Παρασκευή, 20 Απριλίου 2012

Η στιγμή - Κεφάλαιο 1


Την εν λόγω νουβέλα την έγραψα σε πυρετικούς ρυθμούς πριν από δύο ακριβώς χρόνια και την ανέβασα με ψευδώνυμο και διαφορετικό τίτλο σ' ένα μπλογκ που τώρα πια δεν υπάρχει. Σ' αυτή τη μικρή απάτη είχα συνένοχους: δυο φίλες, που η μία μού δάνεισε το όνομά της και που η άλλη έφτιαξε ένα προφίλ στο Facebook ώστε να "ψαρέψει" αντιδράσεις. Η βοήθειά τους ήταν υπερπολύτιμη, αφού σ' αυτό το κείμενο προσπάθησα για πρώτη φορά να "κατοικήσω" στο μυαλό μιας νέας γυναίκας, μιας έφηβης. Δύο άλλοι φίλοι διάβασαν το τελειωμένο κείμενο και μού είπαν ότι είναι το πιο "αυθεντικό" που έγραψα ποτέ. Τα κατάφερα όμως; Κατάφερα να μπω στο μυαλό αυτής της έφηβης και να μιλήσω για το πώς νιώθει και τι σκέφτεται; Έχω τις αμφιβολίες μου. Οφείλω να αναφέρω ότι δεν ήταν μέσα στα σχέδιά μου να δημοσιεύσω αυτό το κείμενο κάτω από το όνομά μου. Οι προσωπικές μου καταστάσεις έχουν ωστόσο αλλάξει και ξαφνικά ένιωσα την ανάγκη να το κάνω. Έτσι καθημερινά θ' ανεβαίνει εδώ αυτόματα (αν τα καταφέρω) μία ανάρτηση με ένα νέο κεφάλαιο. Αυτή τη φορά όμως δεν θα το διαφημίζω στο Facebook και στο Twitter, οπότε όποιος θέλει να το διαβάσει θα πρέπει να παρακολουθεί το μπλογκ. Εξάλλου αυτή είναι μια ιστορία που λειτουργεί καλύτερα μέσα στη σιωπή. Αν υπάρχουν κάποια σχόλια θα τα απαντώ όποτε μπορώ, αλλά αυτό ίσως να μη συμβαίνει συχνά. Τελειώνοντας θα ήθελα να αναφέρω ότι στη διάρκεια της συγγραφής έκανα μία προσπάθεια να ξεφύγω απ' το γνωστό μου (σε πολύ λίγους) ύφος. Ελπίζω, αυτό τουλάχιστον, να το έχω καταφέρει. Καλή ανάγνωση.


Η ακόλουθη ιστορία αποτελεί προϊόν φαντασίας. Οποιαδήποτε αναφορά σε πρόσωπα, καταστάσεις και γεγονότα, που απασχόλησαν και απασχολούν την κυπριακή επικαιρότητα, είναι εντελώς συμπτωματική, εκτός από το ένθετο χρονολόγιο, που θυμίζει ειδησεογραφική καταγραφή.



