Τρίτη, 30 Ιουνίου 2015

Βία - Κεφάλαιο 2



Κι ακόμη προσπαθώ να καταλάβω τον τρόπο σκέψης μου όλ’ αυτά τα χρόνια. Κοιτώ τις φωτογραφίες που έβγαλα του εαυτού μου -selfies τις λένε αυτές, μου είπε η Χαρά- αυτές που απεικονίζουν τις πληγές και αναρωτιέμαι γιατί δεν ζήτησα ποτέ από κάποιον βοήθεια. Αν το έκανα ίσως και να την έπαιρνα και τότε η θλίψη και ο πόνος μου θα κρατούσαν πολύ πιο λίγο.
Μαυρισμένα μάτια, μελανιασμένα χέρια και πλευρά, πρησμένα πόδια, αυτό ήταν το μωσαϊκό της ύπαρξής μου. «Είσαι όμορφη ακόμη, μάνα», δήλωσε εκείνη τις προάλλες, «αλλά μέχρι τώρα η ομορφιά σου κρυβόταν πίσω από το αίμα». Πόσο δίκιο είχε!
Αν με έβλεπε κανείς σήμερα θα έλεγε ότι φαίνομαι δέκα χρόνια πιο νέα απ’ αυτό που είμαι. Αν μ’ έβλεπε πριν τρία χρόνια θα δήλωνε ότι ήμουν δέκα χρόνια πιο μεγάλη. Οι πληγές σιγά σιγά επουλώθηκαν, το φως επέστρεψε στα μάτια, η φωνή άλλαξε χρεία, ακούγεται λίγο πιο δυνατή. Κι η αλήθεια είναι ότι μάλλον δεν είμαι κι άσχημη. Παρά τα σαράντα δύο μου χρόνια, καλά κρατιέμαι. Τα μάτια μου έχουν τα μάτια του μελιού, είμαι ψηλή για μια γυναίκα της γενιάς μου, το κορμί μου είναι λεπτό κι ευέλικτο, κι ας νιώθω πού και πού κάποια πονάκια, υπενθυμίσεις τραγικές των όσων πέρασα.
Η Χαρά επιμένει ότι πρέπει ν’ αρχίσω να βγαίνω έξω, να γνωρίζω νέους ανθρώπους, ν’ αρχίσω να ζω απ’ την αρχή ξανά, αλλά δεν μπορώ να το κάνω αυτό, δεν ξέρω πως. Τη μισή μου ζήση την ξόδεψα μέσα εδώ, σ’ αυτά τα έρημα δωμάτια που στάζουν αίμα, υπακούοντας τυφλά την κάθε εντολή του άντρα μου. Καθόλη τη διάρκεια αυτής της οδυνηρής συμβίωσης δεν απόκτησα νέες φιλίες, και εξαιτίας της απώλεσα κι αυτές που είχα.
Ίσως να ακούγεται απίστευτο αυτό που σας λέω, αλλά είναι η αλήθεια. Κι η αλήθεια είναι ότι δεν ήμουν και δεν είμαι η πρώτη γυναίκα που βρέθηκε σ’ αυτή την κατάσταση. Πολλές γυναίκες αναζητούν το χρυσό κλουβί τους, ένα γάμο-ένα σπίτι, που θα τους χαρίσει μια κάποια ψευδαίσθηση ευτυχίας, και οι περισσότερες συμβιβάζονται με κάτι υποδεέστερο, αλλά το οποίο τουλάχιστον δεν είναι χειρότερο απ’ αυτό που οι άλλες έχουν.
Εγώ ποτέ μου δεν θέλησα κανένα κλουβί, κι όμως αυτό ακριβώς πήρα. Μια σκλάβα ήμουνα, με κάποια όμως δικαιώματα. Μπορούσα να βγω στο δρόμο, να πάω όπου χρειάζονταν να πάει το παιδί, να κάνω τα ψώνια του σπιτιού και να επισκεφθώ τους γονείς μου, και τίποτ’ άλλο.
Θυμάμαι, όταν ήμουν νιόπαντρη ακόμη, είχα κάποιες φίλες, αλλά όσο περνούσε ο καιρός και το ξύλο αυξανόταν και οι μώλωπες πληθύνονταν, όλο και πιο πολύ απομακρυνόμουν. Σύμφωνα με τους κώδικες ηθικής των γονιών μου, δεν κάνει οι οικογένειες να βγάζουν τα άπλυτά τους στη φόρα, κι έτσι δεν το έκανα. Και υπέμενα. Και υπέφερα.
Μού φαίνεται σχεδόν απίστευτο το πόσα άντεξα. Γιατί δεν αντέδρασα; Ήταν το σοκ του γάμου που μου έκοψε τα φτερά, που μου έκλεψε το πνεύμα. Όσο ήμουν μικρή, στο σχολείο και στη γειτονιά, ήμουν επαναστάτρια, το πνεύμα της αντιλογίας, ένα αγοροκόριτσο που δεν σήκωνε μύγα στο σπαθί του.
