Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2011

Ο Άγιος Πότης στον Φιλελεύθερο


Ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο

Λάκης Φουρουκλάς, Ο Άγιος Πότης, Εκδ. Πάργα, 2011

Με τον Μιχάλη Παπαντωνόπουλο

Πριν λίγες ημέρες συνάντησα στο Διαδίκτυο την ακόλουθη σημείωση του ίδιου του συγγραφέα: «Ο “Άγιος Πότης” θα μπορούσα να πω ότι αποτελεί ένα “βιβλίο ζωής” για μένα». Και στη συνέχεια ξεκαθαρίζει πως αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι τα 29 διηγήματα που συνθέτουν το ανά χείρας βιβλίο γράφτηκαν στη διάρκεια δεκαπέντε περίπου χρόνων, σε διαφορετικές πόλεις και χώρες και σίγουρα κάτω από διαφορετικές συνθήκες.
Και ορθώς αποσαφηνίζει τον χαρακτηρισμό «βιβλίο ζωής», γιατί έχοντας παρακολουθήσει τα λογοτεχνικά βήματα του Λ. Φουρουκλά από την αρχή -έστω και αναδρομικά-, θα πρότεινα πως τον συγκεκριμένο όρο δικαιούνται να τον νέμονται από κοινού η νουβέλα του «Το λάθος πάθος» και η «Μίρα, το λουλούδι του πολέμου». Εν τούτοις, ο «Άγιος Πότης» γράφεται διαρκώς, ξανά και ξανά, στο ίδιο χρονικό διάστημα. Συγκεντρώνει τα διηγήματα που διανύουν τη μέσα απόσταση της λογοτεχνικής παραγωγής του Φουρουκλά. Δεν είναι όμως το εργαστήριό του· και θα ήταν άδικο να υιοθετηθεί η αντίληψη πως πρόκειται για διηγήματα που δεν «εκχωρήθηκαν» στα μεγαλύτερα μυθιστορήματα του συγγραφέα, ή για τα κατάλοιπα της συγκεκριμένης περιόδου.
Στον «Άγιο Πότη» ο φακός του Φουρουκλά μένει σταθερά προσηλωμένος στον άνθρωπο και την καθημερινότητά του: αφηγείται τα πάθη και τις μύχιες σκέψεις του σ’ έναν κόσμο που ισορροπεί επικίνδυνα στο εσωτερικό οικοδόμημα των πρωταγωνιστών του που γκρεμίζεται και στήνεται διαρκώς ως την οριστική ερήμωση ή την τέλεια κάθαρση. Κι η τελευταία συνθήκη -η κάθαρση- συχνά κάνει την εμφάνισή της όχι ως τέλος της διήγησης μα ως εγγενές χαρακτηριστικό των ηρώων του Φουρουκλά. Σαν να σκύβει σπλαχνικά ο συγγραφέας πάνω από τους φτωχοδιαβόλους της ζωής και να τους καθαρίζει από το σκοτάδι τους, για να λάμψει ως σπάνιο ορυκτό η αγνότητα των συναισθημάτων τους· αυτή που φαινομενικά έχει χαθεί στους δρόμους του αλκοόλ, της πορνείας ή του μικροαστικού νοικοκυριού.
Όπως σημειώθηκε παραπάνω, υπάρχει μια χρονική απόσταση δεκαπέντε ετών ανάμεσα στην παλαιότερη ιστορία του βιβλίου («Έρωτας στη Βενετία», 1995) και την πλέον πρόσφατη που είναι «Η θυσία» (2009). Φυσική συνέπεια αυτής της μακράς διαδρομής που διανύει ο «Άγιος Πότης» είναι η ανισότητα μεταξύ των διηγημάτων, παρόλο που ο συναισθηματικός τόνος και η γλώσσα του συγγραφέα έχουν λειανθεί. Έτσι, η ανισότητα μάλλον αφορά τις περιπτώσεις όπου η ανάπτυξη της πλοκής υπερκαλύπτει ή υπολείπεται της αναλυτικής προσέγγισης των χαρακτήρων.
Συνολικά, τα διηγήματα της συλλογής κινούνται από τους ματαιωμένους έρωτες που γνωρίζουν την άνθισή τους μεταγενέστερα στη ζωή των πρωταγωνιστών τους ή μένουν για πάντα ανεκπλήρωτοι μέχρι τις θυσίες στις οποίες υποβάλλεται κάποιος προς χάριν του άλλου μισού του. Ανάμεσά τους παρεμβάλλονται ιστορίες περισσότερο ή λιγότερο βιογραφικές, συντεταγμένες άλλοτε στον πλήρη ρεαλισμό κι άλλοτε σε συνθήκες ονείρου. Ιστορίες δραματικές ή και εκφορές της ανθρώπινης κωμωδίας. Ιστορίες για τον έρωτα, το ροκ, τον πόλεμο και την παραφορά των ανθρώπινων παθών που εκτυλίσσονται με σκηνικό τη Βενετία, την Κρήτη, την Αθήνα και τη Λευκωσία, αλλά ακόμα και την Ταϊλάνδη ή την Ινδία. Συνθήκη που οδηγεί τον αναγνώστη να αναπλάσει τη μυθολογία του έρωτα σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον, μα όχι να εστιάσει στην ιδιαίτερη ερωτική ατμόσφαιρα που αποπνέει καθένας από τους παραπάνω αστικούς ιστούς.
Άλλωστε, στο εν λόγω βιβλίο ο άνθρωπος είναι η αναζήτηση έξω από χωροχρονικές παραμέτρους.
Κάποιοι από τους χαρακτήρες θα βρουν τις επιθυμητές απαντήσεις στην πορεία του βίου τους κι άλλοι όχι. Κάποιοι θ’ αγγίξουν την ευτυχία κι άλλοι θα συνεχίσουν να την ονειρεύονται ή να την εφιαλτούν.

Φιλελεύθερος 27 Νοε. 11

Τετάρτη, 9 Νοεμβρίου 2011

Στιλέτο - Το τέλος


Πήρε μια εβδομάδα άδεια. Για να σκεφτεί, είπε. Κι είχε πολλά να σκεφτεί. Θα ήθελε να πάει ένα ταξιδάκι, αλλά ήταν αδύνατον να το κάνει αυτό. Η Γεωργία δε θα άφηνε τη μικρή της κόρη χωρίς καλό σπιτικό φαγητό στη διάρκεια της εξεταστικής περιόδου, ο κόσμος να χαλούσε. Η αχαΐρευτη η Μαργαρίτα μόνο αβγά βραστά και ομελέτες και τηγανιτές πατάτες ήξερε να φτιάχνει οπότε, αν έλειπε εκείνη απ’ το σπίτι, η μεγάλη της η κόρη θ’ άφηνε το καμάρι της να πεινάσει ή ακόμη χειρότερα, θα το τάιζε με ετοιματζίδικα φαγητά. Όχι, αυτό δε θα το επέτρεπε ποτέ.
     Όταν την ενημέρωσε για την ενδεχόμενη προαγωγή του δεν ήξερε κατά πόσο θα τον χτυπούσε ή θα τον αγκάλιαζε. Αν δεν τη δεχόταν θα του έκοβε και την καλημέρα, ήταν σίγουρος γι’ αυτό. Αν δεν σκέφτεσαι τον εαυτό σου, σκέψου εμάς, θα του έλεγε και θα είχε δίκιο. Αλλά δεν του είπε τίποτα. Αρκέστηκε να τον κοιτάξει βαθιά στα μάτια, μεταδίδοντας έτσι το μήνυμά της, που μεταφραζόταν σε: Φρόντισε, κακομοίρη μου, αλλιώς…
     Δύσκολα μού βάζουν, σκέφτεται. Αυτού του αρέσουν τα απλά πράγματα στη ζωή. Πού να πάει να μπλέξει τώρα! Αλλά από την άλλη είναι κι η Ντίνα. Κι αυτά που του είπε. Είναι ευκαιρία να ξεφορτωθούμε τα σαπισμένα μυαλά. Ακούς εκεί, σαπισμένα μυαλά. Γέλασε όταν την άκουσε, αλλά όχι για πολύ. Αν δεν το έκανε αυτός, τότε ποιος; επέμεινε εκείνη. Όντως, ποιος; Οι άλλοι αξιωματικοί της γενιάς του ήταν αραχτοί στις θεσούλες τους και απλά περίμεναν πώς και πώς τη μέρα που θα αφυπηρετούσαν. Πρόσφατα μάλιστα, όταν προέκυψε το θέμα με το συνταξιοδοτικό, άρχισαν να παίρνουν απανωτές άδειες, είτε από το γιατρό, είτε επειδή δήθεν τους τις χρωστούσαν, ώστε να επεκτείνουν για λίγα ακόμη χρόνια το κωλοβάρεμά τους. Ενώ αυτός είχε όρεξη για δουλειά. Πολλή όρεξη. Και με τους νέους στο πλευρό του κάθε μέρα μάθαινε και κάτι το καινούριο και, πολλές φορές, εντυπωσιακό. Όχι πως θα γινόταν ποτέ ατσίδας στους υπολογιστές, πάντα με το ένα δάχτυλο θα έγραφε και κάποια άλλη ψυχή θα τραβούσε τα ζόρια, αλλά όσο να ’ναι του άρεσε αυτός ο θαυμαστός καινούριος κόσμος, όπου όλα ήταν ένα πάτημα του κουμπιού μακριά. Ο κόσμος των κόρων του, της Ντίνας και του Τεκ.
     Είναι νωρίς το βράδυ. Κάθεται μοναχός κάτω από την κληματαριά και κρατάει στο αριστερό του χέρι ένα κουτάκι ΚΕΟ. Στα δάχτυλα του δεξιού στριφογυρίζει ένα νόμισμα. Να το παίξω κορόνα-γράμματα; αναρωτιέται. Χαμογελά ειρωνικά στον εαυτό του. Τέτοια πράγματα δεν τ’ αφήνουμε στην τύχη.
     Η σκέψη του ταξιδεύει για λίγο στην τελευταία υπόθεση. Τους άλλους τους μπαγλάρωσαν, αλλά ο Πιγκουΐνος κατάφερε και πάλι να τη βγάλει καθαρή. Μάλλον αυτός διευθέτησε την εισαγωγή του ουκρανού, αλλά άφησε τα υπόλοιπα στον Γρηγόρη. Κι αυτός τα θαλάσσωσε. Αλλά δεν είπε τίποτα για το αφεντικό του. Ούτε λέξη. Αφού ξέρει πόσο μακρύ είναι το χέρι του. Καλύτερα μόνος στη φυλακή και φίλος του, παρά παρέα μέσα εκεί μαζί του και εχθρός.
     «Γράμματα», τον βγάζει από την περισυλλογή του η πρόσχαρη φωνή της Μαργαρίτας.
     «Τι;»
     «Σκέφτεσαι να παίξεις κορόνα-γράμματα το μέλλον σου, έτσι; Ε, σου λέω να διαλέξεις γράμματα…»
     «Άσε καλύτερα. Αποφάσισα. Θα χαρεί η μάνα σου…»
     Χαμογέλασε εκείνη. Πλησίασε και τον αγκάλιασε παρά το ότι το κορμί του έζεχνε από τη ζέστη που δεν έλεγε να κατακαθίσει.
     «Πάω να της το ανακοινώσω…»
     «Περίμενε…»
     Σιγά να μην περίμενε. Έφυγε σα σίφουνας και μια στιγμή μετά άκουσε ένα επιφώνημα χαράς από την κουζίνα. Επιτέλους, θα είπε η Γεωργία, επιτέλους. Με τέτοιο δώρο που της χάρισε αύριο μάλλον θα τον ξεπλήρωνε με το αγαπημένο του φαΐ, ρολό. Αυτά στο κοινό τους οικιακό αύριο, αφού το άλλο, το επαγγελματικό, αποτελούσε τώρα για κείνον μια άγνωστη χώρα. Το αύριο θα του έφερνε σίγουρα μια νέα υπόθεση, ένα νέο έγκλημα και άλλο ένα, καινούριες προκλήσεις, μικρές και μεγάλες συγκινήσεις. Θα τον οδηγούσε σε κάποια σκοτεινά μονοπάτια, τα οποία θα προσπαθούσε να φέρει στο φως. Έχει αγώνα αύριο, όπως λέει η διαφήμιση, αλλά έχει και δουλειά, κι αγωνία πολλή. Δεν παραπονιέται όμως, αφού δεν είναι μόνος. Κι αυτό δα είναι το πιο σημαντικό.
     «Γυναίκα. Μπίρα…» της φωνάζει με το ψευδοαυταρχικό του ύφος. Κι εκείνη τον ψευδοϋπακούει. Τρέχει κοντά του, τον αγκαλιάζει, τον φιλά. Μα, άλλη μπίρα απόψε δεν έχει. Απόψε είναι γιορτή.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Τετάρτη, 2 Νοεμβρίου 2011

Στιλέτο - Κεφάλαιο 26

Ήσυχα πέρασε το σαββατοκύριακο για τους συνεργάτες του, όχι το ίδιο ήσυχα για κείνον. Έδωσε σε όλους άδεια, αλλά ήταν σε συχνή τηλεφωνική επικοινωνία μαζί τους, σε περίπτωση που θα συνέβαινε κάτι απρόοπτο. Τελικά ο ουκρανός ήταν μεγάλο ψάρι. Νεαρός στρατιώτης στις δυνάμεις της πρώην Σοβιετικής Ένωσης και μετά μισθοφόρος στην υπηρεσία όποιου διέθετε τα περισσότερα χρήματα. Αν και ύποπτος για διάφορα εγκλήματα, πάντα κατάφερνε να ξεφεύγει απ’ την τσιμπίδα του νόμου. Κάτι οι ατσίδες δικηγόροι, κάτι τα πάρε δώσε με τα μεγάλα κεφάλια και τα ακόμη μεγαλύτερα κεφάλαια της εκάστοτε εξουσίας, κάτι το ότι κάποιοι σκέφτονταν ότι ήταν καλύτερο να έχουν ένα ελεύθερο σκοπευτή στην υπηρεσία τους, παρά αντίπαλο ή στη φυλακή, κάτι το ένα, κάτι το άλλο, για χρόνια και χρόνια την έβγαζε καθαρή. Μέχρι που ήρθε στην Κύπρο για ένα ακόμη χτύπημα και οι δρόμοι του διασταυρώθηκαν με τον χοντρό. Με τον χοντρό, που ξόδεψε ολόκληρο το Σάββατο στο σπίτι του, κάνοντας μικροδουλειές που ανέβαλλε εδώ και καιρό, και τις πρωινές ώρες της Κυριακής στον Πωμό προσπαθώντας μάταια να ψαρέψει με τον Χριστάκη. Μάταια αφού τα άτιμα δεν τσιμπούσαν. Το μεσημέρι έφαγαν παρέα σε μια ταβέρνα λίγο έξω από την Πάφο, στον παλιό δρόμο προς τη Λεμεσό. Επέστρεψαν νωρίς το απόγευμα στη Λευκωσία και αμέσως πήγε στο Αρχηγείο για τις σχετικές συνεννοήσεις. Θα ήταν ο συντονιστής τριών ομάδων, που θα έφερναν σε πέρας την επιχείρηση την επόμενη μέρα. Η μια θα αποτελείτο από επίλεκτα μέλη της ΜΜΑΔ, η δεύτερη από άντρες του Ουλαμού Πρόληψης Εγκλημάτων και η τρίτη από απλούς αστυνομικούς. Στόχοι τους, η σύλληψη του ουκρανού και του Γρηγόρη και η προστασία της γυναίκας, αντίστοιχα. Ο Αρχηγός της Αστυνομίας ήταν ξεκάθαρος στις οδηγίες του. Όσο διαρκούσε η επιχείρηση θα ήταν όλοι υπό τις διαταγές του χοντρού.
     Και μετά ήρθε η Δευτέρα, που τον βρήκε στο πόδι τη συνηθισμένη του ώρα, στις πεντέμισι το πρωί. Δεν μπήκε στον κόπο να ξυριστεί. Έπρεπε να πιει καφέ και να σκεφτεί. Ή μάλλον να ξανασκεφτεί, το σχέδιο. Δε θα άφηνε κάτι να πάει στραβά. Έπειτα από δική του επιμονή, η δικηγόρος της Γεωργίου δέχτηκε την επιστροφή της πελάτισσάς της και πάλι στο κρατητήριο. Της εγγυήθηκε ότι θα ήταν ασφαλής. Καλύτερα να είναι, για το δικό σου καλό, αποκρίθηκε πεισμωμένα εκείνη. Ακολουθώντας πιστά το σχέδιο που κατέστρωσε στο μυαλό του, ζήτησε από τον Σωτηρίου να μην προχωρήσει ακόμη στη σύλληψη του φύλακα που είχε πάρει τηλέφωνο τον Γρηγόρη, αφού όταν θα έφτανε η ώρα θα τους φαίνονταν χρήσιμος.

Το αμάξι που θα μετέφερε την ύποπτη στο δικαστήριο την παρέλαβε στις δέκα το πρωί. Ήταν ένα τυπικό τζιπ, στο οποίο επέβαιναν τρεις αστυνομικοί, δυο άντρες και μια γυναίκα. Δύο δρόμους πιο κάτω σταμάτησε, κι η γυναίκα μεταφέρθηκε σε ένα άλλο, φαινομενικά ιδιωτικής χρήσης αμάξι και συνέχισε το δρόμο του, ενώ στη θέση της κάθισε μια αστυνομικός, ντυμένη με πολιτικά. Λίγα λεπτά αργότερα τα δύο αμάξια θα έφτασαν στον κυκλικό κόμβο, μπροστά από το Δημόσιο Κήπο της Λευκωσίας. Το πρώτο θα περνούσε σίγουρα απαρατήρητο, ενώ το δεύτερο θα βρισκόταν προσωρινά στο στόχαστρο του δολοφόνου. Όχι για πολύ όμως, αφού προτού προλάβει να πατήσει τη σκανδάλη, θα έβρισκε τον εαυτό του πεσμένο στο έδαφος, με περασμένες στα χέρια τις χειροπέδες. Το σχέδιο λειτούργησε στην εντέλεια. Ο φύλακας κάλεσε τον Γρηγόρη, κι αυτός με τη σειρά του τον ουκρανό, ο οποίος είχε στηθεί εδώ και ώρα στο πάρκο. Οι άντρες των ΜΜΑΔ, έφτασαν εκεί μετά από κείνον, από την πλευρά του κτηρίου της βουλής, ώστε να μην υποπέσουν στην αντίληψή του, κι αφού συνέλαβαν πρώτα τη σύντροφό του, που κρατούσε τσίλιες, προχώρησαν αθόρυβα προς το μέρος του. Μόλις άκουσαν το πάμε, απ’ τον χοντρό, έδρασαν αστραπιαία.

