Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κείμενο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κείμενο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2015

Τα φαντάσματά του - Κεφάλαιο 1



Ο ουρανός είναι συννεφιασμένος και φυσάει πολύ, μα αυτός κάθεται σκεφτικός κάτω από την κληματαριά στην αυλή και δε μοιάζει να δίνει καμία σημασία σ' αυτά που συμβαίνουν γύρω του. Το κρύο δεν τον αγγίζει, οι φωνές απ' την κουζίνα, που μάλλον ψίθυροι είναι δεν τον φτάνουν, μόνο στο μέσα του κοιτά πού και πού καθώς κλείνει τα μάτια, ενώ σαν τα ανοίγει ρίχνει έντονες ματιές στα χαρτιά που είναι σκορπισμένα στο τραπέζι μπροστά του, και τα οποία συγκρατεί με δυο χέρια βαριά ώστε να μην τα πάρει ο αέρας.
"Μα τι κάνει;" ρωτά η Νάντια χαμηλόφωνα τη Μαργαρίτα.
Η τελευταία είναι η κόρη του άντρα, μια κοπέλα είκοσι έξι χρόνων με σπουδές ψυχολογίας που ελλείψει άλλων επιλογών, αλλά κι επειδή της αρέσει δουλεύει εδώ και μερικούς μήνες μαζί με την πρώτη. Είναι κάτι σαν τα κορίτσια για όλες τις δουλειές για κάποιους ηλικιωμένους ανθρώπους, ενώ κάνουν και έρευνες εκ μέρους τους, αλλά και για κάποιους άλλους, που αναζητούν φίλους, συγγενείς, απομεινάρια από κάποιες περασμένες ζωές.
"Λοιπόν;" επιμένει η φίλη της, που δεν αντέχει τις σιωπές όταν εμφανίζονται εκεί που δεν πρέπει.
"Οι εμμονές του. Τα φαντάσματά του", απαντάει εκείνη κι ένα δάκρυ ξεφεύγει απροσδόκητα από το άτονο πράσινο των ματιών της.
"Τι εννοείς;"
"Πώς να σου το εξηγήσω; Να, έχει μια μανία να λύνει όποια υπόθεση πέφτει στα χέρια του, και όταν δεν τα καταφέρνει, πότε τον πιάνουν τα νεύρα και πότε γίνεται μελαγχολικός. Προς το παρόν παραμένει αναποφάσιστος…"
"Για τη λύπη ή τα νεύρα;"
"Για το αν μπορεί να κάνει κάτι ή όχι".
Παραμένουν για λίγο σιωπηλές και τον παρατηρούν. Ο Πέτρος Ιωάννου, στα πενήντα εφτά του σχεδόν χρόνια, μοιάζει πρόωρα γερασμένος, αλλά η τωρινή του εικόνα τον αδικεί, αφού όταν δουλεύει είναι ακούραστος, δε ξεμένει ποτέ από ενέργεια και τα εκκωφαντικά έντονα πράσινα μάτια του πότε φωτίζουν πότε σκοτεινιάζουν, αλλά ποτέ δεν παραμένουν απαθή. Είναι χοντρός και σαν τέτοιον τον ξέρουν όλοι, αλλά από τότε που πήρε προαγωγή και ανέλαβε το τμήμα στο οποίο εργαζόταν κανείς δεν τολμά να του απευθυνθεί με το παρατσούκλι του.
"Είναι μια παλιά ιστορία", συνεχίζει, λες και δε σταμάτησε ποτέ να μιλά, η Μαργαρίτα. "Πάνε τριάντα χρόνια από τότε που άρχισε να τη διερευνά και ακόμη δεν έχει βγάλει άκρη".
"Για πες".
"Εσύ και η περιέργειά σου".
"Όσο ζω μαθαίνω".
"Κι εγώ, όσο ζω παθαίνω".
Γελούν για λίγο μα εκείνος δεν τις ακούει.
"Μίλα".
"Τότε ήταν ένας νέος αστυνομικός, τοποθετημένος στον αστυνομικό σταθμό της Κακοπετρίας. Όπως καταλαβαίνεις οι δουλειές που του έδιναν τότε ήταν κατά βάση αγγαρείες. Βασικά έκανε όλα όσα δεν ήθελε να κάνουν οι άλλοι…"
"Και τα έκανα μετά χαράς".
Λίγο έλειψε να τις τρομάξει. Πάντα εκινείτο αθόρυβα εκείνος και πάντα είχε την ικανότητα να εμφανίζεται στον κατάλληλο τόπο την κατάλληλη στιγμή.
"Μιλάτε για το τι κάνω εκεί έξω; Ό,τι κάνω πάντα όταν είμαι με άδεια…"
"Και ποτέ δε βγάζεις άκρη".
Η σχέση του πατέρα με την κόρη είναι πολύ στενή και ποτέ δε μασούν τα λόγια τους όταν μιλούν μεταξύ τους. Έτσι αντί να την εκνευρίσουν τα λόγια της τον κάνουν να χαμογελάσει. Τα μάτια του φωτίζονται λίγο καθώς τη βλέπει. Μεγάλωσε η Μαργαρίτα του, εδώ και χρόνια, αλλά εξακολουθεί να την κοιτά με το ίδιο τρυφερό βλέμμα που την κοιτούσε πάντα. Τη μετρά με το μάτι. Λεπτή, με μέτριο ανάστημα και μαλλιά μαύρα όλο και πιο μακριά, μ' εξαίρεση τα μάτια σε τίποτα δε φαίνεται να του μοιάζει. Αλλά είναι βγαλμένοι και οι δύο απ' το ίδιο καλούπι: πεισματάρηδες, άφοβοι, αποφασισμένοι για όλα, μα πάνω απ' όλα λάτρεις της δικαιοσύνης.
"Μη μου πείτε ότι θ' αγκαλιαστείτε τώρα και θα πλακώσετε τα φιλιά", λέει δήθεν αγανακτισμένη η Νάντια, βγάζοντάς τους απ' το προσωρινό τους τριπάκι.
