Ο Σωτηρίου δεν ήξερε τι έπρεπε να κάνει – να γελάσει ή να κλάψει; Από τη μια ήταν χαρούμενος για το γεγονός ότι ανακάλυψαν τη δολοφόνο, αλλά από την άλλη ένιωθε θυμωμένος επειδή δεν μπόρεσαν ακόμη να τη συλλάβουν. Για όλ’ αυτά που συνέβησαν, σκεφτόταν, έφερε κι ο ίδιος ευθύνη. Αν δεν είχε αφήσει τόσο χαλαρά τα λουριά, αν είχε δώσει σαφείς οδηγίες να διερευνώνται όλες οι καταγγελίες, αν δεν έβαζε κι αυτός το λιθαράκι του στο δημοσιοϋπαλληλικό οικοδόμημα του Σώματος, τότε όλα θα ήταν αλλιώς. Ωστόσο δεν ήταν αργά για να διορθώσει τα πράγματα, όχι απελπιστικά αργά. Η γυναίκα, όπως είπε στον χοντρό, θα παραδιδόταν την επόμενη μέρα. Ο άντρας της ήταν ζωντανός, αλλά όχι και στην καλύτερη κατάσταση. Αφού δεν τη βοήθησε κανείς τον ανάγκασε εκείνη η ίδια να πληρώσει για τα εγκλήματά του. Κάπου τη λυπόταν. Εμείς τη φέραμε ως εδώ, σκεφτόταν. Όμως δεν μπορούσε να την αφήσει ελεύθερη κιόλας. Σκότωσε τέσσερα άτομα. Τέσσερις αστυνομικούς. Τώρα πια όλα έπρεπε να αλλάξουν. Δεν του άρεσε ο τρόπος που λειτούργησε μαζί της ο Ιωάννου, αλλά τουλάχιστον την έπεισε να μη ρίξει τον εαυτό της σ’ ένα χειρότερο λάκκο απ’ αυτόν που ήδη βρίσκεται. Εξάλλου ήταν αυτός που την ανακάλυψε. Πάντα αυτός. Κάπως θα ξελασπώσουν και πάλι. Και μετά…
Ρώτησαν την Αντριάνα αν της είπε η μάνα της τι θα έπρεπε να κάνει μετά από τη σύλληψή της. Θα έρθει η γιαγιά απ’ το χωριό και θα ζήσει μαζί μου, τους απάντησε. Μετά από τα τελευταία κατορθώματα του πατέρα της, πείστηκε επιτέλους κι αυτή ότι για την οικογένειά τους δεν υπήρχε σωτηρία. Η κόρη της την είχε ενημερώσει ήδη γι’ αυτά που έκανε και γι’ αυτά που προτίθετο να κάνει, της ανακοίνωσε ακόμη και την ώρα και μέρα της σύλληψής της. Κυριακή στις δέκα το πρωί. Η Ντίνα και η Μαργαρίτα κάθονταν όλη νύχτα στην κουζίνα και μιλούσαν με τη μικρή. Την άκουγαν, της μιλούσαν, τη ρωτούσαν, καθώς η Γεωργία συνέχιζε ατάραχη τον ύπνο της, ενώ η Ελευθερία, την οποία είχαν αφήσει έξω απ’ την υπόθεση, έριχνε πού και πού περαστικές ματιές προς το μέρος τους, πηγαινοερχόμενη στο δωμάτιό της. Η ένταση της στιγμής είχε συνεπάρει κι εκείνη. Στο μεταξύ ο Ιωάννου με τον Τεκ και την Χρυσοστόμου, μελετούσαν το θέμα του Γεωργίου. Άγριος άνθρωπος. Μπορούσε να το διακρίνει κανείς απ’ τις φωτογραφίες που πήραν απ’ το σπίτι του, αλλά κι απ’ αυτές που υπήρχαν φακελωμένες στα ηλεκτρονικά αρχεία των ΚΕΠ. Μικρά ανήσυχα ρυτιδωμένα μάτια, τσιτωμένο κορμί, μόνιμα αγέλαστος. Ακόμη και στις φωτογραφίες του γάμου του δε χαμογελά, μοιάζει απλά να διεκπεραιώνει με το ζόρι μια υποχρέωση. Η ζωή μαζί του θα πρέπει να ήταν ένα συνεχές