Τετάρτη, 28 Ιανουαρίου 2015

Βία - Κεφάλαιο 1


Σκότωσα την κόρη μου, ή μάλλον την ψυχή της. Την σκότωσα επειδή ήμουν δειλή, επειδή ποτέ δεν τόλμησα να υψώσω το ανάστημά μου και να την προστατεύσω από τον άντρα μου – τον άντρα που μου επέβαλαν χρόνια πριν οι γονιοί μου και οι απαρχαιωμένες αντιλήψεις τους.
Από μικρή ήμουν πάντα καλή: καλή κόρη, καλή μαθήτρια, καλή νοικοκυρά. Κι ύστερα, σαν μεγάλωσα, έγινα καλή σύζυγος. Και μετά έγινα κακή: κακή μάνα.
Όταν γεννήθηκε η Χαρά, ένιωσα για πρώτη φορά μετά από χρόνια ότι ναι, θα μπορούσα κι εγώ να γίνω ευτυχισμένη. Αλλά αυτή η ψευδαίσθηση δεν κράτησε για πολύ. Ο άντρας μου φρόντισε να με βγάλει από αυτή. Μού είπε ξεκάθαρα: «Η γέννηση της μικρής δεν θ’ αλλάξει κάτι. Μη θαρρείς ότι θα χαλαρώσω τα λουριά…»
Δεν ήταν με λουριά, αλλά με αλυσίδες που ήμουν δεμένη. Αλυσίδες που, έστω και τώρα που είναι αργά, παραδέχομαι ότι λίγο πολύ εγώ η ίδια έφτιαξα. Όσο πολύ κι αν προσπαθώ δεν μπορώ ακόμη να καταλάβω πως έπεσα σ’ αυτή την παγίδα. Όταν ήμουν μικρή έκανα μεγάλα όνειρα για τη ζωή μου. Μετά έκανα μεγάλα όνειρα για τη ζωή του παιδιού μου. Και μετά έκανα απλά μια ευχή: ν’ αντέξω και να μη βάλω τέλος στη ζωή μου, αφού η Χαρά μου θα ήταν αυτή που θα πλήρωνε τη νύφη. Τι άθλια έκφραση αυτή, θεέ μου: θα πλήρωνε τη νύφη, λέει!
Τώρα, καθώς πάει να πέσει το βράδυ και κάθομαι μπροστά από την οθόνη ενός υπολογιστή στη βεράντα του σπιτιού μου, και αναλογίζομαι όλα αυτά που πέρασα, νιώθω το μέσα μου να αγανακτεί. Αλλά και τι μ’ αυτό; Σε τι θα με ’φελήσει τώρα η αγανάκτηση;
Αχ, αυτή η υγρασία κι αυτή η ζέστη με σκοτώνουν. Ιούνιος. Ο μήνας που δέχτηκα ένα από τα πιο ηχηρά χαστούκια στη ζωή μου. Ο μήνας που μάτωσε της κόρης την ψυχή και που μ’ ανάστησε.
Είν’ άραγε αλήθεια αυτό που λένε; Κάθε τέλος οδηγεί σε μια νέα αρχή; Ζω αυτή την ώρα τη νέα αρχή μου, αλλά καταπώς φαίνεται για να μπορέσω να την απολαύσω πρέπει πρώτα ν’ αδειάσω το μέσα μου, να ξεφορτωθώ του χθες τα πλήθια φαντάσματα, ν’ αγκαλιάσω την υπόσχεση του αύριο.
Πόσο μόνη υπήρξα όλ’ αυτά τα χρόνια, πόσο μόνη! Ολόκληρή μου τη ζωή νιώθω ότι την ξόδεψα ανάμεσα στους τοίχους αυτού του σπιτιού – αυτού του σπιτιού που δεν υπήρξε ποτέ άλλοτε τόσο άδειο, αλλά και το οποίο ποτέ δε μου προκάλεσε λιγότερο το φόβο.
Ο Μεγάλος Φόβος, αυτός θα μπορούσε να ήταν ο τίτλος της ιστορίας μου, αλλά δεν τον προτίμησα αφού δεν μιλά ακριβώς γι’ αυτά που έζησα. Ένα ταξίδι στη βία υπήρξε ο γάμος μου, στη σωματική και την ψυχολογική. Ένα τέτοιο ταξίδι ήταν κι αυτό της κόρης μου. Το μόνο που αυτή δεν έμεινε με τα χέρια σταυρωμένα, αντέδρασε, κι αυτή η αντίδρασή της ήταν που προκάλεσε τη νέα πραγματικότητά μου.
