Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2011

Ο Άγιος Πότης στον Φιλελεύθερο


Ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο

Λάκης Φουρουκλάς, Ο Άγιος Πότης, Εκδ. Πάργα, 2011

Με τον Μιχάλη Παπαντωνόπουλο

Πριν λίγες ημέρες συνάντησα στο Διαδίκτυο την ακόλουθη σημείωση του ίδιου του συγγραφέα: «Ο “Άγιος Πότης” θα μπορούσα να πω ότι αποτελεί ένα “βιβλίο ζωής” για μένα». Και στη συνέχεια ξεκαθαρίζει πως αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι τα 29 διηγήματα που συνθέτουν το ανά χείρας βιβλίο γράφτηκαν στη διάρκεια δεκαπέντε περίπου χρόνων, σε διαφορετικές πόλεις και χώρες και σίγουρα κάτω από διαφορετικές συνθήκες.
Και ορθώς αποσαφηνίζει τον χαρακτηρισμό «βιβλίο ζωής», γιατί έχοντας παρακολουθήσει τα λογοτεχνικά βήματα του Λ. Φουρουκλά από την αρχή -έστω και αναδρομικά-, θα πρότεινα πως τον συγκεκριμένο όρο δικαιούνται να τον νέμονται από κοινού η νουβέλα του «Το λάθος πάθος» και η «Μίρα, το λουλούδι του πολέμου». Εν τούτοις, ο «Άγιος Πότης» γράφεται διαρκώς, ξανά και ξανά, στο ίδιο χρονικό διάστημα. Συγκεντρώνει τα διηγήματα που διανύουν τη μέσα απόσταση της λογοτεχνικής παραγωγής του Φουρουκλά. Δεν είναι όμως το εργαστήριό του· και θα ήταν άδικο να υιοθετηθεί η αντίληψη πως πρόκειται για διηγήματα που δεν «εκχωρήθηκαν» στα μεγαλύτερα μυθιστορήματα του συγγραφέα, ή για τα κατάλοιπα της συγκεκριμένης περιόδου.
Στον «Άγιο Πότη» ο φακός του Φουρουκλά μένει σταθερά προσηλωμένος στον άνθρωπο και την καθημερινότητά του: αφηγείται τα πάθη και τις μύχιες σκέψεις του σ’ έναν κόσμο που ισορροπεί επικίνδυνα στο εσωτερικό οικοδόμημα των πρωταγωνιστών του που γκρεμίζεται και στήνεται διαρκώς ως την οριστική ερήμωση ή την τέλεια κάθαρση. Κι η τελευταία συνθήκη -η κάθαρση- συχνά κάνει την εμφάνισή της όχι ως τέλος της διήγησης μα ως εγγενές χαρακτηριστικό των ηρώων του Φουρουκλά. Σαν να σκύβει σπλαχνικά ο συγγραφέας πάνω από τους φτωχοδιαβόλους της ζωής και να τους καθαρίζει από το σκοτάδι τους, για να λάμψει ως σπάνιο ορυκτό η αγνότητα των συναισθημάτων τους· αυτή που φαινομενικά έχει χαθεί στους δρόμους του αλκοόλ, της πορνείας ή του μικροαστικού νοικοκυριού.
Όπως σημειώθηκε παραπάνω, υπάρχει μια χρονική απόσταση δεκαπέντε ετών ανάμεσα στην παλαιότερη ιστορία του βιβλίου («Έρωτας στη Βενετία», 1995) και την πλέον πρόσφατη που είναι «Η θυσία» (2009). Φυσική συνέπεια αυτής της μακράς διαδρομής που διανύει ο «Άγιος Πότης» είναι η ανισότητα μεταξύ των διηγημάτων, παρόλο που ο συναισθηματικός τόνος και η γλώσσα του συγγραφέα έχουν λειανθεί. Έτσι, η ανισότητα μάλλον αφορά τις περιπτώσεις όπου η ανάπτυξη της πλοκής υπερκαλύπτει ή υπολείπεται της αναλυτικής προσέγγισης των χαρακτήρων.
Συνολικά, τα διηγήματα της συλλογής κινούνται από τους ματαιωμένους έρωτες που γνωρίζουν την άνθισή τους μεταγενέστερα στη ζωή των πρωταγωνιστών τους ή μένουν για πάντα ανεκπλήρωτοι μέχρι τις θυσίες στις οποίες υποβάλλεται κάποιος προς χάριν του άλλου μισού του. Ανάμεσά τους παρεμβάλλονται ιστορίες περισσότερο ή λιγότερο βιογραφικές, συντεταγμένες άλλοτε στον πλήρη ρεαλισμό κι άλλοτε σε συνθήκες ονείρου. Ιστορίες δραματικές ή και εκφορές της ανθρώπινης κωμωδίας. Ιστορίες για τον έρωτα, το ροκ, τον πόλεμο και την παραφορά των ανθρώπινων παθών που εκτυλίσσονται με σκηνικό τη Βενετία, την Κρήτη, την Αθήνα και τη Λευκωσία, αλλά ακόμα και την Ταϊλάνδη ή την Ινδία. Συνθήκη που οδηγεί τον αναγνώστη να αναπλάσει τη μυθολογία του έρωτα σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον, μα όχι να εστιάσει στην ιδιαίτερη ερωτική ατμόσφαιρα που αποπνέει καθένας από τους παραπάνω αστικούς ιστούς.
Άλλωστε, στο εν λόγω βιβλίο ο άνθρωπος είναι η αναζήτηση έξω από χωροχρονικές παραμέτρους.
Κάποιοι από τους χαρακτήρες θα βρουν τις επιθυμητές απαντήσεις στην πορεία του βίου τους κι άλλοι όχι. Κάποιοι θ’ αγγίξουν την ευτυχία κι άλλοι θα συνεχίσουν να την ονειρεύονται ή να την εφιαλτούν.

Φιλελεύθερος 27 Νοε. 11

Τετάρτη, 9 Νοεμβρίου 2011

Στιλέτο - Το τέλος


Πήρε μια εβδομάδα άδεια. Για να σκεφτεί, είπε. Κι είχε πολλά να σκεφτεί. Θα ήθελε να πάει ένα ταξιδάκι, αλλά ήταν αδύνατον να το κάνει αυτό. Η Γεωργία δε θα άφηνε τη μικρή της κόρη χωρίς καλό σπιτικό φαγητό στη διάρκεια της εξεταστικής περιόδου, ο κόσμος να χαλούσε. Η αχαΐρευτη η Μαργαρίτα μόνο αβγά βραστά και ομελέτες και τηγανιτές πατάτες ήξερε να φτιάχνει οπότε, αν έλειπε εκείνη απ’ το σπίτι, η μεγάλη της η κόρη θ’ άφηνε το καμάρι της να πεινάσει ή ακόμη χειρότερα, θα το τάιζε με ετοιματζίδικα φαγητά. Όχι, αυτό δε θα το επέτρεπε ποτέ.
     Όταν την ενημέρωσε για την ενδεχόμενη προαγωγή του δεν ήξερε κατά πόσο θα τον χτυπούσε ή θα τον αγκάλιαζε. Αν δεν τη δεχόταν θα του έκοβε και την καλημέρα, ήταν σίγουρος γι’ αυτό. Αν δεν σκέφτεσαι τον εαυτό σου, σκέψου εμάς, θα του έλεγε και θα είχε δίκιο. Αλλά δεν του είπε τίποτα. Αρκέστηκε να τον κοιτάξει βαθιά στα μάτια, μεταδίδοντας έτσι το μήνυμά της, που μεταφραζόταν σε: Φρόντισε, κακομοίρη μου, αλλιώς…
     Δύσκολα μού βάζουν, σκέφτεται. Αυτού του αρέσουν τα απλά πράγματα στη ζωή. Πού να πάει να μπλέξει τώρα! Αλλά από την άλλη είναι κι η Ντίνα. Κι αυτά που του είπε. Είναι ευκαιρία να ξεφορτωθούμε τα σαπισμένα μυαλά. Ακούς εκεί, σαπισμένα μυαλά. Γέλασε όταν την άκουσε, αλλά όχι για πολύ. Αν δεν το έκανε αυτός, τότε ποιος; επέμεινε εκείνη. Όντως, ποιος; Οι άλλοι αξιωματικοί της γενιάς του ήταν αραχτοί στις θεσούλες τους και απλά περίμεναν πώς και πώς τη μέρα που θα αφυπηρετούσαν. Πρόσφατα μάλιστα, όταν προέκυψε το θέμα με το συνταξιοδοτικό, άρχισαν να παίρνουν απανωτές άδειες, είτε από το γιατρό, είτε επειδή δήθεν τους τις χρωστούσαν, ώστε να επεκτείνουν για λίγα ακόμη χρόνια το κωλοβάρεμά τους. Ενώ αυτός είχε όρεξη για δουλειά. Πολλή όρεξη. Και με τους νέους στο πλευρό του κάθε μέρα μάθαινε και κάτι το καινούριο και, πολλές φορές, εντυπωσιακό. Όχι πως θα γινόταν ποτέ ατσίδας στους υπολογιστές, πάντα με το ένα δάχτυλο θα έγραφε και κάποια άλλη ψυχή θα τραβούσε τα ζόρια, αλλά όσο να ’ναι του άρεσε αυτός ο θαυμαστός καινούριος κόσμος, όπου όλα ήταν ένα πάτημα του κουμπιού μακριά. Ο κόσμος των κόρων του, της Ντίνας και του Τεκ.
     Είναι νωρίς το βράδυ. Κάθεται μοναχός κάτω από την κληματαριά και κρατάει στο αριστερό του χέρι ένα κουτάκι ΚΕΟ. Στα δάχτυλα του δεξιού στριφογυρίζει ένα νόμισμα. Να το παίξω κορόνα-γράμματα; αναρωτιέται. Χαμογελά ειρωνικά στον εαυτό του. Τέτοια πράγματα δεν τ’ αφήνουμε στην τύχη.
     Η σκέψη του ταξιδεύει για λίγο στην τελευταία υπόθεση. Τους άλλους τους μπαγλάρωσαν, αλλά ο Πιγκουΐνος κατάφερε και πάλι να τη βγάλει καθαρή. Μάλλον αυτός διευθέτησε την εισαγωγή του ουκρανού, αλλά άφησε τα υπόλοιπα στον Γρηγόρη. Κι αυτός τα θαλάσσωσε. Αλλά δεν είπε τίποτα για το αφεντικό του. Ούτε λέξη. Αφού ξέρει πόσο μακρύ είναι το χέρι του. Καλύτερα μόνος στη φυλακή και φίλος του, παρά παρέα μέσα εκεί μαζί του και εχθρός.
     «Γράμματα», τον βγάζει από την περισυλλογή του η πρόσχαρη φωνή της Μαργαρίτας.
     «Τι;»
     «Σκέφτεσαι να παίξεις κορόνα-γράμματα το μέλλον σου, έτσι; Ε, σου λέω να διαλέξεις γράμματα…»
     «Άσε καλύτερα. Αποφάσισα. Θα χαρεί η μάνα σου…»
     Χαμογέλασε εκείνη. Πλησίασε και τον αγκάλιασε παρά το ότι το κορμί του έζεχνε από τη ζέστη που δεν έλεγε να κατακαθίσει.
     «Πάω να της το ανακοινώσω…»
     «Περίμενε…»
     Σιγά να μην περίμενε. Έφυγε σα σίφουνας και μια στιγμή μετά άκουσε ένα επιφώνημα χαράς από την κουζίνα. Επιτέλους, θα είπε η Γεωργία, επιτέλους. Με τέτοιο δώρο που της χάρισε αύριο μάλλον θα τον ξεπλήρωνε με το αγαπημένο του φαΐ, ρολό. Αυτά στο κοινό τους οικιακό αύριο, αφού το άλλο, το επαγγελματικό, αποτελούσε τώρα για κείνον μια άγνωστη χώρα. Το αύριο θα του έφερνε σίγουρα μια νέα υπόθεση, ένα νέο έγκλημα και άλλο ένα, καινούριες προκλήσεις, μικρές και μεγάλες συγκινήσεις. Θα τον οδηγούσε σε κάποια σκοτεινά μονοπάτια, τα οποία θα προσπαθούσε να φέρει στο φως. Έχει αγώνα αύριο, όπως λέει η διαφήμιση, αλλά έχει και δουλειά, κι αγωνία πολλή. Δεν παραπονιέται όμως, αφού δεν είναι μόνος. Κι αυτό δα είναι το πιο σημαντικό.
     «Γυναίκα. Μπίρα…» της φωνάζει με το ψευδοαυταρχικό του ύφος. Κι εκείνη τον ψευδοϋπακούει. Τρέχει κοντά του, τον αγκαλιάζει, τον φιλά. Μα, άλλη μπίρα απόψε δεν έχει. Απόψε είναι γιορτή.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2011

Στιλέτο - Κεφάλαιο 20

Μαζεύτηκαν στο σπίτι του μισή ώρα νωρίτερα απ’ ό,τι τους είχε πει. Ήταν και οι δυο τους ευχάριστα ασυνεπείς. Ευτυχώς η Γεωργία είχε ήδη ετοιμάσει το φαγητό: μακαρόνια τρικολόρε με φρέσκα κρέμα και τα λοιπά σχετικά. Η Ντίνα, μετά από έναν υπνάκο που έριξε στο κρεβάτι της Ελευθερίας, που είχε πάει στο σπίτι κάποιας φίλης της λέει για να διαβάσουν μαζί, μοιάζει τώρα αναζωογονημένη. Κάθονται έξω, κάτω από την κληματαριά και απολαμβάνουν το δείπνο τους παίρνοντας πού και πού σήματα δροσιάς από ένα αεράκι που πασχίζει να κάνει την παρουσία του αισθητή. Μαζί τους είναι και η Μαργαρίτα. Αποφάσισε να μη βγει έξω απόψε, αφού όπως λέει βαριέται να βγαίνει κάθε νύχτα. Και δε θα συγχωρέσει, υποστηρίζει, ποτέ την Ντίνα που την έστησε την προηγούμενη, αλλά τη συγχώρεσε ήδη. Ένα νεανικό αντίγραφο του πατέρα μου είναι, σκέφτεται, χωρίς την κοιλιά και τις τρίχες. Χαμογελά στον εαυτό της. Της αρέσει πολύ η Ντίνα. Δυναμική, γαλήνια, ξεροκέφαλη, μοιάζει να ξέρει τι ζητά απ’ τη ζωή, σε αντίθεση με την ίδια που ακόμη ψάχνεται. Απόψε θα καθίσει μαζί τους γύρω από το τραπέζι των συνεδριάσεων στο σαλόνι και θα προσπαθήσει, αν μπορεί, να τους βοηθήσει. Όταν το ζήτησε απ’ τον πατέρα της, εκείνος δεν της απάντησε αμέσως. Κοίταξε την Ντίνα, που του έγνεψε καταφατικά. Μετά στράφηκε στους άλλους δύο. Όχι πώς χρειαζόταν τη συγκατάθεσή τους, αλλά σα να τους έλεγε με τα μάτια ότι αν συνέβαινε αυτό θα έπρεπε να κρατηθεί μυστικό. Πήραν το μήνυμα. Δε θα ήταν η πρώτη φορά που θα τον βοηθούσε σε μια υπόθεση άλλωστε. Ένα από τα μάντρα του πάντα ήταν το: Χρειάζομαι μια φρέσκα ματιά, κι αυτήν ακριβώς ήταν που θα του προσέφερε. Λίγο πολύ γνώριζε τα της υπόθεσης, αλλά από την τηλεόραση και την εφημερίδα. Αργότερα, όταν θα μάθαινε τις λεπτομέρειες, ίσως να έριχνε στο τραπέζι μια νέα ιδέα.

