Τρίτη, 24 Απριλίου 2012

Η Στιγμή - Κεφάλαιο 5


Καθόμαστε σε μια ερημική τοποθεσία ανάμεσα στην Πόλη της Χρυσοχούς και το Λατσί και κοιτάμε τα κύματα. Ο ήλιος καίει, αλλά δε μας νοιάζει. Το αεράκι ζεστό και τρυφερό φυσάει απ’ το νότο, αλλά ευτυχώς δε φέρνει σκόνη. Ήρεμη σήμερα η θάλασσα, να σαν και τη νωχελική αυτή ώρα του μεσημεριού. Θέλουμε να μπούμε μέσα ν’ απολαύσουμε τη δροσιά των γαλαζοπράσινων νερών της, αλλά δεν το τολμάμε, αφού εδώ είναι βαθιά, και κανείς απ’ τους δυο μας δεν κολυμπάει. Παράξενο δεν είναι;
     «Έρχομαι εδώ για να ηρεμήσω και να σκεφτώ», μου λέει. Δεν του απαντώ αμέσως. Αφού πάντα ήρεμος και σκεφτικός είναι, εκτός όταν σκοτεινιάζει το βλέμμα του. Ποτέ μου δεν μπόρεσα να αποκωδικοποιήσω τη συμπεριφορά αυτού του άνθρωπου. Δεν είναι όμορφος εξωτερικά, αλλά τα καστανά του μάτια μοιάζουν να μιλάνε – να μου μιλάνε. Το κορμί του, χαλαρό όπως είναι τώρα στην αμμουδιά, λίγο άχαρο μοιάζει. Δεν είναι ούτε κοντός ούτε ψηλός και έχει κοιλίτσα, ενώ τα μαλλιά του έχουν αρχίσει εδώ και καιρό να αραιώνουν. Όπως μου είπε, αν δε βαριόταν ν’ ασχολείται με τρίχες θα ξύριζε το κεφάλι. Και είναι μοναχικός. Ακόμη πιο πολύ κι από μένα. Σα να μην έχει τίποτα να πει στους ανθρώπους, αν και όταν τους συναντά τις περισσότερες φορές τους φέρεται ζεστά. Μόνο σ’ ένα δε μιλά, στο βιαστή μου, τον οποίο -όπως μου είπε- αν γνώριζε λίγα χρόνια πριν ίσως και να τον σκότωνε. Τον πιστεύω. Είμαι σίγουρη ότι έκανε πολλά. Πολύ περισσότερα απ’ όσα ξέρω, πιο πολλά απ’ όσα θα παραδεχόταν ποτέ.
     «Μα, πάντα είσαι ήρεμος και σκεφτικός», του λέω με χρονοκαθυστέρηση. Με κοιτάει για μια στιγμή απορημένος και ύστερα χαμογελά.
     «Όπως κι εσύ», απαντά, «σε ό,τι αφορά το δεύτερο κομμάτι. Έχεις τόση οργή μέσα σου». Λες και δεν το ξέρω. «Πρέπει να κάνεις κάτι. Δε συνηθίζω να στα πρήζω, αλλά δεν μπορώ να σε βλέπω πια σ’ αυτή την κατάσταση».
     «Να κάνω τι, Γιάννη; Τι θα μπορούσα να κάνω;»
     «Δεν μπορώ να σου προσφέρω λύσεις, Χαρά, ούτε απαντήσεις. Μόνη σου πρέπει να τις βρεις. Πιστεύω σε σένα. Είσαι δυνατή. Όταν εγκατέλειπες το σπίτι σου πριν ένα χρόνο, πίστευες ότι θα πετύχαινες ό,τι πέτυχες σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα;»
     Η αλήθεια είναι ότι όχι, δεν το πίστευα. Αλλά, ό,τι πέτυχα το πέτυχα από πείσμα και μόνο. Πείσμα γεννημένο από το μίσος και το θυμό. Μίσος για τον πατέρα μου, θυμό για τη μάνα μου. Σα να ήθελα να αποδείξω στον μακαρίτη και στη ζωντανή-νεκρή ότι δεν τους χρειαζόμουνα, πώς θα μπορούσα να τα βγάλω πέρα μια χαρά και χωρίς εκείνους. Και τα κατάφερα. Πρώτα βρήκα μια δουλειά μερικής απασχόλησης σ’ ένα μαγαζί με εξωτικά αξεσουάρ και ύστερα πήρα την απόφαση να γίνω η καλύτερη μαθήτρια στην τελευταία τάξη του σχολείου. Και έγινα, σχεδόν. Η δεύτερη ή η τρίτη καλύτερη, αλλά αυτό δε σημαίνει τίποτα. Από το δεκαπέντε που ήταν ο γενικός μου έφτασα στο δεκαεννιά. Και ήμουνα ανάμεσα στους πρώτους επιτυχόντες στις προεισαγωγικές εξετάσεις του πανεπιστημίου Κύπρου. Θα σπούδαζα και θα συνέχιζα να δουλεύω, θα τα έκανα όλα μόνη, χωρίς τη βοήθεια κανενός. Αλλά πάντα θα κουβαλούσα πίσω μου τα βάρη από το παρελθόν. Είχε δυστυχώς δίκιο. Έπρεπε με κάποιο τρόπο να τα ξεφορτωθώ, αλλά πώς; Τώρα πια γνώριζα πολύ καλά ότι η μεγαλύτερη τιμωρία δεν είναι εκείνη που επιβάλλει κανείς, αλλά εκείνη που οι άλλοι φοβούνται. Άσε τους να ζούνε με το φόβο, κι αυτό είναι αρκετό. Όπως άφησα εκείνον, τον δεύτερο.
