Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2011

Στιλέτο - Κεφάλαιο 21

Ο Σωτηρίου δεν ήξερε τι έπρεπε να κάνει – να γελάσει ή να κλάψει; Από τη μια ήταν χαρούμενος για το γεγονός ότι ανακάλυψαν τη δολοφόνο, αλλά από την άλλη ένιωθε θυμωμένος επειδή δεν μπόρεσαν ακόμη να τη συλλάβουν. Για όλ’ αυτά που συνέβησαν, σκεφτόταν, έφερε κι ο ίδιος ευθύνη. Αν δεν είχε αφήσει τόσο χαλαρά τα λουριά, αν είχε δώσει σαφείς οδηγίες να διερευνώνται όλες οι καταγγελίες, αν δεν έβαζε κι αυτός το λιθαράκι του στο δημοσιοϋπαλληλικό οικοδόμημα του Σώματος, τότε όλα θα ήταν αλλιώς. Ωστόσο δεν ήταν αργά για να διορθώσει τα πράγματα, όχι απελπιστικά αργά. Η γυναίκα, όπως είπε στον χοντρό, θα παραδιδόταν την επόμενη μέρα. Ο άντρας της ήταν ζωντανός, αλλά όχι και στην καλύτερη κατάσταση. Αφού δεν τη βοήθησε κανείς τον ανάγκασε εκείνη η ίδια να πληρώσει για τα εγκλήματά του. Κάπου τη λυπόταν. Εμείς τη φέραμε ως εδώ, σκεφτόταν. Όμως δεν μπορούσε να την αφήσει ελεύθερη κιόλας. Σκότωσε τέσσερα άτομα. Τέσσερις αστυνομικούς. Τώρα πια όλα έπρεπε να αλλάξουν. Δεν του άρεσε ο τρόπος που λειτούργησε μαζί της ο Ιωάννου, αλλά τουλάχιστον την έπεισε να μη ρίξει τον εαυτό της σ’ ένα χειρότερο λάκκο απ’ αυτόν που ήδη βρίσκεται. Εξάλλου ήταν αυτός που την ανακάλυψε. Πάντα αυτός. Κάπως θα ξελασπώσουν και πάλι. Και μετά…

Ρώτησαν την Αντριάνα αν της είπε η μάνα της τι θα έπρεπε να κάνει μετά από τη σύλληψή της. Θα έρθει η γιαγιά απ’ το χωριό και θα ζήσει μαζί μου, τους απάντησε. Μετά από τα τελευταία κατορθώματα του πατέρα της, πείστηκε επιτέλους κι αυτή ότι για την οικογένειά τους δεν υπήρχε σωτηρία. Η κόρη της την είχε ενημερώσει ήδη γι’ αυτά που έκανε και γι’ αυτά που προτίθετο να κάνει, της ανακοίνωσε ακόμη και την ώρα και μέρα της σύλληψής της. Κυριακή στις δέκα το πρωί. Η Ντίνα και η Μαργαρίτα κάθονταν όλη νύχτα στην κουζίνα και μιλούσαν με τη μικρή. Την άκουγαν, της μιλούσαν, τη ρωτούσαν, καθώς η Γεωργία συνέχιζε ατάραχη τον ύπνο της, ενώ η Ελευθερία, την οποία είχαν αφήσει έξω απ’ την υπόθεση, έριχνε πού και πού περαστικές ματιές προς το μέρος τους, πηγαινοερχόμενη στο δωμάτιό της. Η ένταση της στιγμής είχε συνεπάρει κι εκείνη. Στο μεταξύ ο Ιωάννου με τον Τεκ και την Χρυσοστόμου, μελετούσαν το θέμα του Γεωργίου. Άγριος άνθρωπος. Μπορούσε να το διακρίνει κανείς απ’ τις φωτογραφίες που πήραν απ’ το σπίτι του, αλλά κι απ’ αυτές που υπήρχαν φακελωμένες στα ηλεκτρονικά αρχεία των ΚΕΠ. Μικρά ανήσυχα ρυτιδωμένα μάτια, τσιτωμένο κορμί, μόνιμα αγέλαστος. Ακόμη και στις φωτογραφίες του γάμου του δε χαμογελά, μοιάζει απλά να διεκπεραιώνει με το ζόρι μια υποχρέωση. Η ζωή μαζί του θα πρέπει να ήταν ένα συνεχές βάσανο για τη γυναίκα και την κόρη του. Η πρώτη, στη σύντομη συνομιλία που είχαν, του έδωσε κάποια στοιχεία για το ποιόν του, τα οποία θα του εξασφάλιζαν μια μακρόχρονη θητεία στη φυλακή. Κλοπές, απάτες, άλλες βιαιοπραγίες για τις οποίες έμαθε από τρίτους. Κι η κόρη τους έδωσε μια κάρτα μνήμης που περιείχε στοιχεία για την κακοποίηση την οποία υπέστησαν. Φωτογραφίες που έβγαλε η μια την άλλη, ιατρικές εξετάσεις σε ιδιώτη γιατρό, ακόμη κι ένα βίντεο. Η Χρυσοστόμου, για πρώτη φορά από τη στιγμή που άρχισε να δουλεύει στη διερεύνηση της υπόθεσης έμοιαζε να βρίσκεται σε κατάσταση σοκ. Δεν μπορούσαν τα μάτια της να συνηθίσουν όλη αυτή τη φρίκη. Από την άλλη ο Τεκ ήταν ατάραχος, σα μηχανή. Είδα πολύ χειρότερα, είπε. Μάλλον στο ίντερνετ θα τα είδε. Άλλο όμως το να βλέπεις εικόνες στο ίντερνετ ή στις ταινίες, και άλλο όταν ένα από τα θύματα βρίσκεται στο διπλανό δωμάτιο. Μέχρι να φτάσει το τέλος της νύχτας είχαν μαζέψει ένα σωρό επιβαρυντικά στοιχεία για τον Γεωργίου. Το χάραμα τους βρήκε όλους να πίνουν καφέ στο τραπέζι της κουζίνας και την Αντριάνα να κοιμάται αποκαμωμένη, αλλά ίσως κι ανακουφισμένη στο κρεβάτι της Μαργαρίτας. Η Γεωργία είχε ξυπνήσει ήδη και βάλθηκε να φτιάχνει ομελέτες και τοστ για όλους. Κάποια στιγμή η ματιά της έπεσε στις φωτογραφίες τον κακοποιημένων γυναικών και για πρώτη και τελευταία φορά από τη στιγμή που άρχισε να ξετυλίγεται το κουβάρι αυτής της υπόθεσης έκανε ένα σχόλιο: Ελπίζω αυτός που τα έκανε όλ’ αυτά να είναι νεκρός…

Δεν ήταν νεκρός. Ζωντανός ήταν και πονούσε. Τις τελευταίες ώρες τις πέρασε μέσα σε μια δίχως τέλος αγωνία. Γνώρισε ένα πρόσωπο της γυναίκας του που δε θα μπορούσε καν να φανταστεί. Του έριχνε γροθιές και χαστούκια, του χαράκωνε με το στιλέτο το κορμί, τον ειρωνευόταν, περίπαιζε τον ανδρισμό του που χάθηκε κάτω απ’ τα χεσμένα του βρακιά, τού έλεγε ότι τα βάσανά του ήταν πίσω ακόμη. Κι εκείνος καθόταν εκεί πονεμένος, τρομαγμένος, καταϊδρωμένος κάτω από το δυνατό φως του προβολέα και την άκουγε. Αν μπορούσε να πεθάνει, έτσι στη στιγμή, θα το έκανε, αλλά δεν είχε αυτή την πολυτέλεια. Η Μαρία έμοιαζε εξασκημένη, έτοιμη από καιρό, να τον υποβάλει σ’ αυτά τα βασανιστήρια. Ίσως ν’ άρχισε να τα σχεδιάζει από τότε, απ’ την πρώτη φορά που την χτύπησε. Έμοιαζε να ξέρει τα όριά του. Του προκαλούσε πόνο ακολουθώντας λες κάποιο σύστημα, αρκετό για να τον βασανίσει, αλλά όχι για να το κάνει να χάσει τις αισθήσεις του. Λίγο πριν να ξημερώσει, τώρα πάμε γι’ άλλα, τού είπε. Και πήρε στα χέρια της την πένσα. Και άρχισε να σπάει ένα-ένα τα δάχτυλα του αριστερού του χεριού, του πιο αδύνατου. Σχεδόν μπορούσε να τον ακούει να στριγγλίζει κάτω από την κολλητική ταινία, έβλεπε την οδύνη στα μάτια του, αλλά συνέχισε ατάραχη μέχρι που τελείωσε. Τότε του έδωσε μια ανάσα χρόνου για να συνηθίσει στον πόνο και να ανακουφιστεί λίγο, προτού περάσει στο δραματικό φινάλε. Άγγιξε το δεξί του χέρι που έσφιγγε, δεμένο καθώς ήταν, το χερούλι της καρέκλας και του είπε: αυτό το χέρι δε θα χτυπήσει ποτέ ξανά κανένα. Το τελευταίο πράγμα που πρόλαβε να δει προτού λιποθυμήσει ήταν το χέρι της να υψώνεται στον αέρα κρατώντας το τσεκούρι, το τελευταίο που άκουσε τον ήχο του όπλου καθώς ερχόταν σε επαφή με τον καρπό του, έσκιζε το δέρμα και έσπαγε το κόκκαλο.

Όταν έφτασαν στο εργοστάσιο ο χοντρός με την Ντίνα και τον Σωτηρίου, νόμιζαν ότι η γυναίκα αθέτησε την υπόσχεσή της και τον σκότωσε, αλλά όχι, τον είχε μόνο σακατέψει. Ένας αστυνομικός του ανακοίνωσε τη σύλληψή του και ένα ασθενοφόρο που ήταν στην αναμονή, τον οδήγησε στο νοσοκομείο, όπου θα περιθαλπόταν υπό φρούρηση. Η γυναίκα παραδόθηκε αμέσως, χωρίς να προβάλει καμία αντίσταση. Εξάλλου ήταν εκείνη που τους είχε οδηγήσει εκεί, μ’ ένα τηλεφώνημα λίγα λεπτά πριν τις δέκα το πρωί. Καθώς την οδηγούσαν στον αστυνομικό σταθμό, ο κόσμος έβγαινε απ’ τις εκκλησίες. Η μέρα προμηνυόταν και πάλι θερμή.