Βρίσκονται σ’ ένα εγκαταλειμμένο εργοστάσιο στη βιομηχανική περιοχή Στροβόλου. Τον έχει οδηγήσει στο υπόγειο και τον έχει δέσει σε μια παλιά ξύλινη καρέκλα γραφείου, κάτι σαν αυτοκρατορικό κάθισμα δίχως όμως τα μαξιλάρια και τη φινέτσα στο τελείωμα. Κάθεται με τη ράχη ακουμπισμένη πίσω, τα πόδια δεμένα σταυρωτά με το ίδιο χοντρό σκοινί όπως και πριν και τα χέρια απλωμένα μπροστά, εγκλωβισμένα στο ύψος των καρπών. Το μοναδικό μέλος του κορμιού που μπορεί να κουνήσει είναι το κεφάλι του. Εξακολουθεί να είναι φιμωμένος. Πού και πού φτάνει στ’ αυτιά του περαστικά ο ήχος από τον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας-Λεμεσού. Ξέρει πού ακριβώς είναι, κι αυτό ακριβώς είναι που τον φοβίζει καθώς οι πιθανότητες να τον ανακαλύψει κάποιος εκεί είναι μηδαμινές. Τον τυφλώνει το φως ενός προβολέα, που δουλεύει με μπαταρία αυτοκινήτου. Ο χώρος γύρω του, εκτός από ένα τραπέζι και τον βασανιστή του, μοιάζει απόλυτα άδειος, εκεί μέσα δεν κυκλοφορούν ούτε φαντάσματα. Δεν παλεύει πια, δεν αντιστέκεται, παραδόθηκε σε μια μοίρα που μοιάζει προδιαγεγραμμένη. Μέχρι που νιώθει μια σκιά να του κρύβει το φως κι ακούει μια φωνή να τον ρωτά: «Πώς θα ήθελες ν’ αρχίσουμε;». Από το τέλος, θα απαντούσε, αν μπορούσε. Παρελαύνουν μπροστά από τα μάτια του ένα τσεκούρι, μια πένσα και το στιλέτο. Όργανα βασανιστηρίου οικιακής σχεδόν χρήσης. Προσπαθεί να εκλιπαρήσει συμπόνια με τα μάτια, αλλά δεν προλαβαίνει…

Δέκα και μίση. Καλά πήγε το δείπνο, αλλά τώρα είναι η ώρα για δουλειά. Θεόκλειστοι και πάλι στο σαλόνι με τον κλιματισμό στο χαμηλό. Ούτε ζέστη, ούτε κρύο. Η Ντίνα ενημερώνει την Μαργαρίτα με λίγα λόγια για τις υποθέσεις, κι εκείνη ζητά τα στοιχεία που μαζεύτηκαν μέχρι τώρα. Της δίνει τους φακέλους των τεσσάρων δολοφονιών και στρέφει την προσοχή της στους υπόλοιπους.
     «Τεκ, ανακάλυψες κάτι πέρα απ’ τα συνηθισμένα στο φάκελο του Αργυρίου;»
     «Αυτός ήταν σαν εμένα, προτού καταντήσω μπάτσος δηλαδή. Οικόσιτο ζώο. Εννοώ εντελώς οικόσιτο. Κάτι σαν τηλεφωνήτρια. Σπίτι-δουλειά, δουλειά-σπίτι. Και δε μου φαίνεται να έχει αναλάβει ποτέ κάποια υπόθεση στ’ αλήθεια. Κατέγραφε καταγγελίες και παράπονα, τα προωθούσε ή τα καταχωρούσε…»
     «Οπότε…» Άφησε την σκέψη της στη μέση. «Χρυσοστόμου, εσύ τι πιστεύεις;»
     «Τυπικός δημόσιος υπάλληλος. Ερχόταν στη δουλειά, διεκπεραίωνε και έφευγε».
     «Κι όμως, κάτι πρέπει να έχει κάνει. Κάτι που τσάντισε κάποιον. Ντίνα, οι γείτονες τι λένε;» μίλησε για πρώτη φορά ο Ιωάννου.
     «Τα συνηθισμένα τηλεοπτικά: καλός άνθρωπος, ήσυχος, ποτέ δε δημιούργησε πρόβλημα σε κανένα».
     «Η γυναίκα του;»
     «Μάλλον έχει επιστρέψει ήδη. Θα προσπαθούσε να μπει στο ίδιο αεροπλάνο που τη μετέφερε στο Λονδίνο, κι αν δεν τα κατάφερνε θα επέστρεφε με την πρώτη πτήση μετά. Ευτυχώς υπάρχουν πολλές τώρα…»
     «Θα πάμε να τη δούμε το πρωί, αν και δεν πιστεύω να μας βοηθήσει σε τίποτα. Οι λίγοι μάρτυρες που είχαμε μέχρι τώρα δε μας πρόσφεραν και πολλά κι αυτό δεν πιστεύω ότι πρόκειται ν’ αλλάξει. Από την πρώτη στιγμή είχα το προαίσθημα ότι την απάντηση την ξέρουμε ήδη, απλά δεν μπορούμε να τη διακρίνουμε. Ιδέες…»
     «Ο δολοφόνος είναι γυναίκα», πετάχτηκε στη μέση η Μαργαρίτα, προτού προλάβει να μιλήσει άλλος κανείς.

Τον χτύπησε στο κεφάλι με την πένσα και έχασε για λίγο τις αισθήσεις του, αλλά δεν άργησε να συνέλθει. Φρόντισε εκείνη γι’ αυτό, καθώς τον έλουσε μ’ ένα ποτήρι νερό. Ο πόνος στην αρχή ήταν έντονος, αλλά τώρα σιγά σιγά υποχωρεί. Την κοιτάει που τον κοιτάει. Βλέπει το μίσος και την ειρωνεία στα μάτια της καθώς αλλάζει γωνία προσέγγισης και τώρα ο προβολές φωτίζει και το δικό της πρόσωπο. Ποτέ του δεν το περίμενε ότι θα συνέβαινε αυτό. Την υποτίμησε και καλά να πάθει. Για χρόνια και χρόνια την έβγαζε καθαρή με τις μαγκιές του, αλλά η τύχη του τελικά τον εγκατέλειψε, ή μάλλον εκείνος την έδιωξε κλωτσώντας με δύναμη το μισοάδειο ποτήρι της υπομονής. Το παρατράβηξε. Η πλάκα είναι ότι του το είχε πει: έτσι και τολμήσει και το κάνεις αυτό, θα το πληρώσεις ακριβά. Δεν άντεξε, και το έκανε. Και μετά ποιος την είδε και δεν τη φοβήθηκε. Το κουταβάκι μέσα σε λίγες μέρες μεταμορφώθηκε σε λιονταρίνα. Άρχισε να του δείχνει τα δόντια. Και μετά, έτσι στα ξαφνικά εξαφανίστηκε. Πάνω που νόμιζε ότι θα τη γλίτωνε κι αυτή τη φορά όμως έκανε και πάλι την εμφάνισή της. Και τότε όλα στη ζωή του γκρεμίστηκαν…

Για μια στιγμή στο δωμάτιο απλώθηκε η σιωπή. Κοιτούσαν όλοι την Μαργαρίτα και σιωπούσαν. Μα καλά, πότε πρόλαβε κιόλας κι έφτασε σ’ αυτό το συμπέρασμα. Τελικά η Ντίνα κατάλαβε.
     «Τα εγκλήματα ήταν…»
     «Προσωπικές υποθέσεις», συμπλήρωσε την σκέψη της η Χρυσοστόμου.
     «Το στιλέτο. Το μήνυμα: ανίκανος. Η όλη οργάνωση. Όλα μυρίζουν γυναίκα», συνέχισε η Μαργαρίτα. «Και σίγουρα το όνομά της θα υπάρχει σε κάποιους από τους φακέλους ή τις ημερήσιες αναφορές ή πώς αλλιώς τις λέτε…»
     «Γυναίκα;» Έμεινε για λίγο σκεφτικός ο Ιωάννου, μα αμέσως μετά πήρε μπρος. «Μαργαρίτα, ψάξε στους φακέλους για ονόματα γυναικών που έκαναν καταγγελίες τους προηγούμενους μήνες. Αν δεν κάνω λάθος είμαστε καλυμμένοι για ένα τουλάχιστον χρόνο. Αν βρεις ένα όνομα, τότε… Τεκ, είναι καταχωρημένα στους υπολογιστές περιστατικά βίας στην οικογένεια; Αν ναι, ξέθαψε ό,τι μπορείς… Χρυσοστόμου, λαμβάνοντας υπόψη αυτή την αποκάλυψη, θα μπορούσες να φτιάξεις ένα περιληπτικό προφίλ της γυναίκας, έτσι; Κάνε το… Ντίνα, τα βίντεο. Ψάξε να βρεις μια γυναίκα που έδωσε το παρόν της σε όλους ή τουλάχιστον στους περισσότερους τόπους του εγκλήματος. Είμαι σίγουρος ότι την έχουμε συναντήσει…»
     Έπεσαν όλοι με τα μούτρα στη δουλειά, κι αυτός στις σκέψεις του. Γυναίκα! Το βλέμμα του φώτισε. Κάτι θυμήθηκε, εκείνη τη λεπτομέρεια που του ξέφευγε από την αρχή. Ωστόσο θα περιμένει να έρθει η επιβεβαίωση, αφού έτσι κι αλλιώς δεν ξέρει το όνομά της.

Όταν έμαθε για το θάνατο του πρώτου αστυνομικού δεν έδωσε και μεγάλη σημασία. Θυμόταν το όνομά του, αφού είχε μιλήσει μαζί του, μετά από καταγγελία της γυναίκας του, αλλά υπέθεσε ότι δεν είχε καμία σχέση με την υπόθεσή του. Μέχρι δηλαδή που τον πήρε εκείνη τηλέφωνο από αριθμό με απόκρυψη και του είπε: πάει ο πρώτος. Τότε όλα ξεκαθάρισαν μέσα του. Σε τέσσερις διαφορετικούς αστυνομικούς είχε κάνει καταγγελίες για το ό,τι τη χτυπούσε. Τους καθησύχασε και τους τέσσερις λέγοντάς τους ότι είναι φαντασιόπληκτη και λίγο πολύ υστερική. Αν δεν τον πίστευαν θα μπορούσαν να ρωτήσουν και τους γείτονες. Σιγά να μην το έκαναν. Αλλά και να το έκαναν, πάλι καθαρή θα την έβγαζε, αφού στα μάτια του κόσμου ήταν υπόδειγμα πολίτη. Εκτός κι αν τους έπειθε εκείνη με κάποιο τρόπο να του απαγγείλουν κατηγορίες. Τότε όλα θα άλλαζαν, τα μυστικά του θα έβγαιναν στη φορά και το τίμημα που θα είχε να πληρώσει θα ήταν πολύ ψηλό. Δεν την πίστεψαν λοιπόν και το πλήρωσαν με τη ζωή τους, ο ένας μετά τον άλλο.

Δεν τους πήρε και πολλή ώρα ν’ ανακαλύψουν την άγνωστη γυναίκα και να συνδέσουν την εικόνα με το όνομα.
     «Μαρία Γεωργίου. Τριάντα επτά χρόνων. Παντρεμένη. Έχει μια κόρη. Αντριάνα. Δεκάξι χρόνων. Έκανε καταγγελίες και στα τέσσερα θύματα ότι ο άντρας της την κακοποιούσε, αλλά πέρα από κάποια τηλεφωνήματα που έκαναν, κανείς τους δεν τις διερεύνησε στ’ αλήθεια. Στον Κωνσταντίνου, Δεκέμβρη του 2010. Στον Παναγίδη, Γενάρη φέτος. Στον Κακογιάννη, τον Μάρτη. Και τέλος στον Αργυρίου, τρεις φορές τον Απρίλη», συνόψισε τις υποθέσεις η Ντίνα.
     «1-1-1-3», ψιθύρισε η Χρυσοστόμου, αλλά κανείς σχεδόν δεν την άκουσε, έτσι αναγκάστηκε να επαναλάβει. «1-1-1-3. Το μήνυμα που μας άφησε. Αντιστοιχεί στις καταγγελίες και στις μαχαιριές στα θύματά της».
     Όλα τώρα πια ήταν ξεκάθαρα.
     «Τεκ, ψάξε μέσα στα ιντερνέτια σου και βρες ό,τι μπορείς γι’ αυτή», διέταξε ο Ιωάννου.
     «Η γραμμή σας είναι κάπως αργή. Θα μπορούσα να…»
     «Κάτι παράνομο θα κάνεις πάλι. Δε θέλω να ξέρω, απλά κάντο. Χρυσοστόμου…»
     «Θέλετε να σας πω τις σκέψεις μου; Αυτές επικεντρώνονται στο τι. Τι έκανε να ξεχειλίσει το ποτήρι; Η βία στην οικογένεια ήταν από πάντοτε συνηθισμένο φαινόμενο στην Κύπρο, απλά οι υποθέσεις δε βγαίναν στο φως. Και συνήθως αυτή η βία είναι συστηματική και διαρκεί πολύ μέχρι να αποφασίσει ή μάλλον να τολμήσει η γυναίκα να την καταγγείλει, ειδικά αν προέρχεται από χωριό ή κάποια μικροαστική οικογένεια. Αν υποθέσουμε λοιπόν ότι αυτή η γυναίκα υπέφερε πολύ στα χέρια του άντρα της και δε βρήκε ποτέ κάποιον για να τη βοηθήσει, τότε μπορούμε να πούμε ότι έχει ήδη φτάσει και ξεπεράσει τα όριά της. Παίρνοντας την κατάσταση στα χέρια της δεν εκδικείται μόνο αυτούς που την αδίκησαν, αλλά νιώθει κιόλας ότι απονέμει δικαιοσύνη, προσφέρει μια υπηρεσία στην κοινωνία. Διαταραγμένη προσωπικότητα ναι. Επικίνδυνη για τους υπόλοιπους όχι. Εκτός από τον άντρα της φυσικά, ο οποίος υποθέτω ότι θα είναι το τελευταίο θύμα της. Δε νομίζω να μας αφήσει να τον βρούμε προτού ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς της μαζί του…»
     «Ούτε κι εγώ, αλλά δυστυχώς ή ευτυχώς, είναι καθήκον μας να προσπαθήσουμε. Τι ξέρουμε γι’ αυτόν;»
     «Νίκος Γεωργίου. Σαράντα δύο χρόνων. Μηχανικός αυτοκινήτων. Στον πρόχειρο φάκελο που μπόρεσα ν’ ανασύρω από τα ηλεκτρονικά μας αρχεία, βρήκα κάποια παραπτώματα: καταγγελίες και παραδοχές για οδήγηση με υπερβολική ταχύτητα καθώς και μια υπόθεση αλκοτέστ. Δεν ξέρω αν εκκρεμεί κάτι», απάντησε η Ντίνα. «Τεκ;»
     «On it..»
     «Τι λέει αυτός;» αναρωτήθηκε εκείνος.
     «Ότι το ψάχνει», του εξήγησαν.
     «Πάμε. Αυτοκίνητο: Alfa Romeo Brera. Γαμάτο αμάξι. Το απέκτησε πριν τρεις μήνες. Ασφάλεια ζωής, οκ. Ασφάλεια αυτοκινήτου, οκ. Ασφάλεια οικείας… Όπα, διαφορετική διεύθυνση απ’ αυτήν που υπάρχει στο φάκελό μας…»
     «Πού ζει;»
     «Εδώ και δέκα μήνες στα σύνορα της Λακατάμιας με την Ανθούπολη. Δέκα λεπτά δρόμο από δω. Διπλοκατοικία».
     «Διεύθυνση».
     Του την είπε.
     «Ντίνα, μαζί μου. Εσείς ξέρετε τι να κάνετε», είπε στους άλλους συνεργάτες του. «Μαργαρίτα…» Πήγε κοντά της και τη φίλησε τα μαλλιά που μύριζαν γιασεμί. «Θα τα πούμε αργότερα».

Όταν άρχισε να παίζει με τη φωτιά δε φοβόταν ότι θα καεί. Ενθουσιαζόταν μάλιστα στην ιδέα ότι έτσι την προκαλούσε. Προκαλούσε τη γυναίκα του αν είχε τα κότσια να κάνει κάτι. Κι αυτή δεν έκανε. Δασκαλεμένη απ’ τους συγγενείς υπέμενε τα πάντα για να μη διαλύσει την οικογένειά της – ίσως, αν ζούσε ακόμη ο πατέρας της, τα πράγματα να ήταν διαφορετικά. Τη χτυπούσε σχεδόν απ’ την αρχή του γάμου τους. Πρώτα λίγο, μετά πιο πολύ και όσο περνούσε ο καιρός ακόμη περισσότερο. Το σώμα της, αυτό που έκρυβε χειμώνα καλοκαίρι κάτω απ’ τα ρούχα ήταν μόνιμα μια ανοιχτή πληγή. Έψαχνε να βρει παρηγοριά στη μάνα της και συνέχιζε να παίρνει τις συμβουλές που την έφεραν ως εδώ. Τα έλεγε σε μια φίλη της, την παρότρυνε κι αυτή να κάνει υπομονή. Στράφηκε στον παπά της ενορίας της, της μίλησε για τους παράξενους τρόπους που ενεργεί ο Κύριος και της είπε να προσεύχεται και θα βρει τη σωτηρία. Τον κατάγγειλε στην αστυνομία και το μόνο που κέρδισε ήταν περισσότερο ξύλο. Είχε όντως γίνει υστερική, ένα μάτσο νεύρα, δυναμίτης που περίμενε απλά κάποιον ή κάτι ν’ ανάψει το φιτίλι του για να εκραγεί. Κι εκείνος το άναψε…

