Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αστυνομική λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αστυνομική λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 19 Νοεμβρίου 2019

Ο σωσίας - Κεφάλαιο 1


Κάθεται σε αναμμένα κάρβουνα εδώ και μέρες ο Χοντρός. Μα γιατί δεν του δίνουν την υπόθεση; Γιατί; Εντάξει, δεν έχουν και πολύ άδικο που δεν το κάνουν, αφού λόγω της φύσης της δεν εντάσσεται ακριβώς στην κατηγορία των εγκλημάτων που διερευνά η ομάδα του, ή μάλλον η τώρα υπό την Ντίνα Αυγουστή ομάδα που φιλοξενεί στο τμήμα του, μα από την άλλη όταν όλοι οι υπόλοιποι έχουν αποτύχει, δεν έχουν σημειώσει καμία πρόοδο, γιατί να μη δώσουν στους δικούς του μια ευκαιρία;
Βηματίζει ανυπόμονα πάνω κάτω στο γραφείο του. Έχει πολλά να κάνει, ένα βουνό χαρτολόι τον περιμένει, αλλά δεν μπορεί να συγκεντρωθεί σ' αυτό ετούτη την ώρα. Είναι από τη φύση του άνθρωπος ανυπόμονος και περίεργος, και του λείπει η δράση. Και είναι και καχύποπτος.
Η μεγάλη του απορία είναι γιατί δεν επικοινώνησε μαζί του ούτε μια φορά ο αρχηγός, όπως αποκαλεί τον υπαρχηγό της Αστυνομίας, και πρώην προϊστάμενό του στο τμήμα. Ο τελευταίος τον εμπιστευόταν τυφλά και συνήθως όταν τα έβρισκαν σκούρα οι άλλοι, αυτόν καλούσε.
Το ψηλό και χοντρό του κορμί μοιάζει λίγο πιο μικρό, μαραζωμένο, καθώς ο ιδιοκτήτης του ρωτά σιωπηλά αυτά τα γιατί και οι ρυτίδες στο πρόσωπο μοιάζουν να βαθαίνουν λίγο πιο πολύ. Στα πενήντα οκτώ του χρόνια πια, είναι κάποιος που έχει ζήσει πολλά και έχει μάθει και χάσει πολλά. Κι έχει χαρεί επίσης. Όλες του οι εμπειρίες είναι χαραγμένες λες στο πρόσωπό του. Τα βαθιά γαλάζια του μάτια είναι ανήσυχα. Το βλέμμα του πότε σκοτεινιάζει, πότε θολώνει. Τα φουντωτά γκρίζα του μαλλιά και το μουστάκι, λες κι αντανακλούν τη μέσα του φουρτούνα.
"Δεν μπορείς να ησυχάσεις, ε;" Μια φωνή τον βγάζει απ' το τριπάκι του. Στρέφει το βλέμμα προς την πηγή της για ν' αντικρίσει το γαλήνιο αντίστοιχο της κοπέλας που είναι το δεξί του χέρι τα τελευταία χρόνια.  Στα τριάντα της η Ντίνα Αυγουστή, κατέχει ήδη τη θέση της αναπληρωτού λοχία και μάλλον δεν θα αργήσει να πάρει και νέα προαγωγή, αφού αποτελεί το λαμπερό νέο πρόσωπο της Κυπριακής Αστυνομίας, και όχι άδικα.
"Τι έχουμε, Ντίνα;"
Δεν του απαντά αμέσως. Το μελένιο της βλέμμα διαβάζει το δικό του. Ξέρει τι θέλει να ακούσει το αφεντικό της, αλλά δυστυχώς δεν μπορεί να του το πει. Καθώς τον πλησιάζει, εκείνος την παρατηρεί. Είναι λίγο πιο κοντή από κείνον, αλλά σχεδόν το ίδιο επιβλητική. Τα μαλλιά της κομμένα στο ύψος του ώμου, είναι κορακίσια μαύρα. Και το κορμί καλογυμνασμένο, κι ας μη φαίνεται κάτω απ' τη στολή.
Πηγαίνει και κάθεται σε μια καρέκλα μπροστά από το γραφείο του αφεντικού της, κι αυτός θέλοντας και μη ακολουθεί το παράδειγμά της.
Πάντα μπορούσαν και επικοινωνούσαν με τις σιωπές αυτοί οι δυο, ακόμη κι όταν είχαν να ανακρίνουν κάποιον ή ήταν αναγκασμένοι να παρακαθίσουν σε συζητήσεις πάσης φύσεως με τους από πάνω. Εκείνος ήταν πονηρός και συνήθως έπαιρνε αυτό που ζητούσε. Εκείνη ήταν φωτιά και πάντα έβρισκε τον τρόπο να παρακάμψει τα εμπόδια που άλλοι έβαζαν στο δρόμο του.
Μοιάζει ήρεμος τώρα. Λες και η παρουσία και μόνο της σιωπηλής κοπέλας είναι αρκετή για να τον βγάλει απ' τη φουσκοθαλασσιά των σκέψεων του.
"Τι έχουμε, Ντίνα;" τη ρωτά ξανά, με μια τρυφερότητα στο βλέμμα.
