Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΄μυθιστόρημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΄μυθιστόρημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 19 Νοεμβρίου 2019

Ο σωσίας - Κεφάλαιο 1


Κάθεται σε αναμμένα κάρβουνα εδώ και μέρες ο Χοντρός. Μα γιατί δεν του δίνουν την υπόθεση; Γιατί; Εντάξει, δεν έχουν και πολύ άδικο που δεν το κάνουν, αφού λόγω της φύσης της δεν εντάσσεται ακριβώς στην κατηγορία των εγκλημάτων που διερευνά η ομάδα του, ή μάλλον η τώρα υπό την Ντίνα Αυγουστή ομάδα που φιλοξενεί στο τμήμα του, μα από την άλλη όταν όλοι οι υπόλοιποι έχουν αποτύχει, δεν έχουν σημειώσει καμία πρόοδο, γιατί να μη δώσουν στους δικούς του μια ευκαιρία;
Βηματίζει ανυπόμονα πάνω κάτω στο γραφείο του. Έχει πολλά να κάνει, ένα βουνό χαρτολόι τον περιμένει, αλλά δεν μπορεί να συγκεντρωθεί σ' αυτό ετούτη την ώρα. Είναι από τη φύση του άνθρωπος ανυπόμονος και περίεργος, και του λείπει η δράση. Και είναι και καχύποπτος.
Η μεγάλη του απορία είναι γιατί δεν επικοινώνησε μαζί του ούτε μια φορά ο αρχηγός, όπως αποκαλεί τον υπαρχηγό της Αστυνομίας, και πρώην προϊστάμενό του στο τμήμα. Ο τελευταίος τον εμπιστευόταν τυφλά και συνήθως όταν τα έβρισκαν σκούρα οι άλλοι, αυτόν καλούσε.
Το ψηλό και χοντρό του κορμί μοιάζει λίγο πιο μικρό, μαραζωμένο, καθώς ο ιδιοκτήτης του ρωτά σιωπηλά αυτά τα γιατί και οι ρυτίδες στο πρόσωπο μοιάζουν να βαθαίνουν λίγο πιο πολύ. Στα πενήντα οκτώ του χρόνια πια, είναι κάποιος που έχει ζήσει πολλά και έχει μάθει και χάσει πολλά. Κι έχει χαρεί επίσης. Όλες του οι εμπειρίες είναι χαραγμένες λες στο πρόσωπό του. Τα βαθιά γαλάζια του μάτια είναι ανήσυχα. Το βλέμμα του πότε σκοτεινιάζει, πότε θολώνει. Τα φουντωτά γκρίζα του μαλλιά και το μουστάκι, λες κι αντανακλούν τη μέσα του φουρτούνα.
"Δεν μπορείς να ησυχάσεις, ε;" Μια φωνή τον βγάζει απ' το τριπάκι του. Στρέφει το βλέμμα προς την πηγή της για ν' αντικρίσει το γαλήνιο αντίστοιχο της κοπέλας που είναι το δεξί του χέρι τα τελευταία χρόνια.  Στα τριάντα της η Ντίνα Αυγουστή, κατέχει ήδη τη θέση της αναπληρωτού λοχία και μάλλον δεν θα αργήσει να πάρει και νέα προαγωγή, αφού αποτελεί το λαμπερό νέο πρόσωπο της Κυπριακής Αστυνομίας, και όχι άδικα.
"Τι έχουμε, Ντίνα;"
Δεν του απαντά αμέσως. Το μελένιο της βλέμμα διαβάζει το δικό του. Ξέρει τι θέλει να ακούσει το αφεντικό της, αλλά δυστυχώς δεν μπορεί να του το πει. Καθώς τον πλησιάζει, εκείνος την παρατηρεί. Είναι λίγο πιο κοντή από κείνον, αλλά σχεδόν το ίδιο επιβλητική. Τα μαλλιά της κομμένα στο ύψος του ώμου, είναι κορακίσια μαύρα. Και το κορμί καλογυμνασμένο, κι ας μη φαίνεται κάτω απ' τη στολή.
Πηγαίνει και κάθεται σε μια καρέκλα μπροστά από το γραφείο του αφεντικού της, κι αυτός θέλοντας και μη ακολουθεί το παράδειγμά της.
Πάντα μπορούσαν και επικοινωνούσαν με τις σιωπές αυτοί οι δυο, ακόμη κι όταν είχαν να ανακρίνουν κάποιον ή ήταν αναγκασμένοι να παρακαθίσουν σε συζητήσεις πάσης φύσεως με τους από πάνω. Εκείνος ήταν πονηρός και συνήθως έπαιρνε αυτό που ζητούσε. Εκείνη ήταν φωτιά και πάντα έβρισκε τον τρόπο να παρακάμψει τα εμπόδια που άλλοι έβαζαν στο δρόμο του.
Μοιάζει ήρεμος τώρα. Λες και η παρουσία και μόνο της σιωπηλής κοπέλας είναι αρκετή για να τον βγάλει απ' τη φουσκοθαλασσιά των σκέψεων του.
"Τι έχουμε, Ντίνα;" τη ρωτά ξανά, με μια τρυφερότητα στο βλέμμα.
