Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα απόσπασμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα απόσπασμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2015

Τα φαντάσματά του - Κεφάλαιο 2



Η Νάντια διαβάζει αργά και προσεκτικά τα περιεχόμενα των τριών φακέλων και κοιτά με βλέμμα διαπεραστικό τις φωτογραφίες των κοριτσιών που εξαφανίστηκαν τόσα χρόνια πριν, λες και θα μπορέσει να διαβάσει στις σχεδόν άχρωμες πια αποχρώσεις των προσώπων τις αλήθειες τους, να μαντέψει τους προορισμούς τους.
Η πρώτη, η Μάρθα Προκοπίου, χάθηκε από προσώπου γης τον Ιούνιο του 1984. Η πρώτη της φωτογραφία, που βγήκε σε κάποιο στούντιο, δείχνει ένα κορίτσι με σγουρά μαλλιά, μάλλον χλωμό και με κάπως αβέβαια χαρακτηριστικά. Λες και την πήγε κάποιος εκεί με το ζόρι και τώρα δεν μπορεί ν' αποφασίσει κατά πόσο θέλει να δείξει χαρούμενη ή λυπημένη. Η δεύτερη, η ερασιτεχνική, βγήκε μάλλον στην αυλή κάποιου σπιτιού. Η κοπέλα εδώ χαμογελά. Δείχνει χαλαρή. Φαίνεται ψηλή και ευλύγιστη και η ομορφιά της είναι πιο ευδιάκριτη απ' ό,τι στην πρώτη.
Η Κατερίνα Δημητρίου υπήρξε το δεύτερο θύμα του άγνωστου άντρα. Εξαφανίστηκε τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς. Αυτής τα μαλλιά είναι ίσια κοντά, τα μάγουλα λίγο ροδαλά και δε μοιάζει και τόσο ντροπαλή. Χαμογελά πλατιά στο φακό του φωτογράφου. Δεν υπάρχει άλλη φωτογραφία της κοπέλας στο φάκελο.
Ο τρίτος φάκελος περιέχει κι αυτός δύο φωτογραφίες, οι οποίες απεικονίζουν τη Σοφία Οικονόμου. Τα ίχνη της χάθηκαν τον Αύγουστο του επόμενου χρόνου. Τα μαλλιά της είναι μάλλον καφέ, μακριά μέχρι και τη μέση και το βλέμμα της προδίδει όπως και της πρώτης κοπέλας κάποια σύγχυση. Σα να μην ξέρει τι να κάνει. Το μόνο που σ' αυτή την περίπτωση το πρόσωπό της παραμένει απερίγραπτα το ίδιο και στις δύο φωτογραφίες. Λες κι έχει παγώσει στο χρόνο.
Εκτός από το ό,τι και οι τρεις κοπέλες ζούσαν στην ίδια περιοχή, δεν έμοιαζαν να έχουν κάποιο άλλο κοινό στοιχείο. Φοίτησαν σε διαφορετικά σχολεία, κι αν συναντήθηκαν ποτέ, μάλλον ποτέ τους δεν υπήρξαν φίλες, αν κρίνει κανείς από τις μαρτυρίες των κοντινών τους ανθρώπων. Από την άλλη όμως, η εποχή εκείνη δεν έμοιαζε με τη σημερινή, μπορούσε εύκολα να αποφύγει τα αδιάκριτα βλέμματα, αλλά και τα διακριτικά ή μη ερωτήματα, μ' ένα απλό ψέμα.
"Συμπεράσματα;" τη ρωτά τώρα ο Ιωάννου, που μετά από ένα σύντομο μονόλογο την άφησε στην ησυχία της.
"Ήταν πολύ τεμπέληδες οι συνάδελφοί σου", του λέει ατάραχα.
Εκείνος δεν απαντάει. Τι να της πει; Ότι έχει δίκιο; Αφού έχει και το ξέρει. Συνεχίζει εκείνη.
"Οι εξαφανίσεις μοιάζουν να συνδέονται η μία με την άλλη, αλλά αυτό δε σημαίνει κατ' ανάγκη ότι αυτό είναι αλήθεια. Μόνο αν ανακάλυπτε κανείς τα πτώματα των κοριτσιών και διέκρινε και εκεί κάποια μεθοδολογία, θα μπορούσε να είναι σίγουρος. Ο φάκελος της Δημητρίου αναφέρει ότι ο πατέρας της χώρισε με τη μάνα της και μετοίκισε στη Λευκωσία, αλλά δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι επικοινώνησε κάποιος μαζί του. Επίσης, η μια κοπέλα εξαφανίστηκε στην αρχή της σχολικής χρονιάς, η άλλη στο τέλος της και η τρίτη τον Αύγουστο της επόμενης. Το παράθυρο από την πρώτη μέχρι τη δεύτερη εξαφάνιση είναι μικρό, ενώ από τη δεύτερη στην τρίτη είναι μεγάλο. Αυτό πάει να πει ότι είτε ο ύποπτος Χ είναι πολύ απείθαρχος ή ότι κάτι άλλο παίζει, ή μάλλον έπαιζε, που αυτή τη στιγμή, δεν το βλέπουμε…"