Η γυναίκα, όπως ήδη γνώριζαν, είχε συλληφθεί μερικές φορές στην πατρίδα της για διάφορα παραπτώματα, αλλά ποτέ δεν ξόδεψε πολλή καιρό στη φυλακή. Πάντα έβγαινε μετά από λίγες μέρες. Αυτή τη φορά όμως συνελήφθη για συνενοχή σε απόπειρα δολοφονίας, οπότε οι προοπτικές που ανοίγονταν μπροστά της δεν ήταν και οι καλύτερες. Οι αρχές μπορούσαν να συνδέσουν την απόπειρα δολοφονίας με τον Γρηγόρη, αλλά θα χρειάζονταν κάτι παραπάνω για ν’ αποδείξουν την ενοχή του. Κι η γυναίκα, που ένιωσε για λίγο τη θηλιά να σφίγγει γύρω από το λαιμό της, δέχτηκε να συνεργαστεί με την αστυνομία με αντάλλαγμα την απέλασή της από τη χώρα. Φυσικά τα στοιχεία της υπόθεσης θα αποστέλλονταν στις αρχές της πατρίδας της, αλλά κατά πόσο θα συλλαμβανόταν ή όχι, αυτό δεν μπορούσε ποτέ κανείς να το πει με σιγουριά. Ο ουκρανός αρνήθηκε να μιλήσει σε οποιοδήποτε, μέχρι να δει κάποιο δικηγόρο. Ο Γρηγόρης, που συνελήφθηκε σχεδόν ταυτόχρονα μ’ εκείνον, στο κέντρο της πόλης, έπραξε το ίδιο. Ήταν σίγουρος ότι το αφεντικό του θα τον ξελάσπωνε. Το μόνο που τα πράγματα δεν πήγαν ακριβώς όπως τα περίμενε, καθώς η γυναίκα είχε καταγράψει με τη κάμερα του υπολογιστή της τη συνάντηση στο δωμάτιο του ξενοδοχείου, τη συνομιλία των δύο αντρών και την κατάθεση της προκαταβολής. Όπως είπε στην αστυνομία η ιδέα ήταν του συντρόφου της, ο οποίος πάντα φύλαγε τα νότα του. Οπτικογραφούσε την κάθε συνάντηση πεπεισμένος ότι κάποτε θα τη χρειαζόταν. Είτε για να απειλήσει κάποιον είτε για να αποδείξει κάτι. Αυτή τη φορά ο κυνηγός έπεσε στη δική του παγίδα.
     Τα μέσα ενημέρωσης έστησαν και πάλι τρελό χορό. Το μόνο που αυτή τη φορά δεν έπεσε κανείς από τα σύννεφα μια και οι μέρες και τα έργα του Γρηγόρη ήταν σε όλους λίγο πολύ γνωστά. Κι η αστυνομία από τη μια στιγμή στην άλλη βρέθηκε από την πλευρά του χαμένου σ’ αυτή του νικητή. Οι χειραψίες για δεύτερη φορά μέσα σε λίγες μέρες πήραν φωτιά, τα φλας άστραψαν, οι κάμερες μετέφεραν σε ζωντανή μετάδοση τις εικόνες και εκφωνητές στα όρια του οργασμού, περιέγραψαν με κάθε λεπτομέρεια τα γεγονότα. Καθώς στηνόταν όλο αυτό το πανηγύρι, ο Ιωάννου εξακολουθούσε να παραμείνει κρυμμένος στις σκιές, μακριά απ’ τα φώτα.


Η εικόνα κλεμμένη από εδώ


Το τελευταίο κεφάλαιο σε μια βδομάδα

Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2011

Στιλέτο - Κεφάλαιο 25

Κοιμήθηκε έξι ώρες, χωρίς μάλιστα τη βοήθεια του μαγικού χαπιού. Μια χαρά ήταν. Ξύπνησε στις πεντέμισι το πρωί από το φως που έμπαινε στο δωμάτιο απ’ το παράθυρο. Σηκώθηκε και κατέβασε όσο πιο αθόρυβα μπορούσε τα στόρια ώστε να δώσει την ευκαιρία στη Γεωργία να κοιμηθεί λίγο ακόμη. Πήγε στο μπάνιο, έκανε ένα ντους και ξυρίστηκε, αφήνοντας πίσω το μουστάκι. Έπρεπε επιτέλους να το αποκτήσει.
     Πήγε στην κουζίνα, άνοιξε το ψυγείο και βρήκε τη συσκευασία με το χυμό φρούτων δίχως συντηρητικά, που παρ’ όλ’ αυτά διατηρούνταν μέχρι και ένα χρόνο. Γέμισε ένα ποτήρι και βγήκε έξω, στη βεράντα της κουζίνας. Ο ήλιος προσπαθούσε να κάνει την εμφάνισή του πίσω από το πέπλο της υγρασίας. Μάλλον θα ήταν πολύ ζεστή η σημερινή μέρα. Θα ξεκινούσε αμέσως για τη δουλειά, αφού έτσι κι αλλιώς αν παρέμενε εκεί, δε θα είχε τίποτα να κάνει, κι αυτό δεν το άντεχε με τίποτα. Με το που άφηνε το άδειο του πια ποτήρι στον πάγκο της κουζίνας, ένιωσε το τηλέφωνό του να χτυπάει. Δεν ανησύχησε. Είχε πια συνηθίσει στην ιδέα του εγκλωβισμού του από μια συσκευή και όλα τα κακά νέα, που συνήθως, αυτή μετέφερε. Ήταν ο Χριστάκης. Δεν παραξενεύτηκε.
     «Μέρα».
     «Έλα. Σε πόση ώρα μπορείς να είσαι στο γραφείο σου;»
     «Σε δέκα-δεκαπέντε λεπτά, αλλά θα είναι ανοικτό;»
     «Είναι ήδη. Να σου παραγγείλω;»
     «Παράγγειλε».
     Το έκλεισε. Πήρε τα κλειδιά του σκαραβαίου απ’ το τραπεζάκι στο σαλόνι, όπου συνήθως τα παρατούσε, παρά τις διαμαρτυρίες της γυναίκας του, και βγήκε έξω. Το αγαπημένο του όχημα ξεκίνησε με θόρυβο ως συνήθως και χρειάστηκε και δυο λεπτά μέχρι να βράσει η ταλαίπωρη μηχανή του. Μετά ήταν έτοιμο για δράση. Βγήκε με την όπισθεν σ’ ένα δρόμο άδειο. Τα φανάρια του έκαναν όλα τα χατίρια στη διάρκεια της διαδρομής προς το κέντρο, έτσι δεν του πήρε παρά λίγα μόνο λεπτά μέχρι να φτάσει στον προορισμό του. Ο κυπριακός του ήταν έτοιμος και τον περίμενε στο τραπέζι που καθόταν ο Χριστάκης. Άγγιξε το φλιτζανάκι. Καυτό. Χαμογέλασε με ικανοποίηση.
     «Μέρα».
     «Μέρα. Καλά;»
     «Όλο και καλύτερα. Εσύ;»
     «Καλά λέμε».
     «Ωραία. Ακούω…»
     «Σε κυνηγάει κανείς; Γιατί θέλεις ντε και καλά να μπαίνεις κατ’ ευθείαν στο ψητό;»
     «Επειδή αν δεν υπήρχε ψητό δε θα ήμουν εδώ, έτσι;»
     «Θυμάσαι που μου είπες να κρατώ τ’ αυτιά και τα μάτια μου ανοικτά; Ε, λοιπόν, κάτι έπεσε στην αντίληψή μου ψες. Κυκλοφορεί στην πιάτσα η φήμη ότι ήρθε ο ουκρανός».
     «Ο ουκρανός;»
     «Δεν θα τον έχεις ακουστά. Αυτό είναι το όνομά του», τού έδωσε ένα χαρτάκι, «και σίγουρα θα υπάρχει κάπου η φωτογραφία του. Δεν τον γνώρισα ποτέ προσωπικά, αλλά σύμφωνα μ’ αυτούς που ξέρουν καλύτερα, κάθε φορά που φτάνει αυτός στην Κύπρο, κάποιος εγκαταλείπει βιαστικά τον μάταιο ετούτο κόσμο». Είδε το βλέμμα του Ιωάννου που φωτίστηκε και κατάλαβε αμέσως. «Πέτρο, ξέρεις γιατί είναι εδώ;»
     «Έχω τις υποψίες μου. Αν μπορέσουμε να βρούμε το πρόσωπο που κρύβεται πίσω από το όνομα και τον συλλάβουμε τότε θα σου χρωστάω μια χάρη…»
     «Μόνο μια;»
     «Μην είσαι και πλεονέκτης».
     «Ποτέ. Ψάρεμα;»
     «Ξέρεις τι; Αυτή είναι μια πολύ καλή ιδέα. Το έχω ανάγκη. Κυριακή ξημερώματα, όπως παλιά;»
     «Φυσικά». Σηκώθηκε. «Και ξέρεις, ε;»
     «Τι; Παιδιά είμαστε τώρα; Ούτε σε είδα, ούτε σου μίλησα…»
     «Γεια χαρά».
     Τον είδε να περπατά λίγο πιο κάτω και να μπαίνει στο αυτοκίνητό του. Την ώρα που ο κόσμος ξυπνούσε αυτός πήγαινε να κοιμηθεί. Ο χοντρός παρέμεινε στη θέση του. Δε βιαζότανε σήμερα. Εξάλλου πεινούσε.
     «Μάστρε, σάντουιτς», φώναξε στον καφετζή.
     «Ρόστο, λούντζα, χαλούμι;»
     «Όπως πάντα…»
     «Έφτασε!»

Στο γραφείο του επικρατούσε μια παράταιρη, σε σχέση με τις προηγούμενες ημέρες, τάξη. Φάκελοι και κιβώτια είχαν εξαφανιστεί, οι πίνακες αποσύρθηκαν αποκαμωμένοι στη γωνία και η ησυχία ήταν σχεδόν εκκωφαντική. Κάθισε στο γραφείο του, χωρίς να κάνει τίποτα το ιδιαίτερο, απλά για να περάσει η ώρα. Περίμενε πώς και πώς την ώρα που θα ερχόταν ο Τεκ. Αυτός θα μπορούσε πιο γρήγορα απ’ τον καθένα ν’ ανακαλύψει το όνομα που κρυβόταν πίσω από τη φάτσα του ουκρανού. Αυτός που έμπαινε μόλις τώρα στο γραφείο. Κοίταξε το ρολόι του εφτά παρά δέκα. Κάθε μέρα και καλύτερα.
     «Επιτέλους, αποφάσισες να μας τιμήσεις με την παρουσία σου…»
     «Μα μου είπατε…»
     «Χαλάρωσε βρε, σε πειράζω. Και σε χρειάζομαι. Θέλω να μου βρεις κάποιον. Βάλε μπρος τον κομπιουτερά σου», σηκώθηκε, «μέχρι να πάω να σου φέρω καφέ. Πώς τον πίνεις;»
     «Φραπέ;» ρώτησε εκείνος, ψαρωμένος ακόμη.
     «Φραπέ».
     «Μαύρο, δύο ζάχαρη».
     «Αμέσως…»
     Βρε τι σου κάνει ο ύπνος; Λίγες ώρες ξεγνοιασιάς και ξύπνησε μες στην τρελή χαρά. Πήγε λοιπόν και έφτιαξε το φραπέ του μικρού και επέστρεψε σιγοπατώντας.
     «Ευχαριστώ…»
     «Την καλή σου τύχη που σε έστειλε σ’ εμένα; Είσαι έτοιμος; Φυσικά και είσαι, τι θέλω και το ρωτώ. Βρες μου ποιος είναι αυτός ο τύπος…»
     Του έδωσε το χαρτάκι κι εκείνος έπεσε με τα μούτρα στη δουλειά. Δεν άργησε να βρεις τις απαντήσεις του. Όχι την απάντηση, μα τις απαντήσεις του.
     «Μα τον ξέρω αυτόν», σχεδόν ξεφώνισε.
     «Κι από πού τον ξέρεις;»
     «Τον είδα σε ένα από τα video feeds, τις εικόνες δηλαδή που μας στέλνουν οι βιντεοκάμερες. Ήταν με μια γυναίκα, έτσι δεν του έδωσα σημασία…»
     «Ομάδα των δύο λοιπόν. Έξυπνο! Ένα ζευγάρι, σ’ ένα πάρκο υποθέτω, δε θα τραβούσε ποτέ πάνω του ιδιαίτερη προσοχή».
     «Ναι, στο πάρκο ήταν. Περπατούσαν συνεχώς αγκαλιασμένοι. Δεν ξέρω αν κάθισαν κάπου, αφού την απέναντι πλευρά, εκείνη που είναι μακριά από το δρόμο δεν την καλύπτουν οι κάμερες».
     Μελέτησαν τα στοιχεία του στην οθόνη. Σαράντα οκτώ χρονών, γεννημένος στο Μινσκ της Λευκορωσίας, αλλά με ουκρανική υπηκοότητα. Έφτασε στην Κύπρο την Τετάρτη το βράδυ με κατ’ ευθείαν πτήση από το Κίεβο.
     «Βρες ό,τι μπορείς για τη γυναίκα. Λογικά θα ήρθαν με την ίδια πτήση, αν και έχω τις αμφιβολίες μου κατά πόσο θα κάθονταν δίπλα δίπλα. Μετά ασχολήσου αποκλειστικά μ’ αυτόν. Ψάξε παντού. Αν χρειαστεί μπες και στο υπουργείο εξωτερικών της Ουκρανίας…»
     «Είναι παράνομο αυτό και…»
     «Και τι; Είναι επείγον. Και δεν υπάρχει λόγος να μάθει γι’ αυτό άλλος κανείς».
     «Δεν είναι αυτό που με ανησυχεί. Απλά θα εντοπίσουν εύκολα τη διεύθυνσή μας, αφού σίγουρα τα συστήματά τους θα είναι σχετικά ασφαλή. Αλλά, αν μου δώσετε λίγο χρόνο θα μπορούσα να στήσω ένα δίχτυο, το οποίο αν μας αναζητήσουν θα τους οδηγήσει στο γύρω του κόσμου και θα καταλήξει κάπου κοντά στα μέρη τους: ας πούμε στο Καζακστάν ή στην Ινγκουσετία…»
     Έβαλε τα γέλια ο χοντρός.
     «Βρε Τεκ, θα μας τρελάνεις εσύ. Κάνε ό,τι καταλαβαίνεις. Και μην ανησυχείς πολύ για το χρόνο, έχουμε τρεις μέρες στη διάθεσή μας».
     «Μην ανησυχείτε. Μέχρι το μεσημέρι θα είναι όλα έτοιμα. Ίσως και πιο νωρίς».
     Κάθισε στην αγαπημένη του καρέκλα και άφησε τον μικρό στην ησυχία του, να κάνει τα δικά του. Λίγο μετά το τηλέφωνο χτύπησε, το απάντησε, είπε έρχομαι, και κατευθύνθηκε προς το γραφείο του Σωτηρίου.
     «Κλείσε την πόρτα. Έχουμε εξελίξεις», τού είπε με το που μπήκε μέσα. Χαμογελούσε πλατιά. Όπα, σκέφτηκε ο χοντρός. Όπα. Μπορούσε να μαντέψει από το ύφος του, που έγινε αταίριαστα πειραχτικό, τι έγινε. «Με λύπη ψυχής σού ανακοινώνω ότι σύντομα θα εγκαταλείψω το σταθμό…»
     «Πήρες προαγωγή, ε; Ποιες κατουρημένες ποδιές προσκύνησες πάλι βρε πολιτικάντη;» Τον πείραζε, κι άλλος το κατάλαβε, και έβαλε τα γέλια.
     «Καμιά και το ξέρεις. Αλλά δεν είναι γι’ αυτό που σε κάλεσα εδώ, αυτό  μπορούσες να το μάθεις και απ’ τις ειδήσεις. Θα πάρεις κι εσύ προαγωγή. Και όταν φύγω…»
     «Ωχ, κάτι μού λέει ότι δε θα μου αρέσει αυτό που θα ακούσω…»
     «Θα πάρεις τη θέση μου».
     «Ευχαριστώ, μα δε θα πάρω. Με ξέρεις τώρα; Τι δουλειά έχω εγώ με τα κουστούμια και τις γραβάτες; Είμαι ψαράς, εν αναμονή. Μη μού τα χαλάς τώρα…»
     «Η ιδέα ήταν του υπουργού και την υποστήριξα. Εξασφαλίζεται η συνέχεια στο τμήμα και είμαι σίγουρος ότι αν έχουμε κι άλλα παράσιτα εδώ θα τα καθαρίσεις. Γιατί όχι ρε χοντρέ; Σε λίγα χρόνια θα βγεις στη σύνταξη -πότε ακριβώς κανείς δεν ξέρει, έτσι όπως αλλάζουν όλα τώρα τελευταία αλλά- δε θα ήθελες να παίρνεις ένα καλό ποσό κάθε μήνα για να βγάζεις τα προς το ζην, καλύτερο δηλαδή απ’ ό,τι θα έπαιρνες αν αφυπηρετούσες με το βαθμό που έχεις τώρα;»
     Το σκέφτεται ο χοντρός. Περίμενε την προαγωγή, θα την έπαιρνε εδώ και χρόνια αν δεν έκανε πάντοτε του κεφαλιού του, αλλά το να αναλάβει το τμήμα όχι, αυτό δεν το περίμενε. Ή μάλλον δεν το σκέφτηκε. Αυτός τα μοναδικά πράγματα για τα οποία νοιαζόταν ήταν να κάνει τη δουλειά του σωστά και να φροντίζει την οικογένειά του. Πάντως η κυρία Γεωργία θα χαιρόταν πολύ αν έπαιρνε προαγωγή, ενώ όντως θα μπορούσε να προσφέρει και περισσότερα πράγματα στο τμήμα. Η ιδέα του κουστουμιού και της γραβάτας, αυτή τον τρόμαζε πιο πολύ. Όχι πώς θα τα φορούσε συνεχώς, αλλά πολύ πιο συχνά απ’ ό,τι τώρα, που δεν τα φορούσε σχεδόν καθόλου. Από την άλλη ήταν και οι χειραψίες και τα ευγενικά ψεύτικα χαμόγελα. Μικρές εκκεντρικότητες.
     «Θα το σκεφτώ», είπε τελικά. «Κι εσύ, για πού στο καλό θα αρμενίσεις;»
     «Βοηθός αρχηγός. Βλέπεις; Δεν έχεις να ανησυχείς για τίποτα. Θα σε καλύπτω εγώ…»
     «Πριν με κάλυπτες επειδή δεν είχες επιλογή, αλλά όταν μπλέξεις με τα μεγάλα κεφάλια…»
     «Κόψε το ρε Πέτρο. Μαλακίες λες και το ξέρεις. Αν πάρεις τη θέση μου δε θα βγαίνεις και πολύ στο δρόμο, αλλά μην ξεχνάς ότι θα έχεις την ευχέρεια να διαλέγεις τις δικές σου υποθέσεις και να ορίζεις τις δικές σου ομάδες. Ένας μπελάς λιγότερος για όλους. Ας το αφήσουμε, προς το παρόν, αυτό το θέμα. Απ’ το δικό σου μέτωπο έχουμε εξελίξεις;»
     Τον ενημέρωσε για τον ουκρανό. Το βλέμμα του σκοτείνιασε, αλλά όταν τον διαβεβαίωσε ότι θα τον συλλάβουν προτού επιχειρήσει να κάνει οτιδήποτε ηρέμησε κάπως. Τρεις ημέρες ήταν, θα περνούσαν.
     Όταν επέστρεψε στο γραφείο του βρήκε τις δύο συνεργάτιδές του να τον περιμένουν. Εφτάμισι το πρωί. Μα δε θέλει κανείς να κοιμηθεί λίγο παραπάνω; Προτού τον καλημερίσουν καν, πήρε τον λόγο ο Τεκ.
     «Ο Γρηγόρης ξέρει ότι πήραμε τη γυναίκα απ’ το κρατητήριο…»
     «Μα πώς;»
     «Ένας απ’ τους φύλακες. Έχω εδώ το όνομα και το τηλέφωνό του. Θέλετε να ανασύρω και τον φάκελο;»
     «Προτιμώ τον έγγραφο. Ντίνα…» Πήγε αμέσως να τον βρει. «Με το άλλο θέμα πώς τα πάμε;»
     «Μια χαρά. Προχωρώ. Αν ήμουνα στο σπίτι θα…»
     «Θα σου αναβαθμίσω τη σύνδεση το συντομότερο δυνατόν, μην ανησυχείς».
     «Δεν!»
     «Αγγέλα, υποθέτω ότι δεν έχεις κάτι επείγον να κάνεις σήμερα, έτσι;»
     «Όχι. Η Ντίνα θα με ενημέρωνε σιγά σιγά για τη λειτουργία του σταθμού, θ’ αρχίζαμε νέες αρχειοθετήσεις κτλ. Τι θα μπορούσα να κάνω για σας;»
     «Τα φώτα σου θέλω. Βασικά αυτό δεν το έχω συζητήσει ακόμη με κανένα, ούτε και με τον αρχηγό, αλλά τα τελευταία γεγονότα μας έχουν αποδείξει ότι κάποια πράγματα πρέπει ν’ αλλάξουν ριζικά. Από τη σχέση μας με τους εκπρόσωπους του τύπου, μέχρι τον έλεγχο των μελών του σώματος και το συντονισμό των διάφορων τμημάτων. Θέλω λοιπόν να πέσεις με τα μούτρα στη μελέτη και να μου ετοιμάσεις εισηγήσεις. Ο κόσμος όλος μοιάζει να ζει στη διαστημική εποχή κι εμείς ακόμη λειτουργούμε με τα πρότυπα της δεκαετίας του πενήντα. Είμαι σίγουρος ότι αν ετοιμάσεις ένα καλό πακέτο, ο Σωτηρίου θα το προωθήσει. Έχει ανοικτή γραμμή με τον υπουργό τώρα…»
     «Είναι κάτι που θα μπορούσα να σας προτείνω άμεσα. Να προσλάβετε γυναίκα σαν εκπρόσωπο τύπου. Όσο πιο νέα, τόσο το καλύτερο. Άλλο είναι να βγαίνουν οι διαψεύσεις και οι γενικολογίες από τα χείλη ενός αγέλαστου αξιωματικού, και άλλο από τα χείλη ενός κοριτσιού. Το ξέρω ότι οι δημοσιογράφοι θα προσπαθήσουν να εκμεταλλευτούν την απειρία της, αλλά αν την εκπαιδεύσετε πριν είμαι σίγουρη ότι όλα θα πάνε καλά».
     «Να υποθέσω ότι έχεις κάποιαν υπόψη».
     «Όχι, αλλά αν χρειαστεί θα μπορούσα να βοηθήσω στην επιλογή της. Μπορεί να είμαι άπειρη, μαθητευόμενη ή δεν ξέρω τι, αλλά υπάρχει ένα πράγμα το οποίο μπορώ να κάνω πολύ καλά, κι αυτό είναι το να διαβάζω τους ανθρώπους».
     «Για να το λες, πρέπει να το πιστεύεις κιόλας». Της χαμογέλασε αινιγματικά. «Τι κρύβει το χαμόγελό μου;»
     «Όχι κάτι που έχει να κάνει με μένα…»
     «Χα», ακούστηκε πνιχτό το γελάκι του Τεκ.

