Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2011

Σ’ ένα ανώνυμο κορίτσι

Πώς σε λένε - Σοφία, Αισέ, Μαρία, Τζούλια ή Κατερίνα - δεν ξέρω.
Αλλά ξέρω ότι σε είδα, πως σε άκουσα.
Σε είδα στους δρόμους της Τύνιδας να ζητάς δημοκρατία
Στις πλατείες του Καΐρου ελευθερία να ψάχνεις.
Άκουσα τη φωνή σου να μου φωνάζει: ξύπνα!
Απ’ της Συρίας τ’ αυτοκρατορικά ερείπια
Απ’ του Ιράν τα θεοκρατικά μπουντρούμια.
Σε είδα να ματώνεις στις πετρελαιοπηγές της Αφρικής
Και στης Νοτίου Αμερικής τα ορυχεία
Να πεθαίνεις στου μεταξιού τους δρόμους
Και ν’ ανασταίνεσαι ξανά και να λες: Αρκετά!
Αρκετά, κραύγασες, Αρκετά!
Και σήκωσες ψηλά το αδύναμο λάβαρό σου,
Αυτό του ονείρου και της σύγχρονης ευρωπαϊκής απελπισίας.
Οπλίστηκες με τα νιάτα σου, μ’ ένα χαμόγελο,
με δυο αγκαλιές και τρεις φίλους καλούς,
με μια γειτονιά, όλο τον κόσμο σου,
Και κίνησες να τα πεις ένα χεράκι στης πολιτικής τα όρνια.
Μα η φωνή σου ήταν αδύναμη.
Δεν μπορούσε ν’ ακουστεί πάνω απ’ τις κόρνες των αυτοκινήτων,
Και τις ατελείωτες τσιρίδες των τηλεπαρουσιαστών,
Η παρουσία σου πολύ μικρή, πολύ ασήμαντη,
Για να τραβήξει πάνω της τα βλέμματα των περαστικών.
Αλλά εσύ δεν τα παράτησες: Θα μείνω εδώ, είπες.
Κι έμεινες εδώ. Εκεί.
Εκεί, στη μέση του δρόμου της πόλης – μιας πόλης.
Εκεί σε συνάντησαν τα Ματ:
Στην Αθήνα και στη Λισαβόνα, στο Λονδίνο και στο Δουβλίνο,
Στη Σαλονίκη και στη Βαρκελώνη.
Κι εκεί σε χτύπησαν. Εκεί σε μάτωσαν.
Το αίμα και τα δάκρυά σου έκαναν το γύρο του κόσμου.
Κάποιοι τα είδαν και σε συμπόνεσαν, άλλοι ταράχτηκαν,
Και κάποιοι, οι περισσότεροι, απλά απέστρεψαν το βλέμμα και σε ξέχασαν.
Είτε έτσι, όμως, είτε αλλιώς, εσύ πέτυχες το στόχο σου,
Έβαλες ένα λιθαράκι στο ναό της νέας ελπίδας.
Και μάς έδειξες ένα δρόμο αλλιώτικο,
Παλιό και καινούριο,
Κοινό και μοναδικό.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ
Δημοσίευση σχολίου