Παρασκευή, 21 Ιανουαρίου 2011

Σ' αγαπώ απελπισμένα - Κεφάλαιο 2

«Θυμάσαι τι όμορφη νυχτιά ήταν εκείνη που σε γνώρισα; Μια νύχτα δροσερή τ’ Αυγούστου, με ένα ανάλαφρο αεράκι να χαρακώνει τις αισθήσεις, με τα αστέρια λαμπερά στην κουβέρτα τ’ ουρανού σα μια ψευδαίσθηση, με το νεογέννητο φεγγάρι να κάνει μετά βίας αισθητή την παρουσία του, με μια απροσδιόριστη μουσική να φτάνει στ’ αυτιά μας από κάπου πολύ μακριά, μα τόσο κοντά... με... με... με...
Καθόσουνα μόνη, αφόρητα και τελεσίδικα μόνη, σε μια απόμακρη γωνιά του πάρκου, αργά, πολύ αργά εκείνο το βράδυ, κάπνιζες νευρικά ένα τσιγάρο και έβρεχες με δάκρυα το χώμα κάτω από τα πόδια σου. Εγώ, αιώνιος ξενύχτης και δεινός περιπατητής, άκουσα καθώς περνούσα τους πνιχτούς σου λυγμούς και σε πλησίασα. Ήθελα να δω αν μπορούσα να κάνω κάτι για σένα, αν και ήμουν σίγουρος πως έτσι κι αλλιώς θα αρνιόσουν τη βοήθειά μου. Είδα τα δάκρυα ρυάκια να κυλούν, τις γραμμές του πόνου να χαράζουν αμείλικτα το πρόσωπό σου, και κατάλαβα πως η πηγή θα αργούσε πολύ να στερέψει ακόμη.
Προχώρησα σιωπηλά και κάθισα σ’ ένα παγκάκι λίγο πιο πέρα. Το τραγούδι των λυγμών σου θα ήταν ο μοναδικός ήχος που θα έφτανε στ’ αυτιά μου, αν δεν περνούσαν πού και πού κάποια τροχοφόρα ψυχοφθόρα οχήματα, κι αν δεν ξέφευγε και καμιά νότα απ’ τα κοντινά νυχτερινά μαγαζιά.
Αφού δεν είχα τι άλλο να κάνω και δε βιαζόμουν να πάω πουθενά, βυθίστηκα απαλά στις σκέψεις μου, που όλο μου ξέφευγαν, με αποτέλεσμα μετά από λίγη ώρα, να επικεντρώσω την προσοχή μου όλη, προσπαθώντας ωστόσο να μην το δείξω, στο πρόσωπό σου. Στο πρόσωπο που δε φαινόταν καλά στο μισοφωτισμένο εκείνο τοπίο. Έτσι, σκυφτή καθώς ήσουνα και κάπνιζες, δεν μπορούσα να διακρίνω τα μάτια σου, παρά μόνο ένα χλωμό μάγουλο και τα βαμμένα ολόισια μαύρα και κομμένα στο ύψος του ώμου σου μαλλιά. Αμέσως ένιωσα κάποια ανεξήγητη συμπάθεια για σένα, μια τρυφερότητα που δεν υπήρχε λόγος να είναι εκεί. Λες και κάποια έκτη αίσθηση με προειδοποιούσε ότι, να, ότι κάπου πάω...
Ω, δεν έχω τα λόγια, δεν μπορώ να περιγράψω ακριβώς πως ένιωσα εκείνη τη νύχτα που σε γνώρισα. Χαρά; Ίσως. Απορία; Σίγουρα. Αβεβαιότητα; Και βέβαια. Ένιωσα πολλά, κι ένιωσα λίγα. Και οι λέξεις δεν είναι ικανές να βάλουν τις σκέψεις μου σε τάξη...
