Κοιμήθηκε έξι ώρες, χωρίς μάλιστα τη βοήθεια του μαγικού χαπιού. Μια χαρά ήταν. Ξύπνησε στις πεντέμισι το πρωί από το φως που έμπαινε στο δωμάτιο απ’ το παράθυρο. Σηκώθηκε και κατέβασε όσο πιο αθόρυβα μπορούσε τα στόρια ώστε να δώσει την ευκαιρία στη Γεωργία να κοιμηθεί λίγο ακόμη. Πήγε στο μπάνιο, έκανε ένα ντους και ξυρίστηκε, αφήνοντας πίσω το μουστάκι. Έπρεπε επιτέλους να το αποκτήσει.
Πήγε στην κουζίνα, άνοιξε το ψυγείο και βρήκε τη συσκευασία με το χυμό φρούτων δίχως συντηρητικά, που παρ’ όλ’ αυτά διατηρούνταν μέχρι και ένα χρόνο. Γέμισε ένα ποτήρι και βγήκε έξω, στη βεράντα της κουζίνας. Ο ήλιος προσπαθούσε να κάνει την εμφάνισή του πίσω από το πέπλο της υγρασίας. Μάλλον θα ήταν πολύ ζεστή η σημερινή μέρα. Θα ξεκινούσε αμέσως για τη δουλειά, αφού έτσι κι αλλιώς αν παρέμενε εκεί, δε θα είχε τίποτα να κάνει, κι αυτό δεν το άντεχε με τίποτα. Με το που άφηνε το άδειο του πια ποτήρι στον πάγκο της κουζίνας, ένιωσε το τηλέφωνό του να χτυπάει. Δεν ανησύχησε. Είχε πια συνηθίσει στην ιδέα του εγκλωβισμού του από μια συσκευή και όλα τα κακά νέα, που συνήθως, αυτή μετέφερε. Ήταν ο Χριστάκης. Δεν παραξενεύτηκε.
«Μέρα».
«Έλα. Σε πόση ώρα μπορείς να είσαι στο γραφείο σου;»
«Σε δέκα-δεκαπέντε λεπτά, αλλά θα είναι ανοικτό;»
«Είναι ήδη. Να σου παραγγείλω;»
«Παράγγειλε».
Το έκλεισε. Πήρε τα κλειδιά του σκαραβαίου απ’ το τραπεζάκι στο σαλόνι, όπου συνήθως τα παρατούσε, παρά τις διαμαρτυρίες της γυναίκας του, και βγήκε έξω. Το αγαπημένο του όχημα ξεκίνησε με θόρυβο ως συνήθως και χρειάστηκε και δυο λεπτά μέχρι να βράσει η ταλαίπωρη μηχανή του. Μετά ήταν έτοιμο για δράση. Βγήκε με την όπισθεν σ’ ένα δρόμο άδειο. Τα φανάρια του έκαναν όλα τα χατίρια στη διάρκεια της διαδρομής προς το κέντρο, έτσι δεν του πήρε παρά λίγα μόνο λεπτά μέχρι να φτάσει στον προορισμό του. Ο κυπριακός του ήταν έτοιμος και τον περίμενε στο τραπέζι που καθόταν ο Χριστάκης. Άγγιξε το φλιτζανάκι. Καυτό. Χαμογέλασε με ικανοποίηση.
«Μέρα».
«Μέρα. Καλά;»
«Όλο και καλύτερα. Εσύ;»
«Καλά λέμε».
«Ωραία. Ακούω…»
«Σε κυνηγάει κανείς; Γιατί θέλεις ντε και καλά να μπαίνεις κατ’ ευθείαν στο ψητό;»
«Επειδή αν δεν υπήρχε ψητό δε θα ήμουν εδώ, έτσι;»
«Θυμάσαι που μου είπες να κρατώ τ’ αυτιά και τα μάτια μου ανοικτά; Ε, λοιπόν, κάτι έπεσε στην αντίληψή μου ψες. Κυκλοφορεί στην πιάτσα η φήμη ότι ήρθε ο ουκρανός».