"Όχι κάτι το ιδιαίτερο", του απαντά, "και γι' αυτόν ακριβώς το λόγο είμαι εδώ".
"Μίλα".
"Κάτι πολύ παράξενο συμβαίνει με την υπόθεση του Μαγιέρη".
Ο Χοντρός, κατά κόσμο Πέτρος Ιωάννου, σηκώνεται από την καρέκλα, πηγαίνει και κλείνει την πόρτα του γραφείου του, κι επιστρέφει στη θέση του. Δεν θέλει άλλον κανέναν να ακούσει τι έχει να του πει η κοπέλα. Όχι πώς δεν εμπιστεύεται τη γραμματέα του, το Χριστινιώ όπως την αποκαλεί, αλλά είναι από τη φύση του προσεκτικός. Η Ντίνα, ο Τεκ και η Αγγέλα, είναι η αγία τριάδα του στην αστυνομία. Μονάχα αυτούς τους τρεις εμπιστεύεται απόλυτα στο σώμα. Εκτός σώματος για αστυνομικά θέματα συζητά μόνο με την κόρη του τη Μαργαρίτα, που εδώ και ενάμιση χρόνο παριστάνει, με επιτυχία μάλιστα την ιδιωτική ντετέκτιβ.
"Κι εγώ αυτό σκεφτόμουνα", ομολογεί στην Ντίνα. "Λες και κάποιοι προσπαθούν να μας κρατήσουν με το ζόρι εκτός παιχνιδιού".
Ο Νικόλας Μαγιέρης είναι ο υπουργός δικαιοσύνης. Ανέλαβε το υπουργείο πριν από ένα περίπου χρόνο, υποσχόμενος πράματα και θαύματα. Κι η αλήθεια είναι ότι δεν τα πάει και πολύ άσχημα μέχρι τώρα. Προχώρησε ήδη σε κάποιες αναγκαίες αλλαγές, σε αναδιαρθρώσεις σχημάτων και γενικές μεταρρυθμίσεις, αλλά δεν θα έλεγε κανείς ότι έχει αφήσει το σημάδι του κιόλας. Αλλά θα το άφηνε, ο Χοντρός δεν είχε καμιά αμφιβολία γι' αυτό, αφού ο τελευταίος τον διάβασε σαν ανοικτό βιβλίο την πρώτη φορά που τον συνάντησε - πιο φιλόδοξο πολιτικό δεν είδε ποτέ στη ζωή του.
"Η περιέργεια με τρώει. Γιατί δεν μας κάλεσαν να βοηθήσουμε; Όταν χρειάζονταν τη βοήθειά μας για αναβάθμιση των ηλεκτρονικών συστημάτων, μας κτύπησαν την πόρτα. Όταν τα βρήκαν σκούρα με την κατά συρροή δολοφόνο, μας έδωσαν το ελεύθερο να δράσουμε όπως θέλουμε. Το ίδιο και με την υπόθεση των εξαφανίσεων στην Κακοπετριά και τη δολοφονία του Χριστάκη. Ενώ τώρα…"
"Μας θέλουν μακριά κι αγαπημένους", συμπληρώνει την ανείπωτη σκέψη της κοπέλας.
Ο Χριστάκης ήταν ο καλύτερος φίλος και κουμπάρος του Χοντρού, και δεν είχαν κανένα πρόβλημα να τον αφήσουν να διερευνήσει τη δολοφονία του δεκαοκτώ μήνες πριν.
"Απλά θέλω να ξέρω ποιος βρίσκεται πίσω απ' αυτό το μπλόκο. Ο μόνος που μπορώ να σκεφτώ είναι ο ίδιος ο υπουργός, αλλά γιατί να το κάνει αυτό;"
"Με τους πολιτικούς δεν βγάζει κανείς άκρη, Ντίνα. Τέλος πάντων, έχουμε καμιά εξέλιξη στις άλλες υποθέσεις μας αυτές τις μέρες;"
"Όλα είναι υπό έλεγχο. Σε ό,τι αφορά τις πρόσφατες διαρρήξεις στο κέντρο της Λευκωσίας, έχουμε μαζέψει αρκετά στοιχεία και πολύ πιθανόν να έχουμε και μία σύλληψη μέχρι το βράδυ. Οι διαρρήκτες ήταν δύο, αλλά είμαι σίγουρη ότι δεν θα αργήσουμε να βρούμε και τον δεύτερο αφού, ως γνωστό, οι ντόπιοι μικροεγκληματίες άμα φτάσουν και συλληφθούν, δεν διστάζουν και πολύ προτού μας σερβίρουν στο πιάτο τα ονόματα των συνεργών τους. Η Αγγέλα, κυνηγά στα μουλωχτά φυσικά, το θέμα της κατ' επανάληψη εξαφάνισης κοριτσιών που βρίσκονται υπό την επιτήρηση των κοινωνικών υπηρεσιών, κι ο Τεκ εξακολουθεί να παρακολουθεί διακριτικά τον Πιγκουίνο και τους εκλεκτούς του φίλους, ενώ βοηθάει, ως συνήθως, και με όλα τα υπόλοιπα".
"Ωραία. Αν δεν έχεις κάτι άλλο να αναφέρεις, στείλε μου τον μέσα. Τον θέλω να με βοηθήσει με κάτι". Της κλείνει το μάτι κι η κοπέλα καταλαβαίνει τι θέλει να της πει. Χαμογελά. Το παιχνίδι τώρα αρχίζει.

