Τρίτη, 19 Νοεμβρίου 2019

Ο σωσίας - Κεφάλαιο 1


Κάθεται σε αναμμένα κάρβουνα εδώ και μέρες ο Χοντρός. Μα γιατί δεν του δίνουν την υπόθεση; Γιατί; Εντάξει, δεν έχουν και πολύ άδικο που δεν το κάνουν, αφού λόγω της φύσης της δεν εντάσσεται ακριβώς στην κατηγορία των εγκλημάτων που διερευνά η ομάδα του, ή μάλλον η τώρα υπό την Ντίνα Αυγουστή ομάδα που φιλοξενεί στο τμήμα του, μα από την άλλη όταν όλοι οι υπόλοιποι έχουν αποτύχει, δεν έχουν σημειώσει καμία πρόοδο, γιατί να μη δώσουν στους δικούς του μια ευκαιρία;
Βηματίζει ανυπόμονα πάνω κάτω στο γραφείο του. Έχει πολλά να κάνει, ένα βουνό χαρτολόι τον περιμένει, αλλά δεν μπορεί να συγκεντρωθεί σ' αυτό ετούτη την ώρα. Είναι από τη φύση του άνθρωπος ανυπόμονος και περίεργος, και του λείπει η δράση. Και είναι και καχύποπτος.
Η μεγάλη του απορία είναι γιατί δεν επικοινώνησε μαζί του ούτε μια φορά ο αρχηγός, όπως αποκαλεί τον υπαρχηγό της Αστυνομίας, και πρώην προϊστάμενό του στο τμήμα. Ο τελευταίος τον εμπιστευόταν τυφλά και συνήθως όταν τα έβρισκαν σκούρα οι άλλοι, αυτόν καλούσε.
Το ψηλό και χοντρό του κορμί μοιάζει λίγο πιο μικρό, μαραζωμένο, καθώς ο ιδιοκτήτης του ρωτά σιωπηλά αυτά τα γιατί και οι ρυτίδες στο πρόσωπο μοιάζουν να βαθαίνουν λίγο πιο πολύ. Στα πενήντα οκτώ του χρόνια πια, είναι κάποιος που έχει ζήσει πολλά και έχει μάθει και χάσει πολλά. Κι έχει χαρεί επίσης. Όλες του οι εμπειρίες είναι χαραγμένες λες στο πρόσωπό του. Τα βαθιά γαλάζια του μάτια είναι ανήσυχα. Το βλέμμα του πότε σκοτεινιάζει, πότε θολώνει. Τα φουντωτά γκρίζα του μαλλιά και το μουστάκι, λες κι αντανακλούν τη μέσα του φουρτούνα.
"Δεν μπορείς να ησυχάσεις, ε;" Μια φωνή τον βγάζει απ' το τριπάκι του. Στρέφει το βλέμμα προς την πηγή της για ν' αντικρίσει το γαλήνιο αντίστοιχο της κοπέλας που είναι το δεξί του χέρι τα τελευταία χρόνια.  Στα τριάντα της η Ντίνα Αυγουστή, κατέχει ήδη τη θέση της αναπληρωτού λοχία και μάλλον δεν θα αργήσει να πάρει και νέα προαγωγή, αφού αποτελεί το λαμπερό νέο πρόσωπο της Κυπριακής Αστυνομίας, και όχι άδικα.
"Τι έχουμε, Ντίνα;"
Δεν του απαντά αμέσως. Το μελένιο της βλέμμα διαβάζει το δικό του. Ξέρει τι θέλει να ακούσει το αφεντικό της, αλλά δυστυχώς δεν μπορεί να του το πει. Καθώς τον πλησιάζει, εκείνος την παρατηρεί. Είναι λίγο πιο κοντή από κείνον, αλλά σχεδόν το ίδιο επιβλητική. Τα μαλλιά της κομμένα στο ύψος του ώμου, είναι κορακίσια μαύρα. Και το κορμί καλογυμνασμένο, κι ας μη φαίνεται κάτω απ' τη στολή.
Πηγαίνει και κάθεται σε μια καρέκλα μπροστά από το γραφείο του αφεντικού της, κι αυτός θέλοντας και μη ακολουθεί το παράδειγμά της.
Πάντα μπορούσαν και επικοινωνούσαν με τις σιωπές αυτοί οι δυο, ακόμη κι όταν είχαν να ανακρίνουν κάποιον ή ήταν αναγκασμένοι να παρακαθίσουν σε συζητήσεις πάσης φύσεως με τους από πάνω. Εκείνος ήταν πονηρός και συνήθως έπαιρνε αυτό που ζητούσε. Εκείνη ήταν φωτιά και πάντα έβρισκε τον τρόπο να παρακάμψει τα εμπόδια που άλλοι έβαζαν στο δρόμο του.
Μοιάζει ήρεμος τώρα. Λες και η παρουσία και μόνο της σιωπηλής κοπέλας είναι αρκετή για να τον βγάλει απ' τη φουσκοθαλασσιά των σκέψεων του.
"Τι έχουμε, Ντίνα;" τη ρωτά ξανά, με μια τρυφερότητα στο βλέμμα.
"Όχι κάτι το ιδιαίτερο", του απαντά, "και γι' αυτόν ακριβώς το λόγο είμαι εδώ".