«Ο ουκρανός;»
«Δεν θα τον έχεις ακουστά. Αυτό είναι το όνομά του», τού έδωσε ένα χαρτάκι, «και σίγουρα θα υπάρχει κάπου η φωτογραφία του. Δεν τον γνώρισα ποτέ προσωπικά, αλλά σύμφωνα μ’ αυτούς που ξέρουν καλύτερα, κάθε φορά που φτάνει αυτός στην Κύπρο, κάποιος εγκαταλείπει βιαστικά τον μάταιο ετούτο κόσμο». Είδε το βλέμμα του Ιωάννου που φωτίστηκε και κατάλαβε αμέσως. «Πέτρο, ξέρεις γιατί είναι εδώ;»
«Έχω τις υποψίες μου. Αν μπορέσουμε να βρούμε το πρόσωπο που κρύβεται πίσω από το όνομα και τον συλλάβουμε τότε θα σου χρωστάω μια χάρη…»
«Μόνο μια;»
«Μην είσαι και πλεονέκτης».
«Ποτέ. Ψάρεμα;»
«Ξέρεις τι; Αυτή είναι μια πολύ καλή ιδέα. Το έχω ανάγκη. Κυριακή ξημερώματα, όπως παλιά;»
«Φυσικά». Σηκώθηκε. «Και ξέρεις, ε;»
«Τι; Παιδιά είμαστε τώρα; Ούτε σε είδα, ούτε σου μίλησα…»
«Γεια χαρά».
Τον είδε να περπατά λίγο πιο κάτω και να μπαίνει στο αυτοκίνητό του. Την ώρα που ο κόσμος ξυπνούσε αυτός πήγαινε να κοιμηθεί. Ο χοντρός παρέμεινε στη θέση του. Δε βιαζότανε σήμερα. Εξάλλου πεινούσε.
«Μάστρε, σάντουιτς», φώναξε στον καφετζή.
«Ρόστο, λούντζα, χαλούμι;»
«Όπως πάντα…»
«Έφτασε!»
Στο γραφείο του επικρατούσε μια παράταιρη, σε σχέση με τις προηγούμενες ημέρες, τάξη. Φάκελοι και κιβώτια είχαν εξαφανιστεί, οι πίνακες αποσύρθηκαν αποκαμωμένοι στη γωνία και η ησυχία ήταν σχεδόν εκκωφαντική. Κάθισε στο γραφείο του, χωρίς να κάνει τίποτα το ιδιαίτερο, απλά για να περάσει η ώρα. Περίμενε πώς και πώς την ώρα που θα ερχόταν ο Τεκ. Αυτός θα μπορούσε πιο γρήγορα απ’ τον καθένα ν’ ανακαλύψει το όνομα που κρυβόταν πίσω από τη φάτσα του ουκρανού. Αυτός που έμπαινε μόλις τώρα στο γραφείο. Κοίταξε το ρολόι του εφτά παρά δέκα. Κάθε μέρα και καλύτερα.
«Επιτέλους, αποφάσισες να μας τιμήσεις με την παρουσία σου…»
«Μα μου είπατε…»
«Χαλάρωσε βρε, σε πειράζω. Και σε χρειάζομαι. Θέλω να μου βρεις κάποιον. Βάλε μπρος τον κομπιουτερά σου», σηκώθηκε, «μέχρι να πάω να σου φέρω καφέ. Πώς τον πίνεις;»
«Φραπέ;» ρώτησε εκείνος, ψαρωμένος ακόμη.
«Φραπέ».
«Μαύρο, δύο ζάχαρη».
«Αμέσως…»
Βρε τι σου κάνει ο ύπνος; Λίγες ώρες ξεγνοιασιάς και ξύπνησε μες στην τρελή χαρά. Πήγε λοιπόν και έφτιαξε το φραπέ του μικρού και επέστρεψε σιγοπατώντας.
«Ευχαριστώ…»
«Την καλή σου τύχη που σε έστειλε σ’ εμένα; Είσαι έτοιμος; Φυσικά και είσαι, τι θέλω και το ρωτώ. Βρες μου ποιος είναι αυτός ο τύπος…»
Του έδωσε το χαρτάκι κι εκείνος έπεσε με τα μούτρα στη δουλειά. Δεν άργησε να βρεις τις απαντήσεις του. Όχι την απάντηση, μα τις απαντήσεις του.
