Παρασκευή, 28 Ιουνίου 2013

Μαρία - Κεφάλαιο 2


Πειραματική και πειρατική συνέχεια...

“ΠΟΙΟ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΠΑΡΑΞΕΝΟ ΚΟΡΙΤΣΙ;” αναρωτιούνται οι συμφοιτητές της, την πρώτη μέρα που τη βλέπουν. Ντυμένη στα μαύρα, με τα μαύρα μακριά κορακίσια μαλλιά της αφημένα ελεύθερα στην πλάτη, με το περίεργό της βλέμμα να διατρέχει το χώρο και τους ανθρώπους, τραβάει αμέσως πάνω της την προσοχή. Δεν είναι δύσκολο άλλωστε αφού δε μοιάζει καθόλου με τις άλλες κοπέλες. Αφτιασίδωτη, με τίποτα το περιττό στο παρουσιαστικό της φαντάζει αυθεντική.
Οι μέρες περνούν γρήγορα καθώς η Μαρία κάθε μέρα ανακαλύπτει και ένα νέο κομμάτι απ’ τον κόσμο που θα την περιβάλλει τα επόμενα χρόνια. Φίλες βρίσκει αμέσως. Δυο κοπέλες της συστίνονται αυτοβούλως και σύντομα θα γίνουν οι κολλητές της. Η Μαρία δε μοιάζει με καμιά άλλη και το μυστήριο που εκπέμπει τις προκαλεί. Τα αγόρια, προτού περάσει καιρός πολύς, θ’ αρχίσουν το ένα μετά το άλλο να την ερωτεύονται. Θα γίνει το επίκεντρο του ενδιαφέροντος, αλλά αυτό δε φαίνεται να την πολυσκοτίζει. Δε δίνει μία. Οι συμφοιτητές της, αν και καλά παιδιά, την αφήνουν παντελώς αδιάφορη. Αυτή είναι αλλού. Αυτή ψάχνει να βρει τον πρίγκιπά της, τον ποιητή της. Έτσι, δεν υποκύπτει σε κανένα φλερτ. Μονάχα πού και πού βγαίνει με τις κολλητές της και όλα τα αγόρια, για να διασκεδάσει. “Χαζά παιδιά” τους αποκαλεί και κανείς δεν αντιλέγει σ’ αυτή την επαρχιωτοπούλα που τους τάραξε τα νερά.

Η σχολή δύσκολη, αλλά πάει καλά. Προσαρμόστηκε εύκολα στη νέα της ζωή, και μάλιστα κάθε τόσο κάνει και δουλειές του ποδαριού για να τα φέρνει βόλτα. Διανέμει φυλλάδια και δυο φορές τη βδομάδα δουλεύει σ’ ένα ιατρείο. Ο δάσκαλος, φτωχός καθώς είναι, δεν μπορεί να συντηρεί τη μάνα και τις δυο της αδελφές και να τής πληρώνει και το νοίκι, κι η Μαρία δε θέλει να μείνει στην Εστία. Είναι και σπάταλη. Ξοδεύει αλόγιστα. Μόλις πάρει κανά εικοσάρικο τηλεφωνά στις φίλες της και τους προτείνει να πάνε για καφέ ή για καμιά μπύρα. Κι αυτές δεν της αρνιούνται αφού ξέρουν ότι έτσι κι αλλιώς εκείνη θα πάει. Την έχουν σαν πρότυπο αλλά, και σαν παράδειγμα προς αποφυγήν. “Αν συνεχίσεις έτσι θα πεινάσεις Μαρία μου” της λένε. “Ας πεινάσω” απαντάει, “φτάνει που χαίρομαι τούτη τη στιγμή”.

Κι όμως, παρόλο το κέφι και τη ζωντάνια της πολλές φορές νιώθει μόνη. Νιώθει ότι της λείπει κάτι. Εκείνο το κάτι. Η αγάπη. Και δεν ζητά καν ν’ αγαπηθεί, μονάχα ν’ αγαπήσει. Να νιώσει εκείνο το έντονο συναίσθημα που σου καίει τα σωθικά, όπως διαβάζει και στα βιβλία. Θα το νιώσει; Πολύ το αμφιβάλλει. Κι η μοναξιά μεγαλώνει. Δε μιλά γι’ αυτό στις φίλες της, που συχνά πυκνά τής κάνουν τις προξενήτρες. Κάθεται μονάχα αργά κάθε βράδυ και, σαν ηρωίδα κλασικού μυθιστορήματος, εξομολογείται σ’ ένα τετράδιο, στο ημερολόγιό της. Σπαράγματα θλίψης γεμίζουν τις σελίδες, αλλά η σωτηρία είναι αλλού.