Αλλά, όσο κι αν άλλαξαν τα πράγματα, όσο κι αν άλλαξα κι εγώ, δεν θα έλεγα ότι όλα τώρα είναι ρόδινα. Το κορμί μου είναι ακόμη χαρακωμένο απ’ τις γροθιές και τις κλωτσιές αυτού που αποκαλούσα άντρα μου, κι η ψυχή μου, ούτε κι αυτή γαλήνεψε. Πολλές φορές όταν πηγαίνω για ύπνο το βράδυ φοβάμαι ότι σαν ξυπνήσω το πρωί θα βρω εκείνον δίπλα μου, ενώ και τα όνειρά μου πιο συχνά ανήσυχα παρά ευτυχισμένα είναι. Αν μπορούσα ετούτη τη στιγμή θα έκανα αυτό που κάνουν όλες οι τυραννισμένες ψυχές, θα με αγκάλιαζα μπας και κλέψω λίγη ζεστασιά απ’ το ίδιο το κορμί μου, αλλά δεν μπορώ να το κάνω, όχι πια. Μέχρι πρόσφατα το έκανα συχνά, αλλά μετά η Χαρά μού είπε: «Είναι καιρός να ψάξεις νέες αγκαλιές», κι από τότε το έκοψα.
Η Χαρά. Η χαρά μου! Και τι δεν θα ’δινα για να μπορέσω να πάρω το χρόνο πίσω και να της χαρίσω μια νέα, πολύ διαφορετική ζωή; Και τι δεν θα ’δινα ώστε να μην ένιωθα βαθιά μέσα μου αυτή την ανάγκη να της απολογούμαι ξανά και ξανά; Και τι δεν θα ’δινα για να ’βρισκα ένα μαγικό ραβδί που θα έκανε όλα τα λάθη μου σωστά;
Την περιμένω να καταφθάσει από στιγμή σε στιγμή. Αυτή θα με βοηθήσει αμίλητα να καταλάβω καλύτερα τις σιωπές μου και θα με κάνει να νιώσω, όπως πάντα όταν τη βλέπω, ζωντανή. Αυτή θα διαβάσει όλ’ αυτά που σήμερα μόλις άρχισα να γράφω και τα οποία ελπίζω μια μέρα να με οδηγήσουν στο φως, όπως οδήγησαν κι εκείνη τα δικά της γραφτά.
Ευτυχώς δεν πήρε από μένα, η καλή μου, αλλά ούτε κι απ’ τον πατέρα της. Πήρε την αιώνια αδυναμία μου και τη μεταμόρφωσε σε δύναμη. Πήρε τη δική του κακία και τη μετέτρεψε σε καλοσύνη. Ξέρει να αγαπά, πολύ. Ίσως καταφέρει σιγά σιγά να διδάξει και μένα πώς να το κάνω αυτό, αφού από τον καιρό που παντρεύτηκα έχει να νιώσω αυτό το συναίσθημα για κάποιον άλλο, εκτός από κείνη.
Θέλω τόσα πολλά να πω, κι ας ξέρω ότι τα λόγια μου δεν θα είναι καθόλου πρωτότυπα, δεν θα εκπλήξουν κανένα. Εξάλλου δεν είναι για τα μάτια του κόσμου αυτά που θα γράψω, παρά μόνο για τα δικά της. Αυτό που αποζητώ είναι να της εξηγήσω όσο καλύτερα μπορώ τα δικά μου γιατί, κι ας λέει ότι δεν χρειάζεται να το κάνω αυτό. Πρέπει να μιλήσω για να μην εκραγώ. Πρέπει να μιλήσω σ’ εκείνη όσο δεν της μίλησα όλ’ αυτά τα χρόνια που ζήσαμε μαζί, που μοιραστήκαμε την ίδια στέγη.
Ο ήλιος πάει πια να δύσει. Ελπίζω η νύχτα που έρχεται ν’ αποτελέσει την απαρχή μιας καινούριας σχέσης ανάμεσά μας. Μιας σχέσης ισότιμης και μιας σχέσης απόλυτης εμπιστοσύνης. Είναι πολύ δύσκολο να συμβεί αυτό, δεν θα μπορούσε και να ’ναι αλλιώς, μα όχι ακατόρθωτο, αφού η προδοσία μου ακόμη την πληγώνει. Ό,τι και να γίνει όμως εγώ θα συνεχίσω να προσπαθώ, μέχρι να πέσουν τα τείχη, και των δυο μας.
Η πρόκληση του μέλλοντος κρυφά με συναρπάζει…

