Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2015

Το Λάθος Πάθος - Αναμνήσεις από τη συγγραφή ενός βιβλίου



Ανακάλυψα την περασμένη βδομάδα εντελώς τυχαία, το πρώτο μέρος του χειρογράφου της νουβέλας μου "Το λάθος πάθος", το οποίο είχα χάσει χρόνια πριν - για τα καλά.

Όπως διαβάζω στο εξώφυλλο του τετραδίου είχα αρχίσει να γράφω αυτή την ιστορία στις 19 Μαΐου του 1997 στη Λευκωσία και κάποια κεφάλαια που ακολούθησαν γράφτηκαν στα Χανιά. Ακόμη θυμάμαι τη θέα. Κοιτούσα με θολό το βλέμμα το ενετικό λιμάνι, από το άθλιο δωμάτιο που νοίκιασα τότε.

Και μετά; Δε θυμάμαι ακριβώς τι έγινε μετά, αλλά μέχρι να μου κτυπήσει την πόρτα η έμπνευση ξανά, ένα χρόνο αργότερα, το τετράδιο είχε χαθεί. Μη έχοντας λοιπόν άλλη επιλογή πήρα να γράφω την ιστορία από την αρχή.
 



Οι διαφορές ανάμεσα στην πρώτη και στη δεύτερη εκδοχή είναι μικρές και μεγάλες. Κάποιες προτάσεις τις θυμόμουνα απέξω κι ανακατωτά προφανώς και βρήκαν τη θέση τους και στη νέα εκδοχή. Κάποιες άλλες έμειναν απέξω. Και το πρώτο, κάπως εκτενές κεφάλαιο της πρώτης γραφής μίκρυνε πολύ και πήρε τη θέση του στο τελικό κείμενο αμέσως πριν από τον επίλογο.

Τη συγγραφή της ιστορίας την τελείωσα στις 9 Απριλίου του 1999. Μου πήρε δηλαδή σχεδόν δύο χρόνια να γράψω αυτό το μικρό βιβλίο, στα τετράδια και στο μυαλό μου. Χρειάστηκα πολύ λιγότερο χρόνο για να γράψω τα επόμενά μου (και πολύ μεγαλύτερα) τέσσερα βιβλία.

Τα τελευταία είναι πολύ καλύτερα από το πρώτο, αλλά αυτό είναι μάλλον το πιο αληθινό, αφού το έγραψα εν βρασμώ ψυχής κατά κάποιο τρόπο. Ζωή. Χαρά. Λύπη. Έρωτας. Απογοήτευση. Όλα έπαιξαν τον ρόλο τους. Ένιωθα τα πάντα έντονα τότε, κάτι που δυστυχώς δε συμβαίνει πια.

Με θυμάμαι τώρα να βρίσκομαι τη νύχτα της Μεγάλης Παρασκευής σ' ένα γραφείο έρημο στη Λευκωσία, να πίνω μπύρες και να γράφω τα τελευταία κεφάλαια. Τι ακριβώς ένιωθα τότε; Μοναξιά; Ίσως. Πλήξη; Μόλις πριν, σίγουρα. Και τι ένιωσα μετά; Ανακούφιση; Μάλλον. Με θυμάμαι λίγο να χαμογελώ. Και μετά οι αναμνήσεις σβήνουν.




Αυτό την ιστορία δεν την παράτησα και δε με παράτησε ποτέ. Πέρυσι προσπάθησα να τη ξαναγράψω, αλλά γρήγορα αντιλήφθηκα ότι, σε αντίθεση με πολλές άλλες, δεν μπορούσα να την κάνω καλύτερη. Φέτος τη μετέφρασα στα αγγλικά. Και το ταξίδι συνεχίζεται…

Το Λάθος Πάθος μου στο τέλος αποδείχτηκε κάθε άλλο παρά τέτοιο, αφού μου άνοιξε τα μάτια σε νέες πραγματικότητες και το δρόμο προς μια καινούρια ζωή. Μια ζωή που εξακολουθεί να με οδηγεί από τόπο σε τόπο, από κείμενο σε κείμενο.

