Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τα φαντάσματά του. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τα φαντάσματά του. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2015

Τα φαντάσματά του - Κεφάλαιο 2



Η Νάντια διαβάζει αργά και προσεκτικά τα περιεχόμενα των τριών φακέλων και κοιτά με βλέμμα διαπεραστικό τις φωτογραφίες των κοριτσιών που εξαφανίστηκαν τόσα χρόνια πριν, λες και θα μπορέσει να διαβάσει στις σχεδόν άχρωμες πια αποχρώσεις των προσώπων τις αλήθειες τους, να μαντέψει τους προορισμούς τους.
Η πρώτη, η Μάρθα Προκοπίου, χάθηκε από προσώπου γης τον Ιούνιο του 1984. Η πρώτη της φωτογραφία, που βγήκε σε κάποιο στούντιο, δείχνει ένα κορίτσι με σγουρά μαλλιά, μάλλον χλωμό και με κάπως αβέβαια χαρακτηριστικά. Λες και την πήγε κάποιος εκεί με το ζόρι και τώρα δεν μπορεί ν' αποφασίσει κατά πόσο θέλει να δείξει χαρούμενη ή λυπημένη. Η δεύτερη, η ερασιτεχνική, βγήκε μάλλον στην αυλή κάποιου σπιτιού. Η κοπέλα εδώ χαμογελά. Δείχνει χαλαρή. Φαίνεται ψηλή και ευλύγιστη και η ομορφιά της είναι πιο ευδιάκριτη απ' ό,τι στην πρώτη.
Η Κατερίνα Δημητρίου υπήρξε το δεύτερο θύμα του άγνωστου άντρα. Εξαφανίστηκε τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς. Αυτής τα μαλλιά είναι ίσια κοντά, τα μάγουλα λίγο ροδαλά και δε μοιάζει και τόσο ντροπαλή. Χαμογελά πλατιά στο φακό του φωτογράφου. Δεν υπάρχει άλλη φωτογραφία της κοπέλας στο φάκελο.
Ο τρίτος φάκελος περιέχει κι αυτός δύο φωτογραφίες, οι οποίες απεικονίζουν τη Σοφία Οικονόμου. Τα ίχνη της χάθηκαν τον Αύγουστο του επόμενου χρόνου. Τα μαλλιά της είναι μάλλον καφέ, μακριά μέχρι και τη μέση και το βλέμμα της προδίδει όπως και της πρώτης κοπέλας κάποια σύγχυση. Σα να μην ξέρει τι να κάνει. Το μόνο που σ' αυτή την περίπτωση το πρόσωπό της παραμένει απερίγραπτα το ίδιο και στις δύο φωτογραφίες. Λες κι έχει παγώσει στο χρόνο.
Εκτός από το ό,τι και οι τρεις κοπέλες ζούσαν στην ίδια περιοχή, δεν έμοιαζαν να έχουν κάποιο άλλο κοινό στοιχείο. Φοίτησαν σε διαφορετικά σχολεία, κι αν συναντήθηκαν ποτέ, μάλλον ποτέ τους δεν υπήρξαν φίλες, αν κρίνει κανείς από τις μαρτυρίες των κοντινών τους ανθρώπων. Από την άλλη όμως, η εποχή εκείνη δεν έμοιαζε με τη σημερινή, μπορούσε εύκολα να αποφύγει τα αδιάκριτα βλέμματα, αλλά και τα διακριτικά ή μη ερωτήματα, μ' ένα απλό ψέμα.
"Συμπεράσματα;" τη ρωτά τώρα ο Ιωάννου, που μετά από ένα σύντομο μονόλογο την άφησε στην ησυχία της.
"Ήταν πολύ τεμπέληδες οι συνάδελφοί σου", του λέει ατάραχα.
Εκείνος δεν απαντάει. Τι να της πει; Ότι έχει δίκιο; Αφού έχει και το ξέρει. Συνεχίζει εκείνη.