Συνεχίζεται...

Η εικόνα δανεική από εδώ 

Πέμπτη, 22 Ιανουαρίου 2015

Για τις αλεπούδες


μη λυπάστε για μένα.
είμαι ένα ικανό,
κι ικανοποιημένο πλάσμα.
λυπηθείτε τους άλλους
που
όλο εκνευρίζονται
και παραπονιούνται
που συνεχώς
και κατ' επανάληψη
τακτοποιούν τις
ζωές τους
σαν
έπιπλα.
καθώς παίζουν με
συντρόφους
και
διαθέσεις
η
σύγχυσή τους
είναι διαρκής
και αγγίζει
οποιοδήποτε έχει
πάρε-δώσε μαζί τους.
προφυλαχθείτε απ' αυτούς:
μια από τις
λέξεις κλειδιά τους είναι η
“αγάπη”.
και προφυλαχθείτε κι απ' εκείνους
που ακολουθούν μονάχα
τις εντολές του
θεού τους
αφού έχουν
αποτύχει ολοκληρωτικά να ζήσουν
τις δικές τους ζωές.
μη λυπάστε για μένα
επειδή είμαι μόνος
αφού
ακόμη και στις πιο τρομακτικές
στιγμές
το χιούμορ
παραμένει
σύντροφός μου.
είμαι ένα σκυλί που περπατά
προς τα πίσω
είμαι ένας σπασμένος
ταμπουράς
είμαι ένα τηλεφωνικό καλώδιο
τυλιγμένο σαν κουβάρι στο
Τολέδο του Οχάιο
είμαι ένας άντρας
που τρώει ένα γεύμα
ετούτη τη νύχτα
του μηνός
Σεπτεμβρίου.
βάλτε στην άκρη
τη συμπάθειά σας.
λένε
ότι το νερό κράτησε
στην επιφάνειά του
τον Χριστό:
ο μόνος τρόπος για
να τα βγάλετε πέρα
είναι να έχετε
την ίδια τύχη
μ' αυτόν.

Τσαρλς Μπουκόφσκι

Μια πρώτη προσπάθεια απόδοσης του ποιήματος. Προσπάθησα να είμαι όσο πιο πιστός μπορούσα στην ορθογραφία και σύνταξη του πρωτότυπου.

Η εικόνα είναι δανεισμένη από εδώ

Πέμπτη, 15 Ιανουαρίου 2015

Αμάθητος στην αγάπη


Θα θυμάμαι τα φιλιά
και τ' αμάθητα στην αγάπη χείλη μας
και τον τρόπο που μου 'δινες
όλα όσα είχες
και πως εγώ
σου πρόσφερα ό,τι μου 'χε απομείνει,
και θα θυμάμαι το μικρό σου δωμάτιο
του είναι σου την αίσθηση
το φως στο παράθυρο
τις μουσικές και
τα βιβλία σου
τον πρωινό μας τον καφέ
τα μεσημέρια, τα βράδια μας
τα κορμιά μας μαζί παραδομένα
στον ύπνο
τα μικροσκοπικά λεύτερα ρεύματα
-τα άμεσα και παντοτινά-
τις αύρες
που μας ένωναν,
το πόδι σου, το πόδι μου,
το μπράτσο μου, το δικό σου,
το χαμόγελο και τη
ζεστασιά σου,
που με έκαναν να χαμογελάσω
ξανά.