Προσπαθεί να μη χαμογελάσει καθώς οδηγεί τον σκαραβαίο του με συνοδηγό την Ντίνα. Του έλειψε πολύ. Ο σκαραβαίος δηλαδή. Ευτυχώς η νύχτα, όσο περνάει η ώρα, γίνεται όλο και πιο δροσερή, κι έτσι δε θα έχει να υποστεί τη γκρίνια ή τα υπονοούμενα της συνεργάτιδάς του.
     «Νομίζεις ότι θα τον βρούμε εκεί;»
     «Όχι, αλλά δεν έχουμε κάτι καλύτερο να κάνουμε. Αν υπάρχει κάτι θα το ανακαλύψουν τα παιδιά, οπότε εμείς είμαστε περιττοί. Εξάλλου ποτέ δεν ξέρεις τι θα συμβεί. Ίσως και να είναι εκεί. Αλλά, όσο το σκέφτομαι…»
     «Όσο σκέφτεσαι τι, αφεντικό;»
     «Το ότι την είχαμε μπροστά μας απ’ την πρώτη στιγμή. Την είδα όταν φεύγαμε από το σπίτι του Κωνσταντίνου την Τετάρτη, αλλά δεν της έδωσα σημασία. Σκέφτηκα ότι ζούσε στην πολυκατοικία ή κάπου εκεί δίπλα αφού στεκόταν μαζί με τους άλλους περίεργους».
     «Εγώ δεν την είδα καθόλου, αλλά καλά, κανείς δεν μπορούσε να το μαντέψει. Είδες η Μαργαρίτα όμως;»
     «Η Μαργαρίτα…» Τα μάτια του θόλωσαν σχεδόν από περηφάνια. Η Ντίνα το είδε, αλλά δεν το σχολίασε.
     «Έχει μέλλον».
     «Ναι, έχει. Δεν περίμενα και πολλά απ’ αυτήν όταν ήταν μικρή, αλλά όλο με διαψεύδει».
     «Θέλεις να σου πω ένα μυστικό; Εντάξει, δεν είναι ακριβώς τέτοιο, αλλά… Τέλος πάντων. Ξέρεις ποιος είναι ο λόγος που η κόρη σου παραμένει μόνη; Όχι; Ε, λοιπόν είναι ένα τεστ αλήθειας με σάρκα και οστά. Μόλις της πει κάποιος ψέματα το διακρίνει και του κόβει το βήχα. Αν της πει: δεν μπορώ ή δε θέλω να μιλήσω γι’ αυτό θα το δεχτεί, αλλιώς πάει, κάηκε…»
     «Θέλεις να μου πεις ότι τρομοκρατεί τον κόσμο, όπως εσύ;»
     «Χωρίς τις πολεμικές τέχνες όμως».
     Οι πολεμικές τέχνες. Το πάθος της Ντίνας. Όταν δεν την ταλαιπωρεί από δω κι από κει τις περισσότερες ελεύθερες ώρες της τις ξοδεύει είτε στο γυμναστήριο, είτε κάνοντας μαθήματα αυτοάμυνας, ή μαθαίνοντας καινούρια βίαια παιχνίδια. Δεν το κάνει επειδή της αρέσει η βία όμως -όταν πού και πού προκύπτουν προβλήματα τα λύνει με το όπλο της γλώσσας- αλλά απλά επειδή μ’ αυτόν τον τρόπο εκτονώνεται. Σκοτώνει το στρες και ξεφεύγει απ’ τις σκέψεις της.
     Έφτασαν στο σπίτι του Γεωργίου. Καινούριο μοιάζει. Η πόρτα είναι κλειστή, τα παντζούρια κατεβασμένα, αλλά απ’ το αδιαφανές τζάμι που βρίσκεται αριστερά από την πόρτα διακρίνεται αμυδρά ένα κιτρινωπό φως. Ανοίγουν την καγκελόπορτα και ανεβαίνουν στη βεράντα. Το λευκό σιδερένιο τραπέζι και οι καρέκλες μοιάζουν να μην έχουν χρησιμοποιηθεί πρόσφατα.
     Χτυπούν το κουδούνι. Περιμένουν. Ακούνε βήματα να πλησιάζουν και μετά κάτι σαν ανάσα να ξεφεύγει από τα στήθια κάποιου.
     «Ανοίξτε. Είμαστε από την αστυνομία», λέει χαμηλόφωνα η Ντίνα και βγάζει την ταυτότητά της και τη φέρνει στο ματάκι της πόρτας.
     «Καλά», της απαντάει αδύναμα μια φωνή.
     Η πόρτα ανοίγει σιγά σιγά κι αμέσως καταλαβαίνουν τι ήταν εκείνο που έκανε το ποτήρι να ξεχειλίσει.

Άρχισε να χτυπά την κόρη τους, την Αντριάνα της, και τότε πια έφτασε στο αμήν. Αυτή ήταν μαθημένη στον πόνο, οι γροθιές του τη χάραζαν, αλλά δεν τη σκότωναν, όμως οι γροθιές στο κορμί του παιδιού της ήταν άλλη ιστορία. Εδώ και καιρό έμοιαζε να ψάχνει αφορμές για να χτυπάει τη μικρή και τις έβρισκε. Τη μια ήταν οι κακοί της βαθμοί στο σχολείο, την άλλη τα ρούχα που φορούσε, την παράλλη το ότι προσκαλούσε φίλες στο σπίτι χωρίς να πάρει την άδειά του. Το μόνο που η Αντριάνα δεν ήταν η Μαρία. Από την πρώτη στιγμή της είπε: Εγώ δε θα κάτσω εδώ μέσα, μάνα, δεν τον αντέχω, θα και σηκωθώ να φύγω. Κι αυτή τρόμαξε. Κι αυτή απέκτησε ξαφνικά κότσια. Δε θα του περάσει, της είπε, εγώ θα σε προστατεύσω. Χα, όπως προστατεύεις τον εαυτό σου; αναρωτήθηκε εκείνη. Δέχτηκε αδιαμαρτύρητα αυτό το λεκτικό χαστούκι, έτσι κι αλλιώς της άξιζε. Κι έβαλε αμέσως μπρος με τα σχέδιά της. Ήταν λίγο μετά το Πάσχα. Είπε στην κόρη της ότι μάλλον έπρεπε να θυσιάσει τη σχολική χρονιά για να ησυχάσουνε από δαύτονε, κι αυτή δεν έφερε καμία αντίρρηση. Έτσι, την έστειλε στη μάνα της στο χωριό. Εκείνη δεν την υποδέχτηκε και μεγάλη χαρά, αφού σκεφτόταν το σκάνδαλο, αλλά δεν την έδιωξε κιόλας. Κι υποσχέθηκε στην κόρη της ότι θα τη φρόντιζε για όσο καιρό χρειαζόταν. Δυο μήνες χρειαζόταν. Για να μετακομίσει κάπου ασφαλισμένα, να φτιάξει ένα σχέδιο και να το ακολουθήσει κατά γράμμα. Λίγο πριν το τέλος όμως κάτι πήγε στραβά. Ο άντρας της κατέφθασε απροειδοποίητα λίγες μέρες πριν, την Κυριακή, στο σπίτι της μάνας της και πήρε τη μικρή μαζί του με το έτσι θέλω. Όταν επέστρεψαν στη Λευκωσία, την ξυλοκόπησε και την έκλεισε στο δωμάτιό της. Κι εκείνη, μέσα στα άγρια μεσάνυχτα το έσκασε από το παράθυρο και τηλεφώνησε στη μάνα της, που ήρθε και τη μάζεψε από ένα πάρκο. Την οδήγησε στο μικρό διαμέρισμα που νοίκιαζε κάτω απ’ το πατρικό της όνομα στην Παλιά Λευκωσία και τη διαβεβαίωσε ότι εκεί είναι ασφαλής. Αν έκανε υπομονή λίγες μέρες όλα θα πήγαιναν καλά. Μέχρι και το Σάββατο θα σκότωνε τους τέσσερις ανίκανους αστυνομικούς, ενώ τον μεγάλο φταίχτη θα τον έβαζε να καθίσει σε μια ηλεκτρική καρέκλα δικής της κατασκευής. Αλλά αυτό το τελευταίο δεν της το είπε.

Οδηγεί ο Ιωάννου, ενώ η Ντίνα κάθεται στο πίσω κάθισμα μαζί με τη μικρή. Η Αντριάνα δε μοιάζει να φοβάται. Όπως τους είπε δε γνώριζε το σχέδιο της μάνας της, αλλά η τελευταία ήταν σίγουρη ότι θα ερχόταν η αστυνομία και θα την έβρισκε εκεί. Γι’ αυτό και όταν ο πατέρας της έφυγε σαν τρομαγμένο ζώο και πήγε να κρυφτεί, την οδήγησε στο σπίτι τους. Τη συμβούλεψε να πει τα πάντα στον χοντρό. Είχε ρωτήσει διακριτικά εδώ κι εκεί και έμαθε ότι αυτός θα έκανε το σωστό, ακόμη κι αν έπρεπε να πληρώσει ο ίδιος προσωπικά κάποιο τίμημα. Δε θα την πάνε στο σταθμό. Όχι μέσα στη νύχτα. Θα νιώσει καλύτερα στο σπίτι του, ανάμεσα σε έστω άγνωστους φίλους. Τα διαδικαστικά μπορούν να περιμένουν. Εξάλλου οι γυναίκες της ομάδας του, μπορούν να της προσφέρουν όλη την παρηγοριά που χρειάζεται. Τη στιγμή ακριβώς που φτάνουν στο σπίτι του το κινητό της Αντριάνας χτυπάει. Χαμογελάει δειλά. Το απαντάει. Ανταλλάζει λίγες λέξεις με τη μάνα της. Σκύβει προς τα μπροστά και δίνει τη συσκευή στον χοντρό.

Συνεχίζεται


Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Τετάρτη, 17 Αυγούστου 2011

Στιλέτο - Κεφάλαιο 15

Είναι έξι και τέταρτο το πρωί. Κάθεται στο γραφείο του Σωτηρίου και τον περιμένει. Στα χέρια του κρατά μερικές σελίδες σχήματος Α4, τις οποίες μοιάζει να μελετά, αν και έχει ήδη αποστηθίσει το περιεχόμενό τους. Μέχρι τις πέντε το πρωί δούλευαν για να βάλουν μια τάξη στον όγκο του υλικού που είχαν στα χέρια τους και να το συνοψίσουν σε λίγες σελίδες. Ονόματα, γεγονότα, υποψίες, κατηγορίες. Έστειλε τους υπόλοιπους για ύπνο κι αυτός μετά από ένα ντους και τον πρώτο καφέ της ημέρας ήρθε κατ’ ευθείαν στο σταθμό. Οι νέοι συνεργάτες του θα τον ακολουθούσαν το πολύ μέχρι τις δέκα, αφού όσο κι αν χρειάζονταν λίγη ξεκούραση, τα γεγονότα έτρεχαν. Αφού έφυγαν η Ντίνα του είπε ότι, θα έχει αρκετό χρόνο για να κοιμηθεί όταν πεθάνει, και με το έτσι θέλω ήρθε μαζί του. Ήταν ωστόσο τόσο κουρασμένη, που με το που έφτασαν εδώ με το Χόντα της, σωριάστηκε στην καρέκλα του κι αποκοιμήθηκε. Την άφησε στην ησυχία της. Και τώρα κάθεται εδώ και περιμένει. Είναι σίγουρος ότι δε θα αργήσει να φανεί ο αρχηγός, αφού πάντα έφτανε πρώτος στη δουλειά.
     «Ελπίζω να μου φέρνεις καλά νέα», άκουσε τη φωνή του από την πόρτα.
     «Ίσως να είναι καλά, ίσως και κακά. Εξαρτάται από την οπτική σου γωνία…»
     «Κοιμήθηκες καθόλου;»
     «Όχι».
     «Ούτε εγώ. Καφέ;»
     «Νομίζω ότι σήμερα θα έχει την τιμητική του».
     Πήγε στην κουζινούλα του σταθμού, έφτιαξε δύο φραπέ και επέστρεψε με βήμα αργό, σα να προσπαθούσε να καθυστερήσει την ώρα των αποκαλύψεων.
     «Οι υπόλοιποι πού είναι;»
     «Η Ντίνα κοιμάται στο γραφείο μου. Τους άλλους τους έστειλα να ξεκουραστούν λίγο. Τρεις-τέσσερις ώρες ύπνου θα τους κάνουν καλό».
     «Νέα για τον Κακογιάννη…»
     «Τίποτα που δεν περιμέναμε».
     «Τότε…»
     «Νέα από τον Κακογιάννη».
     Του έδωσε τις σελίδες, σκόρπιες όπως ήταν, μαζί με τον αδειανό φάκελο και πήρε στα χέρια του το φραπέ. Η πρώτη ρουφηξιά του φάνηκε πικρή. Η δεύτερη έμοιαζε να τον αναζωογονεί. Ευλογημένο πράγμα ο καφές, σκέφτηκε. Σήκωσε το βλέμμα στον Σωτηρίου. Ασυνήθιστα ήρεμος. Μελετούσε και σκέφτονταν, μάλλον κατέστρωνε ήδη ένα σχέδιο στο μυαλό του. Μόνο μια στιγμή έδειξε να τα χάνει, όταν αντίκρισε μάλλον το όνομα του κύριου Καθαρά Χέρια. Αυτό σίγουρα δεν το περίμενε. Όταν τελείωσε με την ανάγνωση παρέμεινε για λίγο σιωπηλός να κοιτάει το κενό ή ίσως και το αύριό του, που παρόλες τις μέχρι τώρα αναποδιές έμοιαζε πια λίγο πιο φωτεινό.
     «Οι φάκελοι που είναι;»
     «Ασφαλείς στο γραφείο μου. Αλλά βγάλαμε και αντίγραφα, ενώ ο Ιακώβου θα αρχίσει από σήμερα κιόλας να τους ψηφιοποιεί. Τι σκέφτεσαι να κάνεις;»
     «Δεν ξέρω. Δεν μπορώ ν’ αποφασίσω τώρα. Πρέπει να καθαρίσει πρώτα το μυαλό και μ’ όλα αυτά που συμβαίνουν που καιρός… Αλλά με έσωσες. Σ’ ευχαριστώ…»
     «Την Ντίνα να ευχαριστήσεις. Και τον εαυτό σου που δεν έχει τα κολλήματα που έχουν οι άλλοι…»
     «Καθώς οδηγούσα προς τα εδώ, ένιωθα τελειωμένος. Τώρα νιώθω σα να υπάρχει ακόμη ζωή μέσα σ’ αυτό το γέρικο κορμί».
     «Σ’ έπιασαν τα μέλια…»
     «Δε θα το ξεχάσω ποτέ αυτό, Πέτρο. Κι αν χρειαστείς κάτι, οτιδήποτε, οποτεδήποτε, μη διστάσεις να μου το ζητήσεις και να είσαι σίγουρος ότι εφόσον περνά από τα χέρια μου θα το έχεις».
     «Τώρα που το λες…». Χαμογέλασε αινιγματικά. «Βασικά θα στο ζητούσα όταν θα ξεμπερδεύαμε με τις δολοφονίες, αλλά υποθέτω ότι δεν υπάρχει πια λόγος να περιμένω. Θέλω τους Ιακώβου και Χρυσοστόμου μόνιμα στην ομάδα μου».
     «Μόνο αυτό;»
     «Μόνο. Αυτοί θα κάνουν τη δουλειά κι εγώ θα παίρνω τα εύσημα. Μπορείς να σκεφτείς τίποτα καλύτερο;»
     «Α, ρε Πέτρο».
     Τίποτα άλλο δεν είπε εκείνη τη στιγμή. Α, ρε Πέτρο, αν δεν ήσουν αυτός που είσαι θα μπορούσες να ανέβεις πολύ ψηλά, ήθελε να του πει. Αλλά δεν τον ένοιαζαν τα αξιώματα. Και δεν ήταν και πολιτικάντης. Θα έβαζε φωτιά σε πολλά μπατζάκια αν αναλάμβανε κάποια σημαντική θέση στην ιεραρχία, κι αυτό κανείς δεν το ήθελε. Ήταν ο Ιωάννου, ο χοντρός, απλά ένας μπάτσος.
     «Θα τους έχεις λοιπόν. Όταν έρθει η ώρα δε θα μπορούν να μου αρνηθούν τίποτα. Το θέμα είναι να παίξω σωστά τα χαρτιά μου. Το πρόβλημα είναι ότι δεν μπορώ να εμπιστευτώ κανέναν, εκτός από σένα φυσικά, αυτή την ώρα…»
     «Θα θελήσουν να το συγκαλύψουν».
     «Γι’ αυτό δεν έχω καμιά απολύτως αμφιβολία. Και όπως ξέρεις τα μεγάλα κεφάλια είναι που αποφασίζουν…»
     «Κι αν δεν χρειαστεί να κάνεις απολύτως τίποτα μέχρι να ξεσπάσει η μπόρα;»
     «Τι σκέφτηκες; Για να προσπαθείς να στρίψεις το ανύπαρκτο μουστάκι σου μάλλον κάποια ιδέα τρύπωσε στο μυαλό σου».
     «Έχω έναν γνωστό δημοσιογράφο…»
     Του εξήγησε το σχέδιό του.
     «Και τον εμπιστεύεσαι;»
     «Ναι. Είναι ντόμπρος. Και με βοήθησε παλιά σε μια-δυο υποθέσεις. Ξέρει να κρατά το λόγο του. Εξάλλου, δε θα του τα σερβίρω όλα στο πιάτο. Απλά θα του δείξω προς τα πού να κινηθεί. Μέχρι να βρει το δρόμο του, θα βρούμε κι εμείς το δικό μας. Φτάνει να πείσεις τον φίλο μας να σου αναθέσει τη διερεύνηση των καταγγελιών που θα προκύψουν…»
     Ο φίλος τους! Ο υπουργός. Καινούριος στο αξίωμα, ίσως όχι και τόσο ικανός, αλλά με καλές προθέσεις. Γι’ αυτό και δε χάνει ευκαιρία να μιλάει για τους φίλους του τους αστυνομικούς.
     «Τον ξέρω από παλιά. Από τότε που ανακατευόμουνα με το κόμμα. Δεν είναι συνηθισμένος πολιτικός. Είναι ένας απ’ αυτούς που κάθε τόσο λένε την αλήθεια. Θα τον πάρω τηλέφωνο σε καμιά ώρα, είναι πολύ νωρίς ακόμα. Νομίζω ότι θα θέλει να ανακατευτεί προσωπικά μ’ αυτή την υπόθεση και πιστεύω ότι όταν έρθει η ώρα θα κάνει το σωστό. Αυτό που θα του ζητήσουμε δηλαδή. Με τις δολοφονίες πώς τα πάμε;»
     «Με εξαίρεση τον εκτελεστή δε βρήκαμε τι είναι αυτός συνδέει τους τρεις τους, αλλά σίγουρα κάτι υπάρχει. Ο μοναδικός μας ύποπτος, όπως ξέρεις ήδη, έχει άλλοθι, αλλά και οι πηγές μου μού λένε ότι τα χτυπήματα δεν έχουν να κάνουν με τους ανθρώπους της νύχτας».
     «Και πόσο αξιόπιστες είναι αυτές οι πηγές;»
     «Για μένα αρκετά».
     «Είσαι σίγουρος ότι δε χρειάζεσαι άλλα άτομα στην ομάδα. Όσο πληθαίνουν τα πτώματα…»
     «Τα πτώματα πληθαίνουν, αλλά εκτός από τον αριθμό τους και την πίεση που αντιμετωπίζεις τίποτα δεν αλλάζει. Πρόλαβες να διαβάσεις εφημερίδες σήμερα;»
     «Όχι. Ούτε που το σκέφτηκα κιόλας. Είδα τις τελευταίες ειδήσεις ψες στην τηλεόραση και μου μαύρισε η καρδιά».
     «Μια στιγμή», του είπε και σηκώθηκε. Πήγε στο γραφείο του, μπήκε μέσα σιγοπατώντας για να μην ξυπνήσει την Ντίνα, σήκωσε τη μικρή στοίβα με τις εφημερίδες και τη μετέφερε στον αρχηγό. «Διάβασε τίτλους να χορτάσουν τα μάτια σου…»
   