Η εικόνα είναι κλεμμένη από εδώ.

Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2015

Τα φαντάσματά του - Κεφάλαιο 1



Ο ουρανός είναι συννεφιασμένος και φυσάει πολύ, μα αυτός κάθεται σκεφτικός κάτω από την κληματαριά στην αυλή και δε μοιάζει να δίνει καμία σημασία σ' αυτά που συμβαίνουν γύρω του. Το κρύο δεν τον αγγίζει, οι φωνές απ' την κουζίνα, που μάλλον ψίθυροι είναι δεν τον φτάνουν, μόνο στο μέσα του κοιτά πού και πού καθώς κλείνει τα μάτια, ενώ σαν τα ανοίγει ρίχνει έντονες ματιές στα χαρτιά που είναι σκορπισμένα στο τραπέζι μπροστά του, και τα οποία συγκρατεί με δυο χέρια βαριά ώστε να μην τα πάρει ο αέρας.
"Μα τι κάνει;" ρωτά η Νάντια χαμηλόφωνα τη Μαργαρίτα.
Η τελευταία είναι η κόρη του άντρα, μια κοπέλα είκοσι έξι χρόνων με σπουδές ψυχολογίας που ελλείψει άλλων επιλογών, αλλά κι επειδή της αρέσει δουλεύει εδώ και μερικούς μήνες μαζί με την πρώτη. Είναι κάτι σαν τα κορίτσια για όλες τις δουλειές για κάποιους ηλικιωμένους ανθρώπους, ενώ κάνουν και έρευνες εκ μέρους τους, αλλά και για κάποιους άλλους, που αναζητούν φίλους, συγγενείς, απομεινάρια από κάποιες περασμένες ζωές.
"Λοιπόν;" επιμένει η φίλη της, που δεν αντέχει τις σιωπές όταν εμφανίζονται εκεί που δεν πρέπει.
"Οι εμμονές του. Τα φαντάσματά του", απαντάει εκείνη κι ένα δάκρυ ξεφεύγει απροσδόκητα από το άτονο πράσινο των ματιών της.
"Τι εννοείς;"
"Πώς να σου το εξηγήσω; Να, έχει μια μανία να λύνει όποια υπόθεση πέφτει στα χέρια του, και όταν δεν τα καταφέρνει, πότε τον πιάνουν τα νεύρα και πότε γίνεται μελαγχολικός. Προς το παρόν παραμένει αναποφάσιστος…"
"Για τη λύπη ή τα νεύρα;"
"Για το αν μπορεί να κάνει κάτι ή όχι".
Παραμένουν για λίγο σιωπηλές και τον παρατηρούν. Ο Πέτρος Ιωάννου, στα πενήντα εφτά του σχεδόν χρόνια, μοιάζει πρόωρα γερασμένος, αλλά η τωρινή του εικόνα τον αδικεί, αφού όταν δουλεύει είναι ακούραστος, δε ξεμένει ποτέ από ενέργεια και τα εκκωφαντικά έντονα πράσινα μάτια του πότε φωτίζουν πότε σκοτεινιάζουν, αλλά ποτέ δεν παραμένουν απαθή. Είναι χοντρός και σαν τέτοιον τον ξέρουν όλοι, αλλά από τότε που πήρε προαγωγή και ανέλαβε το τμήμα στο οποίο εργαζόταν κανείς δεν τολμά να του απευθυνθεί με το παρατσούκλι του.
"Είναι μια παλιά ιστορία", συνεχίζει, λες και δε σταμάτησε ποτέ να μιλά, η Μαργαρίτα. "Πάνε τριάντα χρόνια από τότε που άρχισε να τη διερευνά και ακόμη δεν έχει βγάλει άκρη".
"Για πες".
"Εσύ και η περιέργειά σου".
"Όσο ζω μαθαίνω".
"Κι εγώ, όσο ζω παθαίνω".
Γελούν για λίγο μα εκείνος δεν τις ακούει.
"Μίλα".
"Τότε ήταν ένας νέος αστυνομικός, τοποθετημένος στον αστυνομικό σταθμό της Κακοπετρίας. Όπως καταλαβαίνεις οι δουλειές που του έδιναν τότε ήταν κατά βάση αγγαρείες. Βασικά έκανε όλα όσα δεν ήθελε να κάνουν οι άλλοι…"
"Και τα έκανα μετά χαράς".
Λίγο έλειψε να τις τρομάξει. Πάντα εκινείτο αθόρυβα εκείνος και πάντα είχε την ικανότητα να εμφανίζεται στον κατάλληλο τόπο την κατάλληλη στιγμή.
"Μιλάτε για το τι κάνω εκεί έξω; Ό,τι κάνω πάντα όταν είμαι με άδεια…"
"Και ποτέ δε βγάζεις άκρη".
Η σχέση του πατέρα με την κόρη είναι πολύ στενή και ποτέ δε μασούν τα λόγια τους όταν μιλούν μεταξύ τους. Έτσι αντί να την εκνευρίσουν τα λόγια της τον κάνουν να χαμογελάσει. Τα μάτια του φωτίζονται λίγο καθώς τη βλέπει. Μεγάλωσε η Μαργαρίτα του, εδώ και χρόνια, αλλά εξακολουθεί να την κοιτά με το ίδιο τρυφερό βλέμμα που την κοιτούσε πάντα. Τη μετρά με το μάτι. Λεπτή, με μέτριο ανάστημα και μαλλιά μαύρα όλο και πιο μακριά, μ' εξαίρεση τα μάτια σε τίποτα δε φαίνεται να του μοιάζει. Αλλά είναι βγαλμένοι και οι δύο απ' το ίδιο καλούπι: πεισματάρηδες, άφοβοι, αποφασισμένοι για όλα, μα πάνω απ' όλα λάτρεις της δικαιοσύνης.
"Μη μου πείτε ότι θ' αγκαλιαστείτε τώρα και θα πλακώσετε τα φιλιά", λέει δήθεν αγανακτισμένη η Νάντια, βγάζοντάς τους απ' το προσωρινό τους τριπάκι.
"Τι κάνεις, Τροπικό;" τη ρωτά εκείνος. Τροπικό - έτσι την αποκαλεί από τη στιγμή που τη γνώρισε, κι αυτό λόγω των μαλλιών της, που είναι πάντα βαμμένα σε διάφορα χρώματα που θυμίζουν κάποιο τροπικό πουλί ή ψάρι.