"Δεν το σκέφτηκα αυτό. Δε διερευνούσα κιόλας τις υποθέσεις τότε προσωπικά, οπότε δεν ξέρω τι ακριβώς έκαναν οι συνάδελφοι. Είναι πάρα πολλά τα κενά, και όσο περνά ο καιρός θα γίνουν ακόμη περισσότερα, εκτός κι αν κάνω κάτι γι' αυτά".
"Κι εγώ θα σε βοηθήσω".
"Εσύ; Εσύ έχεις δουλειές να κάνεις με τη Μαργαρίτα. Τουλάχιστον έτσι λέει αυτή…"
"Τις δουλειές μπορεί να τις κάνει μια χαρά και μόνη. Εξάλλου θα είμαι μόνο ένα τηλεφώνημα και, πόσα, εξήντα χιλιόμετρα μακριά; Άσε που με χρειάζεσαι κιόλας".
"Νομίζεις;"
"Το ξέρω. Άλλαξαν οι εποχές. Τα πάντα, όπως ξέρεις, τώρα κινούνται σε άλλες ταχύτητες και χρειάζεσαι κάποιο δίπλα σου που συμβαδίζει με την εποχή. Και ξέρω ότι δεν μπορείς να πάρεις την προστατευόμενή σου μαζί, αφού αν το κάνεις το τμήμα θα βάλει λουκέτο -η "προστατευόμενη" είναι το δεξί του χέρι η Ντίνα, που κάθε άλλο παρά προστασία χρειάζεται- ενώ ελπίζω αυτή η υπόθεση να μου δώσει την ευκαιρία να ικανοποιήσω την περιέργειά μου…"
"Για τι αυτή τη φορά;"
"Για το τι σού βρήκε ο Τεκ. Μας τον έκλεψες…"
Ο Τεκ, μαζί με την Αγγέλα Αυγουστή, προσελήφθησαν πριν από ενάμιση χρόνο στην ομάδα που διοικούσε τότε ο Χοντρός. Τον βοήθησαν να λύσει ένα σωρό υποθέσεις σε ελάχιστο χρόνο κι από εκείνη την εποχή τον κάνουν περήφανο κάθε μέρα.
"Οι χάκερ μπορούν να ζήσουν και χωρίς αυτόν. Άσε που…"
"Ναι, ξέρω. Είναι στο στοιχείο του. Τώρα παίζει στη μεγάλη κατηγορία".
"Αν σε πάρω μαζί μου…"
"Είμαι φοιτήτρια, ή τουλάχιστον αυτό θα πούμε. Γράφω τη πτυχιακή μου που έχει να κάνει με τη βία κατά των γυναικών στην Κύπρο. Σ' ακολουθώ κατά πόδας για να μάθω όσο περισσότερα μπορώ γι' αυτό το θέμα. Θα πεταχτώ μόλις τελειώσουμε από εδώ μέχρι το σπίτι για να τυπώσω τη φοιτητική μου ταυτότητα και να πάρω κάποια πράγματα που θα χρειαστούμε: λαπτόπ, κινητά και κάτι άλλα μπιχλιμπίδια…"
"Και η Μαργαρίτα;"
"Ξέρει. Με ξέρει. Πίστεψέ με".
"Σε πιστεύω".
"Τώρα. Η τέταρτη υπόθεση…"
"Είπα στον Τεκ να μάθει ότι μπορεί, να τα τυπώσει και…"
"Πες μου τον αριθμό του τηλεφώνου του…"
Της τον λέει.
"Τεκ. Η Ζίτα είμαι", ανακοινώνει με το που απαντάει αυτός. "Θα σου δώσω το αφεντικό σου. Έχει κάτι να σου πει".
"Hola, μάστρε. Τι παίζει;"
"Βρήκες αυτά που σου ζήτησα;"
"Yes, sir!"
"Ωραία, στείλε τα εκεί που θα σου πει η… Ζήτα".
Την ακούει να του δίνει ένα λογαριασμό ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και ξέρει ότι πολύ σύντομα τα στοιχεία που χρειάζονται θα είναι εκεί.
"Με τον Τεκ από κει και μένα από 'δω να δεις που…"
"Ζήτα;" τη διακόπτει με πραγματική απορία εκείνος.
"Α, μια παλιά ιστορία. Όλοι μας έχουμε ψευδώνυμα. Είναι παράφραση της παράφρασης. Κάποιο geek πριν λίγα χρόνια ήθελε ντε και καλά να με βαφτίσει Ζήνα επειδή ήμουν πολύ καλή πολεμίστρια σ' ένα παιχνίδι εικονικής πραγματικότητας, αλλά δεν τον άφησα, αφού δε μου πάνε τα νερόβραστα. Τότε ο Τεκ έριξε την ιδέα να με ονομάσουν Ζήτα, από το Ζed, που είναι το τελευταίο γράμμα του λατινικού αλφαβήτου και το οποίο παραπέμπει σε διάφορους εικονικούς και μη χαρακτήρες και ήρωες. Τελικά συμβιβάστηκα μερικώς υιοθετώντας το Ζίτα, με γιώτα όχι με ήτα, ώστε να διατηρήσω το επαναστατικό μου πνεύμα…"
Εκείνος πάει να γελάσει, αλλά προτού προλάβει τον διακόπτει ο ήχος του τηλεφώνου. Το μήνυμα έχει φτάσει.
"Πάμε, λοιπόν…"

