλλει από το πουθενά και τους κάνει νόημα να σταματήσουν. Βλέπει το βαν κρυμμένο στη γωνία. Αλκοτέστ. Αυτό τους έλειπε. Ωστόσο λέει στον Ιακώβου να σταματήσει αμέσως και αφήνει τους συνάδελφούς τους να κάνουν τη δουλειά τους. Μια κόντρα αυτή την ώρα δε θα ωφελούσε κανένα. Αντίθετα μάλλον, θα τους στερούσε λίγο ακόμη από το χρόνο που δε διέθεταν. Όταν τελειώνουν και μ’ αυτό ξεκινάνε και πάλι. Στα πρώτα φανάρια που βρίσκουν στρίβουν δεξιά και μετά αριστερά και συνεχίζουν ευθεία. Ξανάρθε σ’ αυτές τις γειτονιές, αλλά δε θυμάται το όνομα του δρόμου. Όχι πως έχει σημασία. Σταματάνε κάτω από μια μάλλον παλιά πολυκατοικία.
     «Θα χρειαστείς βοήθεια;»
     «Μάλλον όχι. Δεν αφήνει κανένα να μπει στο οχυρό του. Θα με βοηθήσει αυτός να τα φέρουμε όλα κάτω».
     «Καλώς».
     Τον παρακολουθεί καθώς περπατά σχεδόν τρεκλίζοντας προς την είσοδο. Πατάει ένα κουμπί στο θυροτηλέφωνο και ακούει μια βραχνή φωνή να τον ρωτάει:
     «Ποιος;»
     «Ο Τεκ».
     Η πόρτα ανοίγει με ένα βούισμα και το συνήθη θόρυβο και μετά κλείνει πίσω του. Μετά από δυο-τρία λεπτά τον βλέπει να επιστρέφει κουβαλώντας το μηχάνημα. Τον ακολουθεί ένας εξίσου ξερακιανός νέος, ντυμένος με φόρμες γυμναστικής και αθλητικά παπούτσια – λες και ήτανε στη μέση του χειμώνα. Ανοίγει το πορτμπαγκάζ, χωρίς να βγει απ’ τ’ αμάξι. Οι δυο τους αποθέτουν την πραμάτεια εκεί, το κλείνουν και αποχαιρετίζονται στα αμερικάνικα.
     «Seeya». Σίγια και πράσιν’ άλογα. Τρελαθήκαμε εντελώς.
     Καθοδόν προς το σπίτι περνάνε από το διαμέρισμα της Ντίνας και εκτελούν κατά γράμμα τις οδηγίες της. Το Βλαμμένο αναλαμβάνει να χαϊδέψει ο Ιακώβου.
     Η νύχτα μόλις τώρα αρχίζει.

