Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα συγγραφή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα συγγραφή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 7 Ιουνίου 2016

Μιλώντας για... Όλα αυτά που χάσαμε



Σαν ένας άσημος συγγραφέας μια από τις προτάσεις που ακούω πιο συχνά είναι: "Να γράψεις την ιστορία της ζωής μου". Κάποιοι άλλοι απλά μού λένε μια ιδέα και περιμένουν να την ακολουθήσω. Λες και η έμπνευση λειτουργεί μ' αυτό τον τρόπο!

Στην πραγματικότητα η τύχη είναι που παίζει τον πιο σημαντικό ρόλο στη συγγραφή των ιστοριών μου. Μια κουβέντα που άκουσα κάπου, κάποιες τυχαίες συναντήσεις. Μια κοπέλα που συνάντησα μια και μοναδική φορά στο Πάι της Ταϊλάνδης μού χάρισε με τη σιωπή της μια από τις ιστορίες του "Άγιου Πότη. Κάποια που συνάντησα λίγες φορές στα Χανιά μού έδωσε δύο έντυπα βιβλία μέχρι τώρα. Δυο μάτια δακρυσμένα με βοήθησαν να αντιληφθώ τη ματαιότητα ενός εγχειρήματος και η Χοπ…

Η Χοπ είναι ένα πρόσωπο εμπνευσμένο από μια κοπέλα που τη λέγαν Λίζα και νε την οποία συνομίλησα μία και μοναδική φορά στην Τσιανγκ Μάι της Ταϊλάνδης. Είχε φτιάξει ένα σχολείο για τα φτωχά παιδιά εκεί. Και πριν απ' αυτό είχε φτιάξει ένα στο Νεπάλ. Ήταν δασκάλα, οργανώτρια, δημιουργός, μα πάνω απ' όλα ήταν ένα πλάσμα λυπημένο. Τη σκότωνε καθημερινά η κακία του κόσμου. Το κατάλαβα απ' τα μισόλογά της.

Πήρα, λοιπόν, αυτά τα ελάχιστα στοιχεία από το βιογραφικό της, και όταν έφτασε ο καιρός κάθισα και έγραψα μια ιστορία που διαδραματίζεται στις ΗΠΑ - πιο συγκεκριμένα στη Νέα Υόρκη και σε μια πολίχνη στα Απαλάχια όρη.

Η Χοπ, στην αρχή, είναι ένα πλουσιοκόριτσο που τα έχει όλα, μα που της λείπουν τα πάντα. Μέχρι που γνωρίζει κάποιον που της αλλάζει την οπτική γωνία. Κάποιον που είναι φτωχός σε χρήμα, μα πλούσιος σε ουσία, που δίνει τα δεκαπλάσια απ' αυτά που παίρνει. Μαζί του έρχεται κι η ανακάλυψη ενός καινούριου κόσμου, ενός που δεν μπορούσε να δει μέσα από τις παρωπίδες των προνομιών της.

Κι έτσι, στα ξαφνικά, το βλέμμα της φωτίζει, η πορεία της αλλάζει, βρίσκει στα μάτια του αγαπημένου και των πράξεών του όλα αυτά που της λείπουν. Και βρίσκει και μια φίλη κάπως φευγάτη, αντισυμβατική, που λατρεύει να διδάσκει τα παιδιά πώς να ζωγραφίζουν, αλλά και που είναι καταπληκτική ζωγράφος η ίδια. Η Μάριαν γεννήθηκε λυπημένη, αλλά την ίδια ώρα είναι γεμάτη από ζωή (στο σπίτι της έχει δυο δωμάτια καλυμμένα ολάκερα από ζωγραφιές: το ένα φωτεινό, το άλλο σκοτεινό - εκεί είναι τα όνειρα κι οι εφιάλτες της).

Οι τρεις τους θα ζήσουν λίγα μαζί. Η κακία του κόσμου θα τους χτυπήσει αλύπητα. Θα χάσουν κάποιον στο δρόμο, αλλά δεν θα χαθούν. Η Χοπ θα ακολουθήσει ένα δρόμο. Η Μάριαν άλλο, παρόμοιο. Μα προτού χαθούν θα φάνε και θα πιουν, θα τραγουδήσουν και θα θρηνήσουν μαζί. Θα δουν το θάνατο κατάματα και θα τον φτύσουν κατάμουτρα.