Η ανάκρισή της δεν κράτησε και πολύ. Απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις τους χωρίς να διστάσει και υπέγραψε πρόθυμα την ομολογία της. Τους έλυσε και όποιες μικροαπορίες είχαν. Μια και μόνο φορά φάνηκε να χάνει την παροιμιώδη ψυχραιμία της, όταν τους ρώτησε για την κόρη της. Ο Σωτηρίου και ο Ιωάννου αντάλλαξαν μια σιωπηλή ματιά και μετά ο πρώτος αποχώρησε.
     «Θα τη βγάλει καθαρή. Θα μπορούσαμε να την κατηγορήσουμε για συνομωσία στη διάπραξη απαγωγής, αλλά συμφωνήσαμε όλοι, ότι είναι αθώα. Μιλήσαμε ήδη με την εισαγγελία και δε θα προσάψει κατηγορίες. Σε ό,τι αφορά το θέμα της κηδεμονίας θα πάρει λίγο χρόνο, αλλά δε νομίζω να υπάρξει πρόβλημα από τη στιγμή που η μητέρα σας είναι η πιο στενή της συγγενής».
     «Θα είναι ασφαλής όμως;»
     «Γιατί να μην είναι;»
     «Ο Γρηγόρης, ο αδελφός του άντρα μου, ίσως θελήσει να την εκδικηθεί. Από τη στιγμή που δεν μπορεί να αγγίξει εμένα σίγουρα εκείνη θα είναι το θύμα του. Απ’ την ίδια πάστα είναι φτιαγμένοι οι δυο τους…»
     «Γρηγόρης Γεωργίου λοιπόν! Τι ξέρεις γι’ αυτόν; Πού μπορούμε να τον βρούμε; Ξέρεις αν έχει καμιά σχέση με τις βρομοδουλειές του άντρα σου;»
     «Συγκεκριμένα δεν ξέρω. Εξάλλου ασχολείται με των άλλων τις βρομοδουλειές. Θαρρώ τον ξέρεις…»
     «Ο Γρήγορης;» ρώτησε σχεδόν ψιθυριστά ο χοντρός.
     «Αυτός…»
     Φώναξε τον αστυνομικό που στέκονταν φρουρός στην πόρτα του γραφείου του αρχηγού, όπου βρίσκονταν μέχρι τότε, και τον διέταξε να μπει μέσα και να μην αφήσει τη γυναίκα απ’ τα μάτια του. Όχι φοβόταν πώς θα δραπετεύσει, αλλά δεν απέκλειε το ενδεχόμενο να προσπαθήσει να κάνει κακό στον εαυτό της. Πήγε και βρήκε την Ντίνα που ήταν αραγμένη στο γραφείο του και μάλλον έγραφε τη σχετική αναφορά.
     «Ο Τεκ κι η Χρυσοστόμου πού είναι;»
     «Κάπου εδώ τριγύρω. Δε θα έφευγαν αν δεν τους έλεγες εσύ να το κάνουν. Τι τρέχει;»
     «Πρέπει να βγούμε στο κυνήγι…»
     «Για λαγό;»
     «Για τον Γρηγόρη…»
     Πετάχτηκε πάνω.
     «Θέλω κι εγώ να παίξω», είπε αποφασιστικά.
     «Λυπάμαι, Ντίνα, αλλά όχι αυτή τη φορά. Εξάλλου ούτε και τους άλλους θα τους πάρω μαζί μου. Απλά τους χρειάζομαι για να κάνουν τα μαγικά τους, ενώ κι εσύ είσαι ήδη φορτωμένη με ένα σωρό πράγματα. Ο Γρηγόρης είναι αδελφός του Γεωργίου. Πρέπει να βρούμε ένα νομότυπο τρόπο να τον συλλάβουμε, αφού η γυναίκα φοβάται για τη ζωή της κόρης της. Είναι σίγουρη ότι εκείνος θα θέλει να την εκδικηθεί…»
     «Βρε πώς μπλέξαμε έτσι;»
     «Ποιος ξέρει; Ίσως πιάσουμε μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια. Όσο ζω ελπίζω…»
     «Κι απελπίζομαι», συμπλήρωσε απαισιόδοξα εκείνη. «Ο Πιγκουΐνος δεν είναι ερασιτέχνης, ξέρει να καλύπτει τα νότα του. Ακόμη κι αν συλλάβουμε τον Γρηγόρη δε νομίζω ότι θα μας πει κάτι για να βλάψει το μεγάλο αφεντικό, αφού το χέρι του είναι μακρύ…»
     «Μακρύ, κοντό, δεν έχει σημασία. Αυτό που έχει σημασία είναι να κάνουμε αυτό που επιβάλλει το καθήκον. Ας γίνουμε οι πρώτοι που δε θα αγνοήσουν τα αιτήματα αυτής της γυναίκας».
     «Αφεντικό, μας χρειάζεσαι;» τους διέκοψε η φωνή της Χρυσοστόμου.
     «Και τους δύο. Τεκ, ψάχνοντας ψες για τον Γεωργίου βρήκες κάτι για τον αδελφό του;»
     «Ανακάλυψα μόνο ότι υπάρχει, αλλά δεν είχα το χρόνο να ασχοληθώ μ’ αυτόν. Να το κάνω τώρα;»
     «Υπάρχει ήδη φάκελος στο σύστημα. Άρχισε από αυτόν. Α, και κάτι άλλο: πιστεύεις ότι υπάρχει τρόπος να παρακολουθούμε τις κινήσεις του από μακριά, χωρίς να γίνουμε αντιληπτοί;»
     «Εξαρτάται. Ξέρετε τι τηλέφωνο έχει;»
     «Απ’ αυτό νομίζω». Του έδειξε το δικό του.
     «Δυστυχώς η τεχνολογία του μεσαίωνα δε μας βοηθά, εκτός κι αν ζητήσουμε τη βοήθεια της εταιρείας τηλεπικοινωνιών, κάτι για το οποίο υποθέτω χρειαζόμαστε ένταλμα. Αλλά και τότε θα μπορούμε να τον εντοπίσουμε στο περίπου και όταν κάνει κλήση. Αν το κινητό του είχε GPS, τότε…»
     «Το αμάξι του Πιγκουΐνου!» πετάχτηκε στη μέση η Ντίνα.
     «Saab. Ολοκαίνουριο. Με όλα τα έξτρα που λένε. Κάνει;»
     «Ίσως να κάνει», απάντησε χαμογελώντας ο Τεκ και στρώθηκε μπροστά από την οθόνη του.
     «Εμένα τι με χρειάζεστε;» ρώτησε η Χρυσοστόμου.
     «Εσύ είσαι η επιστήμονας εδώ μέσα. Γνωρίζεις ήδη τις λεπτομέρειες της υπόθεσης, πώς θα κυλήσουν από δω και πέρα τα πράγματα. Τη Γεωργίου θα την οδηγήσουμε σήμερα στο δικαστήριο για να βγάλουμε διάταγμα κράτησης, αλλά νομίζω ότι για την ώρα είναι ασφαλής, αφού το θέμα μόλις που πρόλαβε να βγει στις ειδήσεις. Σε θέλω να σκεφτείς: πού, πότε και πώς θα μπορούσε να απειλήσει κάποιος τη ζωή είτε της ίδιας, είτε της κόρης της. Πρέπει να καταστρώσουμε ένα σχέδιο για τις κινήσεις τους, ώστε να μη βρεθούν ποτέ σε κίνδυνο. Τι λες; Θα τα καταφέρεις;»
     «Θα κάνω ό,τι μπορώ…»
     «Φρόντισε να είναι αρκετό».
     Δεν της το είπε ειρωνικά, αλλά μάλλον σα να προσπαθούσε να της δώσει κουράγιο, ή να της δηλώσει ότι πίστευε στις ικανότητές της, αφού το συνόδευσε μ’ ένα χαμόγελο. Προτού αποχωρήσει έδωσε και τη χαριστική βολή κάνοντας την Ντίνα να πεταχτεί σχεδόν από το κάθισμά της – το δικό του κάθισμα δηλαδή.
     «Ήθελα να σας πω πως, παρά το ότι δε συλλάβαμε εμείς τη δολοφόνο αλλά μας παραδόθηκε, κάνατε εκπληκτική δουλειά. Ελπίζω να συνεχίσετε έτσι…»
     Κλείνοντας την πόρτα άφησε πίσω του ένα απορημένο χαμόγελο, ένα πλατιά ικανοποιημένο κι ένα σχεδόν αδιάφορο.
     «Γερνάει ο καημένος κι άρχισε να μεταμορφώνεται σε άνθρωπο», είπε η Ντίνα γεμίζοντας με γέλια τη στιγμιαία σιωπή.
     Εκείνος, που κοντοστάθηκε έξω από την πόρτα, την άκουσε και έκανε και πάλι να στρίψει παιχνιδιάρικα το μουστάκι του. Διάολε, σκέφτηκε, πρέπει ν’ αφήσω μουστάκι, και πήγε να βρει τον αρχηγό. Είχαν πολλά να συζητήσουν. Στο τραπέζι της κυρίας Γεωργίας, αυτό το μεσημέρι Κυριακής θα γευμάτιζαν μόνο γυναίκες.

Συνεχίζεται


Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2011

Στιλέτο - Κεφάλαιο 20

Μαζεύτηκαν στο σπίτι του μισή ώρα νωρίτερα απ’ ό,τι τους είχε πει. Ήταν και οι δυο τους ευχάριστα ασυνεπείς. Ευτυχώς η Γεωργία είχε ήδη ετοιμάσει το φαγητό: μακαρόνια τρικολόρε με φρέσκα κρέμα και τα λοιπά σχετικά. Η Ντίνα, μετά από έναν υπνάκο που έριξε στο κρεβάτι της Ελευθερίας, που είχε πάει στο σπίτι κάποιας φίλης της λέει για να διαβάσουν μαζί, μοιάζει τώρα αναζωογονημένη. Κάθονται έξω, κάτω από την κληματαριά και απολαμβάνουν το δείπνο τους παίρνοντας πού και πού σήματα δροσιάς από ένα αεράκι που πασχίζει να κάνει την παρουσία του αισθητή. Μαζί τους είναι και η Μαργαρίτα. Αποφάσισε να μη βγει έξω απόψε, αφού όπως λέει βαριέται να βγαίνει κάθε νύχτα. Και δε θα συγχωρέσει, υποστηρίζει, ποτέ την Ντίνα που την έστησε την προηγούμενη, αλλά τη συγχώρεσε ήδη. Ένα νεανικό αντίγραφο του πατέρα μου είναι, σκέφτεται, χωρίς την κοιλιά και τις τρίχες. Χαμογελά στον εαυτό της. Της αρέσει πολύ η Ντίνα. Δυναμική, γαλήνια, ξεροκέφαλη, μοιάζει να ξέρει τι ζητά απ’ τη ζωή, σε αντίθεση με την ίδια που ακόμη ψάχνεται. Απόψε θα καθίσει μαζί τους γύρω από το τραπέζι των συνεδριάσεων στο σαλόνι και θα προσπαθήσει, αν μπορεί, να τους βοηθήσει. Όταν το ζήτησε απ’ τον πατέρα της, εκείνος δεν της απάντησε αμέσως. Κοίταξε την Ντίνα, που του έγνεψε καταφατικά. Μετά στράφηκε στους άλλους δύο. Όχι πώς χρειαζόταν τη συγκατάθεσή τους, αλλά σα να τους έλεγε με τα μάτια ότι αν συνέβαινε αυτό θα έπρεπε να κρατηθεί μυστικό. Πήραν το μήνυμα. Δε θα ήταν η πρώτη φορά που θα τον βοηθούσε σε μια υπόθεση άλλωστε. Ένα από τα μάντρα του πάντα ήταν το: Χρειάζομαι μια φρέσκα ματιά, κι αυτήν ακριβώς ήταν που θα του προσέφερε. Λίγο πολύ γνώριζε τα της υπόθεσης, αλλά από την τηλεόραση και την εφημερίδα. Αργότερα, όταν θα μάθαινε τις λεπτομέρειες, ίσως να έριχνε στο τραπέζι μια νέα ιδέα.

Βρίσκονται σ’ ένα εγκαταλειμμένο εργοστάσιο στη βιομηχανική περιοχή Στροβόλου. Τον έχει οδηγήσει στο υπόγειο και τον έχει δέσει σε μια παλιά ξύλινη καρέκλα γραφείου, κάτι σαν αυτοκρατορικό κάθισμα δίχως όμως τα μαξιλάρια και τη φινέτσα στο τελείωμα. Κάθεται με τη ράχη ακουμπισμένη πίσω, τα πόδια δεμένα σταυρωτά με το ίδιο χοντρό σκοινί όπως και πριν και τα χέρια απλωμένα μπροστά, εγκλωβισμένα στο ύψος των καρπών. Το μοναδικό μέλος του κορμιού που μπορεί να κουνήσει είναι το κεφάλι του. Εξακολουθεί να είναι φιμωμένος. Πού και πού φτάνει στ’ αυτιά του περαστικά ο ήχος από τον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας-Λεμεσού. Ξέρει πού ακριβώς είναι, κι αυτό ακριβώς είναι που τον φοβίζει καθώς οι πιθανότητες να τον ανακαλύψει κάποιος εκεί είναι μηδαμινές. Τον τυφλώνει το φως ενός προβολέα, που δουλεύει με μπαταρία αυτοκινήτου. Ο χώρος γύρω του, εκτός από ένα τραπέζι και τον βασανιστή του, μοιάζει απόλυτα άδειος, εκεί μέσα δεν κυκλοφορούν ούτε φαντάσματα. Δεν παλεύει πια, δεν αντιστέκεται, παραδόθηκε σε μια μοίρα που μοιάζει προδιαγεγραμμένη. Μέχρι που νιώθει μια σκιά να του κρύβει το φως κι ακούει μια φωνή να τον ρωτά: «Πώς θα ήθελες ν’ αρχίσουμε;». Από το τέλος, θα απαντούσε, αν μπορούσε. Παρελαύνουν μπροστά από τα μάτια του ένα τσεκούρι, μια πένσα και το στιλέτο. Όργανα βασανιστηρίου οικιακής σχεδόν χρήσης. Προσπαθεί να εκλιπαρήσει συμπόνια με τα μάτια, αλλά δεν προλαβαίνει…

