Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2011

Στιλέτο - Κεφάλαιο 20

Μαζεύτηκαν στο σπίτι του μισή ώρα νωρίτερα απ’ ό,τι τους είχε πει. Ήταν και οι δυο τους ευχάριστα ασυνεπείς. Ευτυχώς η Γεωργία είχε ήδη ετοιμάσει το φαγητό: μακαρόνια τρικολόρε με φρέσκα κρέμα και τα λοιπά σχετικά. Η Ντίνα, μετά από έναν υπνάκο που έριξε στο κρεβάτι της Ελευθερίας, που είχε πάει στο σπίτι κάποιας φίλης της λέει για να διαβάσουν μαζί, μοιάζει τώρα αναζωογονημένη. Κάθονται έξω, κάτω από την κληματαριά και απολαμβάνουν το δείπνο τους παίρνοντας πού και πού σήματα δροσιάς από ένα αεράκι που πασχίζει να κάνει την παρουσία του αισθητή. Μαζί τους είναι και η Μαργαρίτα. Αποφάσισε να μη βγει έξω απόψε, αφού όπως λέει βαριέται να βγαίνει κάθε νύχτα. Και δε θα συγχωρέσει, υποστηρίζει, ποτέ την Ντίνα που την έστησε την προηγούμενη, αλλά τη συγχώρεσε ήδη. Ένα νεανικό αντίγραφο του πατέρα μου είναι, σκέφτεται, χωρίς την κοιλιά και τις τρίχες. Χαμογελά στον εαυτό της. Της αρέσει πολύ η Ντίνα. Δυναμική, γαλήνια, ξεροκέφαλη, μοιάζει να ξέρει τι ζητά απ’ τη ζωή, σε αντίθεση με την ίδια που ακόμη ψάχνεται. Απόψε θα καθίσει μαζί τους γύρω από το τραπέζι των συνεδριάσεων στο σαλόνι και θα προσπαθήσει, αν μπορεί, να τους βοηθήσει. Όταν το ζήτησε απ’ τον πατέρα της, εκείνος δεν της απάντησε αμέσως. Κοίταξε την Ντίνα, που του έγνεψε καταφατικά. Μετά στράφηκε στους άλλους δύο. Όχι πώς χρειαζόταν τη συγκατάθεσή τους, αλλά σα να τους έλεγε με τα μάτια ότι αν συνέβαινε αυτό θα έπρεπε να κρατηθεί μυστικό. Πήραν το μήνυμα. Δε θα ήταν η πρώτη φορά που θα τον βοηθούσε σε μια υπόθεση άλλωστε. Ένα από τα μάντρα του πάντα ήταν το: Χρειάζομαι μια φρέσκα ματιά, κι αυτήν ακριβώς ήταν που θα του προσέφερε. Λίγο πολύ γνώριζε τα της υπόθεσης, αλλά από την τηλεόραση και την εφημερίδα. Αργότερα, όταν θα μάθαινε τις λεπτομέρειες, ίσως να έριχνε στο τραπέζι μια νέα ιδέα.