Τσαρλς Μπουκόφσκι

Απόσπασμα. Δική μου μετάφραση από τα αγγλικά.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ 

Πέμπτη, 8 Ιανουαρίου 2015

Ο χαρταετός


Η ζωή της δεν ακολούθησε το δρόμο που κάποτε ονειρευόταν – ίσως επειδή τα περισσότερα όνειρα δε βγαίνουνε ποτέ αληθινά. Φυσικά, ίσως να φταίει και το ότι άλλαζε συχνά γνώμη στο παρελθόν σε ότι αφορά αυτά τα όνειρα. Πότε ονειρευόταν να γίνει το ένα και πότε το άλλο, και πού και πού δεν τολμούσε καν να ονειρευτεί.
Ούτε και σήμερα ονειρεύεται, όχι πολύ, αφού δεν της περισσεύει πια ο χρόνος. Τι κατάντια κι αυτή! Μα να μην μπορεί καν να βρει μια ευκαιρία για να δραπετεύσει λίγο στο μέσα της και να δει άλλους τόπους κι άλλους ανθρώπους, εποχές και δράματα που της ξεφύγαν;
Αν της ελεγε κάποιος πριν από χρόνια, τότε που ακόμη ήταν στη φάση της καθυστερημένης της εφηβείας, ότι θα έφτανε κάποτε σ' αυτό το χάλι θα τον έβγαζε τρελό. “Εγώ; Ποτέ!” θα του έλεγε. “Εγώ θα παραμείνω για πάντα φευγάτη, ονειροπόλα”.
Φευγάτη παραμένει ακόμη, αλλά μόνο όταν οδηγεί, όταν είναι στο μπάνιο και αφήνει το νερό να της χαϊδέψει τις αισθήσεις και όταν, όλο και πιο σπάνια, ταξιδεύει. Πολλές φορές συλλαμβάνει τον εαυτό της να σκέφτεται ότι πιο πολύ απ' το καθετί επιθυμεί το λίγο των πιο πάνω να γίνει πολύ – οι σταγόνες δροσιάς της να μετατραπούν σε ουρανών καταρράκτες και να την παρασύρουν στο υπέροχο πέρασμα τους. Πόσοι δεν το επιθύμησαν αυτό; Και πόσοι δεν το είδαν ποτέ να συμβαίνει;
Πού τριγυρνάς, κορίτσι μου;” τη ρώτησε μόλις ψες μια φίλη της, καθώς την είδε να δίνει το παρόν της, μα να απουσιάζει ψυχικά από μια κοινωνική εκδήλωση.
Σκέφτηκε πολύ μέχρι να της απαντήσει, αλλά ακόμη και τότε δεν είπε την αλήθεια. “Σκέφτομαι τη μικρή και μου λείπει”, της είπε.
Η “μικρή” είναι η κόρη της – η σωτήρας και η καταδίκη της. Αν δεν την είχε κι αυτή δεν ξέρει πώς θα άντεχε ακόμη να ζει. Τα λογάκια, τα γέλια και τα χαμόγελά της, οι ατέλειωτές της ερωτήσεις και οι εξερευνήσεις της σ' ένα κόσμο που μόλις τώρα αποκτά σημασία γι' αυτή – αυτά είναι τα πράγματα που τώρα την κρατούν σε εγρήγορση, που της δίνουν κάποιο σκοπό.
Αλλά – πάντα υπάρχει ένα “αλλά” που πολύ μας τυραννεί – όσο κι αν δεν το θέλει, νιώθει ότι κι αυτό ακόμη, το παιδί της, δεν είναι αρκετό για να γεμίσει της ζωής της τα μεγάλα κενά. Τι της λείπει; Κάποιος ίσως που να την καταλαβαίνει. Τι της λείπει; Η σιωπή, την οποία από πάντοτε αγαπούσε. Τι της λείπει; Οι εικόνες απ' τις οποίες εμπνεόταν για να δημιουργήσει τέχνη.