Συνεχίζεται.

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.
 

Τετάρτη 29 Ιουλίου 2015

Το τρίτο θύμα - Κεφάλαιο 15



Στο μεταξύ η Μαργαρίτα και η Νάντια κάθονται στο εστιατόριο, όπου κανόνισαν να συναντηθούν και συζητούν.
Ο πρώτη παρήγγειλε μια μερίδα μπιζέλι και σαλάτα και η δεύτερη, που ακόμη και στις γευστικές της επιλογές αποτελεί κάποιου είδους υβρίδιο, φακές με μισή μερίδα κεφτέδες. Είναι πολλή το φαΐ.
"Χαίρομαι πολύ που αποφάσισες να δεχτείς την πρότασή μου. Δε με ξέρεις καλά και δεν έχεις λόγο να με εμπιστεύεσαι, αλλά σου υπόσχομαι ότι θα σου λέω πάντα την αλήθεια. Γι' αυτό εξάλλου βιάστηκα να συναντηθούμε και πάλι. Για να σου εξηγήσω κάποια πράγματα, τα οποία ίσως δε θα σου αρέσουν. Αν όντως δε σου αρέσουν, τότε δε βαριέσαι, η ζωή συνεχίζεται".
Είναι μοναχές τους τώρα εκεί, μ' εξαίρεση το προσωπικό του εστιατορίου. Η μοναδική γυναίκα του προσωπικού ήρθε, πήρε την παραγγελία τους, και τους σέρβιρε τα φαγητά μαζί μ' ένα μπουκάλι νερό και μια μεγάλη μπύρα. Η μπύρα είναι για την Νάντια, που βιάζεται λίγο να μπει στο ψητό αφού σε είκοσι λεπτά-μισή ώρα το μαγαζί θα γεμίσει.
"Για πες", απαντά ατάραχη η Μαργαρίτα, ανάμεσα σε δυο μπουκιές.
Εκείνη της εξηγεί τα πάντα σχετικά με το dark net, και για τα ζόρια που τραβάει με τις τελευταίες υποθέσεις της και περιμένει να δει την αντίδραση της άλλης γυναίκας, που μοιάζει σχεδόν αδιάφορη.
"Προφανώς δε γνωρίζεις τον πατέρα μου", της λέει. "Ένας από τους πιο στενούς του συνεργάτες είναι χάκερ. Και δεν τον χαλάει καθόλου να κινείται στα όρια του νόμου. Φτάνει να μην τον παραβιάζει. Αυτά που λες κινούνται στα όρια, αλλά δεν είναι παράνομα. Δεν αποκαλύπτεις προσωπικά δεδομένα κάποιων, δεν τα πουλάς για κέρδος, δεν προσπαθείς να κάνεις κανένα κακό. Εξάλλου μπορώ πολύ καλά να κρίνω ποιο είναι το λάθος και ποιο το σωστό. Και σε εμπιστεύομαι, αφού όσες φορές συναντηθήκαμε δεν είπες ποτέ ψέματα, εκτός σε μία περίπτωση που επιχείρησες να κάνεις κάποιον να νιώσει καλύτερα".
Έμεινε να την κοιτά άφωνη η Νάντια. Μα πού το κατάλαβε; αναρωτιέται. Πώς; Μα ύστερα θυμάται, τις σπουδές της, την άτυπη μαθητεία στο πλάι του πατέρα της, έστω και υπό την ασφάλεια του σπιτιού της.
