Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κυπριακή λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κυπριακή λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 18 Ιουνίου 2014

Νέο βιβλίο - Η στιγμή


Αυτή είναι η ιστορία της Χαράς, ενός κοριτσιού που καθώς το γνωρίζουμε κάθε άλλο παρά χαρούμενο είναι, αφού δεν μπορεί να ζήσει τη στιγμή.

Η Χαρά υπέφερε πολλά στη σύντομη ζωή της. Έπεσε θύμα κατ’ επανάληψη κακοποίησης, για χρόνια και χρόνια έκοβε βόλτες στα σκοτεινά σοκάκια της κατάθλιψης και η μοναξιά ήταν γι’ αυτήν κανόνας και τρόπος ζωής.

Τα όσα πέρασε την έκαναν σκληρή και την καταδίκασαν να περιφέρεται στις γειτονιές των ανθρώπων αδύναμη να δείξει σε κάποιον εμπιστοσύνη, αλλά και να γευτεί τις χαρές της νιότης.

Ένα ωστόσο γεγονός, κάτι που θα την τρομάξει και το οποίο θα ανοίξει τα μάτια της στις νέες πραγματικότητες, θα σταθεί αρκετό για να της αλλάξει την οπτική και να την οδηγήσει σιγά σιγά προς το ξέφωτο μιας νέας ζωής.

Συνοδοιπόροι της σ’ αυτό το ταξίδι θα είναι κάποιες ψυχές που την καταλαβαίνουν κι ας μη της μοιάζουν. Κάποιες ψυχές που σ’ ένα κόσμο σκληρό, σχεδόν γκρίζο, επιμένουν ακόμη να ονειρεύονται, να μιλούν σιγαλά και όμορφα να σιωπούν, μα πάνω απ’ όλα με ορμή και πάθος πολύ να αγαπάνε.

υ.γ. Θα κυκλοφορεί και θα οπλοφορεί από βδομάδας σε επίλεκτα κυπριακά βιβλιοπωλεία, ενώ ήδη διατίθεται από τον... πάγκο του Μιχάλη στην Πλατεία Φανερωμένης στη Λευκωσία

Παρασκευή 20 Απριλίου 2012

Η στιγμή - Κεφάλαιο 1


Την εν λόγω νουβέλα την έγραψα σε πυρετικούς ρυθμούς πριν από δύο ακριβώς χρόνια και την ανέβασα με ψευδώνυμο και διαφορετικό τίτλο σ' ένα μπλογκ που τώρα πια δεν υπάρχει. Σ' αυτή τη μικρή απάτη είχα συνένοχους: δυο φίλες, που η μία μού δάνεισε το όνομά της και που η άλλη έφτιαξε ένα προφίλ στο Facebook ώστε να "ψαρέψει" αντιδράσεις. Η βοήθειά τους ήταν υπερπολύτιμη, αφού σ' αυτό το κείμενο προσπάθησα για πρώτη φορά να "κατοικήσω" στο μυαλό μιας νέας γυναίκας, μιας έφηβης. Δύο άλλοι φίλοι διάβασαν το τελειωμένο κείμενο και μού είπαν ότι είναι το πιο "αυθεντικό" που έγραψα ποτέ. Τα κατάφερα όμως; Κατάφερα να μπω στο μυαλό αυτής της έφηβης και να μιλήσω για το πώς νιώθει και τι σκέφτεται; Έχω τις αμφιβολίες μου. Οφείλω να αναφέρω ότι δεν ήταν μέσα στα σχέδιά μου να δημοσιεύσω αυτό το κείμενο κάτω από το όνομά μου. Οι προσωπικές μου καταστάσεις έχουν ωστόσο αλλάξει και ξαφνικά ένιωσα την ανάγκη να το κάνω. Έτσι καθημερινά θ' ανεβαίνει εδώ αυτόματα (αν τα καταφέρω) μία ανάρτηση με ένα νέο κεφάλαιο. Αυτή τη φορά όμως δεν θα το διαφημίζω στο Facebook και στο Twitter, οπότε όποιος θέλει να το διαβάσει θα πρέπει να παρακολουθεί το μπλογκ. Εξάλλου αυτή είναι μια ιστορία που λειτουργεί καλύτερα μέσα στη σιωπή. Αν υπάρχουν κάποια σχόλια θα τα απαντώ όποτε μπορώ, αλλά αυτό ίσως να μη συμβαίνει συχνά. Τελειώνοντας θα ήθελα να αναφέρω ότι στη διάρκεια της συγγραφής έκανα μία προσπάθεια να ξεφύγω απ' το γνωστό μου (σε πολύ λίγους) ύφος. Ελπίζω, αυτό τουλάχιστον, να το έχω καταφέρει. Καλή ανάγνωση.