"Όχι κάτι το ιδιαίτερο", του απαντά, "και γι' αυτόν ακριβώς το λόγο είμαι εδώ".
"Μίλα".
"Κάτι πολύ παράξενο συμβαίνει με την υπόθεση του Μαγιέρη".
Ο Χοντρός, κατά κόσμο Πέτρος Ιωάννου, σηκώνεται από την καρέκλα, πηγαίνει και κλείνει την πόρτα του γραφείου του, κι επιστρέφει στη θέση του. Δεν θέλει άλλον κανέναν να ακούσει τι έχει να του πει η κοπέλα. Όχι πώς δεν εμπιστεύεται τη γραμματέα του, το Χριστινιώ όπως την αποκαλεί, αλλά είναι από τη φύση του προσεκτικός. Η Ντίνα, ο Τεκ και η Αγγέλα, είναι η αγία τριάδα του στην αστυνομία. Μονάχα αυτούς τους τρεις εμπιστεύεται απόλυτα στο σώμα. Εκτός σώματος για αστυνομικά θέματα συζητά μόνο με την κόρη του τη Μαργαρίτα, που εδώ και ενάμιση χρόνο παριστάνει, με επιτυχία μάλιστα την ιδιωτική ντετέκτιβ.
"Κι εγώ αυτό σκεφτόμουνα", ομολογεί στην Ντίνα. "Λες και κάποιοι προσπαθούν να μας κρατήσουν με το ζόρι εκτός παιχνιδιού".
Ο Νικόλας Μαγιέρης είναι ο υπουργός δικαιοσύνης. Ανέλαβε το υπουργείο πριν από ένα περίπου χρόνο, υποσχόμενος πράματα και θαύματα. Κι η αλήθεια είναι ότι δεν τα πάει και πολύ άσχημα μέχρι τώρα. Προχώρησε ήδη σε κάποιες αναγκαίες αλλαγές, σε αναδιαρθρώσεις σχημάτων και γενικές μεταρρυθμίσεις, αλλά δεν θα έλεγε κανείς ότι έχει αφήσει το σημάδι του κιόλας. Αλλά θα το άφηνε, ο Χοντρός δεν είχε καμιά αμφιβολία γι' αυτό, αφού ο τελευταίος τον διάβασε σαν ανοικτό βιβλίο την πρώτη φορά που τον συνάντησε - πιο φιλόδοξο πολιτικό δεν είδε ποτέ στη ζωή του.
"Η περιέργεια με τρώει. Γιατί δεν μας κάλεσαν να βοηθήσουμε; Όταν χρειάζονταν τη βοήθειά μας για αναβάθμιση των ηλεκτρονικών συστημάτων, μας κτύπησαν την πόρτα. Όταν τα βρήκαν σκούρα με την κατά συρροή δολοφόνο, μας έδωσαν το ελεύθερο να δράσουμε όπως θέλουμε. Το ίδιο και με την υπόθεση των εξαφανίσεων στην Κακοπετριά και τη δολοφονία του Χριστάκη. Ενώ τώρα…"
"Μας θέλουν μακριά κι αγαπημένους", συμπληρώνει την ανείπωτη σκέψη της κοπέλας.
Ο Χριστάκης ήταν ο καλύτερος φίλος και κουμπάρος του Χοντρού, και δεν είχαν κανένα πρόβλημα να τον αφήσουν να διερευνήσει τη δολοφονία του δεκαοκτώ μήνες πριν.
"Απλά θέλω να ξέρω ποιος βρίσκεται πίσω απ' αυτό το μπλόκο. Ο μόνος που μπορώ να σκεφτώ είναι ο ίδιος ο υπουργός, αλλά γιατί να το κάνει αυτό;"
"Με τους πολιτικούς δεν βγάζει κανείς άκρη, Ντίνα. Τέλος πάντων, έχουμε καμιά εξέλιξη στις άλλες υποθέσεις μας αυτές τις μέρες;"
"Όλα είναι υπό έλεγχο. Σε ό,τι αφορά τις πρόσφατες διαρρήξεις στο κέντρο της Λευκωσίας, έχουμε μαζέψει αρκετά στοιχεία και πολύ πιθανόν να έχουμε και μία σύλληψη μέχρι το βράδυ. Οι διαρρήκτες ήταν δύο, αλλά είμαι σίγουρη ότι δεν θα αργήσουμε να βρούμε και τον δεύτερο αφού, ως γνωστό, οι ντόπιοι μικροεγκληματίες άμα φτάσουν και συλληφθούν, δεν διστάζουν και πολύ προτού μας σερβίρουν στο πιάτο τα ονόματα των συνεργών τους. Η Αγγέλα, κυνηγά στα μουλωχτά φυσικά, το θέμα της κατ' επανάληψη εξαφάνισης κοριτσιών που βρίσκονται υπό την επιτήρηση των κοινωνικών υπηρεσιών, κι ο Τεκ εξακολουθεί να παρακολουθεί διακριτικά τον Πιγκουίνο και τους εκλεκτούς του φίλους, ενώ βοηθάει, ως συνήθως, και με όλα τα υπόλοιπα".
"Ωραία. Αν δεν έχεις κάτι άλλο να αναφέρεις, στείλε μου τον μέσα. Τον θέλω να με βοηθήσει με κάτι". Της κλείνει το μάτι κι η κοπέλα καταλαβαίνει τι θέλει να της πει. Χαμογελά. Το παιχνίδι τώρα αρχίζει.