Στο τέλος αυτού του ανέκδοτου ακόμη, σε έντυπη μορφή, βιβλίου η ιστορία της Χοπ θα φτάσει σε μια κατάληξη. Της Μάριαν όμως όχι, αφού θα δραπετεύσει απ' τις σελίδες του για να κάνει μια βόλτα μέχρι τη Ρουάντα, όπου θα συναντήσει τον Μαλάικα (την ιστορία του οποίου έχω πει σ' ένα παιδικό βιβλίο που έχει εκδοθεί), ένα παιδί δίχως πόδια, που σπάνια χάνει το χαμόγελό του και που την αγαπά πολύ, τόσο πολύ όσο τη μαμά και τις ζωγραφιές του.

Κι η περιπέτεια της ζωής και των αναμνήσεων συνεχίζεται…

Μπορείτε να κατεβάσετε το βιβλίο δωρεάν από εδώ.

Η ζωγραφιά του εξωφύλλου είναι της Έλενας Σιούφτα.
 

Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2015

Το Λάθος Πάθος - Αναμνήσεις από τη συγγραφή ενός βιβλίου



Ανακάλυψα την περασμένη βδομάδα εντελώς τυχαία, το πρώτο μέρος του χειρογράφου της νουβέλας μου "Το λάθος πάθος", το οποίο είχα χάσει χρόνια πριν - για τα καλά.

Όπως διαβάζω στο εξώφυλλο του τετραδίου είχα αρχίσει να γράφω αυτή την ιστορία στις 19 Μαΐου του 1997 στη Λευκωσία και κάποια κεφάλαια που ακολούθησαν γράφτηκαν στα Χανιά. Ακόμη θυμάμαι τη θέα. Κοιτούσα με θολό το βλέμμα το ενετικό λιμάνι, από το άθλιο δωμάτιο που νοίκιασα τότε.

Και μετά; Δε θυμάμαι ακριβώς τι έγινε μετά, αλλά μέχρι να μου κτυπήσει την πόρτα η έμπνευση ξανά, ένα χρόνο αργότερα, το τετράδιο είχε χαθεί. Μη έχοντας λοιπόν άλλη επιλογή πήρα να γράφω την ιστορία από την αρχή.
 



Οι διαφορές ανάμεσα στην πρώτη και στη δεύτερη εκδοχή είναι μικρές και μεγάλες. Κάποιες προτάσεις τις θυμόμουνα απέξω κι ανακατωτά προφανώς και βρήκαν τη θέση τους και στη νέα εκδοχή. Κάποιες άλλες έμειναν απέξω. Και το πρώτο, κάπως εκτενές κεφάλαιο της πρώτης γραφής μίκρυνε πολύ και πήρε τη θέση του στο τελικό κείμενο αμέσως πριν από τον επίλογο.

Τη συγγραφή της ιστορίας την τελείωσα στις 9 Απριλίου του 1999. Μου πήρε δηλαδή σχεδόν δύο χρόνια να γράψω αυτό το μικρό βιβλίο, στα τετράδια και στο μυαλό μου. Χρειάστηκα πολύ λιγότερο χρόνο για να γράψω τα επόμενά μου (και πολύ μεγαλύτερα) τέσσερα βιβλία.

Τα τελευταία είναι πολύ καλύτερα από το πρώτο, αλλά αυτό είναι μάλλον το πιο αληθινό, αφού το έγραψα εν βρασμώ ψυχής κατά κάποιο τρόπο. Ζωή. Χαρά. Λύπη. Έρωτας. Απογοήτευση. Όλα έπαιξαν τον ρόλο τους. Ένιωθα τα πάντα έντονα τότε, κάτι που δυστυχώς δε συμβαίνει πια.

