Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιβλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιβλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 16 Οκτωβρίου 2025

 Ο δράκος του φθινοπώρου

 

Σ' ένα μεταποκαλυπτικό κόσμο μεγαλώνουν τρία παιδιά που δεν γνώρισαν τίποτ' άλλο στη ζωή πέρα απ' την πραγματικότητα που τους περιτριγυρίζει. Το παρελθόν, ο όμορφος κόσμος που άφησαν πίσω οι παλιοί, εξακολουθεί να επιβιώνει μόνο μέσα από τις ιστορίες των ηλικιωμένων ανθρώπων στον παραθαλάσσιο οικισμό τους και στις εικόνες στα βιβλία.

«Τα παιδιά ακούνε τις ιστορίες των παλιών και λίγο λυπούνται και λίγο ζηλεύουν, αφού τώρα πια όλα είναι μονότονα. Τα χρώματα είναι λιγοστά: το καφέ της άμμου, το γκρίζο της θάλασσας, που κοχλάζει ασταμάτητα κάτω από τον καυτό ήλιο, και το λευκό του ουρανού, που στο παρελθόν ήταν γαλάζιο...»
Οι τρεις τους, ο Μόνγκο, η Νούι και ο Γιάννης είναι αχώριστοι. Και αν και είναι ακόμη παιδιά είναι αποφασισμένα να κάνουν τα πάντα για να κάνουν τη δική τους ζωή όσο και των γύρω τους καλύτερη. Πώς να το κάνουν όμως αυτό; Δεν έχουν ιδέα. Μέχρι που μια μέρα το κορίτσι της παρέας έρχεται και τους λέει ότι είχε μόλις δει κάτι ασυνήθιστο, κάτι πράσινο. Χρειάζεται τη βοήθειά τους για να ανακαλύψει τι ακριβώς ήταν αυτό.
 
Κι έτσι η μικρή τους περιπέτεια αρχίζει. Μια περιπέτεια που στο τέλος της ελπίζουν ότι θα μπορέσει να τους χαρίσει αυτό που όλοι επιζητούν: ένα καλύτερο αύριο.
 
Αυτή είναι μια ιστορία για την πραγματική φιλία, για το θάρρος και για την καλοσύνη που θα συγκινήσει μικρούς και μεγάλους. Αλλά είναι και μια προειδοποίηση για το τι θα συμβεί αν δεν αλλάξουμε τους τρόπους μας και συνεχίσουμε να πληγώνουμε τη γη.
 
Ο δράκος του φθινοπώρου κόβει βόλτες σε όλα τα ενημερωμένα, ηλεκτρονικά και μη, βιβλιοπωλεία στην Ελλάδα και την Κύπρο. 
  

Τετάρτη 29 Μαΐου 2013

Εγκληματικά Ασύστολα - Δωρεάν eBook


Αστυνομικό είναι και το σημερινό βιβλίο. Το μόνο που δεν είναι μυθιστόρημα, αλλά απαρτίζεται από μια σειρά ιστοριών που έγραψα πριν τρία-τέσσερα χρόνια ή και παλαιότερα. Μπορείτε να το κατεβάσετε από εδώ. Θα αντικαταστήσω το σύνδεσμο με ελληνικό αν και όταν μού δοθεί η ευκαιρία.

Το «Εγκληματικά Ασύστολα» είναι μια συλλογή με ιστορίες – ιστορίες παθών και λαθών. Ιστορίες ανθρώπων που για τον ένα ή τον άλλο λόγο έφτασαν στο έγκλημα.

Οι χαρακτήρες που κόβουν βόλτες σ’ αυτές τις σελίδες είναι ο ένας πιο ιδιόρρυθμος από τον άλλο. Κάποιος αποφασίζει να κάνει ένα δώρο ακριβό στη γυναίκα του, κι ας ξέρει ότι αυτό μάλλον θα του κοστίσει την ίδια του την ελευθερία. Ένας άλλος επίσης κάνει δώρα, κάθε χρόνο, σ’ ένα ερωτευμένο ζευγάρι στη γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου. Μια δυστυχισμένη ψυχή αναλογίζεται πόσα υπέφερε στα χέρια κάποιας άλλης κι αποφασίζει να πάρει την εκδίκησή της. Δύο νέοι πληρώνουν με τρόπο τραγικό το τίμημα της αγάπης. Ένα ορφανό αφηγείται την ιστορία της μικρής ζωής του. Κάποια γυναίκα οδηγεί τον άντρα της στα όρια της τρέλας. Και κάποιος επιστρέφει στην πατρίδα του για να διεκδικήσει αυτήν που έχασε. Ο γιος μιας μητέρας σκληρής ακούει φωνές και τις υπακούει φτάνοντας στο έγκλημα. Μια μάνα, με τη σειρά της, επιβάλλει το δίκαιο των Γραφών. Ένα μαχαίρι υποχρεώνει τον κάτοχό του ν’ ακολουθήσει τους δικούς του κανόνες. Κι ο θάνατος πάντα καραδοκεί.

Γραμμένες με ένα τρόπο λιτό και απέριττο, αλλά και πού και πού λυρικό, οι ιστορίες αυτές μιλάνε όχι τόσο πολύ για το έγκλημα, όσο για τα αίτια που το προκαλούν. Κάνουν ένα μακροβούτι στις πιο σκοτεινές γωνιές των ψυχών, τις διυλίζουν. Οι ήρωές τους είναι συνηθισμένοι άνθρωποι, της διπλανής πόρτας, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο συμπαθητικοί, άνθρωποι πονεμένοι.

Εμπνευσμένες οι περισσότερες από υποθέσεις που ήρθαν πρόσφατα ή και πιο παλιά στο προσκήνιο της επικαιρότητας, αυτές οι ιστορίες μοιάζουν σαν ένας καθρέφτης του σύγχρονου, λαμπερού, αλλά και συνάμα τρομακτικού μας κόσμου.

Τετάρτη 4 Απριλίου 2012

Νέοι σύνδεσμοι για τα δωρεάν eBooks


Οι σύνδεσμοι στο Λούλου όπου διέθετα δωρεάν τα βιβλία μου ψόφησαν, έτσι είπα να σας δώσω τους νέους.

Το Λάθος Πάθος μπορείτε να το βρείτε εδώ.
Η Γαλανή και ο Λεύκιος ακουμπάνε εδώ.
Και, τέλος, το Δυο φωνές και μια σιωπή κόβει βόλτες εδώ και εδώ.

Ίσως πολύ σύντομα να προσφέρω και κάποια άλλα βιβλία δωρεάν στο διαδίκτυο.

Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2011

Ο Άγιος Πότης στον Φιλελεύθερο


Ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο

Λάκης Φουρουκλάς, Ο Άγιος Πότης, Εκδ. Πάργα, 2011

Με τον Μιχάλη Παπαντωνόπουλο

Πριν λίγες ημέρες συνάντησα στο Διαδίκτυο την ακόλουθη σημείωση του ίδιου του συγγραφέα: «Ο “Άγιος Πότης” θα μπορούσα να πω ότι αποτελεί ένα “βιβλίο ζωής” για μένα». Και στη συνέχεια ξεκαθαρίζει πως αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι τα 29 διηγήματα που συνθέτουν το ανά χείρας βιβλίο γράφτηκαν στη διάρκεια δεκαπέντε περίπου χρόνων, σε διαφορετικές πόλεις και χώρες και σίγουρα κάτω από διαφορετικές συνθήκες.
Και ορθώς αποσαφηνίζει τον χαρακτηρισμό «βιβλίο ζωής», γιατί έχοντας παρακολουθήσει τα λογοτεχνικά βήματα του Λ. Φουρουκλά από την αρχή -έστω και αναδρομικά-, θα πρότεινα πως τον συγκεκριμένο όρο δικαιούνται να τον νέμονται από κοινού η νουβέλα του «Το λάθος πάθος» και η «Μίρα, το λουλούδι του πολέμου». Εν τούτοις, ο «Άγιος Πότης» γράφεται διαρκώς, ξανά και ξανά, στο ίδιο χρονικό διάστημα. Συγκεντρώνει τα διηγήματα που διανύουν τη μέσα απόσταση της λογοτεχνικής παραγωγής του Φουρουκλά. Δεν είναι όμως το εργαστήριό του· και θα ήταν άδικο να υιοθετηθεί η αντίληψη πως πρόκειται για διηγήματα που δεν «εκχωρήθηκαν» στα μεγαλύτερα μυθιστορήματα του συγγραφέα, ή για τα κατάλοιπα της συγκεκριμένης περιόδου.
Στον «Άγιο Πότη» ο φακός του Φουρουκλά μένει σταθερά προσηλωμένος στον άνθρωπο και την καθημερινότητά του: αφηγείται τα πάθη και τις μύχιες σκέψεις του σ’ έναν κόσμο που ισορροπεί επικίνδυνα στο εσωτερικό οικοδόμημα των πρωταγωνιστών του που γκρεμίζεται και στήνεται διαρκώς ως την οριστική ερήμωση ή την τέλεια κάθαρση. Κι η τελευταία συνθήκη -η κάθαρση- συχνά κάνει την εμφάνισή της όχι ως τέλος της διήγησης μα ως εγγενές χαρακτηριστικό των ηρώων του Φουρουκλά. Σαν να σκύβει σπλαχνικά ο συγγραφέας πάνω από τους φτωχοδιαβόλους της ζωής και να τους καθαρίζει από το σκοτάδι τους, για να λάμψει ως σπάνιο ορυκτό η αγνότητα των συναισθημάτων τους· αυτή που φαινομενικά έχει χαθεί στους δρόμους του αλκοόλ, της πορνείας ή του μικροαστικού νοικοκυριού.
Όπως σημειώθηκε παραπάνω, υπάρχει μια χρονική απόσταση δεκαπέντε ετών ανάμεσα στην παλαιότερη ιστορία του βιβλίου («Έρωτας στη Βενετία», 1995) και την πλέον πρόσφατη που είναι «Η θυσία» (2009). Φυσική συνέπεια αυτής της μακράς διαδρομής που διανύει ο «Άγιος Πότης» είναι η ανισότητα μεταξύ των διηγημάτων, παρόλο που ο συναισθηματικός τόνος και η γλώσσα του συγγραφέα έχουν λειανθεί. Έτσι, η ανισότητα μάλλον αφορά τις περιπτώσεις όπου η ανάπτυξη της πλοκής υπερκαλύπτει ή υπολείπεται της αναλυτικής προσέγγισης των χαρακτήρων.
Συνολικά, τα διηγήματα της συλλογής κινούνται από τους ματαιωμένους έρωτες που γνωρίζουν την άνθισή τους μεταγενέστερα στη ζωή των πρωταγωνιστών τους ή μένουν για πάντα ανεκπλήρωτοι μέχρι τις θυσίες στις οποίες υποβάλλεται κάποιος προς χάριν του άλλου μισού του. Ανάμεσά τους παρεμβάλλονται ιστορίες περισσότερο ή λιγότερο βιογραφικές, συντεταγμένες άλλοτε στον πλήρη ρεαλισμό κι άλλοτε σε συνθήκες ονείρου. Ιστορίες δραματικές ή και εκφορές της ανθρώπινης κωμωδίας. Ιστορίες για τον έρωτα, το ροκ, τον πόλεμο και την παραφορά των ανθρώπινων παθών που εκτυλίσσονται με σκηνικό τη Βενετία, την Κρήτη, την Αθήνα και τη Λευκωσία, αλλά ακόμα και την Ταϊλάνδη ή την Ινδία. Συνθήκη που οδηγεί τον αναγνώστη να αναπλάσει τη μυθολογία του έρωτα σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον, μα όχι να εστιάσει στην ιδιαίτερη ερωτική ατμόσφαιρα που αποπνέει καθένας από τους παραπάνω αστικούς ιστούς.
Άλλωστε, στο εν λόγω βιβλίο ο άνθρωπος είναι η αναζήτηση έξω από χωροχρονικές παραμέτρους.
Κάποιοι από τους χαρακτήρες θα βρουν τις επιθυμητές απαντήσεις στην πορεία του βίου τους κι άλλοι όχι. Κάποιοι θ’ αγγίξουν την ευτυχία κι άλλοι θα συνεχίσουν να την ονειρεύονται ή να την εφιαλτούν.