Δίνουν τα χέρια και συνεχίζουν το φαγητό τους.
"Μετά τι έχεις να κάνεις;" τη ρωτά μετά από μερικά λεπτά.
"Πρέπει να πάω να πάρω το αμάξι του γέρου μου απ' τον μηχανικό κάποια στιγμή το απόγευμα. Πριν και μετά είμαι απόλυτα ελεύθερη".
"Ωραία. Θα σε πάω στο άντρο μου".
Αποχωρούν με τα πόδια από το εστιατόριο στις δώδεκα και μίση, καθώς οι τακτικοί πελάτες αρχίζουν να καταφθάνουν ο ένας πίσω από τον άλλο. Καμία δεν πήγε με αυτοκίνητο εκεί, αφού της μιας ήταν καθηλωμένο στο αστυνομικό τμήμα και η άλλη συνήθιζε να κινείται παντού με τα πόδια μέσα στην πόλη.
Όχι και πολλή ώρα μετά η Μαργαρίτα, χωρίς να το ξέρει, βρίσκει τον εαυτό της να βαδίζει στ' αχνάρια του πατέρα της, αφού το σπίτι που επισκέπτεται απέχει λίγα μόλις μέτρα από το σημείο όπου εντοπίστηκε το κινητό του Χριστάκη, πίσω από την εκκλησία της Παναγίας της Χρυσαλινιώτισσας.
Νιώθει μεγάλη έκπληξη όταν μπαίνει στο άντρο της Νάντιας, αφού δεν είναι καθόλου όπως το περιμένει. Ξέροντας το χαρακτήρα της κοπέλας θεώρησε ότι θα έμενε σε κάποιο μικροσκοπικό σπίτι μ' ένα δωμάτιο κι ένα μικρό σαλόνι, μια κουζινούλα τόση δα κι ένα μπάνιο μινιατούρα. Αντί αυτού εισήλθε σ' ένα σπίτι παλιό κι ευρύχωρο, απ' αυτά που αν έβλεπε σε κάποια φωτογραφία θα έπαιρνε για κάποιο αρχοντικό.
Ακούει το γέλιο της κοπέλας δίπλα της και συνέρχεται.
"Είσαι σαν απολιθωμένη", της λέει και συνεχίζει να γελά για λίγο ακόμη. "Περίμενες να βρεις ένα αχούρι, έτσι; Να όμως που τα φαινόμενα απατούν. Έλα να σε ξεναγήσω. Και ρώτα με ό,τι θες".
Όντως χρειάζεται την ξενάγηση, αφού αυτό το σπίτι μοιάζει βγαλμένο από κάποιο παραμύθι. Και τι δε βλέπει εκεί μέσα! Μια παλιά ραπτομηχανή, μάλλον κατασκευασμένη στις αρχές του εικοστού αιώνα. Μια αρχαία τηλεόραση-έπιπλο, σίγουρα ασπρόμαυρη. Κεντήματα στους τοίχους και στων διαφόρων σχημάτων τραπέζια. Και πίνακες. Πολλοί πίνακες, νέοι και παλιοί. Ένα ραδιόφωνο-κουτί. Ένα γραμμόφωνο -αν είναι δυνατόν!- κι αμέτρητοι δίσκοι. Πολλές κατασκευές, ιδιόρρυθμες. Ένα τεράστιο σιδερένιο διπλό κρεβάτι, καλυμμένο με τούλι από πάνω. Τρία μπαούλα. Τα δύο απλά φτιαγμένα με ξύλο και το τρίτο εμπλουτισμένο με εικόνες χαραγμένες σε μπρούντζο κολλημένες πάνω του και μια αρχαία κλειδαριά. Τα μάτια της πλημμυρίζουν με εικόνες. Τριγυρίζει από δω κι από κει χωρίς να μιλά. Μπαίνει στο ένα δωμάτιο το μελετά και συνεχίζει με το επόμενο. Εξερευνά τους δυο ορόφους απ' άκρη σ' άκρη. Και μετά φτάνει στη σοφίτα.