Βρίσκονται σ’ ένα εγκαταλειμμένο εργοστάσιο στη βιομηχανική περιοχή Στροβόλου. Τον έχει οδηγήσει στο υπόγειο και τον έχει δέσει σε μια παλιά ξύλινη καρέκλα γραφείου, κάτι σαν αυτοκρατορικό κάθισμα δίχως όμως τα μαξιλάρια και τη φινέτσα στο τελείωμα. Κάθεται με τη ράχη ακουμπισμένη πίσω, τα πόδια δεμένα σταυρωτά με το ίδιο χοντρό σκοινί όπως και πριν και τα χέρια απλωμένα μπροστά, εγκλωβισμένα στο ύψος των καρπών. Το μοναδικό μέλος του κορμιού που μπορεί να κουνήσει είναι το κεφάλι του. Εξακολουθεί να είναι φιμωμένος. Πού και πού φτάνει στ’ αυτιά του περαστικά ο ήχος από τον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας-Λεμεσού. Ξέρει πού ακριβώς είναι, κι αυτό ακριβώς είναι που τον φοβίζει καθώς οι πιθανότητες να τον ανακαλύψει κάποιος εκεί είναι μηδαμινές. Τον τυφλώνει το φως ενός προβολέα, που δουλεύει με μπαταρία αυτοκινήτου. Ο χώρος γύρω του, εκτός από ένα τραπέζι και τον βασανιστή του, μοιάζει απόλυτα άδειος, εκεί μέσα δεν κυκλοφορούν ούτε φαντάσματα. Δεν παλεύει πια, δεν αντιστέκεται, παραδόθηκε σε μια μοίρα που μοιάζει προδιαγεγραμμένη. Μέχρι που νιώθει μια σκιά να του κρύβει το φως κι ακούει μια φωνή να τον ρωτά: «Πώς θα ήθελες ν’ αρχίσουμε;». Από το τέλος, θα απαντούσε, αν μπορούσε. Παρελαύνουν μπροστά από τα μάτια του ένα τσεκούρι, μια πένσα και το στιλέτο. Όργανα βασανιστηρίου οικιακής σχεδόν χρήσης. Προσπαθεί να εκλιπαρήσει συμπόνια με τα μάτια, αλλά δεν προλαβαίνει…

Δέκα και μίση. Καλά πήγε το δείπνο, αλλά τώρα είναι η ώρα για δουλειά. Θεόκλειστοι και πάλι στο σαλόνι με τον κλιματισμό στο χαμηλό. Ούτε ζέστη, ούτε κρύο. Η Ντίνα ενημερώνει την Μαργαρίτα με λίγα λόγια για τις υποθέσεις, κι εκείνη ζητά τα στοιχεία που μαζεύτηκαν μέχρι τώρα. Της δίνει τους φακέλους των τεσσάρων δολοφονιών και στρέφει την προσοχή της στους υπόλοιπους.
     «Τεκ, ανακάλυψες κάτι πέρα απ’ τα συνηθισμένα στο φάκελο του Αργυρίου;»
     «Αυτός ήταν σαν εμένα, προτού καταντήσω μπάτσος δηλαδή. Οικόσιτο ζώο. Εννοώ εντελώς οικόσιτο. Κάτι σαν τηλεφωνήτρια. Σπίτι-δουλειά, δουλειά-σπίτι. Και δε μου φαίνεται να έχει αναλάβει ποτέ κάποια υπόθεση στ’ αλήθεια. Κατέγραφε καταγγελίες και παράπονα, τα προωθούσε ή τα καταχωρούσε…»
     «Οπότε…» Άφησε την σκέψη της στη μέση. «Χρυσοστόμου, εσύ τι πιστεύεις;»
     «Τυπικός δημόσιος υπάλληλος. Ερχόταν στη δουλειά, διεκπεραίωνε και έφευγε».
     «Κι όμως, κάτι πρέπει να έχει κάνει. Κάτι που τσάντισε κάποιον. Ντίνα, οι γείτονες τι λένε;» μίλησε για πρώτη φορά ο Ιωάννου.
     «Τα συνηθισμένα τηλεοπτικά: καλός άνθρωπος, ήσυχος, ποτέ δε δημιούργησε πρόβλημα σε κανένα».
     «Η γυναίκα του;»
     «Μάλλον έχει επιστρέψει ήδη. Θα προσπαθούσε να μπει στο ίδιο αεροπλάνο που τη μετέφερε στο Λονδίνο, κι αν δεν τα κατάφερνε θα επέστρεφε με την πρώτη πτήση μετά. Ευτυχώς υπάρχουν πολλές τώρα…»
     «Θα πάμε να τη δούμε το πρωί, αν και δεν πιστεύω να μας βοηθήσει σε τίποτα. Οι λίγοι μάρτυρες που είχαμε μέχρι τώρα δε μας πρόσφεραν και πολλά κι αυτό δεν πιστεύω ότι πρόκειται ν’ αλλάξει. Από την πρώτη στιγμή είχα το προαίσθημα ότι την απάντηση την ξέρουμε ήδη, απλά δεν μπορούμε να τη διακρίνουμε. Ιδέες…»
     «Ο δολοφόνος είναι γυναίκα», πετάχτηκε στη μέση η Μαργαρίτα, προτού προλάβει να μιλήσει άλλος κανείς.

