Τετάρτη, 9 Νοεμβρίου 2011

Στιλέτο - Το τέλος


Πήρε μια εβδομάδα άδεια. Για να σκεφτεί, είπε. Κι είχε πολλά να σκεφτεί. Θα ήθελε να πάει ένα ταξιδάκι, αλλά ήταν αδύνατον να το κάνει αυτό. Η Γεωργία δε θα άφηνε τη μικρή της κόρη χωρίς καλό σπιτικό φαγητό στη διάρκεια της εξεταστικής περιόδου, ο κόσμος να χαλούσε. Η αχαΐρευτη η Μαργαρίτα μόνο αβγά βραστά και ομελέτες και τηγανιτές πατάτες ήξερε να φτιάχνει οπότε, αν έλειπε εκείνη απ’ το σπίτι, η μεγάλη της η κόρη θ’ άφηνε το καμάρι της να πεινάσει ή ακόμη χειρότερα, θα το τάιζε με ετοιματζίδικα φαγητά. Όχι, αυτό δε θα το επέτρεπε ποτέ.
     Όταν την ενημέρωσε για την ενδεχόμενη προαγωγή του δεν ήξερε κατά πόσο θα τον χτυπούσε ή θα τον αγκάλιαζε. Αν δεν τη δεχόταν θα του έκοβε και την καλημέρα, ήταν σίγουρος γι’ αυτό. Αν δεν σκέφτεσαι τον εαυτό σου, σκέψου εμάς, θα του έλεγε και θα είχε δίκιο. Αλλά δεν του είπε τίποτα. Αρκέστηκε να τον κοιτάξει βαθιά στα μάτια, μεταδίδοντας έτσι το μήνυμά της, που μεταφραζόταν σε: Φρόντισε, κακομοίρη μου, αλλιώς…
     Δύσκολα μού βάζουν, σκέφτεται. Αυτού του αρέσουν τα απλά πράγματα στη ζωή. Πού να πάει να μπλέξει τώρα! Αλλά από την άλλη είναι κι η Ντίνα. Κι αυτά που του είπε. Είναι ευκαιρία να ξεφορτωθούμε τα σαπισμένα μυαλά. Ακούς εκεί, σαπισμένα μυαλά. Γέλασε όταν την άκουσε, αλλά όχι για πολύ. Αν δεν το έκανε αυτός, τότε ποιος; επέμεινε εκείνη. Όντως, ποιος; Οι άλλοι αξιωματικοί της γενιάς του ήταν αραχτοί στις θεσούλες τους και απλά περίμεναν πώς και πώς τη μέρα που θα αφυπηρετούσαν. Πρόσφατα μάλιστα, όταν προέκυψε το θέμα με το συνταξιοδοτικό, άρχισαν να παίρνουν απανωτές άδειες, είτε από το γιατρό, είτε επειδή δήθεν τους τις χρωστούσαν, ώστε να επεκτείνουν για λίγα ακόμη χρόνια το κωλοβάρεμά τους. Ενώ αυτός είχε όρεξη για δουλειά. Πολλή όρεξη. Και με τους νέους στο πλευρό του κάθε μέρα μάθαινε και κάτι το καινούριο και, πολλές φορές, εντυπωσιακό. Όχι πως θα γινόταν ποτέ ατσίδας στους υπολογιστές, πάντα με το ένα δάχτυλο θα έγραφε και κάποια άλλη ψυχή θα τραβούσε τα ζόρια, αλλά όσο να ’ναι του άρεσε αυτός ο θαυμαστός καινούριος κόσμος, όπου όλα ήταν ένα πάτημα του κουμπιού μακριά. Ο κόσμος των κόρων του, της Ντίνας και του Τεκ.
     Είναι νωρίς το βράδυ. Κάθεται μοναχός κάτω από την κληματαριά και κρατάει στο αριστερό του χέρι ένα κουτάκι ΚΕΟ. Στα δάχτυλα του δεξιού στριφογυρίζει ένα νόμισμα. Να το παίξω κορόνα-γράμματα; αναρωτιέται. Χαμογελά ειρωνικά στον εαυτό του. Τέτοια πράγματα δεν τ’ αφήνουμε στην τύχη.
     Η σκέψη του ταξιδεύει για λίγο στην τελευταία υπόθεση. Τους άλλους τους μπαγλάρωσαν, αλλά ο Πιγκουΐνος κατάφερε και πάλι να τη βγάλει καθαρή. Μάλλον αυτός διευθέτησε την εισαγωγή του ουκρανού, αλλά άφησε τα υπόλοιπα στον Γρηγόρη. Κι αυτός τα θαλάσσωσε. Αλλά δεν είπε τίποτα για το αφεντικό του. Ούτε λέξη. Αφού ξέρει πόσο μακρύ είναι το χέρι του. Καλύτερα μόνος στη φυλακή και φίλος του, παρά παρέα μέσα εκεί μαζί του και εχθρός.
     «Γράμματα», τον βγάζει από την περισυλλογή του η πρόσχαρη φωνή της Μαργαρίτας.
     «Τι;»
     «Σκέφτεσαι να παίξεις κορόνα-γράμματα το μέλλον σου, έτσι; Ε, σου λέω να διαλέξεις γράμματα…»
     «Άσε καλύτερα. Αποφάσισα. Θα χαρεί η μάνα σου…»
     Χαμογέλασε εκείνη. Πλησίασε και τον αγκάλιασε παρά το ότι το κορμί του έζεχνε από τη ζέστη που δεν έλεγε να κατακαθίσει.
     «Πάω να της το ανακοινώσω…»
     «Περίμενε…»
     Σιγά να μην περίμενε. Έφυγε σα σίφουνας και μια στιγμή μετά άκουσε ένα επιφώνημα χαράς από την κουζίνα. Επιτέλους, θα είπε η Γεωργία, επιτέλους. Με τέτοιο δώρο που της χάρισε αύριο μάλλον θα τον ξεπλήρωνε με το αγαπημένο του φαΐ, ρολό. Αυτά στο κοινό τους οικιακό αύριο, αφού το άλλο, το επαγγελματικό, αποτελούσε τώρα για κείνον μια άγνωστη χώρα. Το αύριο θα του έφερνε σίγουρα μια νέα υπόθεση, ένα νέο έγκλημα και άλλο ένα, καινούριες προκλήσεις, μικρές και μεγάλες συγκινήσεις. Θα τον οδηγούσε σε κάποια σκοτεινά μονοπάτια, τα οποία θα προσπαθούσε να φέρει στο φως. Έχει αγώνα αύριο, όπως λέει η διαφήμιση, αλλά έχει και δουλειά, κι αγωνία πολλή. Δεν παραπονιέται όμως, αφού δεν είναι μόνος. Κι αυτό δα είναι το πιο σημαντικό.
     «Γυναίκα. Μπίρα…» της φωνάζει με το ψευδοαυταρχικό του ύφος. Κι εκείνη τον ψευδοϋπακούει. Τρέχει κοντά του, τον αγκαλιάζει, τον φιλά. Μα, άλλη μπίρα απόψε δεν έχει. Απόψε είναι γιορτή.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ
Δημοσίευση σχολίου