Η ακόλουθη ιστορία αποτελεί προϊόν φαντασίας. Οποιαδήποτε αναφορά σε πρόσωπα, καταστάσεις και γεγονότα, που απασχόλησαν και απασχολούν την κυπριακή επικαιρότητα, είναι εντελώς συμπτωματική, εκτός από το ένθετο χρονολόγιο, που θυμίζει ειδησεογραφική καταγραφή.



Βρήκαν το πόδι του να επιπλέει κάπου στα ανοικτά της Πάφου. Και ταράχτηκα. Πολύ. Ξύπνησαν πάλι μέσα μου οι πικρές αναμνήσεις από το πρόσφατο παρελθόν, εκείνο που προσπαθούσα τόσο να ξεχάσω, αλλά που ήταν πολύ νωρίς για να το κάνω. Θα με βρούνε τώρα, σκεφτόμουνα, και τα δάκρυα άρχισαν να κυλάνε στάλα-στάλα απ’ τα μάτια μου, να με γεμίζουν τρόμο. Θα με βρούνε, και τότε τι;
     Ήτανε αργά τη νύχτα, καθόμουνα σ’ ένα παγκάκι, κάτω από ένα δέντρο στην Πλατεία Φανερωμένης στη Λευκωσία κι έκλαιγα. Όσο πιο αθόρυβα μπορούσα. Αραιά και πού κάποιοι άγνωστοι περνούσαν, με κοιτούσαν κι έφευγαν, κανείς δεν κοντοστεκόταν για λίγο, κανείς δεν τολμούσε να μου μιλήσει. Φοβούνται τόσο πολύ το θρήνο οι άνθρωποι, που προτιμούν να κρύβονται πίσω από ψεύτικα χαμόγελα παρά να δείξουν τι πραγματικά νιώθουν. Εγώ δεν είμαι έτσι. Αλλά κι εγώ έχω μυστικά. Φοβερά μυστικά. Τα οποία μέχρι τώρα δε μοιράστηκα με κανένα. Ή σχεδόν.
     Άκουσα βήματα να με πλησιάζουν πατώντας ανάλαφρα στο κιτρινισμένο από τα φώτα της νύχτας πλακόστρωτο. Τα νυχτοπούλια πετούσαν γύρω από τα δέντρα, πάνω απ’ το καμπαναριό της Παναγιάς και κυνηγούσαν τις σκιές τους στο φεγγάρι. Κάποιος κάθισε δίπλα μου. Δε γύρισα. Ήξερα ποιος ήταν. Τον ένιωσα. Εκείνος! Η παραφωνία της παρέας. Η παραφωνία επειδή δεν ανήκε εκεί. Δε μου μίλησε. Δε με άγγιξε. Με άφησε να στεγνώσω από δάκρυα, ν’ αφήσω ένα βαρύ αναστεναγμό και μετά, πολύ μετά, μου είπε: «Πάμε!»
     Σηκώθηκα. Αρχίσαμε να περιπλανιόμαστε αργά και σιωπηλά, ο ένας δίπλα από τον άλλο, στα στενά της παλιάς πόλης. Σχεδόν παντού ερημιά, εκτός από τις γειτονιές των μεταναστών. Εκεί περιπλανιόνταν ακόμη μυρωδιές, έβλεπες άντρες και γυναίκες να κάθονται σε παγκάκια και να μιλάνε χαμηλόφωνα, όπως το απαιτούσε η ώρα. Μού άρεσαν αυτές οι γειτονιές, ειδικά στη διάρκεια της ημέρας. Τότε που τα παιδιά των ξένων πλημμύριζαν τους δρόμους, που έμοιαζαν τόσο ευτυχισμένα μέσα στη φτώχεια τους, τότε που τα κορίτσια της νύχτας κάθονταν στις εξώπορτες, καλώντας τους περαστικούς στο Σπίτι τους, για να περάσουν ωραία. Τότε ένιωθα λες και ζούσα μέσα σε κάποιο παραμύθι, σε κάποια άλλη χώρα, και κάποια άλλη εποχή.
