Δευτέρα, 13 Ιουνίου 2016

Η κοντή καμηλοπάρδαλη



"Γιατί εγώ, ε; Γιατί εγώ; Γιατί να γεννηθώ τόσο κοντή;" Αυτή ήταν από πάντα η απορία μου και το παράπονό μου. Κι ήμουν θυμωμένη. Κι ήμουν μουτρωμένη. Καταλαβαίνετε το γιατί, έτσι;

Και να φανταστείτε ότι ήμουν τόσο, μα τόσο ευτυχισμένη όταν γεννήθηκα. Βγήκα, ζουμ, σαν βεγγαλικό απ' την κοιλιά της μάνας μου, έτοιμη να κατακτήσω τον κόσμο, μέχρι που την άκουσα να λέει: "Πολύ εύκολα βγήκε αυτό".

"Αυτό!" Αυτό νόμιζα ότι ήταν το όνομά μου, όμως εκείνη εννοούσε "αυτό το παιδί", το οποίο μόλις κοίταξε από εκεί ψηλά ψηλά ψηλάάάά και το είδε, λίγο έλειψε να λιποθυμήσει.

Πέρασε λίγος καιρός μέχρι να καταλάβω το γιατί. Ήμουν πολύ κοντή, μόλις μισό μέτρο, ενώ τα άλλα νεογέννητα ήταν, δεν ξέρω πόσο μεγάλα ακριβώς, αλλά πολύ μεγάλα, ψηλά εννοώ - ίσως δύο μέτρα, ή εφτά.

Μου έδωσαν το όνομα Νάντι που σημαίνει γλυκιά, αλλά σύντομα αυτό ξεχάστηκε, αφού όλοι μ' αποκαλούσαν Κοντούλα.

Και με πείραζαν. "Πού είναι η κοντούλα;" ρωτούσαν δήθεν αθώα, κι ας ήμουν εκεί, μες στα πόδια τους.

"Θα σας δείξω μια μέρα εγώ", τους απειλούσα από μέσα μου, "θα σας δείξω ποια είμαι".

Το μόνο που δεν είναι και τόσο εύκολο να δείξεις στους άλλους ποια είσαι όταν είσαι τόσο κοντή. Κι είμαι και λεπτή από πάνω, σε σύγκριση μ' αυτούς, σαν κλαδάκι.

Το μισώ. Το γεγονός ότι, μήνες μετά από τη γέννησή μου, η μάνα μου εξακολουθεί να με φροντίζει - να με ταΐζει εννοώ. Είναι καλή η μάνα μου. Ψηλή. Όμορφη. Τρυφερή. Την ξεχωρίζω από τις βούλες -βούλες τις λένε αυτές;- στο δέρμα της. Όπως και τις άλλες καμηλοπαρδάλεις. Ίδιες μα διαφορετικές, όλες βουλωτές είμαστε.

Ρωτώ τη μάνα γιατί και μού λέει ότι αυτές -οι βούλες δηλαδή- μας προστατεύουν από την υπερβολική ζέστη. "Από τη βολική δεν μας προστατεύουν;" τη ρωτώ κι αυτή γελάει και μού λέει ότι είμαι κουτό.

"Θέλω δουλειά", της λέω αμέσως μετά κι αυτή το σκέφτεται για λίγο και μετά μού ανακοινώνει ότι από σήμερα θα κρατάω τσίλιες. Δηλαδή θα φυλάω τις άλλες καμηλοπαρδάλεις καθώς κοιμούνται, από τους εχθρούς μας.

(Παρένθεση: Γιατί μας λένε έτσι; Επειδή είμαστε πιο παρδαλές απ' τις καμήλες;)

Οι εχθροί μας είναι τα λιοντάρια, οι λεοπαρδάλεις (πιο παρδαλές απ' τα λιοντάρια), οι γατόπορδοι, ουπς, συγγνώμη, οι γατόπαρδοι εννοώ -τα πιο γρήγορα ζώα στη γη, σύμφωνα με τη μαμά- και οι τίγρεις. Ψέματα λέω, χιχι. Δεν έχει τίγρεις στην Αφρική.

Τέλος πάντων, ευτυχώς εμείς κοιμόμαστε λίγο, μόνο τέσσερις ώρες την ημέρα, κι αυτό σε δόσεις, οπότε οι βάρδιες μου δεν κρατάνε και πολύ. Βασικά ξοδεύουμε τον περισσότερό μας χρόνο τρώγοντας. Τρώμε και τρώμε. Καθαρίζουμε τα δέντρα απ' τα βάρη τους.

Δεν πίνουμε πολύ συχνά όμως. Νερό εννοώ. Αφού η φυλή μας είναι φυλή της ερήμου. Δηλαδή όταν δεν βρέχει ψάχνουμε το νερό απεγνωσμένα. Μα όταν το βρίσκουμε πίνουμε τόσο πολύ που μας κρατά για μήνες.