Συνεχίζεται


Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Τετάρτη, 19 Οκτωβρίου 2011

Στιλέτο - Κεφάλαιο 24

Οι επόμενες τρεις ημέρες πέρασαν γρήγορα. Ο χοντρός είχε αναλάβει το ρόλο του μεσολαβητή ανάμεσα στην ομάδα του και τον Σωτηρίου κι ο τελευταίος ήταν σε συνεχή επαφή με τον υπουργό, ο οποίος του είπε ότι μπορούσαν να εμπιστευτούν τις υποθέσεις των διαφθαρμένων αστυνομικών στα χέρια του Αρχηγού του Σώματος. Ήταν σίγουρος λέει ότι ο τελευταίος θα έκανε το σωστό.
     Στο μεταξύ ο Τεκ συνέχισε να παρακολουθεί διακριτικά τον Γρηγόρη και κάπως αδιάκριτα τον Πιγκουΐνο. Ο Ιωάννου σκέφτηκε ότι πολύ πιθανόν ο τελευταίος να μην επέτρεπε στον άνθρωπό του να πάρει το νόμο στα χέρια του, έτσι του είπε να έχει τα μάτια του ανοικτά. Στο καμπαρέ πήγε μία ακόμη φορά με το φίλο του, αλλά μετά αποφάσισαν ότι δεν έπρεπε να τραβήξουν άλλο πάνω τους την προσοχή. Εξάλλου ο μικρός ήταν στο στοιχείο του όταν είχε μαζί του τον υπολογιστή. Τότε όλα τα μπορούσε. Μέσα σε λίγα εικοσιτετράωρα είχε φτιάξει ένα νοητικό και εικονικό χάρτη με τις τηλεφωνικές κλήσεις και τις κινήσεις των δύο υπόπτων. Ο υπουργός μεσολάβησε ώστε να βγουν να αναγκαία εντάλματα και τώρα πια δεν μπορούσαν να πάνε πουθενά, χωρίς να αφήσουν κάποιο ίχνος πίσω τους.
     Η Ντίνα και η Αγγέλα πάλευαν με το χαρτολόι. Τα έβαλαν όλα γρήγορα σε μία τάξη, αφού ο Κακογιάννης έστω, ή μάλλον ειδικά, μετά θάνατον τους φάνηκε πολύ χρήσιμος. Τα στοιχεία που τους κληροδότησε ήταν συντριπτικά, το μόνο που είχαν ουσιαστικά να κάνουν ήταν να τα καταχωρήσουν χρονολογικά και κατά κατηγορία, ώστε όταν θα έφτανε η ώρα της αποκαλύψεων να μην μπορούσε να τα αμφισβητήσει, έστω και για μια στιγμή, κανείς.
     Η Αγγέλα επίσης είπε στον Ιωάννου την άποψή της και για την ενδεχόμενη απειλή κατά της ζωής της Γεωργίου. Αν είναι να χτυπήσουν, θα χτυπήσουν στη διάρκεια της διαδρομής, αποφάνθηκε. Αυτό τον ανησύχησε κάπως, αφού αμέσως σκέφτηκε το ενδεχόμενο της πρόσληψης κάποιου επαγγελματία, μάλλον από το εξωτερικό. Δε θα ήταν η πρώτη φορά άλλωστε. Πού και πού οι ντόπιοι εγκληματίες έκαναν εισαγωγή από κάποια χώρα της πρώην Σοβιετικής Ένωσης κάποιον τυπά για να κάνει τις βρομοδουλειές τους και μετά τον ξεπροβοδούσαν με μερικές χιλιάδες ευρώ από τα επίσημα αεροδρόμια της Δημοκρατίας ή εκείνο του ψευδοκράτους. Τίποτα πιο εύκολο κι απλό. Αφού συνεννοήθηκε με τον Σωτηρίου, άρχισε να πηγαινοέρχεται κάθε μέρα από το κρατητήριο προς τα δικαστήρια, προσπαθώντας να εντοπίσει τα πιθανά σημεία από τα οποία θα μπορούσε να χτυπήσει κάποιος ελεύθερος σκοπευτής. Μετά από πεντέξι διαδρομές τα εντόπισε και επιστράτευσε τον Τεκ για να κάνει τα δικά του. Να στήσει προσωρινές μικροκάμερες σε επιλεγμένα σημεία, ώστε να έχουν τους εν λόγω χώρους υπό συνεχή παρακολούθηση. Τοποθέτησε επίσης σε ένα μικρό πάρκο μια μικρή ομάδα με αργόσχολους, ώστε να εντοπίσουν κάτι που θα μπορούσε να διαφύγει της προσοχής τους: μια νέα γυναίκα με το μωρό της, έναν πακιστανό τον οποίο χρησιμοποιούσε αραιά και πού ο ίδιος για κάποια μικροδουλειά, κάποιους κηπουρούς για να φροντίσουν επιτέλους τους παραμελημένους κήπους. Είχαν καλύψει όλες τις βάσεις.
     Σε ό,τι αφορούσε τον τομέα της ενημέρωσης τα πράγματα κύλησαν ακριβώς όπως τα περίμεναν. Τα τηλεοπτικά κανάλια, με εξαίρεση το ΡΙΚ, φούσκωσαν όσο πήγαιναν τα πρόσφατα γεγονότα, κάποιες εφημερίδες προσπάθησαν να επιρρίψουν πολιτικές ευθύνες, ενώ κάποιες άλλες αρκέστηκαν στην απλή μετάδοσή τους, εκφράζοντας και τις αναγκαίες επιφυλάξεις και απορίες. Στα πρωινάδικα και τα απογευματάδικα και τις λοιπές τηλεοπτικές συζητήσεις έβγαιναν συνεχώς ο ένας μετά τον άλλο ο κάθε σχετικός και άσχετος και έλεγε το μακρύ του και το κοντό του. Κάποιοι απ’ αυτούς μάλιστα φαίνονταν να ξέρουν περισσότερα πράγματα για την υπόθεση κι από την αστυνομία την ίδια. Σύμφωνα με τις πηγές τους και τις πηγές τους. Ο Ιωάννου μάθαινε τα σχετικά από τις κόρες και τη γυναίκα του και πολύ το διασκέδαζε. Οι πηγές τους! Χα. Εκτός από τον ίδιο, την ομάδα του και τον αρχηγό, κανείς δεν ήξερε όλες τις λεπτομέρειες. Ούτε καν ο κύριος Καθαρά Χέρια, το κακέκτυπο του συναδέλφου του από την Ιταλία, που κάποτε προσπάθησε να καθαρίσει τη χώρα του απ’ τα καθάρματα. Οι πηγές τους! Θυμήθηκε τι του είπε κάποτε ο γνωστός του, ο δημοσιογράφος. Μια φορά λέει, κάτι πήγε στραβά και έπρεπε οπωσδήποτε να βρούνε ένα θέμα για να γεμίσουν μια σελίδα την τελευταία στιγμή. Και μια και πλησίαζε η προθεσμία, που η εφημερίδα έπρεπε να φύγει για το τυπογραφείο, κλείστηκε μέσα στο γραφείο του και μισή ώρα αργότερα βγήκε με το θέμα έτοιμο: Συνέντευξη μ’ έναν αναρχικό. Για πολλή καιρό μετά απ’ αυτό όλοι τον πείραζαν. Πού είναι ο Χ; ρωτούσε κάποιος. Πάνω, στο γραφείο, και παίρνει συνέντευξη από τον εαυτό του, απαντούσε κάποιος άλλος, και γελούσαν. Οι πηγές τους…

Την Πέμπτη το πρωί κυκλοφόρησε μια από τις εφημερίδες με τίτλο ερωτηματικό και εκκωφαντικό:
     «Σάπιο καράβι που βουλιάζει η Αστυνομία;»
     Το άρθρο ξεκινούσε στην πρώτη σελίδα και συνεχιζόταν στην τέταρτη και την πέμπτη. Σύμφωνα με αποκλειστικές πληροφορίες του συντάκτη, ένας μεγάλος αριθμός μελών του αστυνομικού σώματος, ανάμεσα στα οποία βρίσκονταν και κάποια υψηλόβαθμα στελέχη, εμπλέκονταν σε υποθέσεις διαφθοράς. Τα στοιχεία που υπήρχαν εις βάρος τους δεν μπορούσαν να αμφισβητηθούν. Τι θα έκαναν οι αρχές; Θα έλεγαν ξανά ότι θα έβαζαν το μαχαίρι στο κόκαλο ή αυτή τη φορά θα το έκαναν κιόλας;
     Ο Σωτηρίου και ο Ιωάννου, που βρίσκονταν στο σταθμό απ’ τις πέντε το πρωί, διάβασαν το άρθρο με ικανοποίηση και αμέσως μετά στρώθηκαν στη δουλειά. Ευτυχώς ο δημοσιογράφος δεν είχε προδώσει την εμπιστοσύνη τους. Καταπιάστηκε με το θέμα, χωρίς να αναφέρει ονόματα, και κάνοντάς τους πάσα τα ερωτήματα για τα οποία είχαν έτοιμες τις απαντήσεις. Ο υπουργός τηλεφώνησε λίγο αργότερα για να τους δώσει τα συγχαρητήριά του και ενώ κανείς δεν περίμενε επίσημη ανακοίνωση πριν τη συνάντηση του κυβερνητικού εκπροσώπου με τους συντάκτες, ο αρχηγός της αστυνομίας συγκάλεσε δημοσιογραφική διάσκεψη στις δέκα το πρωί. Εκεί τους ανακοίνωσε ότι οι αποκαλύψεις της εφημερίδας δε στερούνταν βάσεως και ότι η ηγεσία του υπουργείου και της αστυνομίας θα προχωρήσουν τις αμέσως επόμενες μέρες, σε συλλήψεις και προσαγωγές. Τους ευχαρίστησε για την παρουσία τους και έφυγε βιαστικά, αφήνοντας περισσότερα ερωτήματα πίσω του παρά απαντήσεις.
     Οι συλλήψεις έγιναν την ίδια μέρα. Λίγο πριν, ή λίγο μετά, ή σχεδόν ταυτόχρονα με τη συνέντευξη τύπου του αρχηγού. Σε μια αστραπιαία επιχείρηση σκούπα, υπό το συντονισμό του Σωτηρίου, συνελήφθησαν πέντε αξιωματικοί του σώματος -ο ένας εκ των οποίων προαλειφόταν για αρχηγός, στηριζόμενος στις κομματικές πλάτες και τα λεφτά που έρεαν άκοπα στις τσέπες του, απ’ τους κρυφούς εργοδότες- εφτά απλοί αστυνομικοί και ο βοηθός γενικός εισαγγελέας, που όπως απεδείκνυαν τα στοιχεία είχε βρώμικα χέρια.
     Μέχρι το μεσημέρι ο κόσμος είχε έρθει τα πάνω κάτω. Τα κανάλια έκαναν πάρτι έξω από τους αστυνομικούς σταθμούς, στα δικαστήρια, στην αίθουσα συνεντεύξεων του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών, στις γειτονιές των συλληφθέντων. Κάποιοι δήλωναν άφωνοι, αλλά δεν έπαυαν στιγμή να μιλάνε, ο υπουργός έτρεξε στο προεδρικό για την αναγκαία τηλεοπτική χειραψία με τον πρόεδρο, γνωστοί και γείτονες των συλληφθέντων έπεφταν από τα σύννεφα μαθαίνοντας τα καθέκαστα, αλλά ευτυχώς δεν υπήρξαν τραυματισμοί.
     Η Ντίνα, με την Αγγέλα και τον Τεκ, εκμεταλλευόμενοι το κομφούζιο που είχε δημιουργηθεί, και ακολουθώντας τις οδηγίες του Ιωάννου, πήγαν στα κρατητήρια για να επισκεφθούν τη Γεωργίου. Τα είπαν για λίγο. Καθώς όμως έφευγαν στο αμάξι της πρώτης κρυβόταν ένας ακόμη επιβάτης. Την οδήγησαν σε ασφαλή τοποθεσία, όπου την έθεσαν υπό διακριτική προστασία, ώστε να μην τραβήξουν απάνω τους κάποια περίεργα βλέμματα. Το σκάνδαλο που είχε ξεσπάσει είχε ήδη τοποθετήσει, έστω και προσωρινά την υπόθεσή της στο τηλεκανιβαλικό αρχείο.

Τώρα κάθονται όλοι στην κουζίνα του σπιτιού του και παρακολουθούν τις ειδήσεις. Όλοι ή σχεδόν όλοι χαμογελάνε. Η Γεωργία προσπαθεί απεγνωσμένα να μη δείξει πόσο περήφανη είναι για τον άντρα της, αλλά η Μαργαρίτα δεν έχει τέτοια κολλήματα. Όπως κάθεται χαλαρός στην καρέκλα και πίνει την μπίρα του, τον αγκαλιάζει από πίσω.
     «Γέρο μου, είσαι αστέρι», του λέει, κι εκείνος νιώθει σα να του χάρισαν όλο τον κόσμο.
     Η Ντίνα τους βλέπει και χαμογελά, αλλά οι άλλοι δύο μοιάζουν καταβεβλημένοι. Δε θα αντέχουν το μεγαλείο μου, σκέφτεται εκείνος αυτοσαρκαζόμενος, μα δε γελά. Τους λέει να πάνε να ξεκουραστούνε, η δουλειά τους δεν έχει τελειώσει ακόμη, κι εκείνοι, ανακουφισμένοι σχεδόν υπακούουν.
     «Έχω βάλει συναγερμό στον υπολογιστή μου. Αν συμβεί κάτι στις τοποθεσίες που παρακολουθούμε θα το μάθω αμέσως», λέει ο Τεκ καθώς σηκώνεται.
     «Και να με ενημερώσεις αμέσως. Είστε κι οι δυο πολύ κουρασμένοι. Αν αντέξετε μέχρι τη Δευτέρα, μετά μπορώ να σας εξασφαλίσω κάποια άδεια, αφού η δίκη αποκλείεται ν’ αρχίσει αμέσως».
     «Μην ανησυχείς, είναι η συσσωρευμένη υπερένταση των ημερών που μας βαραίνει τα πόδια, δεν είναι η κούραση. Θα είμαστε μια χαρά», δηλώνει με σιγουριά η Αγγέλα.
     «Συμφωνώ», λέει κι εκείνος. «Εξάλλου ποτέ δεν κοιμάμαι πολύ. Δεν μπορώ να σπαταλώ το χρόνο μου…»
     «Καλά. Πηγαίνετε. Θα τα πούμε αύριο το πρωί. Και δεν είναι ανάγκη να έρθετε από τα χαράματα».
     Είπαν καληνύχτα και υποχώρησαν παρέα.
     «Ώρα να πηγαίνω κι εγώ…», λέει η Ντίνα.
     «Πού να πας; Καλύτερα δε βρίσκεις…»
     «Έχω και σπίτι ξέρεις. Και γάτα. Και ρούχα να πλύνω. Και να καθαρίσω…»
     «Αν θες έρχομαι εγώ μαζί σου, να σε βοηθήσω», την πειράζει εκείνος.
     «Έχω ήδη ένα κατοικίδιο…»
     «Θα έρθω εγώ», μπαίνει στη μέση η Μαργαρίτα. «Έτσι κι αλλιώς τι να κάνω εδώ; Να βλέπω αυτούς τους δυο να στάζουν μέλια και ν’ ακούω την Ελευθερία να χαζογελάει με τις φιλενάδες της; Χίλιες φορές καλύτερα να παίξω μαζί σου την καλή νοικοκυρά. Μισό λεπτό να πάρω κάποια πράγματα. Απόψε θα κατασκηνώσουμε στο σπίτι σου…»
     «Μα δεν τη ρώτησες καν αν σε θέλει εκεί;» μιλά επιτέλους η Γεωργία. Κι η κόρη της στρέφεται και πάλι προς την Ντίνα.
     «Με θέλεις;»
     «Σε θέλω…»
     «Επιστρέφω σε λίγο».