"Μίλα".
"Κάτι πολύ παράξενο συμβαίνει με την υπόθεση του Μαγιέρη".
Ο Χοντρός, κατά κόσμο Πέτρος Ιωάννου, σηκώνεται από την καρέκλα, πηγαίνει και κλείνει την πόρτα του γραφείου του, κι επιστρέφει στη θέση του. Δεν θέλει άλλον κανέναν να ακούσει τι έχει να του πει η κοπέλα. Όχι πώς δεν εμπιστεύεται τη γραμματέα του, το Χριστινιώ όπως την αποκαλεί, αλλά είναι από τη φύση του προσεκτικός. Η Ντίνα, ο Τεκ και η Αγγέλα, είναι η αγία τριάδα του στην αστυνομία. Μονάχα αυτούς τους τρεις εμπιστεύεται απόλυτα στο σώμα. Εκτός σώματος για αστυνομικά θέματα συζητά μόνο με την κόρη του τη Μαργαρίτα, που εδώ και ενάμιση χρόνο παριστάνει, με επιτυχία μάλιστα την ιδιωτική ντετέκτιβ.
"Κι εγώ αυτό σκεφτόμουνα", ομολογεί στην Ντίνα. "Λες και κάποιοι προσπαθούν να μας κρατήσουν με το ζόρι εκτός παιχνιδιού".
Ο Νικόλας Μαγιέρης είναι ο υπουργός δικαιοσύνης. Ανέλαβε το υπουργείο πριν από ένα περίπου χρόνο, υποσχόμενος πράματα και θαύματα. Κι η αλήθεια είναι ότι δεν τα πάει και πολύ άσχημα μέχρι τώρα. Προχώρησε ήδη σε κάποιες αναγκαίες αλλαγές, σε αναδιαρθρώσεις σχημάτων και γενικές μεταρρυθμίσεις, αλλά δεν θα έλεγε κανείς ότι έχει αφήσει το σημάδι του κιόλας. Αλλά θα το άφηνε, ο Χοντρός δεν είχε καμιά αμφιβολία γι' αυτό, αφού ο τελευταίος τον διάβασε σαν ανοικτό βιβλίο την πρώτη φορά που τον συνάντησε - πιο φιλόδοξο πολιτικό δεν είδε ποτέ στη ζωή του.
"Η περιέργεια με τρώει. Γιατί δεν μας κάλεσαν να βοηθήσουμε; Όταν χρειάζονταν τη βοήθειά μας για αναβάθμιση των ηλεκτρονικών συστημάτων, μας κτύπησαν την πόρτα. Όταν τα βρήκαν σκούρα με την κατά συρροή δολοφόνο, μας έδωσαν το ελεύθερο να δράσουμε όπως θέλουμε. Το ίδιο και με την υπόθεση των εξαφανίσεων στην Κακοπετριά και τη δολοφονία του Χριστάκη. Ενώ τώρα…"
"Μας θέλουν μακριά κι αγαπημένους", συμπληρώνει την ανείπωτη σκέψη της κοπέλας.
Ο Χριστάκης ήταν ο καλύτερος φίλος και κουμπάρος του Χοντρού, και δεν είχαν κανένα πρόβλημα να τον αφήσουν να διερευνήσει τη δολοφονία του δεκαοκτώ μήνες πριν.
"Απλά θέλω να ξέρω ποιος βρίσκεται πίσω απ' αυτό το μπλόκο. Ο μόνος που μπορώ να σκεφτώ είναι ο ίδιος ο υπουργός, αλλά γιατί να το κάνει αυτό;"
"Με τους πολιτικούς δεν βγάζει κανείς άκρη, Ντίνα. Τέλος πάντων, έχουμε καμιά εξέλιξη στις άλλες υποθέσεις μας αυτές τις μέρες;"
"Όλα είναι υπό έλεγχο. Σε ό,τι αφορά τις πρόσφατες διαρρήξεις στο κέντρο της Λευκωσίας, έχουμε μαζέψει αρκετά στοιχεία και πολύ πιθανόν να έχουμε και μία σύλληψη μέχρι το βράδυ. Οι διαρρήκτες ήταν δύο, αλλά είμαι σίγουρη ότι δεν θα αργήσουμε να βρούμε και τον δεύτερο αφού, ως γνωστό, οι ντόπιοι μικροεγκληματίες άμα φτάσουν και συλληφθούν, δεν διστάζουν και πολύ προτού μας σερβίρουν στο πιάτο τα ονόματα των συνεργών τους. Η Αγγέλα, κυνηγά στα μουλωχτά φυσικά, το θέμα της κατ' επανάληψη εξαφάνισης κοριτσιών που βρίσκονται υπό την επιτήρηση των κοινωνικών υπηρεσιών, κι ο Τεκ εξακολουθεί να παρακολουθεί διακριτικά τον Πιγκουίνο και τους εκλεκτούς του φίλους, ενώ βοηθάει, ως συνήθως, και με όλα τα υπόλοιπα".
"Ωραία. Αν δεν έχεις κάτι άλλο να αναφέρεις, στείλε μου τον μέσα. Τον θέλω να με βοηθήσει με κάτι". Της κλείνει το μάτι κι η κοπέλα καταλαβαίνει τι θέλει να της πει. Χαμογελά. Το παιχνίδι τώρα αρχίζει.