"Τι κάνεις, Τροπικό;" τη ρωτά εκείνος. Τροπικό - έτσι την αποκαλεί από τη στιγμή που τη γνώρισε, κι αυτό λόγω των μαλλιών της, που είναι πάντα βαμμένα σε διάφορα χρώματα που θυμίζουν κάποιο τροπικό πουλί ή ψάρι.
"Λιάζομαι στη βαρυσυννεφιά. Θα μου πεις την ιστορία;"
Δείχνει με το κεφάλι της προς τα έξω. Εκεί που καθόταν πριν ο Ιωάννου. Στο τραπέζι με τους φακέλους και τα διάφορα χαρτιά, τα οποία αυτή τη στιγμή συνθλίβονται υπό το βάρος ενός πολύπριζου και του κινητού του τηλεφώνου.
"Δεν πρόλαβα να της την πω εγώ".
"Μα έτσι κι αλλιώς δεν την ξέρεις όλη".
"Φυσικά και την ξέρω. Λες να μην έχω μνήμη;"
"Μνήμη έχεις, αλλά εγώ έχω πηγές. Αργά χθες το βράδυ έμαθα ότι υπήρξε ένα νέο θύμα".
"Νέο θύμα;" Πετάχτηκε και πάλι στη μέση η Νάντια, προτού προλάβει καν η φίλη της να αντιδράσει.
"Και πώς ξέρεις ότι σχετίζεται με τις παλιές υποθέσεις;"
"Ο τρόπος".
"Εξαφανίστηκε…"
"Μια μέρα πριν τα δέκατα-έβδομα γενέθλιά της. Ακριβώς όπως τα κορίτσια τότε".
"Μα πώς είναι δυνατόν;"
"Όπως βλέπεις είναι. Τώρα αν ο θύτης είναι ο ίδιος ή κάποιος άλλος, κανείς δεν μπορεί στα σίγουρα να πει αυτή τη στιγμή".
Η Νάντια κοιτά μια τον πατέρα μια την κόρη. Η περιέργειά της είναι τόσο μεγάλη που νιώθει να της ανεβαίνουν τα αίματα στο κεφάλι. Αν δεν της πουν αμέσως τι έγινε παλιά και τι ακριβώς συμβαίνει τώρα θα εκραγεί. Το νιώθει, θα εκραγεί. Αλλά αν το κάνει τότε δε θα μάθει σύντομα αυτό που θέλει. Πιέζει λοιπόν τον εαυτό της να κάνει υπομονή, κι η Μαργαρίτα που την παρατηρεί με την άκρη του δεξιού της ματιού, τη δείχνει τώρα σιωπηλά στον πατέρα της κι αυτός δεν μπορεί να συγκρατήσει ένα χαμόγελο.
"Αν ήσουνα καρτούν", της λέει, "τώρα θα ξεκάπνιζες απ' τ' αυτιά".
"Θα της πεις".
"Θα της πω. Γιατί όχι; Αφού έτσι κι αλλιώς θα της τα ξεφούρνιζες όλα εσύ, οπότε τι είχαμε τι χάσαμε. Εξάλλου δεν είναι και τόσο άσκημη ιδέα να δει κάποιος με νέο βλέμμα τις υποθέσεις".
"Και τι σκοπεύεις να κάνεις αύριο;"
"Επίσημα; Τίποτα. Ανεπίσημα. Θα πάω στο χωριό για να δω αν χρειάζεται κάτι το σπίτι. Και ίσως και να μείνω και λίγες μέρες για να ξεκουραστώ. Αν μείνω εδώ θα είμαι μες στα πόδια της Γεωργίας και θα βράζω στα ζουμιά μου, αφού δε θα έχω τι να κάνω. Ενώ αν πάω εκεί…"
Η Γεωργία είναι η γυναίκα του. Στα πενήντα δύο της χρόνια εκείνη και παρά το ότι τρώει σχεδόν όσο ο άντρας, διατηρείται σε αρκετά καλή κατάσταση. Κάτι οι δουλειές του σπιτιού, κάτι ο μεταβολισμός της, κάτι το γεγονός ότι σε αντίθεση μ' εκείνον σπάνια πίνει, μοιάζει με μια εύθυμη σαραντάρα. Η μοναδική της σκοτούρα τώρα είναι η μικρή της κόρη, που σε λίγους μήνες θα φύγει για σπουδές στο εξωτερικό και την οποία φροντίζει λες και είναι μωρό-παιδί. Αιώνια κύπρια μάνα.
"Ναι, δίκιο έχεις. Αν μείνεις εδώ θα υποφέρεις, αλλά κι εκεί δε θα σε υποδεχτούν με ανοικτές αγκάλες".
"Θα βρω κάτι να τους πω. Εξάλλου δε θα ανακατευτώ καθόλου στη δική τους έρευνα. Υπάρχουν τρόποι να μάθει κανείς πράγματα χωρίς ν' ανοίξει τα χαρτιά του…"
"Και ποια χαρτιά είν' αυτά;"
Αρκετά άντεξε η Νάντια. Έπρεπε να μάθει. Τα πάντα.
Της κάνει νόημα με το κεφάλι να τον ακολουθήσει στο θερινό του γραφείο, που ειδικά γι' αυτήν την υπόθεση έχει μετατραπεί και σε χειμερινό. Εκείνη υπακούει. Το κρύο έξω γίνεται όλο και πιο έντονο, αλλά κανείς απ' τους δυο τους δε μοιάζει να το νιώθει κι ας είναι ελαφρά ντυμένοι. Εκείνος φοράει τις φόρμες του κι εκείνη ένα μαύρο τζιν παντελόνι κι ένα γκρίζο κοντομάνικό μπλουζάκι.
"Μπρρρ", ψιθυρίζει η Μαργαρίτα, που τους παρακολουθεί μόνη πια απ' το παράθυρο της κουζίνας. Και την επόμενη στιγμή αποφασίζει να πάει για ύπνο, αφού ξέρει ότι η επόμενη μέρα θα είναι πολύ κουραστική για την ίδια. Κι αυτό επειδή δεν έχει καμία απολύτως αμφιβολία ότι η φίλη της θα καταφέρει να πείσει το γέρο να την πάει μαζί του, και θ' αφήσουν αυτή πίσω τους για ν' αναλάβει όλες τις δουλειές της ιδιότυπης επιχείρησης που την εργοδοτεί.
Σκύβει στα χαρτιά η Νάντια. Εκείνος την κοιτά και της μιλά, για λίγο. Μια τριπλή υπόθεση βγαίνει απ' το ψυγείο, με την ελπίδα ότι δε θα εισέλθει μια νέα μέσα εκεί για να της κρατήσει συντροφιά.