Συνεχίζεται


Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Τετάρτη, 12 Οκτωβρίου 2011

Στιλέτο - Κεφάλαιο 23

Κάθονται σε μια καφετέρια-μπαράκι σε μια πάροδο της Μακαρίου και πίνουν Κιούμπα Λίμπρε – δηλαδή Ρούμι με κόλα και μια δόση λάιμ. Δροσιστικό ποτό. Είναι λίγο μετά τις έντεκα το βράδυ και κόσμος πολύς πηγαινοέρχεται στους δρόμους. Άλλοι κάνουν βόλτα, άλλοι επιδεικνύουν τα αμάξια και τα μεγάφωνά τους και άλλοι μιλούν με τα κινητά τους. Τι συζητάνε; Άγνωστο. Η Ντίνα και η Μαργαρίτα είναι σ’ ένα γωνιακό τραπέζι με θέα τους υπόλοιπους θαμώνες. Ντυμένες απλά, με τζιν παντελόνια και μακό μπλουζάκια είναι σα να κάνουν μία δήλωση: δεν είμαστε για πολλά πολλά απόψε.
     «Δε θυμάμαι πότε ήταν η τελευταία φορά που ένιωσα έτσι…»
     «Έτσι πώς, Ντίνα;»
     «Άνθρωπος». Χαμογέλασε αδύναμα, σχεδόν αχνά.
     «Σας έβαλε τα δυο πόδια σ’ ένα παπούτσι ο γέρος μου, έτσι;»
     «Ποιος γέρος; Αυτός θα μας θάψει όλους. Κοιμήθηκε λιγότερο απ’ τον καθένα τις τελευταίες μέρες και είναι ο μοναδικός που δεν ξέμεινε από δυνάμεις».
     «Είναι που του αρέσει το κυνήγι, αλλά και το να λύνει μυστήρια. Ανεβαίνει πάντα η αδρεναλίνη του όταν βρίσκεται στο κατόπιν κάποιου εγκληματία».
     «Ναι, το μόνο που αυτός ή μάλλον αυτή μας έβαλε τα γυαλιά…»
     «Μα δε φταίτε εσείς. Αν δεν ήθελε να συλληφθεί, κανείς δε θα την ανακάλυπτε. Δίνοντας το παρόν της στους τόπους του εγκλήματος μετά τη διάπραξή τους, ήταν σα να σας προκαλούσε ή και να σας παρακαλούσε να τη συλλάβετε. Το μόνο που δεν ξέρατε ότι αυτήν ψάχνατε. Είμαι σίγουρη ότι αν η Αγγέλα είχε περισσότερη εμπειρία θα την προλαβαίνατε προτού καταφέρει τα τελευταία δύο χτυπήματα. Όχι πως έχει σημασία τώρα. Ό,τι έγινε έγινε. Αν κατάλαβα καλά το αφεντικό σου ετοιμάζει κάτι άλλο…» Της χαμογέλασε ενθαρρυντικά, μα δεν της πέρασε.
     «Δεν μπορώ να μιλήσω γι’ αυτό σε κανένα, ακόμη ούτε και σε σένα. Και για να με ρωτάς υποθέτω ότι ο Πέτρος δε σου είπε τίποτα».
     «Γιατί πότε μού λέει; Εγώ είμαι που χώνω τη μύτη μου παντού. Αλλά αυτή τη φορά μάλλον θέλει να με κρατήσει απέξω».
     «Με το δίκιο του. Όταν μάθεις το γιατί θα καταλάβεις. Αλλά, αρκετά με τη δουλειά. Προψές τι έγινε;»
     «Τι ήθελες να γίνει; Βγήκα, ήπια ένα ποτό, σκυλοβαρέθηκα, έφυγα».
     «Είδες τον λεγάμενο;»
     «Τον Γιώργο; Τον είδα και τον χαιρέτησα απλά. Μην ανησυχείς, δεν άφησα να βγει στο φως η σκύλα που κρύβω μέσα μου».
     «Τέλος λοιπόν;»
     «Τέλος. Με κούρασαν ξέρεις. Νιώθω ότι όπου και να κοιτάξω βλέπω αντίγραφα των ίδιων ανθρώπων με διαφορετικά μόνο πρόσωπα. Κλώνους. Μ’ εσένα τι τρέχει;»
     «Ο μπαμπάς σου τρέχει, κι εγώ από πίσω του. Αν δεν είχα και σένα δε θα μπορούσα να μιλήσω σε κανένα. Από τότε που μπήκα στο Σώμα, οι φίλοι μου άρχισαν ο ένας μετά τον άλλο να με εγκαταλείπουν. Δεν είμαι και τόσο ευχάριστη συντροφιά πια. Ευτυχώς που έχω τη γυμναστική, αλλιώς…»
     «Αλλιώς;»
     «Θα περπατούσα στους δρόμους και θα έβριζα όποιον έβρισκα μπροστά μου. Έχω τόση οργή μέσα μου, που ώρες ώρες νιώθω ότι θα εκραγώ. Και μη μου πεις πως δε μου φαίνεται, αφού ψέματα θα είναι. Εσύ, απ’ όλους τους ανθρώπους, με καταλαβαίνεις καλύτερα».
     «Τι σου φταίει όμως; Γιατί είσαι τόσο οργισμένη;»
     «Όλα μου φταίνε. Οι άνθρωποι. Η κοινωνία. Η σαπίλα. Παρακολουθώ τις ειδήσεις στην τηλεόραση και οργίζομαι. Ακούω τις συνομιλίες από τους γύρω και το μέσα μου ουρλιάζει. Θέλω να τους πω να σκάσουν επιτέλους…»
     «Σου χρειάζεται ένας άντρας…»
     «Τι να τον κάνω; Ο Πέτρος μου φτάνει και μου περισσεύει. Νιώθω ασφαλής δίπλα του, σίγουρη. Με ηρεμεί. Ο γέρος σου είναι χρυσάφι!»
     «Μην μου πεις ότι τον ερωτεύτηκες! Θα κάνεις μεγάλη χάρη στην κυρία Γεωργία…»
     Ξέσπασαν στα γέλια.
     «Σοβαρά τώρα», συνέχισε η Ντίνα, «τις περισσότερες φορές νιώθω ότι είναι ο μοναδικός τίμιος, ακέραιος, άνθρωπος που υπάρχει εκεί έξω. Όλοι μιλάνε και μιλάνε και δεν κάνουν τίποτα. Αυτός πράττει. Απλά σκέψου την ομάδα που έστησε γι’ αυτή την υπόθεση. Εγώ και δύο νεοσύλλεκτοι! Κανένας άλλος δε θα το τολμούσε. Και τους συμπεριφέρεται ήδη κι αυτούς σαν καλός πατερούλης, τους υιοθέτησε, τον Τεκ και την Αγγέλα».
     «Αλήθεια, πού είναι αυτοί; Θα ήθελα να τους γνωρίσω καλύτερα…»

Ο Τεκ παρέα με τον άλλο Τεκ, συνονόματο εξ επαγγέλματος, πίνουν από μια μπίρα κι απολαμβάνουν το σόου. Ελάχιστα κοιμήθηκε, αλλά μοιάζει ξανανιωμένος. Ίσως να φταίει το ποτό, ίσως τα κορίτσια που λικνίζονται κάπως βαριεστημένα, αλλά με χάρη, μπροστά τους. Αν δεν ξέραμε γιατί ήταν εκεί θα τους παίρναμε απλά για δύο νέους που αποφάσισαν να βγούνε για να διασκεδάσουν. Το μόνο που αντί να συζητάνε για το θέαμα, ασχολούνται με τις τελευταίες εξελίξεις στην τεχνολογία και μελετούν το σχέδιο δράσης τους. Ευτυχώς δεν είχαν τη φαεινή ιδέα να βγάλουν απ’ τις τσέπες τους τα έξυπνα κινητά και να αρχίσουν να σερφάρουν στο ίντερνετ, αφού αυτό σίγουρα θα τραβούσε πάνω τους τα βλέμματα. Απλά κατεβάζουν ιδέες, τις ρίχνουν στο τραπέζι, τις συζητούν, τις εγκρίνουν και τις απορρίπτουν. Ο φίλος του Τεκ μοιάζει να έχει κολλήσει το μικρόβιο. Είναι ενθουσιασμένος. Για πρώτη φορά θα συμμετάσχει σ’ ένα κυνήγι θησαυρού, που δε λαμβάνει χώρα σε κάποια γωνιά του κυβερνοχώρου. Αυτός όταν δε δουλεύει και δεν ενημερώνεται, απλά παίζει παιχνίδια. Αγοράζει και πουλά εικονικούς φίλους στο Tagged, φτιάχνει τη Φάρμα του στο Facebook, πού και πού το παίζει και σεφ στο Café, ενώ δοκιμάζει και τις γνώσεις του εδώ κι εκεί, στη ψηφιακή κρεμάλα, στο τρίβια κτλ. Κάποιοι, κάπως κοροϊδευτικά, τον αποκαλούν Google, αφού σε ότι αφορά τους υπολογιστές ξέρει όλες τις απαντήσεις.
     Ο Γρηγόρης τους παρακολουθεί διακριτικά πού και πού. Νέοι πελάτες. Τους τακτικούς τους ξέρει απ’ έξω κι ανακατωτά, αλλά αυτοί οι ουρανοκατέβατοι που καταφθάνουν κάθε τόσο του προκαλούν υποψίες. Ωστόσο δε μοιάζουν ούτε άνθρωποι της νύχτας, ούτε μπάτσοι. Ίσως να είναι αυτό ακριβώς που δείχνουν: δυο φίλοι που βγήκαν έξω για να διασκεδάσουν. Συζητούν συνέχεια, αλλά δεν απομακρύνουν τα μάτια τους απ’ τα κορίτσια, και αν και πίνουν μόνο μπίρα, δε μοιάζουν να τσιγκουνεύονται. Αν στείλει όμως ένα κορίτσι να κάτσει ανάμεσά τους είναι σίγουρος ότι δε θα της αγοράσουν ποτό ή τουλάχιστον θα νιώσουν για λίγο χαμένοι. Αυτό θα κάνει, για να είναι σίγουρος.

Κοιμήθηκε λίγες ώρες το απόγευμα και τώρα νιώθει ανανεωμένη η Αγγέλα. Δε βγήκε έξω απόψε. Έχει πολλά να κάνει, πολλά να σκεφτεί. Ευθύνες που ανέλαβε από μόνη της. Όταν είδε την Ντίνα να παίρνει αντίγραφα των υποθέσεων που θα έφερναν στο φως τις επόμενες μέρες, για κάποιο λόγο ένιωσε ότι έπρεπε να κάνει κι αυτή το ίδιο. Ή ακόμη καλύτερα να τους αναλάβει εξ ολοκλήρου αυτή. Εξάλλου αν χρειαζόταν βοήθεια θα μπορούσε πάντα να τη ζητήσει. Αλλά δε θα χρειαζόταν. Το υπεραναλυτικό μυαλό της δούλευε με χίλια. Το μόνο που είχε να κάνει ήταν να ξεχωρίσει στοιχεία και υποθέσεις και να συνδέσει το ένα με το άλλο. Απλό αλλά χρονοβόρο, αλλά δεν είχε και τίποτα καλύτερο να κάνει. Ήταν εδώ και καιρό μόνη, απόλυτα μόνη. Οι δικοί της πέθαναν σε ένα αεροπορικό δυστύχημα, κι ο άντρας που μοιράστηκε για ένα διάστημα τη ζωή της, την παράτησε για κάποιαν άλλη, χρησιμοποιώντας σα δικαιολογία το ότι δεν μπορούσε να την καταλάβει. Δεν του έβρισκε κι άδικο. Θα μπορούσε ίσως να τηλεφωνήσει στη Χριστιάνα, την καλή της φίλη, αλλά με τόσα πράγματα που είχε στο μυαλό μάλλον θα της χαλούσε παρά θα της έφτιαχνε τη διάθεση.
     Δεν περίμενε να πέσει τόσο νωρίς στα βαθιά. Σκέφτεται και πάλι τον Ιωάννου. Η φήμη του είχε προηγηθεί, τον γνώρισε προτού τον γνωρίσει, κι αυτό ήταν το λάθος της. Περίμενε να συναντήσει κάποιον άλλο. Κι ως συνήθως η πραγματικότητα διάψευσε τις φήμες. Δεν της έδωσε μόνο μια ευκαιρία που δε θα της έδινε άλλος κανείς, αλλά της εμπιστεύθηκε βαριές ευθύνες. Ευθύνες που πρέπει να φέρει εις πέρας, απλά και μόνο για να μην τον απογοητεύσει.
     Στην αρχή την παραξένεψε η στενή του σχέση με την Ντίνα, αλλά τώρα πια πολύ καλά καταλαβαίνει ότι αυτοί οι δυο είναι φτιαγμένοι απ’ την ίδια πάστα. Τίμιοι, πεισματάρηδες, ανοιχτόμυαλοι, με μεγάλες αντοχές: είναι οι εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τους κανόνες ενός όντως σάπιου συστήματος. Έτσι θέλει να είναι ή να γίνει κι αυτή. Θέλει να κάνει κάτι χρήσιμο. Δεν αποφάσισε να γίνει αστυνομικός ούτε για το χρήμα, ούτε για τη δόξα. Απλά ήθελε να προσφέρει.
     Κάθεται στη βεράντα του διαμερίσματός της στα Λατσιά και κοιτάει τα έρημα αυτοκίνητα στο ημιφωτισμένο αδιέξοδο. Φτάνουν στ’ αυτιά της κουβέντες απ’ τα διπλανά σπίτια, συγκεχυμένοι ήχοι από τηλεοράσεις και απόμακρες μουσικές. Κρατάει σφικτά στα χέρια της τα χαρτιά. Κλείνει τα μάτια. Φτιάχνει μέσα της τα εναλλακτικά σενάρια των ημερών που θα ακολουθήσουν.

Ο χοντρός κάθεται με τη Γεωργία κάτω από την κληματαριά. Απόψε πίνουν συντροφιά κόκκινο καλό βαρελίσιο κρασί, παγωμένο. Η Ελευθερία είναι κλεισμένη στο δωμάτιο με τις φίλες της και κάνουν τα δικά τους.
     «Πάει καιρός απ’ την τελευταία φορά που το κάναμε αυτό», λέει σχεδόν νοσταλγικά εκείνη.
     «Κι αυτό ακριβώς του δίνει αξία», απαντάει.
     «Το ξέρω ότι δε θα έπρεπε να στο πω αυτό, αλλά αυτή η υπόθεση μοιάζει να σ’ έχει ξανανιώσει. Πρώτη φορά σε βλέπω τόσο ζωντανό τα τελευταία χρόνια…»
     «Είναι η αδρεναλίνη».
     «Ή είναι που δουλεύεις με τους νέους. Κρυφακούω κάθε τόσο αυτά που λένε και δεν καταλαβαίνω σχεδόν τίποτα, ενώ εσύ…»
     «Εγώ ενημερώνομαι, από την Ντίνα και την Μαργαρίτα. Αν και αυτά που μού λέει μερικές φορές αυτός ο Τεκ μού μοιάζουν αλαμπουρνέζικα…»
     «Τους συμπάθησες τους μικρούς. Δεν είναι ερώτηση, διαπίστωση είναι».
     «Ναι. Αν και ήταν η κόρη μας αυτή που έλυσε, έστω και αργά, το γρίφο. Είναι ξύπνια αυτή, δεν πήρε από μας». Της έκλεισε το μάτι.
     «Να μιλάς για τον εαυτό σου. Κι εγώ είμαι ξύπνια. Το μοναδικό λάθος που έκανα στη ζωή μου ήταν…»
     «…Που με παντρεύτηκες».
     «Αλλά απ’ αυτό προέκυψαν δύο καλά. Ανησυχώ για την Μαργαρίτα όμως. Είναι μόνη πολλή καιρό. Δεν είναι φυσιολογικό αυτό…»
     «Όλοι οι γονιοί ανησυχούν ότι κάποια μέρα θα τους φέρει η κόρη τους τον γκόμενο στο σπίτι, κι εσύ ανησυχείς επειδή δε σου φέρνει κανένα;»
     «Λογικό δεν είναι;»
     «Α ρε γυναίκα».
     Της έπιασε το χέρι. Το χάιδεψε λίγο. Τι θα έκανα χωρίς αυτή τη γυναίκα; αναρωτιέται. Δεν ήταν όλα πάντα μέλι γάλα στη σχέση τους, αλλά μετά από τόσα χρόνια γάμου ποτέ τους δεν τσακώθηκαν στ’ αλήθεια. Είχαν τις διαφωνίες και τις διαφορές τους και έμαθαν να ζουν μ’ αυτές. Δεν έμπαινε ποτέ ο ένας στα χωράφια του άλλου, εκτός κι αν το απαιτούσαν οι περιστάσεις. Ο γάμος τους δε χρειάστηκε πολλές θυσίες, δεν ήταν προϊόν συμβιβασμού, απλά ήταν.
     «Τι θα γίνει με τη γυναίκα;»
     «Θα περάσει από ψυχιατρικές εξετάσεις και μάλλον θα δικαστεί και θα καταδικαστεί σε ισόβια. Αν ήταν μοναχά ένα το έγκλημά της και εν βρασμώ ψυχής ίσως να μετρούσαν τα ελαφρυντικά στοιχεία. Μα δυστυχώς…»
     «Δυστυχώς; Τη λυπάσαι. Μην το κάνεις. Δε χρειάζεται τη λύπησή σου. Αν είναι κάποιος που είναι αξιολύπητος είναι…»
     «Ξέρω. Μην ανησυχείς. Θα το φροντίσουμε κι αυτό…»
     «Μα πώς;»
     «Θα μάθεις τις επόμενες ημέρες…»
     «Θα πάρεις και προαγωγή;» ρώτησε τρυφερά ειρωνικά εκείνη.
     «Ίσως και να πάρω», απάντησε, προκαλώντας της την έκπληξη. «Μετά απ’ αυτή τη βδομάδα τίποτα δε θα είναι πια το ίδιο. Όσο για τη γυναίκα, αν εξαρτιόταν από μένα θα την έκλεινα απλά σε μια ψυχιατρική κλινική, όπως τις αποκαλούν αυτές τις μέρες. Αρκετά υπέφερε. Αλλά ξέρεις τι είναι αυτό που με εκνευρίζει πιο πολύ; Η ιδέα του πόσα έχει ακόμη να υποφέρει η κόρη της…»
     «Είναι πιο δυνατή απ’ ό,τι πιστεύεις, το είδα ψες στα μάτια της. Θα τα καταφέρει είμαι σίγουρη. Εκείνο που ανησυχεί εμένα είναι κατά πόσο θα μπορέσει να δαμάσει το μίσος και την οργή που κρύβει μέσα της. Το βλέμμα της περνά τόσο γρήγορα από το φως στο σκοτάδι που φοβάμαι ότι κάποια φορά δε θα αντέξει και θα εκραγεί. Ο πόνος την κάνει πιο δυνατή. Η οργή και το μίσος την κάνουν επικίνδυνη».
     «Δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι γι’ αυτό. Μην ξεχνάς εξάλλου ότι είναι στην εφηβεία της, οπότε η οργή είναι λογικό να υπάρχει. Το μίσος τώρα, αυτό είναι μια διαφορετική υπόθεση. Ελπίζω η γιαγιά της να μπορέσει να τα βγάλει περά μαζί της…»