"Οι εξαφανίσεις μοιάζουν να συνδέονται η μία με την άλλη, αλλά αυτό δε σημαίνει κατ' ανάγκη ότι αυτό είναι αλήθεια. Μόνο αν ανακάλυπτε κανείς τα πτώματα των κοριτσιών και διέκρινε και εκεί κάποια μεθοδολογία, θα μπορούσε να είναι σίγουρος. Ο φάκελος της Δημητρίου αναφέρει ότι ο πατέρας της χώρισε με τη μάνα της και μετοίκισε στη Λευκωσία, αλλά δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι επικοινώνησε κάποιος μαζί του. Επίσης, η μια κοπέλα εξαφανίστηκε στην αρχή της σχολικής χρονιάς, η άλλη στο τέλος της και η τρίτη τον Αύγουστο της επόμενης. Το παράθυρο από την πρώτη μέχρι τη δεύτερη εξαφάνιση είναι μικρό, ενώ από τη δεύτερη στην τρίτη είναι μεγάλο. Αυτό πάει να πει ότι είτε ο ύποπτος Χ είναι πολύ απείθαρχος ή ότι κάτι άλλο παίζει, ή μάλλον έπαιζε, που αυτή τη στιγμή, δεν το βλέπουμε…"
"Δεν το σκέφτηκα αυτό. Δε διερευνούσα κιόλας τις υποθέσεις τότε προσωπικά, οπότε δεν ξέρω τι ακριβώς έκαναν οι συνάδελφοι. Είναι πάρα πολλά τα κενά, και όσο περνά ο καιρός θα γίνουν ακόμη περισσότερα, εκτός κι αν κάνω κάτι γι' αυτά".
"Κι εγώ θα σε βοηθήσω".
"Εσύ; Εσύ έχεις δουλειές να κάνεις με τη Μαργαρίτα. Τουλάχιστον έτσι λέει αυτή…"
"Τις δουλειές μπορεί να τις κάνει μια χαρά και μόνη. Εξάλλου θα είμαι μόνο ένα τηλεφώνημα και, πόσα, εξήντα χιλιόμετρα μακριά; Άσε που με χρειάζεσαι κιόλας".
"Νομίζεις;"
"Το ξέρω. Άλλαξαν οι εποχές. Τα πάντα, όπως ξέρεις, τώρα κινούνται σε άλλες ταχύτητες και χρειάζεσαι κάποιο δίπλα σου που συμβαδίζει με την εποχή. Και ξέρω ότι δεν μπορείς να πάρεις την προστατευόμενή σου μαζί, αφού αν το κάνεις το τμήμα θα βάλει λουκέτο -η "προστατευόμενη" είναι το δεξί του χέρι η Ντίνα, που κάθε άλλο παρά προστασία χρειάζεται- ενώ ελπίζω αυτή η υπόθεση να μου δώσει την ευκαιρία να ικανοποιήσω την περιέργειά μου…"
"Για τι αυτή τη φορά;"
"Για το τι σού βρήκε ο Τεκ. Μας τον έκλεψες…"
Ο Τεκ, μαζί με την Αγγέλα Αυγουστή, προσελήφθησαν πριν από ενάμιση χρόνο στην ομάδα που διοικούσε τότε ο Χοντρός. Τον βοήθησαν να λύσει ένα σωρό υποθέσεις σε ελάχιστο χρόνο κι από εκείνη την εποχή τον κάνουν περήφανο κάθε μέρα.
"Οι χάκερ μπορούν να ζήσουν και χωρίς αυτόν. Άσε που…"
"Ναι, ξέρω. Είναι στο στοιχείο του. Τώρα παίζει στη μεγάλη κατηγορία".