Είδε ένα παράξενο όνειρο τις προάλλες. Κοιμότανε, λέει, και σαν ξύπνησε και άνοιξε τα μάτια, είδε μπροστά της ένα καθρέφτη που δεν υπήρχε στο δωμάτιό της, και μέσα σ’ αυτόν ν’ αντικατοπτρίζεται το πρόσωπο μιας δακρυσμένης γυναίκας. Πήρε, λοιπόν, μολύβι και χαρτί και το ζωγράφισε από μνήμης, μέσα σ’ ένα κυκλικό πλαίσιο, πάνω απ’ το οποίο δέσποζε επιβλητικό το κεφάλι ενός αετού.
“Είναι φορές που νιώθω πως τρελαίνομαι, φιλενάδες”. Το έλεγε συχνά αυτό. Ανήσυχο πνεύμα, δεν μπορούσε στιγμή να ηρεμήσει. Ακόμη κι όταν πήγαινε για ύπνο, οι σκέψεις δεν έλεγαν ν’ αφήσουν ήσυχο το μυαλό της. Η κούραση πολλή, οι έγνοιες περισσότερες, μόνο στο πιοτό, πίστευε πως, έβρισκε έξοδο διαφυγής. Το μπουκάλι με το κόκκινο πάντα στο προσκεφάλι της. “Γλυκιά μου λησμονιά” το αποκαλούσε.

Ο πρώτος χρόνος κύλησε γοργά. Η Μαρία δεν επέστρεψε στην πόλη της για τις καλοκαιρινές διακοπές. Έμεινε στην Αθήνα για να δουλέψει. Για να βγάλει λεφτά. Για να τα ξοδέψει. Για να μείνει μόνη. Είναι παράξενο το πως μερικές φορές τη μοναξιά τη βλέπει σαν την καλύτερή της φίλη… “Αφού δε βρήκα τον άνθρωπό μου”.

Τριγυρνά στην Πλάκα, το Μοναστηράκι, το Θησείο και παρατηρεί τους ανθρώπους που βιώνουν την εικονική ζωή τους. “Τελικά τίποτα δεν έχει σημασία; Είναι όλα μάταια; Όχι, δεν είναι! Τι σ’ έπιασε, Μαρία;” μονολογεί σιωπηλά. Χαμογελά με τα παιχνίδια του μυαλού της.

Μπαίνει σ’ ένα παλαιοβιβλιοπωλείο. Δυο γυναίκες ψαχουλεύουν ανάμεσα στα βιβλία λες και πρόκειται για εσώρουχα στη λαϊκή, ένας νέος σοβαρός, σκυθρωπός περιεργάζεται έναν τόμο. Στέκεται στο πλάι και διαβάζει τον τίτλο του βιβλίου: Μια εποχή στην κόλαση. “Αυτό ζούμε” λέει, κι εκείνος έκπληκτος γυρνά και την κοιτάει μ’ ένα βλέμμα που στάζει θλίψη. “Το ξέρω”. Το ξέρει! “Μαρία”. “Κώστας”. “Θα το πάρεις το βιβλίο;”. “Το έχω”. “Θα το πάρω εγώ” λέει και τού το αρπάζει απ’ τα χέρια, κατευθύνεται προς την πωλήτρια, πληρώνει και σιγοπατώντας βγαίνει απ’ το μαγαζί κι απομακρύνεται. Εκείνος, σα μαρμαρωμένος, μένει σιωπηλός παρακολουθώντας τη φιγούρα της σιγά σιγά να θολώνει και να χάνεται. “Υπάρχει στ’ αλήθεια αυτή η γυναίκα ή ήταν απλά μια οπτασία;”. Βγαίνει κι αυτός στο δρόμο. Την ψάχνει με το βλέμμα. Πουθενά. “Μαρία…”.