     «Θα μπορούσες…». Σκέφτεται. Σιωπά. Με κοιτάει στα μάτια, σα να διαβάζει μέσα τους εκείνα που ήδη γνωρίζει. «Θα μπορούσες να καθίσεις και να γράψεις την ιστορία σου», συνεχίζει τελικά, «κι ας μην τη διαβάσει ποτέ κανείς. Φτάνει να…». Να εξορκίσω τους δαίμονές μου; Να φύγει από πάνω μου; Να την ξεφορτωθώ; Εύκολο είναι; Δεν είναι. Κι όμως, κι εγώ το σκέφτηκα. Το προσπάθησα κιόλας μια-δυο φορές, αλλά δε μου έβγαινε, σαν ψεύτικα ήταν τα λόγια μου, ξένες οι σκέψεις, λες και τη ζωή μου την έζησε κάποιος άλλος. Όσο όμως περνάει ο καιρός, τόσο νιώθω κάτι να αλλάζει μέσα μου, να ωριμάζει. Είμαι το ίδιο ευαίσθητη όπως πάντα, αλλά σιγά-σιγά σα ν’ άρχισε να καθαρίζει η ματιά μου, ο κόσμος δε μου φαίνεται πια σα μια αλληλουχία αποχρώσεων του μαύρου. Δεν έγιναν όλα πολύχρωμα, ούτε κατά διάνοια, απλά πού και πού διακρίνω λίγο γκρίζο, μια ιδέα από καφέ.
     «Νομίζεις ότι μπορώ; Δεν είμαι και τόσο σίγουρη…» Έχω απόλυτη ανάγκη την επιβεβαίωσή του. Το ξέρω ότι τα λόγια δε σημαίνουν τίποτα, αλλά τα χρειάζομαι.
     «Εγώ είμαι. Τα διαβάζω όλ’ αυτά που γράφεις. Όλα! Στους τοίχους του καφενείου, στα τραπέζια, στα παγκάκια στην πλατεία, στα τετράδιά σου. Είναι μικρά-μικρά κομμάτια από την ψυχή σου, μιλάνε γι’ αυτή, αλλά δεν αφήνουν να φανεί ποια είσαι. Είμαι σίγουρος ότι αν το πάρεις απόφαση θα μπορέσεις να γράψεις για όλ’ αυτά που σε σημάδεψαν. Θα πονέσεις, αυτή είναι η αλήθεια, αλλά αμέσως μετά θα νιώσεις να σε τυλίγει στην αγκαλιά της η ανακούφιση. Και στο λέω ξανά: δεν είναι ανάγκη να τα διαβάσει κανείς. Φτάνει να αδειάσεις εσύ…»
     Δίκιο έχει, αλλά δεν του το λέω. Είναι μια απ’ τις πολλές του παραξενιές αυτή. Δε θέλει να συμφωνούν οι άλλοι μαζί του, γι’ αυτό και συνήθως δε μιλά πολύ. Εκτός από σήμερα. Σήμερα όλα είναι αλλιώς. Σωπαίνω λοιπόν. Μετακινώ το κορμί μου λίγο πιο κοντά στο δικό του, χώνομαι στην ιδρωμένη αγκαλιά του. Η ανάσα του μυρίζει βαριά τσιγάρα και καφέ. Δεν υπάρχει τίποτα ερωτικό στο άγγιγμά μας. Ποτέ δεν τον είδα ερωτικά, κι εκείνος -όπως υποστηρίζει- ποτέ δεν ερωτεύεται. Αλλά, δε με χαλάει αυτό. Τι να τον κάνω τώρα τον έρωτα; Τι θα μπορούσε να μου προσφέρει; Ο έρωτας δε σβήνει τη μοναξιά, την κάνει πιο επώδυνη, ενώ η φιλία την απαλύνει, την κρύβει για λίγο πίσω από τις συννεφιές του μέσα σου.
     Ας γράψω λοιπόν την ιστορία μου. Το παίρνω απόφαση. Θα τη γράψω σαν ποίημα, σα μονόλογο ή σα διήγημα. Ο τρόπος δεν έχει σημασία. Φτάνει να πω όσα θέλω να πω. Φτάνει το χαρτί να ακούσει τη φωνή μου, να βραχεί από τις αλμυρές στάλες των ματιών μου.

Συνεχίζεται
Η εικόνα κλεμμένη από εδώ
Δημοσίευση σχολίου