Τον χτύπησε στο κεφάλι με την πένσα και έχασε για λίγο τις αισθήσεις του, αλλά δεν άργησε να συνέλθει. Φρόντισε εκείνη γι’ αυτό, καθώς τον έλουσε μ’ ένα ποτήρι νερό. Ο πόνος στην αρχή ήταν έντονος, αλλά τώρα σιγά σιγά υποχωρεί. Την κοιτάει που τον κοιτάει. Βλέπει το μίσος και την ειρωνεία στα μάτια της καθώς αλλάζει γωνία προσέγγισης και τώρα ο προβολές φωτίζει και το δικό της πρόσωπο. Ποτέ του δεν το περίμενε ότι θα συνέβαινε αυτό. Την υποτίμησε και καλά να πάθει. Για χρόνια και χρόνια την έβγαζε καθαρή με τις μαγκιές του, αλλά η τύχη του τελικά τον εγκατέλειψε, ή μάλλον εκείνος την έδιωξε κλωτσώντας με δύναμη το μισοάδειο ποτήρι της υπομονής. Το παρατράβηξε. Η πλάκα είναι ότι του το είχε πει: έτσι και τολμήσει και το κάνεις αυτό, θα το πληρώσεις ακριβά. Δεν άντεξε, και το έκανε. Και μετά ποιος την είδε και δεν τη φοβήθηκε. Το κουταβάκι μέσα σε λίγες μέρες μεταμορφώθηκε σε λιονταρίνα. Άρχισε να του δείχνει τα δόντια. Και μετά, έτσι στα ξαφνικά εξαφανίστηκε. Πάνω που νόμιζε ότι θα τη γλίτωνε κι αυτή τη φορά όμως έκανε και πάλι την εμφάνισή της. Και τότε όλα στη ζωή του γκρεμίστηκαν…

Για μια στιγμή στο δωμάτιο απλώθηκε η σιωπή. Κοιτούσαν όλοι την Μαργαρίτα και σιωπούσαν. Μα καλά, πότε πρόλαβε κιόλας κι έφτασε σ’ αυτό το συμπέρασμα. Τελικά η Ντίνα κατάλαβε.
     «Τα εγκλήματα ήταν…»
     «Προσωπικές υποθέσεις», συμπλήρωσε την σκέψη της η Χρυσοστόμου.
     «Το στιλέτο. Το μήνυμα: ανίκανος. Η όλη οργάνωση. Όλα μυρίζουν γυναίκα», συνέχισε η Μαργαρίτα. «Και σίγουρα το όνομά της θα υπάρχει σε κάποιους από τους φακέλους ή τις ημερήσιες αναφορές ή πώς αλλιώς τις λέτε…»
     «Γυναίκα;» Έμεινε για λίγο σκεφτικός ο Ιωάννου, μα αμέσως μετά πήρε μπρος. «Μαργαρίτα, ψάξε στους φακέλους για ονόματα γυναικών που έκαναν καταγγελίες τους προηγούμενους μήνες. Αν δεν κάνω λάθος είμαστε καλυμμένοι για ένα τουλάχιστον χρόνο. Αν βρεις ένα όνομα, τότε… Τεκ, είναι καταχωρημένα στους υπολογιστές περιστατικά βίας στην οικογένεια; Αν ναι, ξέθαψε ό,τι μπορείς… Χρυσοστόμου, λαμβάνοντας υπόψη αυτή την αποκάλυψη, θα μπορούσες να φτιάξεις ένα περιληπτικό προφίλ της γυναίκας, έτσι; Κάνε το… Ντίνα, τα βίντεο. Ψάξε να βρεις μια γυναίκα που έδωσε το παρόν της σε όλους ή τουλάχιστον στους περισσότερους τόπους του εγκλήματος. Είμαι σίγουρος ότι την έχουμε συναντήσει…»
     Έπεσαν όλοι με τα μούτρα στη δουλειά, κι αυτός στις σκέψεις του. Γυναίκα! Το βλέμμα του φώτισε. Κάτι θυμήθηκε, εκείνη τη λεπτομέρεια που του ξέφευγε από την αρχή. Ωστόσο θα περιμένει να έρθει η επιβεβαίωση, αφού έτσι κι αλλιώς δεν ξέρει το όνομά της.