βάσανο για τη γυναίκα και την κόρη του. Η πρώτη, στη σύντομη συνομιλία που είχαν, του έδωσε κάποια στοιχεία για το ποιόν του, τα οποία θα του εξασφάλιζαν μια μακρόχρονη θητεία στη φυλακή. Κλοπές, απάτες, άλλες βιαιοπραγίες για τις οποίες έμαθε από τρίτους. Κι η κόρη τους έδωσε μια κάρτα μνήμης που περιείχε στοιχεία για την κακοποίηση την οποία υπέστησαν. Φωτογραφίες που έβγαλε η μια την άλλη, ιατρικές εξετάσεις σε ιδιώτη γιατρό, ακόμη κι ένα βίντεο. Η Χρυσοστόμου, για πρώτη φορά από τη στιγμή που άρχισε να δουλεύει στη διερεύνηση της υπόθεσης έμοιαζε να βρίσκεται σε κατάσταση σοκ. Δεν μπορούσαν τα μάτια της να συνηθίσουν όλη αυτή τη φρίκη. Από την άλλη ο Τεκ ήταν ατάραχος, σα μηχανή. Είδα πολύ χειρότερα, είπε. Μάλλον στο ίντερνετ θα τα είδε. Άλλο όμως το να βλέπεις εικόνες στο ίντερνετ ή στις ταινίες, και άλλο όταν ένα από τα θύματα βρίσκεται στο διπλανό δωμάτιο. Μέχρι να φτάσει το τέλος της νύχτας είχαν μαζέψει ένα σωρό επιβαρυντικά στοιχεία για τον Γεωργίου. Το χάραμα τους βρήκε όλους να πίνουν καφέ στο τραπέζι της κουζίνας και την Αντριάνα να κοιμάται αποκαμωμένη, αλλά ίσως κι ανακουφισμένη στο κρεβάτι της Μαργαρίτας. Η Γεωργία είχε ξυπνήσει ήδη και βάλθηκε να φτιάχνει ομελέτες και τοστ για όλους. Κάποια στιγμή η ματιά της έπεσε στις φωτογραφίες τον κακοποιημένων γυναικών και για πρώτη και τελευταία φορά από τη στιγμή που άρχισε να ξετυλίγεται το κουβάρι αυτής της υπόθεσης έκανε ένα σχόλιο: Ελπίζω αυτός που τα έκανε όλ’ αυτά να είναι νεκρός…
Δεν ήταν νεκρός. Ζωντανός ήταν και πονούσε. Τις τελευταίες ώρες τις πέρασε μέσα σε μια δίχως τέλος αγωνία. Γνώρισε ένα πρόσωπο της γυναίκας του που δε θα μπορούσε καν να φανταστεί. Του έριχνε γροθιές και χαστούκια, του χαράκωνε με το στιλέτο το κορμί, τον ειρωνευόταν, περίπαιζε τον ανδρισμό του που χάθηκε κάτω απ’ τα χεσμένα του βρακιά, τού έλεγε ότι τα βάσανά του ήταν πίσω ακόμη. Κι εκείνος καθόταν εκεί πονεμένος, τρομαγμένος, καταϊδρωμένος κάτω από το δυνατό φως του προβολέα και την άκουγε. Αν μπορούσε να πεθάνει, έτσι στη στιγμή, θα το έκανε, αλλά δεν είχε αυτή την πολυτέλεια. Η Μαρία έμοιαζε εξασκημένη, έτοιμη από καιρό, να τον υποβάλει σ’ αυτά τα βασανιστήρια. Ίσως ν’ άρχισε να τα σχεδιάζει από τότε, απ’ την πρώτη φορά που την χτύπησε. Έμοιαζε να ξέρει τα όριά του. Του προκαλούσε πόνο ακολουθώντας λες κάποιο σύστημα, αρκετό για να τον βασανίσει, αλλά όχι για να το κάνει να χάσει τις αισθήσεις του. Λίγο πριν να ξημερώσει, τώρα πάμε γι’ άλλα, τού είπε. Και πήρε στα χέρια της την πένσα. Και άρχισε να σπάει ένα-ένα τα δάχτυλα του αριστερού του χεριού, του