Με θυμάμαι τώρα να βρίσκομαι τη νύχτα της Μεγάλης Παρασκευής σ' ένα γραφείο έρημο στη Λευκωσία, να πίνω μπύρες και να γράφω τα τελευταία κεφάλαια. Τι ακριβώς ένιωθα τότε; Μοναξιά; Ίσως. Πλήξη; Μόλις πριν, σίγουρα. Και τι ένιωσα μετά; Ανακούφιση; Μάλλον. Με θυμάμαι λίγο να χαμογελώ. Και μετά οι αναμνήσεις σβήνουν.




Αυτό την ιστορία δεν την παράτησα και δε με παράτησε ποτέ. Πέρυσι προσπάθησα να τη ξαναγράψω, αλλά γρήγορα αντιλήφθηκα ότι, σε αντίθεση με πολλές άλλες, δεν μπορούσα να την κάνω καλύτερη. Φέτος τη μετέφρασα στα αγγλικά. Και το ταξίδι συνεχίζεται…

Το Λάθος Πάθος μου στο τέλος αποδείχτηκε κάθε άλλο παρά τέτοιο, αφού μου άνοιξε τα μάτια σε νέες πραγματικότητες και το δρόμο προς μια καινούρια ζωή. Μια ζωή που εξακολουθεί να με οδηγεί από τόπο σε τόπο, από κείμενο σε κείμενο.

Τις τελευταίες ημέρες άρχισα να ονειρεύομαι όλο και πιο συχνά τα Χανιά. Εκεί όπου πολλές από τις λέξεις και τα συναισθήματα πήραν ζωή. Εκεί που κάποιοι από τους ήρωες κάποιων άλλων μου βιβλίων γεννήθηκαν και πέθαναν, κι επέστρεψαν και πάλι στη ζωή με διαφορετική μορφή.

Κλείνω τα μάτια και…

Το βιβλίο μπορείτε να το αγοράσετε από εδώ.
 

Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2009

Σαν Αποχαιρετισμός

Και να που οι τρεις μήνες κύλησαν σαν νερό και χάθηκαν σαν τίποτα, στο πουθενά, όπως όλα. Λες και ήταν μόλις χθες που έφτασα εδώ. Λες και το ξεμπλοκάρισμά μου και η συγγραφή της «Ερωτοδίνης» και η επανασυγγραφή της «Απολογίας της Μήδειας» δεν κράτησαν παρά δυο μόλις στιγμές, που τέλειωσαν πριν μία.
Σχεδόν θολές, σαν όνειρο, είναι τώρα οι αναμνήσεις από την Τσιανγκ Μάι. Νιώθω σάμπως για δώδεκα βδομάδες απλά καθόμουνα πάνω σ’ ένα σύννεφο και παρακολουθούσα το χρόνο να περνά. Κι όμως, κάθε άλλο παρά σπαταλημένος ήταν ο χρόνος αυτός. Έγραψα πολύ, διάβασα πολύ, γνώρισα νέους ανθρώπους, έμαθα καινούρια κόλπα, έπεσα λίγο, σηκώθηκα πολύ, εκνευρίστηκα και χαμογέλασα, μίλησα λίγο, άκουσα πολύ.
Στην τελική χαρές μονάχα έζησα εδώ, πολλές μικρές-μικρές χαρές (και μία θλίψη, που μου ήρθε από μακριά), και τώρα ετοιμάζομαι για την επιστροφή σ’ ένα τόπο που απ’ της καρδιάς μου τα βάθη αγαπώ, σε μια ζωή που ποτέ δεν μπόρεσα να συνηθίσω. Το μόνο που εύχομαι, καθώς ετοιμάζω για άλλη μία φορά τις αποσκευές μου, είναι να μπορέσω να κρατήσω την ορμή. Την ορμή που μ’ έσπρωξε σε πέντε βδομάδες να γράψω ένα βιβλίο, σε πέντε μέρες να ξαναγράψω ένα μονόλογο.
Θυμάμαι ακόμη, αν και αμυδρά, εκείνη τη μέρα που τέλειωσα την «Ερωτοδίνη». Ανταλλάζαμε απ’ το πρωί μηνύματα με τη θαλασσιά Μαρίνα και της έλεγα «σε τρεις μέρες τελειώνω το βιβλίο.» Κι εκείνη απορούσε: «Μα πώς μπορείς να ξέρεις;» Ήξερα, επειδή, έως εκείνη την ώρα, δούλευα σχεδόν με πρόγραμμα, έγραφα κατά μέσο όρο δυο χιλιάδες λέξεις καθημερινά. Εκείνο που δεν ήξερα ήταν ότι εκείνη την ημέρα θα είχα, αυτό που λένε, ρέντα και μέχρι το βράδυ θα έγραφα πεντέμισι χιλιάδες λέξεις, οδηγώντας έτσι, αβίαστα και με χαρά μεγάλη την ιστορία στο τέλος της. Κι ύστερα θα ένιωθα πολύ-πολύ ανακουφισμένος. Και μετά θ’ ακολουθούσε η αναπόφευκτη πτώση, αφού θα έχανα πια οριστικά κάποια απ’ τα φιλαράκια μου -της ζωής και της φαντασίας- με τα οποία ταξίδευα εδώ και εννιά χρόνια.
Αλλά κι εκείνη η πτώση δεν θα κρατούσε για πολύ καθώς, λίγες μέρες μετά θα ξανάπιανα στα χέρια μου την αγαπημένη Μήδεια, την ιστορία της οποίας θα αφηγούμουν και πάλι αιρετικά, κάνοντάς την ωστόσο λίγο πιο πλούσια, λίγο πιο ζωντανή.
Σαν τέλεψα και μ’ αυτή ήμουνα σίγουρος ότι τώρα πια θα ένιωθα απόλυτα άδειος, πώς δεν θα μπορούσα να καταπιαστώ με τίποτ’ άλλο, αλλά η μοίρα τα θέλησε αλλιώς, έτσι σύντομα θα πιάσω ξανά στα χέρια μου μια ιστορία παλιά κι αγαπημένη – μια ιστορία που ήταν αιχμάλωτη για καιρό πολύ κι ασφυκτιούσε, και θα της χαρίσω την ελευθερία της, θα τη βοηθήσω ν’ αναπνεύσει και πάλι, θα προσπαθήσω μέσα απ’ αυτή να δείξω την ομορφιά που κρύβεται πίσω απ’ τον πόνο, τη δύναμη πίσω απ’ τη θλίψη, τη ζωή πίσω απ’ το θάνατο. Χθες το βράδυ έμαθα τα νέα, κι ένιωσα μεγαλύτερη χαρά απ’ αυτή που με πλημμύρισε όταν τέλειωσα την «Ερωτοδίνη». Επιτέλους, σκέφτηκα. Επιτέλους, θα κλείσω όλους τους παλιούς λογαριασμούς.
Τελικά, παρόλες τις δυσκολίες που υπήρχαν και εξακολουθούν να υφίστανται, όλα πήγαν καλά. Η προηγούμενη χρονιά τέλειωσε όμορφα, η νέα άρχισε υπέροχα. Κι είμαι σίγουρος ότι τα καλύτερα έπονται.
Μ’ αυτές τις σκέψεις, αγαπημένη μου... Τσιανγκ Μάι, σ’ αποχαιρετώ! Κάποια μέρα, σίγουρα, τα μονοπάτια μας θα συναντηθούνε και πάλι.

