Τρίτη, 7 Ιουλίου 2015

Το τρίτο θύμα - Κεφάλαιο 2



Μέχρι πέρυσι τον αποκαλούσαν Χοντρό ή και Κρυφό. Το πρώτο επειδή ήταν όντως χοντρός και το δεύτερο γιατί δεν ήταν απ' αυτούς που ανοίγονταν εύκολα στους ανθρώπους και πολύ δύσκολα μπορούσε κανείς να καταλάβει τον τρόπο που σκεφτόταν. Το καλό μαζί του ήταν ότι δεν τους άφηνε ποτέ να πλήξουν, αφού περισσότερο από κάθε άλλον έβρισκε τρόπους για να τους προκαλέσει την έκπληξη.
Η τελευταία φορά όμως που τους άφησε άφωνους είναι αυτή που όλοι θα θυμούνται, και η οποία τον οδήγησε και στην προαγωγή, την οποία αρνιόταν εδώ και χρόνια, αφού πάνω απ' όλα του άρεσε να είναι ντετέκτιβ.
Ήταν λοιπόν ένα χρόνο πριν που συνέβησαν τα γεγονότα που θα του άλλαζαν τη ζωή. Κάποιος είχε αρχίσει να δολοφονεί αστυνομικούς τον ένα μετά από τον άλλο, και τα εγκλήματα αυτά άνοιξαν το δρόμο σε μια διαφορετική έρευνα που είχε να κάνει με τη διαφθορά στο αστυνομικό σώμα. Ο Χοντρός, που δε συμπαθούσε και πολύ τους συναδέλφους του τους οποίους θεωρούσε κηφήνες, αντί να θελήσει να εργαστεί μαζί τους για να διαλευκάνει τις υποθέσεις εναπόθεσε την πίστη του σε μια νεαρή του συνεργάτιδα και δύο άλλους νέους, που μόλις αποφοίτησαν από τη σχολή. Στη διάρκεια λίγων μόνο ημερών κατάφεραν όχι μόνο να συλλάβουν το δολοφόνο, αλλά και να στήσουν στον τοίχο αυτούς που τα έπαιρναν. Επίσης απέτρεψαν μία ακόμη δολοφονία και έστειλαν τους υπεύθυνους στη φυλακή.
Από τότε ο Χοντρός έγινε ο αρχηγός και τα, φανερά τουλάχιστον, εις βάρος του αστεία σταμάτησαν.
Τώρα κάθεται στο γραφείο του και περιμένει την αναφορά για τη νέα υπόθεση από τη Ντίνα Αυγουστή, που είναι το δεξί του χέρι. Η Ντίνα, στα είκοσι οκτώ της χρόνια, με τα μαλλιά κομμένα κοντά και τα μελιά της μάτια στεναχωρημένα, μα όπως πάντα, συγκεντρωμένα, έζησε ήδη τόσα πολλά με το αφεντικό της, που ξέρει τι θέλει κάθε φορά να τη ρωτήσει προτού καν το κάνει. Οπότε μπαίνει κατευθείαν στο ψητό.
"Τον βρήκε στο διαμέρισμά του μια κοπέλα που δουλεύει στην Παγίδα στις τέσσερις και είκοσι το πρωί. Είχε φύγει από το μαγαζί στις τρεις περίπου το πρωί, για λίγα λεπτά όπως τους είπε, κι αφού δεν επέστρεψε και τον χρειάζονταν για να κλείσουν το ταμείο, τον πήραν κατ' επανάληψη τηλέφωνο. Αφού δεν απαντούσε, η υπεύθυνη του μπαρ έδωσε στην κοπέλα το κλειδί του διαμερίσματός του για να πάει να δει αν του είχε συμβεί κάτι, αφού ως γνωστό έπινε πολύ. Τον βρήκε πνιγμένο στη μπανιέρα και έτρεξε κάτω στο μαγαζί και τους είπε τι συνέβη. Τηλεφώνησαν στην αστυνομία και πρώτος στη σκηνή έφτασε ο Γιάννης Θεοδούλου, από το τμήμα της Στροβόλου, ο οποίος θεώρησε ύποπτες τις περιστάσεις τους πνιγμού του και κάλεσε ενισχύσεις. Κάποιος μάλλον θα του είπε ότι ο Χριστάκης είναι φίλος σου, έτσι λάβαμε μια κλήση ακριβώς στις τέσσερις και πενήντα το πρωί, οπότε και σου τηλεφώνησα".
"Οι άλλοι πού είναι;"
"Εγώ είμαι εδώ επειδή είχα βάρδια. Τους τηλεφώνησα λίγο πριν έρθεις. Όπου να 'ναι όμως…"
"Είμαστε εδώ".