Όταν έμαθε για το θάνατο του πρώτου αστυνομικού δεν έδωσε και μεγάλη σημασία. Θυμόταν το όνομά του, αφού είχε μιλήσει μαζί του, μετά από καταγγελία της γυναίκας του, αλλά υπέθεσε ότι δεν είχε καμία σχέση με την υπόθεσή του. Μέχρι δηλαδή που τον πήρε εκείνη τηλέφωνο από αριθμό με απόκρυψη και του είπε: πάει ο πρώτος. Τότε όλα ξεκαθάρισαν μέσα του. Σε τέσσερις διαφορετικούς αστυνομικούς είχε κάνει καταγγελίες για το ό,τι τη χτυπούσε. Τους καθησύχασε και τους τέσσερις λέγοντάς τους ότι είναι φαντασιόπληκτη και λίγο πολύ υστερική. Αν δεν τον πίστευαν θα μπορούσαν να ρωτήσουν και τους γείτονες. Σιγά να μην το έκαναν. Αλλά και να το έκαναν, πάλι καθαρή θα την έβγαζε, αφού στα μάτια του κόσμου ήταν υπόδειγμα πολίτη. Εκτός κι αν τους έπειθε εκείνη με κάποιο τρόπο να του απαγγείλουν κατηγορίες. Τότε όλα θα άλλαζαν, τα μυστικά του θα έβγαιναν στη φορά και το τίμημα που θα είχε να πληρώσει θα ήταν πολύ ψηλό. Δεν την πίστεψαν λοιπόν και το πλήρωσαν με τη ζωή τους, ο ένας μετά τον άλλο.

Δεν τους πήρε και πολλή ώρα ν’ ανακαλύψουν την άγνωστη γυναίκα και να συνδέσουν την εικόνα με το όνομα.
     «Μαρία Γεωργίου. Τριάντα επτά χρόνων. Παντρεμένη. Έχει μια κόρη. Αντριάνα. Δεκάξι χρόνων. Έκανε καταγγελίες και στα τέσσερα θύματα ότι ο άντρας της την κακοποιούσε, αλλά πέρα από κάποια τηλεφωνήματα που έκαναν, κανείς τους δεν τις διερεύνησε στ’ αλήθεια. Στον Κωνσταντίνου, Δεκέμβρη του 2010. Στον Παναγίδη, Γενάρη φέτος. Στον Κακογιάννη, τον Μάρτη. Και τέλος στον Αργυρίου, τρεις φορές τον Απρίλη», συνόψισε τις υποθέσεις η Ντίνα.
     «1-1-1-3», ψιθύρισε η Χρυσοστόμου, αλλά κανείς σχεδόν δεν την άκουσε, έτσι αναγκάστηκε να επαναλάβει. «1-1-1-3. Το μήνυμα που μας άφησε. Αντιστοιχεί στις καταγγελίες και στις μαχαιριές στα θύματά της».
     Όλα τώρα πια ήταν ξεκάθαρα.