     Η Κύπρος είναι η κατάρα μου, έλεγα πού και πού, κι ας την αγαπούσα τόσο. Και το λέω ακόμη. Διχασμένη χώρα, όχι μόνο γεωγραφικά, αλλά και σαν προσωπικότητα. Όλοι δείχνουν τίμιοι, μα η ατιμία είναι ο κανόνας. Όλοι δηλώνουν πιστοί χριστιανοί, αλλά οι πλείστοι πηγαίνουν στην εκκλησιά μια-δυο φορές το χρόνο. Όλοι ξέρουν ποιο είναι το σωστό, μα λίγοι το πράττουν. Ώρες-ώρες νιώθω ν’ απελπίζομαι, με πιάνει το παράπονο, κλαίω και το ξεπερνάω. Πώς είμαι έτσι; Πώς είναι τα κορίτσια της γενιάς μου; Σα φαντάσματα περιπλανιόμαστε στις γειτονιές των ανθρώπων. Κακέκτυπα. Οι μισοί των γονιών τους, οι υπόλοιποι κάποιων άλλων. Και κλαίμε. Κλαίμε πολύ. Στο σχολείο, στο σπίτι, σ’ ένα παγκάκι κάτω από ένα δέντρο. Ο κόσμος μας είναι ξένος. Προσπαθούμε να τον αλλάξουμε, να τον κάνουμε δικό μας, αλλά αυτός έχει το πάνω χέρι. Κανείς δεν άλλαξε τον κόσμο φορώντας ρούχα πολύχρωμα, κάνοντας ψιλές και επαναστατώντας στα λόγια. Ναι, αυτό ακριβώς κάνουν οι φίλοι μου, αυτό κάνω κι εγώ, επαναστατούμε στα λόγια, πατώντας στα σίγουρα, εξασφαλισμένοι από τα λεφτά του μπαμπά. Τζάμπα μάγκες. Εντάξει, εγώ μπορεί να μην έχω λεφτά, ούτε και μπαμπά, αλλά και πάλι…
     Φτάσαμε στο σπίτι του. Ένα σπίτι παλιό, με τοίχους χαρακωμένους από τη χρόνια υγρασία. Με άφηνε να μένω πού και πού εκεί, αφού δεν είχα πού αλλού να πάω. Δεν είχα σπίτι εννοώ. Εδώ και ένα χρόνο. Κοιμόμουνα στα σπίτια των γνωστών ή σ’ ένα ερείπιο στο οποίο κάναμε κατάληψη, για να κάνουμε τα δικά μας. Τα δικά μας που δε διέφεραν και πολύ από εκείνα των άλλων. Όλα τα κάναμε εκεί. Όλα! Μόνο έρωτα δεν κάναμε. Λες και η ερωτική έλξη πέθανε, λες και κανείς δε θέλει να νιώσει πολύ κοντά του κάποιον άλλο, λες και το σεξ είναι αμαρτία. Συναντιόμαστε, αγκαλιαζόμαστε, φιλιόμαστε, μα δεν κάνουμε έρωτα, αλλά ούτε και τον νιώθουμε. Ίσως επειδή ξέρουμε ότι αυτός πληγώνει. Πάντα πληγώνει. Δεν μπορούμε να ερωτευτούμε, εγώ κι οι φίλοι μου, μόνο να περιπλανιόμαστε και να μιλούμε ξέρουμε. Κι ας προτιμώ τη σιωπή.