"Αν σε πάρω μαζί μου…"
"Είμαι φοιτήτρια, ή τουλάχιστον αυτό θα πούμε. Γράφω τη πτυχιακή μου που έχει να κάνει με τη βία κατά των γυναικών στην Κύπρο. Σ' ακολουθώ κατά πόδας για να μάθω όσο περισσότερα μπορώ γι' αυτό το θέμα. Θα πεταχτώ μόλις τελειώσουμε από εδώ μέχρι το σπίτι για να τυπώσω τη φοιτητική μου ταυτότητα και να πάρω κάποια πράγματα που θα χρειαστούμε: λαπτόπ, κινητά και κάτι άλλα μπιχλιμπίδια…"
"Και η Μαργαρίτα;"
"Ξέρει. Με ξέρει. Πίστεψέ με".
"Σε πιστεύω".
"Τώρα. Η τέταρτη υπόθεση…"
"Είπα στον Τεκ να μάθει ότι μπορεί, να τα τυπώσει και…"
"Πες μου τον αριθμό του τηλεφώνου του…"
Της τον λέει.
"Τεκ. Η Ζίτα είμαι", ανακοινώνει με το που απαντάει αυτός. "Θα σου δώσω το αφεντικό σου. Έχει κάτι να σου πει".
"Hola, μάστρε. Τι παίζει;"
"Βρήκες αυτά που σου ζήτησα;"
"Yes, sir!"
"Ωραία, στείλε τα εκεί που θα σου πει η… Ζήτα".
Την ακούει να του δίνει ένα λογαριασμό ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και ξέρει ότι πολύ σύντομα τα στοιχεία που χρειάζονται θα είναι εκεί.
"Με τον Τεκ από κει και μένα από 'δω να δεις που…"
"Ζήτα;" τη διακόπτει με πραγματική απορία εκείνος.
"Α, μια παλιά ιστορία. Όλοι μας έχουμε ψευδώνυμα. Είναι παράφραση της παράφρασης. Κάποιο geek πριν λίγα χρόνια ήθελε ντε και καλά να με βαφτίσει Ζήνα επειδή ήμουν πολύ καλή πολεμίστρια σ' ένα παιχνίδι εικονικής πραγματικότητας, αλλά δεν τον άφησα, αφού δε μου πάνε τα νερόβραστα. Τότε ο Τεκ έριξε την ιδέα να με ονομάσουν Ζήτα, από το Ζed, που είναι το τελευταίο γράμμα του λατινικού αλφαβήτου και το οποίο παραπέμπει σε διάφορους εικονικούς και μη χαρακτήρες και ήρωες. Τελικά συμβιβάστηκα μερικώς υιοθετώντας το Ζίτα, με γιώτα όχι με ήτα, ώστε να διατηρήσω το επαναστατικό μου πνεύμα…"
Εκείνος πάει να γελάσει, αλλά προτού προλάβει τον διακόπτει ο ήχος του τηλεφώνου. Το μήνυμα έχει φτάσει.
"Πάμε, λοιπόν…"

Συνεχίζεται.

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.
 

Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2015

Τα φαντάσματά του - Κεφάλαιο 1



Ο ουρανός είναι συννεφιασμένος και φυσάει πολύ, μα αυτός κάθεται σκεφτικός κάτω από την κληματαριά στην αυλή και δε μοιάζει να δίνει καμία σημασία σ' αυτά που συμβαίνουν γύρω του. Το κρύο δεν τον αγγίζει, οι φωνές απ' την κουζίνα, που μάλλον ψίθυροι είναι δεν τον φτάνουν, μόνο στο μέσα του κοιτά πού και πού καθώς κλείνει τα μάτια, ενώ σαν τα ανοίγει ρίχνει έντονες ματιές στα χαρτιά που είναι σκορπισμένα στο τραπέζι μπροστά του, και τα οποία συγκρατεί με δυο χέρια βαριά ώστε να μην τα πάρει ο αέρας.
"Μα τι κάνει;" ρωτά η Νάντια χαμηλόφωνα τη Μαργαρίτα.
