Σάββατο, 20 Νοεμβρίου 2010

Η ιστορία της Μίρας - Το λάθος πάθος

Πήγε, της χτύπησε την πόρτα, κι η Χριστίνα του άνοιξε, απλά του άνοιξε. Τώρα δεν μπορεί να καταλάβει γιατί το έκανε αυτό. Ίσως να έφταιγε η θλίψη που ένιωθε, ίσως και η μοναξιά που της τυραννούσε την ψυχή και που φόρτωνε με πόθους το κορμί. Ίσως… Μα είναι αργά πια για ίσως. Ό,τι έγινε έγινε. Το θέμα είναι να μην επαναληφθεί ποτέ ξανά. Όχι πως δεν της άρεσε, της άρεσε πολύ, αλλά δεν της αρέσουν οι ενοχές, αυτές που νιώθει τώρα, κι ας ξέρει πως είναι αναίτιες. Νιώθει ένοχη επειδή έκανε έρωτα με τον πρώην φίλο της – αν είναι αυτό ποτέ δυνατόν! Αλλά, να που είναι, αφού τώρα το μέσα της φωνάζει ότι πρόδωσε, και τους δύο: τον Γιάννη επειδή έκανε έρωτα μαζί του ενώ ποθούσε τον Δημήτρη, τον Δημήτρη επειδή τον απάτησε με τον Γιάννη. Το πώς ποτέ δεν ήταν πριν και μάλλον δε θα είναι ποτέ με τον Δημήτρη, μάλλον καθόλου δε μετρά, για της καρδιάς της τον αμείλικτο δικαστή.
Κι όμως, εκείνες τις στιγμές ένιωθε τόσο ωραία. Τόσο ωραία, που τώρα δεν ξέρει κατά πόσο θα έπρεπε να γελάσει ή να κλάψει. Να γελάσει με τον εαυτό της κι εκείνον, να κλάψει για τους ίδιους. Ο Γιάννης πήγε στο σπίτι της σαν κατακτητής, σαν ιππότης καβάλα στ’ άλογο. με ένα μπουκέτο λουλούδια, με καλό κρασί και φαγητό αγορασμένο από κάποια ταβέρνα. Πάνω στον καμβά του κορμιού της θριάμβευσε, αλλά στο τέλος-τέλος έφυγε σα δαρμένο σκυλί.
Μα τι σκεφτόμουνα όταν τον άφησα να μπει μέσα; Η αλήθεια είναι πως δεν σκεφτότανε, τίποτα. Απλά άνοιξε την πόρτα και τον υποδέχτηκε στο καταφύγιό της, λες παραδομένη, ή σαν από συνήθεια. Δεν ήταν ξένος εκεί άλλωστε, κι ας μην ήτανε πια μαζί. Και δεν της έφταιξε ποτέ σε κάτι, εκείνη έφταιγε για όλα. Αν τον κάκιζε για κάτι ήταν για την ωραιοπάθειά του, για τη δίχως τέλος αυταρέσκεια. Είχε εκείνο το χαμόγελο, εκείνη την πόζα, που φώναζε είμαι ωραίος και το ξέρω. Ναι, ήταν ωραίος, πολύ πιο όμορφος απ’ τον Δημήτρη, αλλά και τι μ’ αυτό; Δεν έσμιξε μαζί του για το παρουσιαστικό του αλλά… Αλλά, γιατί; Τώρα που το σκέφτεται δεν μπορεί να θυμηθεί πώς και γιατί έγιναν ζευγάρι οι δυο τους; Μάλλον εκείνος θα την παρέσυρε, εκείνος θα την έριξε στην παγίδα ενός αδιέξοδου έρωτα, με τα γλυκανάλατά του λόγια. Εκείνος, αφού η ίδια σπάνια μιλούσε, καθόλου δε φλέρταρε, ερωτευόταν σιωπηλά και περίμενε κάποιο από μηχανής θεός να κάνει το θαύμα του και να της χαρίσει το αντικείμενο του πόθου της.
Μα είσαι εντελώς τρελή εσύ, λέει με μια μικρή δόση θαυμασμού και μια μεγαλύτερη αυτοσαρκασμού στον εαυτό της. Τρελή είναι, δεν εξηγούνται αλλιώς αυτά που κάνει, η αδυναμία της να ζήσει αυτά που έχει, η προθυμία να τα παρατήσει όλα για κάποια που μάλλον ποτέ δε θα πραγματοποιηθούν.
«Δε θέλω να ’ρθεις ξανά εδώ, Γιάννη», του είπε μετά από τις στιγμές του πάθους που έζησαν, κι εκείνος έμεινε να την κοιτάει μ’ ανοικτό το στόμα, αδυνατώντας να πιστέψει αυτά που άκουγε.
«Προσπαθείς να με τρελάνεις, Χριστίνα; Αφού δε με ήθελες εδώ γιατί δε μ’ έδιωχνες απ’ την αρχή. Γιατί μετά απ’ όλ’ αυτά…»
«Δεν ξέρω. Ό,τι και να σου πω θα ’ναι ψέμα. Δεν ξέρω τον εαυτό μου πια, δεν τον καταλαβαίνω. Μη με παρεξηγείς, δεν ακυρώνω αυτά που ζήσαμε, απλά δεν μπορώ πια να είμαι μαζί σου. Όσο για το αποψινό…»
«Όσο για το αποψινό τι;»