Χαμογελώ τώρα καθώς θυμάμαι την πρώιμη εφηβεία μου, τότε που οι φίλες και οι συμμαθήτριές μου είτε δεν έπαιζαν ή έπαιζαν αθώα, ακίνδυνα παιχνίδια κι εγώ έπαιζα μπάλα με τ’ αγόρια και άμα χρειαζόταν πλακωνόμουν κιόλας μαζί τους. Θυμάμαι μια φορά τον παππού να μας παρακολουθεί μια φορά καθώς παίζαμε και να λέει μετά ότι ο πιο δυνατός, αν όχι ο καλύτερος, παίκτης ήταν η Θεοδώρα, δηλαδή εγώ.
Δυο-τρία χρόνια μετά όλα θ’ άλλαζαν ή τουλάχιστον τα περισσότερα. Το κορμί θα αναπτυσσόταν, τα στήθη θα γέμιζαν, οι παρέες θα χάνονταν και κάποιες άλλες θα έπαιρναν τη θέση τους. Θα γνώριζα κι εκείνον… Γλυκιά νιότη!
Εκείνος ήταν ο Παναγιώτης και ήταν διαφορετικός από τα άλλα παιδιά και ίσως ακριβώς γι’ αυτό μού προκάλεσε το ενδιαφέρον. Τον γνώρισα στην Α’ Λυκείου και μοιραστήκαμε τρία υπέροχα χρόνια, χρόνια μάθησης, ανακαλύψεων, λίγων δακρύων και ατέλειωτου γέλιου.
Είναι δύσκολο να τον περιγράψω. Πολύ. Ακόμη η φωτογραφία που βγάλαμε μαζί και την οποία τώρα βλέπω δεν με βοηθάει και τόσο. Τα μαλλιά του τότε, λόγω ίσως και των κανονισμών του σχολείου, ήταν κοντά μαύρα, λίγο σγουρά. Το χρώμα των ματιών του δεν το θυμάμαι, αλλά θαρρώ ότι ήταν μαύρο. Ήταν λίγο πιο κοντός από μένα, αλλά αν βρισκόμασταν ποτέ σε μια παρέα να είστε σίγουροι ότι αυτός ήταν που θα μαγνήτιζε τα βλέμματα αφού ξεχείλιζε από ζωή και μια έμφυτη καλοσύνη. Τι να κάνει άραγε και πού να γυρνά και να γερνά τώρα αυτή η τρυφερή ψυχή; Θα είναι το ίδιο καλός όπως και τότε; Θα είναι ευτυχισμένος; Θα συνεχίζει να αγκαλιάζει με τον ίδιο τρόπο το θαύμα της ζωής; Πώς θα μπορούσα να μάθω;
Γράφω το όνομά του στο ψαχτήρι του Chrome. Βγαίνουν πολλά αποτελέσματα. Ποιος απ’ όλους αυτούς άραγε είναι ο δικός μου Παναγιώτης; Α, να τον. Είναι…
Δεν θα σας πω τι είναι, όχι ακόμη. Θέλω να τον κρατήσω όσο πιο πολύ για τον εαυτό μου, ειδικά τώρα που τον ανακάλυψα ξανά. Ναι, το ξέρω, παραλογίζομαι, αλλά να, είναι ο μοναδικός άντρας που αγάπησα, και είναι ο μοναδικός που έχασα. Το θάνατο αυτού που παντρεύτηκα δεν τον θεωρώ απώλεια αλλά λύτρωση. Ακούγεται σκληρό αυτό; Δεν με νοιάζει.
Παναγιώτη μου! Αχ, Παναγιώτη μου. Τι θα γινόταν αν…; Μα τι σημασία έχει; Είναι αργά τώρα, πολύ αργά. Εγώ είμαι μια ανοικτή πληγή που προσπαθεί να κλείσει, ενώ εσύ έζησες και ζεις μια πλήρη ζωή…
Έκλεισα για λίγο τα μάτια και άφησα τον εαυτό μου να παρασυρθεί στη δίνη του χρόνου, να επιστρέψει στα παλιά, να θυμηθεί τα κρυφά γελάκια, τις μικρές αγκαλιές, το πρώτο φιλί και το τελευταίο. Όχι, έρωτα ποτέ δεν κάναμε – ήταν άλλες εποχές τότε, τα λουριά ήταν σφικτά, κι οι καλοθελητές πάντα περίσσευαν. Όμως… Όμως, πώς να κάνει έρωτα άραγε, αναρωτιέμαι. Πώς; Θα είναι τρυφερός και παθιασμένος, όπως τον φαντάζομαι ή θα είναι αλλιώς; Θα τα δίνει όλα ή θα τα περιμένει όλα; Μάλλον θα τα δίνει. Θα τα δίνει, αφού ποτέ του δεν υπήρξε εγωιστής.
Θα μιλήσω στη Χαρά μου γι’ αυτόν. Θα της μιλήσω γι’ αυτόν που ερωτεύτηκα όπως μου εξομολογήθηκε κι αυτή για τους δυο που αγάπησε. Μπορώ να μαντέψω την αντίδρασή της. Θα μου πει να ψάξω να δω αν είναι ελεύθερος κι αν ναι, να επικοινωνήσω μαζί του. Θα χαμογελάσω μα δεν θα ακολουθήσω τη συμβουλή της, αφού δεν νιώθω έτοιμη. Ποιος ξέρει; Ίσως να μην νιώσω έτσι ποτέ...