Τις τελευταίες ημέρες άρχισα να ονειρεύομαι όλο και πιο συχνά τα Χανιά. Εκεί όπου πολλές από τις λέξεις και τα συναισθήματα πήραν ζωή. Εκεί που κάποιοι από τους ήρωες κάποιων άλλων μου βιβλίων γεννήθηκαν και πέθαναν, κι επέστρεψαν και πάλι στη ζωή με διαφορετική μορφή.

Κλείνω τα μάτια και…

Το βιβλίο μπορείτε να το αγοράσετε από εδώ.
 

Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2015

Τα φαντάσματά του - Κεφάλαιο 2



Η Νάντια διαβάζει αργά και προσεκτικά τα περιεχόμενα των τριών φακέλων και κοιτά με βλέμμα διαπεραστικό τις φωτογραφίες των κοριτσιών που εξαφανίστηκαν τόσα χρόνια πριν, λες και θα μπορέσει να διαβάσει στις σχεδόν άχρωμες πια αποχρώσεις των προσώπων τις αλήθειες τους, να μαντέψει τους προορισμούς τους.
Η πρώτη, η Μάρθα Προκοπίου, χάθηκε από προσώπου γης τον Ιούνιο του 1984. Η πρώτη της φωτογραφία, που βγήκε σε κάποιο στούντιο, δείχνει ένα κορίτσι με σγουρά μαλλιά, μάλλον χλωμό και με κάπως αβέβαια χαρακτηριστικά. Λες και την πήγε κάποιος εκεί με το ζόρι και τώρα δεν μπορεί ν' αποφασίσει κατά πόσο θέλει να δείξει χαρούμενη ή λυπημένη. Η δεύτερη, η ερασιτεχνική, βγήκε μάλλον στην αυλή κάποιου σπιτιού. Η κοπέλα εδώ χαμογελά. Δείχνει χαλαρή. Φαίνεται ψηλή και ευλύγιστη και η ομορφιά της είναι πιο ευδιάκριτη απ' ό,τι στην πρώτη.
Η Κατερίνα Δημητρίου υπήρξε το δεύτερο θύμα του άγνωστου άντρα. Εξαφανίστηκε τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς. Αυτής τα μαλλιά είναι ίσια κοντά, τα μάγουλα λίγο ροδαλά και δε μοιάζει και τόσο ντροπαλή. Χαμογελά πλατιά στο φακό του φωτογράφου. Δεν υπάρχει άλλη φωτογραφία της κοπέλας στο φάκελο.
Ο τρίτος φάκελος περιέχει κι αυτός δύο φωτογραφίες, οι οποίες απεικονίζουν τη Σοφία Οικονόμου. Τα ίχνη της χάθηκαν τον Αύγουστο του επόμενου χρόνου. Τα μαλλιά της είναι μάλλον καφέ, μακριά μέχρι και τη μέση και το βλέμμα της προδίδει όπως και της πρώτης κοπέλας κάποια σύγχυση. Σα να μην ξέρει τι να κάνει. Το μόνο που σ' αυτή την περίπτωση το πρόσωπό της παραμένει απερίγραπτα το ίδιο και στις δύο φωτογραφίες. Λες κι έχει παγώσει στο χρόνο.
Εκτός από το ό,τι και οι τρεις κοπέλες ζούσαν στην ίδια περιοχή, δεν έμοιαζαν να έχουν κάποιο άλλο κοινό στοιχείο. Φοίτησαν σε διαφορετικά σχολεία, κι αν συναντήθηκαν ποτέ, μάλλον ποτέ τους δεν υπήρξαν φίλες, αν κρίνει κανείς από τις μαρτυρίες των κοντινών τους ανθρώπων. Από την άλλη όμως, η εποχή εκείνη δεν έμοιαζε με τη σημερινή, μπορούσε εύκολα να αποφύγει τα αδιάκριτα βλέμματα, αλλά και τα διακριτικά ή μη ερωτήματα, μ' ένα απλό ψέμα.