πιο αδύνατου. Σχεδόν μπορούσε να τον ακούει να στριγγλίζει κάτω από την κολλητική ταινία, έβλεπε την οδύνη στα μάτια του, αλλά συνέχισε ατάραχη μέχρι που τελείωσε. Τότε του έδωσε μια ανάσα χρόνου για να συνηθίσει στον πόνο και να ανακουφιστεί λίγο, προτού περάσει στο δραματικό φινάλε. Άγγιξε το δεξί του χέρι που έσφιγγε, δεμένο καθώς ήταν, το χερούλι της καρέκλας και του είπε: αυτό το χέρι δε θα χτυπήσει ποτέ ξανά κανένα. Το τελευταίο πράγμα που πρόλαβε να δει προτού λιποθυμήσει ήταν το χέρι της να υψώνεται στον αέρα κρατώντας το τσεκούρι, το τελευταίο που άκουσε τον ήχο του όπλου καθώς ερχόταν σε επαφή με τον καρπό του, έσκιζε το δέρμα και έσπαγε το κόκκαλο.
Όταν έφτασαν στο εργοστάσιο ο χοντρός με την Ντίνα και τον Σωτηρίου, νόμιζαν ότι η γυναίκα αθέτησε την υπόσχεσή της και τον σκότωσε, αλλά όχι, τον είχε μόνο σακατέψει. Ένας αστυνομικός του ανακοίνωσε τη σύλληψή του και ένα ασθενοφόρο που ήταν στην αναμονή, τον οδήγησε στο νοσοκομείο, όπου θα περιθαλπόταν υπό φρούρηση. Η γυναίκα παραδόθηκε αμέσως, χωρίς να προβάλει καμία αντίσταση. Εξάλλου ήταν εκείνη που τους είχε οδηγήσει εκεί, μ’ ένα τηλεφώνημα λίγα λεπτά πριν τις δέκα το πρωί. Καθώς την οδηγούσαν στον αστυνομικό σταθμό, ο κόσμος έβγαινε απ’ τις εκκλησίες. Η μέρα προμηνυόταν και πάλι θερμή.
Η ανάκρισή της δεν κράτησε και πολύ. Απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις τους χωρίς να διστάσει και υπέγραψε πρόθυμα την ομολογία της. Τους έλυσε και όποιες μικροαπορίες είχαν. Μια και μόνο φορά φάνηκε να χάνει την παροιμιώδη ψυχραιμία της, όταν τους ρώτησε για την κόρη της. Ο Σωτηρίου και ο Ιωάννου αντάλλαξαν μια σιωπηλή ματιά και μετά ο πρώτος αποχώρησε.
«Θα τη βγάλει καθαρή. Θα μπορούσαμε να την κατηγορήσουμε για συνομωσία στη διάπραξη απαγωγής, αλλά συμφωνήσαμε όλοι, ότι είναι αθώα. Μιλήσαμε ήδη με την εισαγγελία και δε θα προσάψει κατηγορίες. Σε ό,τι αφορά το θέμα της κηδεμονίας θα πάρει λίγο χρόνο, αλλά δε νομίζω να υπάρξει πρόβλημα από τη στιγμή που η μητέρα σας είναι η πιο στενή της συγγενής».
«Θα είναι ασφαλής όμως;»
«Γιατί να μην είναι;»
«Ο Γρηγόρης, ο αδελφός του άντρα μου, ίσως θελήσει να την εκδικηθεί. Από τη στιγμή που δεν μπορεί να αγγίξει εμένα σίγουρα εκείνη θα είναι το θύμα του. Απ’ την ίδια πάστα είναι φτιαγμένοι οι δυο τους…»
«Γρηγόρης Γεωργίου λοιπόν! Τι ξέρεις γι’ αυτόν; Πού μπορούμε να τον βρούμε; Ξέρεις αν έχει καμιά σχέση με τις βρομοδουλειές του άντρα σου;»
«Συγκεκριμένα δεν ξέρω. Εξάλλου ασχολείται με των άλλων τις βρομοδουλειές. Θαρρώ τον ξέρεις…»
«Ο Γρήγορης;» ρώτησε σχεδόν ψιθυριστά ο χοντρός.