     «Τεκ, ψάξε μέσα στα ιντερνέτια σου και βρες ό,τι μπορείς γι’ αυτή», διέταξε ο Ιωάννου.
     «Η γραμμή σας είναι κάπως αργή. Θα μπορούσα να…»
     «Κάτι παράνομο θα κάνεις πάλι. Δε θέλω να ξέρω, απλά κάντο. Χρυσοστόμου…»
     «Θέλετε να σας πω τις σκέψεις μου; Αυτές επικεντρώνονται στο τι. Τι έκανε να ξεχειλίσει το ποτήρι; Η βία στην οικογένεια ήταν από πάντοτε συνηθισμένο φαινόμενο στην Κύπρο, απλά οι υποθέσεις δε βγαίναν στο φως. Και συνήθως αυτή η βία είναι συστηματική και διαρκεί πολύ μέχρι να αποφασίσει ή μάλλον να τολμήσει η γυναίκα να την καταγγείλει, ειδικά αν προέρχεται από χωριό ή κάποια μικροαστική οικογένεια. Αν υποθέσουμε λοιπόν ότι αυτή η γυναίκα υπέφερε πολύ στα χέρια του άντρα της και δε βρήκε ποτέ κάποιον για να τη βοηθήσει, τότε μπορούμε να πούμε ότι έχει ήδη φτάσει και ξεπεράσει τα όριά της. Παίρνοντας την κατάσταση στα χέρια της δεν εκδικείται μόνο αυτούς που την αδίκησαν, αλλά νιώθει κιόλας ότι απονέμει δικαιοσύνη, προσφέρει μια υπηρεσία στην κοινωνία. Διαταραγμένη προσωπικότητα ναι. Επικίνδυνη για τους υπόλοιπους όχι. Εκτός από τον άντρα της φυσικά, ο οποίος υποθέτω ότι θα είναι το τελευταίο θύμα της. Δε νομίζω να μας αφήσει να τον βρούμε προτού ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς της μαζί του…»
     «Ούτε κι εγώ, αλλά δυστυχώς ή ευτυχώς, είναι καθήκον μας να προσπαθήσουμε. Τι ξέρουμε γι’ αυτόν;»
     «Νίκος Γεωργίου. Σαράντα δύο χρόνων. Μηχανικός αυτοκινήτων. Στον πρόχειρο φάκελο που μπόρεσα ν’ ανασύρω από τα ηλεκτρονικά μας αρχεία, βρήκα κάποια παραπτώματα: καταγγελίες και παραδοχές για οδήγηση με υπερβολική ταχύτητα καθώς και μια υπόθεση αλκοτέστ. Δεν ξέρω αν εκκρεμεί κάτι», απάντησε η Ντίνα. «Τεκ;»
     «On it..»
     «Τι λέει αυτός;» αναρωτήθηκε εκείνος.
     «Ότι το ψάχνει», του εξήγησαν.
     «Πάμε. Αυτοκίνητο: Alfa Romeo Brera. Γαμάτο αμάξι. Το απέκτησε πριν τρεις μήνες. Ασφάλεια ζωής, οκ. Ασφάλεια αυτοκινήτου, οκ. Ασφάλεια οικείας… Όπα, διαφορετική διεύθυνση απ’ αυτήν που υπάρχει στο φάκελό μας…»
     «Πού ζει;»
     «Εδώ και δέκα μήνες στα σύνορα της Λακατάμιας με την Ανθούπολη. Δέκα λεπτά δρόμο από δω. Διπλοκατοικία».
     «Διεύθυνση».
     Του την είπε.
     «Ντίνα, μαζί μου. Εσείς ξέρετε τι να κάνετε», είπε στους άλλους συνεργάτες του. «Μαργαρίτα…» Πήγε κοντά της και τη φίλησε τα μαλλιά που μύριζαν γιασεμί. «Θα τα πούμε αργότερα».

