Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2011

Ο Άγιος Πότης στον Φιλελεύθερο


Ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο

Λάκης Φουρουκλάς, Ο Άγιος Πότης, Εκδ. Πάργα, 2011

Με τον Μιχάλη Παπαντωνόπουλο

Πριν λίγες ημέρες συνάντησα στο Διαδίκτυο την ακόλουθη σημείωση του ίδιου του συγγραφέα: «Ο “Άγιος Πότης” θα μπορούσα να πω ότι αποτελεί ένα “βιβλίο ζωής” για μένα». Και στη συνέχεια ξεκαθαρίζει πως αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι τα 29 διηγήματα που συνθέτουν το ανά χείρας βιβλίο γράφτηκαν στη διάρκεια δεκαπέντε περίπου χρόνων, σε διαφορετικές πόλεις και χώρες και σίγουρα κάτω από διαφορετικές συνθήκες.
Και ορθώς αποσαφηνίζει τον χαρακτηρισμό «βιβλίο ζωής», γιατί έχοντας παρακολουθήσει τα λογοτεχνικά βήματα του Λ. Φουρουκλά από την αρχή -έστω και αναδρομικά-, θα πρότεινα πως τον συγκεκριμένο όρο δικαιούνται να τον νέμονται από κοινού η νουβέλα του «Το λάθος πάθος» και η «Μίρα, το λουλούδι του πολέμου». Εν τούτοις, ο «Άγιος Πότης» γράφεται διαρκώς, ξανά και ξανά, στο ίδιο χρονικό διάστημα. Συγκεντρώνει τα διηγήματα που διανύουν τη μέσα απόσταση της λογοτεχνικής παραγωγής του Φουρουκλά. Δεν είναι όμως το εργαστήριό του· και θα ήταν άδικο να υιοθετηθεί η αντίληψη πως πρόκειται για διηγήματα που δεν «εκχωρήθηκαν» στα μεγαλύτερα μυθιστορήματα του συγγραφέα, ή για τα κατάλοιπα της συγκεκριμένης περιόδου.
Στον «Άγιο Πότη» ο φακός του Φουρουκλά μένει σταθερά προσηλωμένος στον άνθρωπο και την καθημερινότητά του: αφηγείται τα πάθη και τις μύχιες σκέψεις του σ’ έναν κόσμο που ισορροπεί επικίνδυνα στο εσωτερικό οικοδόμημα των πρωταγωνιστών του που γκρεμίζεται και στήνεται διαρκώς ως την οριστική ερήμωση ή την τέλεια κάθαρση. Κι η τελευταία συνθήκη -η κάθαρση- συχνά κάνει την εμφάνισή της όχι ως τέλος της διήγησης μα ως εγγενές χαρακτηριστικό των ηρώων του Φουρουκλά. Σαν να σκύβει σπλαχνικά ο συγγραφέας πάνω από τους φτωχοδιαβόλους της ζωής και να τους καθαρίζει από το σκοτάδι τους, για να λάμψει ως σπάνιο ορυκτό η αγνότητα των συναισθημάτων τους· αυτή που φαινομενικά έχει χαθεί στους δρόμους του αλκοόλ, της πορνείας ή του μικροαστικού νοικοκυριού.
Όπως σημειώθηκε παραπάνω, υπάρχει μια χρονική απόσταση δεκαπέντε ετών ανάμεσα στην παλαιότερη ιστορία του βιβλίου («Έρωτας στη Βενετία», 1995) και την πλέον πρόσφατη που είναι «Η θυσία» (2009). Φυσική συνέπεια αυτής της μακράς διαδρομής που διανύει ο «Άγιος Πότης» είναι η ανισότητα μεταξύ των διηγημάτων, παρόλο που ο συναισθηματικός τόνος και η γλώσσα του συγγραφέα έχουν λειανθεί. Έτσι, η ανισότητα μάλλον αφορά τις περιπτώσεις όπου η ανάπτυξη της πλοκής υπερκαλύπτει ή υπολείπεται της αναλυτικής προσέγγισης των χαρακτήρων.
Συνολικά, τα διηγήματα της συλλογής κινούνται από τους ματαιωμένους έρωτες που γνωρίζουν την άνθισή τους μεταγενέστερα στη ζωή των πρωταγωνιστών τους ή μένουν για πάντα ανεκπλήρωτοι μέχρι τις θυσίες στις οποίες υποβάλλεται κάποιος προς χάριν του άλλου μισού του. Ανάμεσά τους παρεμβάλλονται ιστορίες περισσότερο ή λιγότερο βιογραφικές, συντεταγμένες άλλοτε στον πλήρη ρεαλισμό κι άλλοτε σε συνθήκες ονείρου. Ιστορίες δραματικές ή και εκφορές της ανθρώπινης κωμωδίας. Ιστορίες για τον έρωτα, το ροκ, τον πόλεμο και την παραφορά των ανθρώπινων παθών που εκτυλίσσονται με σκηνικό τη Βενετία, την Κρήτη, την Αθήνα και τη Λευκωσία, αλλά ακόμα και την Ταϊλάνδη ή την Ινδία. Συνθήκη που οδηγεί τον αναγνώστη να αναπλάσει τη μυθολογία του έρωτα σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον, μα όχι να εστιάσει στην ιδιαίτερη ερωτική ατμόσφαιρα που αποπνέει καθένας από τους παραπάνω αστικούς ιστούς.
Άλλωστε, στο εν λόγω βιβλίο ο άνθρωπος είναι η αναζήτηση έξω από χωροχρονικές παραμέτρους.
Κάποιοι από τους χαρακτήρες θα βρουν τις επιθυμητές απαντήσεις στην πορεία του βίου τους κι άλλοι όχι. Κάποιοι θ’ αγγίξουν την ευτυχία κι άλλοι θα συνεχίσουν να την ονειρεύονται ή να την εφιαλτούν.