«Αυτός…»
Φώναξε τον αστυνομικό που στέκονταν φρουρός στην πόρτα του γραφείου του αρχηγού, όπου βρίσκονταν μέχρι τότε, και τον διέταξε να μπει μέσα και να μην αφήσει τη γυναίκα απ’ τα μάτια του. Όχι φοβόταν πώς θα δραπετεύσει, αλλά δεν απέκλειε το ενδεχόμενο να προσπαθήσει να κάνει κακό στον εαυτό της. Πήγε και βρήκε την Ντίνα που ήταν αραγμένη στο γραφείο του και μάλλον έγραφε τη σχετική αναφορά.
«Ο Τεκ κι η Χρυσοστόμου πού είναι;»
«Κάπου εδώ τριγύρω. Δε θα έφευγαν αν δεν τους έλεγες εσύ να το κάνουν. Τι τρέχει;»
«Πρέπει να βγούμε στο κυνήγι…»
«Για λαγό;»
«Για τον Γρηγόρη…»
Πετάχτηκε πάνω.
«Θέλω κι εγώ να παίξω», είπε αποφασιστικά.
«Λυπάμαι, Ντίνα, αλλά όχι αυτή τη φορά. Εξάλλου ούτε και τους άλλους θα τους πάρω μαζί μου. Απλά τους χρειάζομαι για να κάνουν τα μαγικά τους, ενώ κι εσύ είσαι ήδη φορτωμένη με ένα σωρό πράγματα. Ο Γρηγόρης είναι αδελφός του Γεωργίου. Πρέπει να βρούμε ένα νομότυπο τρόπο να τον συλλάβουμε, αφού η γυναίκα φοβάται για τη ζωή της κόρης της. Είναι σίγουρη ότι εκείνος θα θέλει να την εκδικηθεί…»
«Βρε πώς μπλέξαμε έτσι;»
«Ποιος ξέρει; Ίσως πιάσουμε μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια. Όσο ζω ελπίζω…»
«Κι απελπίζομαι», συμπλήρωσε απαισιόδοξα εκείνη. «Ο Πιγκουΐνος δεν είναι ερασιτέχνης, ξέρει να καλύπτει τα νότα του. Ακόμη κι αν συλλάβουμε τον Γρηγόρη δε νομίζω ότι θα μας πει κάτι για να βλάψει το μεγάλο αφεντικό, αφού το χέρι του είναι μακρύ…»
«Μακρύ, κοντό, δεν έχει σημασία. Αυτό που έχει σημασία είναι να κάνουμε αυτό που επιβάλλει το καθήκον. Ας γίνουμε οι πρώτοι που δε θα αγνοήσουν τα αιτήματα αυτής της γυναίκας».
«Αφεντικό, μας χρειάζεσαι;» τους διέκοψε η φωνή της Χρυσοστόμου.
«Και τους δύο. Τεκ, ψάχνοντας ψες για τον Γεωργίου βρήκες κάτι για τον αδελφό του;»
«Ανακάλυψα μόνο ότι υπάρχει, αλλά δεν είχα το χρόνο να ασχοληθώ μ’ αυτόν. Να το κάνω τώρα;»
«Υπάρχει ήδη φάκελος στο σύστημα. Άρχισε από αυτόν. Α, και κάτι άλλο: πιστεύεις ότι υπάρχει τρόπος να παρακολουθούμε τις κινήσεις του από μακριά, χωρίς να γίνουμε αντιληπτοί;»
«Εξαρτάται. Ξέρετε τι τηλέφωνο έχει;»
«Απ’ αυτό νομίζω». Του έδειξε το δικό του.