Παρέμεινα λοιπόν εκεί και σε παρατηρούσα. Σε παρατηρούσα και περίμενα. Τι ακριβώς; Δεν είχα ιδέα. Ή ίσως και να είχα, αφού ήμουνα σίγουρος πως κάποια στιγμή θα έκανες εσύ την πρώτη κίνηση, πως θα μου μιλούσες. Για τι και γιατί, αυτά είναι που δεν ήξερα.
Δε θα πέρασε πολλή ώρα όταν σε άκουσα να με πλησιάζεις σιγοπατώντας. Ευτυχώς πρόλαβα και απέσυρα το βλέμμα μου στο... υπερπέραν. Στάθηκες μπροστά μου και μου ζήτησες, σιγαλά κι ευγενικά, ένα τσιγάρο. Δεν είχα αλλά, σαν σύγχρονος πεζός ιππότης, προσφέρθηκα να πάω να σου φέρω. Δεν πειράζει φίλε, μου είπες, αλλά εγώ επέμεινα κι υποχώρησες. Σε λίγο, όταν επέστρεψα, στεκόσουν ακόμη εκεί, ακριβώς στην ίδια θέση, κοιτώντας το σκοτάδι με μάτια που δεν έβλέπαν. Κάνουν; σε ρώτησα, προτείνοντάς σου το πακέτο και βγάζοντάς σε, την ίδια ώρα, από τον απόμακρό σου κόσμο. Είχα ξεχάσει να σε ρωτήσω ποια τσιγάρα προτιμούσες, κι έτσι πήρα τα πρώτα που είδα μπροστά μου. Κάνουν! απάντησες, χαρίζοντάς μου ένα μισό θλιμμένο χαμόγελο.
Κάθισες στο παγκάκι, άναψες ένα παρηγορητή κι έμεινες για λίγο σιωπηλή, κοιτώντας τη φωτιά να το καίει, τον καπνό ν’ ακολουθεί τ’ αχνάρια του ανέμου. Σε ρώτησα αν θες να μείνεις μόνη κι απάντησες μ’ ένα σχεδόν άηχο και κάπως τρομαγμένο, όχι. Κάθισα, λοιπόν, δίπλα σου, κρυφακούγοντας την ανάσα που έβγαινε απ’ τα στήθια σου απαλή, σαν το τραγούδι των βότσαλων. Σου έριξα, τώρα που μπορούσα, μια καλύτερη, πιο ενδελεχή ματιά. Όμορφο πρόσωπο, πολύ, αν και πονεμένο. Μάτια μαύρα βαθιά, έντονα εκφραστικά, μάτια που μιλούσαν. Ένα κορίτσι της θλίψης.
Τελείωσε το τσιγάρο και το έσβησες, όπως κάθε χαμένη στιγμή. Άναψες ένα ακόμη και με ρώτησες: Γιατί; Δεν υπάρχει γιατί, δεν υπάρχει λόγος που βρέθηκα εδώ, απλά συνέβηκε, σου απάντησα. Όσο για τα τσιγάρα, σου τα έφερα επειδή τα είχες ανάγκη. Αναστέναξες βαθιά και μετά μου χάρισες ένα μελαγχολικό χαμόγελο. Δεν πιστεύω στις συμπτώσεις, ψιθύρισες. Και για πες μου: Πάντα τρέχεις να εκπληρώσεις τις επιθυμίες των άλλων; βιάστηκες να ρωτήσεις. Όχι πάντα. Μου πρότεινες να περπατήσουμε για λίγο. Δέχτηκα. Εξάλλου για να περπατήσω βγήκα έξω νυχτιάτικα. Αλλά, δεν στο είπα αυτό. Σου είπα μόνο: Ό,τι επιθυμείτε, κυρία! Ένα δειλό γελάκι σου ξέφυγε απ’ τα χείλη και για μια στιγμή η γκριζοσυννεφιά φάνηκε να εγκαταλείπει το πρόσωπό σου...»

Συνεχίζεται

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ
Δημοσίευση σχολίου