Δέκα και μίση. Καλά πήγε το δείπνο, αλλά τώρα είναι η ώρα για δουλειά. Θεόκλειστοι και πάλι στο σαλόνι με τον κλιματισμό στο χαμηλό. Ούτε ζέστη, ούτε κρύο. Η Ντίνα ενημερώνει την Μαργαρίτα με λίγα λόγια για τις υποθέσεις, κι εκείνη ζητά τα στοιχεία που μαζεύτηκαν μέχρι τώρα. Της δίνει τους φακέλους των τεσσάρων δολοφονιών και στρέφει την προσοχή της στους υπόλοιπους.
     «Τεκ, ανακάλυψες κάτι πέρα απ’ τα συνηθισμένα στο φάκελο του Αργυρίου;»
     «Αυτός ήταν σαν εμένα, προτού καταντήσω μπάτσος δηλαδή. Οικόσιτο ζώο. Εννοώ εντελώς οικόσιτο. Κάτι σαν τηλεφωνήτρια. Σπίτι-δουλειά, δουλειά-σπίτι. Και δε μου φαίνεται να έχει αναλάβει ποτέ κάποια υπόθεση στ’ αλήθεια. Κατέγραφε καταγγελίες και παράπονα, τα προωθούσε ή τα καταχωρούσε…»
     «Οπότε…» Άφησε την σκέψη της στη μέση. «Χρυσοστόμου, εσύ τι πιστεύεις;»
     «Τυπικός δημόσιος υπάλληλος. Ερχόταν στη δουλειά, διεκπεραίωνε και έφευγε».
     «Κι όμως, κάτι πρέπει να έχει κάνει. Κάτι που τσάντισε κάποιον. Ντίνα, οι γείτονες τι λένε;» μίλησε για πρώτη φορά ο Ιωάννου.
     «Τα συνηθισμένα τηλεοπτικά: καλός άνθρωπος, ήσυχος, ποτέ δε δημιούργησε πρόβλημα σε κανένα».
     «Η γυναίκα του;»
     «Μάλλον έχει επιστρέψει ήδη. Θα προσπαθούσε να μπει στο ίδιο αεροπλάνο που τη μετέφερε στο Λονδίνο, κι αν δεν τα κατάφερνε θα επέστρεφε με την πρώτη πτήση μετά. Ευτυχώς υπάρχουν πολλές τώρα…»
     «Θα πάμε να τη δούμε το πρωί, αν και δεν πιστεύω να μας βοηθήσει σε τίποτα. Οι λίγοι μάρτυρες που είχαμε μέχρι τώρα δε μας πρόσφεραν και πολλά κι αυτό δεν πιστεύω ότι πρόκειται ν’ αλλάξει. Από την πρώτη στιγμή είχα το προαίσθημα ότι την απάντηση την ξέρουμε ήδη, απλά δεν μπορούμε να τη διακρίνουμε. Ιδέες…»
     «Ο δολοφόνος είναι γυναίκα», πετάχτηκε στη μέση η Μαργαρίτα, προτού προλάβει να μιλήσει άλλος κανείς.

Τον χτύπησε στο κεφάλι με την πένσα και έχασε για λίγο τις αισθήσεις του, αλλά δεν άργησε να συνέλθει. Φρόντισε εκείνη γι’ αυτό, καθώς τον έλουσε μ’ ένα ποτήρι νερό. Ο πόνος στην αρχή ήταν έντονος, αλλά τώρα σιγά σιγά υποχωρεί. Την κοιτάει που τον κοιτάει. Βλέπει το μίσος και την ειρωνεία στα μάτια της καθώς αλλάζει γωνία προσέγγισης και τώρα ο προβολές φωτίζει και το δικό της πρόσωπο. Ποτέ του δεν το περίμενε ότι θα συνέβαινε αυτό. Την υποτίμησε και καλά να πάθει. Για χρόνια και χρόνια την έβγαζε καθαρή με τις μαγκιές του, αλλά η τύχη του τελικά τον εγκατέλειψε, ή μάλλον εκείνος την έδιωξε κλωτσώντας με δύναμη το μισοάδειο ποτήρι της υπομονής. Το παρατράβηξε. Η πλάκα είναι ότι του το είχε πει: έτσι και τολμήσει και το κάνεις αυτό, θα το πληρώσεις ακριβά. Δεν άντεξε, και το έκανε. Και μετά ποιος την είδε και δεν τη φοβήθηκε. Το κουταβάκι μέσα σε λίγες μέρες μεταμορφώθηκε σε λιονταρίνα. Άρχισε να του δείχνει τα δόντια. Και μετά, έτσι στα ξαφνικά εξαφανίστηκε. Πάνω που νόμιζε ότι θα τη γλίτωνε κι αυτή τη φορά όμως έκανε και πάλι την εμφάνισή της. Και τότε όλα στη ζωή του γκρεμίστηκαν…

Για μια στιγμή στο δωμάτιο απλώθηκε η σιωπή. Κοιτούσαν όλοι την Μαργαρίτα και σιωπούσαν. Μα καλά, πότε πρόλαβε κιόλας κι έφτασε σ’ αυτό το συμπέρασμα. Τελικά η Ντίνα κατάλαβε.
     «Τα εγκλήματα ήταν…»
     «Προσωπικές υποθέσεις», συμπλήρωσε την σκέψη της η Χρυσοστόμου.
     «Το στιλέτο. Το μήνυμα: ανίκανος. Η όλη οργάνωση. Όλα μυρίζουν γυναίκα», συνέχισε η Μαργαρίτα. «Και σίγουρα το όνομά της θα υπάρχει σε κάποιους από τους φακέλους ή τις ημερήσιες αναφορές ή πώς αλλιώς τις λέτε…»
     «Γυναίκα;» Έμεινε για λίγο σκεφτικός ο Ιωάννου, μα αμέσως μετά πήρε μπρος. «Μαργαρίτα, ψάξε στους φακέλους για ονόματα γυναικών που έκαναν καταγγελίες τους προηγούμενους μήνες. Αν δεν κάνω λάθος είμαστε καλυμμένοι για ένα τουλάχιστον χρόνο. Αν βρεις ένα όνομα, τότε… Τεκ, είναι καταχωρημένα στους υπολογιστές περιστατικά βίας στην οικογένεια; Αν ναι, ξέθαψε ό,τι μπορείς… Χρυσοστόμου, λαμβάνοντας υπόψη αυτή την αποκάλυψη, θα μπορούσες να φτιάξεις ένα περιληπτικό προφίλ της γυναίκας, έτσι; Κάνε το… Ντίνα, τα βίντεο. Ψάξε να βρεις μια γυναίκα που έδωσε το παρόν της σε όλους ή τουλάχιστον στους περισσότερους τόπους του εγκλήματος. Είμαι σίγουρος ότι την έχουμε συναντήσει…»
     Έπεσαν όλοι με τα μούτρα στη δουλειά, κι αυτός στις σκέψεις του. Γυναίκα! Το βλέμμα του φώτισε. Κάτι θυμήθηκε, εκείνη τη λεπτομέρεια που του ξέφευγε από την αρχή. Ωστόσο θα περιμένει να έρθει η επιβεβαίωση, αφού έτσι κι αλλιώς δεν ξέρει το όνομά της.

Όταν έμαθε για το θάνατο του πρώτου αστυνομικού δεν έδωσε και μεγάλη σημασία. Θυμόταν το όνομά του, αφού είχε μιλήσει μαζί του, μετά από καταγγελία της γυναίκας του, αλλά υπέθεσε ότι δεν είχε καμία σχέση με την υπόθεσή του. Μέχρι δηλαδή που τον πήρε εκείνη τηλέφωνο από αριθμό με απόκρυψη και του είπε: πάει ο πρώτος. Τότε όλα ξεκαθάρισαν μέσα του. Σε τέσσερις διαφορετικούς αστυνομικούς είχε κάνει καταγγελίες για το ό,τι τη χτυπούσε. Τους καθησύχασε και τους τέσσερις λέγοντάς τους ότι είναι φαντασιόπληκτη και λίγο πολύ υστερική. Αν δεν τον πίστευαν θα μπορούσαν να ρωτήσουν και τους γείτονες. Σιγά να μην το έκαναν. Αλλά και να το έκαναν, πάλι καθαρή θα την έβγαζε, αφού στα μάτια του κόσμου ήταν υπόδειγμα πολίτη. Εκτός κι αν τους έπειθε εκείνη με κάποιο τρόπο να του απαγγείλουν κατηγορίες. Τότε όλα θα άλλαζαν, τα μυστικά του θα έβγαιναν στη φορά και το τίμημα που θα είχε να πληρώσει θα ήταν πολύ ψηλό. Δεν την πίστεψαν λοιπόν και το πλήρωσαν με τη ζωή τους, ο ένας μετά τον άλλο.

Δεν τους πήρε και πολλή ώρα ν’ ανακαλύψουν την άγνωστη γυναίκα και να συνδέσουν την εικόνα με το όνομα.
     «Μαρία Γεωργίου. Τριάντα επτά χρόνων. Παντρεμένη. Έχει μια κόρη. Αντριάνα. Δεκάξι χρόνων. Έκανε καταγγελίες και στα τέσσερα θύματα ότι ο άντρας της την κακοποιούσε, αλλά πέρα από κάποια τηλεφωνήματα που έκαναν, κανείς τους δεν τις διερεύνησε στ’ αλήθεια. Στον Κωνσταντίνου, Δεκέμβρη του 2010. Στον Παναγίδη, Γενάρη φέτος. Στον Κακογιάννη, τον Μάρτη. Και τέλος στον Αργυρίου, τρεις φορές τον Απρίλη», συνόψισε τις υποθέσεις η Ντίνα.
     «1-1-1-3», ψιθύρισε η Χρυσοστόμου, αλλά κανείς σχεδόν δεν την άκουσε, έτσι αναγκάστηκε να επαναλάβει. «1-1-1-3. Το μήνυμα που μας άφησε. Αντιστοιχεί στις καταγγελίες και στις μαχαιριές στα θύματά της».
     Όλα τώρα πια ήταν ξεκάθαρα.
     «Τεκ, ψάξε μέσα στα ιντερνέτια σου και βρες ό,τι μπορείς γι’ αυτή», διέταξε ο Ιωάννου.
     «Η γραμμή σας είναι κάπως αργή. Θα μπορούσα να…»
     «Κάτι παράνομο θα κάνεις πάλι. Δε θέλω να ξέρω, απλά κάντο. Χρυσοστόμου…»
     «Θέλετε να σας πω τις σκέψεις μου; Αυτές επικεντρώνονται στο τι. Τι έκανε να ξεχειλίσει το ποτήρι; Η βία στην οικογένεια ήταν από πάντοτε συνηθισμένο φαινόμενο στην Κύπρο, απλά οι υποθέσεις δε βγαίναν στο φως. Και συνήθως αυτή η βία είναι συστηματική και διαρκεί πολύ μέχρι να αποφασίσει ή μάλλον να τολμήσει η γυναίκα να την καταγγείλει, ειδικά αν προέρχεται από χωριό ή κάποια μικροαστική οικογένεια. Αν υποθέσουμε λοιπόν ότι αυτή η γυναίκα υπέφερε πολύ στα χέρια του άντρα της και δε βρήκε ποτέ κάποιον για να τη βοηθήσει, τότε μπορούμε να πούμε ότι έχει ήδη φτάσει και ξεπεράσει τα όριά της. Παίρνοντας την κατάσταση στα χέρια της δεν εκδικείται μόνο αυτούς που την αδίκησαν, αλλά νιώθει κιόλας ότι απονέμει δικαιοσύνη, προσφέρει μια υπηρεσία στην κοινωνία. Διαταραγμένη προσωπικότητα ναι. Επικίνδυνη για τους υπόλοιπους όχι. Εκτός από τον άντρα της φυσικά, ο οποίος υποθέτω ότι θα είναι το τελευταίο θύμα της. Δε νομίζω να μας αφήσει να τον βρούμε προτού ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς της μαζί του…»
     «Ούτε κι εγώ, αλλά δυστυχώς ή ευτυχώς, είναι καθήκον μας να προσπαθήσουμε. Τι ξέρουμε γι’ αυτόν;»
     «Νίκος Γεωργίου. Σαράντα δύο χρόνων. Μηχανικός αυτοκινήτων. Στον πρόχειρο φάκελο που μπόρεσα ν’ ανασύρω από τα ηλεκτρονικά μας αρχεία, βρήκα κάποια παραπτώματα: καταγγελίες και παραδοχές για οδήγηση με υπερβολική ταχύτητα καθώς και μια υπόθεση αλκοτέστ. Δεν ξέρω αν εκκρεμεί κάτι», απάντησε η Ντίνα. «Τεκ;»
     «On it..»
     «Τι λέει αυτός;» αναρωτήθηκε εκείνος.
     «Ότι το ψάχνει», του εξήγησαν.
     «Πάμε. Αυτοκίνητο: Alfa Romeo Brera. Γαμάτο αμάξι. Το απέκτησε πριν τρεις μήνες. Ασφάλεια ζωής, οκ. Ασφάλεια αυτοκινήτου, οκ. Ασφάλεια οικείας… Όπα, διαφορετική διεύθυνση απ’ αυτήν που υπάρχει στο φάκελό μας…»
     «Πού ζει;»
     «Εδώ και δέκα μήνες στα σύνορα της Λακατάμιας με την Ανθούπολη. Δέκα λεπτά δρόμο από δω. Διπλοκατοικία».
     «Διεύθυνση».
     Του την είπε.
     «Ντίνα, μαζί μου. Εσείς ξέρετε τι να κάνετε», είπε στους άλλους συνεργάτες του. «Μαργαρίτα…» Πήγε κοντά της και τη φίλησε τα μαλλιά που μύριζαν γιασεμί. «Θα τα πούμε αργότερα».