"Λιάζομαι στη βαρυσυννεφιά. Θα μου πεις την ιστορία;"
Δείχνει με το κεφάλι της προς τα έξω. Εκεί που καθόταν πριν ο Ιωάννου. Στο τραπέζι με τους φακέλους και τα διάφορα χαρτιά, τα οποία αυτή τη στιγμή συνθλίβονται υπό το βάρος ενός πολύπριζου και του κινητού του τηλεφώνου.
"Δεν πρόλαβα να της την πω εγώ".
"Μα έτσι κι αλλιώς δεν την ξέρεις όλη".
"Φυσικά και την ξέρω. Λες να μην έχω μνήμη;"
"Μνήμη έχεις, αλλά εγώ έχω πηγές. Αργά χθες το βράδυ έμαθα ότι υπήρξε ένα νέο θύμα".
"Νέο θύμα;" Πετάχτηκε και πάλι στη μέση η Νάντια, προτού προλάβει καν η φίλη της να αντιδράσει.
"Και πώς ξέρεις ότι σχετίζεται με τις παλιές υποθέσεις;"
"Ο τρόπος".
"Εξαφανίστηκε…"
"Μια μέρα πριν τα δέκατα-έβδομα γενέθλιά της. Ακριβώς όπως τα κορίτσια τότε".
"Μα πώς είναι δυνατόν;"
"Όπως βλέπεις είναι. Τώρα αν ο θύτης είναι ο ίδιος ή κάποιος άλλος, κανείς δεν μπορεί στα σίγουρα να πει αυτή τη στιγμή".
Η Νάντια κοιτά μια τον πατέρα μια την κόρη. Η περιέργειά της είναι τόσο μεγάλη που νιώθει να της ανεβαίνουν τα αίματα στο κεφάλι. Αν δεν της πουν αμέσως τι έγινε παλιά και τι ακριβώς συμβαίνει τώρα θα εκραγεί. Το νιώθει, θα εκραγεί. Αλλά αν το κάνει τότε δε θα μάθει σύντομα αυτό που θέλει. Πιέζει λοιπόν τον εαυτό της να κάνει υπομονή, κι η Μαργαρίτα που την παρατηρεί με την άκρη του δεξιού της ματιού, τη δείχνει τώρα σιωπηλά στον πατέρα της κι αυτός δεν μπορεί να συγκρατήσει ένα χαμόγελο.
"Αν ήσουνα καρτούν", της λέει, "τώρα θα ξεκάπνιζες απ' τ' αυτιά".
"Θα της πεις".
"Θα της πω. Γιατί όχι; Αφού έτσι κι αλλιώς θα της τα ξεφούρνιζες όλα εσύ, οπότε τι είχαμε τι χάσαμε. Εξάλλου δεν είναι και τόσο άσκημη ιδέα να δει κάποιος με νέο βλέμμα τις υποθέσεις".
"Και τι σκοπεύεις να κάνεις αύριο;"
"Επίσημα; Τίποτα. Ανεπίσημα. Θα πάω στο χωριό για να δω αν χρειάζεται κάτι το σπίτι. Και ίσως και να μείνω και λίγες μέρες για να ξεκουραστώ. Αν μείνω εδώ θα είμαι μες στα πόδια της Γεωργίας και θα βράζω στα ζουμιά μου, αφού δε θα έχω τι να κάνω. Ενώ αν πάω εκεί…"
Η Γεωργία είναι η γυναίκα του. Στα πενήντα δύο της χρόνια εκείνη και παρά το ότι τρώει σχεδόν όσο ο άντρας, διατηρείται σε αρκετά καλή κατάσταση. Κάτι οι δουλειές του σπιτιού, κάτι ο μεταβολισμός της, κάτι το γεγονός ότι σε αντίθεση μ' εκείνον σπάνια πίνει, μοιάζει με μια εύθυμη σαραντάρα. Η μοναδική της σκοτούρα τώρα είναι η μικρή της κόρη, που σε λίγους μήνες θα φύγει για σπουδές στο εξωτερικό και την οποία φροντίζει λες και είναι μωρό-παιδί. Αιώνια κύπρια μάνα.
"Ναι, δίκιο έχεις. Αν μείνεις εδώ θα υποφέρεις, αλλά κι εκεί δε θα σε υποδεχτούν με ανοικτές αγκάλες".
"Θα βρω κάτι να τους πω. Εξάλλου δε θα ανακατευτώ καθόλου στη δική τους έρευνα. Υπάρχουν τρόποι να μάθει κανείς πράγματα χωρίς ν' ανοίξει τα χαρτιά του…"
"Και ποια χαρτιά είν' αυτά;"
Αρκετά άντεξε η Νάντια. Έπρεπε να μάθει. Τα πάντα.
Της κάνει νόημα με το κεφάλι να τον ακολουθήσει στο θερινό του γραφείο, που ειδικά γι' αυτήν την υπόθεση έχει μετατραπεί και σε χειμερινό. Εκείνη υπακούει. Το κρύο έξω γίνεται όλο και πιο έντονο, αλλά κανείς απ' τους δυο τους δε μοιάζει να το νιώθει κι ας είναι ελαφρά ντυμένοι. Εκείνος φοράει τις φόρμες του κι εκείνη ένα μαύρο τζιν παντελόνι κι ένα γκρίζο κοντομάνικό μπλουζάκι.
"Μπρρρ", ψιθυρίζει η Μαργαρίτα, που τους παρακολουθεί μόνη πια απ' το παράθυρο της κουζίνας. Και την επόμενη στιγμή αποφασίζει να πάει για ύπνο, αφού ξέρει ότι η επόμενη μέρα θα είναι πολύ κουραστική για την ίδια. Κι αυτό επειδή δεν έχει καμία απολύτως αμφιβολία ότι η φίλη της θα καταφέρει να πείσει το γέρο να την πάει μαζί του, και θ' αφήσουν αυτή πίσω τους για ν' αναλάβει όλες τις δουλειές της ιδιότυπης επιχείρησης που την εργοδοτεί.
Σκύβει στα χαρτιά η Νάντια. Εκείνος την κοιτά και της μιλά, για λίγο. Μια τριπλή υπόθεση βγαίνει απ' το ψυγείο, με την ελπίδα ότι δε θα εισέλθει μια νέα μέσα εκεί για να της κρατήσει συντροφιά.