Συνεχίζεται...

Ο τίτλος είναι στα σίγουρα προσωρινός.

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ

Δευτέρα 20 Ιουλίου 2015

Το τρίτο θύμα - Κεφάλαιο 9



"Πώς τον ανακάλυψες;" ρωτά ο Ιωάννου, τον Τεκ, που στέκεται τώρα μπροστά του μαζί με τις δύο κοπέλες.
"Εύκολο ήταν. Αν θυμάσαι, πέρυσι, όταν ρίξαμε τον Γρηγόρη Γεωργίου στη φυλακή, μας είπες να έχουμε να μάτια ανοικτά ώστε να μάθουμε ποιος θα γινόταν ο νέος άμεσος συνεργάτης του Πιγκουίνου. Του πήρε πολλή καιρό μέχρι να αποφασίσει, αλλά τελικά, μόλις πρόσφατα, επέλεξε τον Κώστα Ιωσήφ. Αυτός μού φάνηκε από την πρώτη στιγμή που είδα τη φωτογραφία του, ότι σ' αντίθεση με τον Γρηγόρη, ασχολείτο πολύ με την τεχνολογία. Βρήκα λοιπόν τον αριθμό του τηλεφώνου του κι από τότε παρακολουθώ, νόμιμα παρακαλώ, τις κινήσεις του μέσω μιας εφαρμογής στο επίσημο κινητό μου. Φυσικά έχει ένα ακόμη κινητό, το οποίο μάλλον του έδωσε το αφεντικό του, του οποίου επίσης γνωρίζω τον αριθμό, αφού συνηθίζει να εμφανίζεται πάντα εκεί όπου είναι και το άλλο…"
"Και πώς ανακάλυψες ότι του τηλεφώνησαν απ' την Παγίδα; Δώσε μου τη σύντομη εκδοχή αυτή τη φορά".
"Έλεγξα τις κλήσεις που έγιναν απ' την περιοχή αμέσως μετά το περιστατικό και…"
"Καλά. Κατάλαβα. Δύο κλήσεις. Μια για το γεγονός και μια για επιπλέον ενημέρωση".
"Πώς θα το παίξεις;" ρωτά τώρα το αφεντικό της, η Ντίνα.
"Με τον Πιγκουίνο; Αργά και προσεκτικά, όπως πάντα. Με τους άλλους; Θ' αρχίσω τις ανακρίσεις αργά το απόγευμα, αφού τους δώσω την ευκαιρία να ξεκουραστούν. Όταν έχουν καθαρό μυαλό ίσως να έχουν περισσότερα να μας πουν. Τεκ, με τα εντάλματα τι γίνεται;"
"Βγήκαν. Περιμένω τώρα να μού στείλουν τα στοιχεία από τις τράπεζες, ώστε να μάθουμε τι ακριβώς συμβαίνει με τα οικονομικά του… θύματος".
"Δεν υπάρχει λόγος να με χειρίζεσαι με το γάντι…"
"Και ο δικηγόρος του θα είναι πολύ σύντομα εδώ, αφού τον κάλεσα μόλις μού έστειλε μήνυμα η Ντίνα ότι είστε καθοδόν".
"Ωραία. Αγγέλα, με το βίντεο πώς τα πάμε; Υποθέτω έχεις πολλή υλικό".
"Ναι. Θα πάρει ώρα να το μελετήσω με την ησυχία μου. Τεκ, στέλνεις στο e-mail μου μια φωτογραφία του Ιωσήφ, ώστε να ξέρω ποιον ψάχνω;"
"Στην έστειλα πριν από μισή ώρα. Μαζί με τους αριθμούς όλων των τηλεφώνων που ήταν ενεργά στην περιοχή εκείνη τη στιγμή. Προς το παρόν δεν είδα κάτι που να μου τραβήξει την προσοχή, πέρα απ' αυτό που ήδη ανέφερα".
"Καλώς. Κάντε αυτά που ξέρετε. Όταν έρθει ο δικηγόρος στείλτε τον αμέσως εδώ. Πηγαίνετε".
Άρχισαν να αποχωρούν, αλλά την τελευταία στιγμή ο Ιωάννου είπε στην Ντίνα να παραμείνει εκεί.
"Ήθελες κάτι να μου πεις; Ή κάνω λάθος;"
"Νόμιζα ότι αυτή τη φορά δε θα το πρόσεχες, μα χαίρομαι που έπεσα έξω. Αυτό πάει να πει…"
"Ναι. Ναι. Παρακάτω…"
"Η κοπέλα που ανακάλυψε το πτώμα, μού φάνηκε ότι έκρυβε κάτι. Εντάξει, δεν προσπαθήσαμε να την ανακρίνουμε, και ίσως να μην είχε κιόλας ξεπεράσει το σοκ, αλλά το ένστικτό μου μού λέει ότι κάτι δεν πάει καλά μαζί της".