Είναι η πρώτη φορά εδώ και χρόνια, από τότε που δουλεύει μαζί του, που προτίθεται να παρακούσει μια εντολή του αφεντικού του. Δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Η τιμή του το απαιτεί.
     «Μην είσαι βλάκας, Γρήγορη. Μπορεί να μην τον έχεις και σε μεγάλη υπόληψη τον χοντρό, αλλά ξέρει τι κάνει. Δε θα σε αφήσει να πλησιάσεις τη γυναίκα, πόσο μάλλον να τη σκοτώσεις. Πρέπει να καταλάβεις ότι είναι εύθραυστες οι ισορροπίες. Ένα τούβλο ν’ αφαιρέσεις από το κτίσμα κι όλα θα γκρεμιστούν».
     Κάθονται στο γραφείο του Πιγκουΐνου. Ρίχνουν περαστικές ματιές στις οθόνες και συζητούν. Πίνουν πράσινο Τζόνι με παγάκια. Όσο πιο ακριβό τόσο πιο καλό.
     «Πρέπει να το κάνω αφεντικό. Με ξέρεις. Σακάτεψε τον αδελφό μου. Πρέπει να πληρώσει…»
     «Και θα πληρώσει. Σίγουρα θα φάει ισόβια. Αυτό δεν είναι αρκετό;»
     «Όχι, δεν είναι».
     «Εσύ και το πείσμα σου. Δε φτάνει που έχουμε τους μπάτσους πάνω από τα κεφάλια μας για ό,τι στραβό συμβεί σ’ αυτή την πόλη, τώρα θέλεις να…»
     «Α, αν είναι γι’ αυτό, παραιτούμαι. Και θα φροντίσω να το μάθουν όλοι. Ώστε να έχεις το κεφάλι σου ήσυχο…»
     «Και να χάσεις εσύ το δικό σου. Σ’ το λέω ξανά: μην είσαι βλάκας».
     «Βλάκας ήμουνα που δούλευα τόσα χρόνια για σένα…» Έκανε να σηκωθεί και να φύγει, αλλά τον καθήλωσε ο άλλος με το βλέμμα. Όταν οργιζόταν τα μαύρα του μάτια έπαιρναν φωτιά, αποκτούσαν μια σχεδόν διαβολική όψη.
     «Ήρεμα», του είπε. «Ήρεμα», έσυρε λίγο περισσότερο την επανάληψη της λέξης. Αν δεν ήταν ο Γρηγόρης αυτός απέναντί του θα τον πετούσε έξω με τις κλωτσιές ή μάλλον θα τον ξεφορτωνόταν με τρόπο – με άσχημο τρόπο. Αλλά ήταν ο Γρηγόρης, το δεξί του χέρι, και τον συμπαθούσε. Έπρεπε να του ρίξει ένα κόκαλο. Όχι τόσο για να τον παρηγορήσει, όσο για να τον δέσει περισσότερο στο άρμα του. Πολλές φορές αποδεικνύεται άσσος στο μανίκι η ευγνωμοσύνη. «Τι σκοπεύεις να κάνεις;» τον ρώτησε τελικά.
     «Εσύ τι λες;»
     «Πού και πότε;»
     «Δεν ξέρω ακόμη. Έχω μια βδομάδα για να το σκεφτώ. Μάλλον στη διάρκεια της διαδρομής από το κρατητήριο στο δικαστήριο. Θα έχω πολλές ευκαιρίες τότε…»
     «Δεν είσαι ελεύθερος σκοπευτής βρε. Εκτός κι αν την πλησιάσεις και την πυροβολήσεις από κοντά, οπότε σίγουρα θα σε μπαγλαρώσουν. Χρειαζόμαστε κάποιον επαγγελματία. Και έχεις δίκιο, ό,τι είναι να γίνει πρέπει να γίνει στη διάρκεια της διαδρομής. Οι δρόμοι γύρω από τα δικαστήρια δεν προσφέρουν πολλές διεξόδους διαφυγής, ενώ το να τη χτυπήσουμε στο σταθμό θα ήταν τρέλα, αφού θα πέσουν όλοι πάνω μας να μας φάνε. Άσε το πάνω μου, θα μιλήσω με τους χαφιέδες μου και θα σου βρω και τον σκοπευτή σου. Μόνο μην κάνεις καμιά τρέλα».
     Χαμογέλασε ικανοποιημένος εκείνος. Ήθελε τη γυναίκα νεκρή. Δεν τον ένοιαζε ποιος θα πατούσε τη σκανδάλη. Έστρεψε την προσοχή του στις οθόνες. Οι δυο νέοι κάθονταν τώρα με δυο γυναίκες, τους κερνούσαν ποτά και γελούσαν. Όλα καλά λοιπόν.

Συνεχίζεται


Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Τετάρτη, 5 Οκτωβρίου 2011

Στιλέτο - Κεφάλαιο 22

Τώρα που βγήκαν τα κάστανα απ’ τη φωτιά όλοι ήθελαν να δείξουν ότι δούλεψαν για τη λύση του γρίφου. Ο αρχηγός του αρχηγού, οι υπεύθυνοι της σήμανσης, ακόμη και ο γραμματέας του υπουργείου ήθελαν να πουν το κομμάτι τους, αλλά ο υπουργός τους το ξέκοψε: θα μιλήσει μόνο ο Σωτηρίου. Ο Ιωάννου δε θα παρευρίσκονταν καν στη δημοσιογραφική διάσκεψη, αλλά θα την παρακολουθούσε από την τηλεόραση.
     Μίλησε για πολύ, δυο ώρες πριν, με τον αρχηγό και του εξήγησε τα πάντα. Έκανε ακόμη και εισηγήσεις για το τι έπρεπε να πει. Μην τους αφήσεις να πάρουν το πάνω χέρι, τον παρότρυνε.
     Στην αίθουσα του αρχηγείου όπου θα στήνονταν το πανηγύρι είχε μαζευτεί κόσμος πολύς. Υπό κανονικές συνθήκες τα τηλεοπτικά συνεργεία τέτοια ώρα θα βρίσκονταν στις παραλίες για τα πρώτα ρεπορτάζ κώλου, αλλά όσο να ’ναι η δολοφονίες τεσσάρων μπάτσων και η σύλληψη της γυναίκας πήραν αναγκαστικά την πρώτη θέση στην επικαιρότητα. Πιο ψηλή κι από το άλυτο. Το κυπριακό. Καθώς έμπαινε στην αίθουσα ο Σωτηρίου είδε ένα πλήθος μάτια να τον ακολουθούν, ενώ μπροστά στο βάθρο του ήταν στημένα μικρόφωνα απ’ όλα τα κανάλια. Αφού έβαλε σε τάξη τους φωνακλάδες, ακολουθώντας τη συμβουλή του χοντρού, έδωσε πρώτα το λόγο στους δημοσιογράφους των εφημερίδων.
     «Πέρα από το δελτίο τύπου, που έχει ήδη εκδοθεί, τι περισσότερο μπορείτε να μας πείτε γι’ αυτή την υπόθεση; Τουλάχιστον, σύμφωνα με τα στοιχεία που έχω εγώ στη διάθεσή μου, ήταν μια σειρά από παραλείψεις εκ μέρους του αστυνομικού σώματος που οδήγησαν σ’ αυτή την τραγωδία…» Το καρφί από το δημοσιογράφο μιας εφημερίδας που φυτοζωούσε.
     «Συ είπας», απάντησε αινιγματικά, αλλά προτού προλάβουν να του επιτεθούν συνέχισε. «Και όντως έτσι έγινε. Δεν έχουμε τίποτα να κρύψουμε, αλλά πρέπει να σεβαστούμε και τη μνήμη των νεκρών. Προτεραιότητά μας τώρα είναι να περιορίσουμε όπως μπορούμε τις πιθανές παράπλευρες απώλειες και μετά να διορθώσουμε τα κακώς έχοντα…»
     «Που δεν είναι και λίγα…» τον διέκοψε ο πρώτος.
     «Που δεν είναι και λίγα», συμφώνησε μαζί του.
     «Όταν λέτε παράπλευρες απώλειες τι εννοείτε;» πετάχτηκε στη μέση ο ανταποκριτής μιας άλλης, μεγάλης αυτή τη φορά κυκλοφορίας, εφημερίδας.
     «Ο νοών νοήτω. Θα σας παρακαλούσα μόνο να μην κάνετε υποθέσεις περί της αληθείας αν δεν έχετε όλα τα στοιχεία στη διάθεσή σας. Έχετε το λόγο μου, αλλά και του αρχηγού της αστυνομίας ότι δεν πρόκειται να κρύψουμε τίποτα. Όλα θα βγουν στο φως, αλλά όταν έρθει η ώρα…»
     «Ναι, και θα πέσουν κεφάλια…» πετάχτηκε στη μέση μια καρικατούρα ντετέκτιβ-ρεπόρτερ ιδιωτικού τηλεοπτικού καναλιού, προκαλώντας τα γέλια των συναδέλφων του. Ωστόσο ο Σωτηρίου δεν έχασε τη ψυχραιμία του.
     «Ίσως και να πέσουν. Αλλά, όπως σας εξήγησα στην αρχή, πρώτα θα μιλήσω με τους εκπρόσωπους των έντυπων μέσων και μετά μ’ εσάς. Αν δε σας ικανοποιεί αυτό μπορείτε να αποχωρήσετε. Ναι, εσύ στη γωνιά δεξιά». Ήταν ο γνωστός του Ιωάννου.
     «Θα λέγατε ότι υπάρχει πρόβλημα συντονισμού στις τάξεις του σώματος, ή μάλλον αδιαφορίας; Πώς αφήσατε τα πράγματα και έφτασαν ως εδώ;»
     «Στην Κύπρο ζούμε. Όταν όλοι σχεδόν οι διορισμοί γίνονται με το μέσο, δεν μπορεί, κάποτε κάτι θα πάει στραβά. Δε σας λέω κάτι που δεν ξέρετε. Εξάλλου, κακά τα ψέματα, κι εγώ με το μέσο διορίστηκα, αλλά τουλάχιστον τα γαλόνια μου τα κέρδισα. Κάποιοι άλλοι όμως θέλουν απλά να κάθονται και να πληρώνονται. Δημόσιοι υπάλληλοι με στολή…»
     «Τραβάτε το χαλί κάτω από τα πόδια σας…»
     «Το τραβήξαμε όλοι, εδώ και καιρό. Το θέμα είναι τι κάνουμε τώρα; Όλοι συμφωνούν ότι πρέπει να αλλάξουν πολλά πράγματα και θα αλλάξουν».
     «Μπορείτε να γίνετε πιο συγκεκριμένος;»
     «Κάθε πράγμα στον καιρό του. Άλλη ερώτηση;»
     «Τι μπορείτε να μας πείτε για την κυρία Γεωργίου;» ρώτησε μια νεαρή, που μάλλον μόλις βγήκε από τη σχολή δημοσιογραφίας και δούλευε αμισθί σε κάποια εφημερίδα που ανάλογα με το ποιοι ήταν στην κυβέρνηση, άλλαζε δέρμα σαν το φίδι, αλλά όχι τόσο συχνά.
     «Την οδηγήσαμε ήδη στο δικαστήριο όπου εκδόθηκε διάταγμα οκταήμερης κράτησής της. Μα αυτό το γνωρίζετε ήδη. Όπως και τα βασικά γεγονότα της υπόθεσης. Κάτι άλλο αυτή τη στιγμή δεν μπορώ να σας πω. Άλλος;»
     Οι παλιοί δημοσιογράφοι, δικαστικοί επί το πλείστον συντάκτες, δεν μπήκαν στον κόπο να ρωτήσουν κάτι άλλο. Θα μάθαιναν ό,τι μπορούσαν από τις πηγές τους και θα διασταύρωναν τα πάντα προτού δημοσιεύσουν κάτι, αλλά τα αλάνια των καναλιών δεν είχαν και σε μεγάλη υπόληψη τη διερευνητική δημοσιογραφία. Το μόνο που τους ένοιαζε ήταν κατά πόσο το θέμα μπορούσε να πουλήσει.
     «Ο άντρας της κυρίας Γεωργίου την απατούσε;» ρώτησε ανενδοίαστα μια ξανθιά καλλίγραμμη ρεπόρτερ.
     «Δεν τη ρώτησα», απάντησε εκείνος προκαλώντας εκ νέου τα γέλια και το αναψοκοκκίνισμα της νεαρής.
     «Σε τι κατάσταση βρίσκεται ο κύριος Γεωργίου;»
     «Σ’ αυτό θα μπορούσαν να σας απαντήσουν μόνο οι γιατροί;»
     «Τι κατηγορίες θα απαγγείλετε στην κατηγορουμένη;»
     «Δεν είναι κατηγορουμένη, αλλά ύποπτη. Αν ήταν κατηγορουμένη θα της είχαν απαγγελθεί οι κατηγορίες».
     «Μα έχει ομολογήσει…»
     «Κατηγορούμενος είναι αυτός τον οποίο έχει κάποιος κατηγορήσει. Απλά ελληνικά είν’ αυτά. Και για να σας απαντήσω στην ερώτηση που έπρεπε να κάνετε: οι κατηγορίες θα της απαγγελθούν όταν συμπληρωθούν οι φάκελοι των υποθέσεων. Αυτό ίσως γίνει με τη λήξη της οκταήμερης κράτησης, ίσως και αργότερα. Δεν είναι όλα τόσο απλά όσο δείχνουν».
     «Και τι κατηγορίες θα της απαγγείλετε;» ρώτησε με πάθος ένα αμούστακο αγόρι, που μάλλον το έστειλαν εκεί κυριακάτικα, ώστε ν’ απολαύσουν τη μέρα τους τα διάσημα λαγωνικά του καναλιού.
     «Για κακόγουστο ντύσιμο! Εσείς τι λέτε; Αν δεν έχετε κάποια σοβαρή ερώτηση να κάνετε, αυτή η διάσκεψη φτάνει στο τέλος της».
     «Μια τελευταία ερώτηση: Αν δεν παραδιδόταν η γυναίκα θα μπορούσατε να τη συλλάβετε;» Ήταν και πάλι ο γνωστός του Ιωάννου.
     «Γνωρίζαμε ήδη ποια ήταν. Το μόνο που δεν ξέραμε ήταν που να τη βρούμε. Η ομάδα που ανέλαβε την υπόθεση δούλευε ασταμάτητα για τέσσερα μερόνυχτα γι’ αυτή την υπόθεση και προτού καν επικοινωνήσει μαζί μας είχαμε ένα σωρό στοιχεία που τη συνέδεαν με τα εγκλήματα…»
     «Είστε δηλαδή σίγουροι για την ενοχή της…» Πάλι ένα φιντάνι. Ο Σωτηρίου αναστέναξε με νόημα και σκούπισε το μέτωπό του με το δεξί, σε μια θεατρινίστικη κίνηση απελπισίας.
     «Μα εσείς δε θα μάθετε ποτέ; Κανείς δεν είναι ένοχος, μέχρι να αποφασίσει το δικαστήριο ότι είναι. Πού σας βρίσκουν… Τέλος πάντων. Θα ήθελα να παρακαλέσω τα κανάλια, αν θέλουν να τα λαμβάνουμε σοβαρά υπόψη, να αρχίσουν να λειτουργούν σοβαρά. Δεν μπορούν να δικάζουν και να καταδικάζουν κάποιον προτού καν φτάσει η υπόθεσή του στην αίθουσα του δικαστηρίου. Αυτά είχα να σας πω. Περισσότερα είμαι σίγουρος ότι μάθετε από δω κι από κει, αλλά καλό θα ήταν να είστε προσεκτικοί με το τι λέτε και με το τι γράφετε. Και πριν βιαστεί κάποιος να πει ότι σας απειλώ ή ότι σας προειδοποιώ, τονίζω πως αυτό που λέω είναι το αυτονόητο».
     Απομακρύνθηκε από το βήμα με σταθερό βήμα, αγέρωχος. Σα να είχε ψηλώσει είκοσι πόντους απ’ το προηγούμενο βράδυ.