"Συμπεράσματα;" τη ρωτά τώρα ο Ιωάννου, που μετά από ένα σύντομο μονόλογο την άφησε στην ησυχία της.
"Ήταν πολύ τεμπέληδες οι συνάδελφοί σου", του λέει ατάραχα.
Εκείνος δεν απαντάει. Τι να της πει; Ότι έχει δίκιο; Αφού έχει και το ξέρει. Συνεχίζει εκείνη.
"Οι εξαφανίσεις μοιάζουν να συνδέονται η μία με την άλλη, αλλά αυτό δε σημαίνει κατ' ανάγκη ότι αυτό είναι αλήθεια. Μόνο αν ανακάλυπτε κανείς τα πτώματα των κοριτσιών και διέκρινε και εκεί κάποια μεθοδολογία, θα μπορούσε να είναι σίγουρος. Ο φάκελος της Δημητρίου αναφέρει ότι ο πατέρας της χώρισε με τη μάνα της και μετοίκισε στη Λευκωσία, αλλά δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι επικοινώνησε κάποιος μαζί του. Επίσης, η μια κοπέλα εξαφανίστηκε στην αρχή της σχολικής χρονιάς, η άλλη στο τέλος της και η τρίτη τον Αύγουστο της επόμενης. Το παράθυρο από την πρώτη μέχρι τη δεύτερη εξαφάνιση είναι μικρό, ενώ από τη δεύτερη στην τρίτη είναι μεγάλο. Αυτό πάει να πει ότι είτε ο ύποπτος Χ είναι πολύ απείθαρχος ή ότι κάτι άλλο παίζει, ή μάλλον έπαιζε, που αυτή τη στιγμή, δεν το βλέπουμε…"
"Δεν το σκέφτηκα αυτό. Δε διερευνούσα κιόλας τις υποθέσεις τότε προσωπικά, οπότε δεν ξέρω τι ακριβώς έκαναν οι συνάδελφοι. Είναι πάρα πολλά τα κενά, και όσο περνά ο καιρός θα γίνουν ακόμη περισσότερα, εκτός κι αν κάνω κάτι γι' αυτά".
"Κι εγώ θα σε βοηθήσω".
"Εσύ; Εσύ έχεις δουλειές να κάνεις με τη Μαργαρίτα. Τουλάχιστον έτσι λέει αυτή…"
"Τις δουλειές μπορεί να τις κάνει μια χαρά και μόνη. Εξάλλου θα είμαι μόνο ένα τηλεφώνημα και, πόσα, εξήντα χιλιόμετρα μακριά; Άσε που με χρειάζεσαι κιόλας".
"Νομίζεις;"
"Το ξέρω. Άλλαξαν οι εποχές. Τα πάντα, όπως ξέρεις, τώρα κινούνται σε άλλες ταχύτητες και χρειάζεσαι κάποιο δίπλα σου που συμβαδίζει με την εποχή. Και ξέρω ότι δεν μπορείς να πάρεις την προστατευόμενή σου μαζί, αφού αν το κάνεις το τμήμα θα βάλει λουκέτο -η "προστατευόμενη" είναι το δεξί του χέρι η Ντίνα, που κάθε άλλο παρά προστασία χρειάζεται- ενώ ελπίζω αυτή η υπόθεση να μου δώσει την ευκαιρία να ικανοποιήσω την περιέργειά μου…"
"Για τι αυτή τη φορά;"
"Για το τι σού βρήκε ο Τεκ. Μας τον έκλεψες…"
Ο Τεκ, μαζί με την Αγγέλα Αυγουστή, προσελήφθησαν πριν από ενάμιση χρόνο στην ομάδα που διοικούσε τότε ο Χοντρός. Τον βοήθησαν να λύσει ένα σωρό υποθέσεις σε ελάχιστο χρόνο κι από εκείνη την εποχή τον κάνουν περήφανο κάθε μέρα.
"Οι χάκερ μπορούν να ζήσουν και χωρίς αυτόν. Άσε που…"
"Ναι, ξέρω. Είναι στο στοιχείο του. Τώρα παίζει στη μεγάλη κατηγορία".
"Αν σε πάρω μαζί μου…"