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2009

Η οδύνη ενός ανήσυχου μυαλού

Να κάθεσαι μπροστά απ’ την οθόνη του υπολογιστή για ώρες, για ώρες ατέλειωτες, και να κοιτάς μια λευκή ηλεκτρονική κολλά χαρτί. Να προσπαθείς να βάλεις τις σκέψεις σου σε μια τάξη για ν’ αρχίσεις να γράφεις, αλλά να μην μπορείς. Το μυαλό να κάνει τα παιχνίδια του, οι σκέψεις να χοροπηδούν και να το σκάνε, τα πλήκτρα να μένουν ακίνητα, το άσπρο να ξεφτάει απ’ τα μάτια σου και να κάνει την εμφάνισή του το screensaver, το screensaver που έφτιαξες εσύ με τις φωτογραφίες που έχεις βγάλει. Το βλέμμα να χαμογελά για λίγο, αλλά αμέσως μετά να πέφτει και πάλι σε περισυλλογή. Κι όλο ν’ αναρωτιέσαι: «Τι μου συμβαίνει; Γιατί δεν μπορώ να συγκεντρωθώ;...»
Μόλις χθες άρχισες να γράφεις ένα βιβλίο στο μυαλό σου... Στο μυαλό σου! «Πρέπει ν’ αρχίσω να γράφω... ν’ αρχίσω να γράφω... ν’ αρχίσω-να-γράφω...» σκέφτεσαι. Περπατάς πάνω-κάτω, πάνω-κάτω, ξυπόλυτος, κάθεσαι, ξανασηκώνεσαι, βγαίνεις έξω. Παρατηρείς τα σύννεφα και τους ανθρώπους, ακούς τα πουλιά, εκνευρίζεσαι με τα έντομα, ξαναμπαίνεις μέσα, κατευθύνεσαι προς το ψυγείο. Ώρα για ποτό κι ας είναι ακόμη νωρίς το απόγευμα. Σάνγκσομ - κόκα κόλα. Όχι, όχι, δεν περιμένεις ότι με το πιοτό θα έρθει η έμπνευση, απλά πίνεις για να ξεχάσεις, και να ξεχαστείς. Αλλά, αντί αυτού, θυμάσαι. Θυμάσαι, ότι το τελευταίο μεγάλο σου βιβλίο το έγραψες τέσσερα χρόνια πριν, μέσα σε μια έκρηξη έμπνευσης. Χρειάστηκες μόλις μια βδομάδα γι’ αυτό. Αλλά από τότε στέρεψες. Από τότε ζεις γράφοντας κλεμμένες ιστορίες για κάποιων άλλων τις ζωές. Από τότε όλο και κάτι αρχίζεις και όλο και το παρατάς. Από τότε...
Ωστόσο, το χθες είναι χθες, κι ο χρόνος τρέχει χωρίς να νοιάζεται για τις μικρές σου έγνοιες...
Κάθεσαι και πάλι μπροστά απ’ τον υπολογιστή. «Πρέπει ν’ αρχίσω να γράφω... ν’ αρχίσω να γράφω... ν’ αρχίσω-να-γράφω...». Και το κάνεις, αρχίζεις να γράφεις για την αδυναμία σου να γράψεις, για την οδύνη ενός ανήσυχου μυαλού, ενώ έξω απ’ το καφασωτό παράθυρο η ζωή μοιάζει ειρωνικά πολύχρωμη...

Προπέρσινα ξινά σταφύλια, σε στυλ να μην ξεχνιόμαστε. Την Παρασκευή τέλειωσα με την επανασυγγραφή των κεφαλαίων του «Δυο φωνές και μια σιωπή» που παράτησα στη μέση πριν κάτι μήνες και σήμερα άρχισα να γράφω τα νέα. Οπότε, παράπονο ουδέν...
Η φωτογραφία κλεμμένη από εδώ

Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2008

Υστερόγραφο του μέλλοντος


Ατάκες από το βιβλίο που θα γράψω... κάποτε. Βασικά είναι σημειώσεις που έπαιρνα για κάποιο μυθιστόρημα, το οποίο δεν άρχισα να γράφω, μια και η μούσα που επέστρεψε μου επέβαλε ν’ ασχοληθώ μ’ εκείνο που άφησα στη μέση τον Ιούνιο. Όπως και να ’χει, πάμε:

Γιατί να μας ορίζουν τα ξένα βλέμματα;

Αν ανταλλάζαμε το κάθε ερωτηματικό μας μ’ ένα θαυμαστικό η ζωή θα γινόταν υπέροχη.

Δεν είναι πεζή η ζωή. Πεζοί είμαστε εμείς, και μονόχνοτοι πολύ, που δεν την εκτιμούμε.

Ενώσαμε τις σιωπές μας κι από μέσα τους ξεπήδησε ένα ουρλιαχτό ζωής.

Από μέσα σου πηγάζω. Στη θάλασσά σου εκβάλλω.

Ποιο είναι το χρώμα της εκπλήρωσης;

Οι διαθέσεις σου είναι οι εποχές μου.

Την πρώτη φορά που μου χαμογέλασες το φεγγάρι κρύφτηκε ντροπιασμένο πίσω από ένα σύννεφο.