Βρήκαν το πόδι του να επιπλέει κάπου στα ανοικτά της Πάφου. Και ταράχτηκα. Πολύ. Ξύπνησαν πάλι μέσα μου οι πικρές αναμνήσεις από το πρόσφατο παρελθόν, εκείνο που προσπαθούσα τόσο να ξεχάσω, αλλά που ήταν πολύ νωρίς για να το κάνω. Θα με βρούνε τώρα, σκεφτόμουνα, και τα δάκρυα άρχισαν να κυλάνε στάλα-στάλα απ’ τα μάτια μου, να με γεμίζουν τρόμο. Θα με βρούνε, και τότε τι;
     Ήτανε αργά τη νύχτα, καθόμουνα σ’ ένα παγκάκι, κάτω από ένα δέντρο στην Πλατεία Φανερωμένης στη Λευκωσία κι έκλαιγα. Όσο πιο αθόρυβα μπορούσα. Αραιά και πού κάποιοι άγνωστοι περνούσαν, με κοιτούσαν κι έφευγαν, κανείς δεν κοντοστεκόταν για λίγο, κανείς δεν τολμούσε να μου μιλήσει. Φοβούνται τόσο πολύ το θρήνο οι άνθρωποι, που προτιμούν να κρύβονται πίσω από ψεύτικα χαμόγελα παρά να δείξουν τι πραγματικά νιώθουν. Εγώ δεν είμαι έτσι. Αλλά κι εγώ έχω μυστικά. Φοβερά μυστικά. Τα οποία μέχρι τώρα δε μοιράστηκα με κανένα. Ή σχεδόν.
     Άκουσα βήματα να με πλησιάζουν πατώντας ανάλαφρα στο κιτρινισμένο από τα φώτα της νύχτας πλακόστρωτο. Τα νυχτοπούλια πετούσαν γύρω από τα δέντρα, πάνω απ’ το καμπαναριό της Παναγιάς και κυνηγούσαν τις σκιές τους στο φεγγάρι. Κάποιος κάθισε δίπλα μου. Δε γύρισα. Ήξερα ποιος ήταν. Τον ένιωσα. Εκείνος! Η παραφωνία της παρέας. Η παραφωνία επειδή δεν ανήκε εκεί. Δε μου μίλησε. Δε με άγγιξε. Με άφησε να στεγνώσω από δάκρυα, ν’ αφήσω ένα βαρύ αναστεναγμό και μετά, πολύ μετά, μου είπε: «Πάμε!»
     Σηκώθηκα. Αρχίσαμε να περιπλανιόμαστε αργά και σιωπηλά, ο ένας δίπλα από τον άλλο, στα στενά της παλιάς πόλης. Σχεδόν παντού ερημιά, εκτός από τις γειτονιές των μεταναστών. Εκεί περιπλανιόνταν ακόμη μυρωδιές, έβλεπες άντρες και γυναίκες να κάθονται σε παγκάκια και να μιλάνε χαμηλόφωνα, όπως το απαιτούσε η ώρα. Μού άρεσαν αυτές οι γειτονιές, ειδικά στη διάρκεια της ημέρας. Τότε που τα παιδιά των ξένων πλημμύριζαν τους δρόμους, που έμοιαζαν τόσο ευτυχισμένα μέσα στη φτώχεια τους, τότε που τα κορίτσια της νύχτας κάθονταν στις εξώπορτες, καλώντας τους περαστικούς στο Σπίτι τους, για να περάσουν ωραία. Τότε ένιωθα λες και ζούσα μέσα σε κάποιο παραμύθι, σε κάποια άλλη χώρα, και κάποια άλλη εποχή.
     Η Κύπρος είναι η κατάρα μου, έλεγα πού και πού, κι ας την αγαπούσα τόσο. Και το λέω ακόμη. Διχασμένη χώρα, όχι μόνο γεωγραφικά, αλλά και σαν προσωπικότητα. Όλοι δείχνουν τίμιοι, μα η ατιμία είναι ο κανόνας. Όλοι δηλώνουν πιστοί χριστιανοί, αλλά οι πλείστοι πηγαίνουν στην εκκλησιά μια-δυο φορές το χρόνο. Όλοι ξέρουν ποιο είναι το σωστό, μα λίγοι το πράττουν. Ώρες-ώρες νιώθω ν’ απελπίζομαι, με πιάνει το παράπονο, κλαίω και το ξεπερνάω. Πώς είμαι έτσι; Πώς είναι τα κορίτσια της γενιάς μου; Σα φαντάσματα περιπλανιόμαστε στις γειτονιές των ανθρώπων. Κακέκτυπα. Οι μισοί των γονιών τους, οι υπόλοιποι κάποιων άλλων. Και κλαίμε. Κλαίμε πολύ. Στο σχολείο, στο σπίτι, σ’ ένα παγκάκι κάτω από ένα δέντρο. Ο κόσμος μας είναι ξένος. Προσπαθούμε να τον αλλάξουμε, να τον κάνουμε δικό μας, αλλά αυτός έχει το πάνω χέρι. Κανείς δεν άλλαξε τον κόσμο φορώντας ρούχα πολύχρωμα, κάνοντας ψιλές και επαναστατώντας στα λόγια. Ναι, αυτό ακριβώς κάνουν οι φίλοι μου, αυτό κάνω κι εγώ, επαναστατούμε στα λόγια, πατώντας στα σίγουρα, εξασφαλισμένοι από τα λεφτά του μπαμπά. Τζάμπα μάγκες. Εντάξει, εγώ μπορεί να μην έχω λεφτά, ούτε και μπαμπά, αλλά και πάλι…