 Συνεχίζεται.

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.
 

Δευτέρα, 29 Ιουνίου 2015

Στα πρόθυρα της νυχτός του Ράινερ Μαρία Ρίλκε



Το δωμάτιό μου κι αυτή η απόσταση,
που ξυπνούν σ' αυτή τη γη που σκοτεινιάζει,
είν' ένα. Είμαι μια χορδή
τεντωμένη κατά μήκος μιας βαθιάς
ογκούμενης  απήχησης.

Τα πράγματα είναι βιολιών σώματα
πλήρη ψιθυρίζουσας σκοτεινιάς,
όπου τα δακρυσμένα των γυναικών όνειρα,
όπου οι εχθροπάθειες ολάκερων γενεών,
ανασαλεύουν στον ύπνο τους…
Πρέπει να εξαπολύσω
τους αργυρούς κραδασμούς μου: τότε
όλα που βρίσκονται από κάτω μου θα ζήσουν,
κι οτιδήποτε εκτραπεί σε κάποια πράγματα
θ' αναζητήσει το φως
που πέφτει ασταμάτητα απ' το χορευτικό μου τόνο
μέσα στις παλιές αβύσσους
γύρω απ' τις οποίες ο ουρανός ογκώνεται
δια μέσου στενών
ικετευτικών
ρήξεων.

Σε δική μου μετάφραση από τα αγγλικά.

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.
 

Παρασκευή, 26 Ιουνίου 2015

Βδομάδα 25



Πάντα επιστρέφουν εδώ, κάθε καλοκαίρι, για να χαρούν τον ήλιο και τη θάλασσα, για να ξεφύγουν απ’ τους γκρίζους και κρύους ουρανούς της δικής τους χώρας και για να ψαρέψουν.

Δεν έχουν και πολλά κοινά οι δυο τους παρά το είναι παντρεμένοι εδώ και χρόνια. Παιδιά δεν έκαναν ποτέ, έτσι το σπίτι, τα ταξίδια και το ψάρεμα είν’ αυτά που πιότερο τους ενώνουν. «Τόσο λίγα;» θ’ αναρωτηθεί κανείς. «Τόσα πολλά!» θ’ απαντήσουν εκείνοι.

Τελικά όλα είναι σχετικά, όλα εξαρτώνται απ’ του καθενός από εμάς την οπτική γωνία. Ίσως τα μόνα πράγματα που χρειάζεται για να ευτυχήσει κανείς είναι δυο καλάμια, μια απόχη, ένα κουβά, τη θάλασσα, τα βράχια και τη σιωπή.