Την πρώτη φορά που κάναμε έρωτα ήθελα να πεθάνω από ευτυχία. Τη δεύτερη δεν ήθελα να πάψω να ζω.

Μην κάνεις σούμα τα λάθη σου και τα σωστά γιατί θα χαθείς. Όλα σωστά ήταν για να καταλήξεις εδώ, μαζί μου. Μ’ εμένα και τη μετριοφροσύνη μου.

Κι ακόμη δεν μπόρεσα να καταλάβω γιατί όταν σε γνώρισα ήσουν μόνη.

Σε αποστειρωμένα δωμάτια, από ευνουχισμένα μυαλά, γράφεται του μέλλοντος η ιστορία.

Άλλαξες την οπτική μου γωνία, αλλά ποτέ δε μου επέτρεψες να δω τον κόσμο μέσα από τα μάτια σου.

Κάποτε γνώρισα ένα κορίτσι που έκανε όνειρα. Όταν μεγάλωσε άρχισε να κάνει επενδύσεις.

Με μουσικές και γέλια, με σιωπές και δάκρυα, με χάδια κι απουσίες πορευόμαστε.

Ναι, άλλαξαν οι άνθρωποι, έγιναν πιο ανοιχτόμυαλοι. Εκσυγχρόνισαν τα δεσμά, τα φίμωτρα και τις παρωπίδες τους.

υ.γ. Επειδή επέστρεψε η κυρά Μούσα, που λέγαμε, δε θα έχω πια στη διάθεσή μου αρκετό χρόνο για να επισκέπτομαι τα μπλογκς σας συχνά. Θα το κάνω, ωστόσο, όποτε μπορώ. Η φωτογραφία κλεμμένη από εδώ...

Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2008

Παραμιλητό

«Πρέπει να οδηγήσω τον εαυτό μου στα άκρα,» σκέφτομαι από χθες το πρωί. «Πρέπει να τον οδηγήσω εκεί μήπως και λυτρωθώ, μήπως και δω φως...»
Οι αϋπνίες και η αδυναμία να γράψω μου κλέβουν κάθε μέρα όλο και περισσότερα χαμόγελα, μου στερούν ανάσες, καθιστούν ανούσιες τις σιωπές μου. Πνίγομαι επειδή δεν μπορώ να δημιουργήσω και νιώθω το μέσα μου κενό όλο να μεγαλώνει. Θέλω ν’ αφήσω να ξεφύγει απ’ το στήθος μου μια σπαρακτική κραυγή απόγνωσης, αλλά δεν μπορώ. Απλά δεν μπορώ. Επειδή η ζωή μου είναι γαλήνια. Η ζωή μου είναι γαλήνια, κι ας ξεχειλίζει από... οργή για το ανήσυχο μέσα μου, για το σώμα που δεν ακολουθεί της ψυχής μου τα θέλω, κι αρνιέται ν’ αναπαυτεί ώστε να του δοθεί η ευκαιρία να κουραστεί και πάλι μετά. Του αρέσει να είναι συνέχεια κουρασμένο φαίνεται!
Πέντε χιλιάδες μίλια ταξίδεψα για να βρω τη χαμένη έμπνευση, για να ξαναπιάσω της συγγραφής το νήμα. Η έμπνευση ήρθε, η εκτέλεση σκόνταψε στου κορμιού τις βουλές.
Μιλούσα με μια φίλη τις προάλλες και της είπα: «Μάλλον πιο εύκολο είναι να ετοιμάσω ένα βιβλίο με ατάκες, παρά να γράψω ένα μυθιστόρημα αυτή τη φορά» (μισό τετράδιο γέμισα με δαύτες). Ίσως και να το κάνω...