Όμορφη φαντάζει η μεγάλη τούτη πόλη τις καυτές νύχτες τ’ Αυγούστου. Μισοάδεια καθώς είναι αποκτά μια ανθρώπινη διάσταση. Θερινό σινεμά με σουβλάκι και μπυρίτσα απολαμβάνει απόψε η Μαρία, αλλά, τα μάτια αν και κοιτούν την οθόνη δεν τη βλέπουν. Αλλού ταξιδεύει το μυαλό της. “Κι αν είναι εκείνος;” Αν είναι ο Κώστας, ο θλιμένος νέος που συνάντησε τυχαία, ο ποιητής της, ο πρίγκιπάς της; Δεν έπρεπε ν’ αφήσει την ευκαιρία να πάει χαμένη, αλλά το έκανε. Τώρα, πρέπει να ψάξει να τον βρει. Κι αν δεν είναι εκείνος; Ε, τι είχαμε, τι χάσαμε!

Τελείωσε η ταινία. Για τι μιλούσε; Για Κείνον. Χαμογελά. Κάποιοι περαστικοί την παρατηρούν παραξενεμένοι. “Θα νομίζουν ότι είμαι μαστουρωμένη” σκέφτεται, κι αφήνει να ξεχυθεί από μέσα της ακράτητο το γέλιο. “Τώρα, θα είναι σίγουροι”. Δεν τη νοιάζει. Δεν τη νοιάζει τίποτα. Φτάνει να γίνει αυτό που θέλει. Φτάνει να τον βρει. Κάποιο πρεζόνι τη σταματά στη Θεμιστοκλέους και της ζητά ένα ευρώ. Του δίνει πέντε. Την κοιτά έκπληκτος. “Να ’χουμε να τρώμε όλοι, φίλε”. Να ’χουμε!
Φτάνει στο σπίτι της και κοιτώντας μες στο γραμματοκιβώτιο βλέπει έκπληκτη ένα γράμμα να την περιμένει. Από ένα της παλιό συμμαθητή, που την είχε ερωτευτεί και τώρα, λέει, του λείπει. “Για σένα είμαι πια νεκρή” μονολογεί και σκίζει το γράμμα, το πετάει. Σαν ανάμνηση. “Έπρεπε να μιλήσεις, τότε που έπρεπε”.

Ο Κώστας εδώ και λίγες μέρες έχει χάσει το μυαλό του, δεν μπορεί να συγκεντρωθεί σε τίποτα. “Τι μ’ έχει πιάσει; Πως μπόρεσε και μου ’γινε έμμονη ιδέα εκείνο το παράξενο κορίτσι;”.
Είναι κι ο Σ. στη μέση. Ο σύντροφός του στην αιώνια κατήφεια, στη δίχως όρια απαισιοδοξία. Το άλλο ασχημόπαπο της παρέας. Γιατί κι ο Κώστας ασχημόπαπο είναι. Άσχημος και θλιμμένος. Κι όμως κάπου μέσα του ελπίζει. Ελπίζει ότι θα ερωτευτεί ξανά, ότι θα αγαπηθεί και πάλι. Ο τελευταίος του έρωτας τού άφησε ανεξίτηλα σημάδια στην ψυχή, τον μάτωσε. Αλλά, πως τον τάραξε έτσι η όμορφη, μεγάλη άγνωστη Μαρία; “Είναι δυνατόν αυτή να είναι Εκείνη; Κι αν είναι; Αλλά, εκείνη είναι μια νεράιδα, ένα ξωτικό, πως να γυρίσει να κοιτάξει εμένα;”.

Έχει τα κόμπλεξ του ο Κώστας. Κόμπλεξ κατωτερότητας. Κι ας είναι ένα από τα πιο φωτισμένα μυαλά της γενιάς του. Το πρόβλημά του είναι ότι αδυνατεί να δει τα πράγματα έστω και μια φορά απ’ τη φωτεινή τους όψη. Όλο για τον πόνο των ανθρώπων και των πραγμάτων μιλάει. Και φαίνεται να ζει μόνο εν αναμονή του θανάτου. Ανακαλύπτει το σκοτάδι μες στο φως, την ασχήμια μες στην ομορφιά, απεχθάνεται τον τρόπο που σκέφτονται και ενεργούν οι άλλοι, αλλά πού και πού βαθιά μέσα του εύχεται να ήταν σαν κι αυτούς. Είναι ένας ποιητής σε καιρούς πεζούς, και την ομορφιά που κρύβει μέσα του δεν ξέρει πως να τη φανερώσει, προς τα που να την κατευθύνει. “Μαρία… Μαρία…” μονολογεί με τη σκέψη, στο γραφείο, στο δρόμο, στο κρεβάτι. “Τ’ όνομά σου κρασί γλυκό και με μεθάει!”.