Φιλελεύθερος 27 Νοε. 11

Τετάρτη 17 Αυγούστου 2011

Στιλέτο - Κεφάλαιο 15

Είναι έξι και τέταρτο το πρωί. Κάθεται στο γραφείο του Σωτηρίου και τον περιμένει. Στα χέρια του κρατά μερικές σελίδες σχήματος Α4, τις οποίες μοιάζει να μελετά, αν και έχει ήδη αποστηθίσει το περιεχόμενό τους. Μέχρι τις πέντε το πρωί δούλευαν για να βάλουν μια τάξη στον όγκο του υλικού που είχαν στα χέρια τους και να το συνοψίσουν σε λίγες σελίδες. Ονόματα, γεγονότα, υποψίες, κατηγορίες. Έστειλε τους υπόλοιπους για ύπνο κι αυτός μετά από ένα ντους και τον πρώτο καφέ της ημέρας ήρθε κατ’ ευθείαν στο σταθμό. Οι νέοι συνεργάτες του θα τον ακολουθούσαν το πολύ μέχρι τις δέκα, αφού όσο κι αν χρειάζονταν λίγη ξεκούραση, τα γεγονότα έτρεχαν. Αφού έφυγαν η Ντίνα του είπε ότι, θα έχει αρκετό χρόνο για να κοιμηθεί όταν πεθάνει, και με το έτσι θέλω ήρθε μαζί του. Ήταν ωστόσο τόσο κουρασμένη, που με το που έφτασαν εδώ με το Χόντα της, σωριάστηκε στην καρέκλα του κι αποκοιμήθηκε. Την άφησε στην ησυχία της. Και τώρα κάθεται εδώ και περιμένει. Είναι σίγουρος ότι δε θα αργήσει να φανεί ο αρχηγός, αφού πάντα έφτανε πρώτος στη δουλειά.
     «Ελπίζω να μου φέρνεις καλά νέα», άκουσε τη φωνή του από την πόρτα.
     «Ίσως να είναι καλά, ίσως και κακά. Εξαρτάται από την οπτική σου γωνία…»
     «Κοιμήθηκες καθόλου;»
     «Όχι».
     «Ούτε εγώ. Καφέ;»
     «Νομίζω ότι σήμερα θα έχει την τιμητική του».
     Πήγε στην κουζινούλα του σταθμού, έφτιαξε δύο φραπέ και επέστρεψε με βήμα αργό, σα να προσπαθούσε να καθυστερήσει την ώρα των αποκαλύψεων.
     «Οι υπόλοιποι πού είναι;»
     «Η Ντίνα κοιμάται στο γραφείο μου. Τους άλλους τους έστειλα να ξεκουραστούν λίγο. Τρεις-τέσσερις ώρες ύπνου θα τους κάνουν καλό».
     «Νέα για τον Κακογιάννη…»
     «Τίποτα που δεν περιμέναμε».
     «Τότε…»
     «Νέα από τον Κακογιάννη».
     Του έδωσε τις σελίδες, σκόρπιες όπως ήταν, μαζί με τον αδειανό φάκελο και πήρε στα χέρια του το φραπέ. Η πρώτη ρουφηξιά του φάνηκε πικρή. Η δεύτερη έμοιαζε να τον αναζωογονεί. Ευλογημένο πράγμα ο καφές, σκέφτηκε. Σήκωσε το βλέμμα στον Σωτηρίου. Ασυνήθιστα ήρεμος. Μελετούσε και σκέφτονταν, μάλλον κατέστρωνε ήδη ένα σχέδιο στο μυαλό του. Μόνο μια στιγμή έδειξε να τα χάνει, όταν αντίκρισε μάλλον το όνομα του κύριου Καθαρά Χέρια. Αυτό σίγουρα δεν το περίμενε. Όταν τελείωσε με την ανάγνωση παρέμεινε για λίγο σιωπηλός να κοιτάει το κενό ή ίσως και το αύριό του, που παρόλες τις μέχρι τώρα αναποδιές έμοιαζε πια λίγο πιο φωτεινό.
     «Οι φάκελοι που είναι;»
     «Ασφαλείς στο γραφείο μου. Αλλά βγάλαμε και αντίγραφα, ενώ ο Ιακώβου θα αρχίσει από σήμερα κιόλας να τους ψηφιοποιεί. Τι σκέφτεσαι να κάνεις;»
     «Δεν ξέρω. Δεν μπορώ ν’ αποφασίσω τώρα. Πρέπει να καθαρίσει πρώτα το μυαλό και μ’ όλα αυτά που συμβαίνουν που καιρός… Αλλά με έσωσες. Σ’ ευχαριστώ…»
     «Την Ντίνα να ευχαριστήσεις. Και τον εαυτό σου που δεν έχει τα κολλήματα που έχουν οι άλλοι…»
     «Καθώς οδηγούσα προς τα εδώ, ένιωθα τελειωμένος. Τώρα νιώθω σα να υπάρχει ακόμη ζωή μέσα σ’ αυτό το γέρικο κορμί».
     «Σ’ έπιασαν τα μέλια…»
     «Δε θα το ξεχάσω ποτέ αυτό, Πέτρο. Κι αν χρειαστείς κάτι, οτιδήποτε, οποτεδήποτε, μη διστάσεις να μου το ζητήσεις και να είσαι σίγουρος ότι εφόσον περνά από τα χέρια μου θα το έχεις».
     «Τώρα που το λες…». Χαμογέλασε αινιγματικά. «Βασικά θα στο ζητούσα όταν θα ξεμπερδεύαμε με τις δολοφονίες, αλλά υποθέτω ότι δεν υπάρχει πια λόγος να περιμένω. Θέλω τους Ιακώβου και Χρυσοστόμου μόνιμα στην ομάδα μου».
     «Μόνο αυτό;»
     «Μόνο. Αυτοί θα κάνουν τη δουλειά κι εγώ θα παίρνω τα εύσημα. Μπορείς να σκεφτείς τίποτα καλύτερο;»
     «Α, ρε Πέτρο».
     Τίποτα άλλο δεν είπε εκείνη τη στιγμή. Α, ρε Πέτρο, αν δεν ήσουν αυτός που είσαι θα μπορούσες να ανέβεις πολύ ψηλά, ήθελε να του πει. Αλλά δεν τον ένοιαζαν τα αξιώματα. Και δεν ήταν και πολιτικάντης. Θα έβαζε φωτιά σε πολλά μπατζάκια αν αναλάμβανε κάποια σημαντική θέση στην ιεραρχία, κι αυτό κανείς δεν το ήθελε. Ήταν ο Ιωάννου, ο χοντρός, απλά ένας μπάτσος.
     «Θα τους έχεις λοιπόν. Όταν έρθει η ώρα δε θα μπορούν να μου αρνηθούν τίποτα. Το θέμα είναι να παίξω σωστά τα χαρτιά μου. Το πρόβλημα είναι ότι δεν μπορώ να εμπιστευτώ κανέναν, εκτός από σένα φυσικά, αυτή την ώρα…»
     «Θα θελήσουν να το συγκαλύψουν».
     «Γι’ αυτό δεν έχω καμιά απολύτως αμφιβολία. Και όπως ξέρεις τα μεγάλα κεφάλια είναι που αποφασίζουν…»
     «Κι αν δεν χρειαστεί να κάνεις απολύτως τίποτα μέχρι να ξεσπάσει η μπόρα;»
     «Τι σκέφτηκες; Για να προσπαθείς να στρίψεις το ανύπαρκτο μουστάκι σου μάλλον κάποια ιδέα τρύπωσε στο μυαλό σου».
     «Έχω έναν γνωστό δημοσιογράφο…»
     Του εξήγησε το σχέδιό του.
     «Και τον εμπιστεύεσαι;»
     «Ναι. Είναι ντόμπρος. Και με βοήθησε παλιά σε μια-δυο υποθέσεις. Ξέρει να κρατά το λόγο του. Εξάλλου, δε θα του τα σερβίρω όλα στο πιάτο. Απλά θα του δείξω προς τα πού να κινηθεί. Μέχρι να βρει το δρόμο του, θα βρούμε κι εμείς το δικό μας. Φτάνει να πείσεις τον φίλο μας να σου αναθέσει τη διερεύνηση των καταγγελιών που θα προκύψουν…»
     Ο φίλος τους! Ο υπουργός. Καινούριος στο αξίωμα, ίσως όχι και τόσο ικανός, αλλά με καλές προθέσεις. Γι’ αυτό και δε χάνει ευκαιρία να μιλάει για τους φίλους του τους αστυνομικούς.
     «Τον ξέρω από παλιά. Από τότε που ανακατευόμουνα με το κόμμα. Δεν είναι συνηθισμένος πολιτικός. Είναι ένας απ’ αυτούς που κάθε τόσο λένε την αλήθεια. Θα τον πάρω τηλέφωνο σε καμιά ώρα, είναι πολύ νωρίς ακόμα. Νομίζω ότι θα θέλει να ανακατευτεί προσωπικά μ’ αυτή την υπόθεση και πιστεύω ότι όταν έρθει η ώρα θα κάνει το σωστό. Αυτό που θα του ζητήσουμε δηλαδή. Με τις δολοφονίες πώς τα πάμε;»
     «Με εξαίρεση τον εκτελεστή δε βρήκαμε τι είναι αυτός συνδέει τους τρεις τους, αλλά σίγουρα κάτι υπάρχει. Ο μοναδικός μας ύποπτος, όπως ξέρεις ήδη, έχει άλλοθι, αλλά και οι πηγές μου μού λένε ότι τα χτυπήματα δεν έχουν να κάνουν με τους ανθρώπους της νύχτας».
     «Και πόσο αξιόπιστες είναι αυτές οι πηγές;»
     «Για μένα αρκετά».
     «Είσαι σίγουρος ότι δε χρειάζεσαι άλλα άτομα στην ομάδα. Όσο πληθαίνουν τα πτώματα…»
     «Τα πτώματα πληθαίνουν, αλλά εκτός από τον αριθμό τους και την πίεση που αντιμετωπίζεις τίποτα δεν αλλάζει. Πρόλαβες να διαβάσεις εφημερίδες σήμερα;»
     «Όχι. Ούτε που το σκέφτηκα κιόλας. Είδα τις τελευταίες ειδήσεις ψες στην τηλεόραση και μου μαύρισε η καρδιά».
     «Μια στιγμή», του είπε και σηκώθηκε. Πήγε στο γραφείο του, μπήκε μέσα σιγοπατώντας για να μην ξυπνήσει την Ντίνα, σήκωσε τη μικρή στοίβα με τις εφημερίδες και τη μετέφερε στον αρχηγό. «Διάβασε τίτλους να χορτάσουν τα μάτια σου…»
   
     Διάβασε:

     «Στιλέτο… στην καρδιά της αστυνομίας»
     «Πού το πάει ο Στιλέτο;»
     «Αυτός Στιλέτο κι αυτοί το χαβά τους»
     «Το Στιλέτο της οργής;»
     «Η κυβέρνηση αιμορραγεί… Πληγή από Στιλέτο!»
     «Στιλέτο που τους χρειάζεται!»

     Τώρα δεν ξέρει κατά πόσο πρέπει να γελάσει ή να κλάψει. Απλά χαμογελά με κόπο. Και αφήνει τις φυλλάδες να αναπαυτούν σε μια γωνιά του γραφείου του.
     «Δεν γράφουν κάτι χρήσιμο υποθέτω…»
     Ξέρει ότι ο Ιωάννου διαβάζει μετά μανίας τις εφημερίδες.
     «Όχι βέβαια. Αλλά τουλάχιστον αυτοί δε λειτουργούν όπως τα κανάλια. Βάζουν χτυπητούς τίτλους για να πουλήσουν φύλλα, αλλά δεν προσπαθούν να τρομοκρατήσουν τον κόσμο. Πάντως όλοι σχεδόν υιοθετούν την άποψη ότι πίσω από τις δολοφονίες κρύβεται ο υπόκοσμος…»
     «Σχεδόν;»
     «Η λέξη κλειδί. Ο δημοσιογράφος που σου έλεγα, υποστηρίζει ότι μάλλον αλλού πρέπει να αναζητήσουμε τις αιτίες. Εκτός κι αν άλλαξε η κοινωνία μας τόσο πολύ μέσα σε τρεις μέρες…»
     «Τρεις μέρες;»
     Μοιάζει πραγματικά απορημένος εκείνος. Λες κι αυτό το κυνήγι φαντασμάτων κρατάει μια ζωή. Αλλά δεν παραμένει και πολύ εγκλωβισμένος στις σκέψεις του.
     «Ποιο είναι το σχέδιο για σήμερα;»
     «Εγώ θα συνεχίσω να κοιτάω τα χαρτιά και τις φωτογραφίες και θα σκέφτομαι, μέχρι να ξυπνήσει η Ντίνα και να έρθουν και τα παιδιά. Μετά θα δώσω τις οδηγίες μου σ’ αυτήν και τον Ιακώβου, ενώ εγώ με την Χρυσοστόμου θα πάμε στον Κάθηκα…»
     «Η κηδεία. Διάολε. Την είχα ξεχάσει. Πρέπει να στείλουμε κάποιον αξιωματικό. Εγώ δεν μπορώ να πάω, όχι στην κατάσταση που είμαι. Κάποιον θα βρω. Δε θα σε υπέβαλα στο μαρτύριο του εκφωνήσεις τον επικήδειο στην κηδεία ενός ένστολου καθάρματος…»
     «Σαν παρατηρητής θα πάω. Και θα την μαγνητοσκοπήσουμε κι αυτή. Ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να προκύψει».
     «Ναι».
     Κοιτάζει το ρολόι του ο Ιωάννου. Εφτά και είκοσι. Σηκώνεται, παίρνει στο δεξί του χέρι το ποτήρι με το φραπέ, με το αριστερό αποχαιρετά τον αρχηγό και βάζει πλώρη για το γραφείο του. Ο κόσμος στους διαδρόμους αρχίζει να πληθαίνει, το τμήμα μοιάζει να βγαίνει απ’ το λήθαργο της νύχτας και να υποδέχεται με χασμουρητά και φωνές τον ερχομό της νέας μέρας. Εκείνος πολύ φοβάται ότι αυτή δε θα είναι καθόλου καλύτερη από τις προηγούμενες.


Συνεχίζεται


Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Σάββατο 14 Μαΐου 2011

Ο Άγιος Πότης - Διηγήματα

Ο Άγιος Πότης είναι μια συλλογή από ιστορίες. Ιστορίες σοβαρές ή και λίγο αστείες.
Ιστορίες για τον έρωτα, το ροκ, τον πόλεμο, τα λάθη και τα πάθη.
Το βιβλίο μάς ταξιδεύει στη Βενετία και στην Κρήτη, στην Αθήνα και στη Λευκωσία, στην Ινδία και την Ταϊλάνδη, όπου ανακαλύπτουμε θαυμαστούς καινούριους κόσμους. Παρέα με τη Μήδεια φτάνουμε μέχρι και την αρχαία Ελλάδα.
Οι άνθρωποι βρίσκονται στο επίκεντρο σ’ αυτές τις ιστορίες.  Κάποιοι απ’ αυτούς βρίσκουν διά μέσω τους τις απαντήσεις που ζητούν και κάποιοι όχι. Ορισμένοι αγγίζουν την ευτυχία και άλλοι την αφήνουν να ξεγλιστρήσει μέσα από τα δάχτυλά τους. Μερικοί ονειρεύονται. Κι ο τροχός της ζωής εξακολουθεί να γυρίζει… με κινητήρια δύναμη την αλήθεια του κάθε ήρωα, αλλά και του καθενός από μας.

Αυτά από το οπισθόφυλλο του βιβλίου που μόλις κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Πάργα στη Λευκωσία και το οποίο σύντομα θ’ αρχίσει να διατίθεται και σε επίλεκτα βιβλιοπωλεία στην Ελλάδα.
Ο Άγιος Πότης θα μπορούσα να πω ότι αποτελεί ένα «βιβλίο ζωής» για μένα. Κι αυτό γιατί οι ιστορίες του γράφτηκαν στη διάρκεια δεκαπέντε σχεδόν χρόνων, σε διαφορετικές πόλεις και χώρες, κάτω από διαφορετικές συνθήκες. Η πρώτη ήταν ο «Έρωτας στη Βενετία» και η τελευταία «Η θυσία». Και κατέχοντας τη θέση που κατέχουν σ’ αυτή τη μακρά διαδρομή θα έλεγα ότι είναι οι πιο ξεχωριστές για μένα. Η μια μιλά για ένα ματαιωμένο έρωτα που γνώρισε με μεγάλη καθυστέρηση την άνθισή του και η άλλη για την ύστατη θυσία που μπορεί να κάνει κάποιος για μια ψυχή που αγαπά. Η μια γραμμένη στο πρώτο πρόσωπο, η άλλη στο τρίτο. Η μια το 1995 η άλλη το 2009.
Ανάμεσά τους κόβουν βόλτες πολλές άλλες ιστορίες, που μοιάζουν να χαράζουν τα μονοπάτια τους στις αναμνήσεις μου. Λίγο αυτοβιογραφικές όπως πάντα, περισσότερο φανταστικές όπως σχεδόν πάντα. Ποιες ξεχωρίζω; Η απάντησή μου θα είναι υποκειμενική φυσικά αλλά η αιρετική «Απολογία της Μήδειας» και «Ο περιττός» είναι οι αγαπημένες μου.
Οι παλιοί επισκέπτες σ’ αυτό το μπλογκ θα έχουν διαβάσει τις περισσότερες από τις 29 ιστορίες που περιλαμβάνονται σ’ αυτή τη συλλογή. Όλες έχουν γραφτεί ξανά και ξανά και παρά το ό,τι έχουν πια εκδοθεί δεν αποκλείεται να τις επισκεφθώ και πάλι στο μέλλον. Ίσως κάποιες απ’ τις παλιές αγάπες να πηγαίνουν όντως στον παράδεισο, αλλά οι περισσότερες απ’ αυτές παραμένουν εδώ και ακολουθούν το κάθε μας βήμα.
Με την ευκαιρία θα ήθελα να ευχαριστήσω τις εκδόσεις Πάργα που αποφάσισαν να εκδώσουν μια συλλογή διηγημάτων σ’ αυτούς τους χαλεπούς, εκδοτικά, καιρούς, την Ντίνα Παμπαλλή για την επιμέλεια, τη Γιαννούλα Μπανάσιου, που μετά την «Αγγελική», μου χάρισε και πάλι ένα υπέροχο εξώφυλλο και για την Άνα Ρακέλ Ζουμάνη για το βίντεο που ακολουθεί.