Η εικόνα είναι κλεμμένη από εδώ.

Τρίτη 7 Ιουνίου 2016

Μιλώντας για... Όλα αυτά που χάσαμε



Σαν ένας άσημος συγγραφέας μια από τις προτάσεις που ακούω πιο συχνά είναι: "Να γράψεις την ιστορία της ζωής μου". Κάποιοι άλλοι απλά μού λένε μια ιδέα και περιμένουν να την ακολουθήσω. Λες και η έμπνευση λειτουργεί μ' αυτό τον τρόπο!

Στην πραγματικότητα η τύχη είναι που παίζει τον πιο σημαντικό ρόλο στη συγγραφή των ιστοριών μου. Μια κουβέντα που άκουσα κάπου, κάποιες τυχαίες συναντήσεις. Μια κοπέλα που συνάντησα μια και μοναδική φορά στο Πάι της Ταϊλάνδης μού χάρισε με τη σιωπή της μια από τις ιστορίες του "Άγιου Πότη. Κάποια που συνάντησα λίγες φορές στα Χανιά μού έδωσε δύο έντυπα βιβλία μέχρι τώρα. Δυο μάτια δακρυσμένα με βοήθησαν να αντιληφθώ τη ματαιότητα ενός εγχειρήματος και η Χοπ…

Η Χοπ είναι ένα πρόσωπο εμπνευσμένο από μια κοπέλα που τη λέγαν Λίζα και νε την οποία συνομίλησα μία και μοναδική φορά στην Τσιανγκ Μάι της Ταϊλάνδης. Είχε φτιάξει ένα σχολείο για τα φτωχά παιδιά εκεί. Και πριν απ' αυτό είχε φτιάξει ένα στο Νεπάλ. Ήταν δασκάλα, οργανώτρια, δημιουργός, μα πάνω απ' όλα ήταν ένα πλάσμα λυπημένο. Τη σκότωνε καθημερινά η κακία του κόσμου. Το κατάλαβα απ' τα μισόλογά της.

Πήρα, λοιπόν, αυτά τα ελάχιστα στοιχεία από το βιογραφικό της, και όταν έφτασε ο καιρός κάθισα και έγραψα μια ιστορία που διαδραματίζεται στις ΗΠΑ - πιο συγκεκριμένα στη Νέα Υόρκη και σε μια πολίχνη στα Απαλάχια όρη.