Θυμάται τη ζωή στην πόλη που γεννήθηκε και απρόσκλητα κάνουν την εμφάνισή τους στα μάτια της δυο δάκρυα και λίγα ακόμη. Τα σκουπίζει με τα ακροδάχτυλα, σαν κάποιο λεκέ, και γεύεται την αλμύρα τους. Τι ωραία που ήταν όλα παλιά! Μα, ωραία δεν φαντάζουν όλα, ή έστω τα περισσότερα, στον καμβά των αναμνήσεών μας;
Η αλήθεια είναι ότι ποτέ της δεν υπήρξε ιδιαίτερα ευτυχισμένη. Κάθε φορά που έφτανε κάπου, ένιωθε μέσα της την ανάγκη να πάει κάπου αλλού, και κάθε που πετύχαινε κάτι έθετε ένα νέο στόχο, διαφορετικό. Ένα ταξίδι υπήρξε τελικά η μέχρι τώρα ζωή της, όχι στο χώρο και στο χρόνο, αλλά απλά στις καταστάσεις. Τι της έμεινε απ' αυτό το ταξίδι; Κάποιες στιγμές μαγικές.
Δεν ήταν πολλές, αλλά χαράχτηκαν βαθιά στη μνήμη της, και για κάποιο λόγο η πιο σημαντική από αυτές ήταν όταν ο πατέρας της τη δίδαξε πως να πετά χαρταετό, ένα χαρταετό που ο ίδιος έφτιαξε με υλικά φτωχικά, μα που στα δικά της μάτια φάνταζε υπέροχος. Αυτή η ανάμνηση τη στοιχειώνει τώρα τόσο, επειδή αυτή ήταν ίσως η μοναδική φορά που οι δυο τους ξόδεψαν τόσο χρόνο μαζί. Βοήθησε, όπως μπορούσε, στη δημιουργία του χαρταετού, έμαθε με μεγάλη χαρά πως να τον πετά, και μετά τον παράτησε. Κι αυτό επειδή ο μπαμπάς της πήγε και της πέθανε. Ήταν εφτά χρόνων τότε.
Το πρόσωπό του έχει γίνει πια θολό στις θύμησές της, αλλά αυτό που μοιράστηκαν τότε είναι πιο ζωντανό παρά ποτέ – μια ψηφίδα στο λειψό παζλ της ύπαρξής της. Οι βόλτες στην προκυμαία και το φάρο της γενέθλιας πόλης, το τραγούδι των γλάρων και η εμφάνιση κάποτε στ' ανοικτά ενός δελφινιού, είναι οι υπόλοιπές της γλυκές αναμνήσεις, και γι' αυτό νιώθει πολύ φτωχή.
Είμαστε το σύνολο των εμπειριών και των αναμνήσεών μας”, διάβασε κάπου. Πόσο θα ήθελε ν' αρχίσει τώρα δα να εμπλουτίζει όσο περισσότερο μπορεί τα πιο πάνω. Μα, πώς; Εδώ, μετά βίας βρίσκει το χρόνο, με το συμπάθιο, να κατουρήσει, πώς να μπορέσει λοιπόν να κάνει κάτι μεγάλο, κάτι συνταρακτικό που θα της αλλάξει τη ζωή όλη; Εκτός – πάντα υπάρχει ένα “εκτός” κι ας οι περισσότεροι δεν μπορούν να το δουν ή έστω να το παραδεχτούν – κι αν κινήσει προς τα μπρος εκκινώντας από τα πίσω. Το παρελθόν ίσως μπορέσει να της δείξει το δρόμο, μαζί μ' ένα ταλέντο κρυφό που, θέλοντας και μη, άφησε στο χρόνο να ατροφήσει.