"Ίσως να ήταν η τελευταία, σε εισαγωγικά, κατάκτηση του Χριστάκη. Ίσως και όχι. Θα ρωτήσω και θα μάθω. Κάτι άλλο;"
" Υπάρχει επίσης κάτι που δε βλέπουμε, κατά την άποψή μου. Δεν είμαι σίγουρη ότι ο Νίκος επικοινωνούσε με τον οχτρό απλά και μόνο επειδή θα μπορούσε να του δώσει δουλειά. Κάποιο λάκκο έχει η φάβα. Δε θα με εξέπληττε καθόλου αν μαθαίναμε ότι…"
"Ο Πιγκουίνος θέλει να προσθέσει το μαγαζί στη μικρή του αυτοκρατορία".
"Ναι".
"Το σκέφτηκα. Το πρόβλημα είναι ότι δεν κινείται και πολλή ρευστό στην αγορά αυτή την περίοδο, οπότε πού θα έβρισκε το χρήμα για να επεκταθεί;"
"Το έθεσες λάθος. Δεν κινείται πολλή χρήμα στα φανερά αυτή την περίοδο, έπρεπε να πεις. Κι ακόμη δεν ξέρουμε όλους με τους οποίους έχει πάρε-δώσε εκείνος. Εξάλλου ένα μαγαζί δεν πρέπει να είναι κατ' ανάγκη κερδοφόρο για να κάνει τη δουλειά του".
"Δίκιο έχεις. Πες του Τεκ να ψάξει το θέμα όταν βρει το χρόνο. Κάτι μου λέει ότι δεν κρύβεται τούτος πίσω από το φονικό, αλλά φυσικά δεν μπορώ να είμαι σίγουρος. Εσύ, για να προχωρούμε, ψάξε τα οικογενειακά του Χριστάκη. Γονείς και αδέλφια δεν έχει, αλλά έχει τρεις πρώην γυναίκες και δύο παιδιά. Καλύτερα να τις επισκεφθούμε μαζί, αφού με ξέρουν, αλλά είναι προτιμότερο να το κάνουμε αυτό μετά από το μεσημέρι μια κι έχω πολλά να κάνω τώρα. Βρες τηλέφωνα, διευθύνσεις κτλ. Υποθέτω τις έχουν ενημερώσει ήδη, έτσι;"
"Ναι, απ' το τμήμα του Στροβόλου. Η πρώτη ήθελε να επισκεφθεί τη σκηνή, αλλά της το απαγόρευσαν με τρόπο".
"Καλά έκαναν. Λοιπόν, εκτός απ' αυτά, έχεις ιδέα τι άλλο με περιμένει;"
"Θα πω στην κυρία Αγγελίδου να έρθει μέσα".
Αποχώρησε κλείνοντας την πόρτα πίσω της. Μια στιγμή μετά, η Αγγελίδου, την άνοιξε και μπήκε μέσα. Η Χριστίνα Αγγελίδου ήταν η πρώτη κι η τελευταία πρόσληψη που έκανε ο Ιωάννου, αφότου κατέλαβε τη θέση του διευθυντή του τμήματος κι έγινε υπαστυνόμος. Νεαρή στην ηλικία κι αυτή, μόλις είκοσι τεσσάρων χρόνων, με μακριά σγουρά μαλλιά κι ανήσυχα καφέ μάτια, μετρίου αναστήματος ίσως όχι και τόσο όμορφη, αλλά κατά κάποιο τρόπο ελκυστική, προσελήφθη με σύμβαση λίγους μήνες πριν, αναπληρώνοντας τη γραμματέα του Σωτηρίου, που τον ακολούθησε στο Αρχηγείο. Ως συνήθως το ένστικτό του δεν έπεσε έξω γι' αυτήν. Ήταν ακούραστη, μάντευε τις ανάγκες του προτού καν τις εκφράσει, και δεν την ενοχλούσε καθόλου αν δούλευε περισσότερες ώρες απ' τον καθένα εκεί μέσα. Το μόνο που δεν είχε φίλους. Μπορούσε να το δει αυτό. Δυσκολευόταν να ανοιχτεί στους άλλους, κι έχοντας σαν αφεντικό αυτόν που τους έβγαζε όλους το λάδι, ίσως να μην είχε κιόλας το χρόνο για να το κάνει.
"Τι έχω σήμερα, Χριστινιώ;" Πάντα έτσι την αποκαλούσε, κλέβοντάς της ένα μικρό χαμόγελο κάθε πρωί.