Η Χοπ, στην αρχή, είναι ένα πλουσιοκόριτσο που τα έχει όλα, μα που της λείπουν τα πάντα. Μέχρι που γνωρίζει κάποιον που της αλλάζει την οπτική γωνία. Κάποιον που είναι φτωχός σε χρήμα, μα πλούσιος σε ουσία, που δίνει τα δεκαπλάσια απ' αυτά που παίρνει. Μαζί του έρχεται κι η ανακάλυψη ενός καινούριου κόσμου, ενός που δεν μπορούσε να δει μέσα από τις παρωπίδες των προνομιών της.

Κι έτσι, στα ξαφνικά, το βλέμμα της φωτίζει, η πορεία της αλλάζει, βρίσκει στα μάτια του αγαπημένου και των πράξεών του όλα αυτά που της λείπουν. Και βρίσκει και μια φίλη κάπως φευγάτη, αντισυμβατική, που λατρεύει να διδάσκει τα παιδιά πώς να ζωγραφίζουν, αλλά και που είναι καταπληκτική ζωγράφος η ίδια. Η Μάριαν γεννήθηκε λυπημένη, αλλά την ίδια ώρα είναι γεμάτη από ζωή (στο σπίτι της έχει δυο δωμάτια καλυμμένα ολάκερα από ζωγραφιές: το ένα φωτεινό, το άλλο σκοτεινό - εκεί είναι τα όνειρα κι οι εφιάλτες της).

Οι τρεις τους θα ζήσουν λίγα μαζί. Η κακία του κόσμου θα τους χτυπήσει αλύπητα. Θα χάσουν κάποιον στο δρόμο, αλλά δεν θα χαθούν. Η Χοπ θα ακολουθήσει ένα δρόμο. Η Μάριαν άλλο, παρόμοιο. Μα προτού χαθούν θα φάνε και θα πιουν, θα τραγουδήσουν και θα θρηνήσουν μαζί. Θα δουν το θάνατο κατάματα και θα τον φτύσουν κατάμουτρα.

Στο τέλος αυτού του ανέκδοτου ακόμη, σε έντυπη μορφή, βιβλίου η ιστορία της Χοπ θα φτάσει σε μια κατάληξη. Της Μάριαν όμως όχι, αφού θα δραπετεύσει απ' τις σελίδες του για να κάνει μια βόλτα μέχρι τη Ρουάντα, όπου θα συναντήσει τον Μαλάικα (την ιστορία του οποίου έχω πει σ' ένα παιδικό βιβλίο που έχει εκδοθεί), ένα παιδί δίχως πόδια, που σπάνια χάνει το χαμόγελό του και που την αγαπά πολύ, τόσο πολύ όσο τη μαμά και τις ζωγραφιές του.

Κι η περιπέτεια της ζωής και των αναμνήσεων συνεχίζεται…

Μπορείτε να κατεβάσετε το βιβλίο δωρεάν από εδώ.

Η ζωγραφιά του εξωφύλλου είναι της Έλενας Σιούφτα.
 