Η εικόνα είναι κλεμμένη από εδώ.

Πέμπτη, 7 Ιουλίου 2016

Βδομάδα 51



Δεν πάμε τώρα μια βόλτα; Τι κι αν ο ήλιος καίει; Τι κι αν δεν έχει κάποιο προορισμό αυτό το μικρό ταξίδι; Ξέρεις ποιο είναι το πιο σημαντικό; Να χαιρόμαστε την κάθε στιγμή – αυτό είναι.

Γι’ αυτό έλα, κάθε πίσω μου στη σέλα, κι άνοιξε την ομπρέλα σου για να μας προστατέψει λίγο από τη ζέστη, και άφησε να σχηματιστεί στα χείλη το πιο ζεστό χαμόγελό σου. Θα πάμε μακριά σήμερα – λίγο πιο κάτω. Θα δούμε διαφορετικά πράγματα σήμερα – αυτά που βλέπουμε πάντα.

Σ’ αρέσει; Σ’ αρέσει αυτή η κίνησή μας, η μικρή μας τρέλα; Εμένα μου αρέσει πολύ, αφού χάρη σ’ αυτή μπορούμε και κάνουμε κάτι αυθόρμητο. Και χαμογελούμε. Πλατιά. Όπως μας αξίζει…

Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2016

Το λίγο και το λίγο



Οι άνθρωποι έρχονται και φεύγουν.
Όπως κι ο χρόνος.
Όπως κι οι περισσότερες αναμνήσεις.
Τίποτα δεν μένει; θα με ρωτήσετε.
Η αλήθεια είναι ότι δεν μένουν και πολλά.
Αυτά τα λίγα όμως αξίζουν κάτι.
Και κάτι παραπάνω.
Εννοώ τις εικόνες και τους ήχους φυσικά,
Τις γεύσεις και τις μυρωδιές,
Τις σιωπές και τις λέξεις.
Τον πλούτο των αισθήσεων και των συναισθημάτων.
Από τη μέρα που γεννιόμαστε
Μέχρι κι αυτή που πεθαίνουμε
Όλοι ψάχνουμε κάτι.
Κι αυτό το κάτι είναι ουσιαστικά το τίποτα.
Πολλές φορές, ούτε ακόμη κι αυτό, το ταξίδι, δεν έχει σημασία.
Εκείνο που μετρά είναι με ποιους το μοιραζόμαστε.
Κι αν τυγχάνει να είμαστε μονάχοι αυτό δεν
Πάει ακριβώς να πει ότι είμαστε μόνοι.
Απλά σημαίνει ότι ζούμε την κάθε εμπειρία με τρόπο
Αλλιώτικο, πιο βαθύ ίσως. Ίσως…
Το τι ζήσαμε μετρά λίγο. Το τι θα ζήσουμε λίγο ακόμη.
Τα δυο πιο πάνω μαζί μπορεί και ν' αξίζουν μια ζωή.
Μια ζωή που υπήρξε ολόδική μας…