Η τελευταία είναι η κόρη του άντρα, μια κοπέλα είκοσι έξι χρόνων με σπουδές ψυχολογίας που ελλείψει άλλων επιλογών, αλλά κι επειδή της αρέσει δουλεύει εδώ και μερικούς μήνες μαζί με την πρώτη. Είναι κάτι σαν τα κορίτσια για όλες τις δουλειές για κάποιους ηλικιωμένους ανθρώπους, ενώ κάνουν και έρευνες εκ μέρους τους, αλλά και για κάποιους άλλους, που αναζητούν φίλους, συγγενείς, απομεινάρια από κάποιες περασμένες ζωές.
"Λοιπόν;" επιμένει η φίλη της, που δεν αντέχει τις σιωπές όταν εμφανίζονται εκεί που δεν πρέπει.
"Οι εμμονές του. Τα φαντάσματά του", απαντάει εκείνη κι ένα δάκρυ ξεφεύγει απροσδόκητα από το άτονο πράσινο των ματιών της.
"Τι εννοείς;"
"Πώς να σου το εξηγήσω; Να, έχει μια μανία να λύνει όποια υπόθεση πέφτει στα χέρια του, και όταν δεν τα καταφέρνει, πότε τον πιάνουν τα νεύρα και πότε γίνεται μελαγχολικός. Προς το παρόν παραμένει αναποφάσιστος…"
"Για τη λύπη ή τα νεύρα;"
"Για το αν μπορεί να κάνει κάτι ή όχι".
Παραμένουν για λίγο σιωπηλές και τον παρατηρούν. Ο Πέτρος Ιωάννου, στα πενήντα εφτά του σχεδόν χρόνια, μοιάζει πρόωρα γερασμένος, αλλά η τωρινή του εικόνα τον αδικεί, αφού όταν δουλεύει είναι ακούραστος, δε ξεμένει ποτέ από ενέργεια και τα εκκωφαντικά έντονα πράσινα μάτια του πότε φωτίζουν πότε σκοτεινιάζουν, αλλά ποτέ δεν παραμένουν απαθή. Είναι χοντρός και σαν τέτοιον τον ξέρουν όλοι, αλλά από τότε που πήρε προαγωγή και ανέλαβε το τμήμα στο οποίο εργαζόταν κανείς δεν τολμά να του απευθυνθεί με το παρατσούκλι του.
"Είναι μια παλιά ιστορία", συνεχίζει, λες και δε σταμάτησε ποτέ να μιλά, η Μαργαρίτα. "Πάνε τριάντα χρόνια από τότε που άρχισε να τη διερευνά και ακόμη δεν έχει βγάλει άκρη".
"Για πες".
"Εσύ και η περιέργειά σου".
"Όσο ζω μαθαίνω".
"Κι εγώ, όσο ζω παθαίνω".
Γελούν για λίγο μα εκείνος δεν τις ακούει.
"Μίλα".
"Τότε ήταν ένας νέος αστυνομικός, τοποθετημένος στον αστυνομικό σταθμό της Κακοπετρίας. Όπως καταλαβαίνεις οι δουλειές που του έδιναν τότε ήταν κατά βάση αγγαρείες. Βασικά έκανε όλα όσα δεν ήθελε να κάνουν οι άλλοι…"
"Και τα έκανα μετά χαράς".
Λίγο έλειψε να τις τρομάξει. Πάντα εκινείτο αθόρυβα εκείνος και πάντα είχε την ικανότητα να εμφανίζεται στον κατάλληλο τόπο την κατάλληλη στιγμή.
"Μιλάτε για το τι κάνω εκεί έξω; Ό,τι κάνω πάντα όταν είμαι με άδεια…"
"Και ποτέ δε βγάζεις άκρη".
