Τρίτη, 30 Ιουνίου 2015

Βία - Κεφάλαιο 2



Κι ακόμη προσπαθώ να καταλάβω τον τρόπο σκέψης μου όλ’ αυτά τα χρόνια. Κοιτώ τις φωτογραφίες που έβγαλα του εαυτού μου -selfies τις λένε αυτές, μου είπε η Χαρά- αυτές που απεικονίζουν τις πληγές και αναρωτιέμαι γιατί δεν ζήτησα ποτέ από κάποιον βοήθεια. Αν το έκανα ίσως και να την έπαιρνα και τότε η θλίψη και ο πόνος μου θα κρατούσαν πολύ πιο λίγο.
Μαυρισμένα μάτια, μελανιασμένα χέρια και πλευρά, πρησμένα πόδια, αυτό ήταν το μωσαϊκό της ύπαρξής μου. «Είσαι όμορφη ακόμη, μάνα», δήλωσε εκείνη τις προάλλες, «αλλά μέχρι τώρα η ομορφιά σου κρυβόταν πίσω από το αίμα». Πόσο δίκιο είχε!
Αν με έβλεπε κανείς σήμερα θα έλεγε ότι φαίνομαι δέκα χρόνια πιο νέα απ’ αυτό που είμαι. Αν μ’ έβλεπε πριν τρία χρόνια θα δήλωνε ότι ήμουν δέκα χρόνια πιο μεγάλη. Οι πληγές σιγά σιγά επουλώθηκαν, το φως επέστρεψε στα μάτια, η φωνή άλλαξε χρεία, ακούγεται λίγο πιο δυνατή. Κι η αλήθεια είναι ότι μάλλον δεν είμαι κι άσχημη. Παρά τα σαράντα δύο μου χρόνια, καλά κρατιέμαι. Τα μάτια μου έχουν τα μάτια του μελιού, είμαι ψηλή για μια γυναίκα της γενιάς μου, το κορμί μου είναι λεπτό κι ευέλικτο, κι ας νιώθω πού και πού κάποια πονάκια, υπενθυμίσεις τραγικές των όσων πέρασα.
Η Χαρά επιμένει ότι πρέπει ν’ αρχίσω να βγαίνω έξω, να γνωρίζω νέους ανθρώπους, ν’ αρχίσω να ζω απ’ την αρχή ξανά, αλλά δεν μπορώ να το κάνω αυτό, δεν ξέρω πως. Τη μισή μου ζήση την ξόδεψα μέσα εδώ, σ’ αυτά τα έρημα δωμάτια που στάζουν αίμα, υπακούοντας τυφλά την κάθε εντολή του άντρα μου. Καθόλη τη διάρκεια αυτής της οδυνηρής συμβίωσης δεν απόκτησα νέες φιλίες, και εξαιτίας της απώλεσα κι αυτές που είχα.
Ίσως να ακούγεται απίστευτο αυτό που σας λέω, αλλά είναι η αλήθεια. Κι η αλήθεια είναι ότι δεν ήμουν και δεν είμαι η πρώτη γυναίκα που βρέθηκε σ’ αυτή την κατάσταση. Πολλές γυναίκες αναζητούν το χρυσό κλουβί τους, ένα γάμο-ένα σπίτι, που θα τους χαρίσει μια κάποια ψευδαίσθηση ευτυχίας, και οι περισσότερες συμβιβάζονται με κάτι υποδεέστερο, αλλά το οποίο τουλάχιστον δεν είναι χειρότερο απ’ αυτό που οι άλλες έχουν.
Εγώ ποτέ μου δεν θέλησα κανένα κλουβί, κι όμως αυτό ακριβώς πήρα. Μια σκλάβα ήμουνα, με κάποια όμως δικαιώματα. Μπορούσα να βγω στο δρόμο, να πάω όπου χρειάζονταν να πάει το παιδί, να κάνω τα ψώνια του σπιτιού και να επισκεφθώ τους γονείς μου, και τίποτ’ άλλο.
Θυμάμαι, όταν ήμουν νιόπαντρη ακόμη, είχα κάποιες φίλες, αλλά όσο περνούσε ο καιρός και το ξύλο αυξανόταν και οι μώλωπες πληθύνονταν, όλο και πιο πολύ απομακρυνόμουν. Σύμφωνα με τους κώδικες ηθικής των γονιών μου, δεν κάνει οι οικογένειες να βγάζουν τα άπλυτά τους στη φόρα, κι έτσι δεν το έκανα. Και υπέμενα. Και υπέφερα.
Μού φαίνεται σχεδόν απίστευτο το πόσα άντεξα. Γιατί δεν αντέδρασα; Ήταν το σοκ του γάμου που μου έκοψε τα φτερά, που μου έκλεψε το πνεύμα. Όσο ήμουν μικρή, στο σχολείο και στη γειτονιά, ήμουν επαναστάτρια, το πνεύμα της αντιλογίας, ένα αγοροκόριτσο που δεν σήκωνε μύγα στο σπαθί του.