Συνεχίζεται...

Ο τίτλος είναι στα σίγουρα προσωρινός.

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ

Τρίτη 14 Ιουλίου 2015

Το τρίτο θύμα - Κεφάλαιο 6



Πλήττει αφόρητα η Μαργαρίτα από τότε που τέλειωσε τις σπουδές της. Δουλειά στον κλάδο της αποκλείεται να βρει σύντομα και οι υπόλοιπες είναι τόσο κακοπληρωμένες, αλλά και τόσο μακριά απ' το σπίτι, που δεν τη συμφέρει καν να δουλέψει.
Οι δικοί της δεν της λένε τίποτα, αφού δεν τους κοστίζει και πολλά μια και μένει ακόμη μαζί τους, αλλά η ίδια πιέζει τον εαυτό της να βρει μια λύση. Πού να τη βρει όμως από τη στιγμή που οι μισθοί μειώνονται και οι θέσεις εργασίας γίνονται είδος προς εξαφάνιση;
Ο πατέρας της λέει, δεν έχουμε κρίση, διόρθωση έχουμε, και το πιστεύει. Όπως και πιστεύει ότι τα χειρότερα δεν ήρθαν ακόμη. Για τουλάχιστον είκοσι χρόνια οι κύπριοι ζούσαν με περισσότερα απ' όσα είχαν, κι ακόμη και τώρα, το 2012, εξακολουθούν να το κάνουν. Θα μπορέσουν άραγε ν' αποφύγουν τη μοίρα των άλλων χωρών της Ευρώπης που πήραν την κάτω βόλτα; Αυτή κι ο πατέρας της πολύ το αμφιβάλλουν, αλλά η μάνα της, η αιώνια αισιόδοξη, πιστεύει ότι όλα θα πάνε καλά.
Ίσως να είναι άνεργη, αλλά αυτή τη στιγμή δε θα ήθελε να είναι στη θέση του πατέρα της, του οποίου ο καλύτερος φίλος έχει μόλις πεθάνει. Πώς να νιώθει άραγε ο γέρος μου; αναρωτιέται. Πάντα έτσι τον αποκαλούσε, γέρο.
Αυτή είναι νέα, στα είκοσι έξι της, με μέτριο ανάστημα, κοντά μαύρα μαλλιά, και μάτια σ' ένα ελαφρό πράσινο, αντίτυπο εκείνων του πατέρα της, αλλά ίσως και ενδεικτικό των διαφορών τους. Εκείνου είναι έντονο, αυτής άτονο. Αλλά δεν είναι ότι δεν έχει φωτιά μέσα της. Έχει και καίει πολύ έντονα. Απλά ίσως να γεννήθηκε λίγο πιο αργά απ' ό,τι έπρεπε.
Είναι κλινική ψυχολόγος σύμφωνα με το απολυτήριό της και το σχέδιό της μέχρι πέρυσι ήταν να πιάσει κι αυτή δουλειά στην αστυνομία αφού κόλλησε τη μύγα απ' εκείνον. Αλλά μέσα σ' ένα χρόνο όλα άλλαξαν. Κι εκεί που νόμιζε ότι θα είχε πολλές δουλειές για να διαλέξει, τώρα έχει μείνει ξεκρέμαστη.
Μόλις τον προηγούμενο μήνα σκέφτηκε να πιάσει δουλειά σ' ένα μαγαζί με ετοιματζίδικα φαγητά, αλλά εκείνος της είπε να μην το κάνει. Θα μαραζώσεις εκεί μέσα, επέμεινε. Και μάλλον είχε δίκιο. Αυτό όμως δεν την κάνει να νιώθει καλύτερα.
Χθες κάποια γνωστή της τής πρότεινε να δουλέψουν μαζί. Η Νάντια είναι κάτι σαν το κορίτσι του παντού και του πάντα. Κάνει δηλαδή ό,τι λάχει, όποτε να 'ναι, όπου και να 'ναι. Και όταν λέμε ό,τι λάχει, εννοούμε όλες τις δουλειές. Ζει στην παλιά Λευκωσία, την οποία διασχίζει περπατώντας κάθε μέρα απ' άκρη σ' άκρη κι έχει πιάσει φιλίες με όλες τις γριές και γέρους της περιοχής, που την εμπιστεύονται τυφλά. Πηγαίνει γι' αυτούς στις τράπεζες, τους εξοφλεί τους λογαριασμούς που δεν εξοφλούνται αυτόματα με εντολή, τους κανονίζει τα χαρτιά τους για νοσοκομεία, φορολογίες, κάνει τα ψώνια τους κτλ. Και πολλές φορές αναλαμβάνει να βρει κάποιους φίλους ή γνωστούς που έχουν εξαφανιστεί απ' τη ζωή των πελατών της εδώ και χρόνια. Είναι δηλαδή κάτι σαν εξωτερική συνεργάτης και ιδιωτική ντετέκτιβ για τους ηλικιωμένους.
"Και πόσα βγάζεις;" τη ρώτησε χθες η Μαργαρίτα, καθώς κάθονταν παρέα σε μια καφετέρια στην περιοχή της Φανερωμένης.
"Στη χειρότερη περίπτωση ένα χιλιάρικο. Στην καλύτερη πολύ περισσότερα".
Έμεινε να την κοιτά άφωνη, για ώρα πολλή. Δεν είχε μείνει μόνο έκπληκτη σε σχέση με τα λεφτά που έβγαζε, αλλά κι από το γεγονός ότι κατάφερε να γίνει η έμπιστη τόσων ανθρώπων. Η αλήθεια είναι ότι εκ πρώτης όψεως η Νάντια δεν είναι κάποια που θα γέμιζε το μάτι κάποιου ατόμου προχωρημένης ηλικίας. Είναι μετρίου αναστήματος, όπως κι η ίδια, κι έχει και κοντά ίσια μαλλιά, αλλά εκεί οι διαφορές τους τελειώνουν. Τα μαλλιά της είναι βαμμένα στα χρώματα κάποιου τροπικού ψαριού, "ξωτικές ανταύγειες", της λέει και γελάει εκείνη, κι είναι ντυμένη πάντα στα μαύρα. Και σα να μην έφταναν αυτά μοιάζει να είναι δύσθυμη όλη την ώρα. Και τι μ' αυτό, όμως; Τα ρούχα και τα μαλλιά δεν κάνουν τον άνθρωπο.
"Κι εγώ τι θα έκανα, αν δουλεύαμε μαζί; Γιατί να στερηθείς κάτι για χάρη μου; Δε θα το ήθελα αυτό".
