Δευτέρα, 27 Ιουλίου 2015

Το τρίτο θύμα - Κεφάλαιο 13



Ο Πιγκουίνος δεν μπορεί να κοιμηθεί από την υπερένταση, αλλά κι επειδή αναμένει νέα τόσο από τον Ιωσήφ, όσο κι από κάποιους άλλους συνεργάτες του.
Τα πράγματα τελικά είναι πιο περίπλοκα απ' ό,τι ανέμενε, αφού η διαχείριση της περιουσίας του Χριστάκη, από τη στιγμή που δεν είχε γονείς, αδέλφια ή σύζυγο, θα περνούσε στα χέρια της μιας του κόρης και της μητέρας της δεύτερης. Θα τα 'βρισκαν άραγε οι δύο μεταξύ τους ή όχι; Κι αν δεν τα έβρισκαν, τότε τι θα συνέβαινε;
Δοκίμασε να πάρει τηλέφωνο τον δικηγόρο του, ώστε να κανονίσουν κατεπειγόντως μία συνάντηση για να συζητήσουν τα πιο πάνω αλλά εκείνος δεν απάντησε, κι όπως τον πληροφόρησαν απ' το γραφείο του μετά ήταν στο δικαστήριο για μια υπόθεση, αλλά θα του έλεγαν να του τηλεφωνήσει με την πρώτη ευκαιρία.
Ο Ιωσήφ από την άλλη του έδωσε ήδη αναφορά για το τι παρατήρησε στο δρόμο μπροστά από τη σκηνή του εγκλήματος, προτού αναχωρήσει για τη Λάρνακα, για να υποδεχτεί έναν απρόσκλητο επισκέπτη, ο οποίος στο τέλος της ημέρας ίσως να τους φαίνονταν και χρήσιμος. Τόσο χρήσιμος, που ο ύπνος του πρώτου μπορούσε να μπει στην αναμονή.
Για δες μέρα που βρήκε μέρα να μας επισκεφθεί κι ο Ροντεόν, σκέφτεται τώρα και χαμογελά σχεδόν σαρκαστικά, ξαπλωμένος καθώς βρίσκεται στον καναπέ του γραφείου του. Ο τελευταίος του τηλεφώνησε πριν μία μόλις ώρα για να του πει ότι ερχόταν. Ετοιμαζόταν ήδη να επιβιβαστεί στη πτήση που θα τον μετέφερε απ' το Τελ Αβίβ στη Λάρνακα όταν το έκανε.
Ο Πιγκουίνος και ο Ροντεόν έχουν μεγάλη ιστορία πίσω τους. Γνωρίστηκαν πριν από είκοσι χρόνια όταν ο δεύτερος άρχισε να προμηθεύει τον πρώτο με κορίτσια από την πρώην ανατολική Ευρώπη. Οι σχέσεις τους ήταν πάντοτε καλές, αλλά δε θα μπορούσε κανείς να τους χαρακτηρίσει φίλους, αφού και οι δύο θεωρούσαν τη φιλία μια πολυτέλεια που δεν μπορούσαν να έχουν. Οι φίλοι κάνουν τις άμυνες να πέφτουν, κι όταν οι άμυνες πέφτουν τα πράγματα τείνουν να ξεφεύγουν απ' τα προκαθορισμένα πλαίσια.
Είναι έντεκα και δέκα το πρωί τώρα η ώρα. Για πόσο θα είναι αναγκασμένος να παραμένει εκεί και να περιμένει; Ίσως για ακόμη μισή ώρα; Αν ο Ροντεόν θέλει να τον συναντήσει αμέσως, δεν μπορεί να του χαλάσει το χατίρι. Αλλά ακόμη κι αν δε θέλει δεν μπορεί να πάει για ύπνο προτού…
Η σκέψη του μένει στη μέση. Τη διακόπτουν οι κραυγές κάποιου που νομίζει ότι τραγουδά, ο ήχος ειδοποίησης δηλαδή, του κινητού του τηλεφώνου. Κοιτάει το όνομα. Ένας από τους μπάτσους του. Ακούει τι έχει να πει, τον ευχαριστεί και του το κλείνει. Ο Χοντρός είναι στο υπουργείο για συζητήσεις ήταν η πληροφορία - μια πληροφορία περιττή, τουλάχιστον για την ώρα.
Το τηλέφωνο κτυπά ξανά. Αυτή τη φορά είναι ο δικηγόρος του. Του εξηγεί περιληπτικά το θέμα που τον απασχολεί κι εκείνος τού λέει ότι θα δει τι μπορεί να μάθει και θα τον ενημερώσει.
Όταν κλείνουν σηκώνεται απ' τον καναπέ και κατευθύνεται προς τη μικρή κουζινούλα, όπου εκτός των άλλων συνηθίζει να κρατά κάποια είδη πρώτης ανάγκης, όπως οδοντόβουρτσα και ξυριστικά. Πρέπει να ετοιμαστεί για να υποδεχτεί τον Ροντεόν είτε πάει κατευθείαν εκεί είτε όχι.
Στις έντεκα και τριάντα πέντε τον βλέπει να μπαίνει στο γραφείο, έχοντας σα σκιά του τον Ιωσήφ και το σωματοφύλακά του. Κάνουν νόημα και στους δύο να αποχωρήσουν. Τους παρακολουθούν από τις κάμερες καθώς κατεβαίνουν τα σκαλιά προς το καμπαρέ, που βρίσκεται ακριβώς από κάτω.