Χαμογελώ τώρα καθώς θυμάμαι την πρώιμη εφηβεία μου, τότε που οι φίλες και οι συμμαθήτριές μου είτε δεν έπαιζαν ή έπαιζαν αθώα, ακίνδυνα παιχνίδια κι εγώ έπαιζα μπάλα με τ’ αγόρια και άμα χρειαζόταν πλακωνόμουν κιόλας μαζί τους. Θυμάμαι μια φορά τον παππού να μας παρακολουθεί μια φορά καθώς παίζαμε και να λέει μετά ότι ο πιο δυνατός, αν όχι ο καλύτερος, παίκτης ήταν η Θεοδώρα, δηλαδή εγώ.
Δυο-τρία χρόνια μετά όλα θ’ άλλαζαν ή τουλάχιστον τα περισσότερα. Το κορμί θα αναπτυσσόταν, τα στήθη θα γέμιζαν, οι παρέες θα χάνονταν και κάποιες άλλες θα έπαιρναν τη θέση τους. Θα γνώριζα κι εκείνον… Γλυκιά νιότη!
Εκείνος ήταν ο Παναγιώτης και ήταν διαφορετικός από τα άλλα παιδιά και ίσως ακριβώς γι’ αυτό μού προκάλεσε το ενδιαφέρον. Τον γνώρισα στην Α’ Λυκείου και μοιραστήκαμε τρία υπέροχα χρόνια, χρόνια μάθησης, ανακαλύψεων, λίγων δακρύων και ατέλειωτου γέλιου.
Είναι δύσκολο να τον περιγράψω. Πολύ. Ακόμη η φωτογραφία που βγάλαμε μαζί και την οποία τώρα βλέπω δεν με βοηθάει και τόσο. Τα μαλλιά του τότε, λόγω ίσως και των κανονισμών του σχολείου, ήταν κοντά μαύρα, λίγο σγουρά. Το χρώμα των ματιών του δεν το θυμάμαι, αλλά θαρρώ ότι ήταν μαύρο. Ήταν λίγο πιο κοντός από μένα, αλλά αν βρισκόμασταν ποτέ σε μια παρέα να είστε σίγουροι ότι αυτός ήταν που θα μαγνήτιζε τα βλέμματα αφού ξεχείλιζε από ζωή και μια έμφυτη καλοσύνη. Τι να κάνει άραγε και πού να γυρνά και να γερνά τώρα αυτή η τρυφερή ψυχή; Θα είναι το ίδιο καλός όπως και τότε; Θα είναι ευτυχισμένος; Θα συνεχίζει να αγκαλιάζει με τον ίδιο τρόπο το θαύμα της ζωής; Πώς θα μπορούσα να μάθω;
Γράφω το όνομά του στο ψαχτήρι του Chrome. Βγαίνουν πολλά αποτελέσματα. Ποιος απ’ όλους αυτούς άραγε είναι ο δικός μου Παναγιώτης; Α, να τον. Είναι…
Δεν θα σας πω τι είναι, όχι ακόμη. Θέλω να τον κρατήσω όσο πιο πολύ για τον εαυτό μου, ειδικά τώρα που τον ανακάλυψα ξανά. Ναι, το ξέρω, παραλογίζομαι, αλλά να, είναι ο μοναδικός άντρας που αγάπησα, και είναι ο μοναδικός που έχασα. Το θάνατο αυτού που παντρεύτηκα δεν τον θεωρώ απώλεια αλλά λύτρωση. Ακούγεται σκληρό αυτό; Δεν με νοιάζει.
Παναγιώτη μου! Αχ, Παναγιώτη μου. Τι θα γινόταν αν…; Μα τι σημασία έχει; Είναι αργά τώρα, πολύ αργά. Εγώ είμαι μια ανοικτή πληγή που προσπαθεί να κλείσει, ενώ εσύ έζησες και ζεις μια πλήρη ζωή…
Έκλεισα για λίγο τα μάτια και άφησα τον εαυτό μου να παρασυρθεί στη δίνη του χρόνου, να επιστρέψει στα παλιά, να θυμηθεί τα κρυφά γελάκια, τις μικρές αγκαλιές, το πρώτο φιλί και το τελευταίο. Όχι, έρωτα ποτέ δεν κάναμε – ήταν άλλες εποχές τότε, τα λουριά ήταν σφικτά, κι οι καλοθελητές πάντα περίσσευαν. Όμως… Όμως, πώς να κάνει έρωτα άραγε, αναρωτιέμαι. Πώς; Θα είναι τρυφερός και παθιασμένος, όπως τον φαντάζομαι ή θα είναι αλλιώς; Θα τα δίνει όλα ή θα τα περιμένει όλα; Μάλλον θα τα δίνει. Θα τα δίνει, αφού ποτέ του δεν υπήρξε εγωιστής.
Θα μιλήσω στη Χαρά μου γι’ αυτόν. Θα της μιλήσω γι’ αυτόν που ερωτεύτηκα όπως μου εξομολογήθηκε κι αυτή για τους δυο που αγάπησε. Μπορώ να μαντέψω την αντίδρασή της. Θα μου πει να ψάξω να δω αν είναι ελεύθερος κι αν ναι, να επικοινωνήσω μαζί του. Θα χαμογελάσω μα δεν θα ακολουθήσω τη συμβουλή της, αφού δεν νιώθω έτοιμη. Ποιος ξέρει; Ίσως να μην νιώσω έτσι ποτέ...

 Συνεχίζεται.

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.
 
Δημοσίευση σχολίου