"Τίποτα δε θα στερηθώ. Σού είπα ότι μερικές φορές πρέπει να αναζητήσω κάποιους ανθρώπους. Κάποιες φορές αυτό είναι εύκολο και κάποιες δύσκολο. Τον τελευταίο καιρό μού έτυχαν δυο-τρεις δύσκολες περιπτώσεις, κι ετοιμάζομαι να πάω Ευρώπη για τις πρώτες μου διακοπές εδώ και τέσσερα χρόνια, οπότε κάθε βοήθεια ευπρόσδεκτη".
"Μα οι ηλικιωμένοι…"
"Ναι, μόνο εμένα εμπιστεύονται, αλλά είμαι σίγουρη ότι μπορώ να τους πείσω να εμπιστευτούν και σένα. Θα λείπω για ένα μήνα. Στη διάρκειά του θα μπορέσεις να βγάλεις αρκετά λεφτά, κι αν όλα πάνε καλά, όταν επιστρέψω θ' αρχίσουμε να δουλεύουμε μαζί. Μην τα αναλύεις τόσο τα πράγματα. Απλά σκέψου ότι αυτό είναι ένα test run. Αν πετύχει, προχωράμε. Αν όχι, ούτε γάτα ούτε ζημιά. Ελπίζω δηλαδή…"
Χαμογέλασε. Πράγμα ασυνήθιστο γι' αυτήν.
Της είπε ότι θα το σκεφτεί και τώρα όντως το σκέφτεται, πολύ. Πρέπει να της δώσει την απάντησή της μέχρι το βράδυ, αφού αν αποδεχθεί την πρόταση, από αύριο κιόλας θ' αρχίσει να της δείχνει τα κατατόπια η Νάντια.
Μάλλον θα συμφωνήσει. Δεν έχει και τίποτα να χάσει. Εξάλλου, ποιος ξέρει, ίσως και να βγει κάτι καλό, πέρα από τα λεφτά, απ' αυτή την υπόθεση. Η στενή γνωριμία με κάποιους άλλους ανθρώπους, κι ειδικά ηλικιωμένους, ίσως να τη βοηθήσει και στον επαγγελματικό τομέα. Ναι, σκέφτεται εγωιστικά και το ξέρει, αλλά δεν μπορεί να κάνει κι αλλιώς. Στο κάτω-κάτω της γραφής δε θα εκμεταλλευτεί κάποιον. Μόνο τις περιστάσεις θα εκμεταλλευτεί για να εμπλουτίσει τις γνώσεις της. Καλό ακούγεται αυτό.
Όμως, όμως εκείνο που στ' αλήθεια την κάνει να σκέφτεται στα σοβαρά να αποδεχτεί αυτή την πρόταση είναι η προοπτική της έρευνας, της αναζήτησης των ατόμων που για τον ένα ή τον άλλο τρόπο αγνοούνται. Αυτό της θυμίζει τη δουλειά του ντετέκτιβ και κάνει τα πράσινά της μάτια να λάμπουν λίγο πιο έντονα. Αφού δεν μπορεί να μπει στην Αστυνομία, παρά το μέσο που της προσφέρει η παρουσία του πατέρα της εκεί, και το οποίο κανείς από τους δυο τους δεν είναι πρόθυμος να εκμεταλλευτεί, τότε το να είναι μια ιδιωτική ντετέκτιβ της κακιάς ώρας είναι η καλύτερη εναλλακτική επιλογή, σκέφτεται αυτοσαρκαζόμενη.
Η αλήθεια όμως είναι ότι θα μπορούσε να γίνει εξαιρετική ντετέκτιβ. Το μυαλό της κόβει πολύ, μπορεί και διαβάζει τους ανθρώπους (αναγνώστη ψεύδους, την αποκάλεσε μια φορά η Ντίνα) και είναι ακούραστη. Επίσης κοιμάται λίγο, όπως κι ο γέρος της, δεν μπορεί να μένει ανενεργή για πολύ και πάντα θέλει να κάνει κάτι το διαφορετικό, για να μην πιάσει σκουριά, όπως λέει.
"Μάνα, βρήκα δουλειά", φωνάζει στη Γεωργία, που ως συνήθως είναι κάπου στο σπίτι, απασχολημένη μόνιμα με το ένα και με το άλλο.
"Ωραία, απ' αύριο θ' αρχίσεις να πληρώνεις νοίκι", απαντά αυτή και της προκαλεί το γέλιο. Ωστόσο δεν τη χαλά η ιδέα. Αν κρατήσει τη δουλειά, υπόσχεται στον εαυτό της, θ' αρχίσει να πληρώνει νοίκι. Ο μισθός του πατέρας της, παρά την περσινή προαγωγή, δεν πρόκειται να αυξηθεί σύντομα, η μάνα της είναι νοικοκυρά και η μικρή της αδελφή του χρόνου θα φύγει για σπουδές, μάλλον στην Αγγλία, οπότε τα λεφτά δε θα τους περισσεύουν.
"Θα μπορούσες να περιμένεις μέχρι να πάρω τον πρώτο μου μισθό;" φωνάζει ξανά.
"Θα το αντέξω κι αυτό", λέει σιγανά η Γεωργία, που στέκεται στην εσωτερική πόρτα του σαλονιού και την παρακολουθεί, ποιος ξέρει από πόση ώρα. "Τι δουλειά;"
Της λέει τι προτίθεται να κάνει κι αυτή δεν το σκέφτεται και πολύ. "Αυτό θα αρέσει πολύ στον γέρο σου", δηλώνει κι επιστρέφει στην κουζίνα.
Εκείνη στέκεται μόνη μέσα εκεί για λίγη ώρα ακόμη και χαμογελά και μετά κάνει την κλήση - την κλήση που θα της ανοίξει ίσως την πόρτα σε μια νέα ζωή. Θέλει να τηλεφωνήσει και του πατέρα της για να του ανακοινώσει τα νέα, αλλά δεν το κάνει. Τα λόγια της ίσως να του δώσουν λίγη χαρά, αλλά το πάλεμα με τα νερά της φουρτούνας που αντιμετωπίζει είναι αυτό που πιότερο χρειάζεται τώρα. Θα του πει τα πάντα το βράδυ.
Η Νάντια της λέει ότι αφού πήρε κιόλας την απόφασή της, θα ήταν καλύτερα να συναντηθούν και να πουν σήμερα κιόλας. Κλείνουν ραντεβού για το μεσημέρι σ' ένα εστιατόριο κοντά στο παλιό δημαρχείο.