Όταν άρχισε να παίζει με τη φωτιά δε φοβόταν ότι θα καεί. Ενθουσιαζόταν μάλιστα στην ιδέα ότι έτσι την προκαλούσε. Προκαλούσε τη γυναίκα του αν είχε τα κότσια να κάνει κάτι. Κι αυτή δεν έκανε. Δασκαλεμένη απ’ τους συγγενείς υπέμενε τα πάντα για να μη διαλύσει την οικογένειά της – ίσως, αν ζούσε ακόμη ο πατέρας της, τα πράγματα να ήταν διαφορετικά. Τη χτυπούσε σχεδόν απ’ την αρχή του γάμου τους. Πρώτα λίγο, μετά πιο πολύ και όσο περνούσε ο καιρός ακόμη περισσότερο. Το σώμα της, αυτό που έκρυβε χειμώνα καλοκαίρι κάτω απ’ τα ρούχα ήταν μόνιμα μια ανοιχτή πληγή. Έψαχνε να βρει παρηγοριά στη μάνα της και συνέχιζε να παίρνει τις συμβουλές που την έφεραν ως εδώ. Τα έλεγε σε μια φίλη της, την παρότρυνε κι αυτή να κάνει υπομονή. Στράφηκε στον παπά της ενορίας της, της μίλησε για τους παράξενους τρόπους που ενεργεί ο Κύριος και της είπε να προσεύχεται και θα βρει τη σωτηρία. Τον κατάγγειλε στην αστυνομία και το μόνο που κέρδισε ήταν περισσότερο ξύλο. Είχε όντως γίνει υστερική, ένα μάτσο νεύρα, δυναμίτης που περίμενε απλά κάποιον ή κάτι ν’ ανάψει το φιτίλι του για να εκραγεί. Κι εκείνος το άναψε…

Προσπαθεί να μη χαμογελάσει καθώς οδηγεί τον σκαραβαίο του με συνοδηγό την Ντίνα. Του έλειψε πολύ. Ο σκαραβαίος δηλαδή. Ευτυχώς η νύχτα, όσο περνάει η ώρα, γίνεται όλο και πιο δροσερή, κι έτσι δε θα έχει να υποστεί τη γκρίνια ή τα υπονοούμενα της συνεργάτιδάς του.
     «Νομίζεις ότι θα τον βρούμε εκεί;»
     «Όχι, αλλά δεν έχουμε κάτι καλύτερο να κάνουμε. Αν υπάρχει κάτι θα το ανακαλύψουν τα παιδιά, οπότε εμείς είμαστε περιττοί. Εξάλλου ποτέ δεν ξέρεις τι θα συμβεί. Ίσως και να είναι εκεί. Αλλά, όσο το σκέφτομαι…»
     «Όσο σκέφτεσαι τι, αφεντικό;»
     «Το ότι την είχαμε μπροστά μας απ’ την πρώτη στιγμή. Την είδα όταν φεύγαμε από το σπίτι του Κωνσταντίνου την Τετάρτη, αλλά δεν της έδωσα σημασία. Σκέφτηκα ότι ζούσε στην πολυκατοικία ή κάπου εκεί δίπλα αφού στεκόταν μαζί με τους άλλους περίεργους».
     «Εγώ δεν την είδα καθόλου, αλλά καλά, κανείς δεν μπορούσε να το μαντέψει. Είδες η Μαργαρίτα όμως;»
     «Η Μαργαρίτα…» Τα μάτια του θόλωσαν σχεδόν από περηφάνια. Η Ντίνα το είδε, αλλά δεν το σχολίασε.
     «Έχει μέλλον».
     «Ναι, έχει. Δεν περίμενα και πολλά απ’ αυτήν όταν ήταν μικρή, αλλά όλο με διαψεύδει».