Τρίτη 21 Ιουλίου 2015

Το τρίτο θύμα - Κεφάλαιο 10



Η Νάντια βγήκε εδώ και λίγη ώρα στη γύρα για να ενημερώσει τους ανθρώπους που εξυπηρετεί για την προσωρινή αντικαταστάτριά της. Την εμπιστεύεται πολύ τη Μαργαρίτα κι ας μην ξέρει καλά-καλά το γιατί. Δεν είναι καν φίλες. Απλά γνωστές είναι, που βρέθηκαν τυχαία σε μια παρέα. Η μια κουβέντα οδήγησε στην άλλη, η μια σιωπή στην επόμενη, και σιγά-σιγά άρχισαν να κάνουν παρέα, αλλά μέχρι εκεί. Μα να που τώρα…
Εκείνο που κάπως την ανησυχεί είναι ότι ο πατέρας της κοπέλας είναι μπάτσος, και μάλιστα από τους πιο γνωστούς, κι απ' ό,τι μαθαίνει κι απ' τους πλέον αδιάφθορους. Εκείνη λέει ότι ο γέρος της είναι αστέρι, αλλά πώς θα αντιδρούσε άραγε αν μάθαινε ότι τα μονοπάτια στα οποία θα περπατούσε η κόρη του δε θα ήταν πάντοτε και τα πιο φωτεινά. Όχι πώς κάνει τίποτα παράνομο στη δουλειά της, αλλά να, πού και πού αναγκάζεται να χρησιμοποιήσει μη συμβατικά μέσα για να αντεπεξέλθει.
Το πρόβλημα δεν είναι τα θελήματα που κάνει για τα γερόντια, αλλά οι αναζητήσεις προσώπων που δεν είναι πάντα εύκολο να ανεβρεθούν. Κάποιες φορές, αφού εξαντλήσει πρώτα τα συμβατικά μέσα, αναγκάζεται να υιοθετήσει ανορθόδοξες μεθόδους, ψάχνοντας βοήθεια στον βαθύ ιστό, αγγλιστί dark net, όπου δε συχνάζουν πάντα τα καλύτερα παιδιά. Εκεί, προσφέροντας κάποια αμοιβή, προσπαθεί να βρει τα στοιχεία των ανθρώπων που αναζητεί. Όσες φορές το έκανε μέχρι τώρα οι προσπάθειές της δικαιώθηκαν, αλλά οι τελευταίες της δύο απόπειρες δεν απέφεραν καρπούς, και γι' αυτό νιώθει λυπημένη.
Βλέπει τον εαυτό της σαν κάποιου είδους Ρομπέν της Πόλης η κοπέλα. Αν και χρεώνει για τις υπηρεσίες της, τα λεφτά που εισπράττει ανά άτομο είναι ελάχιστα, και στο τέλος της ημέρας ίσως και να εξοικονομούν χρήματα προσλαμβάνοντάς την για να κάνει τα ψώνια τους οι άνθρωποι, αφού πάντα φροντίζει να βρίσκει τις χαμηλότερες τιμές για τα προϊόντα που αυτοί έχουν ανάγκη. Οι αναζητήσεις προσώπων της αποφέρουν κάποιο κέρδος, αλλά και πάλι, οι χρεώσεις της δεν ξεπερνούν το ένα τέταρτο αυτών που χρεώνουν ιδιωτικοί ντετέκτιβ, δικηγόροι κτλ. Φρόντισε να μάθει τις τιμές προτού μπει στο παζάρι.