     Διάβασε:

     «Στιλέτο… στην καρδιά της αστυνομίας»
     «Πού το πάει ο Στιλέτο;»
     «Αυτός Στιλέτο κι αυτοί το χαβά τους»
     «Το Στιλέτο της οργής;»
     «Η κυβέρνηση αιμορραγεί… Πληγή από Στιλέτο!»
     «Στιλέτο που τους χρειάζεται!»

     Τώρα δεν ξέρει κατά πόσο πρέπει να γελάσει ή να κλάψει. Απλά χαμογελά με κόπο. Και αφήνει τις φυλλάδες να αναπαυτούν σε μια γωνιά του γραφείου του.
     «Δεν γράφουν κάτι χρήσιμο υποθέτω…»
     Ξέρει ότι ο Ιωάννου διαβάζει μετά μανίας τις εφημερίδες.
     «Όχι βέβαια. Αλλά τουλάχιστον αυτοί δε λειτουργούν όπως τα κανάλια. Βάζουν χτυπητούς τίτλους για να πουλήσουν φύλλα, αλλά δεν προσπαθούν να τρομοκρατήσουν τον κόσμο. Πάντως όλοι σχεδόν υιοθετούν την άποψη ότι πίσω από τις δολοφονίες κρύβεται ο υπόκοσμος…»
     «Σχεδόν;»
     «Η λέξη κλειδί. Ο δημοσιογράφος που σου έλεγα, υποστηρίζει ότι μάλλον αλλού πρέπει να αναζητήσουμε τις αιτίες. Εκτός κι αν άλλαξε η κοινωνία μας τόσο πολύ μέσα σε τρεις μέρες…»
     «Τρεις μέρες;»
     Μοιάζει πραγματικά απορημένος εκείνος. Λες κι αυτό το κυνήγι φαντασμάτων κρατάει μια ζωή. Αλλά δεν παραμένει και πολύ εγκλωβισμένος στις σκέψεις του.
     «Ποιο είναι το σχέδιο για σήμερα;»
     «Εγώ θα συνεχίσω να κοιτάω τα χαρτιά και τις φωτογραφίες και θα σκέφτομαι, μέχρι να ξυπνήσει η Ντίνα και να έρθουν και τα παιδιά. Μετά θα δώσω τις οδηγίες μου σ’ αυτήν και τον Ιακώβου, ενώ εγώ με την Χρυσοστόμου θα πάμε στον Κάθηκα…»
     «Η κηδεία. Διάολε. Την είχα ξεχάσει. Πρέπει να στείλουμε κάποιον αξιωματικό. Εγώ δεν μπορώ να πάω, όχι στην κατάσταση που είμαι. Κάποιον θα βρω. Δε θα σε υπέβαλα στο μαρτύριο του εκφωνήσεις τον επικήδειο στην κηδεία ενός ένστολου καθάρματος…»
     «Σαν παρατηρητής θα πάω. Και θα την μαγνητοσκοπήσουμε κι αυτή. Ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να προκύψει».
     «Ναι».
     Κοιτάζει το ρολόι του ο Ιωάννου. Εφτά και είκοσι. Σηκώνεται, παίρνει στο δεξί του χέρι το ποτήρι με το φραπέ, με το αριστερό αποχαιρετά τον αρχηγό και βάζει πλώρη για το γραφείο του. Ο κόσμος στους διαδρόμους αρχίζει να πληθαίνει, το τμήμα μοιάζει να βγαίνει απ’ το λήθαργο της νύχτας και να υποδέχεται με χασμουρητά και φωνές τον ερχομό της νέας μέρας. Εκείνος πολύ φοβάται ότι αυτή δε θα είναι καθόλου καλύτερη από τις προηγούμενες.