Όταν άρχισε να παίζει με τη φωτιά δε φοβόταν ότι θα καεί. Ενθουσιαζόταν μάλιστα στην ιδέα ότι έτσι την προκαλούσε. Προκαλούσε τη γυναίκα του αν είχε τα κότσια να κάνει κάτι. Κι αυτή δεν έκανε. Δασκαλεμένη απ’ τους συγγενείς υπέμενε τα πάντα για να μη διαλύσει την οικογένειά της – ίσως, αν ζούσε ακόμη ο πατέρας της, τα πράγματα να ήταν διαφορετικά. Τη χτυπούσε σχεδόν απ’ την αρχή του γάμου τους. Πρώτα λίγο, μετά πιο πολύ και όσο περνούσε ο καιρός ακόμη περισσότερο. Το σώμα της, αυτό που έκρυβε χειμώνα καλοκαίρι κάτω απ’ τα ρούχα ήταν μόνιμα μια ανοιχτή πληγή. Έψαχνε να βρει παρηγοριά στη μάνα της και συνέχιζε να παίρνει τις συμβουλές που την έφεραν ως εδώ. Τα έλεγε σε μια φίλη της, την παρότρυνε κι αυτή να κάνει υπομονή. Στράφηκε στον παπά της ενορίας της, της μίλησε για τους παράξενους τρόπους που ενεργεί ο Κύριος και της είπε να προσεύχεται και θα βρει τη σωτηρία. Τον κατάγγειλε στην αστυνομία και το μόνο που κέρδισε ήταν περισσότερο ξύλο. Είχε όντως γίνει υστερική, ένα μάτσο νεύρα, δυναμίτης που περίμενε απλά κάποιον ή κάτι ν’ ανάψει το φιτίλι του για να εκραγεί. Κι εκείνος το άναψε…

Προσπαθεί να μη χαμογελάσει καθώς οδηγεί τον σκαραβαίο του με συνοδηγό την Ντίνα. Του έλειψε πολύ. Ο σκαραβαίος δηλαδή. Ευτυχώς η νύχτα, όσο περνάει η ώρα, γίνεται όλο και πιο δροσερή, κι έτσι δε θα έχει να υποστεί τη γκρίνια ή τα υπονοούμενα της συνεργάτιδάς του.
     «Νομίζεις ότι θα τον βρούμε εκεί;»
     «Όχι, αλλά δεν έχουμε κάτι καλύτερο να κάνουμε. Αν υπάρχει κάτι θα το ανακαλύψουν τα παιδιά, οπότε εμείς είμαστε περιττοί. Εξάλλου ποτέ δεν ξέρεις τι θα συμβεί. Ίσως και να είναι εκεί. Αλλά, όσο το σκέφτομαι…»
     «Όσο σκέφτεσαι τι, αφεντικό;»
     «Το ότι την είχαμε μπροστά μας απ’ την πρώτη στιγμή. Την είδα όταν φεύγαμε από το σπίτι του Κωνσταντίνου την Τετάρτη, αλλά δεν της έδωσα σημασία. Σκέφτηκα ότι ζούσε στην πολυκατοικία ή κάπου εκεί δίπλα αφού στεκόταν μαζί με τους άλλους περίεργους».
     «Εγώ δεν την είδα καθόλου, αλλά καλά, κανείς δεν μπορούσε να το μαντέψει. Είδες η Μαργαρίτα όμως;»
     «Η Μαργαρίτα…» Τα μάτια του θόλωσαν σχεδόν από περηφάνια. Η Ντίνα το είδε, αλλά δεν το σχολίασε.
     «Έχει μέλλον».
     «Ναι, έχει. Δεν περίμενα και πολλά απ’ αυτήν όταν ήταν μικρή, αλλά όλο με διαψεύδει».
     «Θέλεις να σου πω ένα μυστικό; Εντάξει, δεν είναι ακριβώς τέτοιο, αλλά… Τέλος πάντων. Ξέρεις ποιος είναι ο λόγος που η κόρη σου παραμένει μόνη; Όχι; Ε, λοιπόν είναι ένα τεστ αλήθειας με σάρκα και οστά. Μόλις της πει κάποιος ψέματα το διακρίνει και του κόβει το βήχα. Αν της πει: δεν μπορώ ή δε θέλω να μιλήσω γι’ αυτό θα το δεχτεί, αλλιώς πάει, κάηκε…»
     «Θέλεις να μου πεις ότι τρομοκρατεί τον κόσμο, όπως εσύ;»
     «Χωρίς τις πολεμικές τέχνες όμως».
     Οι πολεμικές τέχνες. Το πάθος της Ντίνας. Όταν δεν την ταλαιπωρεί από δω κι από κει τις περισσότερες ελεύθερες ώρες της τις ξοδεύει είτε στο γυμναστήριο, είτε κάνοντας μαθήματα αυτοάμυνας, ή μαθαίνοντας καινούρια βίαια παιχνίδια. Δεν το κάνει επειδή της αρέσει η βία όμως -όταν πού και πού προκύπτουν προβλήματα τα λύνει με το όπλο της γλώσσας- αλλά απλά επειδή μ’ αυτόν τον τρόπο εκτονώνεται. Σκοτώνει το στρες και ξεφεύγει απ’ τις σκέψεις της.
     Έφτασαν στο σπίτι του Γεωργίου. Καινούριο μοιάζει. Η πόρτα είναι κλειστή, τα παντζούρια κατεβασμένα, αλλά απ’ το αδιαφανές τζάμι που βρίσκεται αριστερά από την πόρτα διακρίνεται αμυδρά ένα κιτρινωπό φως. Ανοίγουν την καγκελόπορτα και ανεβαίνουν στη βεράντα. Το λευκό σιδερένιο τραπέζι και οι καρέκλες μοιάζουν να μην έχουν χρησιμοποιηθεί πρόσφατα.
     Χτυπούν το κουδούνι. Περιμένουν. Ακούνε βήματα να πλησιάζουν και μετά κάτι σαν ανάσα να ξεφεύγει από τα στήθια κάποιου.
     «Ανοίξτε. Είμαστε από την αστυνομία», λέει χαμηλόφωνα η Ντίνα και βγάζει την ταυτότητά της και τη φέρνει στο ματάκι της πόρτας.
     «Καλά», της απαντάει αδύναμα μια φωνή.
     Η πόρτα ανοίγει σιγά σιγά κι αμέσως καταλαβαίνουν τι ήταν εκείνο που έκανε το ποτήρι να ξεχειλίσει.

Άρχισε να χτυπά την κόρη τους, την Αντριάνα της, και τότε πια έφτασε στο αμήν. Αυτή ήταν μαθημένη στον πόνο, οι γροθιές του τη χάραζαν, αλλά δεν τη σκότωναν, όμως οι γροθιές στο κορμί του παιδιού της ήταν άλλη ιστορία. Εδώ και καιρό έμοιαζε να ψάχνει αφορμές για να χτυπάει τη μικρή και τις έβρισκε. Τη μια ήταν οι κακοί της βαθμοί στο σχολείο, την άλλη τα ρούχα που φορούσε, την παράλλη το ότι προσκαλούσε φίλες στο σπίτι χωρίς να πάρει την άδειά του. Το μόνο που η Αντριάνα δεν ήταν η Μαρία. Από την πρώτη στιγμή της είπε: Εγώ δε θα κάτσω εδώ μέσα, μάνα, δεν τον αντέχω, θα και σηκωθώ να φύγω. Κι αυτή τρόμαξε. Κι αυτή απέκτησε ξαφνικά κότσια. Δε θα του περάσει, της είπε, εγώ θα σε προστατεύσω. Χα, όπως προστατεύεις τον εαυτό σου; αναρωτήθηκε εκείνη. Δέχτηκε αδιαμαρτύρητα αυτό το λεκτικό χαστούκι, έτσι κι αλλιώς της άξιζε. Κι έβαλε αμέσως μπρος με τα σχέδιά της. Ήταν λίγο μετά το Πάσχα. Είπε στην κόρη της ότι μάλλον έπρεπε να θυσιάσει τη σχολική χρονιά για να ησυχάσουνε από δαύτονε, κι αυτή δεν έφερε καμία αντίρρηση. Έτσι, την έστειλε στη μάνα της στο χωριό. Εκείνη δεν την υποδέχτηκε και μεγάλη χαρά, αφού σκεφτόταν το σκάνδαλο, αλλά δεν την έδιωξε κιόλας. Κι υποσχέθηκε στην κόρη της ότι θα τη φρόντιζε για όσο καιρό χρειαζόταν. Δυο μήνες χρειαζόταν. Για να μετακομίσει κάπου ασφαλισμένα, να φτιάξει ένα σχέδιο και να το ακολουθήσει κατά γράμμα. Λίγο πριν το τέλος όμως κάτι πήγε στραβά. Ο άντρας της κατέφθασε απροειδοποίητα λίγες μέρες πριν, την Κυριακή, στο σπίτι της μάνας της και πήρε τη μικρή μαζί του με το έτσι θέλω. Όταν επέστρεψαν στη Λευκωσία, την ξυλοκόπησε και την έκλεισε στο δωμάτιό της. Κι εκείνη, μέσα στα άγρια μεσάνυχτα το έσκασε από το παράθυρο και τηλεφώνησε στη μάνα της, που ήρθε και τη μάζεψε από ένα πάρκο. Την οδήγησε στο μικρό διαμέρισμα που νοίκιαζε κάτω απ’ το πατρικό της όνομα στην Παλιά Λευκωσία και τη διαβεβαίωσε ότι εκεί είναι ασφαλής. Αν έκανε υπομονή λίγες μέρες όλα θα πήγαιναν καλά. Μέχρι και το Σάββατο θα σκότωνε τους τέσσερις ανίκανους αστυνομικούς, ενώ τον μεγάλο φταίχτη θα τον έβαζε να καθίσει σε μια ηλεκτρική καρέκλα δικής της κατασκευής. Αλλά αυτό το τελευταίο δεν της το είπε.

Οδηγεί ο Ιωάννου, ενώ η Ντίνα κάθεται στο πίσω κάθισμα μαζί με τη μικρή. Η Αντριάνα δε μοιάζει να φοβάται. Όπως τους είπε δε γνώριζε το σχέδιο της μάνας της, αλλά η τελευταία ήταν σίγουρη ότι θα ερχόταν η αστυνομία και θα την έβρισκε εκεί. Γι’ αυτό και όταν ο πατέρας της έφυγε σαν τρομαγμένο ζώο και πήγε να κρυφτεί, την οδήγησε στο σπίτι τους. Τη συμβούλεψε να πει τα πάντα στον χοντρό. Είχε ρωτήσει διακριτικά εδώ κι εκεί και έμαθε ότι αυτός θα έκανε το σωστό, ακόμη κι αν έπρεπε να πληρώσει ο ίδιος προσωπικά κάποιο τίμημα. Δε θα την πάνε στο σταθμό. Όχι μέσα στη νύχτα. Θα νιώσει καλύτερα στο σπίτι του, ανάμεσα σε έστω άγνωστους φίλους. Τα διαδικαστικά μπορούν να περιμένουν. Εξάλλου οι γυναίκες της ομάδας του, μπορούν να της προσφέρουν όλη την παρηγοριά που χρειάζεται. Τη στιγμή ακριβώς που φτάνουν στο σπίτι του το κινητό της Αντριάνας χτυπάει. Χαμογελάει δειλά. Το απαντάει. Ανταλλάζει λίγες λέξεις με τη μάνα της. Σκύβει προς τα μπροστά και δίνει τη συσκευή στον χοντρό.