"Τηλεφώνησε ο κύριος Σωτηρίου και είπε να τον πάρετε όταν βρείτε το χρόνο. Πρέπει να υπογράψετε τα χαρτιά για κάποια πράγματα που ζήτησε να παραγγείλουμε για το τμήμα ο Ιακώβου και τα οποία εγκρίνατε. Έχετε συνάντηση με το γενικό διευθυντή του υπουργείου στις έντεκα. Και το αυτοκίνητό σας πρέπει να πάει για σέρβις κι επιθεώρηση εντός της ημέρας. Σας το υπενθύμισα…"
"Δυο-τρεις φορές. Το ξέρω. Το ξέχασα. Γηρατειά βλέπεις. Κάτι άλλο;"
"Προς το παρόν όχι".
"Καλώς. Θα σε φωνάξω, αν σε χρειαστώ".
Τι κάνω εδώ; αναρωτιέται, προτού καν κλείσει η πόρτα. Θα έπρεπε να είμαι εκεί έξω, να ψάχνω το δολοφόνο του φίλου μου, αλλά…
Κατάρα κι ευλογία αποδείχτηκε γι' αυτόν η προαγωγή. Κατάρα, επειδή δεν μπορεί πια να βγαίνει στους δρόμους, όπως τ' αρέσει, ευλογία γιατί με τη βοήθεια των παιδιών έχει βάλει πια το τμήμα σε τάξη κι όλα κυλούν ομαλά. Τα εντάλματα βγαίνουν γοργά, οι έρευνες διεκπεραιώνονται πιο γρήγορα παρά ποτέ, τα παράπονα των πολιτών μειώθηκαν στο ελάχιστο, και χάρη στον Τεκ, τουλάχιστον μια ομάδα, αυτή των τριών, της οποίας την ηγεσία έχει αναλάβει η Ντίνα, κινείται για τα καλά στον 21ο αιώνα. Ακόμη κι αυτός, που μέχρι δυο χρόνια πριν δεν είχε καν κινητό τηλέφωνο, μεταπήδησε, καλλιά αργά παρά ποτέ, απ' την εποχή του τηλεφωνικού θαλάμου στην ψηφιακή εποχή.
Κοιτά το κινητό τηλέφωνό του και, για δες καιρούς που φτάσαμε, σκέφτεται. Το προηγούμενό του κινητό, κληρονομιά απ' τη γυναίκα του, ήταν παλιό σαν ιστορία. Όταν χάλασε θέλησε να το επιδιορθώσει και ο μάστορας, τεχνικούς τους λένε τώρα, του είπε χαμογελώντας, ότι θα μπορούσε να το χαρίσει σε κάποιο μουσείο ή να το πουλήσει στο ebay σαν αντίκα, αλλά να το φτιάξει όχι. Τελικά ο Τεκ του εξασφάλισε από δεύτερο χέρι αυτό το μαραφέτι και με τη βοήθεια όλων άρχισε σιγά-σιγά να το μαθαίνει και πολύ του αρέσει τώρα. Έξυπνο κινητό, σου λέει!
Ξαφνικά, θυμάται το αμάξι του κι αποφασίζει να φροντίσει αμέσως το θέμα, αφού δεν του αρέσει να κάνει παρανομίες ποτέ. Θα προτιμούσε ν' αφήσει τον αγαπημένο του σκαραβαίο ακινητοποιημένο παρά να τον οδηγήσει έστω και μια φορά χωρίς να απαραίτητα πιστοποιητικά. Παίρνει, λοιπόν, τηλέφωνο την Μαργαρίτα.
"Γέρο".
"Κόρη. Έχεις δουλειά;"
"Τώρα όχι. Το μεσημέρι όμως…"
"Ωραία. Δεν έχω χρόνο για κουβέντα τώρα. Μπορείς να πας το αυτοκίνητό μου για σέρβις στον Αντρέα και να του πεις ότι πρέπει να περάσει από επιθεώρηση σήμερα; Το ξέχασα…"
"Θα του τηλεφωνήσω αμέσως ώστε να μπορέσει να σε στριμώξει στον πρόγραμμά του, αν έχει δουλειά δηλαδή. Είσαι στο σταθμό;"
"Ναι".
"Οκέι. Έρχομαι να το πάρω".
Του το έκλεισε κατάμουτρα, αλλά αυτό δεν τον πείραξε, αφού κι αυτός το ίδιο πράγμα έκανε πάντα. Η σχέση τους ήταν τόσο στενή που οι ευχαριστίες και οι χαιρετούρες τους ήταν αχρείαστες.
Η πόρτα άνοιξε απαλά και είδε από κει να ξεπροβάλει για μια φευγαλέα στιγμή το κεφάλι της Ντίνας.
"Ο δικηγόρος είναι εδώ", είπε κι εκείνος της έκανε νόημα να τον οδηγήσει μέσα.