     Σιωπή! Έτσι με αποκαλεί αυτός, ο Γιάννης. Καληνύχτα Σιωπή, μου είπε και πήγε στο δωμάτιό του. Πήγα κι εγώ σ’ εκείνο όπου θα ξόδευα τη νύχτα. Ευτυχώς που με βρήκε, σκεφτόμουνα. Δεν ήθελα να συναντήσω κόσμο. Θα μ’ έπρηζαν με τα γιατί τους, κι αυτό δε θα το άντεχα.
     Το δωμάτιο ήταν σχεδόν άδειο. Είχε μονάχα ένα στρώμα πεταμένο στο υγρό πάτωμα και μια μικρή βιβλιοθήκη. Εκεί μέσα μου άρεσε να χώνομαι πού και πού και να ταξιδεύω με τα παραμύθια. Τα παραμύθια δεν τα πίστευα, τα μισούσα, αλλά τα είχα ανάγκη. Στους κόσμους τους ξεχνιόμουνα, κι εκείνο το βράδυ δεν είχα τίποτα περισσότερο ανάγκη από το να ξεχαστώ. Πήρα ένα βιβλίο στα χέρια μου. Το δέντρο που έδινε. Πολύ παιδικό και όμορφα εικονογραφημένο. Μού θύμισε το δέντρο στην πλατεία, το δέντρο μου. Το διάβασα σε λίγα λεπτά. Χαμογέλασα. Και μετά παρέμεινα ξαπλωμένη στο στρώμα να κοιτάω το ταβάνι. Ψηλό ταβάνι, όπως σε όλα τα παλιά σπίτια της πόλης. Κάθε τόσο έκλεινα τα μάτια και έβλεπα την ίδια εικόνα, αυτή που έκοβε από νωρίς το απόγευμα βόλτες στους κόσμους της σκέψης μου, το πόδι του. Λες; αναρωτιόμουνα. Λες να πάνε και πάλι όλα στραβά;
     Όλα στραβά! Αυτός θα μπορούσε να είναι ο τίτλος του βιβλίου της ζωής μου. Αν δεν μου πήγαιναν όλα στραβά, δε θα έκανα όσα έκανα, δε θα ήμουνα τόσο λυπημένη, δε θα με αποκαλούσε ο Γιάννης Σιωπή, αλλά Κραυγή, ίσως και Χαμόγελο. Ο Γιάννης, που κοιμόταν στο δίπλα δωμάτιο. Αυτός που ήξερε όλα μου τα μυστικά. Ο μόνος που εμπιστευόμουνα κι εμπιστεύομαι ακόμη. Αυτός που μου είπε ότι, καλά του έκανα του μπάσταρδου και τον σκότωσα. Τον σκότωσα. Εκείνον του οποίου ανακαλύψανε το πόδι σήμερα. Εκείνον που για χρόνια και χρόνια μου έκανε τη ζωή ποδήλατο, που δε μου επέτρεψε ποτέ να μάθω πώς να χαμογελώ, που με έκανε από εφτά χρονών να χάσω την πίστη μου στους ανθρώπους, που θα με έκανε χρόνια μετά να επιβάλω τη δική μου σκληρή δικαιοσύνη. Τον άνθρωπο που μου χάρισε ζωή. Αυτόν που μου την πήρε. Το βιαστή μου. Τον πατέρα μου.
     Με λένε Χαρά, κι αυτή είναι η ιστορία μου.