Αλλά αρκετά για μας. Από δω και μπρος θα μιλώ μόνο για μένα, αφού έτσι κι αλλιώς εγώ είμαι η ηρωίδα αυτής της ιστορίας.

Εγώ, λοιπόν, τώρα φυλώ σκοπιά κάθε μέρα. Επιτέλους είμαι χρήσιμη. Στέκομαι με γυρισμένη την πλάτη σε τρεις άλλους συναδέλφους και μαζί παρατηρούμε με άγρυπνο μάτι τις τέσσερις γραμμές των οριζόντων. Αυτοί κοιτούν από ψηλά, εγώ από χαμηλά, αλλά…

Αλλά εγώ μπορώ και κοιτώ πιο μακριά. Το ανακάλυψα τις προάλλες. Είδα ένα ελέφαντα που ήταν τόσο μακριά, μα τόσο μακριά, που οι άλλοι δεν τον έβλεπαν. Τους τον έδειξα μα δεν τον έβλεπαν. "Μη λες βλακείες, κοντούλα", διέταξε ο αρχιφύλακας κι εγώ σιώπησα. Κι είπα πάλι από μέσα μου: "Θα σας δείξω εγώ".

Δεν νομίζω να τους τρόμαζε η σιωπή μου αφού αυτοί ήταν τόσο μεγάλοι που ζύγιζαν ίσα μ' ένα τόνο, ενώ εγώ ζύγιζα όσο ένας τόνος… στο κουτί.

Ο χρόνος κυλούσε και κυλά αργά εδώ - σαν χελώνα που δεν έχει κάτι καλύτερο να κάνει. Κι εγώ πού και πού βαριέμαι. Έτσι αναλαμβάνω όλο και περισσότερες σκοπιές. Όταν δεν τρώω και δεν κοιμάμαι σκοπεύω, μα δεν μεγαλώνω. Ουφ.

Σήμερα, μετά από μέρες και μέρες περιπλάνησης στην έρημο βρήκαμε νερό. Αλλά οι ελέφαντες το βρήκαν πρώτοι. Καθίσαμε και τους περιμέναμε να φύγουν. Τους φοβόμαστε, αφού μπορεί να είμαστε πιο ψηλές (εκτός από μένα φυσικά), αλλά είναι πιο δυνατοί. Είναι δυνατοί σαν… ελέφαντες.

Μόλις ξεδίψασαν και άρχισαν σιγά-σιγά να φεύγουν τρέξαμε στην πηγή, αλλά…

Με την άκρη του ματιού μου εντόπισα μια κίνηση. Κάτι υπήρχε πίσω από κάποιους θάμνους, ήμουνα σίγουρη. Το είπα στους άλλους, αλλά εκείνοι είχαν ήδη πέσει με τα μούτρα στο νερό και δεν μου έδιναν σημασία. Ακόμη κι η μαμά δεν με πίστεψε.

Αλλά εγώ επέμενα. Τους φώναζα. Τους κουτουλούσα. Μα φωνές και κουτουλιές πήγαιναν χαμένες. Μέχρι που είδα κάτι. Και σκέφτηκα κάτι.

"Δέστε τη σκόνη", τους είπα. Πρώτα η μαμά και μετά κάποιοι άλλοι γύρισαν προς το μέρος που τους έδειχνα. Είδαν την σκόνη. Άρχισαν να με πιστεύουν. Τους έδειξα και μια ουρά λιονταριού, που μόλις και φαίνονταν πίσω από 'να θάμνο και τότε, από φύγει φύγει.

Τους έσωσα. Όλους τους έσωσα. Τη φυλή μου. Κι από εκείνη τη στιγμή έπαψαν να με αποκαλούν Κοντούλα. Τώρα με λένε Αετομάτισσα και κάποιοι λίγοι Ηρωίδα.

Κι εγώ είμαι πολύ χαρούμενη γι' αυτό, αφού τελικά, ό,τι και να λένε οι άλλοι, το μέγεθος δεν μετράει. Εκείνα που μετράνε είναι το πείσμα κι η ψυχή. Α, και το φαΐ. Πείνασα πάλι.

υ.γ. Η ιδέα γι' αυτή την ιστορία μού ήρθε καθώς παρακολουθούσα ένα ντοκιμαντέρ τις προάλλες. Μα μετά σκέφτηκα: Είναι δυνατόν να μην την είχε κανείς άλλος μέχρι τώρα; Το έψαξα το θέμα και βρήκα ένα σχετικό παιδικό βιβλίο στα αγγλικά, αλλά η ιστορία του ήταν πολύ διαφορετική απ' αυτήν που σκέφτηκα οπότε προχώρησα και την έγραψα.

Η εικόνα είναι κλεμμένη από εδώ.
 
Δημοσίευση σχολίου