Συνεχίζεται.

Μπορείτε να βρείτε τα προηγούμενα κεφάλαια στην κεντρική σελίδα.

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.
 

Πέμπτη 9 Ιουλίου 2015

Το τρίτο θύμα - Κεφάλαιο 4



Πολλής κόσμος είναι μαζεμένος στο διαμέρισμα του Χριστάκη. Ο Θεοδούλου, που στέκεται στην είσοδο και μοιάζει να επιτηρεί την όλη επιχείρηση, ο Αντωνίου, ο οποίος εξετάζει το νεκρό κορμί, που ακόμη βρίσκεται μέσα στη μπανιέρα, και τέσσερα άτομα της σήμανσης, άντρες και γυναίκες.
Ο Ιωάννου συστήνεται στον πρώτο, ο οποίος ήδη τον γνωρίζει σαν όνομα, και στέκεται με τις δύο κοπέλες μέσα μόλις από την εξώπορτα περιεργαζόμενος το χώρο. Αν και φίλος με το θύμα, δεν έχει πάει ποτέ εκεί. Πρόκειται για ένα ευρύχωρο διαμέρισμα που θα μπορούσε άνετα να φιλοξενήσει μια μεγάλη οικογένεια. Τους τοίχους στολίζουν διάφοροι πίνακες, αλλά και κάποιες ερασιτεχνικές ζωγραφιές, μάλλον των παιδιών που απόκτησε με τις πρώην συζύγους του. Στο σαλόνι ένας τεράστιος καναπές σε σχήμα Γ, ένα τρίπατο τραπεζάκι μπροστά, τζάκι, μια τηλεόραση πενήντα ιντσών και μια τραπεζαρία, στην οποία θα μπορούσαν να καθίσουν μια ντουζίνα άτομα.
Προχωρά στα ενδότερα, ενώ η Ντίνα και η Αγγέλα, μένουν για λίγο πίσω, αφού θέλουν να του δώσουν το χώρο του. Περιφέρονται στο σαλόνι και παρατηρούν τα πάντα, ενώ η Αγγέλα τα καταγράφει κιόλας, ως συνήθως, με μια μικρή βιντεοκάμερα, σε περίπτωση που τους ξεφύγει κάτι. Φορούν από ένα ζευγάρι γάντια κι αρχίζουν να ψάχνουν σε συρτάρια και έπιπλα για οτιδήποτε θα μπορούσε να φανεί χρήσιμο. Ωστόσο φροντίζουν να μείνουν έξω από τα πόδια της ομάδας σήμανσης αφού η δική τους δουλειά επείγει πιο πολύ.
Στο μεταξύ στο μπάνιο το αφεντικό τους παρακολουθεί τον ιατροδικαστή καθώς εξετάζει σιγά-σιγά και προσεκτικά το νεκρό του φίλο. Μοιάζει γαλήνιος τώρα ο Χριστάκης, σ' αντίθεση δηλαδή από τότε που ήταν ζωντανός. Έτσι θα είμαι κι εγώ όταν πεθάνω; αναρωτιέται. Τουλάχιστον τότε δε θα έχω ν' ανησυχώ για τις αϋπνίες μου, προσθέτει σιωπηλά και σχεδόν χαμογελά.
Μεγάλωσαν μαζί με τον Χριστάκη, αν και ο ίδιος ήταν δύο χρόνια μεγαλύτερος απ' αυτόν. Ήταν γείτονες στο χωριό τους, τη Γαλάτα, και ξόδεψαν αμέτρητα απογεύματα παίζοντας μπάλα, κάνοντας μικρές παρανομίες και καυγαδίζοντας όταν ήταν μικροί. Οι μανάδες τους ήταν φιλενάδες και όπου τις έχανες όπου τις έβρισκες η μια στο σπίτι της άλλης ήταν. Αλλά ακόμη και τότε ήταν διαφορετικοί οι δυο τους. Στον Χοντρό δεν άρεσε η πολυκοσμία, την απέφευγε, ενώ ο άλλος την επιδίωκε. Στις γιορτές και τα πανηγύρια ήταν πάντα πρώτος. Ίσως και γι' αυτό τελικά κατέληξε να κάνει τη δουλειά που έκανε. Και να που…
Δεν μπορεί να το χωνέψει ακόμη ότι ο φίλος του είναι νεκρός, κι ας το βλέπει. Νιώθει την ανάγκη να δακρύσει και πάλι, αλλά δε θα το κάνει, όχι μπροστά στους άλλους. Εξάλλου, είναι σίγουρος ότι αν ο Χριστάκης μπορούσε να προβλέψει το μέλλον, θα του έλεγε ότι με την ευκαιρία του θανάτου του θα ήθελε να στήσουν γιορτή, ένα μεγάλο φαγοπότι.
Καθώς παρατηρεί το χώρο νιώθει από πίσω την παρουσία των δύο γυναικών. Μετακινείται λίγο στο πλάι ώστε να μπορέσουν να δουν κι αυτές τη σκηνή. Ποιος ξέρει, ίσως να εντοπίσουν και κάτι το οποίο αυτή τη στιγμή του ξεφεύγει.