Συνεχίζεται

Δευτέρα 27 Ιουνίου 2011

Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2010

Σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος

Μια κριτική για το τελευταίο μου βιβλίο από το Diavasame.gr


Πολλοί συγγραφείς κατά καιρούς εμπνεύστηκαν λογοτεχνικά από τη ζωή των γυναικών που υπηρετούν την ''πάνδημο Αφροδίτη'', είτε από ανάγκη (οι περισσότερες) είτε από επιλογή - η ''δημόσια γυναίκα'' αποτελεί ένα πολύ ισχυρό τόσο κοινωνικό όσο και ψυχολογικό στερεότυπο. Η Αγγελική, η πόρνη στο μυθιστόρημα του Κύπριου συγγραφέα Λάκη Φουρουκλά, αν και ακολουθεί σε μεγάλο βαθμό τη γνωστή πορεία αυτών των γυναικών, είναι ταυτόχρονα μια ιδιαίτερη περίπτωση: πρόκειται για ένα ξεχωριστό και ευαίσθητο πλάσμα, με όνειρα και φιλοδοξίες, που καταλήγει όμως, λόγω των συνθηκών, να εκπορνεύεται για να επιβιώσει. Όταν αυτή η σκοτεινή παράκαμψη στο δρόμο της τελειώσει και ξαναπιάσει το κομμένο νήμα της ζωής της, αποφασίζει -με τη μορφή μιας γραπτής εξομολόγησης-, να διηγηθεί στην ενήλικη πια κόρη της Ιωάννα, που μέχρι εκείνη τη στιγμή αγνοούσε αυτή την ιδιότητα της μητέρας της, τα όσα βίωσε...

Το κείμενο, βασισμένο σε μια αληθινή ιστορία, παρά το σκληρό του θέμα είναι τρυφερό και συναισθηματικά φορτισμένο: ίσως γιατί η αφηγήτρια απευθύνεται στην κόρη της και προσπαθεί να της μεταφέρει μόνο την απολύτως απαραίτητη για την αλήθεια της αφήγησής της ασχήμια που συνάντησε σ' αυτό το μονοπάτι. Ο συγγραφέας προσεγγίζει με κατανόηση και ανθρωπιά την ιστορία της Αγγελικής, αποφεύγοντας το μεγάλο σκόπελο της ανδρικής ψυχολογίας, τη διάκριση δηλαδή των γυναικών σε αγίες και πόρνες - άλλωστε η δική του ηρωίδα είναι και τα δύο, μια ''αγία εν αναμονή'', όπως τη χαρακτηρίζει.

Η γραφή του Λάκη Φουρουκλά διακρίνεται από εκείνη την ιδιαίτερη ποιότητα της ευαισθησίας, την οποία συναντάς σε άντρες που σέβονται και εκτιμούν το γυναικείο φύλο εν γένει (γιατί έχουν αγαπήσει τις γυναίκες της ζωής τους κι έχουν αγαπηθεί απ' αυτές). Γι' αυτό και κατορθώνει με επιτυχία ν' αναδείξει τόσο τις σκοτεινές πτυχές της γυναικείας ψυχοσύνθεσης όσο και το ηθικό μεγαλείο για το οποίο είναι ικανή η γυναίκα. Αλλά πάνω απ' όλα το βιβλίο με κέρδισε για το μήνυμά του: πως, παρά το γεγονός ότι υπάρχουν εκατοντάδες τρόποι να ξεπέσεις και να υποβιβαστείς σε αντικείμενο, υπάρχει μόνο ένας τρόπος -υπό οποιεσδήποτε συνθήκες-, να είσαι άνθρωπος...
Αγγέλα Γαβρίλη

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2009

Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας Κύπρου

... κι οι απορίες ενός ηλίθιου κύπριου συγγραφέα.
Πρώτα η αναδημοσίευση της είδησης από τον Πολίτη:

Τις εκδόσεις που ξεχωρίσαν μέσα στο 2007 βράβευσαν οι Πολιτιστικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού.