Συνεχίζεται

Πέμπτη, 27 Ιουνίου 2013

Μαρία - Κεφάλαιο 1


Ανάμεσα στα πολλά και διάφορα με τα οποία καταπιάνομαι αυτές τις μέρες είναι και η ετοιμασία κάποιων ηλεκτρονικών εκδώσεων με το έργο της Μαρίας Πολυδούρη, στην οποία είχα αφιερώσει μια τεράστια σε όγκο σελίδα στο παρελθόν, σελίδα που χάθηκε στα αχανή μονοπάτια του διαδικτύου. Ψάχνοντας χθες στα αρχεία μου ανακάλυψα μια ιστορία εμπνευσμένη από τη ζωή της ποιήτριας, την οποία άρχισα να γράφω πριν από δέκα και βάλε χρόνια και που δεν κατάφερα να τελειώσω ποτέ. Στόχος μου ήταν να δώσω μια νέα ζωή στην ποιήτρια, τοποθετώντας τα έργα και τις ημέρες της στο σήμερα. Ίσως κάποτε στο μέλλον να το καταφέρω. Αυτό είναι το πρώτο απόσπασμα. Θα ακολουθήσουν μερικά ακόμη αύριο και την ερχόμενη βδομάδα και στη συνέχεια δωρεάν ηλεκτρονικές εκδόσεις των γραπτών της.