Ο Αντωνίου γυρνά προς το μέρος τους.
"Δεν μπορώ να σας πω τίποτα με σιγουριά για την ώρα. Κάτι δεν πάει καλά εδώ. Ο Θεοδούλου είχε δίκιο, κάποιος τον έπνιξε, αλλά δε φέρει εκδορές σε κάποια άλλα σημεία του σώματος, που να δείχνουν ότι πάλεψε με το δολοφόνο του, κι αυτό είναι λίγο περίεργο, αφού είναι πολύ δυνατός. Εκτός κι αν έχασε τις αισθήσεις του απ' το αλκοόλ, αλλά αν κρίνω απ' το σωματότυπό του αυτό δεν το νομίζω. Θα τον μεταφέρω στο νεκροτομείο και θα κάνω όλες τις αναγκαίες εξετάσεις και μόλις έχω νέα θα σας ειδοποιήσω".
Ανασηκώθηκε από το πάτωμα και πήρε τηλέφωνο κάποιον.
"Ελάτε να τον πάρετε", είπε.
Σε λίγο εμφανίστηκαν δύο τραυματιοφορείς και άρχισαν να τον ετοιμάζουν. Λίγο μετά αναχώρησαν μαζί του και τον ιατροδικαστή.
"Τι βλέπετε;" ρώτησε ο Ιωάννου μόλις έφυγαν.
"Μάλλον τον σκότωσαν στην μπανιέρα. Δεν τον τοποθέτησαν μετά εκεί αφού πολύ πιθανόν να άφηναν κάποια ίχνη στο χώρο. Φυσικά δεν ξέρω αν υπήρξε πάλη μεταξύ του θύματος και του θύτη. Σ' αυτή την περίπτωση όμως λίγο τουλάχιστον νερό θα είχε πεταχτεί έξω, αλλά και πάλι, λόγω της θερμοκρασίας θα είχε στεγνώσει μέχρι τώρα, οπότε…", άφησε την τελευταία λέξη να αιωρείται σα λαιμητόμος στον αέρα η Ντίνα.
"Οπότε δεν ξέρουμε τίποτα", συμπλήρωσε εκείνος.
"Ξέρουμε κάτι", δήλωσε η Αγγέλα. "Ότι, όποιος και να τον σκότωσε, πήρε κάτι από εδώ".
Το εδώ ήταν το ντουλαπάκι έξω από το μπάνιο. Απ' την αριστερή του πάνω πλευρά όντως έμοιαζε να λείπει κάτι, σε σχήμα ορθογώνιο, μεγέθους δέκα επί είκοσι εκατοστών περίπου.
Ο Ιωάννου φώναξε κάποιον από τη σήμανση για να έρθει να το φωτογραφήσει και να ψάξει για αποτυπώματα. Είχε φωτογραφηθεί και μετρηθεί ήδη, του είπαν, τα αποτυπώματα θα τα έπαιρναν σε λίγο. Το μέγεθος του αντικειμένου που έλειπε ήταν δώδεκα επί είκοσι εκατοστά.
"Ντίνα, Αγγέλα, αρχίστε να ψάχνετε τα δωμάτια ένα-ένα. Ξέρετε τι αναζητούμε: φωτογραφίες, λογαριασμούς, γράμματα -αν υπάρχει δηλαδή κανείς που γράφει ακόμη- κτλ. Α, ναι…", στράφηκε προς τη μεριά της ομάδας σήμανσης, "βρήκατε τα κινητά του;" ρώτησε.
"Κινητά; Βρήκαμε μόνο ένα. Και η κάρτα έχει ήδη λήξει. Πόσα είχε;"
"Τρία-τέσσερα, δεν είμαι σίγουρος. Πάντως είχε τρεις-τέσσερις αριθμούς. Μπορείτε να μας παραδώσετε το κινητό που βρήκατε; Έχουμε ένα τεχνικό στο τμήμα που…"
"Έχουμε διαταγές να κάνουμε ό,τι μας ζητήσετε".
"Ντίνα".
Η κοπέλα παρέλαβε το συσκευασμένο σε μια πλαστική σακούλα κινητό, υπέγραψε μια απόδειξη, πήρε ένα αντίτυπό της, και τα τοποθέτησε και τα δυο σε ένα μεγάλο δερμάτινο τσαντάκι, που κουβαλούσε πάντα μαζί της γι' αυτόν ακριβώς το λόγο.
"Συνεχίστε", διέταξε το αφεντικό, και οι γυναίκες άρχισαν τις έρευνές τους στα υπνοδωμάτια, ενώ εκείνος τριγυρνούσε από δω κι από κει εντελώς σιωπηλός, επιτέλους απόλυτα συγκεντρωμένος, αναζητώντας κάτι που δεν μπορούσε να προσδιορίσει.
Ο ήλιος είχε αρχίσει να κάνει αισθητή την παρουσία του για τα καλά και καθώς η τζαμαρία του σαλονιού αντίκριζε την ανατολή, η θερμοκρασία πήρε την ανιούσα. Είχε δίκιο τελικά ο Χοντρός, η σημερινή θα αποδεικνυόταν μια πολύ ζεστή μέρα.