Πέμπτη, 25 Ιουνίου 2015

Η ξένη - κεφάλαιο 2



Γεννήθηκα εδώ, μεγάλωσα εδώ, και είμαι ξένος. Τι να φταίει; Εγώ; Η μάνα; Σίγουρα όχι ο πατέρας αφού είναι νεκρός εδώ και χρόνια, προτού ακόμη γεννηθώ.
Σκέφτομαι πολύ, αφού δεν έχω και πολλά να κάνω. Πηγαίνω στο σχολείο, γυρνώ στο σπίτι και σκέφτομαι. Κάνω τα μαθήματά μου, πηγαίνω μια βόλτα και σκέφτομαι. Επιστρέφω το βράδυ, τρώω, ξαπλώνω και σκέφτομαι. Οι μόνες ώρες που δεν σκέφτομαι είναι όταν κοιμάμαι και όταν παίζω παιχνίδια στο Xbox.
Η μάνα μου όλο μού λέει ότι πρέπει να προσπαθήσω να κάνω φίλους, αλλά δε μου είναι εύκολο. Μόνο όταν παίζουμε μπάλα με δέχονται οι άλλοι στην παρέα τους. Κι οι λίγοι απ' αυτούς, με τους οποίους θα μπορούσα να είμαι φίλος, ζουν μακριά από εδώ.
Εμείς μένουμε κοντά στο κέντρο, αφού είναι πιο βολικό για τη μάνα. Από δω μπορεί να πηγαίνει περπατητή στη δουλειά. Δουλεύει πολλές ώρες και δε βγάζει αρκετά λεφτά, λέει, αλλά δεν παραπονιέται, θα μπορούσε να ήταν και χειρότερα.
Ξέρω τα χειρότερα για τα οποία μιλά. Αυτά που τράβηξαν οι γονείς της, κι οι αδελφές κι οι αδελφοί της. Πολλά ζόρια. Κανέναν τους δε γνώρισα.
Λίγο έλειψε να μη γνωρίσω ούτε τη μάνα αφού από θαύμα λέει επέζησε της γέννας μου. Εγώ δεν πιστεύω στα θαύματα, αλλά δεν της το λέω. Από πείσμα επέζησε. Για μένα. Είμαι το τρίτο της παιδί. Το πρώτο πέθαινε στη γέννα. Το δεύτερο στα πέντε του χρόνια. Εγώ γεννήθηκα σχεδόν δέκα χρόνια μετά. Δεν το περίμενα, μού είπε. Δε με περίμενε.
Αλλά, της έδωσα μεγάλη χαρά. Και τώρα τις δίνω μικρές λύπες. Καθημερινά. Στεναχωριέται που με βλέπει μόνο. Εκείνη, που δουλεύει όλη μέρα και κάνει και τις δουλειές του σπιτιού και φροντίζει και μένα, έχει πολλούς φίλους. Φίλες δηλαδή. Ίσως και φίλους, δεν ξέρω. Σπάνια έρχεται κάποιος άντρας στο σπίτι μας.
Το σπίτι μας μάλλον είναι φτωχικό. Δυο μικρές κρεβατοκάμαρες, ένα μικρό σαλόνι, μια πολύ μικρότερη κουζίνα κι ένα μικροσκοπικό μπάνιο. Είναι σα να ζούμε μέσα σε μια μινιατούρα σπιτιού. Βλέπω πού και πού κάποια σπίτια στην τηλεόραση και πολύ ζηλεύω. Αλλά μετά μού περνάει. Αφού η μάνα κάνει ό,τι μπορεί.
Τουλάχιστον είμαι καλός μαθητής, αλλά όχι ο καλύτερος. Αν και προσπαθώ πάρα πολύ. Είμαι προσεκτικός μέσα στην τάξη και κάνω πάντα τα μαθήματά μου. Εξάλλου εκτός απ' αυτά και τα βιντεοπαιχνίδια δεν έχω και τίποτ' άλλο να κάνω.
Θα ήθελα να έχω ένα κορίτσι, αλλά είμαι πολύ ντροπαλός. Κάθε φορά που προσπαθώ να μιλήσω σε κάποια νιώθω, δεν ξέρω τι, έναν κόμπο στο λαιμό; Ξεροκαταπίνω, κοκκινίζω, δε βγάζω λέξη και φεύγω ντροπιασμένος. Αλλά αυτό το παθαίνω μόνο με τα κορίτσια που μου αρέσουν. Μ' αυτά που δε μου αρέσουν και τόσο μια χαρά τα καταφέρνω.
Οι φίλες της μάνας μου με πειράζουν και μού λένε ότι τέτοιο ομορφόπαιδο που 'μαι πρέπει να έχω πολλές φιλεναδίτσες και γελούν. Δε νομίζω ότι είμαι όμορφος, αλλά δε με πειράζει κιόλας που λένε ότι είμαι.
Όταν με ρωτάνε τι θα ήθελα να γίνω όταν μεγαλώσω κι άλλο, αφού είμαι ήδη μεγάλος, λέω γκαρσόνι, όπως η μάνα μου. Δεν μπορώ να κάνω μεγάλα όνειρα. Όταν ήμουν μικρός ήθελα να γίνω ποδοσφαιριστής, μετά δημιουργός παιχνιδιών, μετά σχεδιαστής ιστοσελίδων και για μια εποχή ηθοποιός. Νομίζω ότι θα γινόμουν καλός ηθοποιός.
Δεν ξέρω αν θα σπουδάσω όταν θα τελειώσω το σχολείο. Θέλω να σπουδάσω αλλά η μάνα μου δε βγάζει αρκετά λεφτά, όπως είπα, οπότε… Έτσι κι αλλιώς ό,τι και να σπουδάσω στο τέλος θα καταλήξω όπως ο περισσότερος κόσμος. Άνεργος.