Συνεχίζεται


Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Τετάρτη, 14 Σεπτεμβρίου 2011

Στιλέτο - Κεφάλαιο 19

Είδε ξαφνικά μπροστά της το πρόσωπο του χοντρού και τρόμαξε. Δεν το περίμενε.
     «Με βλέπεις;» τη ρώτησε με τη φάτσα κολλημένη στη μικροκάμερα.
     «Σαν αξύριστη τροπική αρκούδα μοιάζεις», του είπε με το που απάντησε το τηλέφωνο η Ντίνα, αφού η κάμερα δε διέθετε μικρόφωνο ή μεγάφωνο.
     «Ώστε δουλεύει αυτό το μαραφέτι. Μπράβο. Πώς δουλεύει όμως;»
     «Η μικροκάμερα είναι συνδεδεμένη με blue tooth με το smart phone της Χρυσοστόμου, το οποίο με τη σειρά του είναι συνδεδεμένο με το ίντερνετ, μέσω GPRS, το οποίο μας στέλνει τα δεδομένα. Ελπίζω μόνο να αντέξει το φόρτο…»
     «Καλά, Ιακώβου. Τι ήθελα κι εγώ να ρωτήσω; Λέξη δεν κατάλαβα. Η κηδεία είναι σε λίγα λεπτά. Ήθελα απλά να ελέγξω αν έχετε εικόνα. Με έχεις σε ανοικτή ακρόαση έτσι;»
     «Ναι».
     «Όχι για πολύ…»
     Κατάλαβε εκείνη, σήκωσε το ακουστικό και το πήγε στ’ αυτί της. Της ανακοίνωσε την απόφασή του. Μάλιστα αφεντικό, απάντησε, και έκλεισε.

Στην κηδεία δεν έγινε τίποτα το αναπάντεχο. Είπε τα λόγια ο παπάς, έκλαψαν οι συγγενείς και κάποιες γριές, μάλλον από συνήθεια, τον πήγαν στο κοιμητήριο, το οποίο πρόλαβαν να καθαρίσουν οι άνθρωποι της σήμανσης, κάποιος απηύθυνε τον τελευταίο αποχαιρετισμό και σιγά σιγά άρχισαν όλοι να αναχωρούν.
     «Έχουμε κάτι;» ρώτησε την κοπέλα.
     «Δεν ξέρω ακόμη. Αλλά μού φαίνεται ότι κάποια από τα πρόσωπα τα έχω ξαναδεί. Πολύ πιθανόν οι περισσότεροι να είναι συνάδελφοί οπότε…»
     «Ναι, τουλάχιστον πέντε».
     «Προς το παρόν τίποτα το ασυνήθιστο λοιπόν».
     «Φύγαμε».
     Κατευθύνθηκαν και πάλι προς την εκκλησία αφού το αυτοκίνητο ήταν σταθμευμένο εκεί δίπλα. Κάτω από τον δεξί καθαριστήρα του ανεμοθώρακα βρήκαν να τους περιμένει ένα σημείωμα.
     Είστε πιο κοντά απ’ ό,τι νομίζετε…
     «Ήταν εδώ», είπε εκείνος και ένιωσε για πρώτη φορά από τη στιγμή που ανέλαβε αυτή την υπόθεση να του ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι. Ήταν εδώ και δεν τον είδα. Ήταν εδώ και δεν τον συνέλαβα. Τον άφησα να φύγει. Τα έβαζε με τον εαυτό και την ανικανότητά του. Έπρεπε να το είχε σκεφτεί, να το είχε καταλάβει. Ο δολοφόνος πάντα επιστρέφει στον τόπο του εγκλήματος λένε, αλλά αυτό είναι μαλακία, ποτέ δεν επιστρέφει. Να όμως που αυτός το έκανε, και τον έπιασε αδιάβαστο. Αλλά για να έρθει εδώ μάλλον πήγε και στους υπόλοιπους οπότε… Μπήκε φουριόζος στο αυτοκίνητο. «Πάμε. Γρήγορα. Όποιος κι αν είναι θα τον βρούμε μέσα από τα βίντεο…»
     Βιάστηκε να υπακούσει η Χρυσοστόμου. Λίγο έλειψε να χαμογελάσει μάλιστα βλέποντάς τον σ’ αυτή την κατάσταση, αφού σκέφτηκε ότι τελικά: είναι κι αυτός άνθρωπος. Και έχει ανθρώπινες αντιδράσεις. Η μέχρι τότε μνημειώδης ηρεμία του την ανησυχούσε περισσότερο από την τωρινή ταραχή.

Μέχρι απόψε, σκέφτεται. Αν είναι τυχεροί μέχρι απόψε θα μάθουν την ταυτότητά μου, αλλά δε θα με βρουν και τόσο εύκολα. Ξέρει να κρύβεται καλά. Μια ολόκληρη ζωή εξάλλου αυτό έκανε. Κρυβόταν. Από τα μάτια του κόσμου. Φοβόταν μη μάθουν την αλήθεια. Τώρα τον έχει μπροστά της. Αυτόν που στάθηκε η αφορμή για όλα. Αυτόν που θα χαρακώσει άσκημα, αλλά δε θα σκοτώσει. Ένας γρήγορος θάνατος δε θα ήταν τιμωρία, αλλά ευλογία για κείνον. Τον θέλει να ζήσει πολλά χρόνια ακόμη, να ξοδέψει το υπόλοιπο της ζωής του αναλογιζόμενος τα κρίματά του. Θα φροντίσει προσωπικά γι’ αυτό. Κάθεται τώρα, παρατηρεί τα τρομαγμένα του μάτια και θέλει να χαμογελάσει. Δύσκολο είναι πολύ. Νόμιζε ότι είναι ασφαλής, μα η αλήθεια είναι πώς ποτέ δεν ήταν. Ήξερε από την αρχή που κρυβόταν, αλλά δεν τον πλησίασε. Ήθελε να παίξει μαζί του το παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι. Το έπαιξε και κέρδισε. Είναι ωραία εδώ μέσα. Είναι δροσερά. Στο κελάρι του παππού του λίγο έξω από το χωριό Βουνί. Παρατημένο σπίτι, εγκαταλειμμένο από χρόνια. Αν δεν ήξερε πού ήταν δύσκολα θα το έβρισκε -δύσκολα θα τον έβρισκε- αφού φρόντισε να παρατήσει το αυτοκίνητό του στην πόλη και να ταξιδέψει με το λεωφορείο, μάλλον μέσω Λεμεσού. Έχει προμήθειες για πολλές μέρες, αλλά δε θα τις χρειαστεί, αφού μέχρι αύριο θα έχουν όλα τελειώσει. Ήταν μακρύς ο δρόμος που τους έφερε ως εδώ. Σύντομος πολύ θα είναι αυτός που θα τους οδηγήσει στις μελλοντικές τους γκρίζες πολιτείες.

Σάββατο απόγευμα και η κίνηση στον αυτοκινητόδρομο είναι χαλαρή. Περνούν την Πάφο με άνεση, τη Λεμεσό σαν αστραπή, κι ακόμη και στα φώτα του Καλησπέρα στην είσοδο της Λευκωσίας δεν καθυστερούν και πολύ. Συνεχίζουν ευθεία προς το κέντρο της πόλης. Η ώρα είναι πέντε και δέκα. Η Μακαρίου αυτό το καυτό δειλινό του Ιουνίου μοιάζει να λαγοκοιμάται. Η Ευαγόρου και η Διαγόρου ακολουθούν το παράδειγμά της. Αν δεν έχαναν χρόνο στα φανάρια εδώ κι εκεί, ακόμη και στην πλατεία Σολωμού, θα έφταναν στον προορισμό τους αρκετά λεπτά νωρίτερα. Όχι πως θα άλλαζε και κάτι. Μπαίνοντας στο σταθμό, που παρά τα πρόσφατα γεγονότα έμοιαζε αφύσικα ήσυχος, βρήκε μια έκπληξη να τον περιμένει. Τον Πιγκουΐνο.
     «Τι θες εσύ εδώ;»
     «Δε με άφησαν να σε περιμένω στο γραφείο σου, έτσι…»
     «Τι θες;»
     «Μπορούμε να μιλήσουμε μόνοι;»
     Κατέβασε το κεφάλι καταφατικά και είπε στη Χρυσοστόμου να προχωρήσει μόνη προς το γραφείο. Θα την ακολουθούσε σύντομα. Οδήγησε τον απρόσκλητο επισκέπτη του προς το γραφείο του αρχηγού. Άνοιξε την πόρτα. Δεν ήταν εκεί. Μάλλον θα ήταν στο αρχηγείο και θα προσπαθούσε να σβήσει ή έστω να περιορίσει τις φωτιές. Μπήκαν μέσα. Έκλεισε την πόρτα πίσω τους. Δεν κάθισε, αλλά ούτε πρόσφερε κάθισμα στον άλλο. Δεν είχε χρόνο για ευγένειες.
     «Λέγε».
     «Απλά ήθελα να έρθω να σου πω προσωπικά ότι δεν έχουμε τίποτα να κάνουμε με τα χτυπήματα. Μίλησα με όλους, ξέρεις εσύ, και κανείς δεν έχει ιδέα. Στο εγγυώμαι…»
     «Δε χρειάζεται να μου εγγυηθείς τίποτα, σε πιστεύω. Αυτή τη φορά θα τη βγάλεις, ή μάλλον όλοι σας θα τη βγάλετε καθαρή, αλλά μην ανησυχείς, κάποτε θα έρθει κι η σειρά σας».
     Εκείνος πήρε μάλλον σαν κομπλιμέντο την έμμεση απειλή και αναστέναξε με ανακούφιση. Εξάλλου δεν ήταν η πρώτη φορά που του έλεγε κάποιος ότι θα του τη φέρει. Κανένας μέχρι τώρα δεν τα κατάφερε.
     «Τότε δεν έχουμε τίποτ’ άλλο να πούμε».
     Άνοιξε την πόρτα από μόνος του και κίνησε για την έξοδο, κορδωμένος σαν…