Οι ροκόλοι ή τα παιδαρέλια του ήταν ήδη όντως εκεί. Ο Τεκ, κατά κόσμο Παναγιώτης Ιακώβου, μοιάζει όπως πάντα ξενυχτισμένος. Στα τριάντα του χρόνια θεωρείται βετεράνος της χακεριανής κοινότητας. Λεπτός, όσο πάει, με μαύρα μάτια βυθισμένα λες μες στις κόγχες τους, δε σου γεμίζει το μάτι. Κι όμως το μυαλό και τα δάχτυλά του πάνε με χίλια. Η Αγγέλα Χρυσοστόμου, που είναι ο Βενιαμίν της ομάδας, στα είκοσι πέντε της, με σπουδές ψυχολογίας και πλήθος ενδιαφέροντα, μοιάζει, κι αυτή όπως πάντα, έτοιμη από ώρα.
"Τι παίζει;" ρωτά εκείνος, που είναι μόνιμα ανυπόμονος.
"Σκότωσαν τον Χριστάκη", απαντά δίχως ενδοιασμούς η Ντίνα, αφού ξέρει ότι το μόνο πράγμα που θα μπορούσε να εκνευρίσει τούτη την ώρα το αφεντικό της θα ήταν η σπατάλη χρόνου.
Ο Τεκ μπαίνει κατευθείαν στο ψητό, αφού ξέρει, έστω εξ ονόματος ποιος είναι αυτός.
"Επίθετο;"
"Αυτό είναι το επίθετο. Το όνομα είναι Βασίλης".
Ανάβει την οθόνη του τάμπλετ, το οποίο λες κρατά μόνιμα στα χέρια του στην αναμονή, και πληκτρολογεί.
"Βλέπω τρεις μ' αυτό το όνομα. Όνομα πατρός ή ημερομηνία γεννήσεως".
"1958" απαντά ο Ιωάννου.
Μια στιγμή μετά.
"Μάλιστα. Του Πάρη και της Σοφίας. Ιδιοκτήτης τεσσάρων διαμερισμάτων και τριών αυτοκινήτων. Διαμερίσματα στην Παλλουριώτισσα, την Ανθούπολη, το Ζύγι και στο κέντρο της Λευκωσίας. Αυτοκίνητα: μια μπέμπα, ένα Τογιότα του 2008 και ένα Ώστιν Μόρρις, κειμήλιο απ' την αγγλοκρατία. Ιδιοκτήτης της Παγίδας από το 1997. Χρωστά 437, 584 ευρώ σε διάφορες τράπεζες. Μάλλον γι' αυτό μπήκε στο στοπ λιστ και γι' αυτό το βλέπω εδώ".
"Τόσα πολλά;" αναρωτήθηκε δυνατά η Χρυσοστόμου, προλαβαίνοντας στο τσακ το αφεντικό της, αφού ούτε κι αυτός ήξερε ότι είχε τέτοια χρέη ο μακαρίτης.
"Μπορείς να δεις πώς δημιούργησε αυτό το χρέος;" ρώτησε εκείνος.
"Όχι τώρα. Αυτό το νούμερο το βρήκα επειδή είναι μαυροπινακισμένος…"
"Πάντα ξόδευε τα λεφτά λες και δεν υπήρχε αύριο, οπότε δεν μπορούσα να μαντέψω ότι ήταν καταχρεωμένος. Πάρε-δώσε με τη δικαιοσύνη;" Ναι, ήταν φίλος του ο Χριστάκης, αλλά αυτό δεν πάει να πει ότι ήξερε και τη ζωή του απέξω κι ανακατωτά.
"Πολλές καταδίκες σε σχέση με το μαγαζί. Για κάπνισμα, για μη έγκαιρη έκδοση αδειών και για παραβίαση ωραρίου. Δύο καταγγελίες επίσης για οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ και για υπερβολική ταχύτητα. Ήταν στο τσακ να του στερήσουν την άδεια. Δεν ξέρω αν εκκρεμεί τίποτ' άλλο προς το παρόν".
Παρέμεινε για λίγο σκεφτικός. Οι τελευταίες αναφορές δεν τον εξέπληξαν. Ο φίλος του έπινε τόσο πολύ που καθόλου δε θα τον ξένιζε αν έπεφτε νεκρός απ' την κατάχρηση αλκοόλ ή αν πάθαινε κάποιο σοβαρό ατύχημα εξαιτίας του. Το να δολοφονηθεί όμως, αυτό δεν το περίμενε.
"Ντίνα, θα μας δώσουν την υπόθεση;"
"Μας την έδωσαν ήδη. Τηλεφώνησα στον Σωτηρίου αμέσως μετά από σένα και…"
"Καλά έκανες. Ευχαριστώ".
Ο Σωτηρίου ήταν ο προκάτοχος του Χοντρού και νυν υπαρχηγός της Αστυνομίας. Δε θα χρειάστηκε περισσότερα από ένα-δυο τηλεφωνήματα για να διευθετήσει το θέμα. Και σίγουρα δε θα είχε πρόβλημα που τον ξύπνησαν τα χαράματα, αφού οι χάρες που τους χρωστούσε θα μπορούσαν να κρατούσαν μια ζωή. Αυτοί ήταν που έσωσαν την καριέρα του, κι όχι μόνο αυτό, τον βοήθησαν κιόλας να αναρριχηθεί σ' ένα απ' τα υψηλότερα αξιώματα της ιεραρχίας.