"Αυτό εκεί πάνω είναι το άντρο μου", της εξηγά η οικοδέσποινα.
Ανεβαίνουν τη φαινομενικά φρεσκοβερνικωμένη ξύλινη σκάλα, που είναι κάπως απότομη, αλλά με πλατιά σκαλιά.
Η θέα από κει πάνω δεν είναι τόσο εντυπωσιακή όσο περίμενε, αλλά ο ίδιος ο χώρος την αποζημιώνει. Στη μια γωνία είναι στημένοι κάποιοι καμβάδες, πάνω στους οποίους προφανώς δουλεύει αυτή τη στιγμή η κοπέλα, στην άλλη ένα πολύ μεγάλο γραφείο με δύο υπολογιστές και μια τηλεόραση είκοσι τεσσάρων ιντσών να το γεμίζουν απ' άκρη σ' άκρη, την τρίτη απ' ό,τι βλέπει τη διεκδικούν οι κατασκευές, ενώ η τέταρτη, που βρίσκεται ακριβώς κάτω από το μεγάλο τριγωνικό παράθυρο φιλοξενεί ένα λιτό κρεβάτι.
"Μα πού βρίσκεις τα λεφτά για να συντηρείς τέτοιο σπίτι;" είναι το μόνο που βρίσκει για να τη ρωτήσει. "Το ενοίκιο μόνο…"
"Δεν πληρώνω ενοίκιο. Είναι δικό μου. Ανήκε στη γιαγιά μου και μού το άφησε όταν πέθανε. Κράτησα όλα τα πράγματά της εκτός από τα ρούχα. Βιβλία, δίσκοι, ακόμη και περιοδικά και εφημερίδες είναι όλα εδώ".
"Οι δικοί σου δεν τα ήθελαν; Άλλοι συγγενείς;"
"Είμαι μοναχοπαίδι και ήμουν το μοναδικό εγγόνι. Ζούσα με τη γιαγιά μου απ' τα δεκαπέντε μου όταν έφυγα από το σπίτι. Βαρέθηκα τους καυγάδες των γονιών μου και τους συνεχείς χωρισμούς τους. Σκότωναν ο ένας τον άλλο χωρίς καλά-καλά να το καταλαβαίνουν και το κάνουν ακόμη, τόσα χρόνια μετά".
"Και δεν είχαν αντίρρηση να μείνεις εδώ;"
"Τους το ξέκοψα: ή εδώ ή στο δρόμο. Δεν είχαν επιλογή. Άλλες ερωτήσεις; Ό,τι θες".
"Προς το παρόν όχι. Τι με έφερες εδώ για να μου δείξεις;"
Της κάνει νόημα να την ακολουθήσει στο γραφείο. Ανάβει τον οθόνη ενός από τους δύο υπολογιστές κι αρχίζει να την ξεναγεί στον κόσμο του άλλου ίντερνετ, ή μάλλον του πραγματικού, όπως αυτή λέει. Του πραγματικού επειδή όλα από εκεί μέσα ξεκινάνε. Οι νέες ιδέες, οι νέες ανακαλύψεις. Και του πραγματικού γιατί μέσα εκεί παραμονεύουν και οι νέοι κίνδυνοι, οι νέες απειλές.