Χαμογέλασε εκείνη, αμήχανα, κι έσκυψε το κεφάλι, και πήρε να κοιτά τα χέρια της σαν ένα μικρό παιδί που μόλις έκανε κάποια σκανδαλιά και περιμένει να το μαλώσουν. Κι ύστερα σιγά-σιγά το ξανασήκωσε και τον κοίταξε στα μάτια, μ’ ένα βλέμμα που έμοιαζε βαθιά λυπημένο.
«Η αλήθεια είναι ότι το απόλαυσα. Το κορμί μου το είχε μεγάλη ανάγκη. Αλλά, δε θέλω να συμβεί ξανά. Πρέπει να σε ξεπεράσω κι αυτό δε θα είναι καθόλου εύκολο».
«Μα γιατί, Χριστίνα; Γιατί; Γιατί θέλεις να χωρίσουμε οριστικά; Μια χαρά δεν ήμασταν; Τι περισσότερο έψαχνες δηλαδή; Τι ζητάς; Αν μπορώ θα στο δώσω».
«Τίποτα απολύτως δε ζητάω από σένα, σε παρακαλώ μονάχα να μ’ αφήσεις να φύγω, να προχωρήσω».
«Για να πας πού; Και γιατί δε με θέλεις κοντά σου;»
«Ζούσαμε ένα ψέμα, Γιάννη, το ξέρεις και το ξέρω κι εγώ. Απλά αποφάσισα να βάλω ένα τέλος. Και μη νομίζεις ότι είναι και τόσο εύκολο για μένα να το κάνω αυτό, κάθε άλλο. Το σώμα μου μού φωνάζει να σου πω μείνε, η ψυχή μου φύγε. Κι εγώ, τώρα πια, ακούω μόνο την τελευταία».
«Ξέρεις πώς ακούγεσαι;»
«Σαν τρελή».
Πήρε να γελά δυνατά, ακόρεστα, νευρικά. Να γελά με τον εαυτό της, με τη συμπεριφορά της, μ’ εκείνον που την κοιτούσε με τέτοια απορία στο πρόσωπο, που έλεγες ότι από στιγμή σε στιγμή θα παραμορφωνόταν και σαν κερί θα έλιωνε.
«Μη μου δίνεις σημασία, Γιάννη» του είπε σαν ξαναβρήκε τις ανάσες της.
«Και πώς να το κάνω αυτό;»
«Όπως τα κάνεις όλα: εύκολα κι απλά».
«Κι ακόμη δε μου εξηγείς το γιατί…»
Άρχισε να την εκνευρίζει, να της την σπάει αυτός ο άντρας που συμπεριφερόταν σαν παιδί, που του κλέψαν το αγαπημένο παιχνίδι, που του πλήγωσαν τον εγωισμό.
«Απλά φύγε. Φύγε. Τι δεν μπορείς να καταλάβεις σ’ αυτή τη λέξη; Φύγε, Γιάννη, και άσε με πίσω σου, είμαι το παρελθόν. Φύγε και μη γυρίσεις ποτέ ξανά».
Αναψοκοκκίνισε το πρόσωπό του, τα μάτια του πήραν μια λάμψη οργής σχεδόν απόκοσμη. Έσφιξε τις γροθιές για να συγκρατήσει τον εαυτό του, για να μην παρεκτραπεί και να κάνει κάτι για το οποίο θα μετάνιωνε μετά. Και σηκώθηκε κι έφυγε, βροντώντας την πόρτα πίσω του. Κι εκείνη παρέμεινε εκεί σιωπηλή, χαμογελαστή και με δάκρυα στα μάτια να τον σκέφτεται. Τώρα ένιωθε σαν να ήταν κλεισμένη σε μια καταπακτή, σ’ ένα υπόγειο σκοτεινό, ανύπαρκτό στα μάτια των άλλων. Η αλήθεια είναι ότι θα της έλειπε. Η εικόνα του θα της έλειπε. Ήταν ψηλός άντρας και γεροδεμένος, έμοιαζε λίγο με φωτομοντέλο, απ’ αυτά που βλέπει κανείς στα περιοδικά να διαφημίζουν αντρικά εσώρουχα. Των μαλλιών του το βαμμένο ξανθό σε συνδυασμό με το ματιών το απέραντο, μα λίγο ξεβαμμένο πράσινο, κάποτε την είχαν πολύ συνεπάρει. Αλλά τώρα… Τώρα δε θέλει και δεν μπορεί να βλέπει μόνο την εικόνα. Ζητάει κάτι άλλο, πιο απλό, αλλά και πιο μεγάλο.
Είναι ξαπλωμένη στο κρεβάτι, ντυμένη πια μ’ ένα ζευγάρι πιζάμες που μοιάζουν παιδικές, κι αγκαλιάζει τον εαυτό της. Νιώθει τη μυρωδιά του ακόμη να πλημμυρίζει το δωμάτιο, να το γεμίζει με την ουσία του ερωτικού σμιξίματος. Πότε θα είναι η επόμενη φορά; Τον εαυτό της ρωτά, αλλά δεν περιμένει απάντηση. Θ’ αργήσει η επόμενη φορά, θ’ αργήσει πολύ. Ελπίζει μόνο μέχρι τότε να μη μαραζώσει το νεανικό κορμί, να μη χάσει την ορμή και τη λαχτάρα του.
Κρύβει το πρόσωπό της με το μαξιλάρι και μυρίζει εκείνον. και σκέφτεται τον άλλο.

Συνεχίζεται

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ
Δημοσίευση σχολίου