     «Θέλεις να σου πω ένα μυστικό; Εντάξει, δεν είναι ακριβώς τέτοιο, αλλά… Τέλος πάντων. Ξέρεις ποιος είναι ο λόγος που η κόρη σου παραμένει μόνη; Όχι; Ε, λοιπόν είναι ένα τεστ αλήθειας με σάρκα και οστά. Μόλις της πει κάποιος ψέματα το διακρίνει και του κόβει το βήχα. Αν της πει: δεν μπορώ ή δε θέλω να μιλήσω γι’ αυτό θα το δεχτεί, αλλιώς πάει, κάηκε…»
     «Θέλεις να μου πεις ότι τρομοκρατεί τον κόσμο, όπως εσύ;»
     «Χωρίς τις πολεμικές τέχνες όμως».
     Οι πολεμικές τέχνες. Το πάθος της Ντίνας. Όταν δεν την ταλαιπωρεί από δω κι από κει τις περισσότερες ελεύθερες ώρες της τις ξοδεύει είτε στο γυμναστήριο, είτε κάνοντας μαθήματα αυτοάμυνας, ή μαθαίνοντας καινούρια βίαια παιχνίδια. Δεν το κάνει επειδή της αρέσει η βία όμως -όταν πού και πού προκύπτουν προβλήματα τα λύνει με το όπλο της γλώσσας- αλλά απλά επειδή μ’ αυτόν τον τρόπο εκτονώνεται. Σκοτώνει το στρες και ξεφεύγει απ’ τις σκέψεις της.
     Έφτασαν στο σπίτι του Γεωργίου. Καινούριο μοιάζει. Η πόρτα είναι κλειστή, τα παντζούρια κατεβασμένα, αλλά απ’ το αδιαφανές τζάμι που βρίσκεται αριστερά από την πόρτα διακρίνεται αμυδρά ένα κιτρινωπό φως. Ανοίγουν την καγκελόπορτα και ανεβαίνουν στη βεράντα. Το λευκό σιδερένιο τραπέζι και οι καρέκλες μοιάζουν να μην έχουν χρησιμοποιηθεί πρόσφατα.
     Χτυπούν το κουδούνι. Περιμένουν. Ακούνε βήματα να πλησιάζουν και μετά κάτι σαν ανάσα να ξεφεύγει από τα στήθια κάποιου.
     «Ανοίξτε. Είμαστε από την αστυνομία», λέει χαμηλόφωνα η Ντίνα και βγάζει την ταυτότητά της και τη φέρνει στο ματάκι της πόρτας.
     «Καλά», της απαντάει αδύναμα μια φωνή.
     Η πόρτα ανοίγει σιγά σιγά κι αμέσως καταλαβαίνουν τι ήταν εκείνο που έκανε το ποτήρι να ξεχειλίσει.

Άρχισε να χτυπά την κόρη τους, την Αντριάνα της, και τότε πια έφτασε στο αμήν. Αυτή ήταν μαθημένη στον πόνο, οι γροθιές του τη χάραζαν, αλλά δεν τη σκότωναν, όμως οι γροθιές στο κορμί του παιδιού της ήταν άλλη ιστορία. Εδώ και καιρό έμοιαζε να ψάχνει αφορμές για να χτυπάει τη μικρή και τις έβρισκε. Τη μια ήταν οι κακοί της βαθμοί στο σχολείο, την άλλη τα ρούχα που φορούσε, την παράλλη το ότι προσκαλούσε φίλες στο σπίτι χωρίς να πάρει την άδειά του. Το μόνο που η Αντριάνα δεν ήταν η Μαρία. Από την πρώτη στιγμή της είπε: Εγώ δε θα κάτσω εδώ μέσα, μάνα, δεν τον αντέχω, θα και σηκωθώ να φύγω. Κι αυτή τρόμαξε. Κι αυτή απέκτησε ξαφνικά κότσια. Δε θα του περάσει, της είπε, εγώ θα σε προστατεύσω. Χα, όπως προστατεύεις τον εαυτό σου; αναρωτήθηκε