Συνεχίζεται.

Πηγαίνετε στην κεντρική σελίδα για τα προηγούμενα κεφάλαια.

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.
 

Δευτέρα 13 Ιουλίου 2015

Το τρίτο θύμα - Κεφάλαιο 5



Κάπου αλλού, κάποιοι κάθονται παρέα σ' ένα γραφείο, πίνουν καλό ουίσκι, παρά το ό,τι είναι πρωί και χαμογελούν. Εξάλλου, όλη νύχτα πίναν, οπότε το μόνο που είχαν να κάνουν ήταν να συνεχίσουν.
Τα καλά νέα τους βρήκαν στις πέντε το πρωί. Τότε ήταν που πήραν το τηλεφώνημα που τους ενημέρωσε ότι ο Χριστάκης ήταν νεκρός, κι από τότε το γιορτάζουν. Ένας ανταγωνιστής λιγότερος.
Ο Πιγκουίνος είναι γνωστή φυσιογνωμία στον υπόκοσμο της πρωτεύουσας. Στα πενήντα ένα του χρόνια, θυμίζει μάλλον μια κωμική φιγούρα, αλλά αυτή είναι μια από κείνες τις περιπτώσεις που τα φαινόμενα απατούν. Μπορεί να είναι κοντός, με βαμμένα μαύρα μαλλιά που όλο και αραιώνουν, και με μια παράξενη αίσθηση της μόδας, που του χάρισε και το παρατσούκλι του, αλλά είναι ξύπνιος. Οι αρχές τον υποψιάζονται για χίλια-δυο πράγματα, αλλά δεν μπορούν να αποδείξουν τίποτα. Κάθε φορά που πιστεύουν ότι τον έχουν στο χέρι, καταφέρνει πάντα σα χέλι να τους ξεφύγει την τελευταία στιγμή. Πώς τα καταφέρνει; Αυτό παραμένει ένα μυστήριο. Ίσως να είναι τυχερός ή ίσως να ξέρει να παίζει καλύτερα απ' όλους το παιχνίδι.
Οι άντρες που είναι στη δούλεψή του τού είναι απόλυτα πιστοί, αφού τους πληρώνει πάντα πολύ καλά και φροντίζει την κάθε τους ανάγκη. Την ίδια στιγμή όμως είναι πολύ προσεχτικός σε ό,τι αφορά τα άτομα που προσλαμβάνει. Αυτούς που έχουν μεγάλους στόχους τους αποφεύγει. Αυτούς που μοιάζουν αδύνατοι τους διώχνει με την πρώτη ευκαιρία. Δεν επιτρέπει σε κανέναν που θα μπορούσε να ομολογήσει κάποτε τα μυστικά του να γίνει κοινωνός σ' αυτά.
Ο Χοντρός είναι η Νέμεσις του. Εδώ και χρόνια παίζουν μεταξύ τους μια παρτίδα σκάκι απ' την οποία δε βγαίνει κανείς νικητής. Τη μια νικά ο ένας, τη μια ο άλλος, αλλά το τελευταίο παιχνίδι που κέρδισε ο Χοντρός του κόστισε πιο πολύ από κάθε άλλο, αφού εξαιτίας του έχασε το δεξί του χέρι, τον Γρηγόρη.
Του πήρε ένα σχεδόν χρόνο να βρει τον αντικαταστάτη του και μ' αυτόν είναι που κάθεται τώρα στο γραφείο του, πίνει, συζητά και γελά.
"Πρέπει να μάθουμε τι γίνεται με το ιδιοκτησιακό καθεστώς της Παγίδας το συντομότερο δυνατόν", του λέει. "Κρίση-ξεκρίση όλοι θα θέλουν να την πάρουν".
"Απ' ό,τι έμαθα από κάποιον δικό μου, χρωστούσε πολλά ο μακαρίτης", απαντά εκείνος, "οπότε τα πράγματα δε θα είναι και τόσο απλά, ή ίσως και να είναι, δεν ξέρω. Ποτέ μου δεν κατάλαβα πώς λειτουργούν αυτά τα πράγματα".
Ο Κώστας Ιωσήφ είναι στα σαράντα πέντε του και πρώην στρατιωτικός. Πίστευε ότι θα έκανε μεγάλη καριέρα στο στρατό, αλλά κάτι πήγε στραβά, χάθηκαν κάποια όπλα, κι έτσι παραιτήθηκε. Εξάλλου είχε βαρεθεί την καθημερινή ρουτίνα, τα προβλήματα που του προκαλούσαν οι άλλοι, την έλλειψη προκλήσεων. Είναι ένας ελκυστικός, ψηλός, καλογυμνασμένος άντρας με μάτια κρύα γαλανά. Ίσως να ήταν αυτό το βλέμμα του που έκανε τον Πιγκουίνο να τον προσλάβει τελικά. Έμοιαζε ήρεμος, αλλά μόνιμα έτοιμος για καυγά.
"Τα πράγματα μπορούμε να τα κάνουμε απλά άμα θέλουμε. Όταν ανοίξουν οι τράπεζες θα κάνω μερικά τηλεφωνήματα και θα μάθω τι παίζει. Για το προσωπικό στην Παγίδα τι ξέρεις;"
"Κουμάντο ουσιαστικά κάνει ο μπάρμαν, ένα όχι και τόσο καλό παιδί εδώ που τα λέμε, αλλά διαπρέπει στο να γλύφει τον κώλο του αφεντικού. Αυτός είναι κι ο χαφιές μου. Από κει και πέρα, έχει έναν μπράβο στην πόρτα και οκτώ κορίτσια, από Ρουμανία, Βουλγαρία, Λευκορωσία".