Δεν τα πήγε κι άσχημα, σκεφτόταν ο Ιωάννου μετά. Ίσως να φάνηκε πιο επιθετικός απ’ ό,τι έπρεπε, αλλά κάποιος έπρεπε να βάλει αυτά τα τσογλάνια στη θέση τους. Είναι ανεπίτρεπτο να παίρνει κανείς τις φήμες, να τις μεταμορφώνει σε ειδήσεις και να της πλασάρει στο κοινό τρομοκρατώντας το. Έσβησε την τηλεόραση και επέστρεψε στο γραφείο του.
     «Πώς τα πήγε;» ρώτησε σχεδόν αδιάφορα η Ντίνα.
     «Πολύ καλά. Τι θα φάτε, κερνάω;»
     Είχε πάει χωρίς καλά καλά να το καταλάβουν δυόμισι η ώρα.
     «Ό,τι να ’ναι», είπε εκείνη και οι άλλοι συμφώνησαν μαζί της. Τώρα έπρεπε να βρει τα διαφημιστικά που τους άφηναν εκεί οι ντελιβεράδες αφού το καλό σουβλάκι σήμερα είχε αργία. «Τρίτο συρτάρι στο γραφείο σου», του έλυσε την απορία η κοπέλα, που στεκόταν πάνω από τον Τεκ και κοιτούσε κάτι στην οθόνη, ενώ η Χρυσοστόμου μελετούσε κάποια χαρτιά και έπαιρνε σημειώσεις. Τα βρήκε. Έκλεισε τα μάτια, τα ανακάτεψε και διάλεξε ένα στην τύχη.
     «Πιτσαρία. Αγγέλα, χορτοφαγική;»
     «Αγγέλα; Όπα, πήρες προαγωγή», ξεφώνισε η Ντίνα, κι εκείνος αρκέστηκε να χαμογελάσει.
     «Ναι», απάντησε μονολεκτικά αυτή.
     «Τεκ;»
     «Κάτι σε σάντουιτς. Φτάνει να είναι μεγάλο;»
     «Ντίνα;»
     «Ξέρεις».
     Ξέρει. Αυτό πάει να πει ότι πρέπει να διαλέξει αυτός. Διάλεξε μια τεράστια πίτσα. Δε βαριέσαι, σκέφτηκε. Δεν ήταν και το πλέον αγαπημένο του φαγητό, μάλλον ήταν το λιγότερο, αλλά μια στο τόσο δεν τον ενοχλούσε. Σήκωσε το ακουστικό του τηλεφώνου απ’ το γραφείο του και έδωσε την παραγγελία. Μετά στράφηκε στους συνεργάτες του.
    «Τι έχουμε;»
    «Αυτή τη στιγμή ο Γρηγόρης με τον Πιγκουΐνο είναι στο Ζύγι, κάπου στην παραλιακή. Ή τουλάχιστον το αυτοκίνητο του τελευταίου είναι εκεί. Όμως, αν θέλουμε να έχουμε υπό στενή παρακολούθηση τον Γρηγόρη, αυτό ίσως να μη δουλέψει αφού αν είναι να κάνει κάτι μάλλον θα το κάνει οδηγώντας το δικό του αυτοκίνητο», του εξήγησε η Ντίνα.
     «Το οποίο είναι;»
     «Ένα προπολεμικό Νίσαν. Διψήφια νούμερα. Μάλλον έπρεπε να πάει για απόσυρση από καιρό», απάντησε ο Τεκ.
     «Δε νομίζω να μας δώσουν ένταλμα για να του βάλουμε κοριό. Όχι βασισμένοι σε υποψίες. Θα πρέπει ίσως να καταφύγουμε σε παραδοσιακά μέσα. Τεκ, τον φίλο σου που μας έδωσε τον εκτυπωτή τον εμπιστεύεσαι;»
     «Απόλυτα. Γιατί;»
     «Απόψε θα βγείτε και θα το γλεντήσετε. Τα έξοδα πληρωμένα από το κράτος…»
     Έβαλε τα γέλια η Ντίνα, καθώς κατάλαβε το σκεπτικό του.
     «Μόλις τελειώσεις από εδώ πήγαινε σπίτι να ξεκουραστείς, να φρεσκαριστείς, και να καθαρίσεις κι αυτή τη μουντζούρα που θεωρείς μούσι. Απόψε θα πάτε στα κορίτσια…»
     «Στο καμπαρέ;»
     «Πού αλλού; Αυτά στις παλιές τις γειτονιές γέρασαν…»
     «Και υποθέτω πώς πρέπει να ακολουθήσουμε το Γρηγόρη μετά που θα σχολάσει. Δε θα υποψιαστεί κάτι;»
     «Όχι. Είναι πολύ σίγουρος για τον εαυτό του. Εξάλλου θεωρεί ότι η σχέση του με το αφεντικό του τον προστατεύει από τα πάντα».
     «Okz».
     «Τι;»
     «Α, τίποτα, μια έκφραση είναι. Εντάξει είπα…»
     «Ήδη φαντάζεται τον εαυτό του σαν Σέρλοκ Χολμς», τον πείραξε η Ντίνα.
     «Ουσιώδες αγαπητέ Ουάτσον», πρόσθεσε η Χρυσοστόμου, χωρίς να σηκώσει το βλέμμα της απ’ τα χαρτιά.
     «Εσύ, σκέφτηκες κάτι;» τη ρώτησε εκείνος.
     «Δε νομίζω να βγάλω εύκολα άκρη. Είναι πολλές οι παράμετροι. Για ένα πράγμα είμαι ωστόσο σίγουρη. Δεν πρόκειται να πειράξει το κορίτσι, αφού είναι κόρη του αδελφού του. Παρά τη ζωή που κάνει είναι απόλυτα πιστός στην οικογένεια. Φρόντισε τους γονείς του όσο λίγοι όταν γέρασαν και τους εξασφάλισε μια καθόλα αξιοπρεπή κηδεία, ενώ χάρισε και ένα μεγάλο ποσό σε φιλανθρωπικό ίδρυμα για να τιμήσει τη μνήμη τους. Μάλλον ξελάσπωσε και τον αδελφό του πολλές φορές σε ό,τι αφορά το οικονομικό, αφού οι λογαριασμοί του τελευταίου παρουσιάζουν πολλές αυξομειώσεις. Δεν ξέρω τι ζωή έκανε ο Γεωργίου, αλλά αν κρίνω απ’ τις πράξεις του στο σπίτι, μάλλον ξόδευε πολλή χρόνο και πολλά λεφτά αλλού. Εκτόνωνε την οργή στις γυναίκες της ζωής του και μετά πήγαινε και το γλεντούσε εκτός. Σχετικά με τη σύζυγο τώρα: δεν υπάρχουν και πολλοί τόποι στους οποίους θα μπορούσε να επιχειρήσει να τη χτυπήσει κάποιος. Η πρώτη της έξοδος ήταν ήδη επιτυχημένη, έτσι τώρα πρέπει να επικεντρώσουμε τις προσπάθειές μας στις επόμενες και αν είναι δυνατόν να τις περιορίσουμε στο ελάχιστο. Ο εισαγγελέας διέταξε να τη δει ψυχίατρος. Αυτό μπορεί να γίνει στο κελί της, οπότε για τις επόμενες οκτώ μέρες θα είναι ασφαλής. Όταν θα προσαχθεί όμως στο δικαστήριο ξανά τα πράγματα δε θα είναι τόσο απλά. Θα πρέπει να διασχίσει μια αρκετά μεγάλη απόσταση μέσα στην πόλη και για τέσσερις τουλάχιστον φορές θα βρεθεί σε ανοιχτούς χώρους. Εκεί θα μπορούσε να γίνει εύκολος στόχος. Θεωρείτε όμως ικανό αυτόν τον Γρηγόρη να κάνει κάτι τέτοιο, να δολοφονήσει κάποιον εν ψυχρώ;»
     «Πίστεψέ με, Αγγέλα, αυτός είναι ικανός για τα πάντα. Το θέμα είναι ότι το αφεντικό του είναι αλεπού και δεν αφήνει ποτέ ίχνη πίσω του. Αν όμως αυτή τη φορά ενεργήσει μόνος, δίχως να ζητήσει τη συμβουλή του, τότε…»
     «Καταντήσαμε άγρια δύση», τον διέκοψε η φωνή του αρχηγού από την πόρτα. Κυριακή σήμερα, η κίνηση στο δρόμο λιγοστή, δεν άργησε καθόλου να επιστρέψει στο σταθμό.
     «Δεν τα πήγες κι άσχημα».
     «Ναι, τουλάχιστον δεν τους έβρισα. Κι ο υπουργός το ίδιο λέει, αν και θα μπορούσα να είμαι πιο διπλωματικός. Αν είναι δυνατόν! Τέλος πάντων, τι έχουμε;»
     «Τίποτα ακόμη. Καταστρώνουμε τα σχέδιά μας για τον Γρηγόρη. Σύμφωνα με την ψυχολόγο μας η κόρη των Γεωργίου δεν διατρέχει κανένα κίνδυνο…»
     «Για καλό και για κακό όμως θα την έχουμε υπό διακριτική προστασία».
     «Κι εγώ αυτό θα σου έλεγα. Νέα από το άλλο μέτωπο;»
     «Θα προχωρήσουμε και μ’ αυτό τις επόμενες μέρες. Ο υπουργός λέει ότι μας δίνεται μια καλή ευκαιρία να ξεχωρίσουμε τους λύκους απ’ τα πρόβατα…»
     «Με τα τσακάλια τι κάνουμε;»
     «Τα τσακάλια;»
     «Του τύπου. Δε θα μας αφήσουν σε χλωρό κλαρί…».
     «Όχι αν το παίξουμε σωστά το παιχνίδι. Έχουν θέμα για τις επόμενες δυο-τρεις μέρες. Μόλις πάνε να ησυχάσουν λίγο τα πράγματα ρίχνουμε τη βόμβα μας. Έτσι κι αλλιώς, περά από την προστασία της γυναίκας, η δουλειά μας έχει τελειώσει. Η υπόθεση πέρασε ήδη στα χέρια του εισαγγελέα, οπότε μπορούμε να ρίξουμε το βάρος μας αλλού».
     «Θα χρειαστώ ένα μικρό κονδύλι για τις επόμενες λίγες μέρες…»
     «Για ποιο σκοπό;»
     «Έξοδα παρακολούθησης και ψυχαγωγίας».
     «Α, κατάλαβα. Θα το φροντίσω. Απόψε δε θέλω κανένα εδώ εκτός κι αν έρθει ο κόσμος τούμπα. Πρέπει να ξεκουραστείτε λίγο. Η βδομάδα που αρχίζει θα είναι καθοριστική».
     «Μην ανησυχείς».
     «Να μην ανησυχώ; Χα, καλό αυτό…»

Συνεχίζεται


Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2011

Στιλέτο - Κεφάλαιο 21

Ο Σωτηρίου δεν ήξερε τι έπρεπε να κάνει – να γελάσει ή να κλάψει; Από τη μια ήταν χαρούμενος για το γεγονός ότι ανακάλυψαν τη δολοφόνο, αλλά από την άλλη ένιωθε θυμωμένος επειδή δεν μπόρεσαν ακόμη να τη συλλάβουν. Για όλ’ αυτά που συνέβησαν, σκεφτόταν, έφερε κι ο ίδιος ευθύνη. Αν δεν είχε αφήσει τόσο χαλαρά τα λουριά, αν είχε δώσει σαφείς οδηγίες να διερευνώνται όλες οι καταγγελίες, αν δεν έβαζε κι αυτός το λιθαράκι του στο δημοσιοϋπαλληλικό οικοδόμημα του Σώματος, τότε όλα θα ήταν αλλιώς. Ωστόσο δεν ήταν αργά για να διορθώσει τα πράγματα, όχι απελπιστικά αργά. Η γυναίκα, όπως είπε στον χοντρό, θα παραδιδόταν την επόμενη μέρα. Ο άντρας της ήταν ζωντανός, αλλά όχι και στην καλύτερη κατάσταση. Αφού δεν τη βοήθησε κανείς τον ανάγκασε εκείνη η ίδια να πληρώσει για τα εγκλήματά του. Κάπου τη λυπόταν. Εμείς τη φέραμε ως εδώ, σκεφτόταν. Όμως δεν μπορούσε να την αφήσει ελεύθερη κιόλας. Σκότωσε τέσσερα άτομα. Τέσσερις αστυνομικούς. Τώρα πια όλα έπρεπε να αλλάξουν. Δεν του άρεσε ο τρόπος που λειτούργησε μαζί της ο Ιωάννου, αλλά τουλάχιστον την έπεισε να μη ρίξει τον εαυτό της σ’ ένα χειρότερο λάκκο απ’ αυτόν που ήδη βρίσκεται. Εξάλλου ήταν αυτός που την ανακάλυψε. Πάντα αυτός. Κάπως θα ξελασπώσουν και πάλι. Και μετά…

Ρώτησαν την Αντριάνα αν της είπε η μάνα της τι θα έπρεπε να κάνει μετά από τη σύλληψή της. Θα έρθει η γιαγιά απ’ το χωριό και θα ζήσει μαζί μου, τους απάντησε. Μετά από τα τελευταία κατορθώματα του πατέρα της, πείστηκε επιτέλους κι αυτή ότι για την οικογένειά τους δεν υπήρχε σωτηρία. Η κόρη της την είχε ενημερώσει ήδη γι’ αυτά που έκανε και γι’ αυτά που προτίθετο να κάνει, της ανακοίνωσε ακόμη και την ώρα και μέρα της σύλληψής της. Κυριακή στις δέκα το πρωί. Η Ντίνα και η Μαργαρίτα κάθονταν όλη νύχτα στην κουζίνα και μιλούσαν με τη μικρή. Την άκουγαν, της μιλούσαν, τη ρωτούσαν, καθώς η Γεωργία συνέχιζε ατάραχη τον ύπνο της, ενώ η Ελευθερία, την οποία είχαν αφήσει έξω απ’ την υπόθεση, έριχνε πού και πού περαστικές ματιές προς το μέρος τους, πηγαινοερχόμενη στο δωμάτιό της. Η ένταση της στιγμής είχε συνεπάρει κι εκείνη. Στο μεταξύ ο Ιωάννου με τον Τεκ και την Χρυσοστόμου, μελετούσαν το θέμα του Γεωργίου. Άγριος άνθρωπος. Μπορούσε να το διακρίνει κανείς απ’ τις φωτογραφίες που πήραν απ’ το σπίτι του, αλλά κι απ’ αυτές που υπήρχαν φακελωμένες στα ηλεκτρονικά αρχεία των ΚΕΠ. Μικρά ανήσυχα ρυτιδωμένα μάτια, τσιτωμένο κορμί, μόνιμα αγέλαστος. Ακόμη και στις φωτογραφίες του γάμου του δε χαμογελά, μοιάζει απλά να διεκπεραιώνει με το ζόρι μια υποχρέωση. Η ζωή μαζί του θα πρέπει να ήταν ένα συνεχές βάσανο για τη γυναίκα και την κόρη του. Η πρώτη, στη σύντομη συνομιλία που είχαν, του έδωσε κάποια στοιχεία για το ποιόν του, τα οποία θα του εξασφάλιζαν μια μακρόχρονη θητεία στη φυλακή. Κλοπές, απάτες, άλλες βιαιοπραγίες για τις οποίες έμαθε από τρίτους. Κι η κόρη τους έδωσε μια κάρτα μνήμης που περιείχε στοιχεία για την κακοποίηση την οποία υπέστησαν. Φωτογραφίες που έβγαλε η μια την άλλη, ιατρικές εξετάσεις σε ιδιώτη γιατρό, ακόμη κι ένα βίντεο. Η Χρυσοστόμου, για πρώτη φορά από τη στιγμή που άρχισε να δουλεύει στη διερεύνηση της υπόθεσης έμοιαζε να βρίσκεται σε κατάσταση σοκ. Δεν μπορούσαν τα μάτια της να συνηθίσουν όλη αυτή τη φρίκη. Από την άλλη ο Τεκ ήταν ατάραχος, σα μηχανή. Είδα πολύ χειρότερα, είπε. Μάλλον στο ίντερνετ θα τα είδε. Άλλο όμως το να βλέπεις εικόνες στο ίντερνετ ή στις ταινίες, και άλλο όταν ένα από τα θύματα βρίσκεται στο διπλανό δωμάτιο. Μέχρι να φτάσει το τέλος της νύχτας είχαν μαζέψει ένα σωρό επιβαρυντικά στοιχεία για τον Γεωργίου. Το χάραμα τους βρήκε όλους να πίνουν καφέ στο τραπέζι της κουζίνας και την Αντριάνα να κοιμάται αποκαμωμένη, αλλά ίσως κι ανακουφισμένη στο κρεβάτι της Μαργαρίτας. Η Γεωργία είχε ξυπνήσει ήδη και βάλθηκε να φτιάχνει ομελέτες και τοστ για όλους. Κάποια στιγμή η ματιά της έπεσε στις φωτογραφίες τον κακοποιημένων γυναικών και για πρώτη και τελευταία φορά από τη στιγμή που άρχισε να ξετυλίγεται το κουβάρι αυτής της υπόθεσης έκανε ένα σχόλιο: Ελπίζω αυτός που τα έκανε όλ’ αυτά να είναι νεκρός…

Δεν ήταν νεκρός. Ζωντανός ήταν και πονούσε. Τις τελευταίες ώρες τις πέρασε μέσα σε μια δίχως τέλος αγωνία. Γνώρισε ένα πρόσωπο της γυναίκας του που δε θα μπορούσε καν να φανταστεί. Του έριχνε γροθιές και χαστούκια, του χαράκωνε με το στιλέτο το κορμί, τον ειρωνευόταν, περίπαιζε τον ανδρισμό του που χάθηκε κάτω απ’ τα χεσμένα του βρακιά, τού έλεγε ότι τα βάσανά του ήταν πίσω ακόμη. Κι εκείνος καθόταν εκεί πονεμένος, τρομαγμένος, καταϊδρωμένος κάτω από το δυνατό φως του προβολέα και την άκουγε. Αν μπορούσε να πεθάνει, έτσι στη στιγμή, θα το έκανε, αλλά δεν είχε αυτή την πολυτέλεια. Η Μαρία έμοιαζε εξασκημένη, έτοιμη από καιρό, να τον υποβάλει σ’ αυτά τα βασανιστήρια. Ίσως ν’ άρχισε να τα σχεδιάζει από τότε, απ’ την πρώτη φορά που την χτύπησε. Έμοιαζε να ξέρει τα όριά του. Του προκαλούσε πόνο ακολουθώντας λες κάποιο σύστημα, αρκετό για να τον βασανίσει, αλλά όχι για να το κάνει να χάσει τις αισθήσεις του. Λίγο πριν να ξημερώσει, τώρα πάμε γι’ άλλα, τού είπε. Και πήρε στα χέρια της την πένσα. Και άρχισε να σπάει ένα-ένα τα δάχτυλα του αριστερού του χεριού, του πιο αδύνατου. Σχεδόν μπορούσε να τον ακούει να στριγγλίζει κάτω από την κολλητική ταινία, έβλεπε την οδύνη στα μάτια του, αλλά συνέχισε ατάραχη μέχρι που τελείωσε. Τότε του έδωσε μια ανάσα χρόνου για να συνηθίσει στον πόνο και να ανακουφιστεί λίγο, προτού περάσει στο δραματικό φινάλε. Άγγιξε το δεξί του χέρι που έσφιγγε, δεμένο καθώς ήταν, το χερούλι της καρέκλας και του είπε: αυτό το χέρι δε θα χτυπήσει ποτέ ξανά κανένα. Το τελευταίο πράγμα που πρόλαβε να δει προτού λιποθυμήσει ήταν το χέρι της να υψώνεται στον αέρα κρατώντας το τσεκούρι, το τελευταίο που άκουσε τον ήχο του όπλου καθώς ερχόταν σε επαφή με τον καρπό του, έσκιζε το δέρμα και έσπαγε το κόκκαλο.

Όταν έφτασαν στο εργοστάσιο ο χοντρός με την Ντίνα και τον Σωτηρίου, νόμιζαν ότι η γυναίκα αθέτησε την υπόσχεσή της και τον σκότωσε, αλλά όχι, τον είχε μόνο σακατέψει. Ένας αστυνομικός του ανακοίνωσε τη σύλληψή του και ένα ασθενοφόρο που ήταν στην αναμονή, τον οδήγησε στο νοσοκομείο, όπου θα περιθαλπόταν υπό φρούρηση. Η γυναίκα παραδόθηκε αμέσως, χωρίς να προβάλει καμία αντίσταση. Εξάλλου ήταν εκείνη που τους είχε οδηγήσει εκεί, μ’ ένα τηλεφώνημα λίγα λεπτά πριν τις δέκα το πρωί. Καθώς την οδηγούσαν στον αστυνομικό σταθμό, ο κόσμος έβγαινε απ’ τις εκκλησίες. Η μέρα προμηνυόταν και πάλι θερμή.

