Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2015

Άννα Αχμάτοβα - 3 ποιήματα


Τα πιο πάνω τα πήρα από μια αγγλόφωνη έκδοση και τα μετέφρασα πρόχειρα χθες. Δε φέρουν τίτλους έτσι τα διαχωρίζω μέσω των αριθμών.

1

Νύχτα μου - σε σκέφτομαι με μανία,
μέρα μου - αδιάφορη: ας είναι κι έτσι!
Στη μοίρα μου στράφηκα και χαμογέλασα
σ' αυτή που μου 'φερε μόνο μιζέρια.

Οι αναθυμιάσεις του χθες είν' τρομερές,
οι φλόγες που με καίνε δε θα σβήσουν,
θαρρώ πως τούτη η εκτυφλωτική φωτιά
λιόλουστος ουρανός ποτέ δε θε να γίνει.

Λες να αντέξω ήττα δίχως να παραδεχτώ
για την απουσία σου να σε καταραστώ;…
Αφού είσαι μακριά. Ποτέ εσύ δε θα με δεις
αιχμάλωτη στη φοβερή μου την παγίδα.

2

Η επίγεια δόξα είναι σαν καπνός,
θέλησα πολύ παραπάνω απ' αυτόν.
Σε όλους τους εραστές προκάλεσα 'γω
συναισθήματα χαράς, ευδαιμονικά.
Κάπου κάποιος είν' ακόμη ερωτευμένος
με ένα φίλο απ' τα πολύ παλιά,
ενώ άλλος στέκεται σε μια πλατεία ορθός,
μέσα στο χιόνι έν' άγαλμα μπρούτζινο.

3

Νομίζαμε ότι: είμαστε φτωχοί και τίποτα δεν μας ανήκει,
αλλά καθώς αρχίσαμε να χάνουμε το ένα πράμα μετά το άλλο,
με τέτοια ταχύτητα που η κάθε μέρα μεταμορφώθηκε
σε μέρα γιορτής για τα απολεσθέντα,
αρχίσαμε να γράφουμε τραγούδια
για του Θεού την τεράστια γενναιοδωρία
και για τα πλούτη που άλλοτε είχαμε.
 
Η είκονα είναι παρμένη από εδώ

Τρίτη, 24 Μαρτίου 2015

Βδομάδα 11


Κάποιοι λένε ότι είμαι όμορφη. Είμαι; Δεν ξέρω. Εκείνο που ξέρω είναι ότι μου αρέσει να γελώ πολύ. Το γέλιο μου φωτίζει τον κόσμο, λέει η μάνα μου – αλλά, μάνα μου είναι, τι να πει;

Σ’ αυτή τη φωτογραφία με βλέπετε να γιορτάζω το Φεστιβάλ του Νερού στην Τσιανγκ Μάι της Ταϊλάνδης. Αυτό το φεστιβάλ σηματοδοτεί το τέλος της ξηρής εποχής και την έναρξη της εποχής των βροχών.

Για τρεις μέρες τρώμε, πίνουμε, παίζουμε νεροπόλεμο και διασκεδάζουμε αφάνταστα, αφήνοντας κατά μέρος τις σκοτούρες μας. Το νερό, καθώς ρέει άφθονο, μοιάζει να ξεπλένει τα πάντα: το μέσα και το έξω μας. Αυτό είναι χαρά και ζωή για μένα, και με κάνει να χαμογελώ πιο πλατιά παρά ποτέ.
 

Τετάρτη, 18 Μαρτίου 2015

Σύλβια Πλαθ - Γράμμα αγάπης


Δεν είναι εύκολο να φανεί η αλλαγή που έκανες.
Αν τώρα είμαι ζωντανή, τότε ήμουν νεκρή,
αν και, όπως μία πέτρα, αυτό δε μ' ενοχλούσε,
παρέμενα ακούνητη κατά τη συνήθεια.
Δε με βοήθησες καθόλου, ούτε τόσο δα
ούτε και μ' άφησες να κοιτάξω με το μικρό κενό μου βλέμμα
προς τον ουρανό ξανά, χωρίς ελπίδα, φυσικά,
να συλλάβω το απέραντο γαλάζιο, ή τ' αστέρια.