"Μικρή επιχείρηση".
"Θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερη αλλά ο Χριστάκης ήταν ένας απ' αυτούς τους ανθρώπους που συνηθίζουν να ξοδεύουν περισσότερα λεφτά απ' αυτά που εισπράττουν. Κερνούσε πολλά ποτά, τάιζε πολλούς, προσπαθούσε να τους κρατά όλους ικανοποιημένους".
"Δε γίνονται έτσι οι δουλειές".
"Δε γίνονται".
"Στους μισθούς τι έπαιζε;"
"Αν πιστέψω αυτά που ακούω πλήρωνε πάρα πολλά στο προσωπικό. Φυσικά ίσως και να μού λέει ψέματα ο τύπος, προσπαθώντας να με ψαρέψει".
"Καλά, θα τα δούμε αυτά. Τώρα που το θυμήθηκα: με το φίλο μας τι γίνεται;"
Ο φίλος τους ήταν ο Χοντρός.
"Έφτασε εκεί πριν λίγα λεπτά μαζί με δυο γυναίκες, μάλλον συνεργάτιδές του".
"Ναι, τη μια την ξέρω, για την άλλη έχω ακούσει. Λιγόστεψαν πολύ τ' αυτιά μου στο δικό του τμήμα, μα στα υπόλοιπα έχουν αυξηθεί άλλο τόσο, οπότε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο μαθαίνω τα πάντα. Να είσαι σίγουρος ότι ένα από τα πρώτα ονόματα που θα πέσουν στο τραπέζι των υπόπτων θα είναι και το δικό μου, αλλά αυτό δε θα με εμποδίσει να προχωρήσω με τα σχέδιά μου".
"Ωραία. Με χρειάζεσαι κάτι άλλο, ή να πάω μια βόλτα προς τα εκεί για να δω τι παίζει;"
"Πήγαινε, αλλά να είσαι προσεκτικός. Οι περισσότεροι δε θα σου δώσουν καμία σημασία αλλά αν σε δει ο Χοντρός θα σε συγκρατήσει στη μνήμη του, κι αυτό ίσως μας δημιουργήσει προβλήματα στη συνέχεια".
Αναχωρεί χωρίς χαιρετισμό. Εξάλλου θα επιστρέψει σύντομα για να δώσει την αναφορά του και αμέσως μετά θα πάει για ύπνο. Του αρέσουν τα ωράρια που ακολουθεί τώρα. Κοιμάται τη μέρα κι είναι ξύπνιος όλη νύχτα. Και του αρέσουν και τα αλλά πλεονεκτήματα της δουλειάς: δωρεάν φαγητό και ποτό, αρκετό χρήμα, ισχύς, γυναίκες. Και όχι, δε θέλει να γίνει το αφεντικό, το να είναι ο άνθρωπος για όλες τις δουλειές του αρκεί.
Στο μεταξύ ο Πιγκουίνος, πίσω στο γραφείο, νιώθει όλο και πιο κουρασμένος, αλλά είναι αποφασισμένος να πάρει το προβάδισμα στην κούρσα για την απόκτηση της Παγίδας. Αν την καπαρώσει, μ' αυτήν τα μαγαζιά του θα γίνουν πέντε, και το κύρος του θ' αυξηθεί κατακόρυφα.
Κοιτά το ρολόι του. Οι τράπεζες έχουν ανοίξει λίγα λεπτά πριν. Να περάσει άραγε απ' το υποκατάστημα που τον εξυπηρετεί και να μάθει αυτά που θέλει, ή να πάρει τηλέφωνο; Αποφασίζει να πράξει το τελευταίο αφού είναι άυπνος και τα χνώτα του μυρίζουν ποτό, κι αυτός φροντίζει πάντα να κρατά τους τύπους. Η εικόνα μετρά.
Σε δέκα μόλις λεπτά έχει όλες τις πληροφορίες που ζητά. Ξέρει για τα χρέη του Χριστάκη και κάποιες λεπτομέρειες που απομένουν για το ιδιοκτησιακό καθεστώς του μαγαζιού θα το μάθει σύντομα, αφού έχει αναθέσει στο λογιστή του να διερευνήσει το θέμα.
Ανυπομονεί τώρα, πολύ. Ανυπομονεί να κάνει τις επόμενες κινήσεις, να τα βάλει με τους αντιπάλους του και να τους κερδίσει, κατά προτίμηση, στο νήμα. Νιώθει σαν ένας κυνηγός άγριων ζώων που έρχεται πρόσωπο με πρόσωπο με το θήραμά του και προλαβαίνει να το δει βαθιά στα μάτια προτού το εξολοθρεύσει. Κι ας τα μοναδικά πράγματα που κυνήγησε ποτέ στη ζωή του ήταν το χρήμα κι ο ποδόγυρος.
Χώνεται λίγο πιο βαθιά στην πολυθρόνα του. Κλείνει τα μάτια και σταυρώνει τα χέρια στο στήθος. Όχι, δεν παραδίδεται στην αγκαλιά του ύπνου, απλά με πόθο περισσό οραματίζεται τι θα του φέρουν οι επόμενες μέρες.

Συνεχίζεται.


Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.