εκείνη. Δέχτηκε αδιαμαρτύρητα αυτό το λεκτικό χαστούκι, έτσι κι αλλιώς της άξιζε. Κι έβαλε αμέσως μπρος με τα σχέδιά της. Ήταν λίγο μετά το Πάσχα. Είπε στην κόρη της ότι μάλλον έπρεπε να θυσιάσει τη σχολική χρονιά για να ησυχάσουνε από δαύτονε, κι αυτή δεν έφερε καμία αντίρρηση. Έτσι, την έστειλε στη μάνα της στο χωριό. Εκείνη δεν την υποδέχτηκε και μεγάλη χαρά, αφού σκεφτόταν το σκάνδαλο, αλλά δεν την έδιωξε κιόλας. Κι υποσχέθηκε στην κόρη της ότι θα τη φρόντιζε για όσο καιρό χρειαζόταν. Δυο μήνες χρειαζόταν. Για να μετακομίσει κάπου ασφαλισμένα, να φτιάξει ένα σχέδιο και να το ακολουθήσει κατά γράμμα. Λίγο πριν το τέλος όμως κάτι πήγε στραβά. Ο άντρας της κατέφθασε απροειδοποίητα λίγες μέρες πριν, την Κυριακή, στο σπίτι της μάνας της και πήρε τη μικρή μαζί του με το έτσι θέλω. Όταν επέστρεψαν στη Λευκωσία, την ξυλοκόπησε και την έκλεισε στο δωμάτιό της. Κι εκείνη, μέσα στα άγρια μεσάνυχτα το έσκασε από το παράθυρο και τηλεφώνησε στη μάνα της, που ήρθε και τη μάζεψε από ένα πάρκο. Την οδήγησε στο μικρό διαμέρισμα που νοίκιαζε κάτω απ’ το πατρικό της όνομα στην Παλιά Λευκωσία και τη διαβεβαίωσε ότι εκεί είναι ασφαλής. Αν έκανε υπομονή λίγες μέρες όλα θα πήγαιναν καλά. Μέχρι και το Σάββατο θα σκότωνε τους τέσσερις ανίκανους αστυνομικούς, ενώ τον μεγάλο φταίχτη θα τον έβαζε να καθίσει σε μια ηλεκτρική καρέκλα δικής της κατασκευής. Αλλά αυτό το τελευταίο δεν της το είπε.

Οδηγεί ο Ιωάννου, ενώ η Ντίνα κάθεται στο πίσω κάθισμα μαζί με τη μικρή. Η Αντριάνα δε μοιάζει να φοβάται. Όπως τους είπε δε γνώριζε το σχέδιο της μάνας της, αλλά η τελευταία ήταν σίγουρη ότι θα ερχόταν η αστυνομία και θα την έβρισκε εκεί. Γι’ αυτό και όταν ο πατέρας της έφυγε σαν τρομαγμένο ζώο και πήγε να κρυφτεί, την οδήγησε στο σπίτι τους. Τη συμβούλεψε να πει τα πάντα στον χοντρό. Είχε ρωτήσει διακριτικά εδώ κι εκεί και έμαθε ότι αυτός θα έκανε το σωστό, ακόμη κι αν έπρεπε να πληρώσει ο ίδιος προσωπικά κάποιο τίμημα. Δε θα την πάνε στο σταθμό. Όχι μέσα στη νύχτα. Θα νιώσει καλύτερα στο σπίτι του, ανάμεσα σε έστω άγνωστους φίλους. Τα διαδικαστικά μπορούν να περιμένουν. Εξάλλου οι γυναίκες της ομάδας του, μπορούν να της προσφέρουν όλη την παρηγοριά που χρειάζεται. Τη στιγμή ακριβώς που φτάνουν στο σπίτι του το κινητό της Αντριάνας χτυπάει. Χαμογελάει δειλά. Το απαντάει. Ανταλλάζει λίγες λέξεις με τη μάνα της. Σκύβει προς τα μπροστά και δίνει τη συσκευή στον χοντρό.

Συνεχίζεται


Η εικόνα κλεμμένη από εδώ