Μια καθηγήτρια στο σχολείο, μια από τις λίγες που συμπαθώ για να είμαι ειλικρινής, κάθισε δίπλα μου μια φορά που με είδε λυπημένο και με ρώτησε τι έχω. Τα μαύρα μου τα χάλια είχα, αλλά της είπα ψέματα όπως κάνουν όλοι, ότι δεν είχα τίποτα. Ούτε καν πυρετό. Δε με πίστεψε φυσικά και μού είπε ότι αν θέλω να μην είμαι λυπημένος πρέπει να διευρύνω τους ορίζοντές μου. Ναι, ξέρω, μάθε… μάθε… μάθε… σκέφτηκα, μα δεν το είπα.
Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να διευρύνει κάποιος τους ορίζοντές του. Ακούγοντας μουσική, παίζοντας, βλέποντας ταινίες, διαβάζοντας, ταξιδεύοντας κτλ. Ακούω μουσική, την ίδια με τη μάνα μου, αφού την κάνει, όταν δεν τη βλέπω, να δακρύζει και προσπαθώ ν' ανακαλύψω το γιατί. Παίζω παιχνίδια αλλά στη τιβί κι αυτό δε νομίζω να με βοηθά. Τις περισσότερες ταινίες τις βαριέμαι, αλλά κάποιες σειρές μού αρέσουν, όχι ελληνικές όμως - δεν ξέρω το γιατί. Τα μόνα βιβλία που διαβάζω είναι τα σχολικά και πάλι δεν ξέρω το γιατί. Για ταξίδια δεν έχω λεφτά. Οπότε οι επιλογές μου είναι λίγες.
Αλλά, δεν ξέρω, ίσως και να λέω ψέματα στον εαυτό μου. Ίσως να μη θέλω να μάθω άλλα πράγματα πέρα απ' αυτά που πρέπει, αφού οι περισσότερες από τις νέες ιστορίες που βλέπω, ακούω, μαθαίνω με στεναχωρούν. Οι πιο λυπητερές είναι οι ιστορίες της μάνας μου. Της λείπει αυτό κι εκείνο το μέρος, αυτός κι εκείνος ο άνθρωπος και άλλα πολλά.
Εκείνη είναι πιο τυχερή από μένα αφού τουλάχιστον ξέρει τι της λείπει, ενώ εγώ δεν έχω ιδέα - πέρα από τους φίλους φυσικά.
Αν με ρωτούσε κάποιος τι μου αρέσει πιο πολύ απ' όλα να κάνω, θα του έλεγα: να περπατώ. Ειδικά το καλοκαίρι περπατώ με τις ώρες, κοντά στη θάλασσα, στο κέντρο, στα στενά δρομάκια της παλιάς πόλης. Και πάντα περνώ όσο πιο διακριτικά μπορώ απ' την καφετερία όπου δουλεύει η μάνα μου, για να τη δω έστω κι από μακριά, αλλά πάντα κάποιος με εντοπίζει και με χαιρετά. Οπότε αναγκαστικά πλησιάζω, λέω ένα γεια, μιλώ λίγο με τη μάνα και φεύγω.
Το παιδί είναι κολλημένο στη φούστα σου της είπε μια γυναίκα μια φορά, αλλά δεν είχε δίκιο. Πρώτα απ' όλα επειδή η μάνα μου σχεδόν ποτέ δε φοράει φούστα και δεύτερο απ' όλα επειδή ξοδεύω όσο περισσότερο καιρό μπορώ μαζί της απλά για να μη μένω μόνος.
Για να πω την αλήθεια όμως μάλλον δε θα έπρεπε να το κάνω αυτό. Και για να πω και μια άλλη αλήθεια, το κάνω επειδή φοβάμαι, αφού μόνο αυτήν έχω στον κόσμο όλο. Εντάξει έχω και κάποιους συγγενείς κάπου μακριά αλλά δεν τους γνώρισα ποτέ.
Μερικές φορές που χρειάζεται να δουλέψει μέχρι αργά τη νύχτα, δεν κλείνω μάτι. Δεν ξαπλώνω καν μέχρι ν' ακούσω την πόρτα ν' ανοίγει ό,τι ώρα και να 'ναι. Τότε σβήνω το φως του δωματίου, πηδώ στο κρεβάτι και χώνομαι μες στα στρώματα και κάνω ότι κοιμάμαι. Εκείνη περπατά μέχρι την πόρτα μου και με κοιτά για λίγα λεπτά και κάνει πώς δεν ξέρει ότι δεν κοιμάμαι. Είναι ένα από τα παιχνίδια μας. Τη φαντάζομαι να χαμογελά στο σκοτάδι.
Είναι φωτεινό το χαμόγελό της, παρόλα τα βάσανά της. Πρέπει να χαμογελάμε από ευτυχία μόνο και μόνο γιατί είμαστε ζωντανοί, λέει. Εγώ δε χαμογελώ σχεδόν ποτέ όταν δεν είναι εκείνη μπροστά. Δεν ξέρω για τι να χαμογελάσω.
Τη ρώτησα θυμάμαι μια φορά γιατί τα όνειρά μου είναι ασπρόμαυρα και μού είπε: γιατί η ζωή είναι πολύχρωμη. Εγώ δεν τη βλέπω έτσι. Να, σαν κι αυτό το τετράδιο μοιάζει στα μάτια μου. Η μόνη διαφορά είναι ότι οι σελίδες της είναι μαύρες κι οι γραμμές της λευκές κι όχι το αντίθετο.
Πλησιάζουν μεσάνυχτα τώρα. Τρίτης. Σε λίγο θα ξεκινήσει να έρθει σπίτι. Σε πολύ λίγο θα σβήσω το φως, θα ξαπλώσω και θα την περιμένω. Και όταν φτάσει στο πι και φι θα κοιμηθώ. Κι αύριο… Αύριο θα κάνω ό,τι έκανα σήμερα.