Η ανάκρισή της δεν κράτησε και πολύ. Απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις τους χωρίς να διστάσει και υπέγραψε πρόθυμα την ομολογία της. Τους έλυσε και όποιες μικροαπορίες είχαν. Μια και μόνο φορά φάνηκε να χάνει την παροιμιώδη ψυχραιμία της, όταν τους ρώτησε για την κόρη της. Ο Σωτηρίου και ο Ιωάννου αντάλλαξαν μια σιωπηλή ματιά και μετά ο πρώτος αποχώρησε.
     «Θα τη βγάλει καθαρή. Θα μπορούσαμε να την κατηγορήσουμε για συνομωσία στη διάπραξη απαγωγής, αλλά συμφωνήσαμε όλοι, ότι είναι αθώα. Μιλήσαμε ήδη με την εισαγγελία και δε θα προσάψει κατηγορίες. Σε ό,τι αφορά το θέμα της κηδεμονίας θα πάρει λίγο χρόνο, αλλά δε νομίζω να υπάρξει πρόβλημα από τη στιγμή που η μητέρα σας είναι η πιο στενή της συγγενής».
     «Θα είναι ασφαλής όμως;»
     «Γιατί να μην είναι;»
     «Ο Γρηγόρης, ο αδελφός του άντρα μου, ίσως θελήσει να την εκδικηθεί. Από τη στιγμή που δεν μπορεί να αγγίξει εμένα σίγουρα εκείνη θα είναι το θύμα του. Απ’ την ίδια πάστα είναι φτιαγμένοι οι δυο τους…»
     «Γρηγόρης Γεωργίου λοιπόν! Τι ξέρεις γι’ αυτόν; Πού μπορούμε να τον βρούμε; Ξέρεις αν έχει καμιά σχέση με τις βρομοδουλειές του άντρα σου;»
     «Συγκεκριμένα δεν ξέρω. Εξάλλου ασχολείται με των άλλων τις βρομοδουλειές. Θαρρώ τον ξέρεις…»
     «Ο Γρήγορης;» ρώτησε σχεδόν ψιθυριστά ο χοντρός.
     «Αυτός…»
     Φώναξε τον αστυνομικό που στέκονταν φρουρός στην πόρτα του γραφείου του αρχηγού, όπου βρίσκονταν μέχρι τότε, και τον διέταξε να μπει μέσα και να μην αφήσει τη γυναίκα απ’ τα μάτια του. Όχι φοβόταν πώς θα δραπετεύσει, αλλά δεν απέκλειε το ενδεχόμενο να προσπαθήσει να κάνει κακό στον εαυτό της. Πήγε και βρήκε την Ντίνα που ήταν αραγμένη στο γραφείο του και μάλλον έγραφε τη σχετική αναφορά.
     «Ο Τεκ κι η Χρυσοστόμου πού είναι;»
     «Κάπου εδώ τριγύρω. Δε θα έφευγαν αν δεν τους έλεγες εσύ να το κάνουν. Τι τρέχει;»
     «Πρέπει να βγούμε στο κυνήγι…»
     «Για λαγό;»
     «Για τον Γρηγόρη…»
     Πετάχτηκε πάνω.
     «Θέλω κι εγώ να παίξω», είπε αποφασιστικά.
     «Λυπάμαι, Ντίνα, αλλά όχι αυτή τη φορά. Εξάλλου ούτε και τους άλλους θα τους πάρω μαζί μου. Απλά τους χρειάζομαι για να κάνουν τα μαγικά τους, ενώ κι εσύ είσαι ήδη φορτωμένη με ένα σωρό πράγματα. Ο Γρηγόρης είναι αδελφός του Γεωργίου. Πρέπει να βρούμε ένα νομότυπο τρόπο να τον συλλάβουμε, αφού η γυναίκα φοβάται για τη ζωή της κόρης της. Είναι σίγουρη ότι εκείνος θα θέλει να την εκδικηθεί…»
     «Βρε πώς μπλέξαμε έτσι;»
     «Ποιος ξέρει; Ίσως πιάσουμε μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια. Όσο ζω ελπίζω…»
     «Κι απελπίζομαι», συμπλήρωσε απαισιόδοξα εκείνη. «Ο Πιγκουΐνος δεν είναι ερασιτέχνης, ξέρει να καλύπτει τα νότα του. Ακόμη κι αν συλλάβουμε τον Γρηγόρη δε νομίζω ότι θα μας πει κάτι για να βλάψει το μεγάλο αφεντικό, αφού το χέρι του είναι μακρύ…»
     «Μακρύ, κοντό, δεν έχει σημασία. Αυτό που έχει σημασία είναι να κάνουμε αυτό που επιβάλλει το καθήκον. Ας γίνουμε οι πρώτοι που δε θα αγνοήσουν τα αιτήματα αυτής της γυναίκας».
     «Αφεντικό, μας χρειάζεσαι;» τους διέκοψε η φωνή της Χρυσοστόμου.
     «Και τους δύο. Τεκ, ψάχνοντας ψες για τον Γεωργίου βρήκες κάτι για τον αδελφό του;»
     «Ανακάλυψα μόνο ότι υπάρχει, αλλά δεν είχα το χρόνο να ασχοληθώ μ’ αυτόν. Να το κάνω τώρα;»
     «Υπάρχει ήδη φάκελος στο σύστημα. Άρχισε από αυτόν. Α, και κάτι άλλο: πιστεύεις ότι υπάρχει τρόπος να παρακολουθούμε τις κινήσεις του από μακριά, χωρίς να γίνουμε αντιληπτοί;»
     «Εξαρτάται. Ξέρετε τι τηλέφωνο έχει;»
     «Απ’ αυτό νομίζω». Του έδειξε το δικό του.
     «Δυστυχώς η τεχνολογία του μεσαίωνα δε μας βοηθά, εκτός κι αν ζητήσουμε τη βοήθεια της εταιρείας τηλεπικοινωνιών, κάτι για το οποίο υποθέτω χρειαζόμαστε ένταλμα. Αλλά και τότε θα μπορούμε να τον εντοπίσουμε στο περίπου και όταν κάνει κλήση. Αν το κινητό του είχε GPS, τότε…»
     «Το αμάξι του Πιγκουΐνου!» πετάχτηκε στη μέση η Ντίνα.
     «Saab. Ολοκαίνουριο. Με όλα τα έξτρα που λένε. Κάνει;»
     «Ίσως να κάνει», απάντησε χαμογελώντας ο Τεκ και στρώθηκε μπροστά από την οθόνη του.
     «Εμένα τι με χρειάζεστε;» ρώτησε η Χρυσοστόμου.
     «Εσύ είσαι η επιστήμονας εδώ μέσα. Γνωρίζεις ήδη τις λεπτομέρειες της υπόθεσης, πώς θα κυλήσουν από δω και πέρα τα πράγματα. Τη Γεωργίου θα την οδηγήσουμε σήμερα στο δικαστήριο για να βγάλουμε διάταγμα κράτησης, αλλά νομίζω ότι για την ώρα είναι ασφαλής, αφού το θέμα μόλις που πρόλαβε να βγει στις ειδήσεις. Σε θέλω να σκεφτείς: πού, πότε και πώς θα μπορούσε να απειλήσει κάποιος τη ζωή είτε της ίδιας, είτε της κόρης της. Πρέπει να καταστρώσουμε ένα σχέδιο για τις κινήσεις τους, ώστε να μη βρεθούν ποτέ σε κίνδυνο. Τι λες; Θα τα καταφέρεις;»
     «Θα κάνω ό,τι μπορώ…»
     «Φρόντισε να είναι αρκετό».
     Δεν της το είπε ειρωνικά, αλλά μάλλον σα να προσπαθούσε να της δώσει κουράγιο, ή να της δηλώσει ότι πίστευε στις ικανότητές της, αφού το συνόδευσε μ’ ένα χαμόγελο. Προτού αποχωρήσει έδωσε και τη χαριστική βολή κάνοντας την Ντίνα να πεταχτεί σχεδόν από το κάθισμά της – το δικό του κάθισμα δηλαδή.
     «Ήθελα να σας πω πως, παρά το ότι δε συλλάβαμε εμείς τη δολοφόνο αλλά μας παραδόθηκε, κάνατε εκπληκτική δουλειά. Ελπίζω να συνεχίσετε έτσι…»
     Κλείνοντας την πόρτα άφησε πίσω του ένα απορημένο χαμόγελο, ένα πλατιά ικανοποιημένο κι ένα σχεδόν αδιάφορο.
     «Γερνάει ο καημένος κι άρχισε να μεταμορφώνεται σε άνθρωπο», είπε η Ντίνα γεμίζοντας με γέλια τη στιγμιαία σιωπή.
     Εκείνος, που κοντοστάθηκε έξω από την πόρτα, την άκουσε και έκανε και πάλι να στρίψει παιχνιδιάρικα το μουστάκι του. Διάολε, σκέφτηκε, πρέπει ν’ αφήσω μουστάκι, και πήγε να βρει τον αρχηγό. Είχαν πολλά να συζητήσουν. Στο τραπέζι της κυρίας Γεωργίας, αυτό το μεσημέρι Κυριακής θα γευμάτιζαν μόνο γυναίκες.

Συνεχίζεται


Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2011

Στιλέτο - Κεφάλαιο 20

Μαζεύτηκαν στο σπίτι του μισή ώρα νωρίτερα απ’ ό,τι τους είχε πει. Ήταν και οι δυο τους ευχάριστα ασυνεπείς. Ευτυχώς η Γεωργία είχε ήδη ετοιμάσει το φαγητό: μακαρόνια τρικολόρε με φρέσκα κρέμα και τα λοιπά σχετικά. Η Ντίνα, μετά από έναν υπνάκο που έριξε στο κρεβάτι της Ελευθερίας, που είχε πάει στο σπίτι κάποιας φίλης της λέει για να διαβάσουν μαζί, μοιάζει τώρα αναζωογονημένη. Κάθονται έξω, κάτω από την κληματαριά και απολαμβάνουν το δείπνο τους παίρνοντας πού και πού σήματα δροσιάς από ένα αεράκι που πασχίζει να κάνει την παρουσία του αισθητή. Μαζί τους είναι και η Μαργαρίτα. Αποφάσισε να μη βγει έξω απόψε, αφού όπως λέει βαριέται να βγαίνει κάθε νύχτα. Και δε θα συγχωρέσει, υποστηρίζει, ποτέ την Ντίνα που την έστησε την προηγούμενη, αλλά τη συγχώρεσε ήδη. Ένα νεανικό αντίγραφο του πατέρα μου είναι, σκέφτεται, χωρίς την κοιλιά και τις τρίχες. Χαμογελά στον εαυτό της. Της αρέσει πολύ η Ντίνα. Δυναμική, γαλήνια, ξεροκέφαλη, μοιάζει να ξέρει τι ζητά απ’ τη ζωή, σε αντίθεση με την ίδια που ακόμη ψάχνεται. Απόψε θα καθίσει μαζί τους γύρω από το τραπέζι των συνεδριάσεων στο σαλόνι και θα προσπαθήσει, αν μπορεί, να τους βοηθήσει. Όταν το ζήτησε απ’ τον πατέρα της, εκείνος δεν της απάντησε αμέσως. Κοίταξε την Ντίνα, που του έγνεψε καταφατικά. Μετά στράφηκε στους άλλους δύο. Όχι πώς χρειαζόταν τη συγκατάθεσή τους, αλλά σα να τους έλεγε με τα μάτια ότι αν συνέβαινε αυτό θα έπρεπε να κρατηθεί μυστικό. Πήραν το μήνυμα. Δε θα ήταν η πρώτη φορά που θα τον βοηθούσε σε μια υπόθεση άλλωστε. Ένα από τα μάντρα του πάντα ήταν το: Χρειάζομαι μια φρέσκα ματιά, κι αυτήν ακριβώς ήταν που θα του προσέφερε. Λίγο πολύ γνώριζε τα της υπόθεσης, αλλά από την τηλεόραση και την εφημερίδα. Αργότερα, όταν θα μάθαινε τις λεπτομέρειες, ίσως να έριχνε στο τραπέζι μια νέα ιδέα.

Βρίσκονται σ’ ένα εγκαταλειμμένο εργοστάσιο στη βιομηχανική περιοχή Στροβόλου. Τον έχει οδηγήσει στο υπόγειο και τον έχει δέσει σε μια παλιά ξύλινη καρέκλα γραφείου, κάτι σαν αυτοκρατορικό κάθισμα δίχως όμως τα μαξιλάρια και τη φινέτσα στο τελείωμα. Κάθεται με τη ράχη ακουμπισμένη πίσω, τα πόδια δεμένα σταυρωτά με το ίδιο χοντρό σκοινί όπως και πριν και τα χέρια απλωμένα μπροστά, εγκλωβισμένα στο ύψος των καρπών. Το μοναδικό μέλος του κορμιού που μπορεί να κουνήσει είναι το κεφάλι του. Εξακολουθεί να είναι φιμωμένος. Πού και πού φτάνει στ’ αυτιά του περαστικά ο ήχος από τον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας-Λεμεσού. Ξέρει πού ακριβώς είναι, κι αυτό ακριβώς είναι που τον φοβίζει καθώς οι πιθανότητες να τον ανακαλύψει κάποιος εκεί είναι μηδαμινές. Τον τυφλώνει το φως ενός προβολέα, που δουλεύει με μπαταρία αυτοκινήτου. Ο χώρος γύρω του, εκτός από ένα τραπέζι και τον βασανιστή του, μοιάζει απόλυτα άδειος, εκεί μέσα δεν κυκλοφορούν ούτε φαντάσματα. Δεν παλεύει πια, δεν αντιστέκεται, παραδόθηκε σε μια μοίρα που μοιάζει προδιαγεγραμμένη. Μέχρι που νιώθει μια σκιά να του κρύβει το φως κι ακούει μια φωνή να τον ρωτά: «Πώς θα ήθελες ν’ αρχίσουμε;». Από το τέλος, θα απαντούσε, αν μπορούσε. Παρελαύνουν μπροστά από τα μάτια του ένα τσεκούρι, μια πένσα και το στιλέτο. Όργανα βασανιστηρίου οικιακής σχεδόν χρήσης. Προσπαθεί να εκλιπαρήσει συμπόνια με τα μάτια, αλλά δεν προλαβαίνει…

Δέκα και μίση. Καλά πήγε το δείπνο, αλλά τώρα είναι η ώρα για δουλειά. Θεόκλειστοι και πάλι στο σαλόνι με τον κλιματισμό στο χαμηλό. Ούτε ζέστη, ούτε κρύο. Η Ντίνα ενημερώνει την Μαργαρίτα με λίγα λόγια για τις υποθέσεις, κι εκείνη ζητά τα στοιχεία που μαζεύτηκαν μέχρι τώρα. Της δίνει τους φακέλους των τεσσάρων δολοφονιών και στρέφει την προσοχή της στους υπόλοιπους.
     «Τεκ, ανακάλυψες κάτι πέρα απ’ τα συνηθισμένα στο φάκελο του Αργυρίου;»
     «Αυτός ήταν σαν εμένα, προτού καταντήσω μπάτσος δηλαδή. Οικόσιτο ζώο. Εννοώ εντελώς οικόσιτο. Κάτι σαν τηλεφωνήτρια. Σπίτι-δουλειά, δουλειά-σπίτι. Και δε μου φαίνεται να έχει αναλάβει ποτέ κάποια υπόθεση στ’ αλήθεια. Κατέγραφε καταγγελίες και παράπονα, τα προωθούσε ή τα καταχωρούσε…»
     «Οπότε…» Άφησε την σκέψη της στη μέση. «Χρυσοστόμου, εσύ τι πιστεύεις;»
     «Τυπικός δημόσιος υπάλληλος. Ερχόταν στη δουλειά, διεκπεραίωνε και έφευγε».
     «Κι όμως, κάτι πρέπει να έχει κάνει. Κάτι που τσάντισε κάποιον. Ντίνα, οι γείτονες τι λένε;» μίλησε για πρώτη φορά ο Ιωάννου.
     «Τα συνηθισμένα τηλεοπτικά: καλός άνθρωπος, ήσυχος, ποτέ δε δημιούργησε πρόβλημα σε κανένα».
     «Η γυναίκα του;»
     «Μάλλον έχει επιστρέψει ήδη. Θα προσπαθούσε να μπει στο ίδιο αεροπλάνο που τη μετέφερε στο Λονδίνο, κι αν δεν τα κατάφερνε θα επέστρεφε με την πρώτη πτήση μετά. Ευτυχώς υπάρχουν πολλές τώρα…»
     «Θα πάμε να τη δούμε το πρωί, αν και δεν πιστεύω να μας βοηθήσει σε τίποτα. Οι λίγοι μάρτυρες που είχαμε μέχρι τώρα δε μας πρόσφεραν και πολλά κι αυτό δεν πιστεύω ότι πρόκειται ν’ αλλάξει. Από την πρώτη στιγμή είχα το προαίσθημα ότι την απάντηση την ξέρουμε ήδη, απλά δεν μπορούμε να τη διακρίνουμε. Ιδέες…»
     «Ο δολοφόνος είναι γυναίκα», πετάχτηκε στη μέση η Μαργαρίτα, προτού προλάβει να μιλήσει άλλος κανείς.

Τον χτύπησε στο κεφάλι με την πένσα και έχασε για λίγο τις αισθήσεις του, αλλά δεν άργησε να συνέλθει. Φρόντισε εκείνη γι’ αυτό, καθώς τον έλουσε μ’ ένα ποτήρι νερό. Ο πόνος στην αρχή ήταν έντονος, αλλά τώρα σιγά σιγά υποχωρεί. Την κοιτάει που τον κοιτάει. Βλέπει το μίσος και την ειρωνεία στα μάτια της καθώς αλλάζει γωνία προσέγγισης και τώρα ο προβολές φωτίζει και το δικό της πρόσωπο. Ποτέ του δεν το περίμενε ότι θα συνέβαινε αυτό. Την υποτίμησε και καλά να πάθει. Για χρόνια και χρόνια την έβγαζε καθαρή με τις μαγκιές του, αλλά η τύχη του τελικά τον εγκατέλειψε, ή μάλλον εκείνος την έδιωξε κλωτσώντας με δύναμη το μισοάδειο ποτήρι της υπομονής. Το παρατράβηξε. Η πλάκα είναι ότι του το είχε πει: έτσι και τολμήσει και το κάνεις αυτό, θα το πληρώσεις ακριβά. Δεν άντεξε, και το έκανε. Και μετά ποιος την είδε και δεν τη φοβήθηκε. Το κουταβάκι μέσα σε λίγες μέρες μεταμορφώθηκε σε λιονταρίνα. Άρχισε να του δείχνει τα δόντια. Και μετά, έτσι στα ξαφνικά εξαφανίστηκε. Πάνω που νόμιζε ότι θα τη γλίτωνε κι αυτή τη φορά όμως έκανε και πάλι την εμφάνισή της. Και τότε όλα στη ζωή του γκρεμίστηκαν…

Για μια στιγμή στο δωμάτιο απλώθηκε η σιωπή. Κοιτούσαν όλοι την Μαργαρίτα και σιωπούσαν. Μα καλά, πότε πρόλαβε κιόλας κι έφτασε σ’ αυτό το συμπέρασμα. Τελικά η Ντίνα κατάλαβε.
     «Τα εγκλήματα ήταν…»
     «Προσωπικές υποθέσεις», συμπλήρωσε την σκέψη της η Χρυσοστόμου.
     «Το στιλέτο. Το μήνυμα: ανίκανος. Η όλη οργάνωση. Όλα μυρίζουν γυναίκα», συνέχισε η Μαργαρίτα. «Και σίγουρα το όνομά της θα υπάρχει σε κάποιους από τους φακέλους ή τις ημερήσιες αναφορές ή πώς αλλιώς τις λέτε…»
     «Γυναίκα;» Έμεινε για λίγο σκεφτικός ο Ιωάννου, μα αμέσως μετά πήρε μπρος. «Μαργαρίτα, ψάξε στους φακέλους για ονόματα γυναικών που έκαναν καταγγελίες τους προηγούμενους μήνες. Αν δεν κάνω λάθος είμαστε καλυμμένοι για ένα τουλάχιστον χρόνο. Αν βρεις ένα όνομα, τότε… Τεκ, είναι καταχωρημένα στους υπολογιστές περιστατικά βίας στην οικογένεια; Αν ναι, ξέθαψε ό,τι μπορείς… Χρυσοστόμου, λαμβάνοντας υπόψη αυτή την αποκάλυψη, θα μπορούσες να φτιάξεις ένα περιληπτικό προφίλ της γυναίκας, έτσι; Κάνε το… Ντίνα, τα βίντεο. Ψάξε να βρεις μια γυναίκα που έδωσε το παρόν της σε όλους ή τουλάχιστον στους περισσότερους τόπους του εγκλήματος. Είμαι σίγουρος ότι την έχουμε συναντήσει…»
     Έπεσαν όλοι με τα μούτρα στη δουλειά, κι αυτός στις σκέψεις του. Γυναίκα! Το βλέμμα του φώτισε. Κάτι θυμήθηκε, εκείνη τη λεπτομέρεια που του ξέφευγε από την αρχή. Ωστόσο θα περιμένει να έρθει η επιβεβαίωση, αφού έτσι κι αλλιώς δεν ξέρει το όνομά της.