Κάθονται σιωπηλοί και για καμπόση ώρα παρατηρεί ο ένας τον άλλο. Ο Ροντεόν είναι ένας ψηλός και πολύ εύσωμος ρουμάνος, ακαθόριστης ηλικίας. Είναι μεταξύ πενήντα και εξήντα χρόνων, με βαθιά πράσινα μάτια που δείχνουν μόνιμα σε εγρήγορση. Το όλο παρουσιαστικό του θυμίζει κάποιον που είναι πάντα βαριεστημένος, αλλά όταν πιει καμπόση βότκα τότε χαλαρώνει και αρχίζει τα τραγούδια και τους χορούς και συνηθίζει να γελά τρανταχτά.
Ξόδεψαν πολλές νύχτες γλεντοκοπώντας οι δυο τους και καταστρώνοντας σχέδια. Ο Πιγκουίνος, στο πέρασμα του χρόνου, έμαθε όλες τις ιδιοτροπίες του, έτσι αν και η περιέργεια τον τρώει, δεν του απευθύνει το λόγο. Είτε θα ανοίξει εκείνος την κουβέντα ή θα παραμείνουν σιωπηλοί.
"Άκουσα για τον Χριστάκη", του λέει τελικά εκείνος σε σπασμένα αγγλικά.
Εκείνος δεν παραξενεύεται, αλλά για λόγους, ας πούμε ευγενείας, αποφασίζει να τον ρωτήσει κάτι.
"Μα πότε πρόλαβες;"
"Έχω τις πηγές μου".
"Μου επιτρέπεις να σε ρωτήσω τι ήταν για σένα ο Χριστάκης;"
"Παλιός γνωστός και πρώην άντρας της πρώην γυναίκας μου".
"Ποιας;"
"Της Φουνάρ. Εγώ τους σύστησα".
"Δεν ξέρω τις γυναίκες του. Να υποθέσω ότι ήταν η πρώτη;"
"Ναι".
"Γι' αυτό ήρθες εσπευσμένα στην Κύπρο; Δε νομίζω…"
"Δίκιο έχεις. Ήρθα επειδή εδώ και καιρό σκέφτομαι να μεταφέρω κάποιες από τις επιχειρήσεις μου στο νησί και το μαγαζί του μακαρίτη θα ήταν μια καλή βάση πάνω στην οποία θα μπορούσα να κτίσω".
"Το θέλω κι εγώ".
"Το μάντεψα. Γι' αυτό βιάστηκα μόλις άκουσα τα νέα να μπω στο αεροπλάνο και να 'ρθω. Θα ήθελα να συνεργαστούμε. Το ξέρω ότι σαν κύπριος κρατάς τα περισσότερα χαρτιά, αλλά εγώ κρατώ τα καλύτερα. Με την πρώην μου διατηρούμε πολύ καλή σχέση, κι εγώ είμαι αυτός που τουλάχιστον σε ό,τι αφορά πολλές χώρες της ανατολικής Ευρώπης μπορώ να κάνω πράγματα να συμβούν. Ωστόσο, δε θέλω να σε αδικήσω, αφού είμαστε συνεργάτες εδώ και χρόνια. Οπότε σου δίνω το λόγο μου ότι δε θα βγεις ζημιωμένος απ' αυτή την σύμπραξη".
Ο λόγος του άντρα αυτού είναι συμβόλαιο και το ξέρει ο Πιγκουίνος. Κι αν έχει όντως καλές σχέσεις με την πρώην γυναίκα του τότε πολύ πιθανόν η Παγίδα να περάσει στα χέρια τους. Και αν μεταφέρει και κάποιες απ' τις άλλες δουλειές του στην Κύπρο, όπως είπε, τότε αυτός θα έχει πολλά να κερδίσει. Ωστόσο, αν και πολύ του αρέσουν όλ' αυτά, οι συμβάσεις απαιτούν να παίξει κάπως τον δύσκολο, έτσι παριστάνει ότι σκέφτεται τα πράγματα στο κεφάλι του για πολλή ώρα. Και μετά σηκώνεται και πηγαίνει προς τον Ροντεόν, στον οποίο τείνει το χέρι για χειραψία.
"Συνέταιροι", λένε και οι δύο ταυτόχρονα και χαμογελούν. Ο ένας πλατιά κι άλλος σχεδόν μέσα από τα δόντια του.
"Θ' αναχωρήσω και πάλι για Ισραήλ σήμερα, αφού έχω μια σημαντική συνάντηση απόψε στο Τελ Αβίβ, αλλά θα επιστρέψω αύριο. Αν μπορείς κανόνισε εσύ τις συναντήσεις ανάμεσα στους δικηγόρους μας για τα σχετικά. Θ' αφήσω έναν άνθρωπό μου εδώ αν χρειαστείς κάτι και μπορείς να με πάρεις τηλέφωνο όποτε θες. Εντάξει;"
"Εντάξει".
Ο Ροντεόν του δίνει ένα κομμάτι χαρτί με όλα τα σχετικά στοιχεία κι αναχωρεί. Το πρωινό αυτό δε θα μπορούσε να γίνει πολύ καλύτερο απ' ό,τι ήδη είναι για τον Πιγκουίνο.

Συνεχίζεται.

Για να διαβάσετε τα προηγούμενα κεφάλαια πηγαίνετε στην κεντρική σελίδα του μπλογκ.

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.
 
Δημοσίευση σχολίου