Προδημοσίευση από ένα βιβλίο που ακόμη γράφεται...

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.
 

Τετάρτη, 24 Ιουνίου 2015

Η νύχτα στο Ίσλα Νέγρα του Πάμπλο Νερούδα



Νύχτα αρχαία και τ' ατίθασο αλάτι
χτυπάει στου σπιτιού μου τους τοίχους.
Η σκιά είναι όλη ένα, ο ουρανός
πάλλεται τώρα μαζί με τον ωκεανό,
κι ουρανός και σκιά εκρήγνυνται
στον πάταγο της τεράστιας διαμάχης τους.
Παλεύουν όλη τη νύχτα˙
κανείς δεν ξέρει το όνομα
του άγριου φωτός που εξακολουθεί σιγά ν' ανοίγει
σαν ένα νωθρό φρούτο.
Κι έτσι η όχθη έρχεται στο φως,
μέσα απ' την εξημμένη σκιά, τη στρυφνή αυγή,
ροκανισμένη απ' το κινούμενο αλάτι,
αποκαθαρμένη από τον όγκο της νυχτός,
ματωμένη μέσα στον θαλασσοπλυμένο κρατήρα της.

Σημείωση: Ίσλα Νέγρα (Isla Negra) σημαίνει Μαύρο Νησί αν και δεν είναι. Μπορείτε να το εντοπίσετε στο χάρτη της Χιλής. Εκεί έζησε για πολλή καιρό ο ποιητής.

Σε δική μου μετάφραση.

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.