Παρασκευή 6 Μαΐου 2011

Γαλανή & Λεύκιος. Δωρεάν eBook

Το βιβλίο αυτό φιλοξενεί μια συλλογή από ιστορίες. Από Αληθινές Μυθιστορίες. Ιστορίες για άντρες παράξενους και για γυναίκες ξωτικά. Ιστορίες για κόσμους μυστικούς και για της ζωής τη μεγάλη φάρσα. Ιστορίες για τη χαρά του τώρα και την πίκρα του χθες.

     Μύθος και πραγματικότητα γίνονται ένα μέσα απ’ αυτές τις αφηγήσεις, και ταξιδεύουν τον αναγνώστη προς όνειρα ανείπωτα και παραδείσιους τόπους. Του μιλάνε γι’ αυτά που ίσως κι ο ίδιος σκέφτηκε, αλλά δεν τόλμησε ποτέ να ομολογήσει.

Από το οπισθόφυλλο.

Οι ιστορίες αυτές γράφτηκαν το πυρετικό καλοκαίρι του 2002 και κυκλοφόρησαν σε μια κακοτυπωμένη έκδοση το χειμώνα του 2003, στην οποία δε θέλησα να κάνω καμία διόρθωση ή αλλαγή. Σκέφτηκα πολλές φορές ότι έπρεπε να καθίσω να τις ξαναγράψω, να τους δώσω νέα πνοή, αλλά κάτι το ότι άρεσαν σε όσους τις διάβασαν όπως ακριβώς είναι, κάτι οι νέες ιστορίες που ζητούσαν την προσοχή μου, κάτι το ότι… βαριόμουνα, ποτέ δεν το έκανα. Αν και προσπάθησα. Κάθισα και ξανάγραψα τρεις από αυτές, αλλά δε θέλησα να τις βάλω στη θέση των πρωτότυπων σ’ αυτή την ηλεκτρονική έκδοση. Αντίθετα, αφαίρεσα μια ιστορία που ένιωσα ότι δε συμβάδιζε με το πνεύμα του βιβλίου.
     Τώρα, εννιά χρόνια μετά τη συγγραφή, αυτές οι ιστορίες που θυμίζουν πολύ παραμύθια, εξακολουθούν να είναι από τις αγαπημένες μου. Η τρελή του χωριού, Ο γέρος που σκέφτεται, Το στοιχειωμένο σπίτι, η Σάριτα, Το Τάμα, Ο αληθινός, Το αίμα της Ερατώς, Η Λουτσία και τα μάτια της (Για τα μάτια της Λουτσίας), Το τίμημα, Το μυστικό του παππού, Το χωριό φάντασμα και η Γαλανή και (ο) Λεύκιος, έχουν χαράξει βαθιά τους δρόμους τους μέσα μου. Κι οι ήρωές τους είναι από τους πλέον αγαπημένους μου. Επειδή δεν είναι σε τίποτα συνηθισμένοι. Γιατί τολμούν. Επειδή ερωτεύονται παράφορα. Και διότι κυνηγούν τα όνειρά τους.

Κατεβάστε το βιβλίο δωρεάν από εδώ

Πέμπτη 5 Μαΐου 2011

Το λάθος πάθος, δωρεάν eBook

«Οι ώρες, οι μέρες και οι νύχτες, περνούν πολύ γρήγορα εδώ. Τις παρασύρει στο μηδέν και στο άπειρον το ποτάμι του χρόνου, που στο πέρασμά του δεν αφήνει τίποτα όρθιο, παρά μόνο κάποιες αναμνήσεις. Με τις αναμνήσεις ζούμε, με τις αναμνήσεις πεθαίνουμε. Μια ανάμνηση κι εμείς, που κάποτε θα σβήσει και θα χαθεί.
     Κάθομαι εδώ και μιλώ στην ψυχή σου Ελένη, όχι τόσο για να με ακούσεις εσύ, όσο για να με ακούσουν κάποιες άλλες ψυχές, για να γίνουν αυτές οι σιωπηλοί εξομολογητές και παρηγορητές μου.
     Σαν ένας γάμος του ουρανού και της κόλασης είναι οι στιγμές που ζω εδώ, όπως θα έλεγε και ο Ουίλιαμ. Ουρανός εσύ, κόλαση η απουσία σου».
   
     Η αγαπημένη πεθαίνει, κι ο νέος κάθεται πάνω από τον τάφο της και μιλά με το πνεύμα της…

     Μια ιστορία για την αιώνια αγάπη, για τον πόνο που συνοδεύει την απώλεια, για τον έρωτα που ξαναγεννιέται μέσα από τις στάχτες, και για κείνους που δεν ξεχνούν ότι: ζωή, γυναίκα και αγάπη είναι ένα και το αυτό.

Αυτά διαβάζει κανείς στο οπισθόφυλλο του βιβλίου που κυκλοφόρησε το καλοκαίρι του 2000 από τις Εκδόσεις Γη στη Λευκωσία. Δεν μπήκα στον κόπο να το ξαναδιαβάσω και να κάνω διορθώσεις στα τυπογραφικά ή ορθογραφικά και συντακτικά λάθη. Το άφησα έτσι όπως ακριβώς είναι, επειδή απλά δε θα μπορούσε να είναι αλλιώς. Οι γραφές της αθωότητας δεν κάνει ν’ αλλάζουν στο πέρασμα του χρόνου.
     Αναφέρω ότι σε δευτερεύοντες ρόλους σ’ αυτή τη νουβέλα συναντάμε τους ποιητές Ουίλιαμ Μπλέικ, Έμιλι Ντίκινσον, Κώστα Καρυωτάκη και Μαρία Πολυδούρη, απ’ την οποία δανείστηκα και αρκετές «ατάκες».

Κατεβάστε το δωρεάν από εδώ

Τετάρτη 4 Μαΐου 2011

Σ' αγαπώ απελπισμένα eBook

Η Μάγια είναι ένα μοναχικό κορίτσι που ζει σε μια πόλη που δεν κατονομάζεται αλλά είναι η Λευκωσία. Ο Νικόλας ζει στην ίδια πόλη. Η τύχη θα οδηγήσει τους δυο τους  μια βραδιά σ’ ένα κήπο ερημικό κι αμέσως θα συναντήσει ο ένας στον άλλο την αδελφή ψυχή του. Ο έρωτας ανάμεσά τους θα φουντώσει από τη μια στιγμή στην άλλη, και θα είναι ένας έρωτας σχεδόν ονειρικός, αλλά -το μεγάλο Αλλά- θα τον καταδικάσουν στον αφανισμό τα πείσματα και οι εμμονές τους.
     Τώρα ζουν κι οι δυο μοναχοί αναθυμούμενοι τα παλιά, σε διαφορετικές πλέον πόλεις, και προσπαθούν να μετρήσουν τα λάθη τους και τα σωστά, να ξεφύγουν από το παρελθόν και να χαράξουν πορεία για μια νέα ζωή. Ο ένας, στα Χανιά, ζει τον πρώτο ίσως της ψυχής του χειμώνα. Περιφέρεται στους δρόμους της νύχτας μοναχός, πίνει ρακή και κόκκινο κρασί σε μέρη ήσυχα, σκέφτεται την πτώση του και νιώθει σίγουρος ότι ο αγαπημένος τόπος θα τον αναστήσει ξανά. Η άλλη, στη Λευκωσία, για μήνες παραπαίει ανάμεσα στην απόγνωση και την αποθυμιά και νιώθει σίγουρη ότι τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά. Αλλά δεν είναι. Και τώρα πρέπει να βρει τη δύναμη ν’ αλλάξει ζωή και να προχωρήσει προς το αύριο, έχοντας δίπλα της έναν αναπάντεχο συνοδοιπόρο και μέσα της μια μελλοντική υπόσχεση.
     Αυτή όμως δεν είναι μοναχά η ιστορία του Νικόλα και της Μάγιας. Ένα μικρότερο ή μεγαλύτερο ρόλο διαδραματίζουν σ’ αυτήν και δύο δευτερεύοντες αρχικά, αλλά πιο σημαντικοί όσο περνά η αφήγηση χαρακτήρες: Η Αριάδνη, φίλη του πρώτου, η γυναίκα που τον ξέρει καλύτερα απ’ τον καθένα, και η Νάζια, μια από τις «Γυναίκες της συγνώμης», που κάποιοι απ’ τους αναγνώστες θα θυμούνται απ’ το ομώνυμο βιβλίο. Για μια ακόμη φορά οι ήρωες περιπλανούνται από τόμο σε τόμο, από τόπο σε τόπο, κάνουν νέους φίλους και γνωρίζουν νέες συγκινήσεις, καθώς ο τροχός της μοίρας εξακολουθεί να γυρίζει.
     Το «Σ’ αγαπώ απελπισμένα» είναι μια από εκείνες τις ιστορίες που κτίζουν κόσμους και γκρεμίζουν βεβαιότητες ή και αντίστροφα. Στο επίκεντρό της, όπως και στα άλλα βιβλία του συγγραφέα, είναι οι άνθρωποι. Αυτοί που μας περιτριγυρίζουν. Αυτοί που συναντάμε κάθε πρωί στο δρόμο μας ή και μέσα στο ίδιο μας το σπίτι. Άνθρωποι που βρίσκουν την αγάπη και τη χάνουν, μα οι οποίοι δεν τα παρατάνε. Η ζωή, μοιάζουν να θέλουν να μας πουν, είναι ένας αγώνας. Κι αυτοί είναι αποφασισμένοι με κάθε μέσο να τον κερδίσουν.

Αποσπάσματα: Κεφάλαιο 1, Κεφάλαιο 2, Κεφάλαιο Β' 1, Κεφάλαιο Β' 2

Τρίτη 3 Μαΐου 2011

Τα μπλουζ της Μίρας eBook

Αυτή είναι η ιστορία του Δημήτρη και της Μίρας. Εκείνος, ένας φοιτητής που επιστρέφει στη γενέθλια πόλη του, τα Χανιά, και εξαιτίας ενός στοιχήματος γνωρίζει τη γυναίκα της ζωής του. Εκείνη, μια τυραννισμένη ψυχή που κουβαλά πολλά βάρη στην πλάτη της, μια νεαρή πρόσφυγας από την πρώην Γιουγκοσλαβία, που θα συναντήσει στο πρόσωπό του την πρώτη αληθινή ψυχή – κάποιον που είναι ικανός να την κάνει να αρχίσει να ονειρεύεται ξανά.
     Ο έρωτάς τους θα ανθίσει μέσα στο καταχείμωνο και θα είναι ένας έρωτας ρομαντικός, μοντέρνος και παλιομοδίτικος την ίδια ώρα. Θα γίνουν ο ένας για τον άλλο φίλος και παρηγορητής, δάσκαλος και μαθητής. Ο Δημήτρης, μέσα από τη σχέση αυτή θα αντιληφθεί πόσο τυχερός υπήρξε στ’ αλήθεια στη ζωή του, ενώ η Μίρα χάρη σ’ αυτή θα μάθει να χαμογελά και πάλι.
     Ο δρόμος τους ωστόσο δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα. Η Μίρα κρύβει πίσω της ένα σκληρό παρελθόν που δεν παύει ποτέ να την πληγώνει, αλλά και ένα γλυκό μυστικό που της δίνει ζωή. Χωρίς να το επιθυμεί αυτό το παρελθόν θα αναδυθεί απ’ τα σκοτάδια του για να στοιχειώσει τα όνειρά της. Ο νέος πόλεμος στην πατρίδα της, οι βομβαρδισμοί του ΝΑΤΟ, θα της μαυρίσουν την ψυχή και θα γεννήσουν μέσα της νέους φόβους. Και τότε θ’ αποφασίσει να επιστρέψει εκεί που άρχισαν όλα. Εκεί που έχασε κάτι ξεχωριστό κι απέκτησε κάτι πολύτιμο: στο Βελιγράδι. Συνοδοιπόρος της σ’ αυτό το ταξίδι θα είναι ο Δημήτρης, ο άνθρωπός της.
     «Τα μπλουζ της Μίρας» είναι μια ιστορία για την αγάπη, που ανθίζει κάτω κι από τις πλέον αντίξοες συνθήκες, αλλά και για την απώλεια. Για την ελπίδα και την απελπισία. Για τους ανθρώπους που ξέρουν ν’ αγαπούν αληθινά και να χαρίζουν της ζωής τους το περίσσευμα στο άλλο τους μισό. Για το σκοτάδι που πέφτει απειλητικό, αλλά και για το φως που αναβλύζει απροσδόκητα. Αλλά είναι και ένα οδοιπορικό. Στα Χανιά, στη Θεσσαλονίκη, στο Βελιγράδι και στο Σαράγεβο. Στους τόπους των ψυχών…

Μπορείτε να το αγοράσετε από εδώ

Διαβάστε αποσπάσματα:  Κεφάλαιο 1, Τρεις, Ημερολόγια VI, Το λάθος πάθος


Υ.Γ. Το βιβλίο αυτό πρωτοκυκλοφόρησε το 2003 από τις Εκδόσεις Διόπτρα. Το έγραψα από την αρχή κάνοντας αρκετές προσθήκες και αλλαγές. Ο πρωτότυπος τίτλος ήταν: Μίρα, το λουλούδι του πολέμου. Ήταν μια απ' αυτές τις ιστορίες που με "κυνηγούσαν' για χρόνια και έπρεπε να της αποδώσω δικαιοσύνη.