Δουλεύει δώδεκα με δεκαέξι ώρες την ημέρα από Δευτέρα μέχρι Σάββατο και τις Κυριακές πηγαίνει εκδρομές, με παρέα ή χωρίς. Απλά μπαίνει στο αυτοκίνητό της και οδηγεί. Κι όπου τη βγάλει ο δρόμος. Τώρα, ετοιμάζεται να πάει για διακοπές, αλλά όταν επιστρέψει ελπίζει να μειώσει με τη βοήθεια της Μαργαρίτας τις ώρες της -αν αντέξει δηλαδή η τελευταία την πίεση- όχι επειδή θέλει να ξεκουραστεί, αλλά γιατί θέλει να ξαναπιάσει τις αγαπημένες ασχολίες, τη ζωγραφική και τη δημιουργία κατασκευών.
Φτάνει σ' ένα σπίτι κοντά στην Πύλη Αμμοχώστου, σε μια ήσυχη γειτονιά. Κτυπάει την πόρτα. Τέτοια ώρα η κυρία Κατερίνα θα πίνει τον καφέ της κάτω από τα δέντρα στην εσωτερική αυλή.
Αργεί κάπως να έρθει να της ανοίξει, αλλά αυτό δεν την ξενίζει, αφού η γυναίκα πλησιάζει τα ενενήντα της χρόνια και λόγω των αρθριτικών δυσκολεύεται πολύ να περπατήσει. Ακούει τα ελαφρά της βήματα να πλησιάζουν μαζί με το Πι, που τα συνοδεύει μόνιμα εδώ και λίγα χρόνια.
"Καλώστην κόρην μου", λέει εκείνη κι ανοίγει πιο πλατιά την πόρτα για να την αφήσει να περάσει μέσα.
"Καλημέρα γιαγιά", απαντά και την προσπερνά με κατεύθυνση την αυλούλα. Δεν την περιμένει, δεν τη βοηθά. Αυτό είναι το τελετουργικό τους. Κάθεται ήδη σε μια παλιά καρέκλα και την περιμένει, όταν σιγά-σιγά φτάνει εκείνη εκεί.
"Τι να σε κεράσω, κόρη μου;"
Δεν μπορεί να της πει Τίποτα, αφού για τις γυναίκες τις γενιάς της αυτή η λέξη δεν υπάρχει, σε ό,τι έχει να κάνει με το συγκεκριμένο θέμα.
"Μια παγωμένη λεμονάδα".
"Πάω να τη φτιάξω".
Μετά από λίγο θα επιστρέψει πίσω, με τη λεμονάδα τοποθετημένη μαζί μ' ένα πιατάκι με μπισκότα πάνω σ' ένα δίσκο, κι αυτόν τοποθετημένο σ' ένα τρόλεϊ, το οποίο θα σπρώχνει μαζί με το Πι.
Η κυρία Κατερίνα της ανέθεσε να ψάξει να βρει την ανιψιά της, που μάλλον βρίσκεται στη Νότιο Αφρική. Δεν έχει άλλους στενούς συγγενείς στον κόσμο αυτό, και αν και δεν τη γνώρισε ποτέ τη γυναίκα, θέλει ν' αφήσει σ' αυτή την περιουσία της. Η δική της υπόθεση είναι μία από τις δύο, που ζορίζουν τώρα τελευταία την Νάντια. Κι αντί να έρθει εδώ για να μεταφέρει κάποια καλά νέα στην ηλικιωμένη γυναίκα, ήρθε για να της πει ότι θα πάει για διακοπές και πώς κάποια άλλη θ' αρχίσει να δουλεύει για κείνην - τουλάχιστον για την ώρα. Πώς θα το πάρει άραγε; Σε αντίθεση με τους νέους που είναι πολύ προβλέψιμοι, τους ηλικιωμένους δεν μπορεί να τους ψυχολογήσει. Ίσως να το πάρει καλά, ίσως στραβά. Μα, όσο άσκημα κι αν νιώθει τώρα η ίδια, οφείλει να της πει την αλήθεια.