Στο τομέα της ποίηση, το βραβείο απονεμήθηκε ομόφωνα στον Λεύκιο Ζαφειρίου για το έργο "Η Θλίψη του Απογεύματος" (εκδόσεις Μεταίχμιο). Το έργο, βρίσκεται, σύμφωνα με το σκεπτικό βράβευσης, "σε ανοιχτό διάλογο με την ελληνική και την παγκόσμια λογοτεχνία, με το χώρο και το χρόνο, με την ιστορία και τα σύγχρονα προβλήματα, συναιρώντας το τοπικό και το οικουμενικό, την πολιτισμική ιδιαιτερότητα και την οικουμενική συνείδηση", ενώ ο Ζαφειρίου, "ορμώμενος από έναν πολιτισμό που έρχεται από μεγάλα βάθη, διακρίνεται από μια συνείδηση εντοπιότητας εσωτερικευμένη, απαλλαγμένη από ιστορικισμούς, η οποία δεν έχει ανάγκη να διαλαλεί την ταυτότητά της". Το βραβείο Μυθιστορήματος μοιράστηκαν ο Μάριος Μιχαηλίδης, για το έργο "Ο Οστεοφύλαξ" (εκδόσεις Μεταίχμιο) και ο Αιμίλιος Σολωμού, για το έργο "Ένα τσεκούρι στα χέρια σου" (εκδόσεις Άνευ). "Ο Οστεοφύλαξ", που σύμφωνα με την επιτροπή αποτελεί "συμβολή στη νεοελληνική λογοτεχνία", χαρακτηρίστηκε ως έργο που αξιοποιεί "τη γλώσσα της εξουσίας, παρωδώντας και κρίνοντας ταυτόχρονα τα κέντρα λήψης αποφάσεων και τις κατεστημένες ιδεοληψίες, την κενότητα ενός κόσμου που διεκδικεί πράγματα άνευ σημασίας, την εύπλαστη ανθρώπινη ηθική". Αντίστοιχα, το έργο του Σολωμού "επιτυγχάνει την απόδοση του διχασμού του "εγώ" του σύγχρονου ανθρώπου και πραγματεύεται τα όρια της ανθρώπινης ύπαρξης", ενώ καταφέρνει να ξεφύγει "από τα όρια της κυπριακής λογοτεχνίας και διαλέγεται με την ευρωπαϊκή λογοτεχνική παράδοση". Στον τομέα του διηγήματος, το βραβείο απέσπασε το έργο "Βήματα στο Θολό Τοπίο" του Πανίκου Παιονίδη, μια συλλογή διηγημάτων με θέμα τη μνήμη. "Ακριβολογία, σαφήνεια και αίσθηση του περιττού διαπερνούν τη γραφή και θετικά κατευθύνουν πέρα από συναισθηματισμούς το λυρισμό του συγγραφέα". Το Βραβείο Μελέτης για τη Λογοτεχνία, την Ιστορία και τον Πολιτισμό της Κύπρου από μη Κύπριο συγγραφέα δόθηκε στο Θεοδόση Πυλαρινό για το έργο "Μεθιστορία: Μύθος και ιστορία στην ποίηση του Κυριάκου Χαραλαμπίδη" (εκδόσεις Ηρόδοτος), που "με την επιστημονική εγκυρότητά της καθίσταται χρήσιμη για το μελετητή κι έτσι συμβάλλει στην ανάδειξη της κυπριακής λογοτεχνίας στο ευρύτερο ελληνικό κοινό". Το έργο "Το Θέατρο στην Κύπρο (1960-1974)" (εκδόσεις Καστανιώτη) της Άντρης Χ. Κωνσταντίνου βραβεύτηκε στον τομέα μελέτης για τη Λογοτεχνία και τις Τέχνες ως μια "άρτια και συστηματική δουλειά, που έρχεται να καλύψει ένα μεγάλο κενό στη βιβλιογραφία, και που καταπιάνεται επιτυχώς και μέσα από το προσωπικό στίγμα, με μια περίοδο της κυπριακής θεατρικής καλλιτεχνικής δραστηριότητας η οποία δεν έχει ερευνηθεί ως τώρα τόσο συστηματικά και ολοκληρωμένα"
Στις κατηγορίες Δοκίμιο για τη Λογοτεχνία και την Αισθητική, Χρονικό - Μαρτυρία, και Νέου Λογοτέχνη, ύστερα από κατά πλειοψηφία εισήγηση της Επιτροπής, δεν δόθηκε βραβείο.