Συνεχίζεται


Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Παρασκευή, 8 Ιουλίου 2011

Στιλέτο - Κεφάλαιο 10

Τρεις το απόγευμα και είναι στην εκκλησία του Αποστόλου Βαρνάβα στη Δασούπολη. Την έχουν εικονογραφήσει τώρα. Την τελευταία φορά που ήταν εκεί, χρόνια πριν, έμοιαζε γυμνή,  ενώ τώρα κάπου θυμίζει καθεδρικό ή μάλλον καθολικό ναό. Κόσμος πολύς. Ο αρχηγός του τμήματος, ο αρχηγός του αρχηγού, ο αρμόδιος υπουργός, πολλοί αστυνομικοί, στελέχη του υπουργείου, τεθλιμμένοι και μη συγγενείς, γνωστοί και φίλοι του μακαρίτη, τα κανάλια. Επικεφαλής της τελετής ένας μητροπολίτης. Θα τον αποχαιρετήσουν με τιμές τελικά τον Κωνσταντίνου.
     Στέκεται πίσω από τα τελευταία στασίδια με την Ντίνα και ψάχνει να εντοπίσει ανάμεσα στο πλήθος την Χρυσοστόμου, αλλά δεν τα καταφέρνει. Ίσως να μην έχει έρθει ακόμη, αν και δεν του φάνηκε από εκείνα τα άτομα που φτάνουν κάπου αργοπορημένα.
     Έχουμε καλή θέα από δω, θέλει να της πει, αλλά δεν το κάνει, αφού δε θέλει έστω και για μια στιγμή να αποστρέψει το βλέμμα από τον κόσμο. Τι περιμένει να δει; Τον δολοφόνο; Αν ήταν να επιστρέψει στον τόπο του εγκλήματος θα τον συναντούσανε ήδη. Εκτός και αν τον έχουν συναντήσει και δεν το πήραν είδηση.
     Νιώθει κάποιον να τον ακουμπάει στον ώμο. Θέλοντας και μη στρέφει το βλέμμα. Ο Λευτέρης, ο Αργυρίου. Ντυμένος με στολή. Μοιάζει να παίρνει πολύ σοβαρά το ρόλο του τεθλιμμένου συνάδελφου.
     «Πού είναι το έτερό σου ήμισυ;» τον ρωτάει χαμηλόφωνα και κάπως ειρωνικά, αναφερόμενος φυσικά στον Κακογιάννη.
     «Ο Νίκος δε δουλεύει σήμερα. Τηλεφώνησε το πρωί ότι ήταν άρρωστος και δε θα ερχόταν. Μάλλον καμιά εποχιακή γρίπη…»
     «Νόμιζα ότι ήταν πολύ χοντρόπετσος για ν’ αρρωστήσει».
     «Τέτοια ώρα, τέτοια λόγια…»
     Η τελετή αρχίζει, αλλά εκείνος δεν την παρακολουθεί. Κοιτά τον κόσμο και τις κάμερες. Δυστυχώς είναι όλες στημένες σε μία γωνία και δε θα έχουν πολλά πλάνα. Αν μπορούσε… Μα, ποια στο διάολο είναι αυτή; Βλέπει μια ψηλή γυναίκα, ντυμένη στα μαύρα, με τα μαλλιά πιασμένα ψηλά σ’ ένα συντηρητικό κότσο, να περιφέρεται σιγά σιγά από το ένα μέρος στο άλλο και να κοιτάει διακριτικά μια τον ένα και μια τον άλλο. Κάτι του θυμίζει. Α, στην ευχή, η Χρυσοστόμου είναι! Αν δεν κοιτούσε προς το μέρος του δε θα μπορούσε να την αναγνωρίσει. Σπρώχνει ελαφρά με τον αγκώνα την Ντίνα, για να αποσπάσει την προσοχή της.
     «Την είδα», του ψιθυρίζει.
     Τι να κάνει άραγε; Τον τρώει η περιέργεια να μάθει, αν και πολύ το αμφιβάλλει ότι η συνάδελφός του θα ξέρει την απάντηση, γι’ αυτό και δεν τη ρωτά. Κάτι θα έβαλε στο μυαλό της η μικρή, σκέφτεται.
     Κόσμος πάει κι έρχεται και αφήνει στεφάνια μπροστά από το φέρετρο. Ακριβό του φαίνεται. Η χήρα δεν τσιγκουνεύτηκε τα έξοδα τώρα που ήρθε η ώρα να τον ξαποστείλει, ενώ και τα δάκρυα τα έχει πρόχειρα. Προτιμά να το παίζει τραγική παρά στωική. Και γιατί όχι; Αφού οι άνθρωποι συγκινούνται με το δράμα.
     Αρχίζει να βαριέται. Θέλει να βγει έξω για να κάνει ένα τσιγάρο, αλλά ύστερα θυμάται ότι το έκοψε εδώ και χρόνια κι αλλάζει γνώμη. Μαρτύριο του είναι οι τελετές. Όχι μόνο οι κηδείες, αλλά οι τελετές γενικά: γάμοι, βαφτίσεις, γιορτές κτλ.
     Επιτέλους κάποτε όλα τελειώνουν και μια πομπή από αυτοκίνητα ξεκινά με προορισμό το κοιμητήριο Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης στο Στρόβολο. Η κίνηση στην αρχή είναι αραιή, αλλά όσο πλησιάζουν προς το τέλος της λεωφόρου Αθαλάσσης, πυκνώνει. Η ζέστη έχει γίνει πια αποπνιχτική. Ιδρώνει πολύ, ξεφυσάει. Και η Ντίνα τον παρακολουθεί και προσπαθεί να μη γελάσει. Ελπίζει ότι τώρα πια θα το έχει μάθει το μάθημά του. Κούνια που την κούναγε. Καθώς διασχίζουν, σχεδόν σημειωτόν, τα στενά δρομάκια του Στροβόλου, ακούει το τηλέφωνό του να χτυπά. Το βγάζει με κάποια δυσκολία απ’ την τσέπη του παντελονιού και το δίνει στην Ντίνα.
     «Παρακαλώ…»
     «Τον Ιωάννου θέλω», της λέει μια μάλλον πανικόβλητη αντρική φωνή.
     «Δεν μπορεί να μιλήσει τώρα, οδηγεί».
     «Βάλε το μεγάφωνο στο τηλέφωνο».
     «Δεν έχει…»
     «Πώς δεν έχει; Αλλά, τι στο διάολο, άσε. Πες του ότι τον χρειαζόμαστε το συντομότερο δυνατόν…»
     «Ποιοι;»
     «Απ’ το τμήμα παίρνουμε. Ο Ανδρονίκου είμαι. Φάγανε τον Κακογιάννη…»
     «Τι;» Ρώτησε αντανακλαστικά. Αλλά αμέσως συνήλθε. «Φτάνουμε μόλις τώρα στο κοιμητήριο για την ταφή του Κωνσταντίνου. Ενημέρωσε τον μικρό, τον Ιακώβου, και πες του να στείλει τις λεπτομέρειες στο κινητό μου. Μόλις τελειώσουμε από δω θα φύγουμε αμέσως για τον τόπο του εγκλήματος. Όπου κι αν είναι αυτός…».
     Έκλεισε το τηλέφωνο και συνεχίζοντας να το κρατά στα χέρια της έμεινε για λίγο ακίνητη, κοιτώντας σταθερά μπροστά, αλλά προφανώς ανήμπορη να δει κάτι.
     «Τι έγινε;» Την έβγαλε από τη στιγμιαία περισυλλογή της η φωνή του.
     «Σκότωσαν τον Κακογιάννη…»
     Εκείνος δεν αντέδρασε στο άκουσμα της είδησης. Η αλήθεια είναι ότι το περίμενε ότι σύντομα θα είχαν νέο θύμα, απλά δεν ήξερε ποιο θα ήταν αυτό. Η υπόθεση γίνεται όλο και πιο περίπλοκη. Είναι σίγουρος ότι εκτέλεσαν κι αυτόν με τον ίδιο τρόπο που σκότωσαν τους άλλους οπότε, εκτός κι αν φανούνε τυχεροί, δε θα βρούνε κανένα στοιχείο στον τόπο του εγκλήματος. Ωστόσο αυτό το νέο έγκλημα επιβεβαιώνει κάποιες από τις υποψίες τους, ενώ λίγο ξεκαθαρίζει και το κίνητρο: εκδίκηση. Αλλά τους εκδικείται ποιος; Και γιατί; Το μυαλό του, παρά τη ζέστη, λειτουργεί με απόλυτη διαύγεια, ωστόσο οι νέες απαντήσεις δημιουργούν, ως συνήθως καινούρια ερωτήματα. Αν βρουν τι συνδέει αυτούς τους τρεις, τότε θ’ ανακαλύψουν και το δολοφόνο. Το θέμα όμως είναι ότι τώρα πρέπει ν’ αρχίσουν να αναζητούν νέους ύποπτους, αφού το νέο έγκλημα αποκλείει τους προηγούμενους, κι ας μην ήταν ακριβώς τέτοιοι. Νέο χαρτολόι τους περιμένει, νέοι πίνακες, νέες αϋπνίες.
     «Φτάσαμε…»
     Βυθισμένος καθώς ήταν στις σκέψεις του λίγο έλειψε να προσπεράσει το κοιμητήριο και να συνεχίσει να οδηγεί. Σταμάτησε σχεδόν απότομα στην άκρη του δρόμου, λίγο πριν την είσοδο. Κατέβηκαν αμίλητοι από το αμάξι, το οποίο άφησε ανοικτό και με τα κλειδιά στη μίζα. Σχεδόν όπως πάντα. Στην πύλη του νεκροταφείου είδαν τον αρχηγό να τους περιμένει.
     «Τα μάθατε;»
     «Μόλις τώρα…»
     «Δε θα ήτανε καλύτερα να πάτε κατευθείαν εκεί;»
     «Πού τον βρήκανε;»
     «Στην αυλή του σπιτιού του στον Άγιο Παύλο. Προς το παρόν δεν έχω άλλες λεπτομέρειες».
     «Ας αφήσουμε τα παιδιά της σήμανσης και τον ιατροδικαστή να πάνε πρώτα εκεί και να κάνουν τη δουλειά τους και μετά πάμε κι εμείς. Φτάνει να μη μετακινήσουν το πτώμα. Όπως τα άλλα δύο;»
     «Ακριβώς. Νομίζω ότι καλό θα ήταν να ενισχύσουμε την ομάδα με κάποιους έμπειρους ντετέκτιβ…»
     «Δεν εμπιστεύομαι κανένα. Εξάλλου με τους νέους έβγαλα σε μια μέρα περισσότερη δουλειά απ’ ό,τι θα έβγαζα μ’ εκείνους σ’ ένα μήνα…»
     Η Ντίνα ένιωσε το κινητό να δονείται στην τσέπη της.
     «Μήνυμα είναι. Από τον Ιακώβου. Τα στοιχεία και η διεύθυνση του Κακογιάννη. Περίληψη των γεγονότων και ο φάκελός του. Μέσα σε δέκα λεπτά…»
     «Βλέπεις τι εννοώ;»
     Ο αρχηγός έμεινε άφωνος. Έσκυψε καταφατικά το κεφάλι και περισσότερο χλωμός παρά ποτέ άρχισε να ακολουθεί το πλήθος προς το χώρο ταφής. Αυτοί τον ακολούθησαν σιγοψιθυρίζοντας. Όταν έφτασαν η Χρυσοστόμου ήταν ήδη εκεί και παρίστανε ότι δεν τους γνώριζε. Κρατούσε στα χέρια μια μικρή δερμάτινη τσάντα και περιφερόταν από δω κι από κει.
     «Αναρωτιέμαι τι κάνει αυτή…», είπε χαμηλόφωνα στην Ντίνα.
     «Μάλλον κάποιο σχέδιο έχει καταστρώσει στο μυαλό της. Απλά κοίτα την. Αν δεν την ήξερες θα καταλάβαινες ότι είναι αστυνομικός;»
     «Για να πω το κρίμα μου: όχι. Μάλλον με κάποια μακρινή συγγενή του μακαρίτη μοιάζει».
     Αφήνει την Ντίνα μόνη και αρχίζει να τριγυρνά στο κοιμητήριο παρατηρώντας τα μνήματα, παλιά και νέα. Στιγμιότυπα μιας αλλοτινής ζωής. Πάντα του άρεσαν τα κοιμητήρια, τον ηρεμούσαν. Πολλές φορές στο παρελθόν όταν ήθελε να σκεφτεί κάτι με την ησυχία του, να καθαρίσει το μυαλό του, επισκέπτονταν το μνήμα των γονιών του. Καθάριζε τα χόρτα, φύτευε νέα λουλούδια, άναβε το καντήλι και πού και πού κάθονταν και τους μιλούσε. Ποτέ δεν τους παραπονιόνταν όμως, αφού θεωρούσε τον εαυτό του τυχερό. Είχε την οικογένεια και το σπίτι του και μια δουλειά που αγαπούσε – τι άλλο να ζητήσει κανείς; Τους μιλούσε ωστόσο για τις υποθέσεις του. Κι εκείνοι, βουβοί ακροατές τον άκουγαν, και με τα φυσήματα λες του ανέμου του έδιναν τις απαντήσεις τους, του έδειχναν διαφορετικές κατευθύνσεις. Αλλά τα χρόνια πέρασαν, άλλαξαν οι καιροί και τη θέση των νεκρών πήραν τώρα πια για τα καλά οι ζωντανοί. Στην Ντίνα βρήκε την ιδανική συνέταιρο, στη Μαργαρίτα μια καλή ακροάτρια, η Γεωργία τον βοηθάει απλά με το να είναι εκεί, κι η Ελευθερία, με την παρουσία της και μόνο τον έχει μάθει να φυλάει τα νώτα του. Μισοχαμογελά και επιστρέφει προς το μέρος που είναι μαζεμένο το πλήθος.
     Ο μητροπολίτης λέει τα τελευταία λόγια, ακούγονται μικροί ψαλμοί, ο αρχηγός αναλαμβάνει να πει το στερνό αντίο. Του πλέκει, ως είθισται, το εγκώμιο και πολλοί σκύβουν το κεφάλι συμφωνώντας λες με τις τιμές που του αποδίδει. Έζησε σαν κάθαρμα, τον θάβουν σαν ήρωα, σκέφτεται ο Ιωάννου και θέλει να σηκωθεί να φύγει, αλλά δεν το κάνει. Όχι ακόμα. Αναζητά με το βλέμμα την Ντίνα και την Χρυσοστόμου. Ακροβολισμένες μοιάζουν στις δύο άκρες του πλήθους. Παρατηρούν και καταγράφουν μέσα τους. Η σκέψη του παραστρατεί. Α, ρε Ντίνα, σκέφτεται. Α, ρε Ντίνα. Την αγαπά τη μικρή και τη θαυμάζει κιόλας, για το κουράγιο και την επιμονή της. Ορφανή από μητέρα από μικρή, ουσιαστικά βρήκε μόνη το δρόμο της σ’ αυτό τον κόσμο, αφού ο πατέρας της όσο κι αν το προσπαθούσε δεν μπόρεσε ποτέ να αναπληρώσει τη θέση της μάνας. Έτσι μεγάλωσε μόνη, σπούδασε μόνη, ερωτεύτηκε, παντρεύτηκε, μα ποτέ δεν έζησε τις χαρές που της αναλογούσαν. Ο γάμος της δεν κράτησε πολύ -δε θέλει να μιλάει ποτέ γι’ αυτόν- όπως και όποιες άλλες σχέσεις επιχείρησε. Και τώρα είναι μόνη. Και ασχολείται μόνο με τη δουλειά. Ευτυχώς που τώρα τελευταία άρχισαν να γίνονται καλές φίλες με την Ελευθερία, αλλιώς δε θα ήξερε τι να κάνει για να τη βοηθήσει. Σαν άτυπο αφεντικό και φίλος της τα πήγαινε μια χαρά, αλλά οπωσδήποτε χρειαζόταν και άλλα άτομα στη ζωή της. Τέλος πάντων. Τα λόγια τελειώνουν και το χώμα και τα λουλούδια αρχίζουν να καλύπτουν τα λίγα μέτρα γης που αναλογούν στο νεκρό. Κάνει νόημα στην Ντίνα ότι ήρθε η ώρα να αποχωρήσουν: ό,τι ήτανε να δούνε εκεί το είδαν ήδη.
     «Στείλε μήνυμα στην Χρυσοστόμου να μείνει εδώ μέχρι το τέλος και μετά ν’ ακολουθήσει αυτούς που θα πάνε στο σπίτι της χήρας, αλλά να μη μπει μέσα. Απλά είμαι περίεργος να μάθω αν θα εμφανιστεί κάποιος ουρανοκατέβατος πέρα από τους στενούς συγγενείς και φίλους», της είπε μόλις απομακρύνθηκαν λίγο από τους υπόλοιπους. Υπάκουσε αμέσως. Προτού φτάσουν καν στο φούρνο μικροκυμάτων με τέσσερις τροχούς, που θα τους μετέφερε στο νέο τόπο του εγκλήματος ήρθε και η απάντηση.
     «Ό,τι πείτε. Κινηματογράφησα ολόκληρη τη νεκρώσιμη ακολουθία. Πιστεύω ότι έχω πλάνα με τα πρόσωπα όλων των θεατών».
     Χαμογέλασε όταν είδε το μήνυμα εκείνη και του το έδειξε.
     «Μα πώς…» πήγε να ρωτήσει, αλλά κατάλαβε. Μικροκάμερα, μάλλον μέσα στη τσάντα της. Γι’ αυτό την κρατούσε όπως την κρατούσε. «Βρε τους μπαγάσες. Αυτοί σε μια βδομάδα θα μας βγάλουν όλους άχρηστους. Αυτός ο Ιακώβου είναι…»
     «Γιατί αυτή πάει πίσω;»
     «Αν βγάλουμε άκρη μ’ αυτή την υπόθεση θα ζητήσω από τον αρχηγό να τους τοποθετήσει μόνιμα στην ομάδα μας. Σίγουρα αυτό δε θα αρέσει σε πολλούς, ειδικά αφού είναι νέοι, αλλά δε δίνω μία. Θέλω να δουλεύω με τους καλύτερους».
     Η Ντίνα συγκατανεύει αμίλητη. Μπαίνουν στο αμάξι. Τα καθίσματα καίνε, ενώ το τιμόνι μοιάζει να λιώνει από τις αχτίδες του καυτού ήλιου. Όταν πάνε να βάλουν τις ζώνες ασφαλείας νιώθουν τα δάχτυλά τους να τσουρουφλίζονται.
     «Κάνει ζέστη σήμερα», λέει αυτός κι εκείνη προσπαθεί να μη γελάσει. Παραπονέθηκε πρώτος, το παιχνίδι κερδήθηκε.
     «Αύριο με το Χόντα…»
     «Καλά».
     Βάζει μπρος. Σταματάνε για λίγο στα φανάρια και μετά πάνε ευθεία μπροστά. Προσπερνάνε το Απολλώνιο νοσοκομείο, το γήπεδο Λευκοθέα και το Μακάριο Στάδιο. Στο τέρμα του δρόμου στρίβουν δεξιά και συνεχίζουν ευθεία, προς τον κυκλικό κόμβο του Κολοκασίδη και μετά πάνε αριστερά. Στα επόμενα φανάρια στρίβουν και πάλι αριστερά και χαράζουν πορεία προς τον Ιππόδρομο. Εκεί κοντά είναι το σπίτι του Κακογιάννη.
     Δε δυσκολεύονται να το βρουν. Είναι και τα περιπολικά απέξω που τους κάνουν τη ζωή πιο εύκολη. Είναι και οι συνήθεις περίεργοι που την κάνουν πιο δύσκολη. Παραδόξως τα κανάλια δεν τους πρόλαβαν. Ήταν πολύ απασχολημένα με την κηδεία και με τις συνταρακτικές, όπως πάντα, εξελίξεις στο κυπριακό. Τριάντα εφτά χρόνια μετά την εισβολή κι οι εξελίξεις εξακολουθούν να τρέχουν. Καλά που δεν κουράζονται.
     Χαιρετούν τον νεαρό αστυνομικό που στέκεται φρουρός στην είσοδο κι εκείνος τους δείχνει προς τα πού να πάνε: στην πίσω μάλλον αυλή του σπιτιού. Ακολουθούν το βλέμμα του και φτάνουν σε μια γωνιά όπου είναι φυτεμένες κάποιες λεμονιές και μανταρινιές. Βλέπουν κάποιο να τους παρατηρεί από τη βεράντα του διπλανού σπιτιού. Μάλλον αυτός θα ήταν που εντόπισε το πτώμα.
     Πλησιάζουν τον Αντωνίου και τους ανθρώπους της σήμανσης που στέκονται από πάνω του.
     «Τι έχουμε;»
     «Ό,τι είχαμε πάντα, Πέτρο».
     «Ο ίδιος δολοφόνος;»
     «Μάλλον. Αλλά ίσως αυτός να πρόλαβε να δει ποιος του επιτέθηκε αφού το χτύπημα στο κεφάλι είναι στα πλάγια και όχι από πίσω, όπως στις άλλες περιπτώσεις. Ο αρχηγός;»
     «Θα προσπαθεί να συμμαζέψει τ’ ασυμμάζευτα με τα υπουργικά κουστούμια. Ώρα θανάτου;»
     «Αν λάβουμε υπόψη τη ζέστη, θα έλεγα γύρω στις δώδεκα με μια το μεσημέρι».
     «Τι ώρα λάβαμε την κλήση;»
     «Στις τρεις παρά δέκα».
     «Από τον γείτονα;»
     «Ναι, μόλις επέστρεψε από τη δουλειά τον είδε από το παράθυρο της κουζίνας και μας τηλεφώνησε».
     «Ήταν περίεργος αρκετά ώστε να έρθει να τον δει από κοντά;»
     «Γιατί δεν τον ρωτάς ο ίδιος;»
     «Αυτό θα κάνω».
     Ρίχνει μια ματιά στο κουφάρι που κάποτε φιλοξενούσε τη ζωή του Κακογιάννη. Γαλήνιο μοιάζει. Καταματωμένο, αλλά γαλήνιο. Το στιλέτο καρφωμένο στο στήθος με το σύνηθες σημείωμα και το κορμί του τοποθετημένο λες για μια πόζα. Τέλεια σκηνοθεσία. Παρατηρεί τα φύλλα και το χώμα. Πατημένα από τον ίδιο και τους άλλους αστυνομικούς, αλλά σίγουρα και το μακαρίτη. Αν υπήρχε κάποιο ίχνος από τα παπούτσια του θύτη, έχει πια χαθεί. Κοιτά προς το φράχτη που χωρίζει αυτό το σπίτι μ’ εκείνο του γείτονα. Φρέσκες πατημασιές δε φαίνονται πουθενά. Κατευθύνεται προς τα εκεί ακολουθημένος από την Ντίνα.
     «Χαίρεται. Μπορώ να σας κάνω μερικές ερωτήσεις;»
     «Φυσικά. Ό,τι θέλετε…»
     «Τι ώρα ακριβώς επιστρέψατε στο σπίτι σας;»
     «Γύρω στις τρεις παρά τέταρτο. Εκτός κι αν έχω κάτι άλλο να κάνω επιστρέφω πάντα την ίδια ώρα».
     «Και πού δουλεύετε;»
     «Στο υπουργείο υγείας».
     «Μάλιστα. Πώς ήταν οι σχέσεις σας με το θύμα;»
     «Καλές. Όχι εξαιρετικές, απλά καλές. Πού και πού με ενοχλούσε τα βράδια όταν είχε φίλους για φαγητό ή ποτό και το γλεντούσαν μέχρι το πρωί, αλλά εκτός από αυτό δεν είχαμε κάτι να χωρίσουμε».
     «Και με τους υπόλοιπους γείτονες;»
     «Δεν άκουσα κάποιον να τον κατηγορεί για κάτι, αλλά φυσικά δεν είμαι και μέσα στο μυαλό τους. Φαινομενικά τουλάχιστον δεν έμοιαζε να έχει πρόβλημα με κανένα. Εκτός…»
     «Εκτός;»
     «Τίποτα. Να, η κυρία Ελένη, που είναι αυτό που λέμε τ’ αυτί της γης, υποστήριζε τις προάλλες ότι ο Κακογιάννης είχε πάρε δώσε με περίεργους τύπους. Αλλά κανένας δεν την πίστεψε, αφού δεν έχει στ’ αλήθεια τι να κάνει, έτσι κάθεται όλη μέρα και πλάθει ιστορίες με τη φαντασία της…»
     «Πού μπορώ να τη βρω;»
     «Μένει δυο σπίτια πιο κάτω, στο είκοσι εφτά. Όπως θα βγείτε έξω στα δεξιά σας».
     Ακολουθώντας τις οδηγίες του άντρα βγήκαν στο δρόμο. Βρίσκονταν στην Πράσινη γραμμή. Στη μία και στην άλλη άκρη του δρόμου υπήρχαν δύο φυλάκια της Εθνικής Φρουράς και λίγο πιο κάτω ένα των Ηνωμένων Εθνών. Σίγουρα όλοι οι κάτοικοι εδώ γνώριζαν ο ένας τον άλλο, αφού δεν υπήρχαν καινούρια κτήρια. Εκτός κι αν κάποιος νοίκιαζε. Αλλά ακόμη κι έτσι, σίγουρα κάποιος θα είδε κάτι το ασυνήθιστο. Πολλές φορές ο εγκέφαλος χρειάζεται πολλή χρόνο για να επεξεργαστεί τις πληροφορίες. Ίσως με λίγη τύχη…
     «Ντίνα, πάρε τηλέφωνο τον Σωτηρίου και πες του να στείλει δυο ομάδες για να μιλήσουν με όλους τους κατοίκους του δρόμου, εκτός απ’ αυτούς που αναλάβαμε ήδη εμείς».
     Έφτασαν στο σπίτι της κυρίας Ελένης. Κτύπησαν την πόρτα. Και περίμεναν. Την ξανακτύπησαν. Και περίμεναν και πάλι. Πάνω που ετοιμάζονταν να το κάνουν για τρίτη φορά άκουσαν μια φωνή να φωνάζει από μέσα:
     «Καλά, καλά, έρχομαι».
     Τους άνοιξε μια γυναίκα γύρω στα εβδομήντα κάτι της. Λίγο καμπούρα, με φτενά άσπρα μαλλιά, ντυμένη με μια αλαφριά ρόμπα και φορώντας παντόφλες, πιο γερασμένες θα έλεγε κανείς κι από την ίδια.
     «Τι θέλετε;»
     Της έδειξαν τις ταυτότητές τους, της συστήθηκαν, εξήγησαν το λόγο της επίσκεψής τους.
     «Χα. Το περίμενα», ξεφώνισε σχεδόν χαρούμενη αυτή, και παραμέρισε για να περάσουν μέσα.
     Το σαλόνι της θύμιζε περασμένα μεγαλεία. Πολυέλαιος στο ταβάνι, σίγουρα πανάκριβος, αλλά τώρα αφημένος στη φθορά του χρόνου, παλιοί πίνακες στους τοίχους, ξύλινα έπιπλα απομεινάρια ενός μακρινού χθες, φωτογραφίες που θύμιζαν παλιά ασπρόμαυρη ταινία. Τους έβαλε να καθίσουν σ’ ένα καναπέ αντίκα και τους ρώτησε τι θα ήθελαν να πιουν. Και όχι, νερό δεν είχε.
     «Φτιάχνω φραπέ, αν θέλετε. Μού έφερε ένα μηχάνημα που το ανακατεύει η εγγονή μου. Έχω γίνει μάστορας…»
     «Μαύρο σκέτο», ο Ιωάννου. Δεν ήθελε άλλη ζάχαρη σήμερα.
     «Μαύρο με ένα κουταλάκι ζάχαρη», η Ντίνα.
     Κίνησε αμέσως να εκτελέσει την παραγγελία.
     «Ωραία η γιαγιά…», ψιθύρισε εκείνη.
     «Για να δούμε τι έχει να μας πει όμως. Ελπίζω να μην αρχίσει τις ιστορίες για τα παιδιά και τα εγγόνια της, γιατί θα νυχτωθούμε εδώ».
     Του άρεσε αυτό το σπίτι κι ας μύριζε λίγο εγκατάλειψη. Είναι φανερό ότι η ιδιοκτήτριά του έχει, ή τουλάχιστον είχε, χρήμα, αλλά είναι πολύ περήφανη ή πολύ πεισματάρα ώστε να ζητήσει βοήθεια για να το φροντίσει.
     Μετά από πέντε λεπτά την είδαν να καταφθάνει κουβαλώντας ένα δίσκο με τα φραπέ και τα απαραίτητα μπισκότα και κουλουράκια. Δεν έκανε να φιλέψει τους ξένους ανθρώπους μόνο με ένα καφέ. Τους σέρβιρε και κάθισε απέναντί τους, ρουφώντας γουλιά γουλιά μια παγωμένη λεμονάδα.
     «Λοιπόν;» Άνοιξε αντ’ αυτών την κουβέντα. «Τι θα θέλατε να μάθετε;»
     «Τι ξέρετε να μας πείτε;» αποφάσισε να πάρει την πρωτοβουλία η Ντίνα.
     «Ο Κακογιάννης, θεός μακαρίσει τον, ήτανε κακό σπυρί. Παρίστανε τον καθώς πρέπει, τον ευγενικό κτλ, αλλά εγώ κάποιους σαν κι αυτό τους μυρίζομαι από μακριά».
     «Κάποιους σαν κι αυτόν;»
     «Ήταν βρώμικος μπάτσος. Βάζω στοίχημα τη σύνταξή μου γι’ αυτό. Αν βλέπατε ποιοι τον επισκέπτονταν και τι περίεργες ώρες θα καταλαβαίνατε…»
     «Αν μπορούσατε να μας εξηγήσετε…»
     «Να σας εξηγήσω, γιατί να μη σας εξηγήσω. Έχω αϋπνίες ξέρετε, όπως όλοι οι γέροι, έτσι πολλές φορές μένω ξύπνια μέχρι πολύ αργά το βράδυ. Και τότε είναι που βλέπω να συμβαίνουν όλα αυτά τα περίεργα που σας λέω. Τις προάλλες ήταν εδώ ένας τυπάς με τον μπράβο του, τον οποίο χθες είδα στην τηλεόραση, εκεί που σκότωσαν τον άλλο αστυνομικό. Επίσης κάποιος του έφερνε κάθε τόσο γυναίκες και έφευγε. Ερχόταν κι ένας αστυνομικός συχνά. Πώς τον έλεγαν; Αχ, μου διαφεύγει. Τέλος πάντων, εκείνος ήταν ο πιο συχνός επισκέπτης του, αλλά… Πώς τον έλεγαν; Είμαι σίγουρη ότι έχω ακούσει το όνομά του…»
     «Αν σας δείχναμε μια φωτογραφία του θα τον αναγνωρίζατε;»
     «Ναι. Τα πρόσωπα τα θυμάμαι, τα ονόματα ξεχνάω».
     «Μια στιγμή να πάρω ένα τηλέφωνο».
     Σηκώθηκε από τον καναπέ κι απομακρύνθηκε για λίγο από τον Ιωάννου και την πρόθυμη μάρτυρά τους.
     «Είναι ξύπνιο το κορίτσι…»
     «Λες να μην το ξέρω;»
     «Ευτυχώς που άρχισαν να δέχονται γυναίκες στην αστυνομία. Αυτές θα σας καθαρίσουν τον στάβλο…»
     Άθελά του γέλασε. Δίκιο είχε, αλλά δε θα της το έλεγε. Η Ντίνα επέστρεψε στη θέση της και μια στιγμή αργότερα έλαβε ένα μήνυμα στο -πιο έξυπνο από εμένα, όπως έλεγε- κινητό της. Άνοιξε το αρχείο και άρχισε να δείχνει κάποιες φωτογραφίες στην κυρία Ελένη. Εκείνη δεν αναγνώριζε κανένα και όλο έλεγε πάρα κάτω, μέχρι που κάποια στιγμή έσφιξε το χέρι της κοπέλας και τη διέταξε σχεδόν να πάει ένα πλάνο πιο πίσω.
     «Αυτό τον τύπο τον ξέρω. Είναι αυτός που σας είπα ότι είχε έρθει εδώ με τον μπράβο του».
     Οι δύο συνεργάτες αντάλλαξαν μια όλο νόημα ματιά. Ο Πιγκουΐνος!
     «Θυμάστε πότε ακριβώς τον είδατε; Είχε έρθει εδώ ξανά; Εκτός από τον μπράβο ήταν κάποιος άλλος μαζί του;»
     «Μόνο μια φορά τον είδα. Δε στήνω καρτέρι κιόλας. Απλά ο κόσμος περνά κι εγώ παρατηρώ. Αν τον έβλεπα ξανά θα τον θυμόμουνα. Εξάλλου ήταν ο μπράβος που τράβηξε περισσότερο την προσοχή μου. Μού φάνηκε πολύ παράξενο το ότι ήταν εδώ. Πότε τον είδα; Για να θυμηθώ…» Σκέφτεται. Αποφασίζει. Αλλάζει γνώμη. Ξανασκέφτεται. «Μια στιγμή», τους λέει και σηκώνεται χωρίς ιδιαίτερο κόπο απ’ την πολυθρόνα της. Εκείνοι παίρνουν την ευκαιρία για ν’ απολαύσουν μια τονωτική ένεση καφεΐνης. Τη βλέπουν να επιστρέφει, κουβαλώντας μαζί της ένα τηλεοπτικό ένθετο εφημερίδας. Το ανοίγει και αρχίζει να το φυλλομετράει. Της χαμογελούν ενθαρρυντικά. Σταματάει.
     «Την Τρίτη», αποφαίνεται με σιγουριά. «Παρακολουθούσα, θυμάμαι, την αγαπημένη εκπομπή. Ξέρετε, αυτή με τους μάγειρες…»
     «Ξέρουμε. Ξέρουμε», της απαντάει εκείνη, κι ας μην έχει ιδέα κανείς απ’ τους δυο τους σε ποια εκπομπή αναφέρεται. Έτσι κι αλλιώς μπορούν πολύ εύκολα να μάθουν. Σηκώνονται. Η Ντίνα σημειώνει τον αριθμό του τηλεφώνου της σ’ ένα χαρτάκι και της το δίνει. «Αν θυμηθείτε κάτι άλλο μη διστάσετε να μου τηλεφωνήσετε, ό,τι ώρα κι αν είναι».
     «Μην ανησυχείς κόρη μου, θα σου τηλεφωνήσω. Κι αν θες τη συμβουλή μου, βάλε τον αυτόν εδώ να κάνει δίαιτα γιατί δεν τον βλέπω καλά…»
     Γέλασε ο Ιωάννου. Τελικά πολύ του άρεσε η κυρία Ελένη. Θα ήθελε να καθίσουν για λίγο ακόμη εκεί, μαζί της, αλλά ο χρόνος δεν τους παίρνει. Τους ξεπροβοδίζει στην πόρτα λέγοντας:
     «Στο καλό να πάτε και να προσέχετε».
     «Θα πάρω τον αρχηγό αμέσως», λέει η Ντίνα καθώς κατευθύνονται και πάλι προς το σπίτι του θύματος. «Τουλάχιστον έχουμε και πάλι έναν ύποπτο. Αυτό που με ανησυχεί είναι που τον βρίσκουμε και πάλι μπροστά μας. Λες να ήταν ο Κακογιάννης αυτός που τον ειδοποίησε…»
     «Δεν ξέρω. Και δεν ξέρω τι να πιστέψω πια. Πρέπει να βγάλουμε ένα ένταλμα…»
     Δεν πρόλαβε να τελειώσει την πρότασή του.
     «Ναι, αρχηγέ, έχουμε νέα». Του είπε τι έμαθαν από τη γειτόνισσα. Έκλεισε.
     «Έλεγα ότι πρέπει να βγάλουμε ένα ένταλμα…»
     «Για να ερευνήσουμε το γραφείο του Πιγκουΐνου. Αλλά χλωμό το βλέπω. Λες να μας το δώσουν;»
     «Δε θα έβαζα στοίχημα τη σύνταξή μου γι’ αυτό», απάντησε αναθυμούμενος την έκφραση της καλής γριάς, «αλλά ας κάνουμε μία προσπάθεια. Αναρωτιέμαι αν ο λεβέντης μας έχει σύνδεση στο διαδίκτυο…»
     Μέχρι να πει τη λέξη, η Ντίνα έκανε ήδη την πράξη.
     «Έλα, Ιακώβου. Θέλω να ελέγξεις αν υπάρχει σύνδεση στο ίντερνετ γι’ αυτό τον αριθμό». Του τον έδωσε. «Και μην κάνεις κάτι περισσότερο απ’ αυτό που σου λέω. Για την ώρα τουλάχιστον. Με την ευκαιρία…»
     «Σκαλίζω ήδη το φάκελο και τα τηλεφωνικά αρχεία του Κακογιάννη. Προς το παρόν τα ηλεκτρονικά στοιχεία συμφωνούν με τα έντυπα. Αν βρω κάτι θα σας ενημερώσω». Της έκλεισε το τηλέφωνο κατάμουτρα.
     «Αυτός είναι χειρότερος κι από σένα».
     «Να κάτι που δεν περίμενα ν’ ακούσω ποτέ…»
     Ο Αντωνίου είχε ήδη αναχωρήσει με το πτώμα για το νεκροτομείο, ενώ τα κανάλια που κατέφθασαν άρχισαν να παίρνουν πλάνα από το σπίτι. Μια κάμερα ήταν ακροβολισμένη στη γωνιά του δρόμου, έπαιρνε πλάνα απ’ αυτούς που παίρναν πλάνα, για να παραπλανήσουν μετά το κοινό, παρα(πλανο)πληροφορώντας το.
     Μπήκαν στην αυλή κι από την πίσω πόρτα, αυτήν της κουζίνας, στο σπίτι. Η πρώτη εικόνα που αντίκρισαν δεν τους εξέπλεξε. Κλασικά κυπριακή. Ένα λευκό ορθογώνιο τραπέζι, τέσσερις καρέκλες φτιαγμένες από σίδερο και ξύλο, κι ένας μεγάλος καναπές αραδιασμένος μπροστά από μια σχεδόν το ίδιο μεγάλη τηλεόραση. Των πενήντα ιντσών ίσως.
     «Βρε τον Κακογιάννη».
     «Τι περίμενες δηλαδή; Δεν είναι όλοι σαν και σένα, που αν δε χαλούσε και δε φτιαχνόταν με τίποτα η τηλεόρασή σου, θα ήσουν ακόμη με την ασπρόμαυρη…»
     «Τι χρειάζεται το χρώμα στις ειδήσεις;»
     Η αλήθεια είναι ότι του άρεσαν οι έγχρωμες τηλεοράσεις. Και όσο πιο έντονα είναι τα χρώματά τους τόσο το καλύτερο. Οι εικόνες ζωντάνευαν λες μπροστά στα μάτια του όταν παρακολουθούσε κάποια ντοκιμαντέρ για τα ζώα και τη φύση. Προχώρησαν στο σαλόνι. Μοντέρνο κι αυτό. Με μάλλον πολυτελή φωτιστικά στο ταβάνι, μια μεγάλη τραπεζαρία, ακριβά ποτά αραδιασμένα σ’ ένα έπιπλο, δυο καναπέδες δερμάτινοι, ο ένας μεγάλος κι ο άλλος λίγο πιο μικρός, και δυο πολυθρόνες άνετες, αλλά προφανώς όχι πολυχρησιμοποιημένες, και η αναγκαία και πάλι επίπεδης οθόνης τηλεόραση. Στους τοίχους μόνο δικές του φωτογραφίες: από τότε που ήταν μικρό παιδί, μετά μαθητής στις διάφορες τάξεις στου σχολείου, ντυμένος με τη στολή του στην τελετή της αποφοίτησης από την αστυνομική ακαδημία. Καταχωνιασμένη σε μια γωνιά βρήκαν μια παλιά φωτογραφία που απεικονίζει ένα ζευγάρι, μάλλον τους γονείς του. Φόρεσαν τα γάντια τους, άνοιξαν τα συρτάρια του επίπλου και άρχισαν να ψάχνουν τα περιεχόμενά του, προσπαθώντας την ίδια ώρα να μην είναι μες στα πόδια των ανθρώπων της σήμανσης. Δεν βρήκαν τίποτα το ιδιαίτερο. Περισσότερες φωτογραφίες, αποδείξεις, διαφημιστικά φυλλάδια.
     «Ιωάννου», κάποιος τον φώναξε από ένα από τα δωμάτια. Κατευθύνθηκε προς τα εκεί με την Ντίνα να τον ακολουθεί κατά πόδας. Βρήκαν κάποιον να στέκεται μπροστά από ένα ανοιχτό χαρτοφύλακα, τοποθετημένο πάνω σ’ ένα διπλό κρεβάτι.
     «Τι έχουμε εδώ;»
     «Αν δεν το δεις δε θα το πιστέψεις. Εξάλλου δε θέλω ν’ αναλάβω εγώ την ευθύνη για τη μεταφορά…»
     Πλησίασε. Έριξε μια ματιά μέσα στο χαρτοφύλακα και για μια στιγμή έμεινε άφωνος. Η Ντίνα απ’ την άλλη όχι.
     «Όπα, όπα, μάνα μου», αναφώνησε. Μάλλον πρώτη φορά στη ζωή της είδε τόσο χρήμα μαζεμένο. Χαρτονομίσματα των εκατό, των διακοσίων και πεντακοσίων ευρώ, συμμαζεμένα σε δεσμίδες της τραπέζας.
     «Κλείσε τον χαρτοφύλακα και σφράγισέ τον με την κίτρινη κορδέλα που χρησιμοποιούμε στους τόπους του εγκλήματος και μετά δώσε μου τον».
     Ο άντρας, εμφανώς ανακουφισμένος, υπάκουσε. Ο Ιωάννου με που τον πήρε στα χέρια ζήτησε από την Ντίνα να του δώσει ένα ζευγάρι χειροπέδες. Μ’ αυτές έδεσε τον χαρτοφύλακα με τον καρπό του αριστερού του χεριού, όπως του είπαν ότι γίνεται στις ταινίες.
     «Θα έρθεις μαζί μου», διέταξε τον άντρα. «Η ισχύς εν τη ενώσει. Μπορείς να οδηγήσεις κανονικό αμάξι ή είσαι απ’ αυτούς που ξέρουν μόνο από αυτόματα;»
     «Δεν υπάρχει λόγος να τον τιμωρήσεις…» πετάχτηκε στη μέση, χαμογελώντας ειρωνικά η Ντίνα.
     «Εσένα θα τιμωρήσω. Σε θέλω να μείνεις εδώ και να συνεχίσεις να ψάχνεις με τα παιδιά. Όχι μόνο το σπίτι, αλλά και το γκαράζ και την αυλή. Δεν έχουμε την πολυτέλεια ν’ αφήσουμε να μας ξεφύγει κάτι. Μπορείς να έρθεις αργότερα μ’ ένα περιπολικό».
     «Μάλιστα αφεντικό».
     Έτσι κι αλλιώς προτιμούσε να μείνει εκεί. Της άρεσε να ψάχνει, να κάνει συνειρμούς, ν’ ανακαλύπτει. Όχι πώς ήταν κι άσχημη στη δουλειά του γραφείου, αλλά στο πεδίο μάχης, όπως το ονόμαζε, βρισκόταν στο στοιχείο της.

