Τετάρτη, 8 Ιουλίου 2015

Το τρίτο θύμα - Κεφαλαιο 3



Ποτέ δεν περίμενε να πεθάνει μ' αυτό τον τρόπο. Ίσως από βαθιά γεράματα. Ίσως από κάποια αρρώστια. Αλλά σίγουρα όχι έτσι.
Έχει πλάκα η ζωή, σκέφτεται, λίγο προτού ξεψυχήσει. Προσπαθεί για μια στιγμή να χαμογελάσει, αλλά δεν το μπορεί. Το μόνο που καταφέρνει είναι ν' αφήσει ένα μορφασμό να πάρει σχήμα σ' ένα πρόσωπο ασυγχώρητα ταλαιπωρημένο. Έχει πλάκα η ζωή. Άγρια πλάκα. Εκεί που φοβόταν τον καθένα και το καθετί. Εκεί που απέφευγε τις σκιές λες και επρόκειτο για τρομαχτικά όντα. Εκεί που… Αλλά τι σημασία έχει τώρα. Ο θάνατος ήρθε από αλλού.
"Ήρθα για να σε σκοτώσω", ήταν τα πρώτα λόγια που βγήκαν από εκείνα τα σκληρά χείλη, τόσο απλά, σα να έλεγε: Ήρθα για να πληρώσω τα κοινόχρηστα ή να εισπράξω το νοίκι. Ήρθε να με σκοτώσει, αλλά γιατί; Επειδή απέφυγα να αναφέρω μιαν αλήθεια που για χρόνια αναζητούσε; Ήταν αυτός άραγε ο λόγος ή κάποιος άλλος;
Πόσο χρόνο θα χρειαστεί για να πεθάνει δεν έχει ιδέα. Ή ίσως και να μην πεθάνει. Κανείς δεν ξέρει. Ψέματα. Κάποιος ξέρει. Δεν έχει τη δύναμη να σηκωθεί από κει που βρίσκεται, αλλά ούτε και να συρθεί προς τα έξω. Τα μέλη είναι παραλυμένα. Τι να χρησιμοποίησε άραγε; Μόνο τα μάτια μοιάζουν να λειτουργούν ανεμπόδιστα. Κοιτούν από δω κι από κει απεγνωσμένα, ψάχνοντας κάποιον ή κάτι που δεν είναι εκεί.
Το ρολόι στον τοίχο λέει ότι η ώρα είναι τρεισήμισι - δεν ξέρει αν είναι πρωί ή απόγευμα όμως, αφού ο χώρος στον οποίο βρίσκεται είναι θεόκλειστος. Ο εξωτερικός χρόνος ακόμη κινείται, αλλά ο εσωτερικός έχει παγώσει. Αν αυτός είναι ο αργός θάνατος που λένε, δεν είναι και τόσο άσχημος, σκέφτεται για μια στιγμή, αφού τουλάχιστον δεν πονά.
Γιατί κινούνται τόσο αργά οι δείκτες στο ρολόι; Προσπαθεί να ακολουθήσει τους νωχελικούς ρυθμούς τους, αλλά ούτε κι αυτό το μπορεί. Μα κάτι αλλάζει, ξάφνου τα ακροδάχτυλα αρχίζουν να υπακούουν τις εντολές του εγκέφαλου, αλλά μόνο αυτό. Είναι τούτο αρκετό; Υπάρχει ελπίδα;
Προτού καν προλάβει να ολοκληρώσει την τελευταία σκέψη ακούει κάποιον ν' ανοίγει την εξώπορτα και να εισέρχεται στο διαμέρισμα. Προσπαθεί να φωνάξει Βοήθεια, μα η φωνή δε βγαίνει. Οι φωνητικές χορδές μοιάζουν να είναι δεμένες κόμπο ή ίσως και κομμένες. Μια κοφτή ανάσα μόνο ξεφεύγει απ' τα χείλη.
"Άρχισες να συνέρχεσαι, βλέπω", λέει ο επισκέπτης. "Μη χαίρεσαι όμως, δεν ήρθα εδώ ούτε για να σε λυτρώσω, ούτε για να σε σκοτώσω. Όχι ακόμη. Μού χρωστάς πολλά και μέχρι να τα πάρω, θα παραμείνεις εκεί που είσαι. Πεινάς;"
Γελά, χαιρέκακα.
"Το ξέρω ότι δεν μπορείς να απαντήσεις, αλλά μού αρέσει να ρωτώ έτσι κι αλλιώς. Και δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι πεινάς. Για κάτι".
Φεύγει. Ακούει τα βήματα ν' απομακρύνονται προς την κατεύθυνση της κουζίνας. Προσπαθεί ν' ανασηκωθεί και πάλι. Μάταια. Δεν έχει τη δύναμη και το κουράγιο να κάνει τίποτα πια, ούτε καν να φοβηθεί. Ο θάνατος, κάτω από τις περιστάσεις θα ήταν ευπρόσδεκτος. Εξάλλου, δεν είχε τίποτα να χάσει.
Ακούει βήματα να πλησιάζουν και πάλι. Πόση ώρα πέρασε; Κοιτά το ρολόι. Δέκα λεπτά. Βλέπει ένα κουτάλι να εμφανίζεται σχεδόν από το πουθενά και μέσα σ' αυτό κάτι σα σούπα. Ανοίγει με δυσκολία πολλή το στόμα, σηκώνει λίγο το κεφάλι, κι αφήνει το υγρό να κυλήσει προς τα κάτω. Κουταλιά-κουταλιά το στομάχι λίγο γεμίζει.
"Καλά έφαγες και σήμερα", ακούει τη φωνή του δυνάστη της. "Άντε, ξεκουράσου για λίγο και απόλαυσε αυτή την προσωρινή διαύγεια, αφού σύντομα θα πρέπει να σε ναρκώσω και πάλι".
Όχι, προσπαθεί να φωνάξει. Όχι. Μα φωνή δεν ακούγεται.
Ακούει εκείνο το μισητό σαρκαστικό γέλιο και πάλι και παρατηρεί με την άκρη των ματιών δυο πόδια ν' απομακρύνονται.
Παραδίδεται σε μια μοίρα φαινομενικά αναπόφευκτη. Θα πεθάνει, το ξέρει, το αποδέχεται τώρα, αλλά γιατί να μην πεθάνει μιαν ώρα αρχύτερα. Δεν πονά, αλλά η αναμονή είναι χειρότερη τιμωρία από τον πόνο.

Συνεχίζεται.

Κεφάλαια ένα και δύο.

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.
 
Δημοσίευση σχολίου