Τη Συμβουλευτική Επιτροπή Γραμμάτων αποτέλεσαν οι: Ερατοσθένης Καψωμένος (Πρόεδρος), Γιάννης Ιωάννου, Μαρία Καρσερά, Γιώργος Φράγκος, Γιώργος Μύαρης.

Παιδική / Νεανική Λογοτεχνία
Τόσο στην κατηγορία της Παιδικής Λογοτεχνίας, όσο και στην κατηγορία της Νεανικής Λογοτεχνίας, κανένα από τα έργα δεν βραβεύτηκαν ύστερα από κατά πλειοψηφία απόφαση της Συμβουλευτικής Επιτροπής, την οποία αποτέλεσαν οι: Μάνος Κοντολέων (Πρόεδρος), Μαρία Πυλιώτου, Κώστας Κατσώνης, Κίκα Πουλχερίου, Ευρυδίκη Περικλέους - Παπαδοπούλου.
Εικονογράφηση
Ομόφωνα και εξ ημισείας, το βραβείο Εικονογράφησης δόθηκε στην Ελένη Λάμπρου, για την εικονογράφηση του έργου της Μαρίνας Χριστοφίδη "Το νησί που όλοι ήθελαν", και στην Άννα Φωτιάδου, για την εικονογράφηση του έργου της Μελίσσα Έκκερς "Κροκόδειλος" (Πολιτιστικός Σύλλογος Πάνθεον). Η εικονογράφηση της Ελένης Λάμπρου "συμπληρώνει και επαυξάνει το κείμενο χωρίς να κουράζει" ενώ ξεχώρισε για την "υπεύθυνη έρευνα από πλευράς εικονογράφου και το αισθητικό αποτέλεσμα". Παράλληλα, η "αξιόλογη και τολμηρή εικονογράφηση" της Άννα Φωτιάδου κάνει "μια μοντέρνα και πρωτοποριακή εικονογραφική πρόταση".

Τη Συμβουλευτική Επιτροπή Κρατικών Βραβείων Εικονογράφησης αποτέλεσαν οι: Μάνος Κοντολέων (Πρόεδρος), Τερέζα Λαμπριανού, Γιώργος Κούμουρος, Παναγιώτα Σιακαλλή, Ρέα Αφαντίτου.

INFO
Η Τελετή Απονομής των Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας και των Κρατικών Βραβείων Παιδικής / Νεανικής Λογοτεχνίας και Εικονογράφησης θα πραγματοποιηθεί στις 17 Φεβρουαρίου στις 19:30 στο Κινηματοθέατρο Παλλάς. Τα βραβεία θα απονείμει ο υπουργός Παιδείας και Πολιτισμού κ. Ανδρέας Δημητρίου.

Οι απορίες του ηλίθιου: α) Πού ξανακούστηκε στα χρονικά της παγκόσμιας πολιτιστικής κοινότητας να υποβάλλουν οι ίδιοι οι συγγραφείς τα έργα τους για βράβευση; β) Ποιος ο λόγος να θεσπίζεις βραβεία αν δεν πρόκειται να τα δώσεις; γ) Γιατί επιχορηγούνται οι εκδότες για να εκδίδουν κυπριακά βιβλία, αλλά ζητούν πληρωμή κι από τους συγγραφείς; δ) Πώς γίνεται εκδοτικοί οίκοι να παίρνουν επιχορήγηση, χωρίς να τηρούν τα κριτήρια που το ίδιο το υπουργείο έθεσε; (Εκτός κι αν ένα γραφείο και μια γραμματέας φτάνουν για όλα). ε) Θα δεήσει κανείς να τιμήσει τους κύπριους συγγραφείς που προσφέρουν πολλά με το έργο τους στον ευρύτερο ελλαδικό χώρο, αλλά διαθέτουν την αξιοπρέπεια να μη ζητάνε τίποτα; ζ) Πόσο ηλίθιος πρέπει να είναι κανείς για να κάνει τέτοιες ερωτήσεις;