     Φτάσαμε στο σπίτι του. Ένα σπίτι παλιό, με τοίχους χαρακωμένους από τη χρόνια υγρασία. Με άφηνε να μένω πού και πού εκεί, αφού δεν είχα πού αλλού να πάω. Δεν είχα σπίτι εννοώ. Εδώ και ένα χρόνο. Κοιμόμουνα στα σπίτια των γνωστών ή σ’ ένα ερείπιο στο οποίο κάναμε κατάληψη, για να κάνουμε τα δικά μας. Τα δικά μας που δε διέφεραν και πολύ από εκείνα των άλλων. Όλα τα κάναμε εκεί. Όλα! Μόνο έρωτα δεν κάναμε. Λες και η ερωτική έλξη πέθανε, λες και κανείς δε θέλει να νιώσει πολύ κοντά του κάποιον άλλο, λες και το σεξ είναι αμαρτία. Συναντιόμαστε, αγκαλιαζόμαστε, φιλιόμαστε, μα δεν κάνουμε έρωτα, αλλά ούτε και τον νιώθουμε. Ίσως επειδή ξέρουμε ότι αυτός πληγώνει. Πάντα πληγώνει. Δεν μπορούμε να ερωτευτούμε, εγώ κι οι φίλοι μου, μόνο να περιπλανιόμαστε και να μιλούμε ξέρουμε. Κι ας προτιμώ τη σιωπή.
     Σιωπή! Έτσι με αποκαλεί αυτός, ο Γιάννης. Καληνύχτα Σιωπή, μου είπε και πήγε στο δωμάτιό του. Πήγα κι εγώ σ’ εκείνο όπου θα ξόδευα τη νύχτα. Ευτυχώς που με βρήκε, σκεφτόμουνα. Δεν ήθελα να συναντήσω κόσμο. Θα μ’ έπρηζαν με τα γιατί τους, κι αυτό δε θα το άντεχα.
     Το δωμάτιο ήταν σχεδόν άδειο. Είχε μονάχα ένα στρώμα πεταμένο στο υγρό πάτωμα και μια μικρή βιβλιοθήκη. Εκεί μέσα μου άρεσε να χώνομαι πού και πού και να ταξιδεύω με τα παραμύθια. Τα παραμύθια δεν τα πίστευα, τα μισούσα, αλλά τα είχα ανάγκη. Στους κόσμους τους ξεχνιόμουνα, κι εκείνο το βράδυ δεν είχα τίποτα περισσότερο ανάγκη από το να ξεχαστώ. Πήρα ένα βιβλίο στα χέρια μου. Το δέντρο που έδινε. Πολύ παιδικό και όμορφα εικονογραφημένο. Μού θύμισε το δέντρο στην πλατεία, το δέντρο μου. Το διάβασα σε λίγα λεπτά. Χαμογέλασα. Και μετά παρέμεινα ξαπλωμένη στο στρώμα να κοιτάω το ταβάνι. Ψηλό ταβάνι, όπως σε όλα τα παλιά σπίτια της πόλης. Κάθε τόσο έκλεινα τα μάτια και έβλεπα την ίδια εικόνα, αυτή που έκοβε από νωρίς το απόγευμα βόλτες στους κόσμους της σκέψης μου, το πόδι του. Λες; αναρωτιόμουνα. Λες να πάνε και πάλι όλα στραβά;
     Όλα στραβά! Αυτός θα μπορούσε να είναι ο τίτλος του βιβλίου της ζωής μου. Αν δεν μου πήγαιναν όλα στραβά, δε θα έκανα όσα έκανα, δε θα ήμουνα τόσο λυπημένη, δε θα με αποκαλούσε ο Γιάννης Σιωπή, αλλά Κραυγή, ίσως και Χαμόγελο. Ο Γιάννης, που κοιμόταν στο δίπλα δωμάτιο. Αυτός που ήξερε όλα μου τα μυστικά. Ο μόνος που εμπιστευόμουνα κι εμπιστεύομαι ακόμη. Αυτός που μου είπε ότι, καλά του έκανα του μπάσταρδου και τον σκότωσα. Τον σκότωσα. Εκείνον του οποίου ανακαλύψανε το πόδι σήμερα. Εκείνον που για χρόνια και χρόνια μου έκανε τη ζωή ποδήλατο, που δε μου επέτρεψε ποτέ να μάθω πώς να χαμογελώ, που με έκανε από εφτά χρονών να χάσω την πίστη μου στους ανθρώπους, που θα με έκανε χρόνια μετά να επιβάλω τη δική μου σκληρή δικαιοσύνη. Τον άνθρωπο που μου χάρισε ζωή. Αυτόν που μου την πήρε. Το βιαστή μου. Τον πατέρα μου.
     Με λένε Χαρά, κι αυτή είναι η ιστορία μου.

Συνεχίζεται
Δημοσίευση σχολίου