Η σχέση του πατέρα με την κόρη είναι πολύ στενή και ποτέ δε μασούν τα λόγια τους όταν μιλούν μεταξύ τους. Έτσι αντί να την εκνευρίσουν τα λόγια της τον κάνουν να χαμογελάσει. Τα μάτια του φωτίζονται λίγο καθώς τη βλέπει. Μεγάλωσε η Μαργαρίτα του, εδώ και χρόνια, αλλά εξακολουθεί να την κοιτά με το ίδιο τρυφερό βλέμμα που την κοιτούσε πάντα. Τη μετρά με το μάτι. Λεπτή, με μέτριο ανάστημα και μαλλιά μαύρα όλο και πιο μακριά, μ' εξαίρεση τα μάτια σε τίποτα δε φαίνεται να του μοιάζει. Αλλά είναι βγαλμένοι και οι δύο απ' το ίδιο καλούπι: πεισματάρηδες, άφοβοι, αποφασισμένοι για όλα, μα πάνω απ' όλα λάτρεις της δικαιοσύνης.
"Μη μου πείτε ότι θ' αγκαλιαστείτε τώρα και θα πλακώσετε τα φιλιά", λέει δήθεν αγανακτισμένη η Νάντια, βγάζοντάς τους απ' το προσωρινό τους τριπάκι.
"Τι κάνεις, Τροπικό;" τη ρωτά εκείνος. Τροπικό - έτσι την αποκαλεί από τη στιγμή που τη γνώρισε, κι αυτό λόγω των μαλλιών της, που είναι πάντα βαμμένα σε διάφορα χρώματα που θυμίζουν κάποιο τροπικό πουλί ή ψάρι.
"Λιάζομαι στη βαρυσυννεφιά. Θα μου πεις την ιστορία;"
Δείχνει με το κεφάλι της προς τα έξω. Εκεί που καθόταν πριν ο Ιωάννου. Στο τραπέζι με τους φακέλους και τα διάφορα χαρτιά, τα οποία αυτή τη στιγμή συνθλίβονται υπό το βάρος ενός πολύπριζου και του κινητού του τηλεφώνου.
"Δεν πρόλαβα να της την πω εγώ".
"Μα έτσι κι αλλιώς δεν την ξέρεις όλη".
"Φυσικά και την ξέρω. Λες να μην έχω μνήμη;"
"Μνήμη έχεις, αλλά εγώ έχω πηγές. Αργά χθες το βράδυ έμαθα ότι υπήρξε ένα νέο θύμα".
"Νέο θύμα;" Πετάχτηκε και πάλι στη μέση η Νάντια, προτού προλάβει καν η φίλη της να αντιδράσει.
"Και πώς ξέρεις ότι σχετίζεται με τις παλιές υποθέσεις;"
"Ο τρόπος".
"Εξαφανίστηκε…"
"Μια μέρα πριν τα δέκατα-έβδομα γενέθλιά της. Ακριβώς όπως τα κορίτσια τότε".
"Μα πώς είναι δυνατόν;"
"Όπως βλέπεις είναι. Τώρα αν ο θύτης είναι ο ίδιος ή κάποιος άλλος, κανείς δεν μπορεί στα σίγουρα να πει αυτή τη στιγμή".
Η Νάντια κοιτά μια τον πατέρα μια την κόρη. Η περιέργειά της είναι τόσο μεγάλη που νιώθει να της ανεβαίνουν τα αίματα στο κεφάλι. Αν δεν της πουν αμέσως τι έγινε παλιά και τι ακριβώς συμβαίνει τώρα θα εκραγεί. Το νιώθει, θα εκραγεί. Αλλά αν το κάνει τότε δε θα μάθει σύντομα αυτό που θέλει. Πιέζει λοιπόν τον εαυτό της να κάνει υπομονή, κι η Μαργαρίτα που την παρατηρεί με την άκρη του δεξιού της ματιού, τη δείχνει τώρα σιωπηλά στον πατέρα της κι αυτός δεν μπορεί να συγκρατήσει ένα χαμόγελο.
"Αν ήσουνα καρτούν", της λέει, "τώρα θα ξεκάπνιζες απ' τ' αυτιά".
"Θα της πεις".