Όταν έμαθε για το θάνατο του πρώτου αστυνομικού δεν έδωσε και μεγάλη σημασία. Θυμόταν το όνομά του, αφού είχε μιλήσει μαζί του, μετά από καταγγελία της γυναίκας του, αλλά υπέθεσε ότι δεν είχε καμία σχέση με την υπόθεσή του. Μέχρι δηλαδή που τον πήρε εκείνη τηλέφωνο από αριθμό με απόκρυψη και του είπε: πάει ο πρώτος. Τότε όλα ξεκαθάρισαν μέσα του. Σε τέσσερις διαφορετικούς αστυνομικούς είχε κάνει καταγγελίες για το ό,τι τη χτυπούσε. Τους καθησύχασε και τους τέσσερις λέγοντάς τους ότι είναι φαντασιόπληκτη και λίγο πολύ υστερική. Αν δεν τον πίστευαν θα μπορούσαν να ρωτήσουν και τους γείτονες. Σιγά να μην το έκαναν. Αλλά και να το έκαναν, πάλι καθαρή θα την έβγαζε, αφού στα μάτια του κόσμου ήταν υπόδειγμα πολίτη. Εκτός κι αν τους έπειθε εκείνη με κάποιο τρόπο να του απαγγείλουν κατηγορίες. Τότε όλα θα άλλαζαν, τα μυστικά του θα έβγαιναν στη φορά και το τίμημα που θα είχε να πληρώσει θα ήταν πολύ ψηλό. Δεν την πίστεψαν λοιπόν και το πλήρωσαν με τη ζωή τους, ο ένας μετά τον άλλο.

Δεν τους πήρε και πολλή ώρα ν’ ανακαλύψουν την άγνωστη γυναίκα και να συνδέσουν την εικόνα με το όνομα.
     «Μαρία Γεωργίου. Τριάντα επτά χρόνων. Παντρεμένη. Έχει μια κόρη. Αντριάνα. Δεκάξι χρόνων. Έκανε καταγγελίες και στα τέσσερα θύματα ότι ο άντρας της την κακοποιούσε, αλλά πέρα από κάποια τηλεφωνήματα που έκαναν, κανείς τους δεν τις διερεύνησε στ’ αλήθεια. Στον Κωνσταντίνου, Δεκέμβρη του 2010. Στον Παναγίδη, Γενάρη φέτος. Στον Κακογιάννη, τον Μάρτη. Και τέλος στον Αργυρίου, τρεις φορές τον Απρίλη», συνόψισε τις υποθέσεις η Ντίνα.
     «1-1-1-3», ψιθύρισε η Χρυσοστόμου, αλλά κανείς σχεδόν δεν την άκουσε, έτσι αναγκάστηκε να επαναλάβει. «1-1-1-3. Το μήνυμα που μας άφησε. Αντιστοιχεί στις καταγγελίες και στις μαχαιριές στα θύματά της».
     Όλα τώρα πια ήταν ξεκάθαρα.
     «Τεκ, ψάξε μέσα στα ιντερνέτια σου και βρες ό,τι μπορείς γι’ αυτή», διέταξε ο Ιωάννου.
     «Η γραμμή σας είναι κάπως αργή. Θα μπορούσα να…»
     «Κάτι παράνομο θα κάνεις πάλι. Δε θέλω να ξέρω, απλά κάντο. Χρυσοστόμου…»
     «Θέλετε να σας πω τις σκέψεις μου; Αυτές επικεντρώνονται στο τι. Τι έκανε να ξεχειλίσει το ποτήρι; Η βία στην οικογένεια ήταν από πάντοτε συνηθισμένο φαινόμενο στην Κύπρο, απλά οι υποθέσεις δε βγαίναν στο φως. Και συνήθως αυτή η βία είναι συστηματική και διαρκεί πολύ μέχρι να αποφασίσει ή μάλλον να τολμήσει η γυναίκα να την καταγγείλει, ειδικά αν προέρχεται από χωριό ή κάποια μικροαστική οικογένεια. Αν υποθέσουμε λοιπόν ότι αυτή η γυναίκα υπέφερε πολύ στα χέρια του άντρα της και δε βρήκε ποτέ κάποιον για να τη βοηθήσει, τότε μπορούμε να πούμε ότι έχει ήδη φτάσει και ξεπεράσει τα όριά της. Παίρνοντας την κατάσταση στα χέρια της δεν εκδικείται μόνο αυτούς που την αδίκησαν, αλλά νιώθει κιόλας ότι απονέμει δικαιοσύνη, προσφέρει μια υπηρεσία στην κοινωνία. Διαταραγμένη προσωπικότητα ναι. Επικίνδυνη για τους υπόλοιπους όχι. Εκτός από τον άντρα της φυσικά, ο οποίος υποθέτω ότι θα είναι το τελευταίο θύμα της. Δε νομίζω να μας αφήσει να τον βρούμε προτού ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς της μαζί του…»
     «Ούτε κι εγώ, αλλά δυστυχώς ή ευτυχώς, είναι καθήκον μας να προσπαθήσουμε. Τι ξέρουμε γι’ αυτόν;»
     «Νίκος Γεωργίου. Σαράντα δύο χρόνων. Μηχανικός αυτοκινήτων. Στον πρόχειρο φάκελο που μπόρεσα ν’ ανασύρω από τα ηλεκτρονικά μας αρχεία, βρήκα κάποια παραπτώματα: καταγγελίες και παραδοχές για οδήγηση με υπερβολική ταχύτητα καθώς και μια υπόθεση αλκοτέστ. Δεν ξέρω αν εκκρεμεί κάτι», απάντησε η Ντίνα. «Τεκ;»
     «On it..»
     «Τι λέει αυτός;» αναρωτήθηκε εκείνος.
     «Ότι το ψάχνει», του εξήγησαν.
     «Πάμε. Αυτοκίνητο: Alfa Romeo Brera. Γαμάτο αμάξι. Το απέκτησε πριν τρεις μήνες. Ασφάλεια ζωής, οκ. Ασφάλεια αυτοκινήτου, οκ. Ασφάλεια οικείας… Όπα, διαφορετική διεύθυνση απ’ αυτήν που υπάρχει στο φάκελό μας…»
     «Πού ζει;»
     «Εδώ και δέκα μήνες στα σύνορα της Λακατάμιας με την Ανθούπολη. Δέκα λεπτά δρόμο από δω. Διπλοκατοικία».
     «Διεύθυνση».
     Του την είπε.
     «Ντίνα, μαζί μου. Εσείς ξέρετε τι να κάνετε», είπε στους άλλους συνεργάτες του. «Μαργαρίτα…» Πήγε κοντά της και τη φίλησε τα μαλλιά που μύριζαν γιασεμί. «Θα τα πούμε αργότερα».

Όταν άρχισε να παίζει με τη φωτιά δε φοβόταν ότι θα καεί. Ενθουσιαζόταν μάλιστα στην ιδέα ότι έτσι την προκαλούσε. Προκαλούσε τη γυναίκα του αν είχε τα κότσια να κάνει κάτι. Κι αυτή δεν έκανε. Δασκαλεμένη απ’ τους συγγενείς υπέμενε τα πάντα για να μη διαλύσει την οικογένειά της – ίσως, αν ζούσε ακόμη ο πατέρας της, τα πράγματα να ήταν διαφορετικά. Τη χτυπούσε σχεδόν απ’ την αρχή του γάμου τους. Πρώτα λίγο, μετά πιο πολύ και όσο περνούσε ο καιρός ακόμη περισσότερο. Το σώμα της, αυτό που έκρυβε χειμώνα καλοκαίρι κάτω απ’ τα ρούχα ήταν μόνιμα μια ανοιχτή πληγή. Έψαχνε να βρει παρηγοριά στη μάνα της και συνέχιζε να παίρνει τις συμβουλές που την έφεραν ως εδώ. Τα έλεγε σε μια φίλη της, την παρότρυνε κι αυτή να κάνει υπομονή. Στράφηκε στον παπά της ενορίας της, της μίλησε για τους παράξενους τρόπους που ενεργεί ο Κύριος και της είπε να προσεύχεται και θα βρει τη σωτηρία. Τον κατάγγειλε στην αστυνομία και το μόνο που κέρδισε ήταν περισσότερο ξύλο. Είχε όντως γίνει υστερική, ένα μάτσο νεύρα, δυναμίτης που περίμενε απλά κάποιον ή κάτι ν’ ανάψει το φιτίλι του για να εκραγεί. Κι εκείνος το άναψε…

Προσπαθεί να μη χαμογελάσει καθώς οδηγεί τον σκαραβαίο του με συνοδηγό την Ντίνα. Του έλειψε πολύ. Ο σκαραβαίος δηλαδή. Ευτυχώς η νύχτα, όσο περνάει η ώρα, γίνεται όλο και πιο δροσερή, κι έτσι δε θα έχει να υποστεί τη γκρίνια ή τα υπονοούμενα της συνεργάτιδάς του.
     «Νομίζεις ότι θα τον βρούμε εκεί;»
     «Όχι, αλλά δεν έχουμε κάτι καλύτερο να κάνουμε. Αν υπάρχει κάτι θα το ανακαλύψουν τα παιδιά, οπότε εμείς είμαστε περιττοί. Εξάλλου ποτέ δεν ξέρεις τι θα συμβεί. Ίσως και να είναι εκεί. Αλλά, όσο το σκέφτομαι…»
     «Όσο σκέφτεσαι τι, αφεντικό;»
     «Το ότι την είχαμε μπροστά μας απ’ την πρώτη στιγμή. Την είδα όταν φεύγαμε από το σπίτι του Κωνσταντίνου την Τετάρτη, αλλά δεν της έδωσα σημασία. Σκέφτηκα ότι ζούσε στην πολυκατοικία ή κάπου εκεί δίπλα αφού στεκόταν μαζί με τους άλλους περίεργους».
     «Εγώ δεν την είδα καθόλου, αλλά καλά, κανείς δεν μπορούσε να το μαντέψει. Είδες η Μαργαρίτα όμως;»
     «Η Μαργαρίτα…» Τα μάτια του θόλωσαν σχεδόν από περηφάνια. Η Ντίνα το είδε, αλλά δεν το σχολίασε.
     «Έχει μέλλον».
     «Ναι, έχει. Δεν περίμενα και πολλά απ’ αυτήν όταν ήταν μικρή, αλλά όλο με διαψεύδει».
     «Θέλεις να σου πω ένα μυστικό; Εντάξει, δεν είναι ακριβώς τέτοιο, αλλά… Τέλος πάντων. Ξέρεις ποιος είναι ο λόγος που η κόρη σου παραμένει μόνη; Όχι; Ε, λοιπόν είναι ένα τεστ αλήθειας με σάρκα και οστά. Μόλις της πει κάποιος ψέματα το διακρίνει και του κόβει το βήχα. Αν της πει: δεν μπορώ ή δε θέλω να μιλήσω γι’ αυτό θα το δεχτεί, αλλιώς πάει, κάηκε…»
     «Θέλεις να μου πεις ότι τρομοκρατεί τον κόσμο, όπως εσύ;»
     «Χωρίς τις πολεμικές τέχνες όμως».
     Οι πολεμικές τέχνες. Το πάθος της Ντίνας. Όταν δεν την ταλαιπωρεί από δω κι από κει τις περισσότερες ελεύθερες ώρες της τις ξοδεύει είτε στο γυμναστήριο, είτε κάνοντας μαθήματα αυτοάμυνας, ή μαθαίνοντας καινούρια βίαια παιχνίδια. Δεν το κάνει επειδή της αρέσει η βία όμως -όταν πού και πού προκύπτουν προβλήματα τα λύνει με το όπλο της γλώσσας- αλλά απλά επειδή μ’ αυτόν τον τρόπο εκτονώνεται. Σκοτώνει το στρες και ξεφεύγει απ’ τις σκέψεις της.
     Έφτασαν στο σπίτι του Γεωργίου. Καινούριο μοιάζει. Η πόρτα είναι κλειστή, τα παντζούρια κατεβασμένα, αλλά απ’ το αδιαφανές τζάμι που βρίσκεται αριστερά από την πόρτα διακρίνεται αμυδρά ένα κιτρινωπό φως. Ανοίγουν την καγκελόπορτα και ανεβαίνουν στη βεράντα. Το λευκό σιδερένιο τραπέζι και οι καρέκλες μοιάζουν να μην έχουν χρησιμοποιηθεί πρόσφατα.
     Χτυπούν το κουδούνι. Περιμένουν. Ακούνε βήματα να πλησιάζουν και μετά κάτι σαν ανάσα να ξεφεύγει από τα στήθια κάποιου.
     «Ανοίξτε. Είμαστε από την αστυνομία», λέει χαμηλόφωνα η Ντίνα και βγάζει την ταυτότητά της και τη φέρνει στο ματάκι της πόρτας.
     «Καλά», της απαντάει αδύναμα μια φωνή.
     Η πόρτα ανοίγει σιγά σιγά κι αμέσως καταλαβαίνουν τι ήταν εκείνο που έκανε το ποτήρι να ξεχειλίσει.

Άρχισε να χτυπά την κόρη τους, την Αντριάνα της, και τότε πια έφτασε στο αμήν. Αυτή ήταν μαθημένη στον πόνο, οι γροθιές του τη χάραζαν, αλλά δεν τη σκότωναν, όμως οι γροθιές στο κορμί του παιδιού της ήταν άλλη ιστορία. Εδώ και καιρό έμοιαζε να ψάχνει αφορμές για να χτυπάει τη μικρή και τις έβρισκε. Τη μια ήταν οι κακοί της βαθμοί στο σχολείο, την άλλη τα ρούχα που φορούσε, την παράλλη το ότι προσκαλούσε φίλες στο σπίτι χωρίς να πάρει την άδειά του. Το μόνο που η Αντριάνα δεν ήταν η Μαρία. Από την πρώτη στιγμή της είπε: Εγώ δε θα κάτσω εδώ μέσα, μάνα, δεν τον αντέχω, θα και σηκωθώ να φύγω. Κι αυτή τρόμαξε. Κι αυτή απέκτησε ξαφνικά κότσια. Δε θα του περάσει, της είπε, εγώ θα σε προστατεύσω. Χα, όπως προστατεύεις τον εαυτό σου; αναρωτήθηκε εκείνη. Δέχτηκε αδιαμαρτύρητα αυτό το λεκτικό χαστούκι, έτσι κι αλλιώς της άξιζε. Κι έβαλε αμέσως μπρος με τα σχέδιά της. Ήταν λίγο μετά το Πάσχα. Είπε στην κόρη της ότι μάλλον έπρεπε να θυσιάσει τη σχολική χρονιά για να ησυχάσουνε από δαύτονε, κι αυτή δεν έφερε καμία αντίρρηση. Έτσι, την έστειλε στη μάνα της στο χωριό. Εκείνη δεν την υποδέχτηκε και μεγάλη χαρά, αφού σκεφτόταν το σκάνδαλο, αλλά δεν την έδιωξε κιόλας. Κι υποσχέθηκε στην κόρη της ότι θα τη φρόντιζε για όσο καιρό χρειαζόταν. Δυο μήνες χρειαζόταν. Για να μετακομίσει κάπου ασφαλισμένα, να φτιάξει ένα σχέδιο και να το ακολουθήσει κατά γράμμα. Λίγο πριν το τέλος όμως κάτι πήγε στραβά. Ο άντρας της κατέφθασε απροειδοποίητα λίγες μέρες πριν, την Κυριακή, στο σπίτι της μάνας της και πήρε τη μικρή μαζί του με το έτσι θέλω. Όταν επέστρεψαν στη Λευκωσία, την ξυλοκόπησε και την έκλεισε στο δωμάτιό της. Κι εκείνη, μέσα στα άγρια μεσάνυχτα το έσκασε από το παράθυρο και τηλεφώνησε στη μάνα της, που ήρθε και τη μάζεψε από ένα πάρκο. Την οδήγησε στο μικρό διαμέρισμα που νοίκιαζε κάτω απ’ το πατρικό της όνομα στην Παλιά Λευκωσία και τη διαβεβαίωσε ότι εκεί είναι ασφαλής. Αν έκανε υπομονή λίγες μέρες όλα θα πήγαιναν καλά. Μέχρι και το Σάββατο θα σκότωνε τους τέσσερις ανίκανους αστυνομικούς, ενώ τον μεγάλο φταίχτη θα τον έβαζε να καθίσει σε μια ηλεκτρική καρέκλα δικής της κατασκευής. Αλλά αυτό το τελευταίο δεν της το είπε.

Οδηγεί ο Ιωάννου, ενώ η Ντίνα κάθεται στο πίσω κάθισμα μαζί με τη μικρή. Η Αντριάνα δε μοιάζει να φοβάται. Όπως τους είπε δε γνώριζε το σχέδιο της μάνας της, αλλά η τελευταία ήταν σίγουρη ότι θα ερχόταν η αστυνομία και θα την έβρισκε εκεί. Γι’ αυτό και όταν ο πατέρας της έφυγε σαν τρομαγμένο ζώο και πήγε να κρυφτεί, την οδήγησε στο σπίτι τους. Τη συμβούλεψε να πει τα πάντα στον χοντρό. Είχε ρωτήσει διακριτικά εδώ κι εκεί και έμαθε ότι αυτός θα έκανε το σωστό, ακόμη κι αν έπρεπε να πληρώσει ο ίδιος προσωπικά κάποιο τίμημα. Δε θα την πάνε στο σταθμό. Όχι μέσα στη νύχτα. Θα νιώσει καλύτερα στο σπίτι του, ανάμεσα σε έστω άγνωστους φίλους. Τα διαδικαστικά μπορούν να περιμένουν. Εξάλλου οι γυναίκες της ομάδας του, μπορούν να της προσφέρουν όλη την παρηγοριά που χρειάζεται. Τη στιγμή ακριβώς που φτάνουν στο σπίτι του το κινητό της Αντριάνας χτυπάει. Χαμογελάει δειλά. Το απαντάει. Ανταλλάζει λίγες λέξεις με τη μάνα της. Σκύβει προς τα μπροστά και δίνει τη συσκευή στον χοντρό.

Συνεχίζεται


Η εικόνα κλεμμένη από εδώ