Συνεχίζεται.

Για να διαβάσετε τα προηγούμενα κεφάλαια πηγαίνετε στην κεντρική σελίδα του μπλογκ.

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.
 

Πέμπτη 23 Ιουλίου 2015

Το τρίτο θύμα - Κεφάλαιο 12



Να τη σκοτώσει ή να μην τη σκοτώσει; Ιδού η απορία. Της αξίζει, για όλα τα ψέματα που είπε στο πέρασμα των χρόνων, αλλά όχι μόνο γι' αυτό. Δεν ήταν καλή γυναίκα. Οι καλές γυναίκες δεν κάνουν αυτά που έκανε αυτή. Κι οι καλές γυναίκες δεν καταδικάζουν τους άλλους να ζουν μια ζωή καταραμένη.
Τώρα είναι κλεισμένη σ' ένα δωμάτιο, που είναι πλημμυρισμένο στο τεχνητό φως, αλλά που δεν επικοινωνεί με τον έξω κόσμο. Και είναι αιχμάλωτη μέσα στο ίδιο της το κορμί. Αυτή η αγωνία, προϊόν εκδίκησης, της αξίζει.
Πώς έφτασα μέχρι εδώ; αναρωτιέται τώρα ο δεσμώτης και μελλοντικός εκτελεστής της. Πώς κατάφερα, ή μάλλον πώς κατάφερε εκείνη, την άλλοτε φωτεινή μου καρδιά να την κάνει μαύρη;
Παιδί, θυμάμαι, πάντα χαμογελούσα. Μα μετά μεγάλωσα κι ανακάλυψα τι πάει να πει ψέμα. Κι ανακάλυψα τι πάει να πει κακία.
Όχι, δε γεννιόμαστε όλοι κακοί, οι άλλοι μας μετατρέπουν σε τέτοιους. Όσο πιο πολύ μαθαίνουμε τον κόσμο, τόσο περισσότερο το μισούμε. Κι όσο περισσότερο το μισούμε τόσο πιο πολύ τον καταλαβαίνουμε.
Τώρα κοιτώ τα μάτια μου, τα ξεψυχισμένα καστανά, στον καθρέφτη και σκέφτομαι ότι γέρασα. Γέρασα τόσο νωρίς, προτού καν πατήσω τα τριάντα μου χρόνια. Κι αυτό είναι άδικο.
Οι συνομήλικοί μου τώρα διαπρέπουν στις ζωές τους, δημιουργούν οικογένειες, χαίρονται κι απολαμβάνουν το ένα και το άλλο, ή ίσως και να είναι άνεργοι κι ανασφαλείς, αλλά κανείς απ' αυτούς δε ζει το δικό μου δράμα.
Ίσως και να υπερβάλλω, αλλά…
Αυτό το "αλλά" κατατρέχει ετούτη την ύπαρξη εδώ και χρόνια. Είχε μεγάλα όνειρα, αλλά…  Ήθελε να κάνει πολλά στη ζωή, αλλά… Ήθελε ν' αγκαλιάσει την ευτυχία, αλλά… Κι άλλα πολλά.
Αν υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που μοιάζουν με μια ανοικτή πληγή που μόνιμα αιμορραγεί, τότε σίγουρα ανήκει σ' αυτή την κατηγορία. Μα, το μεγάλο πρόβλημα δεν είναι αυτό. Το πρόβλημα είναι ότι ετούτη η πληγή ματώνει, όμως δε σκοτώνει. Αν σκότωνε, ίσως να μην έφτανε μέχρι εδώ.
Κλείνει τα μάτια και βλέπει την αιχμάλωτη στην ιδιότυπη φυλακή της. Τα ανοίγει και καταστρώνει όλη την ώρα νέα σχέδια για το πώς θα απονείμει δικαιοσύνη. Ένα γέλιο αφύσικο, εκκωφαντικό, ξεφεύγει απ' τα χείλη. Η τρέλα μοιάζει να καραδοκεί στη γωνία.
Ο καθρέφτης λέει ψέματα, σκέφτεται τώρα. Δεν έχω γεράσει τόσο. Η ψυχή μου είναι που με παραπλανεί. Αλλά… Αλλά, όταν όλα τελειώσουν, τα πράγματα θ' αλλάξουν. Θα σβήσω αυτόν τον ψεύτη εαυτό και θα φτιάξω ένα νέο. Όλο χαρά. Όλο ζωή. Θα φτιάξω…

Συνεχίζεται.

Για να διαβάσετε τα προηγούμενα κεφάλαια πηγαίνετε στην κεντρική σελίδα.

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.
 