Συνεχίζεται

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2011

Σ’ ένα ανώνυμο κορίτσι

Πώς σε λένε - Σοφία, Αισέ, Μαρία, Τζούλια ή Κατερίνα - δεν ξέρω.
Αλλά ξέρω ότι σε είδα, πως σε άκουσα.
Σε είδα στους δρόμους της Τύνιδας να ζητάς δημοκρατία
Στις πλατείες του Καΐρου ελευθερία να ψάχνεις.
Άκουσα τη φωνή σου να μου φωνάζει: ξύπνα!
Απ’ της Συρίας τ’ αυτοκρατορικά ερείπια
Απ’ του Ιράν τα θεοκρατικά μπουντρούμια.
Σε είδα να ματώνεις στις πετρελαιοπηγές της Αφρικής
Και στης Νοτίου Αμερικής τα ορυχεία
Να πεθαίνεις στου μεταξιού τους δρόμους
Και ν’ ανασταίνεσαι ξανά και να λες: Αρκετά!
Αρκετά, κραύγασες, Αρκετά!
Και σήκωσες ψηλά το αδύναμο λάβαρό σου,
Αυτό του ονείρου και της σύγχρονης ευρωπαϊκής απελπισίας.
Οπλίστηκες με τα νιάτα σου, μ’ ένα χαμόγελο,
με δυο αγκαλιές και τρεις φίλους καλούς,
με μια γειτονιά, όλο τον κόσμο σου,
Και κίνησες να τα πεις ένα χεράκι στης πολιτικής τα όρνια.
Μα η φωνή σου ήταν αδύναμη.
Δεν μπορούσε ν’ ακουστεί πάνω απ’ τις κόρνες των αυτοκινήτων,
Και τις ατελείωτες τσιρίδες των τηλεπαρουσιαστών,
Η παρουσία σου πολύ μικρή, πολύ ασήμαντη,
Για να τραβήξει πάνω της τα βλέμματα των περαστικών.
Αλλά εσύ δεν τα παράτησες: Θα μείνω εδώ, είπες.
Κι έμεινες εδώ. Εκεί.
Εκεί, στη μέση του δρόμου της πόλης – μιας πόλης.
Εκεί σε συνάντησαν τα Ματ:
Στην Αθήνα και στη Λισαβόνα, στο Λονδίνο και στο Δουβλίνο,
Στη Σαλονίκη και στη Βαρκελώνη.
Κι εκεί σε χτύπησαν. Εκεί σε μάτωσαν.
Το αίμα και τα δάκρυά σου έκαναν το γύρο του κόσμου.
Κάποιοι τα είδαν και σε συμπόνεσαν, άλλοι ταράχτηκαν,
Και κάποιοι, οι περισσότεροι, απλά απέστρεψαν το βλέμμα και σε ξέχασαν.
Είτε έτσι, όμως, είτε αλλιώς, εσύ πέτυχες το στόχο σου,
Έβαλες ένα λιθαράκι στο ναό της νέας ελπίδας.
Και μάς έδειξες ένα δρόμο αλλιώτικο,
Παλιό και καινούριο,
Κοινό και μοναδικό.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Δευτέρα, 27 Ιουνίου 2011