«Μα τον ξέρω αυτόν», σχεδόν ξεφώνισε.
«Κι από πού τον ξέρεις;»
«Τον είδα σε ένα από τα video feeds, τις εικόνες δηλαδή που μας στέλνουν οι βιντεοκάμερες. Ήταν με μια γυναίκα, έτσι δεν του έδωσα σημασία…»
«Ομάδα των δύο λοιπόν. Έξυπνο! Ένα ζευγάρι, σ’ ένα πάρκο υποθέτω, δε θα τραβούσε ποτέ πάνω του ιδιαίτερη προσοχή».
«Ναι, στο πάρκο ήταν. Περπατούσαν συνεχώς αγκαλιασμένοι. Δεν ξέρω αν κάθισαν κάπου, αφού την απέναντι πλευρά, εκείνη που είναι μακριά από το δρόμο δεν την καλύπτουν οι κάμερες».
Μελέτησαν τα στοιχεία του στην οθόνη. Σαράντα οκτώ χρονών, γεννημένος στο Μινσκ της Λευκορωσίας, αλλά με ουκρανική υπηκοότητα. Έφτασε στην Κύπρο την Τετάρτη το βράδυ με κατ’ ευθείαν πτήση από το Κίεβο.
«Βρες ό,τι μπορείς για τη γυναίκα. Λογικά θα ήρθαν με την ίδια πτήση, αν και έχω τις αμφιβολίες μου κατά πόσο θα κάθονταν δίπλα δίπλα. Μετά ασχολήσου αποκλειστικά μ’ αυτόν. Ψάξε παντού. Αν χρειαστεί μπες και στο υπουργείο εξωτερικών της Ουκρανίας…»
«Είναι παράνομο αυτό και…»
«Και τι; Είναι επείγον. Και δεν υπάρχει λόγος να μάθει γι’ αυτό άλλος κανείς».
«Δεν είναι αυτό που με ανησυχεί. Απλά θα εντοπίσουν εύκολα τη διεύθυνσή μας, αφού σίγουρα τα συστήματά τους θα είναι σχετικά ασφαλή. Αλλά, αν μου δώσετε λίγο χρόνο θα μπορούσα να στήσω ένα δίχτυο, το οποίο αν μας αναζητήσουν θα τους οδηγήσει στο γύρω του κόσμου και θα καταλήξει κάπου κοντά στα μέρη τους: ας πούμε στο Καζακστάν ή στην Ινγκουσετία…»
Έβαλε τα γέλια ο χοντρός.
«Βρε Τεκ, θα μας τρελάνεις εσύ. Κάνε ό,τι καταλαβαίνεις. Και μην ανησυχείς πολύ για το χρόνο, έχουμε τρεις μέρες στη διάθεσή μας».
«Μην ανησυχείτε. Μέχρι το μεσημέρι θα είναι όλα έτοιμα. Ίσως και πιο νωρίς».
Κάθισε στην αγαπημένη του καρέκλα και άφησε τον μικρό στην ησυχία του, να κάνει τα δικά του. Λίγο μετά το τηλέφωνο χτύπησε, το απάντησε, είπε έρχομαι, και κατευθύνθηκε προς το γραφείο του Σωτηρίου.
«Κλείσε την πόρτα. Έχουμε εξελίξεις», τού είπε με το που μπήκε μέσα. Χαμογελούσε πλατιά. Όπα, σκέφτηκε ο χοντρός. Όπα. Μπορούσε να μαντέψει από το ύφος του, που έγινε αταίριαστα πειραχτικό, τι έγινε. «Με λύπη ψυχής σού ανακοινώνω ότι σύντομα θα εγκαταλείψω το σταθμό…»
«Πήρες προαγωγή, ε; Ποιες κατουρημένες ποδιές προσκύνησες πάλι βρε πολιτικάντη;» Τον πείραζε, κι άλλος το κατάλαβε, και έβαλε τα γέλια.