Τετάρτη 22 Ιουλίου 2015

Το τρίτο θύμα - Κεφάλαιο 11



Ο δικηγόρος δεν είχε και πολλά να τους πει, αλλά τους βοήθησε να καταλάβουν καλύτερα πόσο μεγάλα ήταν τα οικονομικά προβλήματα του θύματος, αφού τους αποκάλυψε το μέγεθος των διατροφών πού πλήρωνε στις πρώην συζύγους του, πάντα σε μετρητά, που ήταν ένα καθόλου αξιοκαταφρόνητο ποσό. Τους εξήγησε επίσης ότι αυτός, μέσω μιας εταιρείας, πλήρωνε και τα νοίκια των διαμερισμάτων τους, οπότε γι' αυτό το λόγο δεν μπορούσαν να εντοπίσουν τους χώρους διαμονής τους. Τους είπε το όνομα της εταιρείας, Β.Χ έντερπραϊζ, και τους έγραψε τις διευθύνσεις των γυναικών, μαζί με τα κινητά τους τηλέφωνα, ώστε να μπορέσουν να διευθετήσουν κάποιες συναντήσεις μαζί τους.
Όταν αποχώρησε από το γραφείο του ο Ιωάννου κάλεσε την Ντίνα και της είπε να φροντίσει να συναντηθούν με τις γυναίκες το συντομότερο δυνατόν, αλλά μετά τις δώδεκα το μεσημέρι, αφού πρώτα έπρεπε να περάσει από το υπουργείο.
"Πες επίσης στον Τεκ, αν δεν το έχει κάνει ήδη, να δει τι πληροφορίες μπορεί να μαζέψει γι' αυτές τις γυναίκες. Ουσιαστικά τις γνωρίζω μόνο σαν πρόσωπα και ονόματα. Ποιος ξέρει τι μυστικά κρύβουν", πρόσθεσε.
Εκείνη έσπευσε να υπακούσει αμίλητη, και φεύγοντας για μια ακόμη φορά έκλεισε πίσω της την πόρτα, η οποία πάντα, όταν δεν γίνονταν κάποιες συναντήσεις εκεί, ήταν ορθάνοικτη. Το αφεντικό της ήθελε να σκεφτεί. Κι αυτό συνήθως το έκανε είτε κοιτώντας τον τοίχο, είτε παίζοντας χαρτιά στον υπολογιστή.
Δεν τον άφησε να σκεφτεί και πολύ όμως, αφού σε λίγα λεπτά επέστρεψε με τους φακέλους των τριών και την είδηση ότι η κόρη του ήταν εκεί. Η κόρη του; Θυμήθηκε. Το αυτοκίνητο. Μόνο αυτός είχε τα κλειδιά και μάλλον αφηρημένος σήμερα το πρωί τα έβγαλε από τη μίζα. Είδε το πρόσωπό της να ξεπροβάλλει λίγο ανήσυχο πίσω από την κοπέλα.
"Έλα μέσα".
"Θέλω να σου πω κάτι, αλλά αν δεν έχεις χρόνο μπορεί να περιμένει. Ο Αντρέας μού είπε να του πάω τη λιμουζίνα σου σε σαράντα λεπτά περίπου, οπότε, αν μπορείς να…"
"Κάτσε. Ντίνα, σε λίγο".
Δεν είχε στ' αλήθεια πρόβλημα με την παρουσία της τελευταίας εκεί, αφού οι δύο κοπέλες ήταν πολύ καλές φίλες, αλλά είχε ήδη πολλά να κάνει, και ο χρόνος πιότερο παρά ποτέ δεν του περίσσευε.
"Λέγε", διέταξε τη Μαργαρίτα χαμηλόφωνα.
"Βρήκα μια δουλειά, σε προσωρινή ή μάλλον δοκιμαστική βάση, και ήθελα να σου το αναφέρω για να μου πεις την άποψή σου". Την απόφαση αυτή την πήρε καθοδόν προς τα εκεί, αφού ήταν πολύ ανυπόμονη και δεν μπορούσε να περιμένει μέχρι το βράδυ. "Πόσο χρόνο έχεις;"
"Με το ζόρι δέκα λεπτά. Εκτός κι αν μας διακόψουν. Είναι αρκετά;"