Τρίτη, 7 Ιουνίου 2011

Η δημιουργία του κόσμου

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε κάπου στην Περσία ένας σπουδαίος και διάσημος παλαιστής. Μια ημέρα, κάποιος που επέστρεψε στη χώρα μετά από ένα ταξίδι στην Ινδία, του αποκάλυψε ότι στο Ινδουστάν υπήρχε ένας παλαιστής πιο δυνατός από κείνον. Ο άντρας ένιωσε την περηφάνια και τον εγωισμό του να πληγώνονται, κι έτσι αποφάσισε να φύγει αμέσως και να πάει να βρει εκείνον τον ινδό και να τον προκαλέσει. Πήγε λοιπόν στην αγορά, αγόρασε τετρακόσια πενήντα κιλά αλεύρι, το έβαλε σ’ ένα τεράστιο μπόγο, το οποίο τοποθέτησε στο κεφάλι του και ξεκίνησε.
     Περπατώντας γοργά και ακούραστα είχε φτάσει μέχρι το βράδυ στις όχθες μιας λίμνης στα σύνορα του Ινδουστάν, νιώθοντας την πείνα και τη δίψα να τον τσιγκλάνε. Έτσι, έσκυψε δίπλα από τη λίμνη και βουτώντας το κεφάλι του σ’ αυτή, τη μισοάδειασε από το νερό με μια μόνο γουλιά. Μεγάλη δίψα, λέμε. Με το υπόλοιπο νερό έφτιαξε χυλό, χρησιμοποιώντας μια μεγάλη ποσότητα από το αλεύρι του. Μ’ αυτά κι αυτά ικανοποίησε και την πείνα του, κι έτσι πήγε ευχαριστημένος για ύπνο.
     Τώρα, ένας ελέφαντας συνήθιζε να πηγαίνει και να πίνει νερό κάθε πρωί σ’ αυτή τη λίμνη. Αλλά όταν έφτασε εκεί την επόμενη μέρα πρωί πρωί τη βρήκε αποξηραμένη. «Τι να κάνω;» αναρωτήθηκε, «δεν υπάρχει άλλο νερό πουθενά, σε μια αχτίνα χιλίων μιλίων…» Ξεκίνησε να φύγει προβληματισμένος και γεμάτος απογοήτευση όταν το μάτι του έπεσε πάνω στον παλαιστή, που κοιμόταν του καλού καιρού στις όχθες της λίμνης. Ατσίδας όπως ήταν, κατάλαβε αμέσως από το μέγεθος του κορμιού του άντρα, ότι αυτός ήταν που ήπιε όλο το νερό. Έτσι, έτρεξε οργισμένος, κουνώντας σαν φτερούγες σχεδόν τα τεράστια αυτιά του, και τον πάτησε με δύναμη πάνω στο κεφάλι. Αλλά ο παλαιστής, άλλαξε μοναχά πλευρό και του είπε: «Όχι τόσο απαλά. Ο πονοκέφαλος δεν θα μου περάσει με τόσο απαλά χτυπήματα στο κεφάλι. Αν θες να συνθλίψεις το κεφάλι μου, βάλε περισσότερη δύναμη».
     Ο ελέφαντας πισωπάτησε οργισμένος όταν είδε ότι τα βίαια χτυπήματά του δεν έφεραν κανένα απολύτως αποτέλεσμα. Τότε σκέφτηκε: «Θα διδάξω ένα μάθημα σ’ αυτόν τον άγριο. Θα τον φάω». (Άσχετα από το γεγονός ότι οι ελέφαντες είναι χορτοφάγοι). Προτού προλάβει όμως να το κάνει αυτό, ο παλαιστής που σηκώθηκε για να συνεχίσει το ταξίδι του, τον άρπαξε σαν παιχνιδάκι από την μέση και, τυλίγοντάς τον στην τεράστια κουβέρτα του, τον έριξε πάνω τους ώμους του και κίνησε για την Ινδία, που για κάποιον του δικού του μεγέθους δεν ήταν παρά λίγο πιο κάτω.
     Έκανε λοιπόν λίγες μόνο δρασκελιές και βρέθηκε, έτσι απλά, στο σπίτι του αντιπάλου του. «Ραστούμ, Ινδέ, έλα έξω βρε συ. Έλα έξω και ρίξε με κάτω», του φώναξε.
     «Δεν είναι στο σπίτι», αποκρίθηκε η γυναίκα του ινδού ντροπαλά. «Πήγε να φέρει καυσόξυλα από τη ζούγκλα»
     «Καλά. Θα τον περιμένω τότε. Αλλά σε παρακαλώ δέξου αυτό το δώρο που έφερα για κείνον». Προτού καν αποσώσει την κουβέντα του πέταξε τον μπόγο με τον ελέφαντα πάνω από τον τοίχο του λασπόσπιτου, μέσα στην αυλή.
     «Ω μητέρα, μητερούλα μου», ξεφώνισε η γυναίκα του άλλου παλαιστή, «κοίτα τι έκανε αυτός ο ξεδιάντροπος αντίπαλος του γιου σου: πέταξε μια νυφίτσα μέσα στο σπίτι μας».
     «Έγνοια σου, παιδί μου», απάντησε η ηλικιωμένη, «έγνοια σου. Ο γιος μου θα γυρίσει σύντομα και θα του μάθει καλύτερους τρόπους αυτού του άξεστου. Εσύ απλά βάλε μια παγίδα και πιάσε τη νυφίτσα. Θα την πετάξουμε στα σκουπίδια».
     Ο πέρσης, που τα άκουσε όλ’ αυτά, σκέφτηκε: Αν το τεράστιο σώμα του ελέφαντα φαντάζει σαν νυφίτσα στα μάτια της γυναίκας του ινδού, τότε αναρωτιέμαι πόσο μικρός θα μοιάζω εγώ. Ωστόσο δεν ήταν δειλός, έτσι ξεκίνησε αμέσως και πήγε ν’ αναζητήσει τον αντίπαλό του στη ζούγκλα. Δεν έκανε, όπως θα περίμενε κανείς, παρά λίγα μόλις βήματα προτού συναντήσει τον ινδό να επιστρέφει στο σπίτι του, με χίλια φορτία καυσόξυλων πάνω στο κεφάλι. Να στ’ αλήθεια ένας άξιος αντίπαλος, σκέφτηκε εκείνος και του είπε: «Μπορώ να σου ζητήσω μια χάρη, ρε φίλε; Έφτασε μέχρι και τα μέρη μου η φήμη σου και ήρθα για να παλέψω μαζί σου. Τι λες; Δέχεσαι;»
     «Σε καλωσορίζω με όλη μου την καρδιά», απάντησε ο άλλος άντρας. «Θα παλέψω μετά χαράς μαζί σου. Αλλά, ας δώσουμε τον αγώνα μας στο αμφιθέατρο της πόλης, μπροστά στο κοινό, αφού η πάλη δεν έχει καμία αξία χωρίς τους θεατές και τα χειροκροτήματα».
     «Δυστυχώς βιάζομαι να γυρίσω πίσω στην πατρίδα μου», αποκρίθηκε εκείνος. «Γι’ αυτό έλα, ας παλέψουμε εδώ και τώρα. Κι αν θες κοινό, κοίτα εκεί, να μια ψηλή γριά που κόβει βόλτες. Θα πάω και θα την παρακαλέσω να παρακολουθήσει τον αγώνα». Φώναξε λοιπόν στη γριά: «Μητέρα! Ω, μητέρα! Μπορείς να σταματήσεις για λίγο και να έρθεις να δεις την πάλη μας;»
     «Δεν μπορώ, γιε μου, δεν προλαβαίνω», απάντησε η γυναίκα, «αφού η άτιμη η κόρη μου έκλεψε τις καμήλες μου και τρέχω για να την πιάσω. Αλλά, αν θέλετε να έρθετε και να παλέψετε μέσα στην παλάμη μου, είμαι πρόθυμη να κρίνω τον αγώνα καθώς θα προχωρώ».
     Μη έχοντας άλλη επιλογή οι παλαιστές πήδηξαν στη δεξιά παλάμη του χεριού της γριάς και άρχισαν τον αγώνα τους, καθώς αυτή διάσχιζε με ταχύτητα μεγάλη, ψηλά βουνά και πλατιές πεδιάδες.
     Όταν η κόρη της γυναίκας τη διέκρινε από απόσταση μεγάλη να τρέχει προς το μέρος της, με δυο σπουδαίους πολεμιστές μάλιστα να προσπαθούν ν’ ανατρέψουν ο ένας τον άλλο μέσα στην παλάμη της, τρομοκρατήθηκε. Σκέφτηκε ότι οι δυο τους ήταν στρατιώτες, που έφερε η μητέρα της για να τη συλλάβουν. Όταν την πλησίασαν όμως πολύ, είδε ότι δεν ήταν παρά δυο απλοί παλαιστές, έτσι γράπωσε κι εκείνους και τη μητέρα της και τους έκλεισε μέσα σ’ ένα μεγάλο μπόγο, μαζί με τις εκατόν εξήντα καμήλες που έκλεψε. Μετά, τοποθετώντας χωρίς κανένα κόπο, τον μπόγο στο κεφάλι της, συνέχισε το δρόμο της.
     Προτού προχωρήσει και πολύ ωστόσο, μια από τις καμήλες ένιωσε μάλλον να πεινά και, βγάζοντας το κεφάλι της έξω από τον μπόγο, άρχισε να κάνει εκκωφαντικό θόρυβο. Η γυναίκα για να την κάνει να σιωπήσει, ξερίζωσε δυο δέντρα και της τα έβαλε στο στόμα για να φάει.
     Ο γεωργός όμως, που ήταν δικό του το χωράφι, κήρυξε γενικό συναγερμό φωνάζοντας: «Κλέφτης. Κλέφτης. Σταματήστε τον κλέφτη».
     Στη γυναίκα, όπως ήταν φυσικό, δεν άρεσε όλο αυτός ο σαματάς. Έτσι, έκανε ακόμη μεγαλύτερο τον μπόγο της ρίχνοντας μέσα τον γεωργό, το χωράφι του, το βόδι, το αλέτρι και το άλογό του. Αφού ξεμπέρδεψε μ’ αυτά άρχισε να τρέχει. Σύντομα έφτασε σε μια πόλη και ένιωσε την πείνα μέσα της να φουντώνει. Έτσι, περιμάζεψε πρώτα ένα φουρνάρικο για να χορτάσει, και μετά, έτσι για πλάκα πήρε στα χέρια της ολόκληρη την πόλη και την έριξε κι αυτή μέσα στον μπόγο. Και συνέχισε το δρόμο της.
     Τελικά έφτασε σ’ ένα χωράφι, όπου είδε να μεγαλώνει ένα τεράστιο, ακόμη και για το δικό της μέγεθος καρπούζι. Μια και ήταν διψασμένη, το έσπασε στα δύο και έφαγε στο πι και φι το μεδούλι του. Ύστερα, έβαλε τον μπόγο της μέσα στη φλούδα, και φτιάχνοντας ένα πρόχειρο μαξιλάρι, ξάπλωσε για να κοιμηθεί.
     Καθώς κοιμόταν όμως άνοιξαν οι κρουνοί του ουρανού με βία, με αποτέλεσμα να σημειωθεί μια μεγάλη πλημμύρα. Όπως θα περίμενε κανείς, τα νερά παρέσυραν ορμητικά την καρπουζόφλουδα, μέχρι που έφτασε στην όχθη της θάλασσας. Τότε το πάνω μέρος της φλούδας άνοιξε, κι από μέσα βγήκαν η γριά, η κόρη της, οι παλαιστές, οι καμήλες, τα δέντρα, ο γεωργός, το βόδι, το αλέτρι, το άλογο, ο φούρναρης, και όλα τα άλλα πράγματα και πλάσματα. Μ’ αυτόν τον τρόπο, στο περίπου δηλαδή, δημιουργήθηκε ο κόσμος που όλοι μας τώρα γνωρίζουμε.

Ένα παραδοσιακό παραμύθι από την Ινδία, μεταφρασμένο από τα αγγλικά

Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2011

Η Κατάρα

Αιωνία σας η μνήμη Άγιοι Πατέρες του Ψέματος.
Ευλογημένοι να ’στε εσείς που μας
διδάξατε την αξία
του χρήματος, του κρίματος, της δικής σας - επειδή έτσι τη λέτε εσείς - αλήθειας,
του λάθους που είναι σωστό,
του σωστού που είναι λάθος.
Ω, ευλογημένοι να ’στε εσείς
που μας ρίξατε στο λάκκο με τα μαυλιστικά φίδια,
που μας διδάξατε την αρετή των αδίκων,
που μας είπατε: «Πιστεύω εις έναν Θεό μεγάλον παντοκράτορα»,
μα δεν εξηγήσατε ότι αυτός είναι
το χρήμα.
Αιωνία σας η μνήμη Άγιοι Πατέρες του Ψέματος
κι ευλογημένοι να ’στε
εσείς,
που κάνατε το φόνο αρετή και τον έρωτα αμαρτία,
που κρύψατε την υποκρισία σας πίσω από ένα μαύρο σκούφο, ένα ράσο, μια γενειάδα,
που στείλατε ερίφια στη σφαγή, ενώ ήσασταν λέγατε, ποιμένες.
Τρισευλογημένοι να ’στε για όλα τα καλά που κάνατε,
για τις αδελφοκτόνες σταυροφορίες σας,
για τους μεγαλοπρεπείς ναούς που κτίσατε και για κείνους που αφήσατε πεινασμένους,
για τα χρυσά σας πετραχήλια και τις αδαμάντινες εικόνες σας,
για τις σάπιες ψυχές που κουβαλάτε,
ρασοφορεμένα της κόλασης κουφάρια.
Αιωνία σας η μνήμη Άγιοι Πατέρες του Ψέματος
κι ευλογημένοι να ’στε
εσείς,
που ευλογείτε εκείνους που σκοτώνουν και καταριέστε εκείνους που δεν το κάνουν,
που βγάζετε στεντόρεια κραυγή διδάσκοντας «Αγαπάτε Αλλήλους»,
σιωπηλά διατάζοντας «Σφάξτε τα άπιστα σκυλιά»,
που γεμίζετε με μπόλικη τροφή των χοίρων την κοιλιά, μα έχετε απελπιστικά άδεια την ψυχή.
Ω, ευλογημένοι να ’στε
εσείς,
που μας καθοδηγείτε προς την κόλαση,
που φυτεύετε το μίσος που πριν δε γνωρίζαμε στις ψυχές μας,
που μας φορτώνετε μόλις γεννηθούμε μ’ ένα - προπατορικό το λέτε - αμάρτημα,
που μας γεμίζετε με ενοχές για τις οποίες, λέτε, πρέπει να μετανοούμε.
Αιωνία σας η μνήμη Άγιοι Πατέρες του Ψέματος
κι ευλογημένοι - θα εύχεστε - να ’στε,
γιατί όλα κάποτε πληρώνονται,
γιατί ο Άδης περιμένει και εσάς,
γιατί θα κληθείτε κάποτε να πληρώσετε τη νύφη του θανάτου,
γιατί οι αμαρτίες που μας φορτώσατε πίσω σε σας θα γυρίσουν,
γιατί οι ενοχές μας θα γίνουν οι κρεμάλες σας,
γιατί οι ναοί σας θα γκρεμιστούν και οι πεινασμένοι θα χορτάσουν,
γιατί η ψεύτικη αρετή σας θα γίνει η αληθινή καταδίκη σας,
γιατί θα πέσουν τα ράσα και θα φανούν τα σκουλήκια που σας τρώνε τα σωθικά,
γιατί θα σας ζώσουν τα φίδια
και οι φλόγες της κόλασης
που εσείς φτιάξατε,
και θα σας κάνουν ανάμνηση φτιαγμένη
από στάχτες,
αίμα,
δάκρυ.
Και τότε θα ζητάτε συγχώρεση,
και τότε θα μετανοείτε αληθινά,
και τότε
θα ξεσκίζετε τις σάρκες σας,
θα καρφώνετε ένα μαχαίρι στην καρδιά σας αλλά δε θα πεθαίνετε,
θα βγάζετε τα μάτια σας αλλά θα εξακολουθείτε να βλέπετε τα πάντα,
θα αφήνετε κραυγές απόγνωσης,
θα επικαλείστε το ψεύτικο Θεό που φτιάξατε όπως εσείς θέλατε,
μα δε θα είναι κανείς εκεί
για να σας ακούσει,
για να σας λυπηθεί,
για να σας ανακουφίσει.
Και τότε,
πιστέψτε με,
ευλογημένοι θα θέλατε να ήσασταν,
όσο ευλογημένη θα μπορούσε ποτέ να ’ναι
του θανάτου η στάχτη.
Αιωνία σας η μνήμη Άγιοι του Ψέματος Πατέρες.