Συνεχίζεται.

Κεφάλαια: Ένα, δύο και τρία.

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.
 

Τετάρτη 8 Ιουλίου 2015

Το τρίτο θύμα - Κεφαλαιο 3



Ποτέ δεν περίμενε να πεθάνει μ' αυτό τον τρόπο. Ίσως από βαθιά γεράματα. Ίσως από κάποια αρρώστια. Αλλά σίγουρα όχι έτσι.
Έχει πλάκα η ζωή, σκέφτεται, λίγο προτού ξεψυχήσει. Προσπαθεί για μια στιγμή να χαμογελάσει, αλλά δεν το μπορεί. Το μόνο που καταφέρνει είναι ν' αφήσει ένα μορφασμό να πάρει σχήμα σ' ένα πρόσωπο ασυγχώρητα ταλαιπωρημένο. Έχει πλάκα η ζωή. Άγρια πλάκα. Εκεί που φοβόταν τον καθένα και το καθετί. Εκεί που απέφευγε τις σκιές λες και επρόκειτο για τρομαχτικά όντα. Εκεί που… Αλλά τι σημασία έχει τώρα. Ο θάνατος ήρθε από αλλού.
"Ήρθα για να σε σκοτώσω", ήταν τα πρώτα λόγια που βγήκαν από εκείνα τα σκληρά χείλη, τόσο απλά, σα να έλεγε: Ήρθα για να πληρώσω τα κοινόχρηστα ή να εισπράξω το νοίκι. Ήρθε να με σκοτώσει, αλλά γιατί; Επειδή απέφυγα να αναφέρω μιαν αλήθεια που για χρόνια αναζητούσε; Ήταν αυτός άραγε ο λόγος ή κάποιος άλλος;
Πόσο χρόνο θα χρειαστεί για να πεθάνει δεν έχει ιδέα. Ή ίσως και να μην πεθάνει. Κανείς δεν ξέρει. Ψέματα. Κάποιος ξέρει. Δεν έχει τη δύναμη να σηκωθεί από κει που βρίσκεται, αλλά ούτε και να συρθεί προς τα έξω. Τα μέλη είναι παραλυμένα. Τι να χρησιμοποίησε άραγε; Μόνο τα μάτια μοιάζουν να λειτουργούν ανεμπόδιστα. Κοιτούν από δω κι από κει απεγνωσμένα, ψάχνοντας κάποιον ή κάτι που δεν είναι εκεί.
Το ρολόι στον τοίχο λέει ότι η ώρα είναι τρεισήμισι - δεν ξέρει αν είναι πρωί ή απόγευμα όμως, αφού ο χώρος στον οποίο βρίσκεται είναι θεόκλειστος. Ο εξωτερικός χρόνος ακόμη κινείται, αλλά ο εσωτερικός έχει παγώσει. Αν αυτός είναι ο αργός θάνατος που λένε, δεν είναι και τόσο άσχημος, σκέφτεται για μια στιγμή, αφού τουλάχιστον δεν πονά.
Γιατί κινούνται τόσο αργά οι δείκτες στο ρολόι; Προσπαθεί να ακολουθήσει τους νωχελικούς ρυθμούς τους, αλλά ούτε κι αυτό το μπορεί. Μα κάτι αλλάζει, ξάφνου τα ακροδάχτυλα αρχίζουν να υπακούουν τις εντολές του εγκέφαλου, αλλά μόνο αυτό. Είναι τούτο αρκετό; Υπάρχει ελπίδα;
Προτού καν προλάβει να ολοκληρώσει την τελευταία σκέψη ακούει κάποιον ν' ανοίγει την εξώπορτα και να εισέρχεται στο διαμέρισμα. Προσπαθεί να φωνάξει Βοήθεια, μα η φωνή δε βγαίνει. Οι φωνητικές χορδές μοιάζουν να είναι δεμένες κόμπο ή ίσως και κομμένες. Μια κοφτή ανάσα μόνο ξεφεύγει απ' τα χείλη.
"Άρχισες να συνέρχεσαι, βλέπω", λέει ο επισκέπτης. "Μη χαίρεσαι όμως, δεν ήρθα εδώ ούτε για να σε λυτρώσω, ούτε για να σε σκοτώσω. Όχι ακόμη. Μού χρωστάς πολλά και μέχρι να τα πάρω, θα παραμείνεις εκεί που είσαι. Πεινάς;"
Γελά, χαιρέκακα.
"Το ξέρω ότι δεν μπορείς να απαντήσεις, αλλά μού αρέσει να ρωτώ έτσι κι αλλιώς. Και δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι πεινάς. Για κάτι".
Φεύγει. Ακούει τα βήματα ν' απομακρύνονται προς την κατεύθυνση της κουζίνας. Προσπαθεί ν' ανασηκωθεί και πάλι. Μάταια. Δεν έχει τη δύναμη και το κουράγιο να κάνει τίποτα πια, ούτε καν να φοβηθεί. Ο θάνατος, κάτω από τις περιστάσεις θα ήταν ευπρόσδεκτος. Εξάλλου, δεν είχε τίποτα να χάσει.
Ακούει βήματα να πλησιάζουν και πάλι. Πόση ώρα πέρασε; Κοιτά το ρολόι. Δέκα λεπτά. Βλέπει ένα κουτάλι να εμφανίζεται σχεδόν από το πουθενά και μέσα σ' αυτό κάτι σα σούπα. Ανοίγει με δυσκολία πολλή το στόμα, σηκώνει λίγο το κεφάλι, κι αφήνει το υγρό να κυλήσει προς τα κάτω. Κουταλιά-κουταλιά το στομάχι λίγο γεμίζει.
"Καλά έφαγες και σήμερα", ακούει τη φωνή του δυνάστη της. "Άντε, ξεκουράσου για λίγο και απόλαυσε αυτή την προσωρινή διαύγεια, αφού σύντομα θα πρέπει να σε ναρκώσω και πάλι".
Όχι, προσπαθεί να φωνάξει. Όχι. Μα φωνή δεν ακούγεται.
Ακούει εκείνο το μισητό σαρκαστικό γέλιο και πάλι και παρατηρεί με την άκρη των ματιών δυο πόδια ν' απομακρύνονται.
Παραδίδεται σε μια μοίρα φαινομενικά αναπόφευκτη. Θα πεθάνει, το ξέρει, το αποδέχεται τώρα, αλλά γιατί να μην πεθάνει μιαν ώρα αρχύτερα. Δεν πονά, αλλά η αναμονή είναι χειρότερη τιμωρία από τον πόνο.

Συνεχίζεται.

Κεφάλαια ένα και δύο.

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.