Συνεχίζεται.

Για να βρείτε τα προηγούμενα κεφάλαιο πηγαίνετε στην κεντρική σελίδα.

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.
 

Δευτέρα 13 Ιουλίου 2015

Το τρίτο θύμα - Κεφάλαιο 5



Κάπου αλλού, κάποιοι κάθονται παρέα σ' ένα γραφείο, πίνουν καλό ουίσκι, παρά το ό,τι είναι πρωί και χαμογελούν. Εξάλλου, όλη νύχτα πίναν, οπότε το μόνο που είχαν να κάνουν ήταν να συνεχίσουν.
Τα καλά νέα τους βρήκαν στις πέντε το πρωί. Τότε ήταν που πήραν το τηλεφώνημα που τους ενημέρωσε ότι ο Χριστάκης ήταν νεκρός, κι από τότε το γιορτάζουν. Ένας ανταγωνιστής λιγότερος.
Ο Πιγκουίνος είναι γνωστή φυσιογνωμία στον υπόκοσμο της πρωτεύουσας. Στα πενήντα ένα του χρόνια, θυμίζει μάλλον μια κωμική φιγούρα, αλλά αυτή είναι μια από κείνες τις περιπτώσεις που τα φαινόμενα απατούν. Μπορεί να είναι κοντός, με βαμμένα μαύρα μαλλιά που όλο και αραιώνουν, και με μια παράξενη αίσθηση της μόδας, που του χάρισε και το παρατσούκλι του, αλλά είναι ξύπνιος. Οι αρχές τον υποψιάζονται για χίλια-δυο πράγματα, αλλά δεν μπορούν να αποδείξουν τίποτα. Κάθε φορά που πιστεύουν ότι τον έχουν στο χέρι, καταφέρνει πάντα σα χέλι να τους ξεφύγει την τελευταία στιγμή. Πώς τα καταφέρνει; Αυτό παραμένει ένα μυστήριο. Ίσως να είναι τυχερός ή ίσως να ξέρει να παίζει καλύτερα απ' όλους το παιχνίδι.
Οι άντρες που είναι στη δούλεψή του τού είναι απόλυτα πιστοί, αφού τους πληρώνει πάντα πολύ καλά και φροντίζει την κάθε τους ανάγκη. Την ίδια στιγμή όμως είναι πολύ προσεχτικός σε ό,τι αφορά τα άτομα που προσλαμβάνει. Αυτούς που έχουν μεγάλους στόχους τους αποφεύγει. Αυτούς που μοιάζουν αδύνατοι τους διώχνει με την πρώτη ευκαιρία. Δεν επιτρέπει σε κανέναν που θα μπορούσε να ομολογήσει κάποτε τα μυστικά του να γίνει κοινωνός σ' αυτά.
Ο Χοντρός είναι η Νέμεσις του. Εδώ και χρόνια παίζουν μεταξύ τους μια παρτίδα σκάκι απ' την οποία δε βγαίνει κανείς νικητής. Τη μια νικά ο ένας, τη μια ο άλλος, αλλά το τελευταίο παιχνίδι που κέρδισε ο Χοντρός του κόστισε πιο πολύ από κάθε άλλο, αφού εξαιτίας του έχασε το δεξί του χέρι, τον Γρηγόρη.
Του πήρε ένα σχεδόν χρόνο να βρει τον αντικαταστάτη του και μ' αυτόν είναι που κάθεται τώρα στο γραφείο του, πίνει, συζητά και γελά.
"Πρέπει να μάθουμε τι γίνεται με το ιδιοκτησιακό καθεστώς της Παγίδας το συντομότερο δυνατόν", του λέει. "Κρίση-ξεκρίση όλοι θα θέλουν να την πάρουν".
"Απ' ό,τι έμαθα από κάποιον δικό μου, χρωστούσε πολλά ο μακαρίτης", απαντά εκείνος, "οπότε τα πράγματα δε θα είναι και τόσο απλά, ή ίσως και να είναι, δεν ξέρω. Ποτέ μου δεν κατάλαβα πώς λειτουργούν αυτά τα πράγματα".
Ο Κώστας Ιωσήφ είναι στα σαράντα πέντε του και πρώην στρατιωτικός. Πίστευε ότι θα έκανε μεγάλη καριέρα στο στρατό, αλλά κάτι πήγε στραβά, χάθηκαν κάποια όπλα, κι έτσι παραιτήθηκε. Εξάλλου είχε βαρεθεί την καθημερινή ρουτίνα, τα προβλήματα που του προκαλούσαν οι άλλοι, την έλλειψη προκλήσεων. Είναι ένας ελκυστικός, ψηλός, καλογυμνασμένος άντρας με μάτια κρύα γαλανά. Ίσως να ήταν αυτό το βλέμμα του που έκανε τον Πιγκουίνο να τον προσλάβει τελικά. Έμοιαζε ήρεμος, αλλά μόνιμα έτοιμος για καυγά.
"Τα πράγματα μπορούμε να τα κάνουμε απλά άμα θέλουμε. Όταν ανοίξουν οι τράπεζες θα κάνω μερικά τηλεφωνήματα και θα μάθω τι παίζει. Για το προσωπικό στην Παγίδα τι ξέρεις;"
"Κουμάντο ουσιαστικά κάνει ο μπάρμαν, ένα όχι και τόσο καλό παιδί εδώ που τα λέμε, αλλά διαπρέπει στο να γλύφει τον κώλο του αφεντικού. Αυτός είναι κι ο χαφιές μου. Από κει και πέρα, έχει έναν μπράβο στην πόρτα και οκτώ κορίτσια, από Ρουμανία, Βουλγαρία, Λευκορωσία".