«Δυστυχώς η τεχνολογία του μεσαίωνα δε μας βοηθά, εκτός κι αν ζητήσουμε τη βοήθεια της εταιρείας τηλεπικοινωνιών, κάτι για το οποίο υποθέτω χρειαζόμαστε ένταλμα. Αλλά και τότε θα μπορούμε να τον εντοπίσουμε στο περίπου και όταν κάνει κλήση. Αν το κινητό του είχε GPS, τότε…»
«Το αμάξι του Πιγκουΐνου!» πετάχτηκε στη μέση η Ντίνα.
«Saab. Ολοκαίνουριο. Με όλα τα έξτρα που λένε. Κάνει;»
«Ίσως να κάνει», απάντησε χαμογελώντας ο Τεκ και στρώθηκε μπροστά από την οθόνη του.
«Εμένα τι με χρειάζεστε;» ρώτησε η Χρυσοστόμου.
«Εσύ είσαι η επιστήμονας εδώ μέσα. Γνωρίζεις ήδη τις λεπτομέρειες της υπόθεσης, πώς θα κυλήσουν από δω και πέρα τα πράγματα. Τη Γεωργίου θα την οδηγήσουμε σήμερα στο δικαστήριο για να βγάλουμε διάταγμα κράτησης, αλλά νομίζω ότι για την ώρα είναι ασφαλής, αφού το θέμα μόλις που πρόλαβε να βγει στις ειδήσεις. Σε θέλω να σκεφτείς: πού, πότε και πώς θα μπορούσε να απειλήσει κάποιος τη ζωή είτε της ίδιας, είτε της κόρης της. Πρέπει να καταστρώσουμε ένα σχέδιο για τις κινήσεις τους, ώστε να μη βρεθούν ποτέ σε κίνδυνο. Τι λες; Θα τα καταφέρεις;»
«Θα κάνω ό,τι μπορώ…»
«Φρόντισε να είναι αρκετό».
Δεν της το είπε ειρωνικά, αλλά μάλλον σα να προσπαθούσε να της δώσει κουράγιο, ή να της δηλώσει ότι πίστευε στις ικανότητές της, αφού το συνόδευσε μ’ ένα χαμόγελο. Προτού αποχωρήσει έδωσε και τη χαριστική βολή κάνοντας την Ντίνα να πεταχτεί σχεδόν από το κάθισμά της – το δικό του κάθισμα δηλαδή.
«Ήθελα να σας πω πως, παρά το ότι δε συλλάβαμε εμείς τη δολοφόνο αλλά μας παραδόθηκε, κάνατε εκπληκτική δουλειά. Ελπίζω να συνεχίσετε έτσι…»
Κλείνοντας την πόρτα άφησε πίσω του ένα απορημένο χαμόγελο, ένα πλατιά ικανοποιημένο κι ένα σχεδόν αδιάφορο.
«Γερνάει ο καημένος κι άρχισε να μεταμορφώνεται σε άνθρωπο», είπε η Ντίνα γεμίζοντας με γέλια τη στιγμιαία σιωπή.
Εκείνος, που κοντοστάθηκε έξω από την πόρτα, την άκουσε και έκανε και πάλι να στρίψει παιχνιδιάρικα το μουστάκι του. Διάολε, σκέφτηκε, πρέπει ν’ αφήσω μουστάκι, και πήγε να βρει τον αρχηγό. Είχαν πολλά να συζητήσουν. Στο τραπέζι της κυρίας Γεωργίας, αυτό το μεσημέρι Κυριακής θα γευμάτιζαν μόνο γυναίκες.
Συνεχίζεται
Η εικόνα κλεμμένη από εδώ
Vilmos Kondor – Budapest Noir
-
Αγορά από το Book Depository
Υποθέτω ότι ο τίτλος τα λέει όλα: Εδώ όντως έχουμε ένα νουάρ από τη
Βουδαπέστη. Όχι ωστόσο ένα σύγχρονο νουάρ, αφού τα γεγονό...
Πριν από 2 ημέρες