«Καμιά και το ξέρεις. Αλλά δεν είναι γι’ αυτό που σε κάλεσα εδώ, αυτό μπορούσες να το μάθεις και απ’ τις ειδήσεις. Θα πάρεις κι εσύ προαγωγή. Και όταν φύγω…»
«Ωχ, κάτι μού λέει ότι δε θα μου αρέσει αυτό που θα ακούσω…»
«Θα πάρεις τη θέση μου».
«Ευχαριστώ, μα δε θα πάρω. Με ξέρεις τώρα; Τι δουλειά έχω εγώ με τα κουστούμια και τις γραβάτες; Είμαι ψαράς, εν αναμονή. Μη μού τα χαλάς τώρα…»
«Η ιδέα ήταν του υπουργού και την υποστήριξα. Εξασφαλίζεται η συνέχεια στο τμήμα και είμαι σίγουρος ότι αν έχουμε κι άλλα παράσιτα εδώ θα τα καθαρίσεις. Γιατί όχι ρε χοντρέ; Σε λίγα χρόνια θα βγεις στη σύνταξη -πότε ακριβώς κανείς δεν ξέρει, έτσι όπως αλλάζουν όλα τώρα τελευταία αλλά- δε θα ήθελες να παίρνεις ένα καλό ποσό κάθε μήνα για να βγάζεις τα προς το ζην, καλύτερο δηλαδή απ’ ό,τι θα έπαιρνες αν αφυπηρετούσες με το βαθμό που έχεις τώρα;»
Το σκέφτεται ο χοντρός. Περίμενε την προαγωγή, θα την έπαιρνε εδώ και χρόνια αν δεν έκανε πάντοτε του κεφαλιού του, αλλά το να αναλάβει το τμήμα όχι, αυτό δεν το περίμενε. Ή μάλλον δεν το σκέφτηκε. Αυτός τα μοναδικά πράγματα για τα οποία νοιαζόταν ήταν να κάνει τη δουλειά του σωστά και να φροντίζει την οικογένειά του. Πάντως η κυρία Γεωργία θα χαιρόταν πολύ αν έπαιρνε προαγωγή, ενώ όντως θα μπορούσε να προσφέρει και περισσότερα πράγματα στο τμήμα. Η ιδέα του κουστουμιού και της γραβάτας, αυτή τον τρόμαζε πιο πολύ. Όχι πώς θα τα φορούσε συνεχώς, αλλά πολύ πιο συχνά απ’ ό,τι τώρα, που δεν τα φορούσε σχεδόν καθόλου. Από την άλλη ήταν και οι χειραψίες και τα ευγενικά ψεύτικα χαμόγελα. Μικρές εκκεντρικότητες.
«Θα το σκεφτώ», είπε τελικά. «Κι εσύ, για πού στο καλό θα αρμενίσεις;»
«Βοηθός αρχηγός. Βλέπεις; Δεν έχεις να ανησυχείς για τίποτα. Θα σε καλύπτω εγώ…»
«Πριν με κάλυπτες επειδή δεν είχες επιλογή, αλλά όταν μπλέξεις με τα μεγάλα κεφάλια…»
«Κόψε το ρε Πέτρο. Μαλακίες λες και το ξέρεις. Αν πάρεις τη θέση μου δε θα βγαίνεις και πολύ στο δρόμο, αλλά μην ξεχνάς ότι θα έχεις την ευχέρεια να διαλέγεις τις δικές σου υποθέσεις και να ορίζεις τις δικές σου ομάδες. Ένας μπελάς λιγότερος για όλους. Ας το αφήσουμε, προς το παρόν, αυτό το θέμα. Απ’ το δικό σου μέτωπο έχουμε εξελίξεις;»
Τον ενημέρωσε για τον ουκρανό. Το βλέμμα του σκοτείνιασε, αλλά όταν τον διαβεβαίωσε ότι θα τον συλλάβουν προτού επιχειρήσει να κάνει οτιδήποτε ηρέμησε κάπως. Τρεις ημέρες ήταν, θα περνούσαν.
Όταν επέστρεψε στο γραφείο του βρήκε τις δύο συνεργάτιδές του να τον περιμένουν. Εφτάμισι το πρωί. Μα δε θέλει κανείς να κοιμηθεί λίγο παραπάνω; Προτού τον καλημερίσουν καν, πήρε τον λόγο ο Τεκ.