Δευτέρα 2 Μαΐου 2011

Όλα αυτά που χάσαμε eBook

Αυτή είναι η ιστορία της Χοπ και του Άντι. Της Χοπ, που παρά το όνομά της στη ζωή δεν έτρεφε καμία ελπίδα και του Άντι, που ήταν η προσωποποίησή της. Η Χοπ σ’ αυτόν θα συναντήσει έναν άντρα, αλλιώς κι αλλιώτικο, ένα χαμογελαστό ιδεαλιστή που θα της αλλάξει την οπτική. Ο Άντι θα βρει σ’ εκείνη μια ξεχωριστή ψυχή, που κρύβει, χωρίς καλά καλά κι η ίδια να το καταλαβαίνει, πολλή καλοσύνη μέσα της.
     Ο έρωτάς τους μοιάζει φτιαγμένος στ’ αστέρια, είναι σίγουροι ότι οι μοίρες οδήγησαν τον ένα στον άλλο. Το μόνο που η ζωή έχει διαφορετικά σχέδια γι’ αυτούς, θα τους χτυπήσει αμείλικτα. Η Χοπ θα περάσει αστραπιαία από τη λύπη και στη χαρά και αντίστροφα. Ο Άντι δε θα μπορέσει να δει τους κόπους μιας ζωής να δικαιώνονται, αλλά στο τέλος, χάρη στο πείσμα της αγαπημένης του, θ’ αναδειχθεί, έστω και έμμεσα, ο νικητής.
     Το «Όλα αυτά που χάσαμε» είναι μια ιστορία για τον έρωτα και την απογοήτευση, για τους νέους που αγωνίζονται για ένα καλύτερο αύριο, κι εκείνους που αποδέχονται απλά ό,τι τους σερβίρουν έτοιμο στο πιάτο. Κι είναι μια ιστορία για τα ξυπνήματα, εκείνα που ανοίγουν τα μάτια σε μια ζωή σκληρή, πραγματική, που δεν έχει καμία σχέση μ’ αυτή της γυάλας που μας περιβάλλει. Και, τέλος, είναι μια ιστορία για τους ανθρώπους και για τη δίχως όρους και όρια φιλία, αυτήν που ξεπερνά κάθε εμπόδιο που ξεπροβάλλει στο δρόμο της και μπορεί να κάνει θαύματα.
     Οι ήρωες κινούνται στους δρόμους της πόλης της Νέας Υόρκης και στα Απαλάχια. Μιλάνε, ακούνε, μαθαίνουν, συζητούνε, θυμούνται όλα αυτά που χάσανε και χαράζουν πορεία για ένα ξεχωριστό αύριο.

Αγορά από εδώ


Αποσπάσματα: Κεφάλαιο 1, Κεφάλαιο 2, Κεφάλαιο 6, Κεφάλαιο 10, Κεφάλαιο 14, Κεφάλαιο 25

Κυριακή 1 Μαΐου 2011

Εβδομάδα eBook

Εβδομάδα αφιερωμένη στα ηλεκτρονικά μου βιβλία θα είναι αυτή. Αρχίζοντας από αύριο και μέχρι την Παρασκευή θα παρουσιάσω τα βιβλία που διαθέτω προς πώληση ή και δωρεάν από το Lulu, τα οποία μπορείτε να δείτε δίπλα. Ήδη έχω κάνει αναφορά στο "Δυο φωνές και μια σιωπή". Τις επόμενες ημέρες θα σας δώσω τις περιλήψεις και θα κάνω παραπομπές σε συνδέσμους για πέντε ακόμη βιβλία, τα οποία έχω κατά καιρούς δημοσιεύσει εξ' ολοκλήρου εδώ. Τρία από αυτά, εκείνα τα οποία διατίθενται προς την εξωφρενική τιμή των 3.50 ευρώ, έχουν γραφτεί ξανά από την αρχή. Αυτά που διαθέτω δωρεάν δε θέλησα να τα "αγγίξω" πάλι, αφού έρχονται από άλλες εποχές, λίγο πιο αθώες, αλλά και πιο πλούσιες σε φαντασία και συναισθήματα. Καλό μήνα σας εύχομαι...