Όχι, δε συνέβη αυτό. Κοιμήθηκα, ας πούμε: ως ένα φίδι
κρυμμένο ανάμεσα σε μαύρες πέτρες σα μαύρη πέτρα
στο λευκό του χειμώνος χάσμα
σαν και τους γείτονές μου, μη βρίσκοντας ευχαρίστηση
στα εκατομμύρια τέλεια λαξευμένα
μάγουλα που φωτίζονται κάθε στιγμή για να λιώσουν
τα δικά μου μάγουλα, τα φτιαγμένα από βασάλτη. Έγιναν δάκρυα
άγγελοι που θρηνούσαν πάνω από πλήξης τοπία.
Αλλά δε μ' έπεισαν. Αυτά τα δάκρυα πάγωσαν.
Το κάθε νεκρό κεφάλι είχε μια προσωπίδα από πάγο.

Και συνέχισα να κοιμάμαι σαν ένα λυγισμένο δάχτυλο.
Το πρώτο πράγμα που υπήρξα ήταν καθαρό αεράκι
και οι μπλεγμένες σταγόνες που αναδύονταν στη δροσιά
διαυγείς σαν πνεύματα. Πολλά πετράδια εξαπλώνονταν
πυκνά κι ανέκφραστα τριγύρω.
Δεν ήξερα τι να σκεφτώ γι' αυτό.
Λαμποκοπούσα, μικροσκοπική, και ξεδιπλωνόμουνα
για να αδειάσω τον εαυτό μου σαν κάτι ρευστό
ανάμεσα σε πόδια πουλιών και μίσχους φυτών.
Δεν ξεγελάστηκα. Σε αναγνώρισα αμέσως.

Δέντρο και βράχος φανταχτερός, χωρίς σκιές.
Το δάχτυλό μου έγινε λαμπρό σα γυαλί.
Άρχισα ν' ανθίζω σαν κλαδί του Μάρτη:
ένα μπράτσο κι ένα πόδι, και μπράτσο και πόδι.
Από βράχο σε σύννεφο, έτσι ανυψώθηκα.
Τώρα θυμίζω κάποιου είδους θεό
επιπλέοντας στον αέρα μέσα στην αναπτερωμένη μου ψυχή
αγνή σαν ένα τζάμι φτιαγμένο με πάγο. Είναι μια ευλογία.

Σε δική μου πρόχειρη μετάφραση, η οποία όμως δε διαφέρει και πολύ από κάποια "τελική".

Δευτέρα, 9 Μαρτίου 2015

Μάγια Αγγέλου - Το φυλακισμένο πουλί


Ένα ελεύθερο πουλί πηδά
στις πλάτες του ανέμου
και πλέει προς τα κάτω
ως του ρεύματος το τέρμα
και βουτά τις φτερούγες του
στις πορτοκαλί αχτίδες του ήλιου
και τολμά να διεκδικήσει τον ουρανό.

Αλλά ένα πουλί που είναι ριζωμένο
στο στενάχωρο κλουβί του
σπάνια μπορεί να δει πέρα
από τις σιδεριές της οργής του
οι φτερούγες του είναι ψαλιδισμένες και
τα πόδια του δεμένα
έτσι ανοίγει το στόμα του για να τραγουδήσει.

Το φυλακισμένο πουλί τραγουδά
μ' ένα φοβισμένο κελάηδημα
για πράγματα άγνωστα
αλλά ποθητά
και η μελωδία του ακούγεται
έως τα απόμακρα βουνά
αφού το φυλακισμένο πουλί
τραγουδά για την ελευθερία.

Το ελεύθερο πουλί αναλογίζεται ένα ακόμη ρεύμα
και τους αληγείς ανέμους που πνέουν απαλά ανάμεσα σε στενάζοντα δέντρα
και τα χοντρά σκουλήκια που το περιμένουν στο φωτισμένο απ' την αυγή γρασίδι
και βαφτίζει τον ουρανό δικό του.

Αλλά ένα φυλακισμένο πουλί στέκεται πάνω απ' των ονείρων τον τάφο
η σκιά του κραυγάζει μ' ενός εφιάλτη την τρομερή φωνή
οι φτερούγες του είναι ψαλιδισμένες και τα πόδια του δεμένα
έτσι ανοίγει το στόμα του για να τραγουδήσει.

Το φυλακισμένο πουλί τραγουδά
μ' ένα φοβισμένο κελάηδημα
για πράγματα άγνωστα
αλλά ποθητά
και η μελωδία του ακούγεται
έως τα απόμακρα βουνά
αφού το φυλακισμένο πουλί
τραγουδά για την ελευθερία.

Σε δική μου πρώτη μετάφραση. Χρειάζεται λίγη ακόμη δουλειά.

Η εικόνα είναι δανεική από εδώ