Δευτέρα, 15 Νοεμβρίου 2010

Η ιστορία της Μίρας - Ημερολόγια VI

Τι ήταν αυτό που ζήσαμε ψες; Πώς να το περιγράψει κανείς, χωρίς να το αδικήσει; Τι λέξεις να χρησιμοποιήσει για να μιλήσει για όλη αυτή τη μαγεία; Αν υπάρχει αυτό που αποκαλούν παράδεισος είναι εκεί που πήγαμε οι δυο μας μαζί. Αν υπάρχει ένα αληθινό τραγούδι είναι αυτό που σαν ψίθυρος διέτρεξε τα σώματά μας όταν γίνονταν για ακόμη μία φορά ένα. Αν υπάρχει μουσική είναι η μελωδία της ανάσας του άντρα, του άντρα μου, που σαν λάβα με πυράκτωσε. Αν υπάρχει μία και μοναδική ομορφιά είν’ αυτή που ζήσαμε… Δε θέλω να ζήσω άλλο… Τι άλλο να ζήσω; Αλήθεια, τι; Έφτασα επιτέλους στα όρια της χαράς, ξεπέρασα με πόθο ανήκουστο τα όρια της ηδονής, και στο τέλος-τέλος έχασα τον κόσμο όλο για να τον ξαναβρώ στα μάτια του, που ούτε στιγμή δεν έπαψαν να με κοιτούν με λατρεία. Ό,τι ποτέ πόθησα, ό,τι μυστικά ονειρεύτηκα, όλα. όλα τα έζησα μαζί του, μέσα στη ζεστή του αγκάλη. Σαν ανάσταση και σαν μια νέα γέννηση, σαν λυτρωμός και αποκάλυψη φαντάζουν τώρα στα μάτια μου οι στιγμές που περάσαμε μαζί.
Άρχισα από σήμερα το πρωί να μεταφράζω το ημερολόγιό μου στα αγγλικά, αλλά και να καταγράφω πια όλα όσα ζω εδώ, με τον Δημήτρη. Θα του δώσω την ευκαιρία, σαν ευλογία και σαν κατάρα, να μάθει πια την ιστορία μου για τα καλά, ως την τελευταία της πονεμένη λεπτομέρεια. Ελπίζω μοναχά να μην τρομάξει και να μου φύγει, αλλά δεν το νομίζω.
Αν και μου άρεσε πάντα να γράφω, δεν τα πολυκαταφέρνω με τα λόγια όταν μιλώ με τους άλλους. Ακούγομαι κάπως άτσαλη, ίσως κι αμόρφωτη. Έπειτα απ’ αυτό που συνέβηκε στη μάνα μου και τη Νατάσα, είπα ότι δε θα έγραφα ποτέ ξανά. Να, όμως, που μία ακόμη βεβαιότητά μου όμορφα κατέρρευσε! Τώρα που τον γνώρισα, τώρα που γνώρισα την απόλυτη, την ολοκληρωτική αγάπη, τώρα που νιώθω για πρώτη φορά πλήρης, τώρα που ακόμη και μέσα στον πόνο και την αγωνία μου για την ψυχή της ψυχής μου, τη Ράνια, είμαι ευτυχισμένη. τώρα νιώθω ότι οφείλω να γράψω, πως αποτελεί καθήκον μου και χρέος ιερό να διηγηθώ την άγνωστη ιστορία μου. χρέος προς τον υπέροχο αυτό άνθρωπο, που κατάφερε να με κάνει ν’ αγαπήσω και πάλι τη ζωή, ν’ αντικρίσω τα χρώματά της, αλλά και προς τη Ράνια. που πρέπει να μάθει τι έζησε, από πόσες φουρτούνες πέρασε, αλλά άντεξε, η μανούλα της. Θέλω να πω την ιστορία μου, τώρα που υπάρχουν αυτιά για να την ακούσουν, μάτια για να τη διαβάσουν, ψυχές για να τη νιώσουν. Η ιστορία μου. η ουσία μου! Σ’ ένα χαρτί θα γραφτεί για να διαβαστεί από έναν ή κι από κανέναν. Σε δυο αυτιά θα ειπωθεί για να αποκτήσει υπόσταση.