Παρασκευή 29 Απριλίου 2011

Στιλέτο - Κεφάλαιο 3

Κάθεται στη βεράντα του σπιτιού του και κοιτάει τις φωτογραφίες από τον τόπο του εγκλήματος. Πήρε αντίγραφα προτού φύγει από το τμήμα. Ακούει τη γυναίκα του να πηγαινοέρχεται στην κουζίνα ετοιμάζοντας το φαγητό και μιλώντας στο τηλέφωνο. Εκείνου δεν του μιλά. Τον έχει μάθει τόσα χρόνια τώρα. Όταν τον βλέπει σ’ αυτή την κατάσταση τον αφήνει πάντα στην ησυχία του μέχρι την ώρα του γεύματος ή του δείπνου – ανάλογα. Η ζέστη δεν είναι και άσχημη. Ο ήλιος χτυπάει την αντίθετη πλευρά του σπιτιού κι ένα αεράκι απαλό που φυσάει κάθε τόσο της κλέβει κάτι από τη ορμή της. Κάτι δεν του αρέσει. Στημένο του μοιάζει το σκηνικό στις φωτογραφίες, σαν από αστυνομική σειρά ή κάποια ταινία. Δεν είναι έγκλημα πάθους αλλά τελετουργική εκτέλεση, σκέφτεται. Τον αιφνιδίασαν καθώς άνοιγε την πόρτα και τον χτύπησαν στο κεφάλι. Και μετά αντί να τον αποτελειώσουν αμέσως, τον έσυραν μέσα στο διαμέρισμα, γύρισαν το κορμί του ώστε να κοιτάει προς τα πάνω και του κάρφωσαν το στιλέτο μαζί με το σημείωμα στο στήθος. Κι η γυναίκα του δεν άκουσε τίποτα; Αλλά, τώρα που το σκέφτεται, είδε πεταμένες πάνω στο κρεβάτι δύο ωτοασπίδες, από εκείνες που χρησιμοποιεί κι η Γεωργία για να μην ξυπνά κάθε φορά που του τηλεφωνούν μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα. Όλα δείχνουν πώς επρόκειτο για ένα καλά προμελετημένο έγκλημα. Δεν πιστεύει ότι οι άνθρωποι της σήμανσης θα βρουν πολλά στοιχεία. Εντάξει, το τέλειο έγκλημα δεν υπάρχει, αλλά μερικές φορές και τα όχι και τόσο τέλεια δεν είναι εύκολο να διαλευκανθούν. Νιώθει κάποιον να στέκεται από πίσω του. Κρύβει βιαστικά τις φωτογραφίες. Η Μαργαρίτα, η μεγάλη του κόρη. Η μικρή θα είναι ακόμη στο σχολείο.
     «Εκτέλεση;»
     Στα εικοσιπέντε της χρόνια η Μαργαρίτα είναι μια πανέμορφη νέα γυναίκα. Κάθε φορά που τη βλέπει σκέφτεται: ευτυχώς που δεν πήρε από μένα. Έχει την ομορφιά της μάνας της, αλλά και κάτι ακόμη. Κάτι που δεν μπορεί να προσδιορίσει. Καστανά ολόισια μακριά μαλλιά, ξεβαμμένα πράσινα μάτια, συμμετρικό κορμί, ούτε κοντή, ούτε ψηλή. Φοράει ένα πολύχρωμο φουστάνι, από εκείνα που της αρέσουν και που αρέσουν και σε κείνον, αφού κάθε φορά που τη βλέπει με τέτοια ρούχα συνοδεία με το τεράστιο φωτεινό χαμόγελό της απλά ξεχνιέται.
     «Έτσι φαίνεται».
     Δε θέλει να της κρύψει την αλήθεια, αλλά θα το προτιμούσε αν δεν έβλεπε τις φωτογραφίες. Όχι πώς δεν τις έχει συνηθίσει πια -στην τηλεόραση και το σινεμά βλέπει πολύ χειρότερα- αλλά να, δε θέλει να της δείχνει ο ίδιος προσωπικά τις εικόνες της βίας. Κάνει το διδακτορικό της τώρα η κοπέλα, κλινική ψυχολόγος, και του είπε ότι αν της δινόταν η ευκαιρία θ’ ακολουθούσε τ’ αχνάρια του. Την πίστεψε. Εξάλλου πάντα τη συνάρπαζαν τα εγκλήματα, ή μάλλον οι εγκληματίες και δεν ήταν λίγες οι φορές που τον βοήθησε να βγάλει άκρη σε κάποια υπόθεση. Κάθεται δίπλα του και παίρνει το φάκελο στα χέρια της. Τον ανοίγει κι αρχίζει να μελετά μία μία τις φωτογραφίες. Κι αυτός μελετά εκείνη. Την παρατηρεί και προσπαθεί να κρύψει το χαμόγελό του. Θυμάται τις διακοπές που έκαναν μαζί λίγους μήνες πριν όταν κατάρρευσε από την αϋπνία και την υπερκόπωση και τον ανάγκασαν με το έτσι θέλω να πάρει αναρρωτική άδεια. Ήταν Φλεβάρης, η βροχή έπεφτε εδώ και μέρες ασταμάτητα και θα τον έπιανε η κατάθλιψη αν δεν του πρότεινε εκείνη ένα ταξίδι. Έτσι από τη μια μέρα στην άλλη οι δυο τους βρέθηκαν στην Ταϊλάνδη. Οι δυο τους αφού η Ελευθερία, η μικρή, είχε σχολείο κι έτσι αναγκαστικά κι η μάνα της έμεινε πίσω μαζί της. Ήταν οι καλύτερες διακοπές που έκανε ποτέ. Ξεκίνησαν από το νότο, τα νησιά. Πήγαν για πέντε μέρες στο Σαμούι και στο Φαγκάν για τα μπάνια τους και μετά συνέχισαν στην ενδοχώρα. Στη Χατ Ιάι, με το έντονο μουσουλμανικό στοιχείο, στο Κράμπι, που θυμίζει νησί κι ας μην είναι, στο Καντσιαναμπούρι με τη διάσημη γέφυρα του Ποταμού Κβάι και το ναό των τίγρεων. Ξαπόστασαν για τρεις μέρες στην Μπανγκόκ, την οποία βρήκαν χαοτική και άναρχη, αλλά και με τις χάρες της, και επισκέφθηκαν την αρχαία πόλη Αγιουτάγια με τα αμέτρητα αγάλματα του Βούδα. Μετά κίνησαν για το βορρά. Επισκέφθηκαν την πόλη Κον Κεν, την οποία βρήκαν μάλλον βαρετή, προτού συνεχίσουν για το Πιτσανουλόκ, όπου τα βράδια τα κουνούπια έκαναν πάρτι. Στη Σουκοτάι έριξαν μία ακόμη θαυμαστική ματιά στον αρχαίο βουδιστικό πολιτισμό και μετά έβαλαν πλώρη για την πόλη που θα αποδεικνυόταν το λιμάνι τους: την Τσιανγκ Μάι. Ενώ η προηγούμενη τους διαδρομή θύμιζε αγώνα δρόμου εκεί κόλλησαν για μια βδομάδα. Κάτι έχει αυτή η πόλη, έλεγε ο Ιωάννου, κάτι έχει που δεν μπορώ να το εξηγήσω και με κρατάει εδώ. Η Μαργαρίτα συμφωνούσε μαζί του. Έτσι ξόδεψαν τις μέρες τους τριγυρνώντας από ναό σε ναό, κάνοντας ράφτινγκ στο ποτάμι -τώρα στα γεράματα, σκεφτόταν εκείνος- πηγαίνοντας βόλτες με τους ελέφαντες και τρώγοντας του κόσμου, τα παράξενα, φαγιά – ακόμη και μεταξοσκώληκες, που κάπου θύμιζαν φασόλια. Τις νύχτες έκοβαν βόλτες στα μπαράκια και έτσι για πλάκα κάθονταν χώρια αρχικά και παρίσταναν ότι δεν ήξερε ο ένας τον άλλο. Διάφοροι την πλησίαζαν και της την έπεφταν και σαν περνούσε λίγο η ώρα πλησίαζε κι αυτός και συστηνόταν σαν μπαμπάς της κι άπου φύγει φύγει οι επίδοξοι εραστές. Κι εκείνοι έσκαγαν στα γέλια. Οι διακοπές εκείνες…
     «Τι σκέφτεσαι και χαμογελάς;»
     «Το ταξίδι».
     «Τους γκόμενους;»
     «Κι εκείνους. Ναι».
     Του χαρίζει ένα χαμόγελο και επιστρέφει στις φωτογραφίες. Κι εκείνος στις σκέψεις του. Δεν μπορεί να βγάλει άκρη μ’ αυτό το κορίτσι, μ’ αυτή τη γυναίκα μάλλον. Σκέφτεται και ενεργεί πάντα λογικά και με σύνεση, είναι όσο πάει ξύπνια, αλλά στην ερωτική της ζωή τα κάνει πάντα θάλασσα. Ερωτεύεται κατά συρροή, πληγώνεται κατ’ εξακολούθηση. Κι εδώ και ένα χρόνο δεν έχει κάνει έρωτα με κανένα. Τού το λέει και την πιστεύει. Επιμένει ότι κανείς δεν την καταλαβαίνει. Ούτε καν οι φίλοι της. Ειδικά αυτοί. Για κάποιο λόγο πιστεύουν ότι τους ανήκει, και αν τύχει και δεν είναι εκεί όταν τη χρειαστούν αρχίζουν τις μπηχτές. Κάθε φορά που γνωρίζει κάποιον άλλο άνθρωπο της λένε ότι τους παρατά για χάρη του. Κι αυτή τους ανέχεται. Γιατί; Της είπε πολλές φορές ότι η υπερβολική καλοσύνη κάνει κακό στην υγεία, αλλά δε θέλει να τον ακούσει. Είμαι αυτή που είμαι, του λέει.
     «Βλέπεις αυτό που βλέπω κι εγώ». Τον βγάζει από τις σκέψεις του.
     «Υποθέτω ναι».
     «Έγκλημα πάθους προσχεδιασμένο;»
     «Ακριβώς. Αλλά είναι τόσο προφανές που δε μου γεμίζει το μάτι. Ίσως και να κάνω λάθος».
     «Η γυναίκα του;»
     «Όχι. Αλλά είμαι σίγουρος ότι κρύβει κάτι».
     «Το δολοφόνο ίσως…»
     «Δεν ξέρω, αλλά δεν το αποκλείω κιόλας».
     «Κάποιος εραστής ίσως;»
     «Το σκέφτηκα. Έχω τις υποψίες μου…»
     «Αλλά δύσκολα θα βγάλεις άκρη».
     «Το φαγητό είναι έτοιμο», τους διακόπτει η φωνή της Γεωργίας. Το ξέρουν και οι δυο πολύ καλά ότι τα λόγια της δεν αποτελούν ενημέρωση αλλά διαταγή, έτσι σηκώνονται αμέσως και ανταλλάζοντας ένα συνωμοτικό χαμόγελο κατευθύνονται προς την κουζίνα. Από σύμπτωση λες την ίδια ώρα ανοίγει η εξώπορτα και μπαίνει μέσα η Ελευθερία. Στα δεκαέξι της αυτή, ήταν το δεύτερο παιδί που -μετά από κάποιες αποτυχημένες προσπάθειες- δεν προσπάθησαν ποτέ να αποκτήσουν. Ήταν η αγαπημένη της μητέρας της, όπως η Μαργαρίτα ήταν η δική του αγαπημένη. Δεν έμοιαζαν πολύ οι δύο αδελφές. Κοντοκουρεμένη η μικρή, ψηλή, λίγο γεματούλα, αλλά με μάτια μεγάλα, αμύγδαλα εκφραστικά. Δε θα γίνει ποτέ κακός μπελάς, είναι σίγουρος γι’ αυτό, αν και τα νεύρα της πολλές φορές την παρασύρουν. Κάθονται όλοι μαζί στο τραπέζι και αρχίζουν να τρώνε ανταλλάζοντας ταυτόχρονα τα νέα τους. Όλοι, μ’ εξαίρεση εκείνον. Ποτέ δε μιλάει για τη δουλειά αν δεν τον ρωτήσουν, αλλά ακόμη και τότε το κάνει αόριστα. Σα να προσπαθεί να τις προστατεύσει από την κακία αυτού του κόσμου.
     Μετά το γεύμα ξαπλώνει λίγο για να κοιμηθεί, αλλά δεν μπορεί να κλείσει μάτι. Η σκέψη του επιστρέφει ξανά και ξανά στις φωτογραφίες, στο σπίτι όπου έγινε το φονικό, στον Παναγίδη. Το ένστικτό του τού λέει ότι ο τελευταίος έχει παίξει ή πρόκειται να παίξει ένα σημαντικό ρόλο σ’ αυτή την υπόθεση. Αυτός και η γυναίκα του Κωνσταντίνου; αναρωτιέται. Είναι άραγε εραστές; Αν ναι, τότε δεν μπορεί να τον εμπιστευτεί. Ευτυχώς που καπάρωσε την Ντίνα και έτσι δε θα χρειαστεί να συνεργαστεί στενά μαζί του. Στριφογυρνά για λίγα ακόμη λεπτά στο κρεβάτι μα δεν μπορεί να ησυχάσει. Σηκώνεται. Ντύνεται. Παίρνει τα κλειδιά του αυτοκινήτου και δανείζεται το κινητό της γυναίκας του καθώς, ως συνήθως, ξέχασε να φορτίσει το δικό του. Δεν το έχει και καιρό άλλωστε – ένα μόλις χρόνο. Πρέπει να είναι το τελευταίο μέλος του αστυνομικού σώματος που απόκτησε κινητό τηλέφωνο, παγκοσμίως. Κι αυτό επειδή του το επέβαλαν.
     «Πάω για καφέ», λέει στη Γεωργία καθώς βγαίνει έξω από την πόρτα της κουζίνας.
     «Πού;» Τον ρωτά όχι τόσο επειδή θέλει να ξέρει όσο από περιέργεια, αφού είναι σίγουρη ότι η απάντησή του δε θα είναι η αναμενόμενη.
     «Στην Κακοπετριά».
     Για την υπόθεση λοιπόν!
     Ευτυχώς που στάθμευσε τον σκαραβαίο κάτω από την κληματαριά, αφού αν τον άφηνε στον ήλιο θα γινόταν ψητός. Εντάξει, οι ζέστες δεν έσφιξαν πολύ ακόμη αλλά η αραιή σκόνη στην ατμόσφαιρα δυσκολεύει κάπως τα πράγματα. Είναι δυόμιση το απόγευμα, μέρα Τετάρτη, κι ευτυχώς οι κυβερνητικοί δουλεύουν σήμερα, γιατί αν είναι ένα πράγμα που μισεί στην πόλη είναι η κίνηση. Χαράζοντας πορεία για το Τρόοδος δε θα βρει παρά τρία φανάρια μπροστά του κι αυτά κίτρινα προς το κόκκινο. Ο σκαραβαίος δε μασάει και σύντομα βρίσκεται στον αυτοκινητόδρομο. Τα αυτοκίνητα και προς τη μία και προς την άλλη κατεύθυνση λιγοστά. Λίγο πριν την έξοδο προς Κοκκινοτριμιθιά γίνονται οδικά έργα, αλλά δε χρειάζεται να μειώσει και πολύ ταχύτητα. Φτιάχνουν για μια ακόμη φορά το οδόστρωμα. Κάθε χρόνο τα ίδια και τα ίδια. Σταματά στο Ακάκι για να γεμίσει το ρεζερβουάρ με αμόλυβδη 95 και ακινητοποιείται για λίγα λεπτά στον Αστρομερίτη, όπου φτιάχνουν το αποχετευτικό και αναγκαστικά η κίνηση διεκπεραιώνεται από μία μόλις λωρίδα κυκλοφορίας. Πάει κι αυτός ο μπελάς. Εκτός κι αν πέσει πάνω σε κανένα φορτηγό από δω και πέρα δε θα συναντήσει εμπόδια. Ένα αεράκι ανεπίκαιρα δροσιστικό έρχεται να του τονώσει τις αισθήσεις από τον κόλπο της Μόρφου, που μόλις και διακρίνεται πίσω από τη σχεδόν μόνιμη πια υγρασία.
     Φτάνει στην Κακοπετριά στις τρεισήμισι. Αφήνει το καμάρι του στο χώρο στάθμευσης πάνω από την παλιά κωμόπολη και κατηφορίζει με τα πόδια τους πετρόκτιστους δρόμους. Ερημιά. Κάτοικοι κι επισκέπτες θ’ απολαμβάνουν τη σιέστα τους. Μονάχα η συνηθισμένη γριά, η κυρά-Ανδρονίκη με τ’ όνομα, κάθεται δίπλα απ’ το μαγαζάκι της και πλέκει κάτι. Τη χαιρετά. Της λέει ότι ψάχνει τον Χριστάκη. Στα χωράφια, απαντάει και του δείχνει από πού να πάει. Λίγο πιο κάτω και στα αριστερά είναι κάποια σκαλιά που οδηγούν στο ποτάμι. Πέρα από το ποτάμι θα τον βρει. Είναι θεία του Χριστάκη η κυρά-Ανδρονική και την ξέρει κι αυτή από παλιά, αφού εκείνος κατάγεται απ’ το διπλανό χωριό, τη Γαλάτα. Εκεί γεννήθηκε, εκεί μεγάλωσε. Την ευχαριστεί και καθώς απομακρύνεται της λέει ότι θ’ αγοράσει κάτι απ’ τα καλούδια της στην επιστροφή. Κάποιο γλυκό του κουταλιού ίσως, που ο ίδιος δεν μπορεί να φάει αλλά αρέσει πολύ στη Γεωργία, ή μάλλον σουτζιούκο, που αρέσκεται κάθε τόσο ν’ απολαμβάνει με το ποτό.
     Παρά το ότι μπήκε ήδη το καλοκαίρι τα νερά του ποταμού Κλαρίου κατεβαίνουν ακόμη ορμητικά, αφού έβρεξε πολύ φέτος. Κάθεται λίγο στις όχθες του, για να καθαρίσει λες ακούγοντας το βίαιο ήχο των νερών τις σκέψεις του. Τον γαληνεύει η φύση. Και του θυμίζει τα παλιά. Τότε που ήταν μικρό παιδί και οι μόνες διασκεδάσεις που υπήρχαν ήταν τα παιχνίδια στο δρόμο και τα καλοκαιριά, το κολύμπι στο ποτάμι και οι προβολές στα θερινά σινεμά της Κακοπετριάς, αυτά που έχουν πια ξεψυχήσει. Από παιδί αστυνομικός ήθελε να γίνει. Ίσως για να προστατεύσει τη μάνα του που έμεινε από νωρίς χήρα, θύμα του μικροπολέμου με τους εγγλέζους. Δεν τον θυμάται καθόλου τον πατέρα του. Προσπαθεί να αναπλάσει μέσα του τη μορφή του με οδηγό λίγες φωτογραφίες, αλλά δεν τα καταφέρνει. Το πρόσωπό του είναι πάντα θολό και του ξεφεύγει. Αντίθετα τη μάνα του τη θυμάται πολύ καλά, αφού πέθανε μόλις πέρυσι. Ευγενική, καρτερική γυναίκα. Γέρασε όμορφα και μάλλον θα ζούσε για χρόνια πολλά ακόμη, αν της έκανε τη χάρη η καρδιά. Αλλά τη γέλασε. Και πέθανε μόνη και έρημη στο κρεβάτι. Τη βρήκε μια γειτόνισσα που ανησύχησε όταν δεν εμφανίστηκε στο καθιερωμένο τους απογευματινό ραντεβού για καφέ. Όταν την έχασε, κι αφού δεν είχε άλλα αδέλφια, σκέφτηκε να πουλήσει το σπίτι, μα δεν το έκανε. Τον έπεισαν οι γυναίκες της ζωής του: είναι το σπίτι σου, τού είπαν κι εκεί έκλεισε η κουβέντα. Μα ποιος θα το φροντίζει; αναρωτιόταν. Φοβότανε ότι θα το άφηναν να ερημώσει, αλλά δεν έγινε αυτό. Το επισκέπτονταν κάθε τόσο τα σαββατοκύριακα, η Μαργαρίτα πήγαινε όταν είχε πολλά να διαβάσει ή για να σκεφτεί λέει, ακόμη κι η Γεωργία που πριν δεν πατούσε το πόδι της εκεί τώρα περνούσε συχνά για να φροντίζει τον κήπο. Όλα καλά, λοιπόν.
     «Σκεφτικό σε βλέπω μάστορα…»
     Δε σηκώνει το κεφάλι. Δε γυρνά προς το μέρος που ακούστηκε η φωνή. Θα την αναγνώριζε οπουδήποτε.
     «Έλα ρε Χρήστο. Κάτσε…»
     «Για τον Κωνσταντίνου ήρθες;» τον ρωτά καθώς κάθεται δίπλα του κατάχαμα.
     «Ναι».
     «Το άκουσα στο ραδιόφωνο το πρωί…»
     Για λίγη ώρα δε μιλούν. Απλά βλέπουν και ακούουν το ποτάμι να κυλά. Κάποια κοράκια κρώζουν από πάνω τους αναζητώντας ψοφίμια. Τον συμπαθεί τον Χριστάκη ο Ιωάννου. Άνθρωπος της νύχτας αλλά όχι ακριβώς. Καλόκαρδος και γενναιόδωρος όσο πάει, έχει πολλούς φίλους. Κάποιοι απ’ αυτούς μάλλον τον φοβούνται, αλλά αυτό οφείλεται περισσότερο στην εμφάνιση και τα λόγια του παρά στις πράξεις του. Ψηλός, δυνατός, με μπράτσα που έφτιαξε δουλεύοντας τη γη και όχι σε κάποιο γυμναστήριο, με μάτια καστανά διαπεραστικά και σχεδόν ξανθά μαλλιά, οικονομημένος στις κουβέντες του, αποτελεί για τους περισσότερους έναν άνθρωπο μυστήριο. Όχι για κείνον όμως.
     «Μήπως τον είδες ψες;»
     «Ναι. Όταν πέρασα από το μαγαζί ήταν εκεί, αλλά δεν ξέρω πόσο κάθισε. Μισή ώρα έμεινα μόνο. Έφυγα πριν τις δύο».
     «Είχε παρέα;»
     «Συνήθως έχει, αλλά όχι ψες, τουλάχιστον όσο ήμουν εκεί. Τον είδα μερικές φορές με τον Παναγίδη και κάποιους άλλους μπάτσους. Τα δωρεάν ποτά, βλέπεις…»
     Άρχισε να γελά, αλλά ο Ιωάννου δεν είχε καμία διάθεση να τον συνοδεύσει. Είχε αρχίσει σιγά σιγά να μπαίνει σ’ εκείνη τη φάση που η Μαργαρίτα αποκαλούσε ψύχωση. Μέχρι να βγάλει άκρη με την υπόθεση όλα στη ζωή του θα περνούσαν σε δεύτερη μοίρα. Ο Χριστάκης μετά από λίγο σταμάτησε να γελά και έμεινε για λίγο να παρατηρεί τον όχι και πολύ στενό του φίλο.
     «Θα περάσω από κει το βράδυ. Ο Νίκος;»
     «Ναι. Αυτός σίγουρα θα ξέρει να σου πει περισσότερα. Θέλεις να του μιλήσω;»
     «Καλύτερα όχι. Δε θέλω να προετοιμάσει τις απαντήσεις του. Όχι πώς πιστεύω ότι έχει κάτι να κρύψει, αλλά πολλές φορές οι άνθρωποι γίνονται χωρίς λόγο και για τα λάθος άτομα προστατευτικοί».
     «Ναι, ξέρω. Καλά, δε θα αναφέρω τίποτα. Καλύτερα όμως να πας νωρίς γιατί όταν πλακώσει ο κόσμος θ’ αρχίσουν οι συζητήσεις και ξέρεις τι γίνεται…»
     «Πώς τα πάει η δουλειά;»
     «Καλά. Όπως πάντα. Τους πελάτες μου δεν τους επηρεάζει η κρίση. Χάσαμε λίγους από τους περιστασιακούς όμως. Ίσως να έγιναν λίγο επιφυλακτικοί…»
     «Η κρίση κρίση κι οι τιμές τιμές όμως. Τους σφάζετε όλους με το γάντι και κανείς δεν διαμαρτύρεται. Εντάξει, εσύ δεν είσαι σαν τους άλλους, κερνάς και κάνα ποτό, αλλά οι περισσότεροι…»
     «Δίκιο έχεις. Τώρα μας μείωσαν το ΦΠΑ αλλά και πάλι οι τιμές δε θα πέσουν. Δεν είμαστε γερμανοί εμείς. Εδώ δε διαμαρτύρονται για το ψωμί, το γάλα και τα λαχανικά, λες να διαμαρτυρηθούν για τα ποτά;»
     «Τέτοιοι που είμαστε…»
     «Έχεις ώρα ή βιάζεσαι να επιστρέψεις στην πόλη;»
     «Μέχρι απόψε είμαι ελεύθερος».
     «Είσαι για μια βόλτα μέχρι το Κοιλάνι;»
     «Στο οινοποιείο;»
     «Ναι. Θα πήγαινα έτσι κι αλλιώς. Και στο δρόμο της επιστροφής θα μπορούσαμε να σταματήσουμε για κάνα μεζέ στου Αγγελή».
     «Άντε, πάμε».
     Μόλις ανέβηκαν στο χωριό ο Ιωάννου άκουσε το τηλέφωνο να χτυπά.
     «Ποιος;»
     «Η Ντίνα».
     «Έλα. Τι έγινε;»
     «Σε έπαιρνα εδώ και ώρα τηλέφωνο, αλλά δε χτυπούσε. Μου έδωσε η κυρία Γεωργία αυτό το νούμερο».
     «Ήμουνα κάτω, στο ποτάμι, μάλλον δε θα έπιανε σήμα. Τι θες;»
     «Με κάλεσε ο διευθυντής στο γραφείο του νωρίς το απόγευμα και μού είπε ότι αποφάσισε να αναθέσει σε μας σχεδόν αποκλειστικά την έρευνα. Του άλλους, με εξαίρεση τον Παναγίδη, τους τοποθέτησε στα μετόπισθεν. Μάλλον σαν προσωπικό υποστήριξης».
     «Κάτι μυρίστηκε η γριά-Αλεπού. Ξαπόστειλε τους άλλους και μας άφησε να δουλεύουμε μ’ αυτόν που έπρεπε να αποκλείσει πρώτον. Έχουμε άλλα νέα;»
     «Όχι. Ο θάνατος του Κωνσταντίνου προήλθε από τη μαχαιριά στο στήθος, όπως περιμέναμε δηλαδή, αλλά από κει και πέρα τίποτα. Είδες τις φωτογραφίες;»
     «Σκηνοθετημένο το σκηνικό».
     «Κι εγώ αυτό σκέφτηκα. Άρχισα να μαζεύω στοιχεία για τη γυναίκα του Κωνσταντίνου, αλλά μέχρι αυτή τη στιγμή δεν βρήκα κάτι αξιοπρόσεκτο. Να φτιάξω πίνακα;»
     «Ναι. Κάτι μου λέει ότι θα τον χρειαστούμε. Τα λέμε απόψε. Αν θες μπορούμε να περάσουμε μαζί από την Παγίδα και να πιούμε ένα ποτάκι κερασμένο από τα χεράκια των συντροφισσών από την Ουκρανία…»
     «Να μου λείπει».
     «Τι γλυκό προτιμάς να σου φέρω όταν επιστρέψω;»
     «Γλυκά έχω πολλά φτιάχνει η θεία μου. Θα μείνεις στην Κακοπετριά ή θα πας κι αλλού;»
     «Στο Κοιλάνι».
     «Α, ωραία. Μπορείς να μου φέρεις ζιβανία για τον γέρο μου; Δεν του αρέσουν οι εμφιαλωμένες και όλο γκρινιάζει».
     «Όβερ».
     Συνήθιζε να κλείνει τις συνομιλίες του μ’ αυτό τον τρόπο. Από τη μια είχε πλάκα, ενώ απ’ την άλλη όσο κι αν το προσπαθούσε δεν μπορούσε να χαιρετήσει ή να αποχαιρετήσει κάποιον από το τηλέφωνο. Όσες φορές το επιχείρησε ένιωθε λες και έκανε χειραψία στον αέρα.
     Φεύγοντας πέρασαν από το μαγαζάκι της κυράς-Ανδρονίκης, που έτσι κι αλλιώς ήταν το δρόμο τους, κι αγόρασε σουτζιούκο και γλυκό καρυδάκι. Το χωριό έμοιαζε σιγά σιγά να ξυπνά απ’ το μεσημβρινό του λήθαργο. Αντίκρισαν τουρίστες με τις φωτογραφικές τους μηχανές, παιδιά που τάραζαν τον κόσμο με τις φωνές τους στα στενά δρομάκια, οικογένειες που έβγαιναν για την απογευματινή τους βόλτα. Μπήκαν στην Μπέμπα του Χριστάκη και ξεκίνησαν.