Στο γραφείο του. Κάθονται και τον περιμένουν. Το ξέρουν ότι δε θα αργήσει και πολύ να ’ρθει. Η κούραση μοιάζει να τους έχει τελικά καταβάλει. Αν στέκονταν θ’ ακουμπούσαν ο ένας πάνω στον άλλο για να μην πέσουν κάτω, αλλά τελικά θα σωριάζονταν όλοι μαζί στο πάτωμα. Τους είδε από την πόρτα και τους λυπήθηκε. Τα θολά μυαλά δεν προσφέρουν καθαρές λύσεις, αποφάσισε. Τους μίλησε.
     «Ακούστε τι έχω να σας πω και μετά μπορείτε να μου πείτε τα σχόλιά σας, αλλά αυτή τη φορά δε σηκώνω αντιρρήσεις. Όπως θα μάθατε ήδη από τη Χρυσοστόμου ο ύποπτος μάλλον επισκέπτεται τους χώρους του εγκλήματος μετά τη διάπραξή τους. Τα στοιχεία που μας άφησε σήμερα επιβεβαιώνουν αυτή τη θεωρία. Είναι επίσης πολύ πιθανόν να συναντήσαμε ή αυτόν ή το όνομά του κάπου. Η ταυτότητά του κρύβεται στο οπτικό υλικό από τις κηδείες και τους τόπους του εγκλήματος. Πρέπει να το μελετήσουμε προσεκτικά και να βρούμε τον κοινό παρονομαστή. Αν δε βρεθεί εκεί, τότε πρέπει να ψάξουμε την απάντηση στους φακέλους των υποθέσεων που πέρασαν από τα χέρια και των τεσσάρων θυμάτων. Είμαι σίγουρος, και νομίζω ότι θα συμφωνείτε σ’ αυτό, ότι το μήνυμα που άφησε στην τσέπη του Αργυρίου, αυτό το 1-1-1-3, κάτι σημαίνει. Πρέπει ν’ ανακαλύψουμε τι. Τώρα, πάμε στο επόμενο κομμάτι. Είμαστε άυπνοι εδώ και δυο μέρες και τα μάτια μας έχουν θολώσει απ’ την κούραση. Θα πρότεινα λοιπόν να κάνουμε ένα διάλειμμα λίγων ωρών. Πηγαίνετε στα σπίτια σας, ξεκουραστείτε όσο μπορείτε και μετά ελάτε στο δικό μου. Προτού το κάνετε όμως ξεχωρίστε αποκλειστικά και μόνο τους φακέλους που ανέφερα πιο πάνω και το οπτικό υλικό. Τους πρώτους θα τους μεταφέρω στο σπίτι μου. Το δεύτερο βρίσκεται ήδη ολόκληρο στον κομπιουτερά του Τεκ, οπότε δεν τίθεται θέμα. Καμιά απορία…»
     «Θα οδηγήσεις εσύ;» Η Ντίνα. Ξέχασε ότι πήγαν με το αυτοκίνητό της στη δουλειά. Ο καημένος ο σκαραβαίος θα μαραζώνει τώρα.
     «Το ξέχασα. Θα μπορούσε κάποιος να σε πάει…»
     «Όχι, χάσιμο χρόνου. Θα έρθω μαζί σου. Έτσι κι αλλιώς έχω ρούχα εκεί, ενώ αν δεν αντέξω μπορώ να ρίξω ένα υπνάκο σε κάποιο απ’ τα κρεβάτια των κοριτσιών».
     «Καλά. Εσείς;»
     «Φαγητό;» ο Ιακώβου. Μάλλον δεν πρόλαβε να φάει τίποτα σήμερα, σκυμμένος όπως ήταν συνεχώς μπροστά απ’ την οθόνη. Του χαμογέλασε.
     «Θα πω στην κυρά μου να κάνει τα μαγικά της. Μη φοβάσαι τίποτα».
     «Τι ώρα μας θες εκεί;» η Χρυσοστόμου.
     «Κατά τις δέκα καλά είναι;»
     «Καλά», απάντησαν κι οι δυο και ρίχτηκαν με τα μούτρα στη δουλειά. Κάτω από τη σχεδόν ειρωνική ματιά του Ιωάννου και τη γεμάτη κατανόηση της Ντίνας. Σε λίγα λεπτά ήταν έτοιμοι για αναχώρηση. Τους περίμενε μία ακόμη μεγάλη νύχτα.

Περίμενε να νυχτώσει για τα καλά και μετά τον οδήγησε με την απειλή του περιστρόφου στο αυτοκίνητο. Το είχε παρκάρει λίγο πιο κάτω για να μην κινήσει υποψίες, όχι πώς θα νοιαζόταν και κανείς ιδιαίτερα. Του είχε δέσει σφικτά τα χέρια με χοντρό σκοινί πίσω από την πλάτη, ενώ τα πόδια τα είχε αφήσει ένα αέρα χαλαρά ώστε να μπορεί να περπατάει με μικρά βήματα. Αν προσπαθούσε να τρέξει το μόνο που θα κατάφερνε θα ήταν να βάλει τρικλοποδιά στον εαυτό του. Καθώς περπατούσε από πίσω του τού μιλούσε, τού έλεγε τι τον περιμένει. Το τελευταίο πράγμα που θα δεις προτού πεθάνεις θα είναι το πρόσωπό μου, τον απειλούσε. Ένιωθε το φόβο του. Τον έβλεπε. Στα τρομαγμένα μάτια που αντανακλούσαν τη μορφή του δυνάστη του. Στο καταϊδρωμένο του κορμί. Στις σπασμωδικές του κινήσεις. Αν δεν τον είχε φιμωμένο σίγουρα τώρα θ’ εκλιπαρούσε. Θα ζητούσε συγχώρεση. Θα έδινε υποσχέσεις και όρκους. Μα δε θα τον πίστευε. Όπως και δεν πίστευε πια στον καλό θεό της Καινής Διαθήκης, αλλά στον άλλο, στον εκδικητικό της Παλαιάς. Αυτόν του οφθαλμού αντί οφθαλμόν και οδόντα αντί οδόντα. Θα τον χτυπούσε αλύπητα, θα τον οδηγούσε στο κατώφλι του θανάτου, θα τον έκανε να παρακαλεί να πεθάνει και θα τον κρατούσε ζωντανό. Οι ώρες που θα ακολουθούσαν θα ήταν οι πιο μαρτυρικές της ζωής του…

Συνεχίζεται


Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Τετάρτη, 7 Σεπτεμβρίου 2011

Στιλέτο - Κεφάλαιο 18

Η συνάντηση με τον υπουργό κράτησε λίγα μόλις λεπτά. Έφτασε στην ώρα του, αλλά ο αρχηγός ήταν ήδη εκεί και τον περίμενε. Έμοιαζε παράταιρα ήρεμος, σα να είχε διαγράψει από μέσα του τα γεγονότα των τελευταίων ημερών.
     Μπήκαν μέσα στο γραφείο του προϊσταμένου τους ταυτόχρονα, κάθισαν δίπλα δίπλα και απέναντί του, δέχτηκαν από ένα ποτήρι νερό και σαν έφυγε η γραμματέας, που για κάποιο παράξενο λόγο δούλευε κι αυτή Σάββατο μέρα, μπήκαν κατευθείαν στο θέμα. Ο Ιωάννου άφησε τον αρχηγό να κάνει όλη την κουβέντα. Επενέβαινε μοναχά πού και πού, εκεί που χρειαζόταν κάποια διευκρίνιση. Ο υπουργός άκουγε σιωπηλός, δε ρωτούσε τίποτα, παρά μόνο όταν ήταν ανάγκη, το βλέμμα του ήταν δύσθυμο και υπολογιστικό. Μάλλον ο κύριος Καθαρά Χέρια επρόσκειτο στο κόμμα του. Και τι θα έκανε τώρα; Δε χρειάστηκε και πολλή ώρα για να πάρει την απάντησή του.
     «Η υπόθεση θα μείνει μεταξύ μας. Προς το παρόν δε θα ενημερώσω κανένα. Ετοιμάστε φακέλους για όλους τους ύποπτους και όταν έρθει η ώρα θα χειριστώ προσωπικά το θέμα. Το πολιτικό κόστος θα είναι ψηλό, αλλά…», κόμπιασε λίγο, «αλλά, είμαι πρόθυμος να το πληρώσω. Φυσικά δεν…»
     «Ναι, δε θα μπει το μαχαίρι στο κόκκαλο. Φτάνει να το γδάρει λίγο και να αφαιρέσουμε τη λίγδα. Καταλαβαίνω κύριε υπουργέ».
     «Δε χρειάζεται ο πληθυντικός μεταξύ φίλων. Μακάρι να μπορούσε να γίνει αλλιώς, αλλά το κόμμα…»
     «Το κόμμα! Πάντα το κόμμα. Έπρεπε να μείνεις ανεξάρτητος. Αλλά, θα μου πεις τώρα, αν το έκανες δε θα γινόσουν υπουργός», είπε με μια δόση πικρίας στη φωνή ο Σωτηρίου.
     «Μη νομίζεις ότι δεν το μετανιώνω. Αλλά, δυστυχώς στην Κύπρο…»
     «Καλά. Το μόνο που χρειαζόμαστε είναι την εχεμύθεια και τη στήριξή σου. Όταν έρθει η ώρα, που λες κι εσύ, θα σε βοηθήσουμε να τη βγάλεις καθαρή. Έτσι κι αλλιώς οι προσλήψεις έγιναν από άλλους».
     Μ’ αυτά τα λόγια έκλεισε τη συζήτηση ο Σωτηρίου και σηκώθηκε. Ο Ιωάννου τον μιμήθηκε. Ευτυχώς δε χρειάστηκε να μιλήσει και πολύ. Δεν τα πάει καλά με τα κουστούμια και τις γραβάτες της εξουσίας, κι ας αποτελεί μέρος της.

Στο μεταξύ η Ντίνα και οι συνεργάτες της στο Κέντρο Επιχειρήσεων, όπως ειρωνικά βάφτισαν το γραφείο του Ιωάννου, εξακολουθούσαν να είναι θαμμένοι στο χαρτολόι. Ο καταμερισμός ευθυνών ήταν ξεκάθαρος, αλλά λόγω της πίεσης του χρόνου και των συναφών υποθέσεων τα μονοπάτια τους συχνά συναντιόνταν. Αν ήταν εκεί το αφεντικό θα τους παρατηρούσε με θαυμασμό. Δε θύμιζαν σε τίποτα κύπριους αστυνομικούς, αλλά γιαπωνέζους εργάτες – ένα μελίσσι των τριών ατόμων με βασίλισσα την Ντίνα. Οι στοίβες με τα έγγραφα και τους φακέλους των δύο πια υποθέσεων γέμιζαν το χώρο, αλλά δε θα μπορούσε εύκολα να πει κανείς ότι εκεί επικρατούσε το χάος. Δούλευαν ασταμάτητα και σκέφτονταν. Κάθε τόσο κοντοστέκονταν και συσκέπτονταν. Κατάπιναν χιλιόμετρα γραπτού υλικού.

Οδηγάει τώρα κάτω από ένα ήλιο καυτό. Δε συνηθίζει να έχει αναμμένο τον κλιματισμό στο αμάξι, μα αυτή τη φορά δεν έχει άλλη επιλογή, αφού στο πίσω κάθισμα, κρυμμένο κάτω από ένα μουσαμά βρίσκεται το τελευταίο θύμα. Ευτυχώς ήταν μικροκαμωμένος αυτός, όχι σαν τους άλλους. Τον σκότωσε τα χαράματα. Ήξερε ότι κάθε φορά όταν ξυπνούσε το πρωί πότιζε τα δέντρα στην αυλή του προτού πάει στη δουλειά. Πήγε λοιπόν και του έστησε καρτέρι έξω από την πόρτα της κουζίνας. Μόλις βγήκε έξω τον χτύπησε στο κεφάλι, ακριβώς όπως τους άλλους τρεις, ή σχεδόν ακριβώς τέλος πάντων, ρίχνοντάς τον αναίσθητο. Και μετά του κάρφωσε το στιλέτο στο στήθος. Μια… Δυο… Τρεις φορές. Αλλά δεν πρόσθεσε το σημείωμα. Αυτό θα το έκανε αργότερα εκεί που θα παρατούσε το πτώμα. Εκεί που θα έφτανε σε λίγο. Ήταν πολύ ριψοκίνδυνο αυτό που έκανε, αλλά σίγουρα θα έφερνε το επιθυμητό αποτέλεσμα. Θα μετέδιδε το κατάλληλο μήνυμα στους κατάλληλους ανθρώπους με τον πιο εκκωφαντικό τρόπο. Ίσως να το παρακάνω λίγο, σκέφτεται, αλλά δεν πρόκειται να αλλάξει ιδέα. Όλα μέχρι τώρα πήγαν καλά, σύμφωνα με το σχέδιο, τίποτα πια δε θα μπορούσε να αλλάξει τα μελλούμενα. Εκτός κι αν συνέδεαν τους κόκκους που άφησε πίσω και σχημάτιζαν επιτέλους τη σωστή εικόνα. Ωστόσο, δεν τους έδωσε αρκετό χρόνο για να το κάνουν αυτό. Έχουν συνέχεια γεμάτα τα χέρια τους. Ένα θύμα την ημέρα! Έχει ραντεβού με την ιστορία.