"Είμαι φοιτήτρια, ή τουλάχιστον αυτό θα πούμε. Γράφω τη πτυχιακή μου που έχει να κάνει με τη βία κατά των γυναικών στην Κύπρο. Σ' ακολουθώ κατά πόδας για να μάθω όσο περισσότερα μπορώ γι' αυτό το θέμα. Θα πεταχτώ μόλις τελειώσουμε από εδώ μέχρι το σπίτι για να τυπώσω τη φοιτητική μου ταυτότητα και να πάρω κάποια πράγματα που θα χρειαστούμε: λαπτόπ, κινητά και κάτι άλλα μπιχλιμπίδια…"
"Και η Μαργαρίτα;"
"Ξέρει. Με ξέρει. Πίστεψέ με".
"Σε πιστεύω".
"Τώρα. Η τέταρτη υπόθεση…"
"Είπα στον Τεκ να μάθει ότι μπορεί, να τα τυπώσει και…"
"Πες μου τον αριθμό του τηλεφώνου του…"
Της τον λέει.
"Τεκ. Η Ζίτα είμαι", ανακοινώνει με το που απαντάει αυτός. "Θα σου δώσω το αφεντικό σου. Έχει κάτι να σου πει".
"Hola, μάστρε. Τι παίζει;"
"Βρήκες αυτά που σου ζήτησα;"
"Yes, sir!"
"Ωραία, στείλε τα εκεί που θα σου πει η… Ζήτα".
Την ακούει να του δίνει ένα λογαριασμό ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και ξέρει ότι πολύ σύντομα τα στοιχεία που χρειάζονται θα είναι εκεί.
"Με τον Τεκ από κει και μένα από 'δω να δεις που…"
"Ζήτα;" τη διακόπτει με πραγματική απορία εκείνος.
"Α, μια παλιά ιστορία. Όλοι μας έχουμε ψευδώνυμα. Είναι παράφραση της παράφρασης. Κάποιο geek πριν λίγα χρόνια ήθελε ντε και καλά να με βαφτίσει Ζήνα επειδή ήμουν πολύ καλή πολεμίστρια σ' ένα παιχνίδι εικονικής πραγματικότητας, αλλά δεν τον άφησα, αφού δε μου πάνε τα νερόβραστα. Τότε ο Τεκ έριξε την ιδέα να με ονομάσουν Ζήτα, από το Ζed, που είναι το τελευταίο γράμμα του λατινικού αλφαβήτου και το οποίο παραπέμπει σε διάφορους εικονικούς και μη χαρακτήρες και ήρωες. Τελικά συμβιβάστηκα μερικώς υιοθετώντας το Ζίτα, με γιώτα όχι με ήτα, ώστε να διατηρήσω το επαναστατικό μου πνεύμα…"
Εκείνος πάει να γελάσει, αλλά προτού προλάβει τον διακόπτει ο ήχος του τηλεφώνου. Το μήνυμα έχει φτάσει.
"Πάμε, λοιπόν…"

Συνεχίζεται.

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.
 

Παρασκευή, 16 Οκτωβρίου 2015

Βδομάδα 40



Η σιέστα είναι πολύ σημαντική υπόθεση, ειδικά τις καυτές ημέρες του καλοκαιριού και όταν έχουν πέσει αναδουλειές. Το να ξεφεύγει κανείς από τις καθημερινές σκοτούρες και να παίρνει ένα υπνάκο, λειτουργεί σαν βάλσαμο, σαν το πιο καλό αγχολυτικό.

Τι κι αν βρίσκεσαι στο κέντρο της πόλης; Τι κι αν ξαπλώνεις μέσα στο όχημα που σου προσφέρει τα προς το ζην; Τι κι αν κόσμος πάει κι έρχεται, σε βλέπει και χαμογελά, άλλοτε με κατανόηση κι άλλοτε ειρωνικά;

Εκείνο που πιότερο έχει σημασία είναι εσύ να νιώθεις καλά. Να κοιμηθείς κουρασμένος, να ξυπνήσεις με χαμόγελο, και αναζωογονημένος να πιάσεις πάλι δουλειά. Για ένα πιάτο φαΐ. Για ένα δώρο για τη γυναίκα και το παιδί.