Συνεχίζεται


Τη φωτογραφία την οποία έβαλα για πλάκα μια και κάνει αναφορά στη ζιβανία την έκλεψα από δω

Σάββατο 9 Απριλίου 2011

Στιλέτο - Κεφάλαιο 1

Στριφογυρίζει στο κρεβάτι. Δεν μπορεί να κοιμηθεί. Πάλι. Εδώ και χρόνια το ίδιο πρόβλημα – από τότε που μπήκε στο Σώμα δηλαδή. Το αστυνομικό. Τα δοκίμασε όλα. Τσάι βασιλικό, βότανα Withana Somnifera, βαλεριάνα, βάλιουμ, αλλά τίποτα. Σκέφτεσαι πολύ, του είπε ο γιατρός και τον φόρτωσε με ζάναξ. Αυτά βοηθάνε, αλλά όχι πολύ. Με μισό χαπάκι κοιμάται μισού ανθρώπου ύπνο, αλλά και πάλι ξυπνάει. Με το παραμικρό. Ακούει την ανάσα της γυναίκας του ανάλαφρη δίπλα του. Στρέφεται προς το μέρος της, αλλά μόλις που τη διακρίνει στο κρεβάτι. Θέλει να την αγγίξει μα δεν το κάνει για να μην την ξυπνήσει. Κοιτάει το ταβάνι. Δεν το βλέπει. Διάβολε, σκέφτεται, κουράστηκα. Κουράστηκε. Ο λίγος ύπνος, οι πολλές ώρες της δουλειάς, η αδυναμία του να γαληνέψει. Πάντα είναι ανήσυχος. Λες και ο κόσμος θα σταματήσει να γυρίζει χωρίς αυτόν. Το τηλέφωνο χτυπάει -ο κακός μπελάς, όπως το αποκαλεί η γυναίκα του- και βιάζεται να το απαντήσει. Απ’ το τμήμα καλούν.
     «Ποιος;»
     «Φάγανε τον ψηλό…»
     Κατεβάζει το ακουστικό. Ο ψηλός. Ο Κωνσταντίνου.  Ποτέ του δεν τον συμπάθησε, αλλά δε χάρηκε που πέθανε κιόλας. Ανάβει το πορτατίφ κι η γυναίκα του πάει να ανακαθίσει στο κρεβάτι, αλλά ξαπλώνει ξανά. Κάτι μοιάζει να μουρμουρίζει. Της χαϊδεύει τα κοντά κυμματιστά καστανά της μαλλιά και της λέει να κοιμηθεί. Αυτός πρέπει να φύγει. Του απαντάει κάτι ακατάληπτο. Τη βλέπει και χαμογελά. Η Γεωργία. Με τα χρονάκια της και τα παχάκια της και την αμίλητη περηφάνια για την οικογένειά της. Όταν την παντρεύτηκε ήτανε μια μορφονιά. Και τώρα όμορφη είναι, αλλά διαφορετικά. Στα πενήντα της μοιάζει να βγάζει ακόμη μια παιδικότητα. Ενθουσιάζεται εύκολα, γελάει πολύ, κλαίει κάθε τόσο δίχως λόγο. Τουλάχιστον δίχως λόγο που να μπορεί ο ίδιος να καταλάβει. Δακρύζει για τις επιτυχίες των παιδιών τους στα θρανία, παρακολουθώντας σαπουνόπερες και σαχλά σώου, πολλές φορές για τον πόνο των άλλων. Μεγάλη ψυχή με σχεδόν μόνιμα βρεγμένους τους καφέ καθρέφτες-μάτια της. Παραμένει για λίγο ακίνητος να την παρατηρεί, ασυναίσθητα χαμογελά και σηκώνεται απ’ το κρεβάτι. Πηγαίνει στο μπάνιο. Κοιτάει τον εαυτό του στον καθρέφτη. Χρειάζεται επειγόντως ξύρισμα μα δε βαριέσαι. Έτσι κι αλλιώς κανείς δεν του λέει τίποτα. Είναι παλιοσειράς. Τον σέβονται οι παλαιότεροι κι οι συνομήλικοί του, τον περιφρονούν οι περισσότεροι απ’ τους νεώτερους, αλλά αυτό δεν τον πειράζει, αφού τους περιφρονεί κι ο ίδιος.
     «Α, ρε Πέτρο», λέει στο είδωλό του στον καθρέφτη, «πότε θα τα παρατήσεις επιτέλους;»
     Πότε; Αυτό τον ρωτάει κι η γυναίκα του συχνά κι απάντηση δεν παίρνει, μόνο της χαμογελά. Να τα παρατήσεις ή να πάρεις προαγωγή, του λέει εκείνη. Η αλήθεια είναι ότι δεν θέλει να τα παρατήσει, αλλά ούτε να προαχθεί τον ενδιαφέρει, κι ας περνάει αμείλικτα ο χρόνος. Στα πενήντα πέντε του πια, δεν μπορεί να προσφέρει και πολλά, αλλά πάντα προσφέρει ουσιαστικά. Πηγαίνει εκεί όπου δεν μπορούνε να πάνε οι άλλοι, έχει μάτια και αυτιά παντού και το μισογερασμένο του μυαλό εξακολουθεί να τρέχει με χίλια. Οι άλλοι ψάχνουν, αυτός βρίσκει. Γι’ αυτό κι έχει το ακαταλόγιστο. Γι’ αυτό τον ανέχονται ακόμη.
     Α, ρε Πέτρο! Πέτρος Ιωάννου, αυτό είναι το όνομά του, οι πολλοί τον ξέρουν απλά σαν χοντρό, αλλά κάποιοι για πλάκα τον αποκαλούν Κρυφό. Και γι’ αυτά που κάνει, αλλά και γιατί κανείς δεν μπορεί να καταλάβει τον τρόπο που σκέφτεται. Πέτρος Κρυφός, σαν όνομα συγγραφέα ακούγεται αυτό, σκέφτεται και χαμογελά. Πλένει το πρόσωπό του. Η τριών ημερών γενειάδα, τα κοντά γκρίζα μαλλιά του και οι ρυτίδες στα μάγουλα του χαρακώνουν τις παλάμες. Δείχνει μεγαλύτερος από την ηλικία του, αλλά το πρασινωπό του βλέμμα μοιάζει να ξεχειλίζει από νεανική ορμή. Επιστρέφει με βήματα βαριά προς την κρεβατοκάμαρα. Ανοίγει αθόρυβα τη ντουλάπα. Ως συνήθως δεν του παίρνει και πολλή ώρα να ντυθεί. Αρπάζει ό,τι βρει μπροστά του και το φοράει. Ένα τζιν παντελόνι κι ένα ριγωτό κοντό πουκάμισο είναι σήμερα η στολή του. Αν μη τι άλλο τονίζουν τα πάχη του. Η κανονική του στολή δεν έχει ιδέα που βρίσκεται πια. Κάπου θα την καταχώνιασε η Γεωργία, που έτσι κι αλλιώς την απεχθανόταν. Ήταν περήφανη για τον άντρα της τον αστυνομικό, αλλά δεν ήθελε να βλέπουν οι γειτόνισσες τον μπάτσο να μπαίνει στο σπίτι της. Παράξενη γυναίκα. Την ημέρα που της είπε ότι δε θα χρειαζόταν να φορέσει τα ρούχα της δουλειάς ξανά μόνο που δεν πέταξε απ’ τη χαρά της. Σα να έφυγε από πάνω τους το στίγμα.
     Βγαίνει έξω. Μόλις που γλυκοχαράζει. Πέντε σχεδόν το πρωί μιας μέρας στις αρχές του Ιούνη, που δεν προβλέπεται ιδιαίτερα ζεστή. Κάποια πουλιά που βρήκαν καταφύγιο στο προάστιο της Λευκωσίας όπου ζει, τη Λακατάμια, τον καλημερίζουν. Προσπαθεί να τα διακρίνει στα δέντρα, αλλά δεν μπορεί. Αλλά και να τα έβλεπε τι θα καταλάβαινε; Αφού δεν μπορεί να τα ονοματίσει. Πάντα το ίδιο πρόβλημα, με όλα τα πράγματα και όλους τους ανθρώπους. Πες του ονόματα δέκα πουλιών, δέκα δέντρων, δέκα λουλουδιών, δέκα ανθρώπων και θα τα ξεχάσει αμέσως. Πες του ένα μυστικό ή κάποια λεπτομέρεια απ’ τη ζωή σου και θα τα θυμάται για πάντα. Επιλεκτική μνήμη, λέει, θυμάται μόνο τα σημαντικά. Διασχίζει την αυλή. Ανοίγει την καγκελόπορτα και μπαίνει στο λευκό του σκαραβαίο. Το πρώτο του αμάξι. Δεν τον πρόδωσε ποτέ, κι αυτός με τη σειρά του δε λέει να το παρατήσει με τίποτα. Έχουν αναπτύξει μια σχέση ζωής. Βάζει το κλειδί στη μίζα, το γυρίζει και παίρνει μπρος με την πρώτη. Τώρα είναι η ώρα της αναμονής μέχρι να ζεσταθεί η μηχανή. Ένα λευκό φορτηγάκι περνά με ταχύτητα από δίπλα του. Βρίζει τον οδηγό μέσα από τα δόντια του. Είναι κατοικημένη περιοχή μαλάκα, του φωνάζει άηχα. Ευτυχώς, σκέφτεται, που δε δούλεψα ποτέ στην τροχαία, αφού αν το έκανε πολύ πιθανόν να έχανε γρήγορα τη δουλειά του ή να κατέληγε και στη φυλακή. Το μόνο πράγμα που τον εκνευρίζει, εκτός από τους πολιτικούς και τους παπάδες φυσικά, είναι ο τρόπος που οδηγούν οι κύπριοι στο δρόμο. Παντελώς αδιάφοροι για τους άλλους, αγνοώντας συστηματικά τα σήματα της τροχαίας, μεθυσμένοι. Δεν ήταν λίγες οι φορές που τον συγκράτησε με το ζόρι η γυναίκα του ή με τη βία οι συνάδελφοί του από το να κατέβει απ’ τ’ αμάξι και να πλακώσει κάποιον στο ξύλο.
     Ευτυχώς αυτή την ώρα δεν έχει κίνηση προς το κέντρο. Τα λιγοστά αμάξια που συναντάει στο δρόμο έρχονται από την αντίθετη κατεύθυνση. Επαγγελματίες που μόλις σχόλασαν ή και που μόλις αρχίζουν δουλειά έξω απ’ την πόλη. Κάποιοι ξενύχτηδες επίσης.
     Ποιος να τον έφαγε και γιατί; αναρωτιέται καθώς είναι ακινητοποιημένος σε ένα σταυροδρόμι σχεδόν έρημο, στα φώτα Γαβριηλίδη, κοντά στο κέντρο της πόλης, όπου έφτασε σ’ ελάχιστα λεπτά. Δεν του φαίνονταν από κείνους τους τύπους που δημιουργεί εχθρούς ο Κωνσταντίνου. Αλλά, από την άλλη, ποιος ξέρει τι μυστικά έκρυβε. Συνήθως τους μπάτσους τους τρώνε τα τσιράκια των αφεντικών του υπόκοσμου. Γι’ αυτό τον κάλεσαν μάλλον. Το φανάρι γίνεται πράσινο. Βάζει μπρος, προχωράει λίγα μέτρα και σταματάει και πάλι στο επόμενο κόκκινο, στη Θεμιστοκλή Δέρβη. Σκέφτεται τον νεκρό συνάδελφό του, σχεδόν χωρίς συναίσθημα. Αποστασιοποιείται. Πράσινο. Ξεκινάει. Κόκκινο και πάλι. Γωνία Θεμιστοκλή Δέρβη και Ευαγόρου. Υπάρχει περισσότερη κίνηση εδώ. Πρωινοί διανομείς, θαμώνες των καμπαρέ και της πλατείας, πελάτες νυχτερινών κέντρων που έπρεπε να κλείσουν πριν από μια-μιάμιση ώρα. Τα κόκκινα φανάρια τον κατατρέχουν, δίχως να τον καταπιέζουν, μέχρι που φτάνει στην Πύλη Πάφου.
     Καθώς οι άλλοι του χαρίζουν νυσταγμένες καλημέρες, αυτός σε πλήρη διαύγεια κατευθύνεται προς το γραφείο του διευθυντή. Το τμήμα, απομεινάρι της βρετανικής αποικιοκρατίας, μοιάζει σαν παραφωνία στον κόσμο του σήμερα. Συρτάρια και γραφεία στοιβαγμένα το ένα πάνω στο άλλο, χαρτολόι, μούχλα, μια επιμελής εγκατάλειψη. Σταματάει μπροστά από τη μηχανή του καφέ, ρίχνει τον οβολό του και παίρνει αντί αυτού ένα μικρό χάρτινο ποτήρι με κάτι που θυμίζει νεσκαφέ. Για την ώρα του κάνει. Αργότερα θα πάει στο καφενείο για τον μερακλίδικό του – πολύ αργότερα μάλλον. Ανοίγει την πόρτα του διευθυντή και μπαίνει μέσα χωρίς να χτυπήσει πρώτα.
     «Καλώστον χοντρό».
     Κάθεται σε μια μαύρη δερμάτινη καρέκλα, που είδε καλύτερες ημέρες, απέναντί του. Με γκρίζα μαλλιά, ψηλός και λεπτός και με μάτια διαπεραστικά, ο μάστορας διαθέτει μια επιβλητική παρουσία. Πάντα τα πήγαιναν καλά οι δυο τους. Μιλούσαν στα ίσια και δεν άφηναν περιθώρια για παρεξηγήσεις. Δεν ήταν μάλιστα λίγες οι φορές που ο Σωτηρίου τον κάλυψε και τον στήριξε σε κάποιες από τις ανορθόδοξες έρευνές του. Ρίχνει ένα βιαστικό βλέμμα στους άλλους: στην μικρή, την Ντίνα, στα είκοσι εφτά της, με μαύρα ίσια μαλλιά κομμένα στο ύψος του ώμου, προς το ψηλό, και με μελιά μάτια – ωραία γυναίκα, τον Κακογιάννη, όνομα και πράμα, χοντρό, ψηλό, φαλακρό, με διπλοσάγονο και δυο μικρά γαλάζια μάτια που μοιάζουν να κρύβονται ανάμεσα στα μάγουλα και το μέτωπό του, και τον οποίο παρά τα είκοσι χρόνια γνωριμίας του στάθηκε αδύνατο ποτέ να συμπαθήσει, και τον Αργυρίου, ένα σαραντάχρονο μικροκαμωμένο ρεμάλι, με ψιλοκουρεμένα καστανά μαλλιά κι ένα βλέμμα σκοτεινό κι αξεδιάλυτο, υπολογιστικό και θυμωμένο την ίδια ώρα.
     «Ακούω».
     «Τον βρήκε η γυναίκα του νεκρό στο σαλόνι του σπιτιού τους στις τέσσερις το πρωί. Είχε ένα χτύπημα στο κεφάλι -μάλλον από κηροπήγιο- και καρφωμένο στο στήθος ένα στιλέτο μ’ ένα σημείωμα. Η βάρδια του είχε τελειώσει τα μεσάνυχτα, οπότε…»
     «Τι έλεγε;»
     «Το σημείωμα; Ανίκανος!»
     Ανίκανος. Το στριφογυρνάει στο μυαλό του. Η γυναίκα του αποκλείεται να το έκανε – την αθωώνει αμέσως. Κι ο διευθυντής συμπληρώνει τη σκέψη του.
     «Δεν νομίζω να τον σκότωσε αυτή. Ήταν σε σοκ, δεν παρίστανε τη σοκαρισμένη. Πρέπει να βρούμε τις απαντήσεις όσο πιο σύντομα μπορούμε, γιατί όπου να ’σαι θ’ αρχίσουν να χτυπάνε τα τηλέφωνα και…»
     «Θα πάμε στο σπίτι του με την Ντίνα».
     Δεν του άρεσε να έχει συνέταιρο, αλλά πάντα τις υποθέσεις ανθρωποκτονίας τις διερευνούσαν δυο-δυο ή τρεις-τρεις μαζί. Περισσότερα μάτια, περισσότερα μυαλά, όλο και κάτι θα ανακάλυπταν. Εξάλλου η Ντίνα του άρεσε. Δούλεψαν κι άλλες υποθέσεις μαζί και κρυφά τη θαύμαζε. Ήταν νέα, ξύπνια, κι έμοιαζε να νοιάζεται γι’ αυτό που κάνει. Αυτή ήταν που τον έπεισε να πάρει κινητό τηλέφωνο -ήταν ο τελευταίος που το έκανε, και με κάποια χρόνια καθυστέρηση- αυτή ξεφορτωνόταν τα έγγραφα που μαζεύονταν κάθε τόσο στοίβες στο γραφείο του, αυτή ήταν που τον έβαζε σε τάξη. Αν έβρισκε και κάνα γκόμενο; σκέφτονταν εκείνος κάθε τόσο και χαμογελούσε, αλλά τώρα τελευταία δεν έβρισκε. Τους τρόμαζε τους άντρες. Όμορφη, ξύπνια και αστυνομικός. Φοβερός συνδυασμός.
     Συνήνεσε ο Σωτηρίου.
     «Αργυρίου. Κακογιάννη. Ξεθάψτε τις τελευταίες του υποθέσεις μήπως και βρείτε κάτι εκεί. Και κάντε μια προσπάθεια να ανακαλύψετε τι έκανε από την ώρα που σχόλασε, μέχρι που βρέθηκε νεκρός στο σπίτι».
     «Τα σαΐνια μας;» ρώτησε ο Ιωάννου – σαΐνια, έτσι αποκαλούσε τους κύπριους συλλέκτες στοιχείων από χώρους εγκλημάτων. CSI’ s της κακιάς ώρα τους χαρακτήριζαν κάποιοι άλλοι, αλλά αυτός τους σεβόταν. Όσο και να μην καταλάβαινε τα περισσότερα απ’ αυτά που έκαναν, πολλές φορές αυτοί ήταν που έκλειναν τις υποθέσεις. Κάπου κάπου έπιανε τον εαυτό του να τους λυπάται. Πάνε χαμένοι εδώ μέσα, σκεφτόταν.
     «Είναι ήδη εκεί. Ίσως και να τελειώσουν μέχρι να φτάσετε, αν και δεν το νομίζω. Βλέπετε…»
     «Ναι. Ξέρω…» Στράφηκε προς την Ντίνα. «Πάμε;» Δεν ήπιε ούτε μια γουλιά από το νερουλιαστό καφέ του.
     Όταν βγήκαν έξω είχε ξημερώσει πια για τα καλά. Και μάλλον έπεσε έξω. Η μέρα τώρα προμηνυόταν ζεστή. Η γυναίκα, λες και μάντεψε τη σκέψη του τού είπε:
     «Πάμε με το δικό μου αυτοκίνητο. Δεν έχω καμία διάθεση να ψηθώ μέσα στη σαρακάκα σου στο δρόμο της επιστροφής».
     Συμφώνησε σιωπηλά. Το αμάξι της ήταν ένα μικρό Χόντα, διακριτικά γκρίζο, αγορασμένο δεύτερο χέρι από την Ιαπωνία. Κάθισε αβίαστα στη θέση του συνοδηγού κι άνοιξε το παραθύρι. Ήτανε πολύ νωρίς ακόμη για κλιματισμό και δεν ήταν πολλά τα πράγματα που του άρεσαν τόσο όσο η πρωινή δροσιά.
     «Θέλω καφέ», της είπε προτού προλάβουν καν να βγουν από την πύλη, έτσι μόλις που πρόλαβε να στρίψει δεξιά με προορισμό την Πλατεία Σολωμού. Εκεί όπου βρισκόταν το αγαπημένο του καφενεδάκι. Είχε ήδη μαζευτεί κόσμος εκεί. Ξένοι εργάτες, κάποιοι ηλικιωμένοι, λίγοι μαθητές. Το περίπτερο στη γωνία άλλαζε τους πελάτες της νύχτας μ’ αυτούς της μέρας.
     «Δεν έχουμε χρόνο για κυπριακό. Θα σου πάρω ένα φραπέ και θα φύγουμε αμέσως. Μείνε εδώ», τον πρόσταξε και βιάστηκε να κατεβεί.
     Δεν έφερε αντίρρηση. Χαμογέλασε. Σαν παιδί της τον είχε και σαν πατέρα της. τον ήξερε τόσο καλά. Γι’ αυτό και δεν τον ρώτησε άλλωστε για τη δοσολογία. Μαύρο με ολίγη. Ο γιατρός του είπε να κόψει εντελώς τη ζάχαρη, αλλά όσο κι αν προσπαθεί δεν το μπορεί. Τη μείωσε ωστόσο, από τα δύο κουταλάκια στο μισό. Πώς να δουλέψει το μυαλό χωρίς ζάχαρη; Πώς; Και τον καφέ τον μείωσε. Κάποτε έπινε εφτά οκτώ την ημέρα. Τώρα ένα φραπέ κι ένας κυπριακός του φτάνει. Γερνάει.
     Ακούει την πόρτα ν’ ανοίγει ξαφνικά και βγαίνει απ’ τις σκέψεις του. Δυο πλαστικά ποτήρια προσγειώνονται στα χέρια του. Βάζει το δικό της στην υποδοχή, κάτω από το ραδιόφωνο, και φέρνει το δικό του στα χείλη. Εκείνη δε θα πιει γουλιά μέχρι να φτάσουνε στον προορισμό τους, αφού δεν επιβάλλει τους νόμους μοναχά, αλλά τους εφαρμόζει.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