Τρίτη 14 Οκτωβρίου 2008

Ουφ (της ανακούφισης)

Επιτέλους, οι «εφιαλτικές» μέρες της πόλης τελείωσαν. Ναι, ξέρω, κάπου το παρατραβώ περιγράφοντας με τόσο μελανά χρώματα την παραμονή μου εκεί, αλλά η αλήθεια είναι ότι έφτασα πια να απεχθάνομαι στ’ αλήθεια τον τόπο που άλλοτε μου χάριζε ζωή. Είναι πολύ πιθανόν κάποτε να επιστρέψω στη Λευκωσία, αλλά προς το παρόν λέω να χαρώ όσο μπορώ περισσότερο αυτά τα λίγα, τα πολλά, που μου χαρίζει το χωριό. Να καλημερίζω καθημερινά το φιλαράκι πιο πάνω, να περιμένω τα μανταρίνια και τα λεμόνια να ωριμάσουν, να μελετώ τα σύννεφα και να μετρώ τα άστρα.
Υπολόγιζα ότι από χθες θα άρχιζα να γράφω το νέο βιβλίο αλλά οι καταστάσεις (βλέπε «επιθεώρηση αυτοκινήτου») δε μου το επέτρεψαν. Σπίτι επέστρεψα πολύ αργά το βράδυ, κοιμήθηκα λίγο, ξύπνησα με αστραπές και βροντές πολύ νωρίς το πρωί, οπότε για σήμερα συγγραφή δεν προβλέπεται.
Αλλά, εντάξει, αυτό δε με χαλάει και τόσο. Η ιστορία πήρε σιγά σιγά να γράφεται μέσα μου, οπότε είναι απλά θέμα χρόνου πότε θ’ αρχίσει να παίρνει σάρκα και οστά στην οθόνη. Τώρα, αν θα μου βγει ή όχι, αυτό είναι άλλου παπά ευαγγέλιο.
Προς το παρόν σας στέλνω βρόχινους χαιρετισμούς από τη φθινοπωρινή Κύπρο.

Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2008

Το τέλος και η αρχή

Απ' ό,τι φαίνεται οι μέρες "σχόλης" όλο και πλησιάζουν στο τέλος τους. Εδώ και ένα τριήμερο πήραν να πλημμυρίζουν το μυαλό μου εικόνες και σκέψεις και να καταστρώνεται μέσα εκεί το "σχέδιο" για ένα νέο βιβλίο, βασισμένο σε μια παλιά δικιά μου ιστορία. Ο τίτλος της ήταν "Το Υπόγειο" και αν ψάξετε θα τη βρείτε κρυμμένη κάπου στα δωμάτια αυτού του χώρου. Θα πάρω, λοιπόν, εκείνη την ιστορία και αλλάζοντάς της το πρόσωπο αφήγησης (και τα φώτα), θα επιχειρήσω να τη μετατρέψω σε μυθιστόρημα. Όλ' αυτά από Δευτέρας, αφού προς το παρόν πρέπει να κατέβω για μια ακόμη φορά στη δόλια πόλη.
Με την ευκαιρία θα ήθελα να σας ευχαριστήσω για τα πολύ καλά σας λόγια για το "Δικαίωμα στ' όνειρο", τα οποία οφείλω να ομολογήσω ότι με εξέπληξαν ευχάριστα. Όχι επειδή ήταν καλά, αλλά επειδή όπως όλα δείχνουν έχω γίνει πολύ σκληρός κριτής του εαυτού μου, κι αυτός, αν μη τι άλλο, είναι ένας καλός τρόπος για να γίνω καλύτερος γραφιάς.
Δεν ξέρω κατά πόσο θα έχω την ευκαιρία ν' ανεβάσω κάτι τις επόμενες δύο ημέρες αλλά, είτε τα καταφέρω είτε όχι, φροντίστε ένα καλό σαββατοκύριακο να έχετε.