Φτάνουν στο σταθμό λίγο πριν τις έντεκα. Ο Σωτηρίου πηγαίνει στο γραφείο του κι ο Ιωάννου, αφού περνά από τη μηχανή του καφέ, σ’ αυτό που κάποτε ήταν το γραφείο του. Με το πού ανοίγει την πόρτα καταλαβαίνει ότι κάτι πάει στραβά.
     «Τι έγινε;»
     «Δε σας ενημέρωσαν;» τον ρωτάει γεμάτη απορία η Ντίνα.
     «Ήμασταν στο γραφείο του υπουργού και είχαμε κλειστά τα κινητά. Θα μου πεις τι συμβαίνει;»
     «Πάει κι ο Αργυρίου», του λύνει την απορία η φωνή του αρχηγού, που έσπευσε να τον συναντήσει και πάλι.
     Κάνει αναστροφή και τον κοιτάει. Η προηγούμενη γαλήνη έχει χαθεί από το πρόσωπό του. Την αντικατέστησε η μάσκα ενός φαντάσματος.
     «Λεπτομέρειες;»
     «Δε θα το πιστέψεις…»
     «Αρχηγέ…»
     «Τον βρήκαν νεκρό έξω από το νεκροταφείο του Κάθηκα πριν λίγα λεπτά…»
     Βρε μπράβο! Λίγο έλειψε να το πει, να εκφράσει το θαυμασμό του για το δολοφόνο. Αντί αυτού αρχίζει να περπατά πέρα δώθε στο λιγοστό ελεύθερο χώρο που διαθέτει το γραφείο του και να σκέφτεται. Κάτι άλλαξε. Αλλά τι;
     «Κάτι είναι διαφορετικό αυτή τη φορά έτσι;»
     «Μα πώς το μάντεψες;»
     «Άλλαξε τον τρόπο… τον τρόπο διαχείρισης των θυμάτων. Σίγουρα δεν τον σκότωσε εκεί, αφού ο Αργυρίου ακόμη κι αν πήγαινε στην κηδεία, δε θα πήγαινε τόσο νωρίς. Προφανώς τον σκότωσε κάπου άλλου, μάλλον στο σπίτι του και τον μετέφερε εκεί».
     «Δεν ξέρω κάτι γι’ αυτό ακόμη, αλλά έχεις δίκιο κάτι άλλαξε. Όπως μου είπαν τον χτύπησε μια φορά στο κεφάλι, όπως συνήθως, αλλά τον μαχαίρωσε τρεις φορές στο στήθος, σε αντίθεση με τους άλλους. Το στιλέτο το τοποθέτησε μάλλον κατόπιν εορτής στην τρίτη πληγή, τη μοιραία. Επίσης το μήνυμα…»
     «Τι έλεγε;»
     «Ο τελευταίος ανίκανος, αλλά όχι ο τελευταίος».
     «Άρα θα χτυπήσει τουλάχιστον μία ακόμη φορά. Υποθέτω ότι είναι πολύ νωρίς για να έχουμε κάτι άλλο. Ντίνα, Ιακώβου, βρείτε τη διεύθυνση και πηγαίνετε στο σπίτι του Αργυρίου. Χρυσοστόμου, βρες μου τον φάκελό του. Θα φύγουμε αμέσως. Το γραφείο θα παραμείνει κλειστό καθόλη τη διάρκεια της απουσίας μας». Στράφηκε προς τον Σωτηρίου. «Αρχηγέ;»
     «Δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι άλλο. Πηγαίνετε…»

Η Χρυσοστόμου οδηγεί σιωπηλή και ο Ιωάννου μελετά για μια ακόμη φορά τους φάκελους των τριών θυμάτων που προηγήθηκαν και για μια πρώτη του νέου. Ο Αργυρίου ήταν οικόσιτος μπάτσος. Ουσιαστικά το μόνο πράγμα που έκανε ήταν να απαντάει τα τηλέφωνα, σπάνια έβγαινε έξω. Μικρόσωμος, καχεκτικός, θύμιζε περισσότερο υπάλληλο γραφείο παρά αστυνομικό. Δεν τον συμπαθούσε και δεν τον αντιπαθούσε. Του ήταν απλά αδιάφορος. Ποτέ τους δε μοιράστηκαν κάτι περισσότερο από μια τυπική καλημέρα. Ήταν παντρεμένος εδώ και δεκαεννέα χρόνια, απ’ τα είκοσι εφτά του. Δεν είχε παιδιά, πράμα παράξενο. Ίσως είχε κάποιο πρόβλημα. Ίσως η γυναίκα του. Πού να είναι τώρα αυτή; Θα τη βρει στα σίγουρα η Ντίνα, αλλά δε θα τον πάρει τηλέφωνο μέχρι να έχει κάτι να του πει. Και καλά θα κάνει δηλαδή, αφού λειτουργεί καλύτερα μες στη σιωπή. Κλείνει το φάκελο του νέου νεκρού. Κλείνει και τα μάτια. Ο κλιματισμός απ’ την παλιά μαύρη Μερτσέντες που οδηγά η κοπέλα τον χτυπάει στο πρόσωπο. Ο θόρυβός του πάει να τον αποκοιμίσει. Το αμάξι το πήρε απ’ τον πατέρα της είπε. Ήθελε να το σκοτώσει σε μια μάντρα, αλλά δεν τον άφησε, αφού της άρεσε πάντα πολύ. Εντάξει καταπίνει σα νερό τη βενζίνη, αλλά… Εξάλλου συνήθως όταν είναι μέσα στην πόλη οδηγεί στο Σμαρτ της, το σπιρτόκουτο, που είναι πολύ οικονομικό.
     «Δε βρήκατε τίποτα εκεί μέσα;» την ακούει να τον ρωτά. Παριστάνει για λίγο τον κοιμισμένο και ύστερα ανοίγει ξαφνικά τα μάτια σαν κεραυνόπληκτος.
     «Τσου», απαντάει και σκάει στα γέλια, μα δεν αργεί να πάρει και πάλι το σοβαρό, μα ποτέ βλοσυρό, του ύφος. «Δεν περίμενα να βρω κιόλας. Απλά θέλησα να τον μάθω λίγο καλύτερα. Το κλειδί εξάλλου δε βρίσκεται εδώ μέσα…»
     «Αλλά σε κάποια από τις υποθέσεις του», τον συμπλήρωσε εκείνη.
     «Έχω αρχίσει να έχω τις αμφιβολίες μου ακόμη και γι’ αυτό. Τίποτα δεν ταιριάζει. Όλα μοιάζουν μ’ ένα τεράστιο πάζλ. Κάθε φορά που βάζουμε ένα κομμάτι, κάτι συμβαίνει και αφαιρούμε κάποιο άλλο, κι έτσι η εικόνα δε συμπληρώνεται ποτέ…»
     «Πρέπει να μπείτε στο μυαλό του δολοφόνου…»
     «Συνήθως το κάνω, αλλά αυτός είναι διαφορετικός. Δεν μπορώ να ακολουθήσω τη λογική του. Ο Παναγίδης είχε πάρε δώσε και με τον Κωνσταντίνου και με τον Κακογιάννη. Οι δύο τελευταίοι μόνο με τον πρώτο. Κι απ’ ό,τι προς το παρόν γνωρίζουμε ο Αργυρίου δεν είχε με κανένα».
     «Ακόμη κι αν δεν τον ανακαλύψουμε όμως κατά κάποιο τρόπο μας βοήθησε. Αν δεν το θάψουν το θέμα τα μεγάλα κεφάλια θα καθαρίσει τουλάχιστον εν μέρει το Σώμα από πολλές βρομιές. Κι αυτό το τελευταίο μήνυμα, εμένα προσωπικά, μού λέει κάτι…»
     «Εκτός από το ότι θα σκοτώσει ξανά;»
     «Εκτός από αυτό. Όποιος και να είναι μοιάζει ν’ ακολουθεί ένα καλά καταστρωμένο σχέδιο. Σα να βρίσκεται σε μια αποστολή. Είμαι σίγουρη ότι αν δε βρεθούμε ένα βήμα μπροστά του θα σκοτώσει ξανά, αλλά αυτός ο φόνος θα είναι όντως ο τελευταίος. Και μετά…» Μοιάζει να αμφιταλαντεύεται. Δεν μπορεί να αποφασίσει κατά πόσο είναι σωστό να διακινδυνεύσει μια πρόβλεψη. Αποσύρει το βλέμμα της από το δρόμο και του ρίχνει μια βιαστική ματιά. Το βλέμμα του την ενθαρρύνει. «Και μετά θα παραδοθεί», συμπληρώνει τελικά.
     Εκείνος δεν εκπλήσσεται. Περίμενε ότι θα άκουγε αυτά ακριβώς τα λόγια.
     «Θα είναι πρωτάκουστο για την Κύπρο, αλλά όχι πρωτάκουστο γενικά. Στο εξωτερικό απ’ ό,τι διαβάζω συμβαίνει συχνά αυτό».
     «Πιστεύετε ότι πρόκειται για κόπι κατ κίλερ;»
     «Κόπι… τι;»
     Χαμογέλασε εκείνη.
     «Ένας δολοφόνος που αντιγράφει κάποιους που προηγήθηκαν…»
     «Χλωμό το βλέπω. Όχι εδώ…»
     Η τσέπη του δονείται. Η Ντίνα θα είναι, σκέφτεται, καθώς φτάνουν σιγά σιγά στη Λεμεσό. Θα ήθελε να κάνουν ένα διάλειμμα για καφέ στην παραλία, αλλά δεν τους παίρνει ο χρόνος. Πεινάει κιόλας. Ουφ.
     «Μίλα».
     «Όπως ακριβώς τα είπες. Εδώ τον σκότωσε. Έξω από την πόρτα της κουζίνας. Το μόνο που αυτή τη φορά», παίρνει μια βαθιά ανάσα, «άφησε στοιχεία πίσω του. Δε νομίζω ότι έγινε απρόσεκτος. Μάλλον σκόπιμα τα άφησε ή μάλλον το άφησε…»
     «Το κλειδί για τα μπουλόνια», είπε εκείνος.
     «Πώς το μάντεψες;»
     «Δεν ήταν και πολύ δύσκολο. Και πάω στοίχημα ότι θα βρείτε δαχτυλικά αποτυπώματα πάνω. Αποτυπώματα που δε θα υπάρχουν στο σύστημα. Πες σε κάποιον να εξετάσει και την καγκελόπορτα. Σίγουρα θα βρει κι εκεί…»
     «Παίζει μαζί μας;»
     «Μας λέει ότι φτάνει στο τέλος και πώς τώρα πια δεν έχει τίποτα να χάσει. Μπήκατε στο σπίτι;»
     «Ναι, αλλά μέχρι στιγμής δεν βρήκαμε τίποτα το ιδιαίτερο».
     «Δεν το περίμενα. Η γυναίκα του;»
     «Σε ταξίδι στο εξωτερικό. Πήραμε τον αριθμό του κινητού της από την εταιρεία που δουλεύει, προσπαθήσαμε να την πάρουμε αλλά είναι μάλλον κλειστό. Πετούσε σήμερα το πρωί για Λονδίνο, έτσι ίσως να μην έχει φτάσει ακόμη».
     «Γονείς;»
     «Τους βρήκαμε. Ζούνε στην ίδια περιοχή εδώ στην Παλλουριώτισσα. Πήγε ο αρχηγός. Πού είσαστε;»
     «Λεμεσό, πριν την έξοδο για το λιμάνι. Πεινώ. Μπορείς να μας στείλεις δύο σάντουιτς με το ελικόπτερο της αστυνομίας; Το ένα όλο κρεατικά, το άλλο χωρίς;»
     «Ευκαιρία να κάνεις δίαιτα…»
     «Η κοιλιά μου δεν είναι του φαγητού, αλλά της μπίρας…»
     «Μισό λεπτό…»
     «Τι;»
     «Μου λένε ότι λείπει το υπηρεσιακό του περίστροφο…»
     «Λείπει;» ρώτησε πιότερο τον εαυτό του παρά εκείνη.
     «Πρέπει να κλείσω».
     «Κλείσε».
     Έκλεισε.
     «Αν θες μπορούμε να σταματήσουμε στο Κολόσσι για να πάρουμε κάτι. Μετά του πατάω και…»
     «Αν αντέχεις εσύ, αντέχω κι εγώ. Εξάλλου έχω αποθηκεύσει πολλές προμήθειες». Χάιδεψε την κοιλιά του κι εκείνη άφησε ένα κοφτό γελάκι.
     «Επιβεβαιώνονται λοιπόν οι θεωρίες μου;»
     «Προς το παρόν, ναι».
     Έστρεψε και πάλι όλη την προσοχή της στο δρόμο κι εκείνος στις σκέψεις του. Τα χιλιόμετρα χάνονταν σαν τίποτα κάτω από τους τροχούς του γερμανικού θαύματος και λεπτό το λεπτό πλησίαζαν όλο και πιο πολύ στη θέα ενός νέου εγκλήματος και στην προβολή του αποτελέσματος ενός παλαιού.