υ.γ. Το πρώτο μου αστυνομικό μυθιστόρημα. Θα δημοσιεύσω μόνο τέσσερα κεφάλαια από αυτό.

Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2010

Συνέντευξη με τον Πέδρο Χουάν Γκουτιέρες

Ο Πέδρο Χουάν Γκουτιέρες είναι το πιο «καυτό» ίσως όνομα της σύγχρονης κουβανικής λογοτεχνίας. Γράφοντας απλά και με πολύ άμεσο τρόπο ζωγραφίζει τη σύγχρονη κουβανική πραγματικότητα, περιγράφοντας με συχνά ωμή γλώσσα πράγματα και καταστάσεις, που ίσως σοκάρουν τον αδαή δυτικό αναγνώστη.
Η Αβάνα είναι ο τόπος όπου συνήθως κόβουν βόλτες, συναντιούνται και χάνονται οι ήρωές του, μια πόλη όπως όλες τις άλλες της Λατινικής Αμερικής, αλλά και διαφορετική, μια πόλη σκληρή και πολύχρωμη, γεμάτη μουσικές και σιωπές, ερωτική κι απελπισμένη, που παρά τις όποιες δυσκολίες παραμένει ζωντανή, ακροβατώντας στο σκοινί που ενώνει το σήμερα με το χθες.
Στη συνέντευξη που ακολουθεί ο συγγραφέας μας μιλά -με τη βοήθεια της μεταφράστριας των βιβλίων του στην Ελλάδα, Κλεοπάτρας Ελαιοτριβιάρη- για την πόλη του και τους ανθρώπους της, για το σεξ, τα βιβλία και την ευτυχία.

Η συνέχεια εδώ

Τετάρτη 5 Αυγούστου 2009

5 Αυγούστου 2009

Για μια ακόμη φορά στην Τσιανγκ Μάι λοιπόν. Για να ζήσω ξανά τα ίδια ή ίσως και διαφορετικά; Μάλλον διαφορετικά θα είναι τα περισσότερα ετούτη τη φορά αφού δεν έχω την πίεση του χρόνου, μπορώ να μείνω εδώ όσο θέλω, να δοκιμάσω νέα πράγματα, να κάνω ό,τι μέχρι τώρα ποτέ πριν δεν έκανα. Ναι, νιώθω σαν στο σπίτι μου εδώ ή, μάλλον, ακόμη καλύτερα, αφού το μυαλό μου είναι πιο γαλήνιο, πιο καθαρό, οι ταχύτητές μου αυξάνονται αβίαστα.
Όπως λέγαμε προχθές με κάποιο περαστικό η Τσιανγκ Μάι είναι ένα από εκείνα τα μέρη που έχουν κάτι. Εκείνο το κάτι που πλανεύει, που σε καθηλώνει. Δεν είναι μόνο η ιστορία της, οι ναοί της, το βουνό και το ποτάμι της. Είναι κι οι ατελείωτοι δρόμοι κι οι μικρές γειτονιές της, το κελάηδημα των πουλιών που ακούγεται ακόμη στο κέντρο της πόλης, οι μαγικές νωχελικές της νύχτας και τα πλατιά χαμόγελα των ανθρώπων της.
Είναι… Είναι… Είναι… Πολλά τα είναι. Κι οι προσπάθειες να τα απαριθμήσει κανείς, να τα εξηγήσει, μάταιες. Το θέμα είναι ότι εκεί όπου είσαι πρέπει να νιώθεις καλά, κι εδώ νιώθω καλύτερα από οπουδήποτε αλλού.
Τώρα, για το τι θα προκύψει απ’ αυτή τη μεγάλης διάρκειας διαμονή, κανείς δεν μπορεί στα σίγουρα να πει. Πάντως θα είναι κάτι καλό, γι’ αυτό δεν έχω καμιά απολύτως αμφιβολία…

Υ.γ. Τι ανακαλύπτει κανείς τριγυρνώντας στα βιβλιοπωλεία της Τσιανγκ Μάι. Το Assegai, το νέο μυθιστόρημα του Γουίλμπουρ Σμιθ το πέτυχα σε limited hardback edition 1500 μόλις αριθμημένων αντίτυπων, στην τιμή των 140 μπατ (περίπου τρία ευρώ). Υπογραμμένο! Είναι τρελοί αυτοί οι… ρωμαίοι. Μια γρήγορη έρευνα στον γούγλη μου έδειξε ότι το πιο φτηνό αντίτυπο πωλείται γύρω στα 45 ευρώ.