Συνεχίζεται


Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Τρίτη, 2 Αυγούστου 2011

Στιλέτο - Κεφάλαιο 13

Την ώρα που η Ντίνα με τον Ιακώβου βρίσκονταν στο Δάλι, ο Ιωάννου καθόταν στο γραφείο, μελετούσε προσεκτικά τους φακέλους και πού και πού κρατούσε σχεδόν με απελπισία το κεφάλι του. Δεν ήταν ένας από αυτούς τους ανθρώπους που χάνουν εύκολα τη ψυχραιμία τους ή που αγχώνονται. Η φιλοσοφία του ήταν η ίδια με το ρητό: κάλλιο αργά παρά ποτέ, ωστόσο όταν δεν μπορούσε να βγάλει άκρη σε μια υπόθεση, τα ’βρισκε λίγο σκούρα. Η Χρυσοστόμου που τον παρακολουθούσε διακριτικά από ώρα τον πλησίασε και του πρόσφερε δύο παρασεταμόλ.
     «Τα χρειάζομαι», της είπε, τα πήρε και τα κατάπιε χωρίς νερό.
     «Σκούρα τα πράματα, ε;»
     «Θα έλεγα ότι χειρότερα δε γίνονται, αλλά ποιος ξέρει τι θα μας ξημερώσει η επόμενη μέρα…»
     «Προβλέπεις και άλλο θύμα;»
     «Τίποτα δεν προβλέπω. Το ένστικτό μου όμως μου λέει πως ναι, όποιος κι αν είναι ο φονιάς δεν τέλειωσε αυτό που είχε να κάνει…»
     «Αύριο;»
     «Πολύ πιθανόν. Ένας φόνος την ημέρα. Αυτή δεν είναι η μέθοδός του, όπως θα λέγατε κι εσείς οι σπουδαγμένοι;»
     «Αυτή ακριβώς. Και δεν έχουμε να κάνουμε μ’ ένα συνηθισμένο δολοφόνο, αλλά με ένα πολύ σταθερό άτομο, που προσχεδιάζει τα πάντα με ακρίβεια. Το ό,τι σκοτώνει έναν την ημέρα και δεν αφήνει ίχνη πίσω του, μού φαίνεται πως είναι ένα μήνυμα…»
     «Για μας;»
     «Σα να θέλει να μας πει: δε θα με πιάσετε. Δε μας προκαλεί. Απλά είναι σίγουρος. Αν βρίσκαμε το κίνητρο σίγουρα θ’ ανακαλύπταμε ποιος είναι, αλλά κάθε νέος φόνος ρίχνει φως, αλλά και σκοτάδι στον προηγούμενο. Ό,τι και να κάνουμε είμαστε πάντα στην αρχή».
     «Κάτι συνδέει τον Κωνσταντίνου με τον Παναγίδη και κάτι τον Παναγίδη με τον Κακογιάννη. Αλλά τίποτα δε μοιάζει να συνδέει και τους τρεις τους. Είμαι σίγουρος ότι η λύση του αινίγματος είναι μπροστά στα μάτια μας, κι απλά δεν μπορούμε να τη δούμε…»
     «Ίσως και να είναι!»
     «Προέκυψε κάτι νεώτερο από τον ιατροδικαστή ή τα παιδιά της σήμανσης; Με τόσα πράγματα που συμβαίνουν εδώ τελευταία ξέχασα να ρωτήσω».
     «Όχι τίποτα. Το μοναδικό στοιχείο που διαφοροποιεί το σημερινό έγκλημα από τα προηγούμενα είναι το χτύπημα στο κεφάλι, αλλά αυτό δε νομίζω ότι έχει κάποια σημασία. Ένα λαθάκι εκ μέρους του θύτη. Και δαχτυλικά αποτυπώματα δεν υπάρχουν πουθενά. Τα στιλέτα τώρα είναι μια άλλη ιστορία. Πήγα και ρώτησα κάποιον ειδικό στη Ρηγαίνης γι’ αυτά και μού είπε ότι έχουν αποσυρθεί από την αγορά ή μάλλον από την παραγωγή εδώ και χρόνια. Η τελευταία φορά που είδε κάτι τέτοιο ήταν τη δεκαετία του ογδόντα».
     «Και τι μας λέει αυτό;»
     «Ότι όποιος κι αν κρύβεται πίσω από τα φονικά, τα στιλέτα τα έχει στα χέρια του εδώ και είκοσι-τριάντα χρόνια. Κι αυτό ακριβώς με κάνει να πιστεύω ότι περιέχουν κάτι το προσωπικό αυτά τα χτυπήματα…»
     «Ε, καλά, αυτό το κατάλαβα κι εγώ, κι ας μην είμαι επιστήμονας».