Η ζωγραφιά είναι του Ουίλιαμ Μπλέικ

Σάββατο, 4 Ιουνίου 2011

Εφιάλτης

Ακούω να αλυχτούν και πάλι τα σκυλιά του πολέμου
Βλέπω χιλιάδες ανθρώπους να κινούν για τη μάχη
Ακούω κανονιοβολισμούς, πυροβολισμούς και εκρήξεις
Βλέπω τ’ αδέλφια να σκοτώνουν και πάλι αδέλφια
Ακούω διαόλων φωνές να διατάζουν «σκοτώστε»
Βλέπω τα χωράφια σπαρμένα με κουφάρια
Ακούω αεροπλάνα να σφυρίζουν το θάνατο
Βλέπω τα ποτάμια να πλημμυρίζουν με αίμα
Ακούω μια κόρη να θρηνεί τον κύρη
Βλέπω μιας μάνας τα σωθικά να ξεσκίζει μαχαίρι
Ακούω των νεκρών τις ψυχές να ουρλιάζουν τριγύρω
Βλέπω τα κοράκια να στήνουν χορό για των ανθρώπων την τρέλα
Ακούω τις ανάσες αφηνιασμένων αλόγων
Βλέπω τέσσερις καβαλάρηδες που στάζουνε αίμα
Ακούω κάποιον να μου κτυπάει την πόρτα
Βλέπω το χάρο την αγκαλιά του ν’ ανοίγει για μένα
«Πάρε με μαζί σου γέροντα. Το χρέος μου έχει τελέψει»
Του λέω και σβήνω.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Παρασκευή, 3 Ιουνίου 2011

Αντιφάσεις

Άκουσα κάποιον να λέει «Έχω ένα όνειρο»
κι είδα μια σφαίρα να κόβει το όνειρο στα δύο.
Άκουσα κάποιον να τραγουδά «Δώστε μια ευκαιρία στην ειρήνη»
κι είδα μια σφαίρα να βάφει την ειρήνη με αίμα.
Άκουσα κάποιον να διδάσκει «Αγαπάτε αλλήλους»
κι είδα φίλους να σκοτώνουνε φίλους.
Άκουσα κάποιον να παραληρεί «Ειρήνη αδελφοί»
κι είδα σταυροφόρους να φονεύουν γι’ αυτήν.
Άκουσα να μιλάνε για χίλια μύρια πράγματα
κι είδα να σκοτώνουν και να πεθαίνουν γι’ αυτά.
Άκουσα μια μάνα να κλαίει
είδα ένα παιδί να πεθαίνει
άκουσα κάποιον να προσεύχεται
είδα κάποιον να αμαρταίνει
άκουσα ν’ αλυχτούν τα σκυλιά του πολέμου
είδα τα χείλια τους να στάζουνε αίμα
άκουσα μια κατάρα
είδα την πραγματοποίησή της
Άκουσα να μιλάνε για χίλια μύρια πράγματα
κι είδα να σκοτώνουν και να πεθαίνουν γι’ αυτά
Άκουσα να μιλούν για την πατρίδα
είδα να πεθαίνουν για την πατρίδα.
Άκουσα να κηρύττουν για τη θρησκεία
είδα να σκοτώνουν για τη θρησκεία.
Άκουσα να μιλούν για το δίκιο
είδα να πασχίζουν για το άδικο.
Άκουσα να μιλούν για το Θεό
είδα να σφάζουν γι’ αυτόν το Θεό.
Άκουσα να μιλάνε για χίλια μύρια πράγματα
κι είδα να σκοτώνουν και να πεθαίνουν γι’ αυτά.
Άκουσα ένα ύμνο
είδα ένα θρήνο
άκουσα ένα τραγούδι
είδα ένα μοιρολόι
άκουσα μια ψυχή.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Πέμπτη, 2 Ιουνίου 2011

Τι και αν...;

Τι και αν μας κορόιδεψαν;
και δεν υπάρχει παράδεισος
και δεν υπάρχει κόλαση
και δεν υπάρχει θεός
και δεν υπάρχει διάβολος
κι η ψυχή πεθαίνει με το σώμα
κι η ψυχή σαπίζει με το σώμα
κι όλοι οι πόνοι
κι όλες οι θυσίες
κι όλες οι στερήσεις
κι όλες οι προσευχές
κι όλες οι θρησκείες
όλα είναι μάταια.
Τότε τι;

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Τρίτη, 31 Μαΐου 2011

Ράντα και Κρίσνα

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε στις πεδιάδες του Ινδουστάν ένας νεαρός πρίγκιπας που κυβερνούσε μια φυλή αγελαδοτρόφων. Το όνομά του ήταν Κρίσνα και ήταν, όπως λένε οι μύθοι, υπερβολικά ωραίος. Το σώμα του είχε το χρώμα του λυκόφωτος, το πρόσωπό του ήταν λαμπερό σαν τη σελήνη, και ήταν και δεξιοτέχνης μουσικός: έπαιζε ένα μαγικό αυλό που αιχμαλώτιζε τις καρδιές των ανθρώπων και των ζώων, ακριβώς όπως οι ύμνοι των θηλυκών κενταύρων κατακτούν τη θάλασσα και τον ουρανό, ή οι δονήσεις της ετοιμοθάνατης βροντής υποδουλώνουν τις καρδιές των μεγάλων βουνών.
     Όλες οι νέες γυναίκες της ευλογημένης εκείνης γης παρακαλούσαν μέσα τους βαθιά να γίνουν οι αγαπημένες του. Όταν του κρατούσαν συντροφιά είχαν τα μαλλιά τους στεφανωμένα με ευωδιαστό γιασεμί, τους λαιμούς τους στολισμένους με τους κίτρινους ανθούς της κασίας, και στα χέρια τους κρατούσαν γλυκούς λωτούς, που μέσα στην απόλυτα λευκή τους άνθιση έμοιαζαν αθώοι, όπως κι οι ευγενικές τους οι καρδιές, οι οποίες ξεχείλιζαν από αγάπη.
     Τη Ράντα, μια χαριτωμένη υπηρέτρια, επέλεξε τελικά για νύφη του ο Κρίσνα. Η πίστη της σ’ αυτόν ήταν τόσο βαθιά λέει, που μπορούσε να τη δει, όπως κάποιος άλλος θα μπορούσε να νιώσει το άρωμα ενός λουλουδιού απλά κοιτώνας τη γύρη του. Την παντρεύτηκε λοιπόν και την πήρε να ζήσει μαζί του σ’ ένα όμορφο παλάτι, όπου οι ταράτσες ήταν στρωμένες με μαγευτικά κρύσταλλα και περικυκλωμένες από γαλήνιες λίμνες που αντανακλούσαν τα αστέρια.
     Κάποια μέρα μια γριά γυναίκα, ζαρωμένη και κατάκοπη, πήγε και χτύπησε την πόρτα του παλατιού του Κρίσνα. Με το που μπήκε μέσα ρώτησε κατά πόσο θα μπορούσε να πιάσει δουλειά εκεί, μια και ήταν πεινασμένη και φτωχή και δεν είχε που αλλού να πάει. Η καλόψυχη Ράντα τη λυπήθηκε. Της έδωσε λοιπόν ρούχα και φαγητό και την προσέλαβε για να κάνει τις δουλειές του σπιτιού. Εκείνο που δεν ήξερε η καημένη η κοπέλα είναι ότι η γριά στην πραγματικότητα ήταν μια μάγισσα, που μπορούσε ν’ αλλάζει μορφή, κι η οποία καθηλώθηκε από την ομορφιά του Κρίσνα, κι αποφάσισε να πάρει τη θέση της σαν γυναίκα του.
     Πέρασαν λίγες μέρες, στη διάρκεια των οποίων η γριά απέκτησε πολύ καλή γνώση των τρόπων και των συνηθειών του παλατιού. Και έτσι σκέφτηκε ότι είχε φτάσει πια η κατάλληλη στιγμή για να πραγματοποιήσει την επιθυμία της. Είχε καταστρώσει ένα σατανικό σχέδιο, σύμφωνα με το οποίο τη Ράντα θα τη σκότωνε ο ίδιος ο Κρίσνα. Πήγε λοιπόν και έσφαξε μια κατσίκα και τη νύχτα μπήκε κρυφά στο δωμάτιο όπου κοιμόταν η κοπέλα και έβαψε το πρόσωπό της με το αίμα του ζώου. Μετά κάθισε και περίμενε μέχρι να ξημερώσει. Με το που βγήκε το πρώτο φως της μέρας πήγε και βρήκε τον Κρίσνα και τον προσκάλεσε να πάει μαζί της για να δει, ότι η γυναίκα που παντρεύτηκε ήταν στην πραγματικότητα ένας δαίμονας, ο οποίος έτρωγε τους ανθρώπους και τα ζώα ενώ ήταν ακόμη ζωντανά. Ο Κρίσνα, βλέποντας το αίμα στο πρόσωπο της Ράντα, πίστεψε στ’ αλήθεια ότι είχε όντως παντρευτεί ένα δαίμονα και, τραβώντας το σπαθί του, τη σκότωσε και την έκοψε κομματάκια, τα οποία έθαψε στο πυκνό δάσος.
     Η ψυχή της κοπέλας όμως ήταν καθαρή και καθαγιασμένη σαν ένα ναό, έτσι, μετά το φονικό, μεταμορφώθηκε σ’ ένα μεγαλοπρεπές παλάτι (ναι, ακριβώς όπως στα παραμύθια). Τα χέρια και τα πόδια της έγιναν επιβλητικές κολώνες, σμιλεμένες από το καλύτερο μάρμαρο. Το κεφάλι της έγινε ένας εκπληκτικός τρούλος, πάνω στον οποίο οι μαύρες της κοτσίδες, οι στεφανωμένες με λουλούδια, χάραζαν την πορεία τους σαν όμορφα αναρριχητικά, ενώ το υπόλοιπο διαμελισμένο της κορμί μετατράπηκε σε μια λίμνη από καθάριο κρυστάλλινο νέκταρ, όπου ολάκερος ο ναός αναπαυόταν. Και τα μάτια της μεταμορφώθηκαν σ’ ένα ζευγάρι περιστέρια, τα οποία κάθονταν στη βεράντα εκείνου του φανταστικού κτηρίου μέσα στην ερημιά, γουργουρίζοντας απαλά όλη μέρα.
     Ο Κρίσνα, κάποια φορά, πήγε στο δάσος για κυνήγι, κι έχοντας απομακρυνθεί απ’ τους συντρόφους του, χάθηκε ανάμεσα στην πυκνή και μπερδεμένη βλάστηση που τον περιτριγύριζε. Καθώς έπεφτε το βράδυ συνέχισε την περιπλάνησή του μέχρι που, με μεγάλη του έκπληξη, είδε ένα πανέμορφο ναό να αναδύεται μέσα από την ομίχλη του κατά τα άλλα έρημου εκείνου τόπου. Του άρεσε τόσο πολύ ώστε σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να αναπαυτεί εκεί μέχρι την επόμενη μέρα. Έδεσε λοιπόν το άλογό του σ’ ένα δέντρο, του έδωσε καμπόσο σανό για να φάει, και μάζεψε κι ο ίδιος αρκετά φρούτα με τα οποία δείπνησε. Μέτα πήγε και ξάπλωσε κάτω από τη βεράντα του ναού για να κοιμηθεί. Δεν πρόλαβε όμως καλά καλά να κλείσει τα μάτια του όταν ξαφνικά άκουσε φτερουγίσματα πάνω από το κεφάλι του. Ανοίγοντας τα μάτια είδε δύο ευγενικά περιστέρια να έρχονται και να κάθονται το ένα δίπλα στο άλλο πολύ κοντά του, και να πιάνουν κουβέντα:
     «Αυτός είναι ο άκαρδος άντρας που έκοψε τη γυναίκα του κομματάκια», άκουσε το αρσενικό περιστέρι να λέει, «απλά και μόνο επειδή μια κακιά μάγισσα πήγε και του είπε ένα ψέμα».
     «Ναι, αλλά δεν μπορεί να βρει τη γυναίκα του ξανά;» ρώτησε το θηλυκό. «Απλά ήταν εύπιστος. Τον εξαπάτησαν, κι έτσι το φταίξιμο δεν είναι αποκλειστικά δικό του».
     «Δίκιο έχεις, δεν φταίει μόνο αυτός», απάντησε το αρσενικό. «Πράγματι εξαπατήθηκε. Και ίσως να μπορεί να βρει τη γυναίκα του, αλλά δεν ξέρει πως».
     «Πες μου λοιπόν. Πώς μπορεί να τη βρει;» ρώτησε απαιτητικά το θηλυκό, μ’ ένα ύφος που έσταζε ευσπλαχνία.
     «Καλά, θα σου πω», αποκρίθηκε το αρσενικό. «Η γυναίκα του και η συντροφιά της έρχονται για μπάνιο στη λίμνη με το νέκταρ τα μεσάνυχτα. Αυτή φοράει ένα κατακόκκινο σάρι, ενώ οι υπηρέτριές της φοράνε ρόμπες στο χρώμα του κρόκου. Αν πάει και κλέψει τα ρούχα τους και αρχίσει να τις πειράζει, η γυναίκα του θα καταλάβει από τα παιχνιδιάρικά του κόλπα ότι είναι ο άντρας της και θα επιστρέψει κοντά του ξανά».
     Ο Κρίσνα άκουσε προσεκτικά κάθε λέξη που είπε το αρσενικό. Έτσι παρέμεινε ξαπλωμένος εκεί, υπολογίζοντας ανήσυχα και ανυπόμονα το χρόνο, μέχρι που έφτασαν επιτέλους τα μεσάνυχτα. Τότε πήγε και κρύφτηκε πίσω από τις πύλες του ναού, και όντως πολύ σύντομα είδε τη Ράντα με τις υπηρέτριές της να έρχονται, γελώντας δυνατά και λέγοντας τραγούδια. Μόλις έφτασαν στη λίμνη με το νέκταρ, ξέδεσαν τις ζώνες τους, έβγαλαν τα σάρι τους και πετώντας τα ανέμελα στο έδαφος, βούτηξαν στα γαληνεμένα νερά. Ο έρωτας ξύπνησε τον πόθο στα σωθικά του Κρίσνα, ο οποίος πήγε σιγοπατώντας στις όχθες της λίμνης, μάζεψε βιαστικά τις ρόμπες και στη συνέχεια σκαρφάλωσε μαζί τους σ’ ένα δέντρο που βρισκόταν εκεί κοντά. Τότε έβγαλε τον αυλό του και άρχισε να παίζει και με τις μελωδίες του κατάφερε να γοητεύσει τις καρδιές των γυναικών που τον κοιτούσαν έκπληκτες, με θαυμασμό αλλά και με ντροπή. Δεν άργησαν ν’ αναγνωρίσουν τον Κρίσνα, τον αγαπημένο τους.
     Με ενωμένα τα χέρια σε μια ικεσία και τα μάτια χαμηλωμένα από τη ντροπή, με δειλά χαμόγελα στα χείλη, άρχισαν να τον εκλιπαρούν: «Ω, δώσε μας πίσω τα ρούχα μας, τα οποία κρέμασες στα κλαδιά του δέντρου, αγαπημένε!»
     Αυτός, αντί να τις εισακούσει, τους πέταξε τρυφερά κλαδάκια και συνέχισε να τις πειράζει, παίζοντας στον αυλό του ακατανόητους μικρούς σκοπούς.
     «Ω, δώσε μας πίσω τα ρούχα μας, αγαπημένε, και θα σου χαρίσουμε την αγάπη μας», ξεφώνισαν όταν κατάλαβαν ότι είχε όρεξη για παιχνίδια.
     «Ένα φιλί από κάθε υπηρέτρια είναι τα λύτρα που ζητώ, ενώ τη Ράντα τη θέλω για να την παντρευτώ και πάλι», τους απάντησε τραγουδιστά.
     Οι ζώνες των γυναικών κουδούνιζαν καθώς χόρευαν, και τα χέρια τους δεν κουράζονταν να επιδίδονται στα παιχνίδια της αγάπης, καθώς η μια μετά την άλλη στη διάρκεια της φεγγαρολουσμένης νύχτας, άρχισαν να πληρώνουν τα λύτρα του ενός φιλιού στον Κύριό τους, προτού τον δουν να παντρεύεται με τη Ράντα για μία ακόμη φορά.

Ένα ινδικό παραμύθι μεταφρασμένο από τα αγγλικά