Τετάρτη 1 Ιουλίου 2009

Παρουσιάζοντας στην Κύπρο τον Όμηρο Αβραμίδη




Το πρώτο βιβλίο του Όμηρου Αβραμίδη που διάβασα ήταν το τρίτο και το στερνό το δεύτερο. Ανάμεσα στο «Με τα μάτια της ψυχής» και το «Ο δρόμος του φεγγαριού» είχα την ευκαιρία να βυθιστώ αρκετές ακόμη φορές στα ταξίδια στην αγάπη που τόσο γενναιόδωρα μας χαρίζει ο συγγραφέας. Ναι, ταξίδια στην αγάπη, αυτό ακριβώς είναι οι ιστορίες του. Στην παρατημένη αγάπη, στην αγάπη που γεννιέται και ξεψυχά, στην αγάπη που θριαμβεύει, κι ας συχνά-πυκνά χάνει το αντικείμενό της. Στην αγάπη και στο θάνατο.
Ο θάνατος και η αγάπη μοιάζουν να πηγαίνουν χέρι-χέρι στα βιβλία του Όμηρου. Οι ήρωές του ζουν με πάθος, αγαπούν απελπισμένα και κάποιοι απ’ αυτούς πεθαίνουν πριν να δουν τον έρωτά τους να φτάνει στο αποκορύφωμά του. Όχι, η ζωή δεν είναι ένα κουτί με σοκολατάκια, όπως επιμένει ο κύριος Φόρεστ Γκαμπ. Η ζωή είναι αγώνας κι αγωνία, άνοδος και πτώση, κακία και καλοσύνη. Η ζωή είναι ο άνθρωπος με τα θετικά και τα αρνητικά του, με τους πόθους και τα πάθη του, με τις μικροπρέπειες και τα κουσούρια του. Ο άνθρωπος, που σε μια ιστορία βλέπουμε να δείχνει της ψυχής του την όμορφη ουσία, απ’ την πρώτη στιγμή ως την τελευταία, και να πεθαίνει αφήνοντας πίσω του μια «Ακριβή κληρονομιά», κι ας αδυνατεί η κοινωνία να του συγχωρέσει το παρελθόν του. Ο άνθρωπος που σε μια ιστορία διαφορετική αγωνίζεται με νύχια και με δόντια ν’ απελευθερώσει την πατρίδα του, που γίνεται θύμα και θύτης στο βωμό μιας «Κίτρινης Σημαίας». Ο άνθρωπος που στέκεται σθεναρά δίπλα στον αγαπημένο ή την αγαπημένη του, για ν’ ακούσουν συντροφιά το «Τραγούδι της βροχής», που περισσότερο με καταιγίδα μοιάζει. Ο άνθρωπος, που πέφτει με τα μούτρα στη δίνη του έρωτα, που αψηφά θεούς και δαίμονες για να ζήσει με της ψυχής του το ομορφότερο μισό, εκείνο που εξωγενείς παράγοντες προσπαθούν με νύχια και με δόντια, με μίσος και βία να του στερήσουν.
Θύματα θυμίζουν οι περισσότεροι πρωταγωνιστές στο έργο του Όμηρου Αβραμίδη. Θύματα και ήρωες. Μα ήρωες ανθρώπινους. Ήρωες που γνωρίζουν τι πάει να πει πόνος, που τον έζησαν από πρώτο χέρι, που γεύτηκαν χάρη σ’ αυτόν την πίκρα της ζωής. Ήρωες της διπλανής πόρτας. Γι’ αυτό και οι αναγνώστες ταυτίζονται τόσο συχνά μ’ αυτούς. Γι’ αυτό τους αγαπούν. Αυτός/αυτή, θα μπορούσα να είμαι εγώ, σκέφτονται, κι έτσι μπορούν και νιώθουν βαθιά μέσα τους το φανταστικό, μα ωστόσο, βαθιά πραγματικό τους δράμα, και τη δημιουργημένη από τη γραφίδα του συγγραφέα και της ζωής, χαρά.
«Αν θες να σ’ αγαπούν οι άνθρωποι, μάθε να τους αγαπάς» διαβάζουμε σ’ ένα από τα έντεκα απανθίσματα ζωής στο «Η αγάπη είναι το μυστικό.» Κι αυτό ακριβώς είναι το μυστικό της επιτυχίας του συγγραφέα: γράφει για την αγάπη – με τρόπο άμεσο, προσπαθώντας να πορευτεί με ηρεμία και ανησυχία στις ψυχές των ανθρώπων, να βρει που θα τον πάνε «Οι δρόμοι της καρδιάς». Αυτοί οι επίφοβοι δρόμοι, με τα κρυφά μονοπάτια και τις κρυμμένες στις στροφές τους οδύνες. Αυτοί που μπορεί να οδηγήσουν στη φυγή, ή και στην αναπότρεπτη επιστροφή. Αυτοί που ίσως σε κάνουν να πετάξεις στα ουράνια, «Με τα φτερά της ελπίδας» ή να σε ρίξουν στο βάραθρο ύστερα από μια «Ανοιξιάτικη μπόρα.»
Η ζωή είναι ένα ταξίδι: όμορφο, οδυνηρό, ονειρικό, εφιαλτικό. Ένα ταξίδι σε τόπους, ψυχές και στου καθενός την άγνωστη ουσία. Κι οι ήρωες των ιστοριών, που είχαμε την τύχη να διαβάσουμε, ταξιδεύουν ακατάπαυστα. Στην Κύπρο, στην Αθήνα, στην Αυστραλία, στη Νέα Ζηλανδία. Και παντού χαίρονται το ίδιο. Και παντού πονάνε το ίδιο. Και πεθαίνουν παντού. Ναι, ο συγγραφέας, με τρόπο τρυφερά σκληρό, σκοτώνει ξανά και ξανά τους ήρωες, τα δημιουργήματά του. Μοιάζει να θέλει να μας πει ότι δεν έχει σημασία το αν κάποιος ζει και πεθαίνει, μα το πώς έζησε και τι άφησε πίσω του πεθαίνοντας. Κι αυτή, η άκρως αντιεμπορική επιλογή πετυχαίνει. Αυτή χαρίζει στις ιστορίες του το ιδιαίτερο χρώμα τους, αναδεικνύουν την ουσία. Και καταρρίπτει τους μύθους. Και τους καταρρίπτει επειδή τους απορρίπτει. Απορρίπτει την ιδέα της εικονικής ευτυχίας και επικεντρώνει στα πιο σημαντικά, κι ας είναι οδυνηρά. Ο θάνατος είναι το μόνο σίγουρο πράγμα στη ζωή, φαίνεται να είναι το μότο του Αβραμίδη, και οι αναγνώστες προφανώς συμφωνούν μ’ αυτό.
Ο θάνατος, που δίνει επιβλητικά το παρόν του και στο νέο μυθιστόρημά του, το «Τρίτο πρόσωπο», στο οποίο παρατηρούμε μια μικρή στροφή στη μέχρι τώρα συγγραφική του πορεία. Κι αυτό επειδή, για πρώτη φορά, η αγάπη δεν μοιάζει να έχει το πάνω χέρι στην υπόθεση, ή, ίσως, και να το έχει. Εκείνο που κάνει ετούτο το γραπτό να διαφέρει από τα προηγούμενα είναι ότι ξεχειλίζει από αναπάντητα ερωτήματα, το διατρέχει απ’ άκρη ως άκρη, μια αύρα μυστηρίου. Όχι, μην ανησυχείτε, το βιβλίο δεν είναι αστυνομικό. Είναι ωστόσο μια ιστορία γραμμένη κινηματογραφικά, με καταιγιστικούς ρυθμούς, που δεν σε αφήνουν στιγμή να την παρατήσεις, που δεν το κάνει η καρδιά σου να την αφήσεις στη μέση, μέχρι να μάθεις τι πραγματικά έχει συμβεί.
Τι ήταν όμως αυτό που ώθησε το συγγραφέα, να εγκαταλείψει φαινομενικά την επιτυχημένη του συνταγή, και να προσπαθήσει να πορευτεί σε κάποια δήθεν άγνωστα μονοπάτια; Τίποτα. Γι’ αυτό και το δήθεν που ανέφερα πιο πάνω. Το μυστήριο δεν είναι κάτι καινούριο στα μυθιστορήματα του Αβραμίδη. Το μόνο που αυτή τη φορά είναι έντονο. Κι αυτό ακριβώς είναι το πιο δυνατό στοιχείο στο «Τρίτο πρόσωπο». Για να το πω απλά: η συνταγή έμεινε η ίδια, ωστόσο το φαγητό έγινε πιο εύγευστο, χάρη στα νέα καρυκεύματα.
Ας πάμε όμως στην ιστορία μας, που παίρνει μπρος δυναμικά, με ένα φονικό. Ένας άντρας, ο Νικηφόρος, συνέρχεται μετά από μια λιποθυμία, για να αντιληφθεί με τρόμο ότι η γυναίκα με την οποία στιγμές πριν έκανε έρωτα είναι νεκρή. Και το χειρότερο; Στα χέρια του κρατά σφικτά το φονικό όπλο. Μέσα στη δίνη του πανικού εγκαταλείπει βιαστικά τη σκηνή και βρίσκει προσωρινό καταφύγιο στο σπίτι του. Κάθεται εκεί, στα όρια της απελπισίας, και προσπαθεί να τιθασεύει τις σκέψεις του, να τις κουμαντάρει, για να θυμηθεί τι συνέβη, μα δεν τα καταφέρνει. Προτού καν συνέλθει από το σοκ, τίθεται υπό κράτηση για την εν ψυχρώ δολοφονία της Μαρίας Μαρκαντώνη, μιας επιτυχημένης επιχειρηματία. Τα στοιχεία που υπάρχουν εναντίον του είναι συντριπτικά, κι οι πιθανότητες να μπορέσει ν’ αποδείξει την αθωότητά του ισχνές. Ωστόσο, όσο υπάρχουν άνθρωποι, υπάρχει ελπίδα. Κι ο Νικηφόρος, που παρά την όποια ατυχία του, στάθηκε αφάνταστα τυχερός στη ζωή του, έχει γύρω του κάποιους που τον πιστεύουν και τον εμπιστεύονται με κλειστά μάτια, κάποιους που είναι έτοιμοι να κάνουν τα πάντα για να αποδείξουν την αθωότητά του.
Όσο το νήμα της ιστορίας ξετυλίγεται, τόσο περισσότερο περιπλέκεται, αφού για κάθε μία απάντηση προκύπτουν δύο νέα ερωτήματα και οι ανατροπές είναι στην ημερησία διάταξη. Ποιος κρύβεται πίσω από το φονικό; Γιατί σκότωσε τη γυναίκα; Ποιος είχε να κερδίσει κάτι από το θάνατό της; Τι τους ώθησε να τον ενοχοποιήσουν; Πόσα διαφορετικά μονοπάτια μπορεί να διασχίσει μια βασανισμένη ψυχή;
Ο συγγραφέας πλέκοντας έντεχνα το μύθο του φτιάχνει μια ιστορία για τον έρωτα και το θάνατο που διαβάζεται απνευστί. Οι γρήγοροι, κοφτοί ρυθμοί της αφήγησης, το μυστήριο, τα αδιόρατα μυστικά και τα πάθη των ηρώων, καθιστούν «Το τρίτο πρόσωπο» ένα απολαυστικό ανάγνωσμα, που σε κάποια σημεία θυμίζει σύγχρονο αστυνομικό αφήγημα, επηρεασμένο από την αμερικανική παράδοση. Ετούτο το μυθιστόρημα αποδεικνύει ότι το ερωτικό και το αστυνομικό μπορούν να συνυπάρξουν άνετα σε μια ιστορία, χαρίζοντάς της αναπάντεχα μια άγρια ομορφιά.
Η ανανέωση είναι πάντα ένα στοίχημα για τους συγγραφείς, κι ο Όμηρος Αβραμίδης, αυτό το στοίχημα, σιγά-σιγά, μοιάζει να το κερδίζει. Και το πιο σημαντικό: οι αναγνώστες επιβραβεύουν αγοράζοντας τα βιβλία του, αυτούς τους ακροβατισμούς. Οι αναγνώστες. Όχι οι κριτικοί. Αυτοί επιμένουν να αγνοούν ακόμη και την ύπαρξή του, αφού προφανώς η επιτυχία του, δεν συμβαδίζει με τα κριτήριά τους. Εδώ πιστεύω ισχύει εκείνο το αρχαίο κινέζικο ρητό που αναφέρεται στο δάχτυλο και το φεγγάρι, για το τι έχει τη δυνατότητα να δει ο καθένας δηλαδή. Οι κριτικοί κοιτάνε το δάχτυλο, οι αναγνώστες το φεγγάρι. Κι αν ο συγγραφέας δεν δικαιώνεται στα έντυπα, κερδίζει το στοίχημα στις καρδιές. Εκεί όπου απ’ την αρχή στόχευε.
Διαβάζω, με το φτωχό μου ύφος, μα με συγκίνηση, ένα μικρό απόσπασμα από το «Η αγάπη είναι το μυστικό» - αυτό με το οποίο κλείνει το βιβλίο:
«Η αγάπη είναι το μυστικό. Τόσο απλό. Τόσο θαυματουργό. Γυρίζω την πλάτη μου στη μούχλα του χειμώνα, τραβάω για τον κόσμο που μ’ έκλεισε έξω, που τον έκλεισα έξω. Βγάζω το κλειδί και ξεκλειδώνω. Τόσο απλό. Το είχα πάντα μέσα μου. Σκουριασμένο από την αχρησία, χαμένο μέσα σ’ ένα σωρό από σκουπίδια, κάτω από την απληστία, τη φιλοδοξία, τη ζήλια, τη ματαιότητα. Ανασύρω το χρυσό κλειδί από το σωρό, το ξεπλένω και λάμπει, όπως πάντα το χρυσάφι. Κι ο κόσμος μου γεμίζει φως.»
Με περισσότερο από μισό εκατομμύριο αντίτυπα σε πωλήσεις και αμέτρητους αναγνώστες να πίνουν νερό και -προπάντων- κρασί στο όνομά του, με βιβλία βαθιά ανθρώπινα και μυθιστορήματα που ασχολούνται σε βάθος με την πονεμένη ιστορία του νησιού μας, ο Όμηρος Αβραμίδης είναι με διαφορά ο πιο άξιος εκπρόσωπος της μπανανίας της Κύπρου στο ψευδοκράτος των Αθηνών. Εύχομαι κάποια μέρα ο τόπος του να τον τιμήσει, όπως τον τιμάει αυτός, χαμηλόφωνα, χωρίς φανφάρες, με μια πρόποση στη δημιουργική του παρουσία.
Με το πιο πάνω κείμενο παρουσίασα τον πιο επιτυχημένο κύπριο συγγραφέα, Όμηρο Αβραμίδη, στο αναγνωστικό κοινό της Κύπρου στις 17 και 19 Ιουνίου. Οι εκδηλώσεις πραγματοποιήθηκαν στα βιβλιοπωλεία Πάργα, Λευκωσίας και Λάρνακας και σ' αυτές μίλησε και η φίλη συγγραφέας Γιόλα Δαμιανού-Παπαδοπούλου (τρίτη φωτογραφία).