«Ο Γρηγόρης ξέρει ότι πήραμε τη γυναίκα απ’ το κρατητήριο…»
«Μα πώς;»
«Ένας απ’ τους φύλακες. Έχω εδώ το όνομα και το τηλέφωνό του. Θέλετε να ανασύρω και τον φάκελο;»
«Προτιμώ τον έγγραφο. Ντίνα…» Πήγε αμέσως να τον βρει. «Με το άλλο θέμα πώς τα πάμε;»
«Μια χαρά. Προχωρώ. Αν ήμουνα στο σπίτι θα…»
«Θα σου αναβαθμίσω τη σύνδεση το συντομότερο δυνατόν, μην ανησυχείς».
«Δεν!»
«Αγγέλα, υποθέτω ότι δεν έχεις κάτι επείγον να κάνεις σήμερα, έτσι;»
«Όχι. Η Ντίνα θα με ενημέρωνε σιγά σιγά για τη λειτουργία του σταθμού, θ’ αρχίζαμε νέες αρχειοθετήσεις κτλ. Τι θα μπορούσα να κάνω για σας;»
«Τα φώτα σου θέλω. Βασικά αυτό δεν το έχω συζητήσει ακόμη με κανένα, ούτε και με τον αρχηγό, αλλά τα τελευταία γεγονότα μας έχουν αποδείξει ότι κάποια πράγματα πρέπει ν’ αλλάξουν ριζικά. Από τη σχέση μας με τους εκπρόσωπους του τύπου, μέχρι τον έλεγχο των μελών του σώματος και το συντονισμό των διάφορων τμημάτων. Θέλω λοιπόν να πέσεις με τα μούτρα στη μελέτη και να μου ετοιμάσεις εισηγήσεις. Ο κόσμος όλος μοιάζει να ζει στη διαστημική εποχή κι εμείς ακόμη λειτουργούμε με τα πρότυπα της δεκαετίας του πενήντα. Είμαι σίγουρος ότι αν ετοιμάσεις ένα καλό πακέτο, ο Σωτηρίου θα το προωθήσει. Έχει ανοικτή γραμμή με τον υπουργό τώρα…»
«Είναι κάτι που θα μπορούσα να σας προτείνω άμεσα. Να προσλάβετε γυναίκα σαν εκπρόσωπο τύπου. Όσο πιο νέα, τόσο το καλύτερο. Άλλο είναι να βγαίνουν οι διαψεύσεις και οι γενικολογίες από τα χείλη ενός αγέλαστου αξιωματικού, και άλλο από τα χείλη ενός κοριτσιού. Το ξέρω ότι οι δημοσιογράφοι θα προσπαθήσουν να εκμεταλλευτούν την απειρία της, αλλά αν την εκπαιδεύσετε πριν είμαι σίγουρη ότι όλα θα πάνε καλά».
«Να υποθέσω ότι έχεις κάποιαν υπόψη».
«Όχι, αλλά αν χρειαστεί θα μπορούσα να βοηθήσω στην επιλογή της. Μπορεί να είμαι άπειρη, μαθητευόμενη ή δεν ξέρω τι, αλλά υπάρχει ένα πράγμα το οποίο μπορώ να κάνω πολύ καλά, κι αυτό είναι το να διαβάζω τους ανθρώπους».
«Για να το λες, πρέπει να το πιστεύεις κιόλας». Της χαμογέλασε αινιγματικά. «Τι κρύβει το χαμόγελό μου;»
«Όχι κάτι που έχει να κάνει με μένα…»
«Χα», ακούστηκε πνιχτό το γελάκι του Τεκ.
Συνεχίζεται
Η εικόνα κλεμμένη από εδώ
Vilmos Kondor – Budapest Noir
-
Αγορά από το Book Depository
Υποθέτω ότι ο τίτλος τα λέει όλα: Εδώ όντως έχουμε ένα νουάρ από τη
Βουδαπέστη. Όχι ωστόσο ένα σύγχρονο νουάρ, αφού τα γεγονό...
Πριν από 2 ημέρες