Φιλελεύθερος 27 Νοε. 11

Τετάρτη, 9 Νοεμβρίου 2011

Στιλέτο - Το τέλος


Πήρε μια εβδομάδα άδεια. Για να σκεφτεί, είπε. Κι είχε πολλά να σκεφτεί. Θα ήθελε να πάει ένα ταξιδάκι, αλλά ήταν αδύνατον να το κάνει αυτό. Η Γεωργία δε θα άφηνε τη μικρή της κόρη χωρίς καλό σπιτικό φαγητό στη διάρκεια της εξεταστικής περιόδου, ο κόσμος να χαλούσε. Η αχαΐρευτη η Μαργαρίτα μόνο αβγά βραστά και ομελέτες και τηγανιτές πατάτες ήξερε να φτιάχνει οπότε, αν έλειπε εκείνη απ’ το σπίτι, η μεγάλη της η κόρη θ’ άφηνε το καμάρι της να πεινάσει ή ακόμη χειρότερα, θα το τάιζε με ετοιματζίδικα φαγητά. Όχι, αυτό δε θα το επέτρεπε ποτέ.
     Όταν την ενημέρωσε για την ενδεχόμενη προαγωγή του δεν ήξερε κατά πόσο θα τον χτυπούσε ή θα τον αγκάλιαζε. Αν δεν τη δεχόταν θα του έκοβε και την καλημέρα, ήταν σίγουρος γι’ αυτό. Αν δεν σκέφτεσαι τον εαυτό σου, σκέψου εμάς, θα του έλεγε και θα είχε δίκιο. Αλλά δεν του είπε τίποτα. Αρκέστηκε να τον κοιτάξει βαθιά στα μάτια, μεταδίδοντας έτσι το μήνυμά της, που μεταφραζόταν σε: Φρόντισε, κακομοίρη μου, αλλιώς…
     Δύσκολα μού βάζουν, σκέφτεται. Αυτού του αρέσουν τα απλά πράγματα στη ζωή. Πού να πάει να μπλέξει τώρα! Αλλά από την άλλη είναι κι η Ντίνα. Κι αυτά που του είπε. Είναι ευκαιρία να ξεφορτωθούμε τα σαπισμένα μυαλά. Ακούς εκεί, σαπισμένα μυαλά. Γέλασε όταν την άκουσε, αλλά όχι για πολύ. Αν δεν το έκανε αυτός, τότε ποιος; επέμεινε εκείνη. Όντως, ποιος; Οι άλλοι αξιωματικοί της γενιάς του ήταν αραχτοί στις θεσούλες τους και απλά περίμεναν πώς και πώς τη μέρα που θα αφυπηρετούσαν. Πρόσφατα μάλιστα, όταν προέκυψε το θέμα με το συνταξιοδοτικό, άρχισαν να παίρνουν απανωτές άδειες, είτε από το γιατρό, είτε επειδή δήθεν τους τις χρωστούσαν, ώστε να επεκτείνουν για λίγα ακόμη χρόνια το κωλοβάρεμά τους. Ενώ αυτός είχε όρεξη για δουλειά. Πολλή όρεξη. Και με τους νέους στο πλευρό του κάθε μέρα μάθαινε και κάτι το καινούριο και, πολλές φορές, εντυπωσιακό. Όχι πως θα γινόταν ποτέ ατσίδας στους υπολογιστές, πάντα με το ένα δάχτυλο θα έγραφε και κάποια άλλη ψυχή θα τραβούσε τα ζόρια, αλλά όσο να ’ναι του άρεσε αυτός ο θαυμαστός καινούριος κόσμος, όπου όλα ήταν ένα πάτημα του κουμπιού μακριά. Ο κόσμος των κόρων του, της Ντίνας και του Τεκ.