Η εικόνα είναι κλεμμένη από εδώ
 

Παρασκευή, 1 Ιουλίου 2016

Η ζωή είναι κόκκινη



Ο χρόνος τρέχει όταν τρέχεις
Κι όταν σταματάς σταματά κι αυτός.
Αντανάκλαση στην ακινησία σου,
Προπομπός της κατάθλιψης που ακολουθεί το κενό.
Οι λέξεις πασκίζουν μα δεν δραπετεύουν.
Το κλουβί δεν είναι φτιαγμένο από αυτές
Αλλά από γεγονότα και μη.
Το καθετί που συμβαίνει έχει τον αντίκτυπό του.
Τα θέλω μας δεν είναι πάντα τα είναι
Και τα είναι μας δεν είναι τα πάντα.
Η ζωή, λένε, είναι και άσπρη και μαύρη.
Εγώ λέω ότι είναι κόκκινη -
Οι παραλλαγές του κόκκινου την ορίζουν.
Άλλοτε πιο αλαφριά μπογιατισμένη,
Κάποτε πιο μουντή, σχεδόν καφέ, συννεφιασμένη.
Όταν τρέχεις δεν μπορείς να διακρίνεις
Τις πραγματικές της αποχρώσεις,
Κι όταν σταματάς δεν θέλεις να το κάνεις.
Τα γιατί γνωστά,
Και τα ερωτήματα ουσιαστικά ανούσια.

Παρασκευή, 17 Ιουνίου 2016

Πριν το ταξίδι



Τι είναι αυτό που μας κάνει να επιστρέφουμε ξανά και ξανά στα ίδια μέρη;
Φταίει το ότι ψάχνουμε παρηγοριά στο οικείο ή κάτι άλλο πιο βαθύ;
Και πόσα αγαπημένα μέρη μπορεί να έχει κανείς;
Με ποιες αναμνήσεις είναι συνδεδεμένα;
Καθώς ετοιμάζομαι για ένα ακόμη ταξίδι, που προέκυψε σχεδόν από το πουθενά,
αυτές είναι οι σκέψεις που μου τριβελίζουν το μυαλό.
Σκέφτομαι. Και θυμάμαι.
Το πρώτο ταξίδι μου ταξίδι εκεί. Το 1990.
Το πρώτο ταξίδι που πραγματοποίησα μοναχός εκτός Κύπρου.
Και το δεύτερο το 1995, με παρέα αυτό.
Θυμάμαι ξενύχτια. Θυμάμαι νευράκια. Θυμάμαι μακρινές βόλτες.
Και παρτίδες σκάκι θυμάμαι.
Τις επισκέψεις στη μοναξιά του Καζαντζάκη.
Και μια συναυλία στον Κήπο.
Οι αναμνήσεις συγχέονται.
Ακολούθησαν κι άλλες επισκέψεις στο Ηράκλειο τα επόμενα πέντε χρόνια,
αλλά ήμουνα πια πάντα περαστικός, καθοδόν προς τα Χανιά,
μιαν από τις πόλεις που ερωτεύτηκα.
Τι θα μου φέρει άραγε το νέο ταξίδι;
Θα θυμηθώ τα σοκάκια, θ' αναγνωρίσω τους δρόμους από το παρελθόν;
Θα μου χαρίσει άραγε κάτι που τώρα μού λείπει ό,τι κι αν είναι αυτό;
Σε τρεις ημέρες θα πάρω τις πρώτες απαντήσεις.
Μέχρι τότε θα αναπολώ κάτι που λίγο πολύ μου ξεφεύγει.

Η εικόνα είναι κλεμμένη από εδώ.