"Ποιος είναι εκεί;" απευθύνθηκε και πάλι στην Ντίνα, αφού δεν ήθελε να χάσει στιγμή.
"Ο Θεοδούλου, δύο άλλοι αστυνομικοί από το τμήμα Στροβόλου, τα παιδιά της σήμανσης και ο Αντωνίου".
Ο Αντωνίου ήταν ο ιατροδικαστής, ένας άντρας πενήντα δύο χρόνων, που μοιάζει να γέρασε πριν απ' την ώρα του. Λεπτός, καμπούρης, με ταλαιπωρημένο το κορμί και την ψυχή, συνήθως μοιάζει έτοιμος να καταρρεύσει, αλλά το πείσμα του και η αγάπη του για τη δουλειά τον σώζουν. Ευτυχώς που είναι αυτός, σκέφτεται, οι άλλοι δε θα έκαναν τόσο καλή δουλειά.
"Ντίνα και Αγγέλα, θα έρθετε μαζί μου. Τεκ, ξέρεις;"
"Να περιμένω να βγουν τα εντάλματα;"
"Ξέρεις…"
Αυτό πάει να πει, κάνε ό,τι μπορείς να κάνεις τώρα με τα κομπιούτερ, και όταν βγουν τα εντάλματα, κάνουμε και τα υπόλοιπα.
Είναι έξι και τέταρτο το πρωί. Ο ήλιος έχει χαράξει για τα καλά και η μέρα προβλέπεται πολύ ζεστή. Ιούλιος. Ένας από τους λιγότερο αγαπημένους μήνες για κείνον.
"Με το γραφείο τι θα κάνουμε;" τον ρωτά η Ντίνα, που χάρη σ' αυτόν έχει γίνει το κορίτσι για όλες τις δουλειές.
"Πες σε όποιον δουλεύει να κρατήσει τα όποια μηνύματα θα έρθουν για μας όσο θα λείπουμε, μέχρι να έρθει η γραμματέας μου. Έτσι κι αλλιώς οι περισσότεροι μας ψάχνουν στα κινητά, ενώ θα είναι και ο Τεκ εδώ".
"Θ' αργήσουμε να γυρίσουμε και…"
"Ναι, ναι, ξέρω, έχω πολλή δουλειά. Αυτό το χαρτολόι θα με φάει…"
Βγαίνουν έξω οι τρεις τους κι αρχίζουν να περπατούν προς τη σκηνή του εγκλήματος, αφού από την Πύλη Πάφου, όπου εδρεύουν, δεν απέχει παρά λίγα λεπτά. Εξάλλου αν πήγαιναν με τ' αμάξια θα τους έπαιρνε πολύ περισσότερο χρόνο να γυρίσουν μετά που θ' άρχιζε η κίνηση.
"Τους κράτησαν όλους στην…"
"Παγίδα. Ναι".
Άθελά του λίγο έλειψε να γελάσει. Είναι εκπληκτικό το πώς αυτό το κορίτσι μπορεί και μαντεύει τις σκέψεις μου, σκέφτεται. Η αλήθεια είναι ότι και η Χρυσοστόμου είναι το ίδιο διορατική, αλλά δεν έχει το θάρρος να του μιλά με τον ίδιο τρόπο.
Όταν φτάνουν στην Παγίδα και παρά το ότι είναι τόσο νωρίς το πρωί έχει μαζευτεί πλήθος κόσμου. Τα άσχημα νέα ταξιδεύουν πάντα γοργά. Βρίσκουν τον επικεφαλή της αστυνομικής ομάδας που έφτασε εκεί πριν απ' αυτούς, να κάθεται σ' ένα τραπεζάκι και να πίνει τον καφέ του, παρατηρώντας το πλήθος. Βλέποντας τον Χοντρό πετάγεται απάνω λες και τον δάγκωσε φίδι. Το ύφος του τελευταίου του λέει ότι μάλλον θα ήταν προτιμότερο αυτό, αλλά για να αποφύγουν κάποια δημόσια διένεξη, επεμβαίνει ως συνήθως η Ντίνα.
"Μπορείτε να μετακινήσετε την κίτρινη κορδέλα λίγα πιο μέτρα πιο κάτω;", τον ρωτά, κοιτώντας τον έντονα στα μάτια, και αν και είναι πολύ μεγαλύτερος απ' αυτή σε ηλικία και ανώτερος σε βαθμό, σπεύδει να υπακούσει. Όλα καλά, προς το παρόν. Αλλά τα δύσκολα τώρα αρχίζουν.

Συνεχίζεται.


Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.
 
Δημοσίευση σχολίου