ΠΕΡΑΣΕ ΑΚΟΜΗ ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΞΥΠΝΙΑ! Ξύπνια και σκεφτική. Ήθελε να φύγει. Να πάει μακριά, στη μεγάλη πόλη. Να αφήσει πίσω της όλα όσα την κρατούσαν σκλαβωμένη. Οι γονείς της, την καταλάβαιναν. Μια από εκείνες τις εξαιρετικές περιπτώσεις γονιών που δεν ήθελαν να σταθούν εμπόδιο στα όνειρα των παιδιών τους. Κι η Μαρία τους εκτιμούσε γι’ αυτό, και τους αγαπούσε. Αλλά, όσο έντονη κι αν ήταν η αγάπη αυτή, κάποτε της γίνονταν βραχνάς, ένιωθε να πνίγεται μέσα της. Ένα λεύτερο πουλί, ένα ξωτικό, ένα πνεύμα που δε χωρούσε μέσα σε όρια και συμβάσεις, ήταν η Μαρία. Έπρεπε να πετάξει. Και πετούσε συχνά, μέσα απ’ τα όνειρα και τους στίχους της. Απολάμβανε, όμως, μονάχα ανάσες ελευθερίας. Έπρεπε να φύγει.
Για μια νύχτα ακόμη, λοιπόν, ξύπνια. Με τα μαύρα μάτια της που βγάζουν σπίθες να κοιτά προς το κλειστό παράθυρο, που αφήνει λίγο φως να τρυπώνει μέσ’ απ’ τις τρίλλιες. “Σαν τρίλλιες που σβήνουν” σκέφτεται.
Έχει μόλις πατήσει τα δεκαοκτώ και νιώθει δυνατή και σίγουρη για τον εαυτό της, ξέρει πως η ζωή της τώρα αρχίζει, πως ο κόσμος όλος είναι εκεί έξω και την περιμένει. Ο χρόνος, ο χρόνος δουλεύει για κείνην, κι ας της φαίνεται που και που ακίνητος, μαρμαρωμένος, στη μικρή νωχελική της πόλη.
Τον έρωτα; δεν τον έζησε ακόμη. Πολύ ξενέρωτοι τής φαίνονται οι συμμαθητές της. Εκείνη δεν ψάχνει για ένα συνηθισμένο έρωτα, για κάτι απ’ τα ίδια που ζητούν απεγνωσμένα οι γύρω της, ζητά ένα ιδανικό, κάποιο ίνδαλμα, το απόλυτο. Κι ας διακηρύττουν όλοι, με κάθε τρόπο ότι δεν υπάρχουν πια ιδανικά, πως χάθηκαν τα ινδάλματα. Όχι, αυτή δεν ανήκει στη σύγχρονη ιλλουστρασιόν κοινωνία μας, δεν παίρνει μέρος σ’ αυτή την κωμωδία. Αυτή ζει μέσα της, μες στο μυαλό της που ξεχειλίζει από ιδέες κι όνειρα, που φαντάζουν αλλοτινά.
“Θα τα βρεις σκούρα, Μαρία, αν συνεχίσεις να πηγαίνεις μ’ αυτά τα μυαλά” της λέει συχνά πυκνά ο πατέρας της, κι ας νιώθει κατά βάθος περήφανος για την κόρη του. Πρώτη σε όλα η Μαρία, σε ό,τι κάνει: στο σχολείο όπου αριστεύει, στο χορό, στη ζωγραφική, στο τραγούδι, γράφει και στίχους. Δάσκαλος ο ίδιος, θέλει να ελπίζει ότι η Μαρία θα ακολουθήσει το δικό του δρόμο, αλλά εκείνη δεν είναι για τέτοια. Απ’ τα δεκατρία της δήλωνε καλλιτέχνις. Σκάρωνε ιστοριούλες και στιχάκια, έφτιαχνε και ζωγραφιές. Ήταν και επαναστάτις. Μεγάλη επαναστάτις. Συνέτασσε πού και πού μερικές παθιασμένες διακηρύξεις για το ένα ή το άλλο θέμα, και τις μοίραζε στις φίλες της και στους καθηγητές. Οι τελευταίοι άλλοτε τις διάβαζαν μ’ ένα συγκαταβατικό χαμόγελο κι άλλοτε οργίζονταν, αφού συχνά πυκνά στρέφονταν εναντίον τους. Κάποιος απ’ αυτούς, μάλιστα, επισκέφθηκε μια μέρα το δάσκαλο και του είπε να προσέχει τη μικρή γιατί είναι διαόλου κάλτσα, κι αν της αφήσει ελεύθερα τα χαλινάρια θα αφηνιάσει. “Δε σηκώνει γκέμια η Μαρία” του απάντησε εκείνος σκεφτικός.
Τα αγόρια, τη φοβούνται. Είναι η μόνη κοπελιά που δεν τολμούν να πειράξουν, να κοροϊδέψουν, να ειρωνευτούν. Τα μάτια της. Τα μάτια της που μοιάζουν να τους διαπερνούν σαν πύρινα βέλη κάθε φορά που συναντούνται με τα δικά τους, τούς κάνουν να τα χάνουν. Κάποιος τόλμησε κάποια φορά να την προσεγγίσει ερωτικά, αλλά αμέσως μετά έφυγε τρομαγμένος. “Τι έχεις εσύ να μου προσφέρεις;” τον ρώτησε. Παρ’ όλα αυτά είναι αγαπητή σε όλους. Όσο κι αν εκπέμπει σε διαφορετικές συχνότητες, η ενέργεια και η χαρά που μεταδίδει στους γύρω της, όπου κι αν βρίσκεται, την κάνουν αντικείμενο σιωπηλής λατρείας. Κάποια απ’ τα κορίτσια τη ζηλεύουν, αλλά δεν την εχθρεύονται. Η Μαρία καταφέρνει και βγάζει το καλύτερο απ’ τον καθένα, κι είναι μέγιστο χάρισμα αυτό.