Τρίτη 16 Σεπτεμβρίου 2008

Σαν αποχαιρετισμός

Παράξενη πολύ ήταν ετούτη η μέρα. Λίγο λυπημένη, λίγο χαρούμενη, νοσταλγική και γιομάτη προσδοκία.
Ήτανε πέρυσι το καλοκαίρι που -εντελώς στα ξαφνικά και δίχως καμιά προεργασία- πήρα να γράφω ένα μυθιστόρημα «παράξενο», μια ερωτική ιστορία γιομάτη πόνο, ελπίδα, απογοητεύσεις και όνειρα. Το κείμενο μου έβγαινε αβίαστα, έρεε σα γάργαρο νερό και πλημμύριζε τις σελίδες, με ταξίδευε νοητικά σε ξένες ζωές και μου επέβαλλε να τις γνωρίσω, να τις διαβάσω, να γράψω την ιστορία τους.
Απόλαυσα πολύ εκείνο το ταξίδι, ξεδίψασα απ’ την κάθε στιγμή του, ένιωσα πιο πολύ δικό μου από καθετί άλλο το βιβλίο που προέκυψε απ’ αυτό, έγινα πολύ καλός φίλος με τους ήρωές του.
Και να που σήμερα έφτασε η ώρα του αποχαιρετισμού. Καθώς κρατώ στα χέρια μου το σελιδοποιημένο κείμενο, καθώς χαϊδεύω νοερά τις εικόνες και τα συναισθήματα που αναβλύζει, καθώς αντικρίζω για στερνή φορά τα πρόσωπα που δημιούργησα, μια γλυκιά μελαγχολία με τυλίγει -αυτή της απώλειας- και μια πικρή χαρά με γεμίζει – αυτή της επίτευξης ενός στόχου.
Τώρα νιώθω λίγο χαμένος. Δεν ξέρω τι άλλο να πω. Ίσως να έφτασε η ώρα να σαλπάρω πια για τα καλά για θάλασσες ιστοριών άλλες, για τους ουρανούς κάποιων άλλων ψυχών.

Υ.γ. Ο «τελικός» τίτλος του βιβλίου είναι «Οι γυναίκες της συγνώμης» και θα κυκλοφορήσει στις 15 Νοεμβρίου από την Εμπειρία Εκδοτική

Τρίτη 22 Ιουλίου 2008

Αγαπητέ Κανένα

Μέρες παράξενες, παράξενες πολύ, είναι αυτές που τώρα ζω. Όχι, δε θα πω ότι είμαι συγχυσμένος, όχι απόλυτα, ή πώς δεν ξέρω τι μου γίνεται. Η αλήθεια είναι ότι ξέρω πολύ καλά τι μου γίνεται, κι αυτό ακριβώς είναι που με ανησυχεί, αφού για μένα αποτελεί μια πρωτόγνωρη εμπειρία.
Τι εννοώ; Τώρα πώς να το εξηγήσω; Με λόγια απλά, υποθέτω. Άκου, λοιπόν, τι έχει να σου πει ο αδαής σου φίλος: Αποφάσισα ότι το μόνο πράγμα που στ’ αλήθεια θέλω να κάνω στη ζωή μου είναι να γράφω. Κι αυτή δεν είναι μια απόφαση που προέκυψε από το πουθενά, καθώς μέσα στον τελευταίο χρόνο έγραψα ή ξαναέγραψα πεντέμισι βιβλία. Μόλις σήμερα τελείωσα με τις διορθώσεις των δύο τελευταίων και τώρα βρίσκομαι σ’ ένα δίλημμα: Να πιάσω και πάλι στα χέρια μου το μυθιστόρημα που άφησα στη μέση προτού επιστρέψω στην Κύπρο τον περασμένο μήνα ή ν’ αρχίσω να γράφω ένα καινούριο, που θα διαδραματίζεται στην Τσιανγκ Μάι, στα αγγλικά;
Αλλά, αυτό δεν είναι το μοναδικό μου δίλημμα. Τις τελευταίες μέρες νιώθω πάλι έντονα τις τάσεις φυγής μου. Βασικά όλο σκέφτομαι να φύγω γι’ αλλού, αλλά απλά δεν μπορώ ν’ αποφασίσω για που. Για την Τσιανγκ Μάι, για τα Χανιά ή για το χωριό εδώ στην Κύπρο;
Ναι, το ξέρω, πάει τρελάθηκα. Αλλά, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, πάντα τρελός ήμουνα. Η μόνη διαφορά είναι ότι τώρα το διαφημίζω κιόλας.
Τέλος πάντων, νυστάζω και δεν ξέρω τι άλλο να πω, έτσι κάπου εδώ θα σε αποχαιρετήσω.
Να ’σαι πάντα καλά και να χαμογελάς.

Υ.Γ. Ξαναδιαβάζοντας αυτό το γράμμα αντιλήφθηκα ότι δεν έπρεπε να το γράψω. Θα το τυπώσω και θα το σχίσω...