"Θα της πω. Γιατί όχι; Αφού έτσι κι αλλιώς θα της τα ξεφούρνιζες όλα εσύ, οπότε τι είχαμε τι χάσαμε. Εξάλλου δεν είναι και τόσο άσκημη ιδέα να δει κάποιος με νέο βλέμμα τις υποθέσεις".
"Και τι σκοπεύεις να κάνεις αύριο;"
"Επίσημα; Τίποτα. Ανεπίσημα. Θα πάω στο χωριό για να δω αν χρειάζεται κάτι το σπίτι. Και ίσως και να μείνω και λίγες μέρες για να ξεκουραστώ. Αν μείνω εδώ θα είμαι μες στα πόδια της Γεωργίας και θα βράζω στα ζουμιά μου, αφού δε θα έχω τι να κάνω. Ενώ αν πάω εκεί…"
Η Γεωργία είναι η γυναίκα του. Στα πενήντα δύο της χρόνια εκείνη και παρά το ότι τρώει σχεδόν όσο ο άντρας, διατηρείται σε αρκετά καλή κατάσταση. Κάτι οι δουλειές του σπιτιού, κάτι ο μεταβολισμός της, κάτι το γεγονός ότι σε αντίθεση μ' εκείνον σπάνια πίνει, μοιάζει με μια εύθυμη σαραντάρα. Η μοναδική της σκοτούρα τώρα είναι η μικρή της κόρη, που σε λίγους μήνες θα φύγει για σπουδές στο εξωτερικό και την οποία φροντίζει λες και είναι μωρό-παιδί. Αιώνια κύπρια μάνα.
"Ναι, δίκιο έχεις. Αν μείνεις εδώ θα υποφέρεις, αλλά κι εκεί δε θα σε υποδεχτούν με ανοικτές αγκάλες".
"Θα βρω κάτι να τους πω. Εξάλλου δε θα ανακατευτώ καθόλου στη δική τους έρευνα. Υπάρχουν τρόποι να μάθει κανείς πράγματα χωρίς ν' ανοίξει τα χαρτιά του…"
"Και ποια χαρτιά είν' αυτά;"
Αρκετά άντεξε η Νάντια. Έπρεπε να μάθει. Τα πάντα.
Της κάνει νόημα με το κεφάλι να τον ακολουθήσει στο θερινό του γραφείο, που ειδικά γι' αυτήν την υπόθεση έχει μετατραπεί και σε χειμερινό. Εκείνη υπακούει. Το κρύο έξω γίνεται όλο και πιο έντονο, αλλά κανείς απ' τους δυο τους δε μοιάζει να το νιώθει κι ας είναι ελαφρά ντυμένοι. Εκείνος φοράει τις φόρμες του κι εκείνη ένα μαύρο τζιν παντελόνι κι ένα γκρίζο κοντομάνικό μπλουζάκι.
"Μπρρρ", ψιθυρίζει η Μαργαρίτα, που τους παρακολουθεί μόνη πια απ' το παράθυρο της κουζίνας. Και την επόμενη στιγμή αποφασίζει να πάει για ύπνο, αφού ξέρει ότι η επόμενη μέρα θα είναι πολύ κουραστική για την ίδια. Κι αυτό επειδή δεν έχει καμία απολύτως αμφιβολία ότι η φίλη της θα καταφέρει να πείσει το γέρο να την πάει μαζί του, και θ' αφήσουν αυτή πίσω τους για ν' αναλάβει όλες τις δουλειές της ιδιότυπης επιχείρησης που την εργοδοτεί.
Σκύβει στα χαρτιά η Νάντια. Εκείνος την κοιτά και της μιλά, για λίγο. Μια τριπλή υπόθεση βγαίνει απ' το ψυγείο, με την ελπίδα ότι δε θα εισέλθει μια νέα μέσα εκεί για να της κρατήσει συντροφιά.

Συνεχίζεται...

Ο τίτλος είναι στα σίγουρα προσωρινός.

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.