“Είμαι απ’ άλλο πλανήτη” σκέφτεται και χαμογελά σιωπηλά, καθώς ξημερώνει άλλη μια μέρα. Ήρθε το καλοκαιράκι και άρχισαν οι εξετάσεις. Θέλει να περάσει στη σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα. Ερεθιστικό φαντάζει το κάλεσμα της μεγάλης πόλης στη φαντασία της. Θα πετύχει τους στόχους της; Θα τους πετύχει! Αλλά…
…Αλλά πολλές φορές έπιασε τον εαυτό της να αναρωτιέται: “Είναι στ’ αλήθεια αυτό που θέλω;” Αυτό θέλει; Η Αθήνα μοιάζει, προς το παρόν, στα μάτια της σαν η ιδανική λύση. Αλλά, κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά ότι δε θα μεταμορφωθεί κι αυτή σ’ ένα νέο κλουβί, σε μια νέα σκλαβιά.
“Θα ήθελα να ήμουνα πουλί…”. Ίσως οι φτερούγες της ψυχής να μην είναι αρκετές για κείνην. Αλλά, ο καιρός γρήγορα περνά, οι εξετάσεις τελειώνουν, πλήρης επιτυχία, η Αθήνα την περιμένει.
Περπατά μόνη της στο μόλο, προς τον αγαπημένο της φάρο, που συντρόφεψε πολλές φορές τη μοναξιά της. Εκεί πηγαίνει πάντα, αργά το βράδυ, όταν θέλει να καταπνίξει τη θλίψη που φουντώνει μέσα της. Κάθεται σ’ ένα τοιχάκι και κοιτά τη γενέθλια πόλη. Την αποχαιρετά με το βλέμμα, καθώς τα κύματα χαϊδεύουν σα μωρό τα βράχια από πίσω της. “Αύριο, αύριο θα ξημερώσει η καινούρια μέρα, η νέα ζωή, αλλά, θα βρω τάχατες τον πρίγκιπά μου;” Το φεγγάρι χαράζει το μονοπάτι του στο ανθισμένο λιβάδι των κυμάτων. Σε λίγο θα κινήσει να βρει τους φίλους. Θα τους αποχαιρετήσει. Σαν τελειωτικός της φαίνεται, από τώρα, αυτός ο αποχαιρετισμός. Είναι σίγουρη ότι δε θα τους ξαναδεί. Θ’ αφήσει πίσω την παλιά της ζωή και ό,τι την αποτελεί. “Δε γυρίζω σελίδα. Σκίζω την παλιά και γράφω νέα”.
Θλιμμένα χαμόγελα κι ατέλειωτες σιωπές το σκηνικό. Θα τους λείψει τελικά το τρελοκόριτσο, κι ας μην τολμά κανείς να τ’ ομολογήσει. Ή σχεδόν κανείς. Μονάχα η Βάσω, η καλή της φιλενάδα, μονάχα αυτή δακρύζει και μονολογεί: “Θα μου φύγεις καρδιά μου, θα μου φύγεις!” “Αχ καλό μου φιλαράκι, αχ και να με καταλάβαινες”, σκέφτετ’ εκείνη. Αλλά, δεν την καταλάβαινε ούτε κι αυτή, κι ας της γέμισε τα σχολικά τετράδια με σκιτσάκια και στίχους. “Το πιο όμορφο λουλούδι της ψυχής μου” την αποκαλούσε, κι όμως ξέρει πως κι αυτό το λουλούδι το αποχαιρετά οριστικά. Δεν είναι καιρός για δάκρυα θλίψης, αλλά χαράς. Αυτή δεν ακούει τις μπαλάντες του αποχωρισμού, αλλά τους ύμνους της ζωής. Περνά η ώρα με θλίψη, γέλια, αναμνήσεις, ξημερώνει. Το τελευταίο φραπέ στο λιμανάκι. Μαύρο πικρό, σαν και τη ζωή που αφήνει πίσω της, σκέφτεται, κι ας είχε κι αυτή τις όμορφες στιγμές της. Μαύροι κύκλοι κλείνουν μέσα τους λίγα ζευγάρια υγρά μάτια. Αγκαλιάζει και φιλάει την καθεμιά και τον καθένα τους ξεχωριστά, σαν διαφορετικές στιγμές του χρόνου της εκεί. Τους χαμογελά και το πρόσωπό της λάμπει σαν ήλιος που ξεπροβάλλει θριαμβευτής πίσω απ’ τα απρόσιτα βουνά, μέσα απ’ τα σκοτεινά σύννεφα. Γίνεται όλη φως και χαρίζοντας τους μια τελευταία αχτίδα αποχωρεί, κινώντας να βρει το πεπρωμένο της…


Συνεχίζεται