     Δε χαμογέλασε. Έκλεισε τα μάτια. Άκουσε κάποιον να τον καλεί από την πόρτα. Τα ξανάνοιξε. Ο αρχηγός. Ή μάλλον το φάντασμά του.
     «Στο γραφείο μου», του είπε, με μια φωνή βραχνή, αδύναμη.
     Σηκώθηκε και τον ακολούθησε. Σπάνια τον έβλεπε κανείς στο σταθμό τέτοια ώρα, αλλά τα γεγονότα έτρεχαν, μαζί κι οι αντοχές του. Τον είδε να κάθεται βαρύς στην καρέκλα πίσω από το γραφείο του. Δεν τον μιμήθηκε. Μέχρι που του το ζήτησε εκείνος.
     «Κάθισε Πέτρο».
     Υπάκουσε.
     «Πού βρισκόμαστε;»
     Εκείνος δεν απάντησε αμέσως. Παρέμεινε μοναχά για λίγο σιωπηλός να τον παρατηρεί. Τι τον ρωτούσε; Αφού την απάντηση την ήξερε…
     «Στο πουθενά».
     «Αυτή η υπόθεση… Αυτές οι υποθέσεις…». Του ήταν αδύνατον να συμπληρώσει τη σκέψη. Αλλά μετά: «Προσπαθούν να μου ροκανίσουν την καρέκλα» είπε με μια ανάσα.
     Λογικό ήταν. Κάποιος έπρεπε να πληρώσει τη νύφη. Και αν και ήταν μονάχα ο προϊστάμενος ενός τμήματος και όχι ολόκληρου του σώματος, η θέση του ήταν σημαντική και την εποφθαλμιούσαν πολλοί.
     «Θα βρούμε την άκρη. Αλλά για να σου μιλήσω στα ίσια, πιστεύω ότι τα πράγματα θα γίνουν χειρότερα προτού γίνουν καλύτερα. Θα χτυπήσει ξανά…»
     «Το φοβόμουνα αυτό».
     «Με την υπόθεση των χρημάτων που βρήκαμε στο σπίτι του Κακογιάννη που είμαστε; Μάθαμε κάτι γι’ αυτά ή απ’ αυτά;»
     «Τα μόνα δαχτυλικά αποτυπώματα που μπορέσαμε να επιβεβαιώσουμε ήταν τα δικά του, αλλά υπάρχουν και άλλα. Αν υπάρχουν στο σύστημα θα το μάθουμε σύντομα. Αν όχι…»
     «Είμαι σίγουρος ότι έχουμε τα αποτυπώματα του Πιγκουΐνου και του Γρηγόρη. Ας κάνουν για αρχή μια σύγκριση μ’ αυτά. Ίσως και να πιάσουμε λαυράκι».
     Ο Σωτηρίου σήκωσε βιαστικά το ακουστικό, πάτησε κάποια νούμερα στο τηλέφωνο, έδωσε τις απαιτούμενες οδηγίες και το έκλεισε.
     «Οι άλλοι τι κάνουν;» ρώτησε.
     «Η Ντίνα κι ο Ιακώβου πήγαν να επισκεφθούν τη μάνα του Κακογιάννη. Η Χρυσοστόμου αναλύει τα στοιχεία που μαζέψαμε μέχρι τώρα και παρακολουθεί και όλο το οπτικό υλικό».
     «Λες να βρουν κάτι;»
     «Δε θα στοιχημάτιζα γι’ αυτό, αλλά δε θα το απέκλεια κιόλας. Δεν μπορεί, κάποτε ο τροχός θα γυρίσει…»
     «Μού έγινες και μοιρολάτρης!»
     «Πάντα γυρίζει. Δε γυρίζει;»
     Χαμογέλασε χωρίς ιδιαίτερη πεποίθηση. Και τότε ένιωσε το κινητό να του δονεί τη δεξιά τσέπη του παντελονιού. Ήταν η Ντίνα που τον ενημέρωνε για τις ανακαλύψεις της. Με το που έκλεισε ενημέρωσε τον αρχηγό για τα νεώτερα, κι εκείνος τον διέταξε μόλις μάθει κάτι σημαντικό να τον πάρει τηλέφωνο, ό,τι ώρα και να είναι. Ύστερα όμως φάνηκε να το ξανασκέφτεται.
     «Θα κάνετε ολονυχτία;» τον ρώτησε καθώς απομακρυνόταν.
     «Μάλλον».
     «Οι μικροί θα αντέξουν; Δε θα ήταν καλύτερο να τους στείλεις στα σπίτια τους και να πιάσετε πάλι δουλειά νωρίς το πρωί; Εσύ πάντα λες ότι…»
     «Όχι αυτή τη φορά. Και μην ανησυχείς, θα αντέξουν. Γι’ αυτό μπήκαν στο σώμα. Γι’ αυτό τους προσέλαβα…»

Συνεχίζεται


Η εικόνα κλεμμένη από εδώ