"Μικρή επιχείρηση".
"Θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερη αλλά ο Χριστάκης ήταν ένας απ' αυτούς τους ανθρώπους που συνηθίζουν να ξοδεύουν περισσότερα λεφτά απ' αυτά που εισπράττουν. Κερνούσε πολλά ποτά, τάιζε πολλούς, προσπαθούσε να τους κρατά όλους ικανοποιημένους".
"Δε γίνονται έτσι οι δουλειές".
"Δε γίνονται".
"Στους μισθούς τι έπαιζε;"
"Αν πιστέψω αυτά που ακούω πλήρωνε πάρα πολλά στο προσωπικό. Φυσικά ίσως και να μού λέει ψέματα ο τύπος, προσπαθώντας να με ψαρέψει".
"Καλά, θα τα δούμε αυτά. Τώρα που το θυμήθηκα: με το φίλο μας τι γίνεται;"
Ο φίλος τους ήταν ο Χοντρός.
"Έφτασε εκεί πριν λίγα λεπτά μαζί με δυο γυναίκες, μάλλον συνεργάτιδές του".
"Ναι, τη μια την ξέρω, για την άλλη έχω ακούσει. Λιγόστεψαν πολύ τ' αυτιά μου στο δικό του τμήμα, μα στα υπόλοιπα έχουν αυξηθεί άλλο τόσο, οπότε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο μαθαίνω τα πάντα. Να είσαι σίγουρος ότι ένα από τα πρώτα ονόματα που θα πέσουν στο τραπέζι των υπόπτων θα είναι και το δικό μου, αλλά αυτό δε θα με εμποδίσει να προχωρήσω με τα σχέδιά μου".
"Ωραία. Με χρειάζεσαι κάτι άλλο, ή να πάω μια βόλτα προς τα εκεί για να δω τι παίζει;"
"Πήγαινε, αλλά να είσαι προσεκτικός. Οι περισσότεροι δε θα σου δώσουν καμία σημασία αλλά αν σε δει ο Χοντρός θα σε συγκρατήσει στη μνήμη του, κι αυτό ίσως μας δημιουργήσει προβλήματα στη συνέχεια".
Αναχωρεί χωρίς χαιρετισμό. Εξάλλου θα επιστρέψει σύντομα για να δώσει την αναφορά του και αμέσως μετά θα πάει για ύπνο. Του αρέσουν τα ωράρια που ακολουθεί τώρα. Κοιμάται τη μέρα κι είναι ξύπνιος όλη νύχτα. Και του αρέσουν και τα αλλά πλεονεκτήματα της δουλειάς: δωρεάν φαγητό και ποτό, αρκετό χρήμα, ισχύς, γυναίκες. Και όχι, δε θέλει να γίνει το αφεντικό, το να είναι ο άνθρωπος για όλες τις δουλειές του αρκεί.
Στο μεταξύ ο Πιγκουίνος, πίσω στο γραφείο, νιώθει όλο και πιο κουρασμένος, αλλά είναι αποφασισμένος να πάρει το προβάδισμα στην κούρσα για την απόκτηση της Παγίδας. Αν την καπαρώσει, μ' αυτήν τα μαγαζιά του θα γίνουν πέντε, και το κύρος του θ' αυξηθεί κατακόρυφα.
Κοιτά το ρολόι του. Οι τράπεζες έχουν ανοίξει λίγα λεπτά πριν. Να περάσει άραγε απ' το υποκατάστημα που τον εξυπηρετεί και να μάθει αυτά που θέλει, ή να πάρει τηλέφωνο; Αποφασίζει να πράξει το τελευταίο αφού είναι άυπνος και τα χνώτα του μυρίζουν ποτό, κι αυτός φροντίζει πάντα να κρατά τους τύπους. Η εικόνα μετρά.
Σε δέκα μόλις λεπτά έχει όλες τις πληροφορίες που ζητά. Ξέρει για τα χρέη του Χριστάκη και κάποιες λεπτομέρειες που απομένουν για το ιδιοκτησιακό καθεστώς του μαγαζιού θα το μάθει σύντομα, αφού έχει αναθέσει στο λογιστή του να διερευνήσει το θέμα.
Ανυπομονεί τώρα, πολύ. Ανυπομονεί να κάνει τις επόμενες κινήσεις, να τα βάλει με τους αντιπάλους του και να τους κερδίσει, κατά προτίμηση, στο νήμα. Νιώθει σαν ένας κυνηγός άγριων ζώων που έρχεται πρόσωπο με πρόσωπο με το θήραμά του και προλαβαίνει να το δει βαθιά στα μάτια προτού το εξολοθρεύσει. Κι ας τα μοναδικά πράγματα που κυνήγησε ποτέ στη ζωή του ήταν το χρήμα κι ο ποδόγυρος.
Χώνεται λίγο πιο βαθιά στην πολυθρόνα του. Κλείνει τα μάτια και σταυρώνει τα χέρια στο στήθος. Όχι, δεν παραδίδεται στην αγκαλιά του ύπνου, απλά με πόθο περισσό οραματίζεται τι θα του φέρουν οι επόμενες μέρες.

Συνεχίζεται.


Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.