Τετάρτη, 22 Ιουλίου 2015

Το τρίτο θύμα - Κεφάλαιο 11



Ο δικηγόρος δεν είχε και πολλά να τους πει, αλλά τους βοήθησε να καταλάβουν καλύτερα πόσο μεγάλα ήταν τα οικονομικά προβλήματα του θύματος, αφού τους αποκάλυψε το μέγεθος των διατροφών πού πλήρωνε στις πρώην συζύγους του, πάντα σε μετρητά, που ήταν ένα καθόλου αξιοκαταφρόνητο ποσό. Τους εξήγησε επίσης ότι αυτός, μέσω μιας εταιρείας, πλήρωνε και τα νοίκια των διαμερισμάτων τους, οπότε γι' αυτό το λόγο δεν μπορούσαν να εντοπίσουν τους χώρους διαμονής τους. Τους είπε το όνομα της εταιρείας, Β.Χ έντερπραϊζ, και τους έγραψε τις διευθύνσεις των γυναικών, μαζί με τα κινητά τους τηλέφωνα, ώστε να μπορέσουν να διευθετήσουν κάποιες συναντήσεις μαζί τους.
Όταν αποχώρησε από το γραφείο του ο Ιωάννου κάλεσε την Ντίνα και της είπε να φροντίσει να συναντηθούν με τις γυναίκες το συντομότερο δυνατόν, αλλά μετά τις δώδεκα το μεσημέρι, αφού πρώτα έπρεπε να περάσει από το υπουργείο.
"Πες επίσης στον Τεκ, αν δεν το έχει κάνει ήδη, να δει τι πληροφορίες μπορεί να μαζέψει γι' αυτές τις γυναίκες. Ουσιαστικά τις γνωρίζω μόνο σαν πρόσωπα και ονόματα. Ποιος ξέρει τι μυστικά κρύβουν", πρόσθεσε.
Εκείνη έσπευσε να υπακούσει αμίλητη, και φεύγοντας για μια ακόμη φορά έκλεισε πίσω της την πόρτα, η οποία πάντα, όταν δεν γίνονταν κάποιες συναντήσεις εκεί, ήταν ορθάνοικτη. Το αφεντικό της ήθελε να σκεφτεί. Κι αυτό συνήθως το έκανε είτε κοιτώντας τον τοίχο, είτε παίζοντας χαρτιά στον υπολογιστή.
Δεν τον άφησε να σκεφτεί και πολύ όμως, αφού σε λίγα λεπτά επέστρεψε με τους φακέλους των τριών και την είδηση ότι η κόρη του ήταν εκεί. Η κόρη του; Θυμήθηκε. Το αυτοκίνητο. Μόνο αυτός είχε τα κλειδιά και μάλλον αφηρημένος σήμερα το πρωί τα έβγαλε από τη μίζα. Είδε το πρόσωπό της να ξεπροβάλλει λίγο ανήσυχο πίσω από την κοπέλα.
"Έλα μέσα".
"Θέλω να σου πω κάτι, αλλά αν δεν έχεις χρόνο μπορεί να περιμένει. Ο Αντρέας μού είπε να του πάω τη λιμουζίνα σου σε σαράντα λεπτά περίπου, οπότε, αν μπορείς να…"
"Κάτσε. Ντίνα, σε λίγο".
Δεν είχε στ' αλήθεια πρόβλημα με την παρουσία της τελευταίας εκεί, αφού οι δύο κοπέλες ήταν πολύ καλές φίλες, αλλά είχε ήδη πολλά να κάνει, και ο χρόνος πιότερο παρά ποτέ δεν του περίσσευε.
"Λέγε", διέταξε τη Μαργαρίτα χαμηλόφωνα.
"Βρήκα μια δουλειά, σε προσωρινή ή μάλλον δοκιμαστική βάση, και ήθελα να σου το αναφέρω για να μου πεις την άποψή σου". Την απόφαση αυτή την πήρε καθοδόν προς τα εκεί, αφού ήταν πολύ ανυπόμονη και δεν μπορούσε να περιμένει μέχρι το βράδυ. "Πόσο χρόνο έχεις;"
"Με το ζόρι δέκα λεπτά. Εκτός κι αν μας διακόψουν. Είναι αρκετά;"
Εκείνη ένευσε καταφατικά κι άρχισε αμέσως να μιλά. Του τα εξήγησε όλα εν συντομία, κι εκείνος δε χρειάστηκε και πολύ για να φτάσει στο συμπέρασμα, ότι αυτή η δουλειά ήταν ό,τι το καλύτερο θα μπορούσε να συμβεί στην κόρη του τη συγκεκριμένη περίοδο. Χρειαζόταν να κάνει κάτι για να μη σκάσει, κι από τη στιγμή που δεν μπορούσε να γίνει αυτό που ήθελε, το να γίνει κάτι που του μοιάζει ήταν μια απόλυτα θετική εξέλιξη.