     Είναι νωρίς το βράδυ. Κάθεται μοναχός κάτω από την κληματαριά και κρατάει στο αριστερό του χέρι ένα κουτάκι ΚΕΟ. Στα δάχτυλα του δεξιού στριφογυρίζει ένα νόμισμα. Να το παίξω κορόνα-γράμματα; αναρωτιέται. Χαμογελά ειρωνικά στον εαυτό του. Τέτοια πράγματα δεν τ’ αφήνουμε στην τύχη.
     Η σκέψη του ταξιδεύει για λίγο στην τελευταία υπόθεση. Τους άλλους τους μπαγλάρωσαν, αλλά ο Πιγκουΐνος κατάφερε και πάλι να τη βγάλει καθαρή. Μάλλον αυτός διευθέτησε την εισαγωγή του ουκρανού, αλλά άφησε τα υπόλοιπα στον Γρηγόρη. Κι αυτός τα θαλάσσωσε. Αλλά δεν είπε τίποτα για το αφεντικό του. Ούτε λέξη. Αφού ξέρει πόσο μακρύ είναι το χέρι του. Καλύτερα μόνος στη φυλακή και φίλος του, παρά παρέα μέσα εκεί μαζί του και εχθρός.
     «Γράμματα», τον βγάζει από την περισυλλογή του η πρόσχαρη φωνή της Μαργαρίτας.
     «Τι;»
     «Σκέφτεσαι να παίξεις κορόνα-γράμματα το μέλλον σου, έτσι; Ε, σου λέω να διαλέξεις γράμματα…»
     «Άσε καλύτερα. Αποφάσισα. Θα χαρεί η μάνα σου…»
     Χαμογέλασε εκείνη. Πλησίασε και τον αγκάλιασε παρά το ότι το κορμί του έζεχνε από τη ζέστη που δεν έλεγε να κατακαθίσει.
     «Πάω να της το ανακοινώσω…»
     «Περίμενε…»
     Σιγά να μην περίμενε. Έφυγε σα σίφουνας και μια στιγμή μετά άκουσε ένα επιφώνημα χαράς από την κουζίνα. Επιτέλους, θα είπε η Γεωργία, επιτέλους. Με τέτοιο δώρο που της χάρισε αύριο μάλλον θα τον ξεπλήρωνε με το αγαπημένο του φαΐ, ρολό. Αυτά στο κοινό τους οικιακό αύριο, αφού το άλλο, το επαγγελματικό, αποτελούσε τώρα για κείνον μια άγνωστη χώρα. Το αύριο θα του έφερνε σίγουρα μια νέα υπόθεση, ένα νέο έγκλημα και άλλο ένα, καινούριες προκλήσεις, μικρές και μεγάλες συγκινήσεις. Θα τον οδηγούσε σε κάποια σκοτεινά μονοπάτια, τα οποία θα προσπαθούσε να φέρει στο φως. Έχει αγώνα αύριο, όπως λέει η διαφήμιση, αλλά έχει και δουλειά, κι αγωνία πολλή. Δεν παραπονιέται όμως, αφού δεν είναι μόνος. Κι αυτό δα είναι το πιο σημαντικό.
     «Γυναίκα. Μπίρα…» της φωνάζει με το ψευδοαυταρχικό του ύφος. Κι εκείνη τον ψευδοϋπακούει. Τρέχει κοντά του, τον αγκαλιάζει, τον φιλά. Μα, άλλη μπίρα απόψε δεν έχει. Απόψε είναι γιορτή.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