Εκείνη ένευσε καταφατικά κι άρχισε αμέσως να μιλά. Του τα εξήγησε όλα εν συντομία, κι εκείνος δε χρειάστηκε και πολύ για να φτάσει στο συμπέρασμα, ότι αυτή η δουλειά ήταν ό,τι το καλύτερο θα μπορούσε να συμβεί στην κόρη του τη συγκεκριμένη περίοδο. Χρειαζόταν να κάνει κάτι για να μη σκάσει, κι από τη στιγμή που δεν μπορούσε να γίνει αυτό που ήθελε, το να γίνει κάτι που του μοιάζει ήταν μια απόλυτα θετική εξέλιξη.
"Έχεις την ευλογία μου", της είπε μισοειρωνικά κι εκείνη χαμογέλασε πλατιά και σηκώθηκε και πήγε πίσω από την καρέκλα του και τον φίλησε στο κεφάλι, όπως πάντα.
"Κι εσύ τη δική μου", ψιθύρισε, κι αποχώρησε, παίρνοντας μαζί της τα κλειδιά του θρυλικού σκαραβαίου, του μοναδικού πράγματος που θα ήθελε κάποια μέρα να κληρονομήσει απ' το γέρο της.
Εκείνος φώναξε και πάλι στο γραφείο του την Ντίνα κι εκείνη άρχισε να του διαβάζει περιληπτικά τους, ούτως ή άλλως λιτούς φάκελους των τριών γυναικών.
"Άνα Φουνάρ, σαράντα εννιά χρόνων, από τη Ρουμανία, η πρώτη. Αν και η κόρη τους, Μαρία, είναι είκοσι εφτά χρόνων, ο Χριστάκης την παντρεύτηκε πριν από είκοσι πέντε χρόνια. Η κόρη δουλεύει σε ελεγκτικό γραφείο. Η ίδια μάλλον δεν εργάζεται. Εξακολουθούν να ζουν μαζί σ' ένα διαμέρισμα στην Ακρόπολη.
Ευγενία ή μάλλον Ευγενίγια Ιλίεβα, τριάντα οκτώ χρόνων, από τη Βουλγαρία, η δεύτερη. Παντρεύτηκαν πριν από δεκατρία χρόνια. Δεν έχουν παιδιά, κι αυτό μάλλον οφείλεται στο γεγονός ότι δεν πρόλαβαν να κάνουν, αφού χώρισαν πριν από δώδεκα χρόνια. Ζει, με παρέα ή χωρίς, στο Τσέρι. Εργάζεται σα μεταφράστρια, όχι σε γραφείο, αλλά σαν ελεύθερη επαγγελματίας.
Η τρίτη είναι η Ναντίν Μαξίμοβα, είκοσι εννιά χρόνων, από τη Ρωσία. Ένα παιδί, η Ελίνα, τριών χρόνων. Παντρεύτηκαν πριν από πέντε χρόνια. Δουλεύει εδώ και δύο χρόνια σε ταξιδιωτικό γραφείο που ειδικεύεται στη ρωσική αγορά. Ζει στο κέντρο της Λευκωσίας, πολύ κοντά μάλιστα στο διαμέρισμα του Χριστάκη.
Για καμιάν απ' αυτές δεν εκκρεμούν κάποια εντάλματα, ενώ δεν έχουν και καταδίκες για κάτι το σοβαρό, πέρα από δυο παραβιάσεις του κώδικα οδικής κυκλοφορίας από την τελευταία. Και οι τρεις έχουν πάρει την κυπριακή υπηκοότητα και είναι κάτοχοι διαβατηρίου. Σού είπα κάτι που δεν ξέρεις;"
"Ουσιαστικά όχι. Πρόλαβες να επικοινωνήσεις μαζί τους;"
"Ναι. Θ' αρχίσουμε τις συναντήσεις μας στις μιάμιση με την πρώτη. Θα συνεχίσουμε μια ώρα μετά με την τρίτη, και θα κλείσουμε με τη δεύτερη στις πέντε, αφού αυτή τη στιγμή βρίσκεται στην Πάφο και δεν μπορώ να επιστρέψει πίσω πριν από εκείνη την ώρα λέει".
"Καλώς. Πρέπει να φύγω για το υπουργείο τώρα. Μπορείς να έρθεις μαζί μου; Μάλλον τα θέματα που θα συζητήσουμε με τον διευθυντή θα είναι και τεχνικής φύσης, κι αυτά τα κατέχεις πολύ καλύτερα από μένα, ενώ τον Τεκ τον χρειαζόμαστε εδώ. Αν έχεις να κάνεις κάτι, πάσαρέ το, για την ώρα, στην Αγγέλα."
"ΟΚ. Δώσε μου δυο λεπτά και φύγαμε".

Συνεχίζεται.

Για να διαβάσετε τα προηγούμενα κεφάλαια πηγαίνετε στην κεντρική σελίδα.

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.