"Έχεις την ευλογία μου", της είπε μισοειρωνικά κι εκείνη χαμογέλασε πλατιά και σηκώθηκε και πήγε πίσω από την καρέκλα του και τον φίλησε στο κεφάλι, όπως πάντα.
"Κι εσύ τη δική μου", ψιθύρισε, κι αποχώρησε, παίρνοντας μαζί της τα κλειδιά του θρυλικού σκαραβαίου, του μοναδικού πράγματος που θα ήθελε κάποια μέρα να κληρονομήσει απ' το γέρο της.
Εκείνος φώναξε και πάλι στο γραφείο του την Ντίνα κι εκείνη άρχισε να του διαβάζει περιληπτικά τους, ούτως ή άλλως λιτούς φάκελους των τριών γυναικών.
"Άνα Φουνάρ, σαράντα εννιά χρόνων, από τη Ρουμανία, η πρώτη. Αν και η κόρη τους, Μαρία, είναι είκοσι εφτά χρόνων, ο Χριστάκης την παντρεύτηκε πριν από είκοσι πέντε χρόνια. Η κόρη δουλεύει σε ελεγκτικό γραφείο. Η ίδια μάλλον δεν εργάζεται. Εξακολουθούν να ζουν μαζί σ' ένα διαμέρισμα στην Ακρόπολη.
Ευγενία ή μάλλον Ευγενίγια Ιλίεβα, τριάντα οκτώ χρόνων, από τη Βουλγαρία, η δεύτερη. Παντρεύτηκαν πριν από δεκατρία χρόνια. Δεν έχουν παιδιά, κι αυτό μάλλον οφείλεται στο γεγονός ότι δεν πρόλαβαν να κάνουν, αφού χώρισαν πριν από δώδεκα χρόνια. Ζει, με παρέα ή χωρίς, στο Τσέρι. Εργάζεται σα μεταφράστρια, όχι σε γραφείο, αλλά σαν ελεύθερη επαγγελματίας.
Η τρίτη είναι η Ναντίν Μαξίμοβα, είκοσι εννιά χρόνων, από τη Ρωσία. Ένα παιδί, η Ελίνα, τριών χρόνων. Παντρεύτηκαν πριν από πέντε χρόνια. Δουλεύει εδώ και δύο χρόνια σε ταξιδιωτικό γραφείο που ειδικεύεται στη ρωσική αγορά. Ζει στο κέντρο της Λευκωσίας, πολύ κοντά μάλιστα στο διαμέρισμα του Χριστάκη.
Για καμιάν απ' αυτές δεν εκκρεμούν κάποια εντάλματα, ενώ δεν έχουν και καταδίκες για κάτι το σοβαρό, πέρα από δυο παραβιάσεις του κώδικα οδικής κυκλοφορίας από την τελευταία. Και οι τρεις έχουν πάρει την κυπριακή υπηκοότητα και είναι κάτοχοι διαβατηρίου. Σού είπα κάτι που δεν ξέρεις;"
"Ουσιαστικά όχι. Πρόλαβες να επικοινωνήσεις μαζί τους;"
"Ναι. Θ' αρχίσουμε τις συναντήσεις μας στις μιάμιση με την πρώτη. Θα συνεχίσουμε μια ώρα μετά με την τρίτη, και θα κλείσουμε με τη δεύτερη στις πέντε, αφού αυτή τη στιγμή βρίσκεται στην Πάφο και δεν μπορώ να επιστρέψει πίσω πριν από εκείνη την ώρα λέει".
"Καλώς. Πρέπει να φύγω για το υπουργείο τώρα. Μπορείς να έρθεις μαζί μου; Μάλλον τα θέματα που θα συζητήσουμε με τον διευθυντή θα είναι και τεχνικής φύσης, κι αυτά τα κατέχεις πολύ καλύτερα από μένα, ενώ τον Τεκ τον χρειαζόμαστε εδώ. Αν έχεις να κάνεις κάτι, πάσαρέ το, για την ώρα, στην Αγγέλα."
"ΟΚ. Δώσε μου δυο λεπτά και φύγαμε".

Συνεχίζεται.

Για να διαβάσετε τα προηγούμενα κεφάλαια πηγαίνετε στην κεντρική σελίδα.

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.
 
Δημοσίευση σχολίου