Καθώς γυρνάνε πίσω στη σκέψη μου η μία μετά την άλλη οι εικόνες από το παρελθόν, πονάω αφάνταστα, από μέσα μου κρυφά αιμορραγώ. Με τυραννάνε οι αναμνήσεις. σαν μαχαίρι είναι σε πληγή ανοικτή, που κάθε λίγο και λιγάκι κάποιος αόρατος εχθρός όλο και πιο πολύ στρίβει. Σαν αποκόμματα ασύνδετα, σαν μια ταινία τρόμου, στριφογυρνάνε όλα στο μυαλό μου. Βλέπω. βλέπω τις αγαπημένες που για πάντα έφυγαν. ρίχνω κλεφτές ματιές στη φρίκη που έζησα, κι απ’ την οποία επέζησα. οργίζομαι, ακριβώς όπως και τότε, για την απανθρωπιά που έγινε της ζωής μας ο κανόνας.
Το ημερολόγιό μου -αυτές οι απλές καταγραφές- δε δίνει παρά μία πολύ μικρή εικόνα του προσωπικού μου δράματος. Μού έχουν συμβεί και άλλα, πολλά, και τραγικά πολύ. πράγματα για τα οποία δε μίλησα ποτέ, σε κανένα, ή μάλλον σχεδόν σε κανένα. Ο Δημήτρης, ο γλυκός μου, αυτός μονάχα ξέρει κάποια απ’ αυτά. Τώρα, δεν έχω άλλη επιλογή και άλλο πρέπει από το να του διηγηθώ εκείνα τα λίγα και μεγάλα, για τον ίδιο άγνωστα, που για χρόνια πολλά μου ματώνουν την καρδιά. Θα του τα πω για να τα ξεφορτωθώ, για να εξαγνιστώ από τα κρίματα που οι άλλοι μού φόρτωσαν. που ποτέ δεν υπήρξαν δικά μου, κι ας τα κουβαλούσα λες από πάντα. Θα καταλάβει, θα με καταλάβει, και για μία ακόμη φορά δε θα μου χαρίσει οίκτο, αλλά εκείνο που μόνο αυτός μοιάζει να έχει μέσα του σε περίσσευμα. αγάπη! Την ίδια εκείνη αγάπη που με σκλάβωσε, που με έκανε δική του. Δική του! Ποια; Εμένα, τη Μίρα. εμένα που ποτέ δεν υποτάχτηκα σε τίποτα και σε κανέναν.
Ο ήλιος πάει να δύσει και η ζωή στην πόλη μοιάζει μόλις τώρα ν’ αρχίζει. Θα είναι όμορφη ετούτη η νύχτα, δίχως βροχή και αγέρα, μια στάλα ζεστή. Οι σκέψεις, όπως στ’ αστέρια σ’ αυτό τον γαλήνιο ουρανό, ταξιδεύουν μακριά, στην πόλη που έγινε για μένα μια δεύτερη πατρίδα, το Βελιγράδι. Ράνια, μωρό μου, ακούς τη σκέψη μου; Νιώθεις τους παλμούς μου; Καταλαβαίνεις άραγε πόσο σε αγαπώ; Θα είμαι πάντα εδώ για σένα, κόρη μου, θα είμαι πάντα εδώ. κι ας είμαι μακριά. Ό,τι κι αν συμβεί η μαμά δε θα σε αφήσει ποτέ μόνη, δε θα σε εγκαταλείψει ποτέ, κι ας μην μπορεί ετούτη τη στιγμή να είναι δίπλα σου. Ράνια μου…
Μα να που τα δάκρυα βρέχουν και πάλι τα μάτια μου, που τα πλημμυρίζουν μ’ αλμύρα. Πρέπει να τα σβήσω. Πρέπει να συνέλθω. Για κείνον. Δε θέλω να έρθει ξαφνικά και να με βρει να κλαίω. Όχι. Θα φορέσω το πιο καλό, το πιο λαμπρό μου χαμόγελο για χάρη του. Και θα κρατήσω τις ανάσες μου για τον έρωτά του. Θα γίνω και πάλι δική του – ξανά και ξανά και ξανά. Και σαν κοιμηθούμε αγκαλιά, και σαν ξυπνήσουμε παρέα, τότε θα του πω την ιστορία μου. Ας γίνουν λοιπόν οι σκέψεις φλόγα και πάθος, κι ύστερα πόθος, προτού μεταμορφωθούν σε λέξεις. Ας κάνω κι απόψε μαζί του έρωτα, κτητικά, απεγνωσμένα. Κι ας πετάξω μαζί του στους ουρανούς της χαράς, προτού προσγειωθώ και πάλι, για στερνή ελπίζω φορά, στη γη της πίκρας.
Άντρα μου και αδελφέ, άκουσε προσεκτικά αυτή την ιστορία…

Συνεχίζεται

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ
Δημοσίευση σχολίου