Τους είδε να καταφθάνουν στο χωριό μέσα σε μια παλιά Μερτσέντες. Ο γνωστός χοντρός και μια νέα γυναίκα. Δεν τους πήρε και πολύ. Όπως υπολογίζει ούτε δυο ώρες δε χρειάστηκαν να διασχίσουν τα εκατόν εβδομήντα χιλιόμετρα που τους χωρίζουν από τη Λευκωσία. Ας αρχίσουν οι χοροί, σκέφτεται, αλλά δεν το λέει δυνατά για να μην τραβήξει την προσοχή. Κάθεται σε μια καρέκλα ψάθινη, σ’ ένα καφενείο-καφετέρια, ανάμεσα σε αγνώστους. Κάποιος ρώτησε αν βρίσκεται εκεί για την κηδεία κι απάντησε καταφατικά. Μετά από αυτό δε δέχτηκε καμία ενόχληση. Κρυφακούει τις συζητήσεις των άλλων. Κάποιοι δείχνουν στ’ αλήθεια λυπημένοι, μα οι περισσότεροι δεν μπορούν να κρύψουν τον ενθουσιασμό τους. Μάλλον από τον καιρό της αγγλοκρατίας, από τότε που λειτουργούσε εκεί το ένα από τα δύο όλα κι όλα σχολεία της επαρχίας Πάφου, είχε να συμβεί κάτι τόσο συναρπαστικό στο χωριό τους. Μια κηδεία κι ένα φονικό την ίδια μέρα. Ο Κάθηκας των τριακοσίων πενήντα κατοίκων θα έμπαινε για τα καλά στο χάρτη της τηλεοπτικής επικαιρότητας. Σε καιρούς χαλεπούς για τον τουρισμό το χωριό θ’ αποκτούσε έστω και για λίγο ζωή. Κάποιος ανεβάζει τον ήχο στην πλακουτσωτή τηλεόραση που βρίσκεται ψηλά στη δεξιά γωνία. Μεσημβρινό δελτίο ειδήσεων. Πρώτο θέμα η νέα δολοφονία φυσικά. Οι θεωρίες συνομωσίας δίνουν και παίρνουν. Όπου νάσαι θα αναφερθούν και σε ανύπαρκτες αστυνομικές πηγές. Το κάνουν. Αλλά αυτή τη φορά ίσως να μην είναι και τόσο ανύπαρκτες, αφού ήταν αδύνατον να κρατήσουν τις λεπτομέρειες της υπόθεσης κρυφές. Ακόμη και η ομάδα της σήμανσης είναι διαφορετική αφού ήρθε από την Πάφο που βρίσκεται μόλις είκοσι δύο χιλιόμετρα μακριά. Δείχνουν εικόνες από το νεκροταφείο, τους άντρες που βρίσκονται γύρω από το πτώμα. Κάποια στιγμή διακρίνει και το χοντρό. Μια φωτογραφία του προσώπου του τελευταίου θύματος γεμίζει για λίγο την οθόνη, την οποία σύντομα αντικαθιστά μια του Παναγίδη. Μιλούν για την κηδεία που θα γίνει εκεί, για την εκκλησία της Παναγίας της Ευαγγελίστριας που κτίστηκε στα 1870, για τους δεσμούς του θύματος με το χωριό. Η εκφωνήτρια, όταν η εικόνα επιστρέφει σ’ αυτήν, μοιάζει έτοιμη να κλάψει. Μην το κάνεις κορίτσι μου, θα χαλάσεις το μακιγιάζ σου, σκέφτεται, και μετά βίας συγκρατεί μια έκρηξη γέλιου. Ωστόσο, κατά βάθος δεν είναι χαρά που νιώθει, αλλά απλά ανακούφιση. Πήρε την εκδίκηση που ποθούσε. Κράτησε την υπόσχεση που έδωσε. Το παιχνίδι σύντομα ή μάλλον επιτέλους θα φτάσει στο τέλος του.

Αναγκάζονται να δείξουν τις ταυτότητές τους για να τους αφήσουν να περάσουν. Ελάχιστα άτομα γνωρίζει από την αστυνομική διεύθυνση Πάφου, κι οι περισσότεροι απ’ αυτούς ίσως να έχουν ήδη αφυπηρετήσει. Δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ να μάθει. Είχε λίγους φίλους και είχε πολλούς γνωστούς. Αυτοί ανήκαν στη δεύτερη κατηγορία. Πήγε και στάθηκε πάνω από τους άντρες της σήμανσης, έδειξε για μια ακόμη φορά την ταυτότητά του και τους ρώτησε:
     «Τι έχουμε, παίδες;»
     «Χτύπημα στο κεφάλι, μάλλον με σιδηροδοκό. Τρεις μαχαιριές στο στήθος. Ένα σημείωμα», του απάντησε ο επικεφαλής μάλλον της ομάδας, χωρίς καν να σηκώσει το κεφάλι.
     «Αυτά τα ήξερα προτού καν φύγω απ’ τη Λευκωσία. Πέστε μου κάτι νέο…»
     «Όποιος και να τον έφερε μέχρι εδώ τον ξεφορτώθηκε μάλλον βιαστικά. Βρήκαμε ίχνη από λάστιχα στο χώμα, αλλά θα μπορούσε να είναι από οποιοδήποτε επιβατηγό αυτοκίνητο. Επίσης στη δεξιά τσέπη του παντελονιού του, βρήκαμε το πορτοφόλι του, το οποίο μας βοήθησε να εξακριβώσουμε την ταυτότητά του, ενώ στην αριστερή υπήρχε ένα σημείωμα…»
     «Νέο σημείωμα;» τον διέκοψε απότομα εκείνος.
     «Νέο, παλιό, δεν ξέρω. Πάντως εγώ δε βγάζω άκρη απ’ αυτό. Μια στιγμή…»
     Έψαξε για μια στιγμή στο μαύρο βαλιτσάκι του, που περισσότερο με χαρτοφύλακα έμοιαζε, και βρήκε αυτό που ζητούσε. Έβγαλε ένα πλαστικό σακουλάκι που περιείχε ένα κομμάτι χαρτί με κάτι γραμμένο πάνω του και τού το έδωσε.
     «1-1-1-3» διάβασε. Το έδωσε στη Χρυσοστόμου, που μέχρι εκείνη τη στιγμή στεκόταν λίγο παραπέρα σιωπηλή. Βγάζεις εσύ κάτι απ’ αυτό. Το πήρε στα χέρια της, τού έριξε μια ματιά και δεν της πήρε και πολύ να φτάσει σ’ ένα συμπέρασμα, αλλά δεν είπε τίποτα. Του μετέδωσε το μήνυμα με το βλέμμα. Καλή είναι, σκέφτηκε εκείνος. Στράφηκε προς τον άγνωστο συνάδελφό του. «Αποτυπώματα;»
     «Πολλά».
     «Καλώς. Θα σας αφήσω τώρα να κάνετε τη δουλειά σας».
     Έριξε μια βιαστική ματιά στο πτώμα. Απ’ ό,τι τουλάχιστον ήξερε σήμερα δούλευε, άρα ο δολοφόνος τον αιφνιδίασε νωρίς το πρωί, προτού ακόμη προλάβει να ντυθεί, αφού τα μοναδικά ρούχα που φορούσε ήταν ένα άσπρο σορτσάκι και ένα αμάνικο φανελάκι του ίδιου χρώματος. Αυτό πήγαινε να πει ότι μάλλον ο δολοφόνος μπήκε στο σπίτι και βρήκε το πορτοφόλι του, απλά και μόνο για να βοηθήσει την αστυνομία να εξακριβώσει όσο πιο νωρίς γίνεται την ταυτότητά του.
     «Το πορτοφόλι, είχε μέσα λεφτά;» ρώτησε, αν και ήξερε ήδη την απάντηση.
     «Ναι. Και δεν ήταν και λίγα. Σχεδόν τριακόσια ευρώ, οπότε η ληστεία αποκλείεται».
     «Ευχαριστώ».
     Άρχισε να απομακρύνεται με την Χρυσοστόμου να τον ακολουθεί κατά πόδας. Μόλις ξέφυγαν από τις κάμερες και το πλήθος των περίεργων, έβγαλε το τηλέφωνο απ’ την τσέπη και πήρε την Ντίνα.
     «Μπήκε στο σπίτι του», της είπε προτού προλάβει καν να μιλήσει εκείνη.
     «Το κατάλαβα. Βρήκαμε τα ρούχα του ανακατεμένα, συρτάρια ανοιγμένα και αποτυπώματα παντού. Τι πήρε;»
     «Το πορτοφόλι του».
     «Για να μας δείξει το δρόμο…»
     «Ακριβώς».
     Το έκλεισε. Στράφηκε προς την κοπέλα που στεκόταν αμίλητη δίπλα του.
     «Λοιπόν;»
     «Ένα νέο μήνυμα ήταν. Δεν ανέφερα τίποτα πριν…»
     «Ναι, κατάλαβα το γιατί. Το μήνυμα…»
     «Αναφερόταν στις μαχαιριές. Από μία στο καθένα από τα τρία πρώτα θύματα, τρεις στο τελευταίο…»
     «Συμπέρασμα;»
     «Κάτι όντως συνδέει αυτούς τους τέσσερις και αυτό που ζητάμε θα το βρούμε μάλλον στις υποθέσεις που ανέλαβαν. Δεν ξέρω πόσο καλά πρόλαβε να ψάξει το θέμα η Ντίνα με όλα αυτά που συμβαίνουν, αλλά το ένστικτό μου μού λέει ότι η λύση στο γρίφο βρίσκεται εκεί. Και ίσως να είναι τόσο εμφανής, που δεν της δώσαμε καθόλου σημασία».
     «Θα μπορούσαμε λοιπόν να τον σταματούσαμε;»
     «Δεν το νομίζω. Μπορώ να φτιάξω ένα γενικό προφίλ αλλά αποκλείεται να πέσω μέσα εκατό τοις εκατό. Είναι και η πρώτη μου υπόθεση και…»
     «Μια χαρά τα πηγαίνεις, μην ανησυχείς».
     Περπάτησε λίγο πιο πέρα και στάθηκε αμίλητος να κοιτάει τους γύρω λόφους, τα δέντρα, την κοιλάδα. Έπρεπε να πάρει μια απόφαση: δε χωράνε δυο καρπούζια κάτω από μία μασχάλη. Οι φάκελοι του Κακογιάννη μπορούσαν να περιμένουν. Από δω και πέρα θα επικέντρωναν όλη την προσοχή και όλες τις προσπάθειές τους στην ανακάλυψη του δολοφόνου. Ίσως έτσι να προλάβαιναν το τελευταίο χτύπημα. Ένιωσε τον ήλιο να τον βαράει στο κεφάλι αλύπητα. Έφερε το δεξί του χέρι στο μέτωπο και σκούπισε τον ιδρώτα. Στράφηκε προς το μέρος της κοπέλας.
     «Πάμε να φάμε», της είπε. Σε μια ώρα θα άρχιζε η κηδεία.

Τον πήρε τηλέφωνο και τού είπε: Ήρθε η σειρά σου. Μα πώς βρήκε τον αριθμό του; Ήταν σίγουρος ότι δεν τον ήξερε. Κανείς σχεδόν δεν τον ήξερε. Την κανονική του κάρτα την έβγαλε από το κινητό από χθες, από τη στιγμή δηλαδή που αντιλήφθηκε ότι δε θα σταματούσε ποτέ και πουθενά. Είχε εναποθέσει τις ελπίδες του στην αστυνομία αλλά αυτές διαψεύστηκαν. Και τώρα τι; Αν μείνει εκεί θα είναι ασφαλής, αλλά για πόσο θ’ αντέξει να ζει έτσι; Θα ήταν καλύτερα να φύγει απ’ τη χώρα. Θα ήταν, αν μπορούσε. Αφού δεν έχει πια ούτε την ταυτότητα, ούτε το διαβατήριο, αλλά ούτε και την άδεια οδηγού του. Έχει ωστόσο μετρητά και μια πιστωτική κάρτα που αν μη τι άλλο αποδεικνύει ότι εκείνος εξακολουθεί να υπάρχει. Νιώθει σαν ένα ποντίκι πιασμένο στη φάκα. Μια φάκα όμως που εκείνος κατασκεύασε, με τα ίδια του χέρια. Και να πεις ότι δεν τον είχε προειδοποιήσει; Πώς! Του το είπε και μια και δυο και τρεις. Το μόνο που αυτός πίστευε ότι οι απειλές ήταν κούφια λόγια, πώς δε θα τις πραγματοποιούσε ποτέ. Κούνια που τον κούναγε…

Συνεχίζεται


Η εικόνα κλεμμένη από εδώ