Τρέχει στο δωμάτιο της κόρης της, που μέσα στη ζέστη του μεσημεριού, απολαμβάνει τη σιέστα της. “Μακάρι να συνεχίσει να κοιμάται για λίγο ακόμη”, εύχεται, καθώς της κλέβει δυο μαρκαδόρους, ένα κίτρινο κι ένα γαλάζιο, μαζί μ' ένα μεγάλο χαρτόνι από το μικροσκοπικό γραφείο, ενώ ξεθάβει και δύο πενάκια από ένα κουτί που είχε κρύψει ψηλά στο ντουλάπι, ώστε να μην μπορεί να το φτάσει η μικρή.
Επιστρέφει στην κουζίνα βιαστικά, κουβαλώντας τα υλικά των πόθων της. Κάθεται στο τραπέζι και κλείνει τα μάτια. Προσπαθεί να γαληνέψει, αλλά δεν της είναι εύκολο αφού η ανησυχία είναι η φυσική της κατάσταση. “Έλα, Μαρίνα”, ψιθυρίζει, προσπαθώντας να καλοπιάσει τον εαυτό της. “Έλα. Θα τα καταφέρεις...”
Μετά από αρκετή ώρα ανοίγει και πάλι τα μελισσιά της μάτια και μέσα εκεί βλέπει κανείς να αναδύονται κάποιες εικόνες. Μια γυναίκα, ένας χαρταετός, κάτι γλάροι, ο φάρος και ένα δελφίνι να κάνει βουτιά στης θάλασσας τα ανάλαφρα κύματα.
Αρχίζει να ζωγραφίζει, και οι σκέψεις της παίρνουν ζωή, κι οι αναμνήσεις της αποκτούν σχήματα, κι ας μοιάζουν να κρύβονται στο σκοτάδι. Το κίτρινο του φωτός, το γαλάζιο της θάλασσας, το γκρίζο του δελφινιού, και το μαύρο που δεσπόζει μέσα σ' ένα φόντο λευκό – αυτές είναι οι αντιθέσεις που δίνουν στη σύνθεση ουσία.
Δεν της παίρνει και πολλή χρόνο να τελειώσει τη ζωγραφιά της και όταν τελικά το κάνει του προσώπου της διεκδικούν την προσοχή ένα χαμόγελο κι ένα δάκρυ. “Λες;” αναρωτιέται. “Λες, το μόνο που χρειαζόμουνα όλα αυτά τα χρόνια για να ξεφύγω απ' τη μίζερή μου φύση ήταν να αρχίσω και πάλι να δημιουργώ;”
Η απάντηση σ' αυτής της φύσης τα ερωτήματα δεν είναι ποτέ απλή και σίγουρα δεν μπορεί να είναι απόλυτη. Το μόνο για το οποίο μπορεί να είναι σίγουρος κανείς είναι ότι, ανάμεσα σε όλα τ' άλλα, πρέπει να βρίσκει τον καιρό να κάνει και κάτι που αληθινά αγαπά, κάτι για το οποίο παθιάζεται, αφού οι άνθρωποι δίχως πάθη δεν είναι άνθρωποι, αλλά απλά ζόμπι που σέρνονται στης ζωής την καθημερινή πλήξη. Η Μαρίνα, ζόμπι ήταν κι αυτή, για καιρό πολλή, μέχρι που ήρθε ένας χαρταετός από το χθες για να της θυμίσει, ότι αν πραγματικά το επιθυμεί, μπορεί ακόμη να πετάξει σε άλλους ουρανούς, έστω και δίχως τα φτερά που κάποτε θαρρούσε ότι έχει.

Η πρώτη γραφή μιας ιστορίας βασισμένης στην πιο πάνω ζωγραφιά της Έλενας Σιούφτα.